Το άρθρο του Βασίλη Σακελλαρίου είχε γραφτεί για τα Εκατό Χρόνια από το θάνατο του Έγκελς και είχε δημοσιευτεί σε δυο συνέχειες στα «Τετράδια Μαρξισμού» τον Οκτώβρη και Νοέμβρη του 1995. Τα «ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ» το αναδημοσιεύουν σήμερα στο εκτεταμένο αφιέρωμά τους στον Έγκελς.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του Φρίντριχ Έγκελς, τί σημαίνει για μας σήμερα το έργο του;
Μια πρώτη προσέγγιση στο ερώτημα αναγκαστικά κινείται στο επίπεδο της βιογραφίας. Ο Έγκελς, κορυφαίος επαναστάτης και διακεκριμένος φιλόσοφος, στενός συνεργάτης και αχώριστος φίλος του Καρλ Μαρξ, θεμελίωσε μαζί του τη θεωρία που ονομάστηκε διαλεκτικός υλισμός, ανοίγοντας το δρόμο για μια εντελώς διαφορετική από την παραδοσιακή προσέγγιση στην ιστορία, και έτσι προσφέροντας το κλειδί για τα αινίγματα και τις αντιφάσεις της σύγχρονης, καπιταλιστικής κοινωνίας.
Μ’ αυτόν τον τρόπο, η ιδέα του σοσιαλισμού μπόρεσε να ξεφύγει από τη σφαίρα της ουτοπίας και του οράματος και να μετατραπεί σε προοπτική, πολιτικό πρόγραμμα και επαναστατική δράση μαζικών οργανωμένων κομμάτων.
Η ανεκτίμητη συνεισφορά του Έγκελς, και με το θεωρητικό του έργο και με την ακούραστη δράση του, τόσο στο πλευρό του Μαρξ, όσο και, μετά το θάνατο του τελευταίου, σαν ηγέτης του διεθνούς εργατικού κινήματος, αποτελεί πια ιστορία. Δύσκολα μπορεί να προσθέσει κανείς σε ό,τι γράφτηκε και γράφεται γι’ αυτόν.
Το ερώτημα όμως που θέσαμε αρχικά μπορεί να τεθεί πιο συγκεκριμένα: Τί σημαίνει σήμερα για μας ο διαλεκτικός υλισμός; Και πώς η συνεισφορά του Έγκελς μπορεί να βοηθήσει στην αναζήτηση της απάντησης;
Ερωτήματα ζωτικά και κρίσιμα, ανοικτά μπροστά μας, που για να αντιμετωπιστούν εξαντλητικά απαιτούν συστηματική συλλογική δουλειά και χρόνο.
Εδώ θα επιχειρήσουμε μόνο να θίξουμε μια πλευρά, σε σχέση με δυο από τα πιο γνωστά έργα του Έγκελς, το Αντιντίριγκ και τη Διαλεκτική της Φύσης.
Ας επιμείνουμε κατ’ αρχάς στο εξής: η θεμελίωση του διαλεκτικού υλισμού έχει τη δική της ιστορία. Και σ’ αυτήν υπήρξε αποφασιστική η σύνδεση που πραγματοποιήθηκε στους νεότερους χρόνους ανάμεσα στη διαλεκτική, δηλαδή τη μελέτη των αντιφάσεων, των μεταβάσεων, των αλμάτων και των αλληλοσυνδέσεων, με τη λογική, δηλαδή την επιστήμη της νόησης.
Στην ιστορία των ιδεών, δυο υπήρξαν σε γενικές γραμμές εκείνα τα «πετάγματα της φαντασίας» που ανέπτυξαν τη διαλεκτική: η φιλοσοφία του Αριστοτέλη στην αρχαιότητα, και η κλασική γερμανική φιλοσοφία στη νεότερη εποχή. Η τελευταία, συνδεδεμένη με τα ονόματα των Καντ, Φίχτε, Σέλιγκ, και με αποκορύφωμα τον Χέγκελ, έθεσε στην αφετηρία της συνειδητά και ξεκάθαρα σαν κεντρικό πρόβλημα της φιλοσοφίας το ερώτημα: τί είναι νόηση και πώς σχετίζεται με τον αντικειμενικό κόσμο. Μέσα από αυτόν το δρόμο ανέπτυξε τη διαλεκτική λογική.
Η σημασία αυτής της εξέλιξης μπορεί να κατανοηθεί αν αναλογισθεί κανείς την ρήξη που αυτό σήμαινε με την μέχρι τότε επικρατούσα αντίληψη για την λογική. Αυτή η σημασία γίνεται εξαιρετικά μεγαλύτερη, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα δυο είναι τα στρατόπεδα, που αντιμετωπίζουν ασυμφιλίωτα το ένα το άλλο:
Η μια αντίληψη είναι το δόγμα, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται σαν ακραία του έκφραση το δήθεν αντίθετο του: ο υποκειμενισμός του κάθε σκεπτικισμού. Σπεύδουμε να διευκρινίσουμε ότι δόγμα δεν είναι να βεβαιώνεις κάτι, ούτε σκεπτικισμός είναι να αμφιβάλλεις και να προβληματίζεσαι για κάτι. Δόγμα είναι να απολυτοποιείς μια σχετική βεβαίωση και να μην αναγνωρίζεις ότι μέσα της βρίσκεται η άρνηση της, και σκεπτικισμός είναι να κάνεις την αμφιβολία και την ταλάντευση στάση ζωής, μην αναγνωρίζοντας ότι η άρνηση του «κάτι» είναι ένα άλλο «κάτι» και όχι το τίποτα.
Αυτό λοιπόν το δόγμα απολυτοποίησε την τυπική λογική, τη λογική της μορφής, θεωρώντας ότι μοναδικό και αμετακίνητο αντικείμενο της επιστήμης της νόησης είναι η μελέτη των εξωτερικών μορφών των σχημάτων της νόησης, δηλαδή των τυπικών κανόνων για τη διατύπωση κρίσεων και συλλογισμών.
Μια τέτοια «λογική» παγιδεύεται στην απλή ταξινόμηση, στην αναδιάταξη και τη λεπτολογία του ήδη γνωστού, δεν προσθέτει τίποτε στη γνώση, και στέκει παράλυτη μπροστά στην αντίφαση ανάμεσα στο δικό της σχολαστικισμό και τα πραγματικά επιτεύγματα της νόησης στην ιστορία του πολιτισμού.
Ο σοβιετικός φιλόσοφος, Έβαλντ Ιλιένκοφ, περιγράφει παραστατικά τη ρήξη μ’ αυτόν τον τρόπο σκέψης που εγκαινιάστηκε με τον Καντ:
«Για τον Καντ ήταν φανερό ότι η λογική, με τη μορφή που υπήρχε τότε δεν ήταν διόλου σε θέση να ικανοποιήσει τις πιεστικές ανάγκες της υπάρχουσας κατάστασης και δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν όργανο για την ανάλυση της. Ο ίδιος ο όρος “λογική” είχε εξευτελιστεί σ’ εκείνη την περίοδο, ώστε ο Χέγκελ είχε απόλυτο δίκαιο να μιλά για καθολική και πλήρη περιφρόνηση τούτης της επιστήμης, που κατά τη διάρκεια “αιώνων και χιλιετηρίδων ... εκτιμούνταν τόσο, όσο περιφρονείται σήμερα”. Και μόνο η βαθιά μεταρρύθμιση που υπέστη η λογική στα έργα των κλασικών της γερμανικής φιλοσοφίας αποκατέστησε το σεβασμό και την αξιοπρέπεια στο ίδιο το όνομα της επιστήμης της νόησης. Ο Καντ ήταν ο πρώτος που επιχείρησε να θέσει με ειδικό τρόπο και να λύσει το πρόβλημα της λογικής από το δρόμο της κριτικής ανάλυσης του περιεχομένου και της ιστορικής μοίρας της. Για πρώτη φορά ο Καντ σύγκρινε το παραδοσιακό απόθεμα της λογικής με τις πραγματικές διαδικασίες της νόησης στις φυσικές επιστήμες και στον τομέα των κοινωνικών προβλημάτων», (Ε.Ιλιένκοφ: Διαλεκτική Λογική, Εκδόσεις «Gutenberg», σελ. 68-69 –οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας).
Οι υπογραμμισμένες φράσεις σημαίνουν απλά ότι το ζήτημα δεν είναι να συγκρίνεις τις ιδέες με τις ιδέες, αλλά τις ιδέες με την πραγματικότητα.
Πώς όμως μπορούν να συγκριθούν δυο όχι απλώς ανόμοια, αλλά αντίθετα πράγματα;
Η κλασική γερμανική φιλοσοφία άνοιξε το δρόμο κατανοώντας τη λογική –σε αντίθεση με την τυπική αντίληψη– σαν την επιστήμη των καθολικών σχημάτων της εξέλιξης, της ιστορίας, της ανάπτυξης, όλων των φυσικών, κοινωνικών και νοητικών πραγμάτων.
Σ’ αυτήν ακριβώς την παράδοση εντάσσονται ο Μαρξ και ο Έγκελς.
Η τυπική σκέψη, αυτοπεριοριζόμενη στη μορφή της νόησης, θεωρεί το περιεχόμενο μιας λογικής κρίσης σαν κάτι έξω από την δικαιοδοσία του ορθού λόγου, και την ενασχόληση μ’ αυτό σαν μεταφυσική. Έτσι, λ.χ., οι κρίσεις «όλα τα άλογα έχουν τέσσερα πόδια» και «όλοι οι Κένταυροι έχουν τέσσερα πόδια» θεωρούνται ισότιμες και εξ ίσου ορθές. Το ερώτημα αν υπάρχουν Κένταυροι δεν έχει θέση εδώ.
Αντίθετα, η διαλεκτική λογική αναγνωρίζει ότι η κίνηση του πραγματικού πέρα και ανεξάρτητα από την νόηση, στα πιο θεμελιώδη και καθολικά σχήματα που υιοθετεί, συμπίπτει με την κίνηση της νόησης. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο η επιστήμη της νόησης, η διαλεκτική λογική, είναι επιστημολογία και θεωρία της γνώσης.
Ο αποφασιστικός κρίκος τοποθετήθηκε από τον Χέγκελ. Η ιδέα του ήταν μεγαλοφυής, όσο και λανθασμένη: ο Χέγκελ υπήγαγε στη λογική, και μάλιστα σαν την ανώτερη κατηγορία της, την πράξη –αλλά την είδε ιδεαλιστικά, μόνο σαν την εκδίπλωση της δραστηριότητας του πνεύματος μέσα στην ιστορία.
Η υλιστική ανάγνωση του Χέγκελ από τον Μαρξ και τον Έγκελς κατέβασε την διαλεκτική από τον ουρανό στη γη και μαζί της την πράξη, που την είδε σαν το σύνολο της ιστορικής δραστηριότητας του κοινωνικού ανθρώπου.
Η πράξη σαν κριτήριο της αλήθειας του ιδεατού, και το ιδεατό σαν αναγκαίος κρίκος στην αλυσίδα από το πράγμα –στην ιδέα– πίσω στο πράγμα, είναι στα θεμέλια της διαλεκτικής υλιστικής θεωρίας της γνώσης.
Ας σημειώσουμε εδώ παρεμπιπτόντως μια ιστορική ειρωνεία: Ο ιδεαλισμός, που θεωρεί την ιδέα πρωταρχική απέναντι στην ύλη, στην πραγματικότητα την υποβιβάζει, ανάγοντας την είτε σε δόγμα θεολογικού τύπου είτε στην αυθαιρεσία του υποκειμενισμού. Αντίθετα, ο υλισμός –και μόνο ο διαλεκτικός υλισμός– αναδεικνύει τη σημασία και τη δύναμη των ιδεών, καθώς αναγνωρίζει την ικανότητα τους να αντανακλούν –αντιφατικά, σχετικά, αλλά ορθά– την αντικειμενική πραγματικότητα, και έτσι να προηγούνται της πράξης, να την κατευθύνουν, να προσανατολίζονται σε προβλήματα και ερωτήματα και να υποδεικνύουν τον τρόπο του ελέγχου τους.
Αναφερθήκαμε σ’ όλα αυτά για να υποδείξουμε ότι μόνο έτσι μπορεί να απαντηθεί το ερώτημα αν υπάρχει αντικειμενικότητα στις ιδέες και τη γνώση, αν μπορεί να αποδειχθεί το «εντεύθεν» της νόησης. Όσο είναι αλήθεια ότι αντιλαμβανόμαστε το αντικείμενο μέσα από γενικά νοητικά σχήματα, ότι το προσλαμβάνουμε σαν «υβρίδιο» με τις μορφές που η επενέργεια μας πάνω του τού έχει προσδόσει, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι η πράξη που του έδοσε αυτή την υβριδική μορφή είναι εκείνη που μπορεί να διακρίνει ότι οι ιδιότητες και οι νομοτέλειες που του αποδίδει ανήκουν στο ίδιο το αντικείμενο και δεν είναι υποκειμενικές νοητικές κατασκευές που «αντικειμενοποιούνται» και «υποστασιοποιούνται» αυθαίρετα. Αυτό είναι το νόημα της γνωστής θέσης για τον Φόιερμπαχ, ότι το ζήτημα του «εντεύθεν» της νόησης, αποκομμένο από την πράξη, είναι καθαρά σχολαστικό ζήτημα.
Έτσι, όμως, η κάθε θεωρητική ιδέα, οι έννοιες, οι πραγματικά επιστημονικές αφαιρέσεις, δεν είναι απλά ονόματα ή σύμβολα, αλλά νοητικές μορφές με ιστορικό περιεχόμενο. Η λογική τους ανάλυση αναπαράγει θεωρητικά την κίνηση του περιεχομένου τους, καταργεί τα συμβατικά τους όρια, τις αναπτύσσει σε συλλογισμούς και θεωρία. Και στην πράξη γίνεται η σύνθεση του λογικού με το ιστορικό, εκεί αποδεικνύεται η αντικειμενικότητα της ιδέας, εκεί αναγνωρίζονται τα λάθη, εκεί προβάλλουν τα νέα ερωτήματα.
Η λογική μορφή της έννοιας είναι ένα εξαιρετικά λεπτό σημείο, στο οποίο δεν δίνεται συνήθως προσοχή. Σίγουρα αγνοήθηκε από τους πρώτους μαρξιστές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λένιν, ξαναδιαβάζοντας τον Χέγκελ, χρειάστηκε κατά κάποιον τρόπο να ξαναανακαλύψει και να διατυπώσει στα Φιλοσοφικά Τετράδια τη σύμπτωση της λογικής με τη διαλεκτική του αντικειμενικού κόσμου και με τη θεωρία της γνώσης.
Αγγίζουμε εδώ ένα ζήτημα στο οποίο μπορεί να εντοπιστεί η ιδιαίτερη συνεισφορά του Έγκελς. Ας το προσεγγίσουμε ως εξής:
Στην εισαγωγή του στο Αντιντίριγκ, αναφερόμενος στις φυσικές επιστήμες, γράφει:
«Είναι όμως ακριβώς οι πολικοί ανταγωνισμοί που προβάλλονται σαν ασυμφιλίωτοι και άλυτοι, οι δια της βίας ακινητοποιημένες διαχωριστικές γραμμές και διαφορές τάξης, αυτό που έδοσε στη σύγχρονη θεωρητική φυσική επιστήμη τον περιορισμένο, μεταφυσικό της χαρακτήρα. Η αναγνώριση ότι αυτοί οι ανταγωνισμοί και οι διαφορές, αν και βρίσκονται στη Φύση, έχουν μόνο σχετική ισχύ, και ότι από την άλλη μεριά η φανταστική ακαμψία τους και η απόλυτη ισχύς τους έχουν εισαχθεί στην Φύση μόνο από το δικό μας σκεπτόμενο νου –αυτή η αναγνώριση είναι ο πυρήνας της διαλεκτικής αντίληψης για την Φύση. Είναι δυνατόν να φτάσει κανείς σ’ αυτήν την αναγνώριση επειδή τα συσσωρευμένα γεγονότα της φυσικής επιστήμης μας υποχρεώνουν να το κάνουμε. Αλλά φτάνει κανείς εκεί ευκολότερα αν προσεγγίσει το διαλεκτικό χαρακτήρα αυτών των γεγονότων εφοδιασμένος με μια κατανόηση των νόμων της διαλεκτικής σκέψης. Σε κάθε περίπτωση, η φυσική επιστήμη έχει τώρα προχωρήσει τόσο πολύ που δεν μπορεί πια να αποφύγει τη διαλεκτική γενίκευση. Όμως θα κάνει αυτό το προτσές ευκολότερο αν δεν χάσει από τα μάτια της το γεγονός ότι τα αποτελέσματα στα οποία συνοψίζονται οι εμπειρίες της είναι έννοιες, ότι η τέχνη να δουλεύεις με τις έννοιες δεν είναι έμφυτη και επίσης δεν δίνεται στη συνηθισμένη καθημερινή συνείδηση, αλλά απαιτεί πραγματική σκέψη, και ότι αυτή η σκέψη έχει επίσης μια μακριά εμπειρική ιστορία, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από την εμπειρική φυσική επιστήμη. Μόνο αν μάθει να αφομοιώνει τα αποτελέσματα της ανάπτυξης της φιλοσοφίας στα τελευταία δυόμισι χιλιάδες χρόνια θα απαλλαγεί, από τη μια, από κάθε φυσική φιλοσοφία που είναι ξέχωρη από αυτήν, έξω και πάνω από αυτήν, και, από την άλλη, από τη δική της περιορισμένη μέθοδο σκέψης που κληρονόμησε από τον αγγλικό εμπειρισμό», (Αντιντίριγκ, εκδόσεις «Πρόγκρες», σελ. 19-20, –οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας).
Μ’ άλλα λόγια, όταν διατυπώνει κανείς έγκυρες θεωρητικές προτάσεις, δεν ονοματίζει απλά, δεν κωδικοποιεί σε συμβάσεις επικοινωνίας, δεν ταξινομεί αισθήματα, αλλά σκέφτεται για τον κόσμο. Υπάρχει όμως μια ιδιαίτερη επιστήμη της σκέψης, η λογική. Η κατάκτηση της τέχνης να δουλεύεις με τις έννοιες, σημαίνει να σκέφτεσαι την ίδια τη σκέψη. Εδώ, όπως πολύ καλά είχε καταλάβει ήδη ο Καντ, δεν μπορείς να αγνοείς το περιεχόμενο της σκέψης, μένοντας στις εξωτερικές μορφές της. Η ανάπτυξη της σκέψης για τον κόσμο μέσω εννοιών, σε σύμπτωση με τη λογική ανάλυση των εννοιών, με ανώτερο σημείο την πρακτική κριτική τους στην αλλαγή του κόσμου και των ίδιων των ιδεών, συνιστά την πορεία από την άγνοια στην γνώση.
Πού βρίσκεται τότε ο ρόλος της φιλοσοφίας στην παλιά γνώριμη μορφή της; Γράφει ο Έγκελς:
«Ο σύγχρονος υλισμός είναι ουσιαστικά διαλεκτικός, και δεν χρειάζεται πια καμιά φιλοσοφία που να στέκεται πάνω από τις άλλες επιστήμες. Στο βαθμό που κάθε ειδική επιστήμη κάνει καθαρή τη θέση της στη μεγάλη ολότητα των πραγμάτων και της γνώσης μας για τα πράγματα, μια ειδική επιστήμη που να ασχολείται μ’ αυτήν την ολότητα είναι περιττή (ή μη αναγκαία). Αυτό που ακόμη επιβιώνει, ανεξάρτητα, από όλη την προηγούμενη φιλοσοφία είναι η επιστήμη της σκέψης και των νόμων της –η τυπική λογική και η διαλεκτική. Όλα τα άλλα υπάγονται στη θετική επιστήμη της Φύσης και της ιστορίας», (όπ.π., σελ. 33-34 –η υπογράμμιση είναι δική μας).
Αυτός και μόνον αυτός είναι ο πυρήνας εκείνου που μπορεί να ονομαστεί «μαρξιστική φιλοσοφία».
Πιο συγκεκριμένα:
Ένα σύνολο επιστημονικών αφαιρέσεων που εκπροσωπούν γνώση σε κάποιον τομέα, και που φυσικά είναι σχετικό και ιστορικά προσδιορισμένο, προσδίδει στον διαλεκτικό υλισμό τη μορφή του. Η θεωρητική και πρακτική κριτική αυτής της γνώσης, συνιστά το περιεχόμενο του. Ο διαλεκτικός υλισμός, επομένως, αν είναι συνεπής με τον εαυτό του, συνεχώς πρέπει να επαναστατικοποιεί την μορφή του και να κατευθύνεται συνειδητά στην πράξη της ανάπτυξης της γνώσης –δηλαδή δεν μπορεί να είναι παρά μέθοδος που αποστρέφεται την δογματοποίηση και τα κλειστά συστήματα, που εντοπίζει τα κομβικά σημεία της μετάβασης από το παλιό στο νέο, που οργανώνει και κατευθύνει την ίδια την πράξη της μετάβασης.
Η καθολικότητα του σαν μεθόδου είναι που του δίνει το χαρακτήρα της κοσμοθεωρίας, και όχι κάποιος δήθεν ισχυρισμός του ότι διαθέτει όλες τις αλάνθαστες συνταγές ή όλες τις απαντήσεις στα χτεσινά, σημερινά και αυριανά προβλήματα.
Για να επιστρέψουμε στον Έγκελς, αυτό είναι το νόημα της πασίγνωστης και τόσο διαστρεβλωμένης παρατήρησης του, στο έργο του για τον Λουδοβίκο Φόιερμπαχ και το Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας, ότι, «με κάθε ανακάλυψη που αφήνει εποχή, ακόμη και στις φυσικές επιστήμες –για να μην μιλήσουμε για την ιστορία της ανθρωπότητας– ο υλισμός πρέπει να αλλάζει την μορφή του».
Πόσο επίκαιρα ηχούν αυτά τα λόγια τώρα που, στο όνομα κοσμοϊστορικών αλλαγών στην κοινωνία και επαναστατικών επιτευγμάτων στις επιστήμες, ακούγεται εκκωφαντικά ο ισχυρισμός ότι ο υλισμός πάλιωσε, ότι δεν είναι παρά μια «πολιτική θεολογία» ή ένας αφελής και απλοϊκός «ρεαλισμός» ασύμβατος με την σύγχρονη επιστήμη!
Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα, ποιά είναι η πηγή της ίδιας της διαλεκτικής; Για τον ιδεαλιστή Χέγκελ, η απάντηση είναι η Απόλυτη Ιδέα. Μόνον αυτή μπορεί να είναι ταυτόχρονα ο εαυτός της και το άλλο του εαυτού της. Το ξεδίπλωμα της μέσα στην Ιστορία είναι η κινητήρια δύναμη του πολιτισμού και της Φύσης.
Η κριτική που έκανε ο υλιστής Λουδοβίκος Φόιερμπαχ στον Χέγκελ είναι ότι έτσι έκανε κριτική στη θεολογία για να αποκαταστήσει πάλι τη θεολογία. Και, εκ πρώτης όψεως, έτσι είναι.
Αν όμως απορριφθεί η Απόλυτη Ιδέα, και αυτό πρέπει να γίνει, τότε πού βρίσκεται η διαλεκτική; Αυτή είναι μια από τις μόνιμες αντιρρήσεις στον διαλεκτικό υλισμό: η διαλεκτική προϋποθέτει τον ιδεαλισμό του Απόλυτου.
Κατά καιρούς πολλοί επεχείρησαν να παρακάμψουν αυτό το πρόβλημα αναζητώντας υποκατάστατα της Απόλυτης Ιδέας. Για μερικούς, στη θέση της έπρεπε να μπει η πράξη, για άλλους το προλεταριάτο, άλλοι ακόμη προσπάθησαν να αποκαθάρουν το μαρξισμό από χεγκελιανά κατάλοιπα, επιμένοντας σε έναν επιστημονισμό χωρίς ιστορία.
Τόσο οι πολέμιοι, όσο και αυτού του είδους οι υπερασπιστές, ένα πράγμα αποκλείουν: ότι το λεγόμενο «υλιστικό αναποδογύρισμα» του Χέγκελ δεν είναι ζήτημα απλής μετονομασίας αλλά απαιτεί τη συστηματική επανεπεξεργασία των θεωριών του. Και αυτό γίνεται θεωρητικά και πρακτικά, στην προσπάθεια του κοινωνικού ανθρώπου να αλλάξει τη Φύση και την κοινωνία του.
Είναι ένα από τα πιο κεντρικά σημεία στην αντίληψη του Μαρξ και του Έγκελς, και σημαίνει ότι η διαλεκτική συνεχώς αφαιρείται από την άπειρη Φύση, συμπεριλαμβανομένης της ανθρώπινης κοινωνίας, στην αέναη κίνησή της. Η χεγκελιανή Απόλυτη Ιδέα δεν ήταν απλά μια νοητική κατασκευή που χρειάζεται αντικατάσταση, αλλά το ιδεαλιστικό ψευδώνυμο της Φύσης σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες.
«Η Φύση είναι η απόδειξη της διαλεκτικής», γράφει ο Έγκελς στο Αντιντίριγκ, και η σύγχρονη επιστήμη «έχει προσφέρει αυτή την απόδειξη με πολύ πλούσια υλικά που αυξάνονται καθημερινά, και έτσι έχει δείξει ότι, σε τελευταία ανάλυση, η Φύση δουλεύει διαλεκτικά και όχι μεταφυσικά», (όπ.π., σελ. 31).
Στον αναγκαστικό καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στους δυο θεμελιωτές του διαλεκτικού υλισμού, έλαχε στον Έγκελς το φορτίο να ασχοληθεί με τις φυσικές επιστήμες –πάντα σε συνεννόηση και συμφωνία με τον Μαρξ– και μ’ αυτήν την έννοια μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτήν την ιδιαίτερη συνεισφορά του.
Κυριότερος καρπός της μελέτης του είναι οι σημειώσεις του με τίτλο Διαλεκτική της Φύσης και το Αντιντίριγκ. Ο καθένας που θέλησε να αρνηθεί ή να αναθεωρήσει τον διαλεκτικό υλισμό στις ρίζες του, αναγκαία απέρριπτε πάντα αυτή την πλευρά του Έγκελς, ή, στην καλύτερη περίπτωση την αντιμετώπιζε με συγκατάβαση και ειρωνεία, σαν κάτι εντελώς ξεπερασμένο, απλοϊκό και πρωτόγονο.
Όλοι αυτοί βιάστηκαν πολύ, τολμούμε να πούμε. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στα πάρα πάνω έργα του Έγκελς βρίσκει κανείς πλήθος από διατυπώσεις και φυσικοεπιστημονικές έννοιες που είναι ξεπερασμένες, ακόμη και λανθασμένες. Αυτές όμως, αντανακλώντας το επίπεδο των επιστημών του 19ου αιώνα, αποτελούν τη μορφή που τότε είχε ο υλισμός, όπως θα έλεγε ο ίδιος.
Ο Έγκελς ούτε φυσικός επιστήμονας ήταν, ούτε ξεκίνησε να συνοψίσει τις επιστήμες, ούτε πολύ περισσότερο θέλησε να υπαγορεύσει σ’ αυτές πώς θα κάνουν τη δουλειά τους –όπως πολύ αργότερα θα έκαναν οι επίγονοι του τύπου Ζντάνοφ και Λισένκο.
Η δική του δουλειά ήταν ακριβώς αυτό που εξηγεί στο απόσπασμα που προαναφέραμε, να αναπτύξει την «τέχνη να δουλεύεις με τις έννοιες», και αυτό το κάνει με τον μόνο τρόπο που μπορεί να γίνει, δηλαδή σε σχέση με το τι οι επιστήμες πραγματικά έκαναν, και όχι σύμφωνα με τις προκαταλήψεις των επιστημόνων για το ίδιο τους το έργο. Εδώ βρίσκεται η διαχρονικότητα της συμβολής του, εδώ και η επικαιρότητα της, και όχι στις επιμέρους φυσικο-επιστημονικές του διατυπώσεις.
Ας πάρουμε ένα δείγμα που έχει τη δική του επικαιρότητα. Στις μέρες μας γίνεται πολύς λόγος για τις νομοτέλειες στη Φύση και την κοινωνία. Όσοι αρνούνται την αντικειμενικότητα των νόμων και την αναγκαιότητα, ισχυρίζονται ότι πρόκειται για κατάλοιπο των μεταφυσικών αντιλήψεων του περασμένου αιώνα, που απορρίπτεται από τη σύγχρονη επιστήμη.
Ο Έγκελς, αναφερόμενος στη θεωρία του Δαρβίνου για την εξέλιξη των ειδών, γράφει τα εξής:
«Σ’ αντίθεση μ’ αυτές τις δυο αντιλήψεις, ο Χέγκελ εμφανίζεται με ανήκουστες ως τότε προτάσεις: το τυχαίο είναι μια αιτία γιατί είναι τυχαίο, και επίσης δεν έχει βάση γιατί είναι τυχαίο. Το τυχαίο είναι αναγκαίο και η ίδια η αναγκαιότητα καθορίζεται σαν τύχη, ενώ από την άλλη μεριά, αυτό το τυχαίο είναι μάλλον μια απόλυτη αναγκαιότητα... Οι φυσικές επιστήμες απλώς αγνόησαν αυτές τις προτάσεις, σαν παράδοξα παιχνίδια, σαν μια ανοησία που αντιφάσκει με τον εαυτό της, όσον αφορά τη θεωρία, από τη μια μεριά, προσκολλήθηκε στην πνευματική γύμνια της μεταφυσικής του Βολφ, σύμφωνα με την οποία ένα πράγμα είναι, είτε τυχαίο είτε αναγκαίο, όχι όμως και τα δυο ταυτόχρονα κι απ’ την άλλη, στον μόλις φτωχότερο σε σκέψη μηχανιστικό ντετερμινισμό που στα λόγια καταργεί γενικά το τυχαίο, για να το αναγνωρίσει στην πράξη σε κάθε ειδική περίπτωση.
Ενώ οι φυσικές επιστήμες συνέχιζαν να σκέπτονται μ’ αυτό τον τρόπο, τί θά ’καναν στο πρόσωπο του Δαρβίνου;», (Διαλεκτική της Φύσης, Εκδόσεις, «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 198-99 –οι υπογραμμίσεις είναι στο πρωτότυπο).
Θα προσθέσουμε ότι η μεταφυσική δεν απορρέει αναγκαία από τις επιστήμες, ούτε καν από τον κλάδο που πάντα θεωρήθηκε φρούριο της, την κλασική μηχανική. Η αντίληψη ότι το ηλιακό σύστημα είναι ένας γιγάντιος ωρολογιακός μηχανισμός που επαναλαμβάνει αιώνια τους αμετάβλητους κύκλους του με σιδερένια «αναγκαιότητα», δεν υπάρχει στο επιστημονικό έργο των πρωτοπόρων, όπως ο Γαλιλαίος, ο Κέπλερ, ή ο Νεύτωνας –οι απολυτοποιήσεις συνήθως είναι έργο των επιγόνων.
Αν αμφιβάλλει κανείς γι’ αυτό, ας αναλογισθεί το εξής: Στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, ο φυσικός και μαθηματικός, Ανρί Πουανκαρέ, ανέλυσε ένα ερώτημα στα πλαίσια της κλασικής μηχανικής που το νόημα του είναι η σχέση του αναγκαίου και του τυχαίου. Κατέληξε έτσι να θεμελιώσει τη θεωρία που στις μέρες μας είναι γνωστή σαν θεωρία του χάους και που έχει ακριβώς αυτή τη σχέση στο περιεχόμενο της.
Το 1986, με την βοήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανακαλύφθηκε ότι οι δακτύλιοι του πλανήτη Ουρανού εμπίπτουν στις περιπτώσεις που ανέλυσε ο Πουανκαρέ. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, οι μετρήσεις που έκανε ο δορυφόρος «Βόγιατζερ» αποκάλυψαν ότι ο ακρότατος πλανήτης, ο Πλούτων, κινείται χαοτικά και όχι σαν δείκτης κουρδισμένου ρολογιού. Οι επιστήμονες γενίκευσαν το φαινόμενο στο σύνολο του πλανητικού συστήματος και, έχοντας υπ’ όψιν τη γνωστή ρήση του Αϊνστάιν ότι «ο θεός δεν παίζει ζάρια», το διατύπωσαν στη δική τους αργκό λέγοντας ότι «ο θεός παίρνει έναν υπνάκο».
Το ερώτημα είναι, πριν τον Πουανκαρέ και τον «Βόγιατζερ», όταν ήταν εμπειρικά απρόσιτο στον Έγκελς και τους σύγχρονους του, πριν ακόμη από τον Νεύτωνα ή και τον πρώτο άνθρωπο στη γη, οι δακτύλιοι του Ουρανού ή ο Πλούτωνας κινούνταν χαοτικά ή όχι; Και ένας μονίμως αποκοιμισμένος θεός περιπίπτει ή όχι σε αχρηστία;
Αλλά και στον τομέα της βιολογίας, που ήταν η άμεση αφορμή για την παρατήρηση του Έγκελς, οι πιο ρηξικέλευθες θεωρίες, όπως, π.χ., του Στούαρτ Κάουφμαν, του ινστιτούτου της Σάντα Φε στην Καλιφόρνια, προσφέρουν τροφή για αναλύσεις στην ίδια γραμμή. Και ο κατάλογος τέτοιων περιπτώσεων όλο και μακραίνει.
Προβάλλει και ένα δεύτερο ερώτημα: Ό Έγκελς τονίζει ότι η ηλιοκεντρική θεωρία για το ηλιακό σύστημα που ανάπτυξε ο Κοπέρνικος παράμεινε μια υπόθεση, μέχρι την στιγμή που ο Λεβεριέ, βασισμένος σ’ αυτήν τη θεωρία, προέβλεψε την ύπαρξη του άγνωστου ακόμη πλανήτη Ουρανού και μέχρι που ο πλανήτης αυτός πράγματι ανακαλύφθηκε. Αυτή ήταν η απόδειξη για την αντικειμενικότητα της θεωρίας του Κοπέρνικου.
Στην εποχή μας, στη βάση ασύγκριτα πιο σύνθετων θεωριών, έγινε δυνατό οι τεχνητοί δορυφόροι «Βόγιατζερ 1 και 2» να επισκεφθούν διαδοχικά όλους τους πλανήτες στη διάρκεια μιας δεκαετίας, ένα τεχνικό επίτευγμα που οφείλεται σε μια καταπληκτική σύνθεση πολύπλοκων θεωρητικών υπολογισμών, μετρήσεων εξαιρετικής ακριβείας, και διαρκών λεπτότατων διορθώσεων.
Και οι δυο αυτές περιπτώσεις, δυο διαφορετικών εποχών, αποδεικνύουν ή όχι την αντικειμενικότητα της πορείας από μια σχετική γνώση σε βαθύτερη γνώση;
Οι αναλύσεις του Έγκελς για την «τέχνη των εννοιών» όχι μόνο δεν είναι ξεπερασμένες, αλλά είναι πέρα για πέρα μέσα στο πνεύμα της σύγχρονης επιστήμης.
Ας επιστρέψουμε στο πρόβλημα της μεταφυσικής και της τυπικής σκέψης. Η ανάλυση του Έγκελς έχει εξαιρετική σημασία σήμερα. Η άγνοια της διαλεκτικής έχει τόσο πολύ παραταθεί και ενισχυθεί από το γεγονός ότι για τόσες δεκαετίες προβαλλόταν με την αποστεωμένη και δογματικοποιημένη καρικατούρα της που κατασκεύασε ο σταλινισμός.
Η απάντηση στο πρόβλημα βρίσκεται εκεί που φαίνεται ότι είναι πιο δύσκολο: σύμφωνα με τη μέθοδο του Έγκελς, στη σύγκριση με αυτό που οι επιστήμες πράγματι κάνουν. Η δυσκολία βρίσκεται στο ότι είναι τέτοιος ο πλούτος των σύγχρονων επιστημονικών θεωριών και τεχνολογικών επιτευγμάτων, τόση η εξειδίκευση, τέτοιο το βάθος της αφαίρεσης πέρα από την καθημερινή γνώριμη εμπειρία, που αυτό το έργο είναι αναγκαία και μακροπρόθεσμο και συλλογικό σε μεγάλη κλίμακα. Η εγκαθίδρυση της υλιστικής διαλεκτικής απαιτεί περισσότερο από ποτέ τη συμμαχία με τη συντριπτική πλειοψηφία των επιστημόνων που αποστρέφονται τον σύγχρονο εξεζητημένο σκοταδισμό. Σε μια τέτοια συμμαχία, όμως, τον αποφασιστικό ρόλο έχουν εκείνα τα στελέχη του εργατικού κινήματος που η παράδοση τους, η ιστορία τους, η εκπαίδευση και η δράση τους, είναι βασισμένες στην «τέχνη των εννοιών».
Για έναν λόγο παραπάνω, γιατί σήμερα είναι και κάτι άλλο φανερό και πιεστικά επείγον. Ο Έγκελς, όπως άλλωστε και ο Μαρξ, ήταν πρώτα απ’ όλα επαναστάτης μαχητής. Όπως συνέβη και με εκείνους, η ανάγκη της επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας, τόσο έκδηλη σήμερα, ωθεί στη φιλοσοφία και τη θεωρία. Όπως έλεγε ο Λένιν, «χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα». Η στροφή όμως στη θεωρία δεν μπορεί να γίνεται ωφελιμιστικά, στην αναζήτηση της μιας ή της άλλης φόρμουλας «προς χρήσιν», ούτε με πρόχειρα δάνεια του ενός ή του άλλου αποσπάσματος από τους κλασικούς.
Κάτι τέτοιο οδηγεί σε αδιέξοδο, στην εγκατάλειψη της θεωρητικής σκέψης και στην ανιαρή και στείρα ανακύκλωση των ιδεολογημάτων που προσφέρονται στην αγορά.
Για να μην μιλήσουμε για τις επιστήμες, πόσα τέτοια ιδεολογήματα και πολιτικές φαντασιώσεις ευδοκιμούν μπροστά σε γεγονότα τέτοιας κλίμακας όπως η πτώση των σταλινικών καθεστώτων και η εθνοκάθαρση στην πρώην Γιουγκοσλαβία!
Πόσο δίκιο είχε ο Έγκελς, όταν έλεγε ότι ο υλισμός πρέπει να αλλάζει τη μορφή του –και να βαθαίνει το περιεχόμενο του– με κάθε επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας!
Το καταφύγιο στην αντίληψη ότι «αν τα γεγονότα δεν συμφωνούν με τα σχήματα μου, τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα», αποδεικνύεται καθημερινά η μοναδική εναλλακτική λύση απέναντι στη συστηματική ανάλυση για το τί πραγματικά έγινε, ποιες είναι οι αιτίες, τί χρειάζεται να κάνουμε.
Και εδώ γίνεται πεντακάθαρο ότι τα εργαλεία μιας τέτοιας ανάλυσης δεν προκύπτουν άμεσα και αυθόρμητα μέσα στη σφαίρα της πολιτικής και της ταξικής πάλης. Μια επανάσταση στη σκέψη απαιτείται, αν θέλει κανείς να μιλήσει για «ιμπεριαλισμό», «οικονομική κρίση», «ανεργία», «σοσιαλισμό», «διεθνισμό», χωρίς να επιστρατεύει απλά παλιές μνήμες, χωρίς να θεωρεί δεδομένο αυτό που είναι ζητούμενο, χωρίς συνεχώς να ταλαντεύεται πολιτικά ανάμεσα στην ιδεολογική φυλακή της πλήρους αποκοπής από την πραγματικότητα και στην καντιανή ηθικολογία.
Αλλά αυτή η επανάσταση πρέπει να αντλήσει από όλους τους τομείς της κοινωνικής δράσης, μόνο έτσι ο Χέγκελ θα ξαναδιαβαστεί υλιστικά.
Κι εδώ έχει ζωτική σημασία να καταρριφθεί το αλαζονικό επιχείρημα του σύγχρονου σκεπτικισμού ότι βασίζεται στην τελευταία λέξη της επιστήμης. Είναι ένα επιχείρημα σαθρό, αλλά κυρίαρχο όσο μένει απρόκλητο.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Πριν από περίπου τρία χρόνια, όταν ολόκληρη η Ευρώπη αναταρασσόταν μπροστά στην έξαρση της νεοναζιστικής βίας, ένας βρετανός «ιστορικός», ο Ντέιβιντ Έρβιν, ισχυρίστηκε ότι κατόρθωσε να αποκτήσει τα λεγόμενα «τετράδια του Γκέμπελς», και υπέγραψε μια συμφωνία με την εφημερίδα «Ομπζέρβερ».
Αντικείμενο της συμφωνίας ήταν η διεξαγωγή μιας «έρευνας», όπου ο κύριος αυτός, βάσει των «τετραδίων», θα απεδείκνυε ότι το Ολοκαύτωμα του εβραϊκού λαού ποτέ δεν έγινε.
Η ιδέα βέβαια δεν ήταν εντελώς πρωτότυπη: πρόκειται για την αντίληψη των «ρεβιζιονιστών» στην ιστορία.
Λίγους μήνες αργότερα, ξέσπασε μια συζήτηση από τις στήλες του «Φιλολογικού Συμπληρώματος των Τάιμς» του Λονδίνου, γύρω από αυτές ακριβώς τις αντιλήψεις –Υπάρχει αντικειμενική αλήθεια στην ιστορία, ή υπάρχουν πολλές ιστορίες, πολλές διάσπαρτες αφηγήσεις που εξαρτώνται από τον αφηγητή;
Σχεδόν ταυτόχρονα άνοιγε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού μια άλλη συζήτηση με το ίδιο περιεχόμενο, αν και σε έναν επιστημονικό τομέα φαινομενικά πολύ απόμακρο από τα κοινωνικά προβλήματα: στους κόλπους της Αμερικανικής Μαθηματικής Εταιρείας, με διαμφισβητούμενο ζήτημα τη μέθοδο και τη φύση της μαθηματικής απόδειξης.
Ούτε η μία ούτε η άλλη συζήτηση δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.
Στην πρώτη περίπτωση, σχετικά με την ιστορία, ήρθε μετά την περίοδο της Περεστρόικα στην ΕΣΣΔ, όταν η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, με την έρευνα και δημοσίευση αρχειακού υλικού απαγορευμένου μέχρι τότε, έγινε όπλο αιχμής στην σύγκρουση με την σταλινική γραφειοκρατία.
Ήταν μια εξαιρετικά σημαντική κατάκτηση, η οποία όμως βρέθηκε κάτω από το βάρος των αντιφάσεων της περίπλοκης κατάστασης που ακολούθησε. Στην μετά την Περεστρόικα εποχή, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης των επιστημονικών ιδρυμάτων, αρχειακό υλικό, είτε γνήσιο είτε και πλαστό, μπορούσε να γίνει αντικείμενο αγοραπωλησίας και εκμετάλλευσης, με έναν τρόπο εκλεκτικιστικό και αποσπασματικό που αντί να φωτίζει, συσκοτίζει την ιστορική αλήθεια.
Σε τέτοιες συνθήκες απέκτησε ο Έρβιν τα «Τετράδια του Γκέμπελς», και θέλησε να τα χρησιμοποιήσει προσφέροντας έτσι θεωρητική κάλυψη στο νεοναζισμό και τον ρατσισμό.
Στην περίπτωση της συζήτησης για τα μαθηματικά, υπήρχε επίσης ένα υπόβαθρο σημαντικής προόδου και ριζικών τομών.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, μια σειρά εξελίξεις έθεσαν με καινούργιους τρόπους διάφορα κρίσιμα ζητήματα. Θα αναφέρουμε ενδεικτικά δυο από αυτά:
Πρώτον, η σχέση της αφηρημένης μαθηματικής ανάλυσης με τις θεωρίες της Φυσικής. Ενώ σε όλη την προηγούμενη περίοδο τα μαθηματικά ήταν ένα είδος «εργαλείου» για την θεωρητική διατύπωση συμπερασμάτων για τα φυσικά φαινόμενα, το 1981 για πρώτη φορά η σχέση αντιστράφηκε: ένας τύπος φυσικής θεωρίας χρησιμοποιήθηκε για να λυθεί ένα αφηρημένο μαθηματικό πρόβλημα. Το ζήτημα του περιεχομένου των μαθηματικών εννοιών μπορεί να προσεγγιστεί έτσι κάτω από νέο φως.
Μια ολόκληρη σχολή δημιουργήθηκε. Επιστήμονες διατύπωναν εικασίες και θεωρήματα για τα μαθηματικά, ξεκινώντας από θεωρίες της Φυσικής. Ένας φυσικός μάλιστα, ο Έντουαρντ Γουίτεν, κέρδισε την ανώτατη τιμητική διάκριση για μαθηματικούς, για εργασίες του σ’ αυτό το πνεύμα.
Μια παραλλαγή της ίδιας τάσης είναι τα λεγόμενα «πειραματικά μαθηματικά». Η μελέτη φυσικών μοντέλων, όπως τα σχήματα που παίρνουν σαπουνόφουσκες απλωμένες σε πολύπλοκα συρμάτινα πλέγματα, ή οπτικές αναπαραστάσεις στην οθόνη ενός υπολογιστή, άρχισαν να χρησιμοποιούνται σαν μίτος της Αριάδνης σε θεωρητικούς λαβύρινθους απρόσιτους με τις κλασικές μεθόδους. Αυτές οι τάσεις υπήρξαν το έναυσμα για την συζήτηση στην Αμερικανική Μαθηματική Εταιρεία. Το θέμα είναι, κατά πόσον η μεθοδολογία της μαθηματικής απόδειξης είναι ταυτισμένη αποκλειστικά με την απαγωγική μέθοδο, που ξεκινά από αξιώματα και καταλήγει σε συμπεράσματα με λογικά βήματα, και αν είναι θεμιτή η επαγωγική συναγωγή συμπερασμάτων από παραστάσεις της εμπειρίας.
Η δεύτερη μεγάλη εξέλιξη σχετίζεται με την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των υπολογιστικών προγραμμάτων. Αναπτύχθηκαν μέθοδοι που κατορθώνουν να λύσουν εξαιρετικά πολύπλοκα προβλήματα, αν αυτά «σχετικοποιηθούν» με μια ορισμένη έννοια. Ο όρος «σχετικοποίηση» είναι μάλλον παραπλανητικός. Σημαίνει ότι προβλήματα, όπως η μελέτη ενός μετεωρολογικού φαινομένου, η τεχνητή κατασκευή ενός φαρμάκου, ή ο σχεδιασμός ενός διαστημικού λεωφορείου, που στην γενικότητα τους είναι πέρα από κάθε υπολογισμό, μπορούν να λυθούν αν η γενικότητα τους «μπολιαστεί» με το ενδεχόμενο, το τυχαίο. Δηλαδή με τους ιδιαίτερους όρους της συγκεκριμενοποίησης του γενικού. Στη σφαίρα της ανάλυσης του ήδη γνωστού, εισβάλλει το όχι-ακόμη-γνωστό, ονοματίζεται και συμβολίζεται.
Το φιλοσοφικό πρόβλημα εδώ βρίσκεται στο γεγονός ότι η συγκεκριμενοποίηση που καθιστά δυνατή τη λύση του προβλήματος μετατρέπεται σε σχετικοποίηση που υποδηλώνει τον υπό όρους χαρακτήρα της λύσης. Η θεωρητική, με τις κατάλληλες έννοιες, αναπαράσταση και σκέψη του απρόβλεπτου, του εκείθεν της γνώσης, μετατρέπεται –με γνήσια καντιανό τρόπο– σε όριο της γνώσης. Η δύναμη της νόησης και της επιστήμης μετατρέπεται σε αδυναμία της και το πρακτικό γεγονός ότι άλλοτε απρόσιτα προβλήματα γίνεται κατορθωτό να λυθούν μετατρέπεται σε επιχείρημα υπέρ του απόλυτου σχετικισμού.
Όλα αυτά συνοψίζονται στην φράση-κλισέ της μόδας: τα «ελληνικά» μαθηματικά εγκαταλείπονται, ξαναγυρίζουμε στα «βαβυλωνιακά» μαθηματικά. Αυτό σημαίνει ότι εγκαταλείπεται η λογική διαδικασία της απόδειξης και αντικαθίσταται από τον εμπειρισμό και την ενόραση. Η έννοια γυμνώνεται από τη σκέψη και γίνεται σύμβολο χωρίς νόημα, και ο κόσμος αποσυντίθεται σε ένα συνονθύλευμα από «γεγονότα».
Ίσως φαίνεται ότι όλα αυτά μας απομακρύνουν από το θέμα μας, αλλά στην πραγματικότητα μας πηγαίνουν πιο κοντά –στην καρδιά του. Διότι, οι εξελίξεις αυτές στην πιο αφηρημένη επιστήμη αλληλεπέδρασαν με τα πιο «γήινα»: την οικονομική κρίση.
Καθώς διεξάγονταν αυτές οι συζητήσεις, βάραινε πάνω τους η σκιά των αποφάσεων του Εθνικού Ιδρύματος Επιστημών των ΗΠΑ να περικόψει δραστικά τις δαπάνες για την λεγόμενη «καθαρή» επιστήμη. Τα μαθηματικά ήταν ο πρώτος τομέας-θύμα των περικοπών. Σ’ αυτό το κλίμα, προωθήθηκε το κριτήριο της λεγόμενης «ανταποδοτικότητας»: η επιστήμη έπρεπε άμεσα και χειροπιαστά να αποδείξει την οικονομική της χρησιμότητα. Οι νέοι που σπούδαζαν μαθηματικά, από τη μια, και οι ερευνητές, από την άλλη, πιέστηκαν με το όπλο της «αποδοτικής χρηματοδότησης» να στραφούν μαζικά μακριά από τα ύψη των θεωρητικών αφαιρέσεων, προς τον, υποτίθεται, χειροπιαστό κόσμο των άμεσων εφαρμογών, και ιδιαίτερα στην επιστήμη των υπολογιστών.
Η πίεση γι’ αυτήν τη στροφή επιστρατεύει ακριβώς την ψευδοφιλοσοφία της λατρείας του συμβόλου χωρίς σκέψη, καλλιεργεί την αποστροφή προς την «άχρηστη» επιστημονική αφαίρεση, αποξενώνει από τις πρωτοφανείς δυνατότητες του ανθρώπινου πνεύματος.
Η οικονομική κρίση τροφοδότησε το σκοταδισμό. Ολόκληρα ερευνητικά προγράμματα, από τα πειράματα με τον σχεδιαζόμενο «υπερεπιταχυντή», διαστημικά προγράμματα της ΝΑSA, μέχρι καθαρά θεωρητικές έρευνες, ματαιώθηκαν με αποφάσεις του κογκρέσου των ΗΠΑ μετά το 1993.
Αν αποδεικνύεται κάτι, είναι ότι η σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία στραγγαλίζονται από την κυριαρχία της «οικονομίας του καζίνο» και ότι δεν μπορούν πια να χωρέσουν καν στα όρια μιας χώρας, έστω και της πλουσιότερης.
Τα ιδεολογήματα για τη μη αντικειμενικότητα της επιστημονικής γνώσης ήρθαν να συγκαλύψουν αυτήν την αλήθεια. Φιλόσοφοι της αντιεπιστήμης, σαν τον Πάουλ Φαϊεράμπεντ, έγιναν ξαφνικά ευρύτατα γνωστοί. Εκλαϊκευτές σαν τον βρετανό δημοσιογράφο, Μπράιαν Άπλγιαρντ, ανέλαβαν να εξηγήσουν ότι η επιστήμη καθορίζεται από εξωεπιστημονικούς παράγοντες, όπως η πάλη για εξουσία, οι κοινωνικές προκαταλήψεις και ο σεξισμός, και ότι ολόκληροι τομείς όπως η φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων είναι ένα άχρηστο παιχνίδι της κάστας των επιστημόνων. Δεν λείπουν οι δημαγωγικές κορώνες, ότι οι πόροι που διατίθενται για την έρευνα θα ήταν καλύτερα να διατεθούν για την ανακούφιση των απόκληρων αυτού του κόσμου, ενώ οι επιστήμονες που επιμένουν κατηγορούνται ότι ζουν σε χρυσελεφάντινους πύργους αδιάφοροι για την κοινωνική δυστυχία.
Είναι βέβαια ελεεινή υποκρισία. Οι πόροι που κόβονται από την έρευνα δεν θα διατεθούν για τους απόκληρους, με την ίδια σιγουριά που οι πόροι που στήριζαν τις εργασίες του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα, ή του Αϊνστάιν, δεν πήγαν χαμένοι για την ανθρωπότητα.
Ένας από τους πιο μαχητικούς αντιπάλους της «αντιεπιστήμης», ο Στίβεν Γουάϊνμπεργκ, βραβείο Νόμπελ φυσικής, εκφράζοντας τη μεγάλη πλειοψηφία των επιστημόνων σχολιάζει:
«Δεν βοηθάει, το γεγονός ότι μερικοί πολιτικοί και δημοσιογράφοι υποθέτουν ότι το κοινό ενδιαφέρεται μόνο για εκείνες τις πλευρές της επιστήμης που υπόσχονται άμεσα πρακτικά οφέλη για την τεχνολογία ή την ιατρική. Μερικές εργασίες για τα πιο ενδιαφέροντα προβλήματα της βιολογικής ή της φυσικής επιστήμης έχουν προφανή πρακτική αξία, αλλά μερικές δεν έχουν, ιδιαίτερα η έρευνα που ασχολείται με προβλήματα στα όρια της επιστημονικής γνώσης. Για να κερδίσουμε την υποστήριξη της κοινωνίας, πρέπει να κάνουμε αληθινό αυτό που συχνά ισχυριζόμαστε: ότι η σημερινή βασική επιστημονική έρευνα είναι μέρος της κουλτούρας της εποχής μας.
Όσοι φραγμοί και να υπάρχουν τώρα στην επικοινωνία μεταξύ των επιστημόνων και του κοινού, δεν είναι αδιαπέραστοι. Τα «Principia» του Ισαάκ Νεύτωνα στην αρχή ήταν κατανοητά μόνον από μια χούφτα Ευρωπαίων. Κατόπιν, το νέο ότι εμείς και το σύμπαν μας διέπονται από ακριβείς, γνώσιμους νόμους, απλώθηκε τελικά σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Η θεωρία της εξέλιξης βρήκε αρχικά πεισματική αντίσταση. Τώρα οι οπαδοί της δημιουργίας είναι μια όλο και πιο απομονωμένη μειοψηφία. Η σύγχρονη έρευνα στην πρώτη γραμμή της επιστήμης εξερευνά συνθήκες ενεργείας και χρόνου και αποστάσεων που είναι πολύ απομακρυσμένες από την καθημερινή ζωή και που συχνά μπορούν να περιγραφούν μόνο με την εσωτερική μαθηματική γλώσσα. Αλλά μακροπρόθεσμα, ό,τι μαθαίνουμε για το γιατί ο κόσμος είναι όπως είναι, θα γίνει μέρος της διανοητικής κληρονομιάς του καθενός», (Σ. Γουάϊνμπεργκ: «Η Ζωή στο Σύμπαν», Scientific American, Οκτώβριος 1994).
Σε όλες τις περιπτώσεις, βλέπουμε ότι η αμφισβήτηση της αντικειμενικής αλήθειας είτε των φυσικών επιστημών είτε της ιστορίας, αναπτύσσεται στο έδαφος μεγάλων κατακτήσεων και ανακαλύψεων.
Δεν είναι ούτε η φυσική, ούτε η ιστορία υπεύθυνες γι’ αυτό. Είναι η τυπική σκέψη που δεν ανέχεται τις αντιφάσεις και που αισθάνεται παράλυτη όταν η πραγματικότητα καταστρέφει τα δόγματα.
Καθώς οι πάντες και τα πάντα βοούν γύρω μας για τις αντιφάσεις, τα προβλήματα και τα αδιέξοδα σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, και την ίδια στιγμή μας βομβαρδίζει ο ισχυρισμός ότι τίποτε δεν μπορεί να λυθεί, ο σκεπτικισμός φαίνεται να δικαιώνεται. Και αγκιστρώνεται στις κοινωνικές συνθήκες που γεννούν τον σύγχρονο φασισμό, τον ρατσισμό και κάθε μισαλλοδοξία, προσφέροντας την ιδεολογική τους κάλυψη με την στροφή προς το μυστικισμό, την αντιεπιστήμη, την εχθρότητα προς την κριτική σκέψη.
Σ’ αυτό το έδαφος κινούνται οι διάφοροι Ντέιβιντ Έρβιν, που αμφισβητούν την αντικειμενική αλήθεια είτε του Ολοκαυτώματος, είτε του σταλινισμού, είτε της σύγχρονης ιστορίας –δήθεν με το κύρος των φυσικών επιστημών.
Ο σύγχρονος φιλοσοφικός σκεπτικισμός, διεκδικεί το κύρος της επιστημονικότητας, και γι’ αυτό ανατρέχει στις επιστήμες με τον ισχυρισμό ότι από αυτές αντλεί τις μεθοδολογικές του αρχές.
Μια εμπεριστατωμένη σύνοψη αυτής της μεθοδολογίας είναι η εξής:
«Ο παραδοσιακός σκεπτικισμός τυπικά επικαλείται τη φτώχεια της ανθρώπινης αντίληψης και τις περιορισμένες διανοητικές ικανότητες. Δεν μπορούμε να βασιστούμε στις αισθήσεις μας γιατί συχνά μας παραπλανούν. Λεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε λογικά τις προσδοκίες μας, γιατί η κανονικότητα στο παρελθόν δεν συνεπάγεται λογικά τη μελλοντική της επιμονή. Μόνο ο θεός, με (δυνάμει ή ενεργεία) άπειρες δυνατότητες, μπορεί να συλλάβει τους νόμους της Φύσης μέσα στα φαινόμενα.
Οι σύγχρονες μορφές σκεπτικισμού, αντίθετα, επικαλούνται την απεριόριστη και χωρίς φραγμούς ανθρώπινη φαντασία. Ο ελεύθερος νους μας είναι τόσο ευέλικτος, που μπορεί να εφεύρει μια πολλαπλότητα, έναν δυνάμει άπειρο αριθμό θεωριών, οι, οποίες εξηγούν εξ ίσου καλά το ίδιο σύνολο γεγονότων. Μια και αυτά τα μοντέλα είναι αμοιβαία ασύμβατα, και μια και όλα εξηγούν καθετί το αντιληπτό, δεν υπάρχει τρόπος να αποφασίσουμε πιο μοντέλο είναι το αληθινό μοντέλο. Επομένως, ο ίδιος ο ισχυρισμός ότι υπάρχει μια “αληθινή θεωρία” είναι ασύστατος. Επιπλέον, δεν είναι καθαρό πια τί σημαίνει “ένα γεγονός”. Το μόνο που έχουμε είναι “γεγονότα υπό περιγραφήν” και η περιγραφή εξαρτάται από το μοντέλο. Αυτή είναι η πηγή της θέσης που είναι γνωστή σαν “υποπροσδιορισμός της θεωρίας από την παρατήρηση”», (I. Pitowsky: Κβαντική Πιθανότητα - Κβαντική Λογική, εκδόσεις «Springer», σελ. 189-190).
Η διάκριση που κάνει εδώ ο συγγραφέας αυτού του αποσπάσματος ανάμεσα στον παλιό και τον σύγχρονο σκεπτικισμό πρέπει να αντιμετωπιστεί με μια επιφύλαξη: πριν μιλήσουμε για πολλά ή λίγα «μοντέλα» της πραγματικότητας, το πρωταρχικό φιλοσοφικό ερώτημα είναι αν πρόκειται για θεωρητικές εκφράσεις στη συνείδηση του κόσμου που υπάρχει πριν και πέρα από τη συνείδηση, ή αν είναι νοητικά σχήματα που είτε αμετάκλητα διαστρεβλώνουν, είτε οριστικά αποκλείουν το πραγματικό.
Από την άποψη αυτού του φιλοσοφικού ερωτήματος, ο σύγχρονος σκεπτικισμός δεν είναι καθόλου νέος, αλλά παμπάλαιος. Αν σήμερα επικαλείται τον «υποπροσδιορισμό της θεωρίας από την παρατήρηση», αν προβάλλει τη θέση ότι υπάρχουν μόνο νοητικές κατασκευές-μοντέλα, μόνο η γνώμη χωρίς αντικειμενική γνώση, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνει ρητά την απαίτηση των εκπροσώπων της εκκλησίας προς τον Γαλιλαίο: να παραδεχθεί ότι το ηλιοκεντρικό σύστημα που πρότεινε ο Κοπέρνικος είναι μόνο μια υποκειμενική μαθηματική υπόθεση που «σώζει τα φαινόμενα», που τακτοποιεί τις αισθητηριακές εικόνες, χωρίς καμιά αξίωση αντικειμενικότητας.
Μία ιστορική υπόμνηση είναι εδώ αναγκαία.
Η σύγχρονη επιστήμη –στην συγκεκριμένη περίπτωση ο κλάδος της που ονομάζεται θεωρητική φυσική– θεμελιώθηκε στη βάση ακριβώς της αντίθετης πεποίθησης από εκείνη που υπερασπίζονταν οι ανακριτές του Γαλιλαίου. Μέσα από μια μακρόχρονη ιστορία στις κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης στη διάρκεια των Μέσων Χρόνων, μέσα από την ανάπτυξη της τεχνικής, μέσα από την εξαιρετικά σύνθετη και αντιφατική διαπάλη και το λεπτοδούλεμα των ιδεών, δημιουργήθηκαν οι όροι για τη σύνθεση: ο άνθρωπος δρα, αλλάζει και σκέπτεται τη Φύση σαν μια από τις δυνάμεις της ίδιας της Φύσης. Ζητήματα που για πρώτη φορά διατυπώθηκαν φιλοσοφικά στην κλασική αρχαιότητα, εύρισκαν τώρα νέες απαντήσεις, καθώς η καινούργια επιστήμη κατέρριπτε τους φραγμούς ανάμεσα σε «βίαιες» και «φυσικές» κινήσεις, ανάμεσα στον «φθαρτό» κόσμο της γης και τον «άφθαρτο» κόσμο του ουρανού, ανάμεσα στο Είναι και το Γίγνεσθαι.
Η νέα αντίληψη σημαίνει την οντολογική αναβάθμιση της Φύσης, του «εντεύθεν» απέναντι στο «εκείθεν», και την αναβάθμιση σε επιστήμη της φυσικής απέναντι στη μεταφυσική. Η «ουσία» των πραγμάτων δεν βρισκόταν τώρα πέραν των φαινομένων, αλλά μέσα στα φαινόμενα.
Ήταν μια επανάσταση τόσο πρακτική όσο και διανοητική. Η μορφή που πήρε ήταν, από τη μια, η εισβολή των μαθηματικών στη μελέτη της Φύσης, και, από την άλλη, ο κεντρικός ρόλος του πειράματος. Τα μαθηματικά έπαψαν να θεωρούνται νοητική κατασκευή και αναγνωρίστηκαν σαν το κατ’ εξοχήν εργαλείο για την ανάλυση και διατύπωση ουσιαστικών σχέσεων μέσα στα φαινόμενα, δηλαδή νόμων. Το πείραμα έσπασε τη φαινομενική ουδετερότητα της ενατενιστικής παρατήρησης και έβαλε στο κέντρο τη συνειδητά οργανωμένη πράξη παραγωγής και αναπαραγωγής φαινομένων, αναδεικνυόμενο σε κριτήριο των θεωρητικών υποθέσεων, σε αρένα όπου συγκρούεται το ήδη κατακτημένο και γνωστό με το όχι ακόμη γνωστό, και σε πηγή νέων ερωτημάτων που με τη σειρά τους απαιτούν θεωρητική ανάλυση. Η ενότητα του πειράματος και των μαθηματικών συνιστά τη θεωρητική φυσική, όπου βρήκε την πιο ολοκληρωμένη και ιστορικά προγενέστερη έκφραση της, αλλά και κάθε φυσική επιστήμη. Όχι η επαγωγή ή η απαγωγή χωριστά, όχι η ανάλυση ή η σύνθεση χωριστά, αλλά η ενότητα τους ήταν και είναι η μέθοδος των επιστημών.
Είναι ιστορικό γεγονός, που πάνω του σκοντάφτει η κάθε μορφή θετικισμού, ότι αυτή η μέθοδος της συνθετικής ανάλυσης ήταν ρητά και συνειδητά η μέθοδος του Γαλιλαίου, του Κέπλερ, όλων των πρωτοπόρων. Σήμερα εξακολουθεί να είναι η μέθοδος των επιστημών, με μια μεγάλη διαφορά: η παρατεταμένη επιμονή της τυπικής σκέψης συσκοτίζει, αμφισβητεί και πολλές φορές ειρωνεύεται τη βεβαιότητα των πρώτων βημάτων. Εδώ ελλοχεύει η διάκριση που κάνει ο Pitowsky στο απόσπασμα που αναφέραμε, ανάμεσα στον νέο και παλιό σκεπτικισμό. Διάκριση που στο περιεχόμενο της έχει την ίδια την ανάπτυξη των επιστημών μέχρι σήμερα και τη σχέση τους με την φιλοσοφία.
Ας δούμε αυτό το ζήτημα σε σχέση με την κρίσιμη παρατήρηση του Έγκελς για την «τέχνη να δουλεύεις με τις έννοιες».
Κάθε επιστημονική αφαίρεση έχει έναν διττό χαρακτήρα: είναι ένας όρος που γίνεται διακριτός και ορίζεται με ακρίβεια, και ταυτόχρονα είναι μια έννοια που δηλώνει το περιεχόμενο του όρου και τις αντιθετικές του σχέσεις με άλλους όρους.
Στην αφετηρία της εξέτασης ενός αντικειμένου, οι όροι/έννοιες που εκφράζουν πλευρές και ιδιότητες του, είναι ασαφείς, οι συνδέσεις τους δεν είναι ακόμη φανερές, είναι επομένως αφηρημένοι.
Με όσο μεγαλύτερη αυστηρότητα ορίζεται ο όρος, όσο πιο διακριτός, αλλά και όσο πιο «τεχνικός» γίνεται και απομακρύνεται από την άμεση εμπειρία, τόσο πιο πλούσια σε αλληλοσυνδέσεις γίνεται η έννοια, τόσο μεγαλύτερο βάθος και ευελιξία αποκτάει.
Έτσι, το υπό εξέτασιν αντικείμενο κατανοείται όλο και πιο συγκεκριμένα, καθώς συνδυάζονται επιστημονικές αφαιρέσεις που το εκφράζουν σαν μια ενότητα μέσα στην διαφορετικότητα.
Αυτή η γνωστική διαδικασία, της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, περιγράφεται από τον Ε. Ιλιένκοφ ως εξής, σε σχέση με τη λογική του Κεφαλαίου του Μαρξ:
«Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της λογικής του Κεφαλαίου είναι ο κατ’ ευθείαν συνδυασμός (σύμπτωση) της επαγωγής με την απαγωγή, δηλαδή της ανάλυσης των γεγονότων με την ανάλυση των εννοιών. Γενικά, μια διαδοχική κίνηση της σκέψης από γεγονός σε γεγονός (και επομένως, από ορισμό σε ορισμό) καθορίζεται εδώ από την ιστορία της ανάδυσης και ανάπτυξης του συγκεκριμένου όλου που παίζει το ρόλο του αντικειμένου της έρευνας σ’ αυτήν την περίπτωση. Χαρακτηρίζοντας τον τρόπο της λογικής συνεπαγωγής των ορισμών, όπως εφαρμόζεται από τον Μαρξ στην επεξεργασία της πολιτικής οικονομίας, ο Έγκελς τόνιζε ότι “αυτή, όμως, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η ιστορική μέθοδος, αλλά απογυμνωμένη από την ιστορική μορφή και από την παρεμβολή του τυχαίου. Το σημείο όπου αυτή η ιστορία αρχίζει, πρέπει επίσης να είναι η αφετηρία της πορείας της σκέψης, και η πάρα πέρα πρόοδος της θα είναι απλά η αντανάκλαση, σε αφηρημένη και θεωρητικά συνεπή μορφή, της πορείας της ιστορίας, μια διορθωμένη αντανάκλαση, αλλά διορθωμένη σύμφωνα με τους νόμους που προσφέρει η πραγματική πορεία της ιστορίας”», (ανέκδοτο συμπλήρωμα της Διαλεκτικής Λογικής, Κεφάλαιο 10).
Αυτή είναι η μέθοδος της συνθετικής ανάλυσης. Αξίζει να δούμε πώς περιγράφει αυτή τη μέθοδο, όχι ένας φιλόσοφος αυτή τη φορά, αλλά ένας διακεκριμένος επιστήμονας, ο ανθρωπολόγος: C. Levi-Strauss
«Για μας, ο διαλεκτικός λόγος έχει πάντα τη λειτουργία της σύνθεσης: είναι η σανίδα που συνεχώς επιμηκύνεται και βελτιώνεται, την οποία ο αναλυτικός λόγος ρίχνει πάνω από ένα βάραθρο που δεν βλέπει την άλλη του όχθη, ξέρει όμως ότι υπάρχει και ότι θα πρέπει συνεχώς να απομακρύνεται. Ο όρος “διαλεκτικός λόγος” καλύπτει έτσι τις διαρκείς προσπάθειες που ο αναλυτικός λόγος είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει για να αναμορφώνεται, αν θέλει να δόσει λόγο για τη γλώσσα, την κοινωνία και τη σκέψη. Και η διάκριση των δυο λόγων δεν στηρίζεται, κατά τη γνώμη μας, παρά στην προσωρινή απόσταση που χωρίζει τον αναλυτικό λόγο από την κατανόηση της ζωής», (C. Levi-Strauss: Άγρια Σκέψη, εκδόσεις «Παπαζήση», σελ. 348).
Είναι μια θαυμάσια έκθεση της μεθόδου που είναι η μέθοδος της κάθε επιστήμης.
Όταν λοιπόν η αφαίρεση ακρωτηριάζεται και ο όρος ακινητοποιείται απολυτοποιημένος, όταν περιορίζεται σε σύμβολο χωρίς νόημα, τότε η ίδια η γνώση αδειάζει από περιεχόμενο και υποκαθίσταται από την εικασία.
Όταν ο Γαλιλαίος θεμελίωσε τη θεωρητική φυσική, χρησιμοποίησε βασικές έννοιες όπως η «αδράνεια». Η κίνηση των υλικών σωμάτων εκφράστηκε μαθηματικά σε σχέσεις χώρου και χρόνου, επιτρέποντας στον Γαλιλαίο να βεβαιώσει ότι όχι μόνο μπορεί να περιγράψει την τροχιά ενός κινούμενου σώματος, αλλά και να προβλέψει τη μελλοντική του κίνηση.
Η μελέτη της κίνησης στο χώρο αναπτύχθηκε από τον Ντεκάρτ, ο οποίος επεξεργάστηκε και όρισε με ακρίβεια και την έννοια της «αδράνειας» και την έννοια της «ορμής». Έτσι, όμως, μπόρεσε να αντικρίσει και να διατυπώσει νέα προβλήματα και αντιφάσεις. Ένα από αυτά ήταν ένα πρόβλημα φυσικής: «ένα σώμα που κινείται ελεύθερα», είπε ο Ντεκάρτ, «τελικά θα βγει έξω από το σύμπαν».
Ένα δεύτερο πρόβλημα ήταν φιλοσοφικό. Ξεκινώντας από την περιγραφή και πρόβλεψη της κίνησης, ο Ντεκάρτ έθεσε το ερώτημα: Είναι γεγονός ότι η ύλη που εκτείνεται και κινείται στο χώρο έξω από τη νόηση, εκφράζεται μαθηματικά από την νόηση. Πώς είναι δυνατόν η ύλη που εκτείνεται και η νόηση που σκέπτεται να συμφωνούν, τη στιγμή που είναι δυο πράγματα πλήρως ασύμμετρα και αντίθετα μεταξύ τους;
Στο φιλοσοφικό πρόβλημα, ο Ντεκάρτ έμεινε στο δυϊσμό ύλης και νόησης, και επικαλέστηκε το θεό για να γεφυρώσει τη μεταξύ τους αντίφαση. Την υλιστική υπέρβαση του προβλήματος έκανε ο Σπινόζα.
Το πρόβλημα της φυσικής οδήγησε σε μια διαμάχη μεταξύ του Νεύτωνα και του Λάιμπνιτς γύρω από το ερώτημα: το σύμπαν είναι άπειρο και ομοιογενές, ή πεπερασμένο και ανομοιογενές;
Αυτό το ερώτημα το ύψωσε στο επίπεδο της φιλοσοφίας ο Καντ, διατυπώνοντας τις «κοσμολογικές αντινομίες» του: συνέχεια και ασυνέχεια του χώρου και του χρόνου, μέρος και όλο, άπειρο και πεπερασμένο.
Σ’ αυτό το επίπεδο της φιλοσοφίας, την απάντηση την έδωσε ο Χέγκελ, στην Επιστήμη της Λογικής; η συνέχεια και η ασυνέχεια είναι σχετικές ως προς τον χώρο και τον χρόνο, ο χώρος και ο χρόνος είναι σχετικοί ως προς την ύλη σε κίνηση, η κίνηση είναι η υπάρχουσα αντίφαση, η ενότητα της συνέχειας και της ασυνέχειας του χώρου και του χρόνου.
Η υλιστική διατύπωση αυτών των συλλογισμών δόθηκε από τον Έγκελς: ο χώρος και ο χρόνος είναι τρόποι ύπαρξης της ύλης σε κίνηση.
Η υπέρβαση του προβλήματος που ταλαιπώρησε τον Νεύτωνα και τον Λάιμπνιτς έγινε στο επίπεδο της φυσικής με τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Η ίδια θεωρία απέδειξε την ορθότητα της θέσης του Έγκελς –και του Χέγκελ.
Έτσι προχώρησε και προχωρεί η γνώση, με την επιστήμη και τη φιλοσοφία να αλληλεπιδρούν αλλά και να διατηρούν τη σχετική τους αυτοτέλεια, να αλληλοτροφοδοτούνται αλλά να μην ανάγονται η μια στην άλλη.
Σαν άλλος Περσέας, η γνώση μπορεί να αντιμετωπίσει την Μέδουσα-αντίφαση χωρίς να παραλύει, όχι άμεσα αλλά διαμεσοποιημένα, κοιτάζοντας προς τα πίσω, προς το «υβρίδιο» του ειδώλου που σχηματίζεται στην ασπίδα-καθρέφτη. Η απόδειξη ότι το είδωλο απεικονίζει αληθινά την πραγματικότητα είναι το σπαθί που σκοτώνει την Μέδουσα –η πράξη.
Το σπαθί της πράξης και μόνο κόβει κάθε γόρδιο δεσμό, και τον μετατρέπει σε σπείρα και σε εξέλιξη. Και εδώ πρόκειται για τη συνολική κοινωνική πράξη που σε ιστορικά σημεία καμπής εκπροσωπείται από έναν Γαλιλαίο ή έναν Χέγκελ, και όχι για την κατακερματισμένη, εξατομικευμένη και τυχαία καθημερινή πρακτική. Η τυπική σκέψη που θεωρεί τη διαλεκτική «ξεπερασμένη», αφαιρεί ακριβώς αυτήν την πράξη.
Εάν πριν από αιώνες ο σκεπτικισμός μπορούσε να παίξει έναν προοδευτικό ρόλο με την κριτική στο σχολαστικισμό, σήμερα το περιεχόμενο του είναι ολοκληρωτικά αντιδραστικό. Οι πλευρές του έργου του Έγκελς που είναι οι πιο αγνοημένες και «περιφρονημένες», όπως η Διαλεκτική της Φύσης, εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του ανοίγουν το παράθυρο στο φρέσκο αεράκι.