Το άρθρο αυτό είναι το επεξεργασμένο κείμενο μιας διάλεξης που έδοσε ο συγγραφέας στο Λονδίνο, στις 12 του Οκτώβρη 1995, για τα 100 χρόνια από το θάνατο του Έγκελς. Αναδημοσιεύεται από το αγγλικό περιοδικό «Μηνιαίος Μαρξιστής» και τα «Τετράδια Μαρξισμού» Νο 6 όπου είχε δημοσιευθεί το 1995.
Μια διάλεξη προς τιμήν του Φρίντριχ Έγκελς, που πέθανε στις 5 του Αυγούστου 1895, θα φανεί σε μερικούς έξω από αυτή την αίθουσα, και ίσως σε έναν-δυο μέσα σ’ αυτήν, σαν κάποιου είδους αναχρονισμός. Για το μεγαλύτερο μέρος αυτού του αιώνα, το πορτρέτο του Έγκελς ήταν τοποθετημένο σε περίοπτη θέση, σαν εικόνισμα, σε ένα μεγάλο μέρος του κόσμου. Αλλά μετά το 1991, που ονομάστηκε ο χρόνος της πτώσης του κομμουνισμού, το πορτρέτο του και το όνομα του έχουν εξοριστεί από ινστιτούτα, βιβλιοθήκες και σχολικά βιβλία. Έχει γίνει, όπως και όλοι οι άλλοι θεμελιωτές του σοσιαλισμού, ένα είδος μη-προσώπου.
Είναι αλήθεια ότι στην Κίνα –και αυτή είναι μια πολύ ουσιαστική εξαίρεση, μια και μιλάμε για το ένα τέταρτο του πληθυσμού της γης– οι εργάτες βλέπουν ακόμα στους τοίχους των εργοστασίων τους και σε άλλους δημόσιους χώρους τα πορτρέτα των Μαρξ, Έγκελς, Λένιν και Στάλιν, και προτρέπονται ακόμη να είναι προσηλωμένοι στις αλήθειες του μαρξισμού-λενινισμού. Αυτές είναι γνωστές, για συντομία, σαν οι «τέσσερεις προσηλώσεις», επειδή η Κεντρική Επιτροπή του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος έχει βολικά αναγάγει τις αρχές του μαρξισμού σε τέσσερεις:
Προσήλωση στο Μαρξισμό-Λενινισμό – Προσήλωση στο Σοσιαλιστικό Δρόμο – Προσήλωση στην Προλεταριακή Δικτατορία – Προσήλωση στην Κομματική Ηγεσία.
Η Κίνα έχει γίνει ο μεγαλύτερος κατασκευαστής του κόσμου. Από πολλές απόψεις, είναι αυτό που ήταν η Βρετανία πριν 150 χρόνια, όταν δημοσιεύτηκε Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία. Τεράστια εργοστάσια έχουν οικοδομηθεί, τεράστιες πόλεις έχουν φυτρώσει, όπου οι κινέζοι εργάτες, πειθαρχημένοι χωρίς αμφιβολία ενμέρει με τον φόβο, με δασκαλέματα, με παροτρύνσεις και με καλοπιάσματα, παρουσιάζονται στην ώρα τους και δουλεύουν επίπονα για πολλές ώρες με πολύ μικρά μεροκάματα. Δεν θα ήταν καθόλου παράξενο, αν την ημέρα που αυτό το τεράστιο προλεταριάτο θα αποτινάξει τους σημερινούς πολιτικούς αφέντες του, απορρίψει προσωρινά τα αυστηρά πρόσωπα των ιδρυτών του επιστημονικού σοσιαλισμού, στο όνομα των οποίων έχει καταπιεστεί για τόσο πολύ.
Και εάν συμβεί αυτό, θα είναι έργο μια νέας γενιάς να ξαναδιαβάσει τον Έγκελς και να ανακαλύψει ότι δεν είναι κάποιος που καθαγιάζει την καταπίεση, αλλά είναι ο απελευθερωτής τους. Από εκείνα τα εκατομμύρια αντίτυπα των κειμένων του μαρξισμού που τυπώνονται εντελώς κυνικά, με τη σφραγίδα της Κεντρικής Επιτροπής του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος και που μετά μαζεύουν σκόνη στα ράφια του γραφείου κάποιου επαρχιακού γραφειοκράτη, ή μουχλιάζουν στις δημόσιες βιβλιοθήκες, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι κάποιος θα βρει και θα διαβάσει την Κατάσταση της Εργαζόμενης Τάξης στην Αγγλία. Καί όταν θα το κάνει θα βρει κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που περίμενε.
Στην Αγγλία, ακόμη και πριν το 1991, το όνομα του Έγκελς προκαλούσε ένα περίεργο μίγμα αντιδράσεων, ιδιαίτερα στην αριστερά. Η αριστερά του Εργατικού Κόμματος που ακολουθεί τον Μπεν προωθούσε αυτό που ονόμαζε «ντόπια» παράδοση, υποτίθεται μια ειδικά αγγλική παράδοση σοσιαλισμού. Υπάρχει μια άρρωστη χροιά εθνικισμού στην απόρριψη του «μη-Άγγλου» Έγκελς. Πιο αριστερά από το Εργατικό Κόμμα υπήρχε κατευθείαν αντίθεση στον Έγκελς. Σίγουρα τον κατηγορούσαν σαν προασπιστή του Μαρξ και του μαρξισμού. Αλλά αυτό είναι ένα ζήτημα που πρέπει να συζητηθεί άλλη φορά.
Ο Έγκελς ήρθε στο Μάντσεστερ πολύ νέος, το 1842. Ήταν 22 χρονών και ήρθε να δουλέψει σε μια εταιρεία του Μάντσεστερ όπου ο πατέρας του ήταν ένας από τους κύριους μετόχους. Όπως λέει, γνώρισε το Μάντσεστερ «τόσο καλά όσο την πόλη που γεννήθηκα και πιο καλά από τους περισσότερους κατοίκους του». Αυτό το βιβλίο είναι προϊόν εκείνης της πρώιμης και πολύ στενής γνωριμίας. Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο. Αξιοσημείωτο για την εικόνα των μεγάλων πόλεων της Αγγλίας, εκείνων των τεράστιων γοργά αναπτυσσόμενων πληθυσμιακών κέντρων που είχε δημιουργήσει η βιομηχανική επανάσταση. Αξιοσημείωτο ακόμη για την εικόνα της εργατικής τάξης, της τάξης που όπως οι πόλεις και τα εργοστάσια δημιουργήθηκε από την βιομηχανική επανάσταση. Η εικόνα που ζωγραφίζει εδώ ο Έγκελς αποτελείται από τις πιο λεπτομερειακές παρατηρήσεις. Πράγματι, το ίδιο το βιβλίο έχει τον υπότιτλο «Από προσωπικές παρατηρήσεις και αυθεντικές πηγές». Και στην εισαγωγή του στην πρώτη έκδοση, ο Έγκελς δίνει μια πολύ συγκινητική εξήγηση για το πώς στράφηκε σ’ αυτό.
«Εργαζόμενοι!
Αφιερώνω σε σας ένα έργο, στο οποίο προσπάθησα να δώσω στους γερμανούς συμπατριώτες μου μια πιστή εικόνα της κατάστασης σας, των δεινών σας και των αγώνων σας, των ελπίδων και των προοπτικών σας. Έχω ζήσει αρκετά ανάμεσά σας ώστε κάτι να γνωρίζω για τις συνθήκες της ζωής σας. Για να τις γνωρίσω αφιέρωσα την πιο σοβαρή προσοχή μου, μελέτησα τα διάφορα επίσημα και ανεπίσημα ντοκουμέντα στο βαθμό που μπόρεσα να τα βρω. Λεν ικανοποιήθηκα μ’ αυτό, ήθελα κάτι πάρα πάνω από μια απλή αφηρημένη γνώση του θέματος μου, ήθελα να σας δω μέσα στα σπίτια σας, να σας παρατηρήσω στην καθημερινή σας ζωή, να κουβεντιάσω μαζί σας για την κατάσταση σας και τα παράπονα σας, να γίνω μάρτυρας των αγώνων σας ενάντια στην κοινωνική και πολιτική εξουσία των καταπιεστών σας. Αυτό το έκανα: απαρνήθηκα τις παρέες και τα δείπνα, τα κρασιά και τις σαμπάνιες των μεσαίων τάξεων και αφιέρωσα τις ελεύθερες ώρες μου σχεδόν αποκλειστικά στην επικοινωνία με απλούς εργάτες. Είμαι και ευτυχής και περήφανος που το έκανα. Ευτυχής επειδή έτσι πέρασα πολλές ευτυχισμένες ώρες αντλώντας γνώση για τις πραγματικότητες της ζωής –πολλές ώρες που αλλιώς θα είχαν πάει χαμένες με κουβέντες του συρμού και κουραστική ετικέτα. Περήφανος, γιατί έτσι βρήκα την ευκαιρία να αποδώσω δικαιοσύνη σε μια καταπιεσμένη και συκοφαντημένη τάξη ανθρώπων, που με όλα τα λάθη τους και με όλα τα μειονεκτήματα της θέσης τους, έχουν τον σεβασμό όλων εκτός από τους άγγλους παραδόπιστους», («Άπαντα Μαρξ και Έγκελς», τόμ. 4, σελ. 297, εκδόσεις Λόρενς και Γουίσαρτ).
Με τον πλούτο των παρατηρήσεων του, στοιχειοθετημένων με μια τεράστια ποσότητα διαβάσματος και έρευνας, με το βάθος των αισθημάτων του και την έκταση του –καλύπτει όχι μόνον το Μάντσεστερ, όπου ο Έγκελς δούλευε και το γνώριζε, όπως λέει, πιο καλά από τους περισσότερους κατοίκους του, αλλά σχεδόν κάθε μεγάλη πόλη στην Αγγλία– και με την εμπεριστατωμένη εικόνα σχεδόν κάθε επαγγέλματος, ξεπερνάει την καλύτερη δημιουργική φιλολογία της εποχής του. Πράγματι, με όλο τον σεβασμό για τα μυθιστορήματα του Ντίκενς, του Τζορτζ Έλιοτ ή της κυρίας Γκάσκελ, θα μπορούσατε να διαβάσετε όλα τους τα μυθιστορήματα και ακόμη να έχετε πολύ λιγότερη αντίληψη για τις συνθήκες εργασίας, για τα υπόγεια και τις κατοικίες του προλεταριάτου, από αυτήν που σχηματίζετε διαβάζοντας το βιβλίο του Έγκελς. Και από μια άλλη σημαντική άποψη το βιβλίο του Έγκελς είναι πολύ ανώτερο από τους συγγραφείς που ανέφερα. Εκείνοι έγραφαν για ένα κοινό το οποίο, παρά το γεγονός ότι περιελάμβανε έναν μεγάλο και αυξανόμενο αριθμό εργατών, ήταν ακόμη κυρίως «ευγενές». Αυτό σημαίνει ότι ήταν θωρακισμένο, διανοητικά και συναισθηματικά όσο και φυσικά, από μια άμεση γνώση των εργατών, από το θέαμα και τους ήχους και τις μυρωδιές των εργατικών συνοικιών. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αληθινό στο Μάντσεστερ. Ο Έγκελς κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση γι’ αυτό:
«Ο καθένας που γνωρίζει το Μάντσεστερ μπορεί να βγάλει συμπεράσματα για τις γειτονικές συνοικίες από την εμφάνιση του εμπορικού δρόμου, αλλά σπάνια μπορεί να ρίξει μια ματιά στις πραγματικές εργατικές συνοικίες από τον δρόμο. Ξέρω πόλη καλά ότι αυτό το υποκριτικό σχέδιο είναι λίγο πολύ κοινό σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Ξέρω επίσης ότι οι λιανοπωλητές υποχρεώνονται από την φύση της δουλειάς τους να καταλάβουν τους μεγάλους δρόμους. Ξέρω ότι υπάρχουν περισσότερα καλά κτίρια παρά άσχημα σε τέτοιους δρόμους παντού, και ότι η αξία της γης είναι μεγαλύτερη κοντά σ’ αυτούς παρά στις πιο απόμακρες συνοικίες. Αλλά ταυτόχρονα δεν έχω δει ποτέ έναν τόσο συστηματικό αποκλεισμό της εργατικής τάξης από τους εμπορικούς δρόμους, μια τόσο προσεκτική απόκρυψη του καθετί που θα μπορούσε να προσβάλει τα μάτια και τα νεύρα της μπουρζουαζίας, όσο στο Μάντσεστερ», (όπ.π., σελ. 349).
Ο Έγκελς δεν αφήνει ποτέ να ξεχάσουμε τη βρώμα και τη δυσωδία στην οποία ήταν υποχρεωμένη να ζει η μεγάλη πλειοψηφία των εργατών. Την έλλειψη υγιεινής, την ολική απουσία ύδρευσης και αποχέτευσης.
Τις σειρές από στραβοχτισμένες παράγκες, φτιαγμένες σκόπιμα πάνω σ’ ένα ανοιχτό χαντάκι, έτσι ώστε ένα άνοιγμα στις σανίδες του ισογείου να αποτελεί το αποχωρητήριο για ένα ολόκληρο τετράγωνο από εργατικές κατοικίες. Τον μοναδικό ξεχειλισμένο καμπινέ που εξυπηρετεί πάνω από 100 δωμάτια σε έναν οικισμό. Ή την μυρωδιά που αναδύεται από τους τάφους των φτωχών. Μια τρομακτική περιγραφή ενός τάφου φτωχών υπάρχει πιο κάτω στο βιβλίο:
«Στο Μάντσεστερ, το νεκροταφείο των φτωχών βρίσκεται απέναντι από την Παλιά Πόλη, κατά μήκος του Ιρκ. Αυτό επίσης είναι ένας ανώμαλος, απομονωμένος χώρος. Περίπου πριν δυο χρονιά έστρωσαν σιδηροδρομικές γραμμές μέσα από κει. Αν ήταν ένα καθώς πρέπει νεκροταφείο, πόσο θα φώναζαν για την ιεροσυλία η μπουρζουαζία και ο κλήρος! Αλλά ήταν ένα νεκροταφείο για φτωχούς, το κοιμητήριο των απόκληρων και των περιττών, έτσι κανείς δεν σκοτίστηκε για το ζήτημα. Δεν σκέφτηκαν καν ότι αξίζει να μεταφέρουν τα μισοαποσυνθεμένα πτώματα στην άλλη άκρη του νεκροταφείου. Τα στοίβαζαν όπως όπως, και φύτεψαν πασσάλους σε καινούργιους τάφους, έτσι ώστε ανάβλυζε νερό από το βαλτώδες έδαφος, γεμάτο με προϊόντα αποσύνθεσης που πλημμύρισαν τη γειτονιά με τα πιο αηδιαστικά και βλαβερά αέρια. Λεν μπορώ να περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες την αποκρουστική κτηνωδία που συνόδεψε αυτό το έργο», (όπ.π., σελ. 577).
Δεν αφήνει ποτέ να ξεχαστούν πράγματα όπως τα κλάματα των παιδιών, ή η μητέρα που μόλις γέννησε αλλά υποχρεώθηκε να γυρίσει σε λίγες μέρες στο εργοστάσιο από το φόβο μήπως χάσει τη δουλειά της, με τα στήθη της να τρέχουν γάλα από το πρωί ως το βράδι, με τα ρούχα της μουσκεμένα και με την πιθανότητα να την πιάσει πυρετός από την αλλαγή της θερμοκρασίας και την υγρασία καθώς σπεύδει στο νεογέννητό της.
Αυτό με οδηγεί να σημειώσω μια άλλη σημαντική διαφορά ανάμεσα στον Έγκελς και στους μεγαλύτερους άγγλους μυθιστοριογράφους, ανεξάρτητα από το πόσο ζωντανή και γεμάτη συμπάθεια μπορεί να είναι η αναφορά τους στους φτωχούς. Υπάρχουν άφθονα αισθήματα και συγκινήσεις στον Έγκελς, αλλά ποτέ ούτε ίχνος συναισθηματισμού. Για παράδειγμα ο τρόπος που διαπραγματεύεται το ζήτημα της εγκληματικότητας:
«Το βρετανικό έθνος έχει γίνει το πιο εγκληματικό στον κόσμο... Η κοινωνία είναι σε κατάσταση ορατής αποσύνθεσης. Είναι αδύνατον να πιάσεις μια εφημερίδα χωρίς να δεις τις πιο εντυπωσιακές ενδείξεις της υποχώρησης όλων των κοινωνικών δεσμών... ο καθένας είναι μόνος του και αγωνίζεται για τον εαυτό του ενάντια σε όλους τους άλλους, και το εάν θα βλάψει όλους τους άλλους που είναι οι διακηρυγμένοι εχθροί του εξαρτάται από τον κυνικό υπολογισμό για το τι τον συμφέρει περισσότερο. Κ