Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Έγκελς>Αφιέρωμα στον Φρ. Έγκελς_e


Φρίντριχ Έγκελς

ΜΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΣΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ
ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ


Προηγούμενο: Β. Σακελλαρίου: Εκατό Δέκα Χρόνια από το Θάνατο του Έγκελς
Επόμενο: Κ. Κατσιαμάνης: Η Συμβολή του Φρίντριχ Έγκελς στη Φιλοσοφία

Το βιβλίο αυτό του Καρλ Μαρξ γράφτηκε και εκδόθηκε το 1871 στο Λονδίνο, ενώ η Εισαγωγή του Φρίντριχ Έγκελς γράφτηκε το 1891 για την επανέκδοση του έργου στην 20ή Επέτειο της Κομμούνας. Εκδόθηκε στα ελληνικά από τις Εκδόσεις «ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ» το 1976 –με δεύτερη έκδοση το 2001. Η Μετάφραση έγινε από Επιτροπή Ελλήνων του Εξωτερικού. Επιμέλεια-Σχόλια-Σημειώσεις από τον Λουκά Αξελό.



Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της μαρξιστικής φιλολογίας, ζωντανή αναπαράσταση της ταξικής αναμέτρησης στη Γαλλία και της πτώσης της Παρισινής Κομμούνας. Στο έργο αυτό, που γράφτηκε με τη μορφή διακήρυξης του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών προς όλα της τα μέλη, ο Μαρξ αναπτύσσει παραπέρα και ολοκληρώνει σε σημαντικό βαθμό τις βασικές θέσεις του επιστημονικού σοσιαλισμού για την πάλη των τάξεων, το ρόλο της βίας, το κράτος και τη διχτατορία του προλεταριάτου σαν αναγκαίο στάδιο μετάβασης στο σοσιαλισμό. Από τις πρώτες κιόλας στιγμές που το επαναστατημένο Παρισινό προλεταριάτο κήρυξε την επαναστατική διχτατορία του, ο Μαρξ άρχισε συστηματικά να συλλέγει και να μελετάει ό,τι υλικό είχε σχέση μ’ αυτήν. Κι αυτό γιατί μέσα από την εμπειρία της Κομμούνας, έβλεπε να βγαίνουν και να επαληθεύονται όλα εκείνα τα βασικά συμπεράσματα που οι πολύχρονοι αγώνες και έρευνες του τον είχαν οδηγήσει. Με τη μελέτη αυτή ο Μαρξ επέκτεινε και αποσαφήνισε οριστικά την αρχική θέση για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, τη θέση για την καταστροφή και διάλυση της αστικής κρατικής μηχανής. Ο Μαρξ ξεκαθάρισε ότι το προλεταριάτο δεν αρκεί να «αλλάξει» ή να «βελτιώσει» τη γραφειοκρατική-στρατιωτική μηχανή, αλλά ότι είναι απόλυτα αναγκαίο να την συντρίψει βίαια και να την τσακίσει. Η «παράληψη» αυτού του όρου δεν μπορεί παρά να οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια την επανάσταση στην ήττα και το προλεταριάτο στη σφαγή [1].


ΕΙΣΑΓΩΓΗ[2]

Μου ήρθε αναπάντεχα η πρόταση να ετοιμάσω μια νέα έκδοση της διακήρυξης του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς για τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία και να την συνοδεύσω με μια Εισαγωγή. Γι’ αυτό δεν μπορώ εδώ να θίξω παρά μόνο σύντομα τα πιο ουσιώδη σημεία.

Στη μεγαλύτερη εργασία που αναφέρω πιο πάνω προτάσσω τις δυο συντομότερες διακηρύξεις του Γενικού Συμβουλίου για το γάλλο-πρωσικό πόλεμο. Πρώτα απ’ όλα γιατί στον Εμφύλιο Πόλεμο παραπέμπεται ο αναγνώστης στη δεύτερη διακήρυξη, που η ίδια με τη σειρά της δεν μπορεί να κατανοηθεί ολότελα χωρίς την πρώτη. Μα και γιατί οι δυο αυτές διακηρύξεις, που τις είχε συντάξει επίσης ο Μαρξ, είναι κι αυτές όχι λιγότερο από τον Εμφύλιο Πόλεμο, εξαιρετικά παραδείγματα για το αξιοθαύμαστο χάρισμα του συγγραφέα, που πρώτη φορά είχε διαπιστωθεί στη 18η Μπριμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη[3]: να συλλαμβάνει καθαρά το χαρακτήρα, τη σημασία και τις αναγκαίες συνέπειες των μεγάλων ιστορικών γεγονότων, τον καιρό που τα γεγονότα αυτά ξετυλίγονται ακόμα μπρος στα μάτια μας ή που μόλις έχουν τελειώσει. Και τέλος, γιατί εμείς στη Γερμανία υποφέρουμε ακόμη και σήμερα από τις συνέπειες των γεγονότων εκείνων, που τις προείπε ο Μαρξ.

Ή μήπως δεν συνέβηκε εκείνο που λέει η πρώτη διακήρυξη, ότι αν ο αμυντικός πόλεμος της Γερμανίας ενάντια στο Λουδοβίκο Βοναπάρτη εκφυλιστεί σε καταχτητικό πόλεμο ενάντια στο γαλλικό λαό, όλες οι συμφορές που βρήκαν τη Γερμανία υστέρα από τους λεγόμενους απελευθερωτικούς πολέμους[4] θα ξαναζωντάνευαν πάλι με καινούργια ένταση; Μήπως δεν είχαμε άλλα είκοσι χρόνια κυριαρχίας του Μπίσμαρκ και αντί για τους διωγμούς των δημαγωγών[5] δεν είχαμε τον έκτακτο νόμο[6] και το κυνήγημα των σοσιαλιστών με την ίδια αστυνομική αυθαιρεσία, με την ίδια ακριβώς φριχτή ερμηνεία του νόμου;

Και δεν επαλήθευσε μήπως κατά γράμμα η πρόβλεψη ότι η προσάρτηση της Αλσατίας και της Λωρραίνης «θα έριχνε τη Γαλλία στην αγκαλιά της Ρωσίας» και ότι υστέρα απ’ αυτή την προσάρτηση, η Γερμανία ή θα γινόταν ο ανοιχτός υπηρέτης της Ρωσίας ή θα έπρεπε, υστέρα από μια σύντομη ανάπαυλα, να εξοπλιστεί για έναν καινούργιο πόλεμο και μάλιστα «για ένα φυλετικό πόλεμο ενάντια στις συνασπισμένες λατινικές και σλαβικές φυλές»[7]; Μήπως η προσάρτηση των γαλλικών επαρχιών δεν έσπρωξε τη Γαλλία στην αγκαλιά της Ρωσίας; Μήπως είκοσι ολόκληρα χρόνια ο Μπίσμαρκ δεν επιζητούσε μάταια να κερδίσει την εύνοια του τσάρου, δεν την επιζητούσε προσφέροντας υπηρεσίες ταπεινότερες από εκείνες που συνήθιζε να προσφέρει στην «Αγία Ρωσία» η μικρή Πρωσία, προτού γίνει «η πρώτη μεγάλη Δύναμη της Ευρώπης»; Και μήπως δεν κρέμεται καθημερινά πάνω απ’ το κεφάλι μας η δαμόκλειος σπάθη ενός πολέμου, που απ’ την πρώτη μέρα του όλες οι χάρτινες συμμαχίες των πριγκίπων θα σκορπιστούν σαν τ’ άχυρα στον αέρα, ενός πολέμου· που γι’ αυτόν τίποτα δεν είναι βέβαιο, εκτός από την απόλυτη αβεβαιότητα για την έκβαση του, ενός φυλετικού πολέμου με τον όποιο ολόκληρη η Ευρώπη θα ερημώσει από δεκαπέντε ως είκοσι εκατομμύρια οπλισμένους άντρες, και που αν δεν λυσσομανά ακόμα είναι μονάχα γιατί και το πιο ισχυρό από τα μεγάλα στρατιωτικά κράτη τρομάζει μπροστά στο γεγονός ότι είναι απόλυτα αδύνατο να προβλεφθεί το τελικό αποτέλεσμα;

Γι’ αυτό έχουμε ακόμη μεγαλύτερο καθήκον να ξανακάνουμε προσιτά στους γερμανούς εργάτες τα μισοξεχασμένα λαμπρά αυτά τεκμήρια της διορατικότητας της διεθνούς εργατικής πολιτικής στα 1870.

Ότι είπα για τις δυο αυτές διακηρύξεις, ισχύει και για τη διακήρυξη για τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία. Στις 28 του Μάη, μπροστά στην υπεροχή των δυνάμεων του εχθρού, υπόκυψαν στις πλαγιές της Μπελβίλ οι τελευταίοι μαχητές της Κομμούνας και μόλις δυο μέρες υστέρα, στις 30 του Μάη, ο Μαρξ διάβασε μπροστά στο Γενικό Συμβούλιο την εργασία του όπου περιγράφεται η ιστορική σημασία της Κομμούνας του Παρισιού με σύντομες, δυνατές, μα τόσο αδρές και πριν απ’ όλα τόσο αληθινές γραμμές, που δεν τις έφτασε ξανά κανένας σ’ όλη την άφθονη φιλολογία που γράφτηκε γύρω απ’ αυτό το θέμα.

Χάρη στην οικονομική και πολιτική ανάπτυξη της Γαλλίας απ’ το 1789, διαμορφώθηκε εδώ και πενήντα χρόνια μια τέτια κατάσταση στο Παρίσι, που καμιά επανάσταση δεν μπορούσε να ξεσπάσει σ’ αυτό χωρίς να πάρει προλεταριακό χαρακτήρα, έτσι που το προλεταριάτο που είχε κερδίσει τη νίκη με το αίμα του, εμφανίστηκε ύστερα από τη νίκη με τις δικές του διεκδικήσεις. Αυτές οι διεκδικήσεις ήταν λίγο πολύ ακαθόριστες, ακόμα και μπερδεμένες, ανάλογα με τον κάθε φορά βαθμό ανάπτυξης των παρισινών εργατών. Τελικά όμως όλες έτειναν προς την κατάργηση της ταξικής αντίθεσης ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες και τους εργάτες. Είναι αλήθεια ότι δεν ήξεραν πώς έπρεπε να γίνει αυτό. Ωστόσο αυτή η διεκδίκηση, όσο ακαθόριστα κι αν ήταν διατυπωμένη, έκλεινε μέσα της μια απειλή για το κοινωνικό καθεστώς που υπήρχε. Οι εργάτες που την πρόβαλαν ήταν ακόμη οπλισμένοι, Γι’ αυτό, για τους αστούς που κρατούσαν το τιμόνι του κράτους, πρωταρχική προσταγή ήταν να αφοπλιστούν οι εργάτες. Κι έτσι, ύστερα από κάθε επανάσταση που κέρδιζαν οι εργάτες, ξεσπάει ένας νέος αγώνας που τελειώνει με την ήττα των εργατών.

Αυτό συνέβηκε για πρώτη φορά στα 1848. Οι φιλελεύθεροι αστοί της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης οργάνωναν συμπόσια για να πετύχουν την εκλογική μεταρρύθμιση που θα εξασφάλιζε την κυριαρχία του κόμματος τους. Στον αγώνα τους με την κυβέρνηση αναγκάζονταν όλο και πιο πολύ να κάνουν έκκληση στο λαό, κι υποχρεώνονταν βαθμιαία να δίνουν το προβάδισμα στα ριζοσπαστικά και δημοκρατικά στρώματα της αστικής τάξης και των μικροαστών. Μα πίσω απ’ αυτούς βρίσκονταν οι επαναστάτες εργάτες, κι οι εργάτες αυτοί είχαν αποχτήσει από το 1830[8] πολύ μεγαλύτερη πολιτική αυτοτέλεια απ’ ό,τι το υποπτεύονταν οι αστοί κι οι δημοκρατικοί ακόμα. Τη στιγμή της κρίσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, οι εργάτες άρχισαν τη μάχη στους δρόμους. Ο Λουδοβίκος Φίλιππος εξαφανίστηκε και μαζί του εξαφανίστηκε και η εκλογική μεταρρύθμιση, στη θέση της ξεπρόβαλε η δημοκρατία και μάλιστα μια δημοκρατία που οι ίδιοι νικητές εργάτες την χαρακτήρισαν «κοινωνική» δημοκρατία. Ωστόσο κανένας δεν είχε ξεκαθαρίσει τι σήμαινε αυτή η κοινωνική δημοκρατία, ούτε κι οι ίδιοι οι εργάτες. Όμως τώρα είχαν όπλα και αποτελούσαν μια δύναμη μέσα στο κράτος. Γι’ αυτό, οι αστοί δημοκράτες που βρίσκονταν στην εξουσία, μόλις ένιωσαν λίγο-πολύ στέρεο το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια τους, ο πρώτος σκοπός που επιδίωξαν ήταν ν’ αφοπλίσουν τους εργάτες. Αυτό έγινε στην εξέγερση του Ιούνη του 1848[9] στην οποία τους έσπρωξαν με την άμεση αθέτηση του λόγου τους, με ανοιχτό χλευασμό και την απόπειρα να εξορίσουν τους άνεργους σε μια απόμακρη επαρχία. Η κυβέρνηση είχε φροντίσει να έχει συντριπτική υπεροχή δυνάμεων. Ύστερα από ηρωικό αγώνα που κράτησε πέντε μέρες, οι εργάτες νικήθηκαν. Και τότες επακολούθησε μια σφαγή των άοπλων αιχμαλώτων, που παρόμοια δεν είχε γίνει από την εποχή των εμφύλιων πολέμων που προετοίμασαν την πτώση της ρωμαϊκής δημοκρατίας. Ήταν η πρώτη φορά που η αστική τάξη έδειχνε σε τι σημείο έξαλλης σκληρότητας μπορεί να φτάσει στην εκδίκησή της, μόλις τολμήσει το προλεταριάτο να ορθωθεί απέναντι της σαν ξεχωριστή τάξη με τις δικές του διεκδικήσεις και τα δικά του συμφέροντα. Κι όμως, το 1848 δεν ήταν παρά παιχνιδάκι μπροστά στη λύσσα της αστικής τάξης το 1871.

Η τιμωρία ακολουθούσε κατά πόδι. Αν το προλεταριάτο δεν μπορούσε ακόμα να κυβερνήσει τη Γαλλία, η αστική τάξη δεν μπορούσε πια να την κυβερνά. Τουλάχιστο όχι τότε, που στην πλειοψηφία της ήταν ακόμα μοναρχική κι ήταν χωρισμένη σε τρία δυναστικά κόμματα[10] και σ’ ένα τέταρτο, δημοκρατικό. Οι εσωτερικές της διαμάχες έδοσαν τη δυνατότητα στον τυχοδιώχτη Λουδοβίκο Βοναπάρτη να πάρει στα χέρια του όλα τα κλειδιά της εξουσίας –το στρατό, την αστυνομία, το διοικητικό μηχανισμό– και στις 2 του Δεκέμβρη 1851[11], να τινάξει στον αέρα το τελευταίο φρούριο της αστικής τάξης, την εθνοσυνέλευση. Άρχισε η δεύτερη αυτοκρατορία[12], η εκμετάλλευση της Γαλλίας από μια σπείρα πολιτικούς και οικονομικούς τυχοδιώκτες, μα σύγχρονα άρχισε και μια βιομηχανική ανάπτυξη, που ποτέ δεν ήταν δυνατή στο στενόκαρδο και φοβισμένο σύστημα του Λουδοβίκου Φιλίππου, κάτω από την αποκλειστική κυριαρχία μονάχα μιας μικρής μερίδας της μεγαλοαστικής τάξης. Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης αφαίρεσε την πολιτική εξουσία από τους κεφαλαιοκράτες με το πρόσχημα ότι θα τους προστατέψει αυτούς, τους αστούς, από τους εργάτες, και από την άλλη, ότι θα προστατέψει τους εργάτες από τους αστούς. Σε αντάλλαγμα όμως η κυριαρχία του ευνόησε την κερδοσκοπία και τη βιομηχανική δραστηριότητα, με μια λέξη, την ανάπτυξη και τον πλουτισμό ολόκληρης της αστικής τάξης, σε πρωτάκουστο ως τα τότε βαθμό. Είναι αλήθεια ότι σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό αναπτύχθηκε η διαφθορά και η μαζική κλεψιά που κέντρο της ήταν η αυτοκρατορική αυλή που έβγαζε μεγάλα ποσοστά απ’ αυτό τον πλουτισμό.

Μα η δεύτερη αυτοκρατορία ήταν μια έκκληση στο γαλλικό εθνικισμό, ήταν η διεκδίκηση των συνόρων της πρώτης αυτοκρατορίας που χάθηκαν το 1814, τουλάχιστον των συνόρων της πρώτης δημοκρατίας[13]. Μια γαλλική αυτοκρατορία, μέσα στα σύνορα της παλιάς μοναρχίας και μάλιστα μέσα στα πιο κουτσουρεμένα ακόμη σύνορα του 1815 –δεν ήταν δυνατό να κρατηθεί πολύν καιρό. Απ’ αυτό βγήκε η ανάγκη να κάνει από καιρό σε καιρό πολέμους και η ανάγκη για επέχταση των συνόρων. Καμιά όμως συνοριακή επέχταση δεν θάμπωνε τόσο τη φαντασία των γάλλων εθνικιστών, όσο η επέχταση προς τη γερμανική αριστερή όχθη του Ρήνου. Ένα τετραγωνικό μίλι στο Ρήνο είχε γι’ αυτούς μεγαλύτερη αξία από δέκα στις Άλπεις ή οπουδήποτε αλλού. Με τη δεύτερη αυτοκρατορία η διεκδίκηση ν’ αποδοθεί ξανά στη Γαλλία η αριστερή όχθη του Ρήνου, είτε μεμιάς, είτε τμηματικά, δεν ήταν παρά ζήτημα χρόνου. Η ώρα έφτασε με τον πρωσο-αυστριακό πόλεμο του 1866[14]. Όταν ο Βοναπάρτης είδε ότι γελάστηκε και από τον Μπίσμαρκ και εξαιτίας της δικής του υπερπανούργας δισταχτικής πολιτικής και δεν πήρε την «εδαφική αποζημίωση» που περίμενε, δεν του έμεινε άλλο τίποτα παρά να κάνει πόλεμο, που ξέσπασε το 1870 και που τον οδήγησε πρώτα στο Σεντάν κι από κει στη Βίλχελμσχέε[15].

Αναπόφευκτη συνέπεια ήταν η επανάσταση του Παρισιού στις 4 του Σεπτέμβρη 1870. Η αυτοκρατορία σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος κι ανακηρύχτηκε πάλι η δημοκρατία. Ο εχθρός όμως βρισκόταν έξω από τις πύλες του Παρισιού, οι στρατιές της αυτοκρατορίας είτε ήταν κυκλωμένες στο Μετς χωρίς ελπίδα να ξεφύγουν, ή κρατούνταν αιχμάλωτες στη Γερμανία. Στην κρίσιμη αυτή κατάσταση ο λαός επέτρεψε στους δουλευτές του Παρισιού του προηγούμενου νομοθετικού σώματος να εμφανιστούν σαν «κυβέρνηση εθνικής άμυνας». Και το δέχτηκε αυτό τόσο πιο εύκολα που για το σκοπό της άμυνας όλοι οι ικανοί να κρατούν όπλα παρισινοί είχαν καταταχθεί τώρα στην Εθνοφυλακή κι ήταν οπλισμένοι, κι έτσι τώρα οι εργάτες αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία. Δεν άργησε όμως να ξεσπάσει σε σύγκρουση η αντίθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση, που αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από αστούς, και στο οπλισμένο προλεταριάτο. Στις 31 του Οχτώβρη εργατικά τάγματα κατέλαβαν με έφοδο το δημαρχείο και πιάσανε μερικά από τα μέλη της κυβέρνησης. Η προδοσία, η άμεση αθέτηση του λόγου της από την κυβέρνηση και η παρέμβαση μερικών μικροαστικών ταγμάτων τους απελευθέρωσαν ξανά και οι εργάτες για να μην ανάψουν τον εμφύλιο πόλεμο μέσα σε μια πόλη πολιορκημένη από ξένες στρατιωτικές δυνάμεις, άφησαν στη θέση της την παλιά κυβέρνηση.

Τέλος, στις 28 του Γενάρη 1871, συνθηκολόγησε το πεινασμένο Παρίσι. Συνθηκολόγησε όμως με τιμές άγνωστες ως τότε στην ιστορία των πολέμων. Τα φρούρια παραδόθηκαν, η οχυρωματική γραμμή που περιέβαλε το Παρίσι αφοπλίστηκε, ο ταχτικός στρατός και η κινητή φρουρά[16] παράδoσαν τα όπλα τους και θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου. Η εθνοφυλακή όμως κράτησε τα όπλα και τα κανόνια κι έκλεισε μόνο ανακωχή με τους νικητές. Οι ίδιοι οι νικητές δεν τόλμησαν να μπουν θριαμβευτικά στο Παρίσι. Το μόνο που τόλμησαν να καταλάβουν ήταν μια μικρή γωνιά του Παρισιού, που κι αύτη αποτελούνταν κατά ένα μέρος από δημόσια πάρκα. Κι αυτά μόνο για λίγες μέρες! Και σ’ όλο αυτό το διάστημα αυτοί, που 131 ολόκληρες μέρες κράτησαν περικυκλωμένο το Παρίσι, βρέθηκαν οι ίδιοι περικυκλωμένοι απ’ τους οπλισμένους εργάτες του Παρισιού που πρόσεχαν καλά να μην περάσει κανένας «πρώσος» τα στενά όρια της γωνιάς που είχε παραχωρηθεί στους ξένους καταχτητές. Τέτοιος ήταν ο σεβασμός που εμπνέανε οι εργάτες του Παρισιού στο στρατό, που μπροστά του είχαν καταθέσει τα όπλα όλες οι στρατιές της αυτοκρατορίας. Και οι πρώτοι Γιούνκερ (junkers), που είχαν έρθει να εκδικηθούν στην εστία της επανάστασης, αναγκάστηκαν να σταθούν με σεβασμό και να χαιρετίσουν τούτη ακριβώς την ένοπλη επανάσταση.

Όσο διαρκούσε ο πόλεμος, οι εργάτες του Παρισιού περιορίστηκαν να ζητούν τη δραστήρια συνέχιση του αγώνα. Τώρα όμως, που με τη συνθηκολόγηση του Παρισιού[17] είχε γίνει ειρήνη, τώρα ο Θιέρσος, ο νέος αρχηγός της κυβέρνησης αναγκάστηκε να καταλάβει ότι η κυριαρχία των κατεχουσών τάξεων –των μεγάλων γαιοχτημόνων και των κεφαλαιούχων– θα βρισκόταν σε αδιάκοπο κίνδυνο όσο οι εργάτες του Παρισιού κρατούσαν τα όπλα στα χέρια τους. Η πρώτη του πράξη ήταν η απόπειρα να τους αφοπλίσει. Στις 18 του Μάρτη έστειλε δυνάμεις του ταχτικού στρατού με τη διαταγή να αρπάξουν το πυροβολικό που ανήκε στην Εθνοφυλακή, το πυροβολικό που είχε κατασκευαστεί στη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού και που είχε πληρωθεί με δημόσιο έρανο. Η απόπειρα απότυχε, το Παρίσι ξεσηκώθηκε σαν ένας άνθρωπος για να αντισταθεί. Έτσι κηρύχτηκε ο πόλεμος ανάμεσα στο Παρίσι και τη γαλλική κυβέρνηση, που είχε την έδρα της στις Βερσαλλίες. Στις 26 του Μάρτη έγιναν οι εκλογές της Κομμούνας του Παρισιού και στις 28 την ανακήρυξαν. Η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφυλακής που είχε ασκήσει ως τότε την εξουσία, υπόβαλε την παραίτηση της στην Κομμούνα, αφού πρώτα κατάργησε με διάταγμα τη σκανδαλώδικη «αστυνομία ηθών» του Παρισιού. Στις 30[18] η Κομμούνα κατάργησε τη στρατιωτική θητεία και τον ταχτικό στρατό και ανακήρυξε σαν μοναδική ένοπλη δύναμη την Εθνοφυλακή, στην οποία θα ανήκαν όλοι οι πολίτες οι ικανοί να κρατούν όπλα. Χάρισε όλα τα νοίκια για τις κατοικίες από τον Οχτώβρη του 1870 ως τον Απρίλη του 1871, συμψηφίζοντας στα ενοίκια της περιόδου που θ’ ακολουθούσε τα ποσά που είχαν ήδη πληρωθεί και ανάστειλε κάθε πούληση ενεχύρων στο δημαρχιακό ενεχυροδανειστήριο. Την ίδια μέρα[19] επικυρώθηκε η εκλογή των ξένων υπηκόων στην Κομμούνα, γιατί η «σημαία της Κομμούνας είναι σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας»[20]. Την 1η του Απρίλη αποφασίστηκε, ο μεγαλύτερος μισθός οποιουδήποτε υπαλλήλου της Κομμούνας, συνεπώς και των ίδιων των μελών της, να μη ξεπερνάει τις 6.000 φράγκα (4.800 μάρκα). Την επόμενη μέρα ψηφίστηκε το διάταγμα για το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος και για την κατάργηση όλων των κρατικών επιχορηγήσεων για θρησκευτικούς σκοπούς καθώς και για τη μετατροπή όλων των εκκλησιαστικών χτημάτων σε εθνική ιδιοχτησία. Ύστερα απ’ αυτό διατάχθηκε στις 8 του Απρίλη, κι εφαρμόστηκε σιγά-σιγά η απομάκρυνση από τα σχολειά όλων των θρησκευτικών συμβόλων και εικόνων, και η κατάργηση, όλων των θρησκευτικών δογμάτων και προσευχών –με μια λέξη «καθετί που ανάγεται στη σφαίρα της ατομικής συνείδησης»[21]. Μπροστά στις καθημερινές εκτελέσεις αγωνιστών της Κομμούνας που πιάνονταν αιχμάλωτοι από τα στρατεύματα των Βερσαλλιών, εκδόθηκε στις 5 του Απρίλη ένα διάταγμα για τη σύλληψη ομήρων, που ποτέ όμως δεν εφαρμόστηκε. Στις 6 του Απρίλη το 137 τάγμα της Εθνοφυλακής έβγαλε τη λαιμητόμο και την έκαψε δημόσια μέσα σε λαϊκό αλαλαγμό. Στις 12 του Απρίλη η Κομμούνα αποφάσισε να κατεδαφίσει τη στήλη της νίκης στην Πλατεία της Βαντόμ (Place Vendome)[22], που είναι χυμένη από το μέταλλο των κανονιών που είχε κυριεύσει ο Ναπολέοντας υστέρα από τον πόλεμο του 1809, γιατί αποτελούσε σύμβολο εθνικισμού και μίσους ανάμεσα στους λαούς. Το διάταγμα αυτό εκτελέστηκε στις 16 του Μάη. Στις 16 του Απρίλη η Κομμούνα διάταξε μια στατιστική απογραφή των εργοστασίων που τα είχαν κλείσει οι εργοστασιάρχες και την επεξεργασία σχεδίων για τη λειτουργία αυτών των εργοστασίων από τους εργάτες που εργάζονταν πριν σ’ αυτά και που τώρα θα οργανώνονταν σε συνεργατικούς συνεταιρισμούς καθώς και για την οργάνωση αυτών των συνεργατικών συνεταιρισμών σε μια μεγάλη Ένωση. Στις 20 του Απρίλη η Κομμούνα κατάργησε τη νυχτερινή δουλειά για τους αρτεργάτες καθώς και τα γραφεία εξεύρεσης εργασίας που από τον καιρό της δεύτερης αυτοκρατορίας τα διαχειρίζονταν μονοπωλιακά ορισμένα υποκείμενα –πρώτης γραμμής εκμεταλλευτές των εργατών– που τα είχε διορίσει η αστυνομία. Τα γραφεία αυτά μεταβιβάστηκαν στα δημαρχεία των είκοσι διαμερισμάτων (arrondissements) του Παρισιού. Στις 30 του Απρίλη η Κομμούνα διάταξε το κλείσιμο των ενεχυροδανειστηρίων που αποτελούσαν μια ιδιωτική εκμετάλλευση των εργατών, κι έρχονταν σ’ αντίθεση, με το δικαίωμα των εργατών στα εργαλεία της δουλειάς τους και με το δικαίωμα να παίρνουν πιστώσεις. Στις 5 του Μάη αποφάσισε να κατεδαφίσει το παρεκκλήσι που είχε χτιστεί σαν εξιλέωση για την εκτέλεση του Λουδοβίκου XVI.

Έτσι από τις 18 του Μάρτη πρόβαλε καθαρά και έντονα ο ταξικός χαρακτήρας του παρισινού κινήματος που με τον πόλεμο ενάντια στην ξενική επέμβαση, είχε ως τώρα απωθηθεί στο βάθος της σκηνής. Και μια και στην Κομμούνα έπαιρναν μέρος σχεδόν μόνο εργάτες ή αναγνωρισμένοι εκπρόσωποι των εργατών, οι αποφάσεις της είχαν αποφασιστικά προλεταριακό χαρακτήρα. Είτε ψήφιζε μεταρρυθμίσεις, που η δημοκρατική αστική τάξη τις είχε παραλείψει μόνο από δειλία, που αποτελούσαν όμως απαραίτητη βάση για τη λεύτερη δράση της εργατικής τάξης, όπως η εφαρμογή της αρχής ότι η θρησκεία είναι καθαρά ιδιωτική υπόθεση των ατόμων στη σχέση τους προς το κράτος, είτε έπαιρνε αποφάσεις που εξυπηρετούσαν άμεσα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και που μερικά έθιγαν βαθιά το παλιό κοινωνικό καθεστώς. Για την πραγματοποίηση όμως όλων αυτών μέσα σε μια πολιορκημένη πόλη μπορούσαν να γίνουν το πολύ-πολύ τα πρώτα μόνο βήματα. Άλλωστε από τις αρχές του Μάη όλες τις δυνάμεις τους τις απορροφούσε ο αγώνας ενάντια στα στρατεύματα που συγκέντρωνε όλο και σε μεγαλύτερο αριθμό η κυβέρνηση των Βερσαλλιών.

Στις 7 του Απρίλη τα στρατεύματα των Βερσαλλιών είχαν καταλάβει το πέρασμα του Σηκουάνα στο Νεϊγί στο δυτικό μέτωπο του Παρισιού, αντίθετα όμως, στις 11 του Απρίλη σε μια επίθεση του στρατηγού Εντ στο νότιο μέτωπο αποκρούστηκαν με βαριές απώλειες. Το Παρίσι βομβαρδιζόταν συνεχώς και μάλιστα από τους ίδιους εκείνους ανθρώπους που είχαν στιγματίσει σαν ιεροσυλία το βομβαρδισμό της ίδιας αυτής πόλης από τους πρώσους. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι εκλιπαρούσαν την πρωσική κυβέρνηση να επιστρέψει γρήγορα τους γάλλους στρατιώτες που είχαν αιχμαλωτίσει στο Σεντάν και στο Μετς, για να ξανακαταλάβουν το Παρίσι για λογαριασμό τους. Η βαθμιαία επιστροφή αυτών των στρατευμάτων έδοσε από τις αρχές του Μάη αποφασιστική υπεροχή στις δυνάμεις των Βερσαλλιών. Αυτό φάνηκε κιόλας στις 23 του Απρίλη, όταν ο Θιέρσος διέκοψε τις διαπραγματεύσεις για την ανταλλαγή που πρότεινε η Κομμούνα, του αρχιεπισκόπου του Παρισιού[23] και πολλών άλλων παπάδων που κρατούνταν όμηροι στο Παρίσι, με μόνο τον Μπλανκί[24], που είχε εκλεγεί δυο φορές στην Κομμούνα, μα ήταν φυλακισμένος στο Κλερβό. Φάνηκε ακόμα περισσότερο στην αλλαγμένη γλώσσα του Θιέρσου. Ως τότε ήταν συγκρατημένος και διφορούμενος, τώρα έγινε ξαφνικά αυθάδης, απειλητικός, βάναυσος. Στις 3 του Μάη οι βερσαλλιέροι κατέλαβαν το οχυρό του Μουλέν Σακέ, στο νότιο μέτωπο, στις 9 το φρούριο του Ισύ που καταστράφηκε ολότελα από το κανονίδι και στις 14 το φρούριο της Βανβ. Στο δυτικό μέτωπο προχωρούσαν σιγά-σιγά κυριεύοντας τα πολυάριθμα χωριά και τα χτίρια που απλώνονταν ως τα τείχη της πόλης, ώσπου έφτασαν στην κυρία οχυρωματική γραμμή. Στις 21 με προδοσία και από αμέλεια του φυλακίου της Εθνοφρουράς στο σημείο αυτό, κατάφεραν να μπουν μέσα στην πόλη. Οι πρώσοι που κρατούσαν τα βορινά και ανατολικά οχυρά επέτρεψαν στα στρατεύματα των Βερσαλλιών να περάσουν μέσα από την απαγορευμένη, σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής, ζώνη στο βορινό μέρος της πόλης κι έτσι να προχωρήσουν και να επιτεθούν σ’ ευρύ μέτωπο που οι παρισινοί πίστευαν πώς καλύπτονταν από τους όρους της ανακωχής και για το λόγο αυτό το φρουρούσαν μόνο με μικρές δυνάμεις. Αυτό είχε σαν συνέπεια να προβληθεί μικρή μόνο αντίσταση στο δυτικό μισό τμήμα του Παρισιού, στις καθαυτό πλούσιες συνοικίες της πόλης. Όσο τα στρατεύματα του εισβολέα πλησίαζαν στο ανατολικό τμήμα του Παρισιού, στην καθαυτό εργατούπολη, τόσο η αντίσταση δυνάμωνε και γινόταν πιο πεισματική. Μόνο υστέρα από οχταήμερο αγώνα υπόκυψαν στα υψώματα της Μπελβίλ και του Μενιλμοντάν οι τελευταίοι υπερασπιστές της Κομμούνας και τότες έφτασε στο αποκορύφωμα της η σφαγή των αόπλων ανδρών, γυναικών και παιδιών, η σφαγή που μάνιαζε όλη τη βδομάδα, σε διαρκώς αυξανόμενη έχταση. Το τουφέκι δεν σκότωνε πια αρκετά γρήγορα, γι’ αυτό οι νικημένοι εκτελούνταν μαζικά κατά εκατοντάδες με τα πολυβόλα (mitrailleuse). Ο «Τοίχος των Ομόσπονδων»[25] στο νεκροταφείο του Περ-Λασέζ[26], όπου έγινε η τελευταία μαζική σφαγή, ορθώνεται ακόμα σήμερα, βουβή μα εύγλωττη μαρτυρία για τη λύσσα που είναι ικανή να φθάσει η κυρίαρχη τάξη, μόλις το προλεταριάτο τολμήσει να παλαίψει για το δίκιο του. Ύστερα, όταν αποδείχτηκε ότι ήταν αδύνατο να τους σφάξουν όλους, άρχισαν να κάνουν μαζικές συλλήψεις, να τουφεκίζουν τα θύματα που διάλεγαν αυθαίρετα μέσα από τις γραμμές των αιχμαλώτων και να μεταφέρνουν τους υπόλοιπους σε μεγάλα στρατόπεδα, όπου περίμεναν να δικαστούν από στρατοδικεία. Τα πρωσικά στρατεύματα που περικύκλωναν το βορινό τμήμα του Παρισιού είχαν διαταγή να μην αφήσουν κανένα φυγάδα να περάσει, μα οι αξιωματικοί έκαναν συχνά στραβά μάτια, όταν οι φαντάροι άκουγαν περισσότερο το πρόσταγμα του ανθρωπισμού από τις διαταγές του Γενικού Επιτελείου. Ιδιαίτερη τιμή ανήκει στο σαξονικό σώμα στρατού που φέρθηκε με πολύ ανθρωπισμό κι άφησε να περάσουν πολλοί που ήταν ολοφάνερο ότι ήταν μαχητές της Κομμούνας.

* * *

Αν σήμερα, ύστερα από είκοσι χρόνια, ρίξουμε μια ματιά πίσω στη δράση και στην ιστορική σημασία της Κομμούνας του Παρισιού του 1871, θα δούμε ότι είναι ανάγκη να κάνουμε μερικές προσθήκες στην περιγραφή της που γίνεται στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία.

Τα μέλη της Κομμούνας χωρίζονταν σε μια πλειοψηφία, τους μπλανκιστές που επικρατούσαν και στην Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφυλακής, και σε μια μειοψηφία: μέλη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών[27], κυρίως από οπαδούς της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν[28]. Οι μπλανκιστές, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε την εποχή εκείνη σοσιαλιστές μόνο από επαναστατικό και προλεταριακό ένστικτο. Λίγοι μόνον είχαν αποχτήσει μεγαλύτερη σαφήνεια αρχών, χάρη στον Βαγιάν που γνώριζε το γερμανικό επιστημονικό σοσιαλισμό[29].

Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ότι στον οικονομικό τομέα η Κομμούνα παράλειψε αρκετά πράγματα, που κατά τη σημερινή μας αντίληψη, έπρεπε να τα είχε κάνει. Δυσκολότερα βέβαια από όλα μπορεί να κατανοηθεί το γεγονός ότι η Κομμούνα στάθηκε ευλαβικά με ιερό σεβασμό μπροστά στις πόρτες της Τράπεζας της Γαλλίας. Αυτό ήταν επίσης σοβαρό πολιτικό λάθος. Η τράπεζα στα χέρια της Κομμούνας –αυτό θα άξιζε περισσότερο από δέκα χιλιάδες ομήρους[30]. Θα σήμαινε την πίεση που θα ασκούσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών ολόκληρη η αστική τάξη για να κλείσει ειρήνη με την Κομμούνα. Πιο αξιοθαύμαστα όμως ακόμα είναι τα τόσα σωστά πράγματα που έκανε η Κομμούνα μ’ όλο που αποτελούνταν από μπλανκιστές και προυντονιστές. Φυσικά οι προυντονιστές ήταν κυρίως υπεύθυνοι για τα οικονομικά διατάγματα της Κομμούνας, τόσο για τις αξιέπαινες όσο και για τις μη αξιέπαινες πλευρές τους, όπως οι μπλανκιστές ήταν υπεύθυνοι για τις πολιτικές της πράξεις και παραλείψεις. Και στις δυο περιπτώσεις η ειρωνεία της ιστορίας θέλησε –όπως συνήθως συμβαίνει όταν έρχονται στην εξουσία οι δογματικοί– να κάνουν και οι δυο το αντίθετο απ’ ό,τι όριζε η θεωρία της σχολής τους.

Ο Προυντόν, ο σοσιαλιστής του μικροχωρικού και του βιοτέχνη μάστορα, μισούσε την οργάνωση με θετικό μίσος. Έλεγε γι’ αυτήν ότι περικλείνει περισσότερο κακό παρά καλό, ότι από τη φύση της είναι άγονη, ακόμη και βλαβερή, γιατί αποτελεί ένα είδος δεσμά στην ελευθερία του εργάτη, ότι είναι ένα καθαρά στείρο και οχληρό δόγμα που βρίσκεται σε διάσταση, τόσο με την ελευθερία του εργάτη, όσο και με την οικονομία της εργασίας, ότι τα μειονεχτήματά της μεγάλωναν γρηγορότερα από τά πλεονεχτήματά της, ότι απέναντι σ’ αυτήν ο ανταγωνισμός, ο καταμερισμός της δουλειάς, η ατομική ιδιοχτησία, αποτελούν οικονομικές δυνάμεις. Μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις –όπως τις αποκαλεί ο Προυντόν– της μεγάλης βιομηχανίας και των μεγάλων επιχειρήσεων, όπως οι σιδηρόδρομοι, έχει θέση η οργάνωση των εργατών (βλέπε: «Idee Generale de la Revolution», 3eme etude. «Γενική Ιδέα της Eπανάστασης», 3η μελέτη)[31].

Στα 1871, η μεγάλη βιομηχανία, ακόμη και στο Παρίσι, σ’ αυτό το κέντρο της χειροτεχνίας, είχε τόσο πολύ πάψει ν’ αποτελεί εξαίρεση που το πιο σημαντικό διάταγμα της Κομμούνας θέσπιζε μια οργάνωση της μεγάλης βιομηχανίας, ακόμα και της χειροτεχνίας, που έπρεπε να βασίζεται όχι μόνο στην οργάνωση των εργατών μέσα σε κάθε εργοστάσιο, μα και που έπρεπε να συνενώσει όλους αυτούς τους συνεταιρισμούς σε μια μεγάλη ένωση, με λίγα λόγια, μια οργάνωση που, όπως πολύ σωστά λέει ο Μαρξ στον Εμφύλιο Πόλεμο, τελικά θα έπρεπε να καταλήξει στον κομμουνισμό, δηλαδή ακριβώς το αντίθετο της προυντονικής θεωρίας. Και γι’ αυτό η Κομμούνα έγινε επίσης ο τάφος της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν. Σήμερα η σχολή αυτή έχει εξαφανιστεί από τους γαλλικούς εργατικούς κύκλους. Τώρα σ’ αυτούς επικρατεί αναντίρρητα η θεωρία του Μαρξ, όχι λιγότερο ανάμεσα στους ποσιμπιλιστές[32], απ’ ό,τι ανάμεσα στους «μαρξιστές». Μόνο ανάμεσα στη «ριζοσπαστική» αστική τάξη υπάρχουν ακόμα προυντονιστές.

Οι μπλανκιστές δεν είχαν καλύτερη τύχη. Διαπαιδαγωγημένοι στη σχολή της συνωμοσίας κι ενωμένοι με την αυστηρή πειθαρχία που ανταποκρίνεται σ’ αυτήν, ξεκινούσαν από την άποψη, ότι ένας σχετικά μικρός αριθμός από αποφασισμένους, καλά οργανωμένους ανθρώπους είναι ικανοί σε μια δοσμένη ευνοϊκή στιγμή, όχι μόνο να πάρουν το πηδάλιο του κράτους στα χέρια τους μα ακόμα, και με μια δραστήρια και ανελέητη δράση να το κρατήσουν τόσο, ώσπου να κατορθώσουν να τραβήξουν τη μάζα του λάου στην επανάσταση και να την συσπειρώσουν γύρω από την καθοδηγητική μικρή ομάδα. Για το σκοπό αυτό χρειάζονταν πριν απ’ όλα αυστηρότατη διχτατορική συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης. Και τί έκανε η Κομμούνα, που στην πλειοψηφία της αποτελούνταν από τέτοιους ακριβώς μπλανκιστές; Σ’ όλες της τις διακηρύξεις προς τους γάλλους των επαρχιών, τους καλούσε να σχηματίσουν μια ελεύθερη ομοσπονδία από όλες τις γαλλικές κοινότητες μαζί με το Παρίσι, μια εθνική οργάνωση που για πρώτη φορά θα δημιουργούνταν πραγματικά από το ίδιο το έθνος. Και ίσα-ίσα η καταπιεστική δύναμη της προηγούμενης συγκεντρωτικής κυβέρνησης –στρατός, πολιτική αστυνομία και γραφειοκρατία– που είχε δημιουργήσει ο Ναπολέων στα 1798 και που από τότε την παραλάβαινε, σαν βολικό όργανο κάθε καινούργια κυβέρνηση και την χρησιμοποιούσε ενάντια στους αντιπάλους της, ακριβώς αυτή η δύναμη έπρεπε παντού να πέσει όπως είχε κιόλας γκρεμιστεί στο Παρίσι.

Η Κομμούνα αναγκάστηκε αμέσως από την αρχή να αναγνωρίσει ότι όταν η εργατική τάξη έρθει πια στην εξουσία δεν μπορεί να εξακολουθεί να διοικεί με την παλιά κρατική μηχανή, ότι η εργατική αύτη τάξη, για να μην ξαναχάσει την κυριαρχία που μόλις έχει καταχτήσει, πρέπει, από τη μια, να παραμερίσει όλη την παλιά καταπιεστική μηχανή που ως τότε είχε χρησιμοποιηθεί εναντίον της, και, από την άλλη, να εξασφαλίσει τον εαυτό της από τους ίδιους της τους βουλευτές και υπαλλήλους, ορίζοντας ότι όλοι, δίχως καμιά εξαίρεση, μπορούν ν’ ανακληθούν σ’ οποιαδήποτε στιγμή. Ποιά ήταν η χαρακτηριστική ιδιομορφία του ως τα τώρα κράτους; Για την εξυπηρέτηση των κοινών συμφερόντων η κοινωνία είχε αρχικά δημιουργήσει δικά της όργανα με τον απλό καταμερισμό της δουλειάς. Τα όργανα όμως αυτά που η κορυφή τους είναι η κρατική εξουσία, εξυπηρετώντας τα δικά τους ειδικά συμφέροντα, είχαν με τον καιρό μετατραπεί από υπηρέτες της κοινωνίας σε αφέντες της όπως το βλέπουμε λ.χ., όχι μόνο στην κληρονομική μοναρχία, μα και στην αστική δημοκρατία. Πουθενά οι «πολιτικοί» δεν αποτελούν ένα πιο ξεχωριστό και πιο ισχυρό τμήμα του έθνους, όσο ακριβώς στη Βόρεια Αμερική. Εδώ το καθένα από τα δυο μεγάλα κόμματα, που διαδέχονται το ένα το άλλο στην εξουσία, διευθύνεται με τη σειρά του από ανθρώπους που κάνουν την πολιτική προσοδοφόρα υπόθεση, που κερδοσκοπούν πάνω στις έδρες της νομοθετικής συνέλευσης τόσο της Ομοσπονδίας όσο και των ξεχωριστών Πολιτειών ή που ζουν από τη ζύμωση που κάνουν για το κόμμα τους και που όταν το κόμμα τους νικήσει ανταμείβονται με θέσεις. Είναι γνωστό πως οι αμερικάνοι τριάντα χρόνια τώρα προσπαθούν ν’ αποτινάξουν το ζυγό αυτό που έγινε αφόρητος και πως, παρ’ όλα αυτά, βουλιάζουν όλο και πιο βαθιά μέσα στο βάλτο της διαφθοράς. Ακριβώς στην Αμερική μπορούμε να δούμε καλύτερα πώς συντελείται αυτή η ανεξαρτοποίηση της κρατικής εξουσίας από την κοινωνία που αρχικά ήταν προορισμένη να γίνει απλό όργανο της. Εδώ δεν υπάρχει καμιά δυναστεία, δεν υπάρχουν ευγενείς ούτε μόνιμος στρατός, εκτός από τους λίγους άνδρες για την επίβλεψη των Ινδιάνων, δεν υπάρχει ούτε γραφειοκρατία με μόνιμες θέσεις ή με δικαίωμα σύνταξης. Κι όμως, έχουμε εδώ δυο μεγάλες συμμορίες από πολιτικούς κερδοσκόπους που παίρνουν διαδοχικά στα χέρια τους την κρατική εξουσία και την εκμεταλλεύονται με τα πιο διεφθαρμένα μέσα και για τους πιο διεφθαρμένους σκοπούς, ενώ το έθνος είναι ανίσχυρο μπροστά στους δυο μεγάλους αυτούς συνασπισμούς των πολιτικών, πού βρίσκονται δήθεν στην υπηρεσία του, μα που στην πραγματικότητα το εξουσιάζουν και το καταληστεύουν.

Ενάντια σ’ αύτη τη μετατροπή του κράτους και των κρατικών οργάνων από υπηρέτες της κοινωνίας σε αφέντες της, μια μετατροπή που είναι αναπόφευγη σ’ όλα τα ως τα τώρα κράτη, η Κομμούνα, χρησιμοποίησε δυο αλάνθαστα μέσα. Πρώτα, σ’ όλες τις θέσεις –διοικητικές, δικαστικές και εκπαιδευτικές– έβαλε υπαλλήλους εκλεγμένους με βάση την καθολική ψηφοφορία όλων των ενδιαφερομένων, και μάλιστα με το δικαίωμα των ίδιων των ενδιαφερομένων ν’ ανακαλούν τον αντιπρόσωπο τους οποιαδήποτε στιγμή. Και δεύτερο, πλήρωνε στους υπαλλήλους της, στους ανώτερους και στους κατώτερους, μονάχα το μισθό που έπαιρναν οι άλλοι εργάτες. Ο μεγαλύτερος μισθός που γενικά πλήρωνε η Κομμούνα ήταν 5.000 φράγκα. Έτσι μπήκε ένα σίγουρο εμπόδιο στη θεσιθηρία και στον αριβισμό, ακόμα και χωρίς τις δεσμευτικές εντολές[33] πού έπαιρναν χώρια απ’ όλα τ’ άλλα οι αντιπρόσωποι στα αντιπροσωπευτικά σώματα.

Αυτό το τσάκισμα (Spengung) της παλιάς κρατικής εξουσίας και η αντικατάστασή της από μια καινούργια, αληθινά δημοκρατική εξουσία, περιγράφεται διεξοδικά στο τρίτο μέρος του Εμφυλίου Πολέμου. Ήταν όμως απαραίτητο να σταματήσουμε εδώ με συντομία για άλλη μια φορά σ’ ορισμένα χαρακτηριστικά του, γιατί ακριβώς στη Γερμανία η δεισιδαιμονία για το κράτος πέρασε από τη φιλοσοφία στην κοινή συνείδηση της αστικής τάξης, κι ακόμα και σε πολλούς εργάτες. Σύμφωνα με τη φιλοσοφική άποψη, το κράτος είναι η «πραγματοποίηση της Ιδέας»[34] ή η βασιλεία του θεού πάνω στη γη, μεταφρασμένη σε φιλοσοφική γλώσσα, το πεδίο όπου ή αιώνια αλήθεια και η δικαιοσύνη πραγματοποιούνται ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Κι από δω πηγάζει ένας δεισιδαιμονικός σεβασμός προς το κράτος και προς το καθετί που συνδέεται με το κράτος, ένας σεβασμός που ριζώνει τόσο πιο εύκολα, όσο έχουμε συνηθίσει από τα πιο μικρά μας χρόνια να φανταζόμαστε ότι όλες οι υποθέσεις και τα συμφέροντα που είναι κοινά για ολόκληρη την κοινωνία δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν αλλιώς, παρά όπως εξυπηρετούνταν ως τώρα, δηλαδή από το κράτος και τα καλοδιορισμένα όργανα του. Και οι άνθρωποι φαντάζονται ότι κάνουν κιόλας ένα εξαιρετικά τολμηρό βήμα προς τα μπρος όταν απολυτρώνονται από την πίστη στην κληρονομική μοναρχία κι ορκίζονται στο όνομα της αστικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα όμως, το κράτος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μηχανή για την καταπίεση μιας τάξης από μια άλλη και μάλιστα όχι λιγότερο στην αστική δημοκρατία απ’ ότι γίνεται στη μοναρχία! Και στην καλύτερη περίπτωση, το κράτος είναι ένα κακό που κληροδοτείται στο προλεταριάτο, που νίκησε στον αγώνα για την ταξική κυριαρχία και που τις χειρότερες πλευρές του, όπως το έκαμε η Κομμούνα δεν μπορεί να μην τις περικόψει όσο το δυνατό γρηγορότερα ωσότου μια γενιά, μεγαλωμένη μέσα σε νέες και ελεύθερες κοινωνικές συνθήκες, θα είναι σε θέση να πετάξει όλα αυτά τα παλιοπράματα πού αποτελούν το κράτος.

Τον τελευταίο καιρό, τον σοσιαλδημοκράτη φιλισταίο[35] τον πιάνει ξανά ένας ιερός τρόμος όταν ακούει τις λέξεις: Διχτατορία του προλεταριάτου. Ε, λοιπόν κύριοι, θέλετε να μάθετε τί λογής είναι αύτη η διχτατορία; Κοιτάξτε την Παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν ή διχτατορία του προλεταριάτου.

Λονδίνο, στην εικοστή επέτειο
της Παρισινής Κομμούνας,
27 του Μάρτη 1891
Φρίντριχ Έγκελς

Γράφτηκε από τον Φρ. Έγκελς για τη νέα έκδοση του έργου του Καρλ Μαρξ: Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία.

Βερολίνο 1891.


Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Καρλ Μαρξ - Φρ. Έγκελς
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————–

[1]. (Συνεχίζεται το σχόλιο για το βιβλίο). Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία γραμμένος ειδικά με τη μορφή διακήρυξης, υστέρα από εντολή της Διεθνούς στον Μαρξ, τέλειωσε στις 30 Μάη του 1871 αφ’ ότου έπεσε και το τελευταίο οδόφραγμα στο Παρίσι κι αφ’ ότου ο Μαρξ συνέταξε δυο προσχέδια προτού να καταλήξει στο τελικό κείμενο. Γραμμένο στα Αγγλικά, πρωτοεκδόθηκε στις 13 Ιούνη 1871, σε χίλια αντίτυπα στο Λονδίνο. Η γρήγορη εξάντληση των 1.000 πρώτων αντιτύπων, οδήγησε στη δεύτερη έκδοση που πουλιόταν στους εργάτες με μειωμένη τιμή. Σ’ αυτή τη δεύτερη έκδοση ο Μαρξ διόρθωσε τα τυπογραφικά λάθη της πρώτης και πρόσθεσε και το δεύτερο ντοκουμέντο στο «Παράρτημα». Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, υστέρα από εξάντληση της δεύτερης, κυκλοφόρησε και τρίτη έκδοση του έργου στην οποία ο Μαρξ διόρθωσε ορισμένες ανακρίβειες που υπήρχανε στις δυο πρώτες.

Στα 1871-1872, Ο Εμφύλιος Πόλεμος μεταφράστηκε στα Γαλλικά, Γερμανικά, Ρώσικα, Ισπανικά, Βελγικά, και Ιταλικά και δημοσιεύτηκε ολόκληρος ή σε αποσπάσματα σε πολλές εφημερίδες, περιοδικά και φυλλάδια στην Ευρώπη και την Αμερική. Η γερμανική μετάφραση έγινε από τον Έγκελς και δημοσιεύτηκε στο «Der Volksstaat» σε συνέχεια (Ν. 52-61). Εκδόθηκε επίσης και σαν ξεχωριστό φυλλάδιο στη Λειψία. Στη μετάφραση του αύτη, ο Έγκελς έκανε ορισμένες επουσιώδεις αλλαγές στο αρχικό κείμενο. Περισσότερες έγιναν στην νέα γερμανική έκδοση του 1876, αφιερωμένη στα πεντάχρονα της Κομμούνας. Το 1891, ο Έγκελς θέλοντας να βοηθήσει στη νέα γερμανική έκδοση του βιβλίου, αφιερωμένη στα εικοσάχρονα της Κομμούνας, συμπεριέλαβε στο έργο και δυο άλλες δουλειές του Μαρξ, την Πρώτη και Δεύτερη Διακήρυξη του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών για το γάλλο-πρωσικό πόλεμο. Παράλληλα έγραψε και μια εισαγωγή εξαιρετικά διαφωτιστική για το έργο και τα γεγονότα της Κομμούνας. Η γαλλική μετάφραση του Εμφύλιου, πρωτοδημοσιεύτηκε στην «L’ Internationale» τον Ιούλη-Σεπτέμβρη 1871 στις Βρυξέλλες. Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε σε φυλλάδιο. Η μετάφραση εκδόθηκε από τον ίδιο το Μαρξ, ο όποιος έκανε και αρκετές αλλαγές στα δοκίμια. Η πρώτη ρώσικη έκδοση κυκλοφόρησε το 1871 στη Ζυρίχη και χρησίμευσε σαν βάση για τις επόμενες πολυπληθείς εκδόσεις. Στα 1905 κυκλοφόρησε μια νέα έκδοση βασισμένη στη γερμανική του 1891. Επιμελητής της ήταν ο Βλαντιμίρ Ιλίτς Λένιν. Στη νέα αυτή έκδοση ο Λένιν αφαίρεσε όλες τις διαστροφές και ανακρίβειες των προηγουμένων εκδόσεων και ξαναπρόσθεσε όλα εκείνα τα κομμάτια πού ’χαν αφαιρεθεί από την τσαρική λογοκρισία.

[2]. ΕΙΣΑΓΩΓΗ. Ο Φρίντριχ Έγκελς έγραψε την εισαγωγή αύτη για την τρίτη γερμανική έκδοση του έργου του Μαρξ: Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία, που συνέπιπτε με την εικοστή επέτειο της Παρισινής Κομμούνας, στη μνήμη της οποίας και την αφιέρωσε. Στην Εισαγωγή του αυτή ο Έγκελς, δεν αρκέστηκε μόνο στο να υπογραμμίσει την ιστορική σημασία της Παρισινής Κομμούνας και να καταδείξει την ανεπανάληπτη θεωρητική συμβολή του Μαρξ, αλλά έκανε και αρκετές προσθήκες γύρω από την Ιστορία της, που διαφωτίζουν σημαντικά την έρευνα, σχετικά με τη δράση των πρωταγωνιστών της και ιδιαίτερα των Μπλανκιστών και των Προυντονιστών. (Αργότερα ο Κάρολος Λογκέ και ο Αμεδαίος Ντινοά σε δυο διαφορετικές γαλλικές επανεκδόσεις του έργου, συμπλήρωσαν ή διόρθωσαν ορισμένες –κατά τη γνώμη τους– ανακρίβειες, στις όποιες περιέπεσε ο Έγκελς λόγω έλλειψης στοιχείων από αυτόπτες μάρτυρες). Ο Έγκελς έκρινε σωστό να συμπεριληφθούν σ’ αυτή την έκδοση και δυο άλλες εργασίες του Μαρξ, δηλαδή η Πρώτη και η Δεύτερη Διακήρυξη του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών για τον γάλλο-πρωσικό πόλεμο. Οι μελλοντικές εκδόσεις του «Εμφύλιου» περιλάβαιναν πια κατά κανόνα όχι μόνο την εισαγωγή του Έγκελς, άλλα και τις δύο αυτές διακηρύξεις που συνέταξε ο Μαρξ. Αρχικά η εισαγωγή του Έγκελς δημοσιεύτηκε στο θεωρητικό όργανο του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος: «Die Neue Zeit» («Νέοι Καιροί», Νο 28, τόμ. II, 1890-91). Από επέμβαση της σύνταξης του περιοδικού, αλλοιώθηκε η τελευταία παράγραφος του κειμένου μια και οι συντάχτες έκριναν σκόπιμο να μετατρέψουν το «σοσιαλδημοκράτες Φιλισταίοι» σε «Γερμανοί Φιλισταίοι». Είναι πια γνωστή η αποδοκιμασία του Έγκελς για την αυθαίρετη αύτη αλλαγή. (Γράμμα του Ρ. Φίσερ στον Έγκελς, 17 Μάρτη 1891). Παρ’ όλα αυτά ο Έγκελς, διατήρησε στο φυλλάδιο τις αλλαγμένες λέξεις, πιθανόν γιατί δεν ήθελε να κυκλοφορούν ταυτόχρονα δυο διαφορετικές παραλλαγές της δουλειάς του. Η σημερινή έκδοση αποκαθιστά το πρωτότυπο.

[3]. Η Δεκάτη Ογδόη Μπριμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα της μαρξιστικής φιλολογίας. Γράφτηκε από το Μαρξ στο διάστημα Δεκέμβρης του 1851 - Μάρτης του 1852 και ενώ βρισκόταν σε αδιάκοπη επαφή με τον Έγκελς για την ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τα γεγονότα της Γαλλίας. Στο έργο του αυτό ο Μαρξ αναλύει με μεγαλοφυή τρόπο τις βασικές αντιλήψεις του ιστορικού υλισμού για την πάλη των τάξεων, την προλεταριακή επανάσταση και τη διχτατορία του προλεταριάτου. Βασικά όμως εκείνο που για πρώτη φορά καταδείχνει και αποδείχνει με ακρίβεια, είναι ή θεμελιακή του αντίληψη για το τσάκισμα (Sprengung) της αστικής κρατικής μηχανής, και την αντικατάστασή της από εκείνη του προλεταριάτου. Διχτατορία του προλεταριάτου χωρίς καταστροφή της αστικής κρατικής μηχανής είναι απάτη. Ο Μαρξ στηριζόμενος στην ίδια την ανάλυση της ιστορικής πραγματικότητας, θα το αποδείξει ξεκάθαρα και θα ξεσκεπάσει όλες τις μικροαστικές αυταπάτες των συγκαιρινών του. Η 18η Μπριμέρ δεν αποτελεί μόνο μιαν εργασία όλο μεγαλοφυΐα, μιαν έξοχη κατανόηση του συγκεκριμένου ιστορικού γίγνεσθαι, αποτελεί και πρότυπο γραφής, αριστουργηματική σύζευξη του ζωντανού λόγου με την επιστημονική ανάλυση και την ιστορική ακρίβεια.

[4]. Εδώ γίνεται αναφορά στους εθνικούς απελευθερωτικούς πολέμους του γερμανικού λαού (1813-1814) ενάντια στην επεχτατική δραστηριότητα του Ναπολέοντα.

[5]. Προς το τέλος των πολέμων ενάντια στη Γαλλία, αντιδραστικοί κύκλοι στη Γερμανία, χρησιμοποιούσαν το όνομα δημαγωγοί για να χαρακτηρίσουν όσους λάβαιναν μέρος στον αγώνα για την ένωση των γερμανικών κρατιδίων. Ο αγώνας αυτός, που γρήγορα ξαπλώθηκε ανάμεσα στους φοιτητές και διανοούμενους συνάντησε έντονα εμπόδια με αποτέλεσμα πολλοί από τους «δημαγωγούς» να καταλήξουν στη φυλακή και την εξορία.

[6]. Ο Έκτακτος νόμος (ή ο Αντισοσιαλιστικός νόμος) ψηφίστηκε στη Γερμανία στις 21 Οχτώβρη 1878 από την κυβέρνηση Μπίσμαρκ με σκοπό την καταπολέμηση του εργατικού και του σοσιαλιστικού κινήματος. Με το νόμο αυτό απαγορεύονταν όλες οι οργανώσεις του σοσιαλιστικού κόμματος, όλες οι μαζικές εργατικές οργανώσεις, όλος ό σοσιαλιστικός τύπος και οι εκδόσεις. Στα δώδεκα χρόνια που ίσχυσε, διαλύθηκαν 350 περίπου σοσιαλιστικές οργανώσεις, απελάθηκαν από τη Γερμανία 900 περίπου γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, φυλακίστηκαν 1500 και απαγορεύτηκαν εκατοντάδες εφημερίδες, βιβλία και περιοδικά. Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όμως δεν λύγισε. Άπλωσε και κάτω από τις παράνομες συνθήκες τη δράση του. Την 1 Οχτώβρη του 1890 κάτω από την πίεση του πλατιού πια εργατικού κινήματος ο αντισοσιαλιστικός έκτακτος νόμος καταργήθηκε.

[7]. Για περισσότερα βλ.σελίδες 45-46.

[8]. Η αναφορά γίνεται στη γαλλική αστική επανάσταση του Ιούλη του 1830.

[9]. Σαν εξέγερση του Ιούνη του 1848 έχει μείνει το ηρωικό ξεσήκωμα του Παρισινού προλεταριάτου ενάντια στην μπουρζουαζία. Η πρώτη αυτή σ’ όλο τον κόσμο ταξική αναμέτρηση μεταξύ προλεταριάτου και μπουρζουαζίας πνίγηκε στο αίμα και την αντεπαναστατική βία.

[10]. Εκείνον τον καιρό οι γάλλοι μοναρχικοί ήταν διαιρεμένοι σε τρία δυναστικά κόμματα: 1) στους Νομιμόφρονες, 2) τους Ορλεανιστές και 3) τους Βοναπαρτιστές. Νομιμόφρονες ονομαζόντουσαν οι οπαδοί του παλιότερου, «νόμιμου» κλάδου της δυναστείας των Βουρβώνων που είχε το στέμμα στη Γαλλία από το 1589 ως το 1792 και από το 1814 ως το 1830. Πρωτοσχηματίστηκαν σε κόμμα το 1830 μετά τη δεύτερη ανατροπή της δυναστείας. Οι Νομιμόφρονες εκπροσωπούσαν βασικά τα συμφέροντα των μεγαλοτσιφλικάδων και του ανώτερου κλήρου. Στα 1871 πήραν ενεργό μέρος στην αντεπαναστατική εκστρατεία κατά της Κομμούνας. Ορλεανιστές ονομαζόντουσαν οι οπαδοί του κλάδου της Ορλεάνης, που είχε το στέμμα στη Γαλλία από το 1830 ως το 1848 (Ιουλιανή μοναρχία). Οι Ορλεανιστές εκπροσωπούσαν βασικά τα συμφέροντα της χρηματιστικής αριστοκρατίας καθώς και των μεγαλοβιομηχάνων. Βοναπαρτιστές ονομάζονταν οι οπαδοί του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (Ναπολέων Γ΄).

[11]. Αναφέρεται στο πραξικόπημα το καθοδηγούμενο από τον τότε πρόεδρο της Γαλλίας Λουδοβίκο Βοναπάρτη. Το πραξικόπημα αυτό οδήγησε στη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης και αποτέλεσε την απαρχή για την εγκαθίδρυση της Βοναπαρτιστικής Δεύτερης αυτοκρατορίας.

[12]. Δεύτερη αυτοκρατορία της Γαλλίας ονομάστηκε η περίοδος κυριαρχίας του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (1852-1870). Η διάκριση αυτή γίνεται σε σχέση με την πρώτη αυτοκρατορία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη (1804-1814).

[13]. Η πρώτη δημοκρατία ανακηρύχτηκε το 1792 κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Γαλλικής Αστικής Επανάστασης.

[14]. Ο πρωσο-αυστριακός πόλεμος του 1866 έληξε με σημαντικές επιτυχίες της Πρωσίας σε βάρος της Αυστρίας, την οποία και απόκλεισε από τη Γερμανική Ομοσπονδία. Ο Μπίσμαρκ αναπτύσσοντας έντονη διπλωματική δραστηριότητα, κατόρθωσε να αδρανοποιήσει κατά τη διάρκεια του πολέμου τον Ναπολέοντα Γ΄, δίνοντάς του μιαν αόριστη υπόσχεση ότι δεν θα εναντιωνόταν στην κατάληψη των γερμανικών εδαφών μεταξύ Ρήνου και Μοζέλα από τη Γαλλία, εφ’ όσον αυτή θα τηρούσε μιαν ευμενή ουδετερότητ απέναντι στην Πρωσία.

[15]. Στις 1 με 2 Σεπτέμβρη του 1870 διεξήχθηκε μια από τις αποφασιστικότερες μάχες του γαλλο-πρωσικού πολέμου στην περιοχή του Σεντάν, μια πόλη της βορειοανατολικής Γαλλίας. Η μάχη αυτή είχε σαν αποτέλεσμα τη συντριβή του γαλλικού στρατού. Σύμφωνα με τους όρους της παράδοσης ο Ναπολέων Γ΄ και περισσότεροι από 80.000 αξιωματικοί και οπλίτες πιάστηκαν αιχμάλωτοι πολέμου. Από τις 5 Σεπτέμβρη του 1870 ως τις 19 Μάρτη του 1871, ο Ναπολέων Γ΄ περιορίστηκε στον πύργο Βίλχελμσχέε στο Κασέλ. Η κατάσταση του Σεντάν επιτάχυνε την πτώση της Δεύτερης αυτοκρατορίας και οδήγησε στη Γαλλική Δημοκρατία της 4ης Σεπτεμβρίου του 1870. [Μόνο με τη βοήθεια των αυστιακών στρατευμάτων κατοχής μπόρεσε η γαλλική μπουρζουαζία να συντρίψει τους εξεγερμένους εργάτες του Παρισιού. Παρακάτω στην υποσημειωση 105 διαβάζουμε: «Στην προσπάθεια του να ενισχύσει τις αντεπαναστατικές στρατιωτικές δυνάμεις, έτσι που να υποτάξει ευκολότερα το επαναστατημένο Παρίσι, ο Θιέρσος ζήτησε τη βοήθεια του Μπίσμαρκ. Η κυβέρνηση του Θιέρσου σύμφωνα με τις προκαταρκτικές συνομιλίες για την ειρήνευση, είχε αποδεχτεί τους όρους των Πρώσων για διατήρηση στρατιωτικής δύναμης λιγότερης από 40.000 άνδρες. Η εξέγερση του παρισινού προλεταριάτου την έφερε σε αδιέξοδο. Έτσι, αφού διαβεβαίωσε τον Μπίσμαρκ ότι τα νέα στρατεύματα θα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για το πνίξιμο της εξέγερσης του Παρισιού, πήραν την άδεια του. Σύμφωνα με τη συμφωνία της Ρουέν της 28 Μάρτη 1871 η γαλλική κυβέρνηση μπορούσε να αυξήσει το στρατό της στους 80.000 και κατόπιν στους 100.000 άνδρες. Στη βάση του ελεεινού αυτού συμβιβασμού, το γερμανικό επιτελείο επαναπάτρισε βιαστικά τους Γάλλους αιχμαλώτους πολέμου και κύρια αυτούς που είχανε συλληφθεί στο Σεντάν και το Μετς. Έτσι με την ανοιχτή βοήθεια αυτών που κατάγγειλαν σαν “αιώνιους εχθρούς του γαλλικού έθνους” και που για τον “αγώνα” ενάντια τους, σφάγιασαν το άνθος της γαλλικής νεολαίας, οι ιππότες της γαλλικής μπουρζουαζίας έπνιξαν στο αίμα το Παρισινό προλεταριάτο. Η αντεπαναστατική αυτή συμμαχία, ξεσκέπασε στους ευρωπαϊκούς λαούς τους αστικούς “πατριωτικούς” μύθους, δείχνοντας τους καθαρά την σκοπιά από την οποία βλέπει πάντα η αστική τάξη τα πράγματα».(Θ.Θ.)].

[16]. Κινητή Φρουρά ονομάστηκαν οι στρατιωτικοί σχηματισμοί που σχηματίστηκαν με απόφαση της προσωρινής κυβέρνησης το Φλεβάρη του 1848 με σκοπό το χτύπημα της επανάστασης. Τους σχηματισμούς αυτούς αποτελούσαν κατά κύριο λόγο τα πιο αντιδραστικά και διεφθαρμένα στοιχεία των κατωτέρων στρωμάτων του Παρισιού. Χρησιμοποιήθηκαν για να καταπνίξουν την εξέγερση του Ιούνη.

[17]. Εδώ αναφέρεται στην προσωρινή γαλλο-γερμανική συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε στις Βερσαλλίες στις 26 Φλεβάρη του 1871 από τον Ζίλ Φαβρ από τη μιά πλευρά και τον Μπίσμαρκ από την άλλη. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας η Γαλλία υποχρεωνόταν να παραχωρήσει την Αλσατία και το ανατολικό τμήμα της Λωραίνης στη Γερμανία και να πληρώσει πολεμική αποζημείωση ύψους 5 δισ. φράγκων. Η τελική συμφωνία υπογράφτηκε στη Φρανκφούρτη στις 10 Μάη του 1871.

[18]. Κατά τον Ντινοά στις 29.

[19]. Κατά τον Ντινοά στις 30 και η απόφαση αυτή αφορούσε μόνο τον Ούγγρο Λεό Φράνκελ (1844-1896) γιατί μόνο αυτός βγήκε σαν ξένος στις εκλογές της 26 του Μάρτη.

[20]. Απόσπασμα από αναφορά της επιτροπής της Κομμούνας για τις εκλογές που δημοσιεύτηκε στο όργανο της Κομμούνας («Journal Officiel de la R.F.», No 90, 31 Μαρτη 1871).

[21]. Εδώ ο Έγκελς αναφέρεται πιθανόν στο περιεχόμενο μιας διαταγής που εξέδοσε ο εξουδιοδοτημένος από την Παρισινή Κομμούνα εκπρόσωπος της Παιδείας και που δημοσιεύτηκε στη («Journal Officiel» Νο 132, 12 Μάη 1871.

[22]. Στήλη της νίκης στην πλατεία Βαντόμ, ονομάστηκε η αναμνηστική στήλη που κατασκευάστηκε στο Παρίσι το 1806 για τις νίκες του Ναπολέοντα το 1805. Για την κατασκευή του μιλιταριστικού αυτού μνημείου, χρησιμοποιήθηκε το μέταλλο 1200 κανονιών, λαφύρων του Ναπολέοντα στις μάχες με τους Ρώσους και τους Αυστριακούς. Στην κορυφή της στήλης τοποθετήθηκε ένας αδριάντας του Ναπολέοντα. Με διαταγή της Κομμούνας η στήλη γκρεμίστηκε. Η αντεπανάσταση ξανάστησε μετά τη συντριβή των κομμουνάρων τη στήλη στην ίδια θέση.

[23]. Νταρμπουά Ζορζ (1813-1871): Αρχιεπίσκοπος του Παρισιού. Εκτελέστηκε από τους κομμουνάρους.

[24]. Μπλανκί, Λουί Ογκίστ (1805 - 1881): Ένας από τους διασημότερους γάλλους επαναστάτες. Πήρε μέρος σ’ όλες σχεδόν τις εξεγέρσεις και επαναστάσεις πού ’γιναν στη Γαλλία στα χρόνια του. Γι’ αυτό και κυνηγήθηκε αλύπητα από το αστικό κράτος που τον εξόρισε και τον φυλάκισε για πάνω από 36 χρόνια. Το απέραντο θάρρος του, η επαναστατική του αδιαλλαξία και η ολοκληρωτική του αφοσίωση στην υπόθεση της επανάστασης και του προλεταριάτου τον ανάδειξαν σε σεβαστό ηγέτη της γαλλικής εργατιάς. Η ταύτιση της θεωρητικής αντίληψης με την πραχτική δράση υπήρξε γι’ αυτόν αδιαίρετη και εφαρμόστηκε πιστά σ’ όλη του τη ζωή, μια και όπως είπε «το καθήκον ενός επαναστάτη είναι να αγωνίζεται πάντοτε, να αγωνίζεται παρόλα αυτά, να αγωνίζεται μέχρι θανάτου». Οι θεωρίες του, όμως, μείγμα ουτοπικού κομμουνισμού και επαναστατικού βολονταρισμού, υποτιμούσαν κατά κανόνα την αναγκαιότητα της μαζικής δουλειάς, την αναγκαιότητα της κινητοποίησης ολόκληρης της τάξης, την ίδια την ταξική πάλη τελικά. Έτσι ό Μπλανκισμός έτεινε να αντικαταστήσει την ταξική σύγκρουση, με την βίαιη αναμέτρηση μιας μικρής ομάδας αποφασισμένων επαναστατών ενάντια σ’ ολόκληρη την αστική τάξη. Γι’ αυτό και οι Μαρξ-Έγκελς και ο Λένιν μ’ όλο το σεβασμό και εκτίμηση πού ’χαν στο πρόσωπο του, δεν παραιτήθηκαν ποτέ από μιαν αυστηρή κριτική των βασικών του λαθών. (Βλέπε Β.Ι. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 10ος, σελ. 360, 4η ρωσική έκδοση).

[25]. Τώρα συνήθως λέγεται «Τοίχος των Κομμουνάρων».

[26]. Το κυριότερο νεκροταφείο του Παρισιού που πήρε το όνομα του ιησουίτη Λασέζ, εξομολογητή του Λουδοβίκου ΙΔ΄.

[27]. Η Διεθνής Ένωση Εργατών (Α΄ Διεθνής) ιδρύθηκε στις 28 του Σεπτέμβρη του 1864 στο Λονδίνο. Από τότε αποτέλεσε την ψυχή κάθε συνειδητής εργατικής επαναστατικής δράσης σ’ όλη την Ευρώπη. Τα μέλη της πάντα μπροστά σε κάθε κοινωνικό και ταξικό αγώνα, δεν μπορούσαν να απουσιάσουν από την Παρισινή Κομμούνα. Κατά τον Λογκέ η διαπίστωση αύτη του Έγκελς δεν είναι απόλυτα σωστή: η μεν πλειοψηφία της Κομμούνας είχε τρεις μονάχα καθαρούς Μπλανκιστές, ενώ η Κεντρική Επιτροπή δεν είχε κανένα καθαρό Μπλανκιστή. Η μειοψηφία είχε βέβαια περισσότερη ιδεολογική συνοχή χωρίς όμως και αυτή να μπορεί να χαρακτηριστεί σαν αποκλειστικά αποτελούμενη από Προυντονιστές ή μέλη της Διεθνούς.

[28]. Προυντόν Πιέρ-Ζοζέφ (1809-1865): Γάλλος οικονομολόγος και κοινωνιολόγος, ένας από τους σημαντικότερους αναρχικούς στοχαστές με σημαντική επίδραση στο Λατινικό, κυρίως, εργατικό κίνημα. Κατάκρινε με μεγάλη σφοδρότητα την καπιταλιστική ιδιοκτησία, αλλά όχι τον ίδιο τον καπιταλισμό μια και στη θέση του σύγχρονου αστικού κράτους, έβαζε την ουτοπική κοινωνία των μικρών ιδιοκτητών, τις αντιθέσεις της οποίας θα έλυνε μια «Τράπεζα του Λάου» που θα διέθετε «δωρεάν πιστώσεις» σ’ όλους τους εργαζόμενους, δίνοντας τους έτσι την ευκαιρία να αποκτήσουν παραγωγικά μέσα. Ο Προυντόν είναι συγγραφέας πολλών έργων. Το γνωστότερό του απ’ όλα, είναι Η Φιλοσοφία της Αθλιότητας, έργο στο όποιο άσκησε συντριπτική κριτική ο Καρλ Μαρξ με το διάσιμο έργο του Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας (1847). Από τότε η ιδεολογική επιρροή του Προυντονισμού μειώνεται βαθμιαία ώσπου εξαφανίζεται οριστικά στις αρχές του αιώνα μας.

[29]. Κατά τον Λογκέ την ιδεολογική του αυτή επιρροή πάνω στους μπλανκιστές την άσκησε ο Εντουάρ Βαγιάν (1840-1915) μετά την πτώση της Κομμούνας. Τότε –πάντα κατά τον Λογκέ– είναι που ο Βαγιάν συνδέθήκε με τον Μαρξ, ήλθε σε επαφή με τον επιστημονικό σοσιαλισμό και άρχισε να απαγκιστρώνεται από τις «καθαρές» μπλανκιστικές απόψεις.

[30]. Ο Λογκέ αναφέρει ότι κανένας από τους κομμουνάρους δεν γνώριζε ότι η Τράπεζα είχε σε διάφορες αξίες μέσα στα θησαυροφυλάκιά της 3.323.000.000 χρυσά φράγκα. Εκτός απ’ αυτό καταλογίζει στην Κομμούνα και ένα βαρύ πολιτικό σφάλμα: ότι δεν έκλεισε τις πύλες του Παρισιού κι έτσι άφησε την κυβέρνηση των αντεπαναστατών να φύγει ανενόχλητη.

[31]. Η αναφορά εδώ γίνεται για το έργο του Προυντόν: Γενική Ιδέα της Επανάστασης του 19ου Αιώνα, Παρίσι, 1851. Μια κριτική Θεώρηση των απόψεων που εκφράζει ο Προυντόν σ’ αυτό του το έργο, δόθηκε από τον Καρλ Μαρξ σ’ ένα γράμμα του στον Έγκελς με ημερομηνία 8 Αυγούστου 1851. Συστηματική όμως κριτική υπάρχει στο έργο του Έγκελς: Αναλυτική Κριτική Πάνω στη “Γενική Ιδέα της Επανάστασης του 19ου Αιώνα” του Προυντόν.

[32]. Ποσιμπιλιστές (Μπ. Μαλόν, Π. Μπρους κ.ά.). Οπορτουνιστική, μικροαστική-ρεφορμιστική τάση στους κόλπους του γαλλικού εργατικού κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι ποσιμπιλιστές αρνιόντουσαν το επαναστατικό πρόγραμμα, την επαναστατική τακτική και στρατηγική του προλεταριακού κινήματος, προσπαθώντας να περιορίσουν την εργατική πάλη στα πλαίσια του «δυνατού» (=possible).

[33]. Δεσμευτική εντολή, ονομάστηκε ο θεσμός σύμφωνα με τον οποίο, οι εκλεγόμενοι (αντιπρόσωποι, βουλευτές κλπ.) δεν είχαν το δικαίωμα να ακολουθούν τη δικιά τους κρίση, αλλά όφειλαν να ψηφίζουν σύμφωνα με τις εντολές που τους δίνανε οι εκλογείς τους.

[34]. Εννοεί τη Φιλοσοφία του Έγελου.

[35]. Βλέπι σημείωση 2, τελευταία παράγραφος.