Οι πρόλογοι αυτοί γράφτηκαν από τον Έγκελς το 1884 και το 1891 αντίστοιχα για την πρώτη και για την τέταρτη έκδοση του σημαντικού έργου του: «Η Καταγωγή της Οικογένειας της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους». Τους δημοδιεύουμε όπως τους ανατύπωσαν από τα «Διαλεχτά Έργα» των Μαρξ - Έγκελς, οι Εκδόσεις «Κλασικά Κείμενα». Πρέπει να τονίσουμε ότι το έργο αυτό του Έγκελς μεταφράστηκε αμέσως σ’ όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης.
Τα παρακάτω κεφάλαια αποτελούν ως ένα βαθμό εκτέλεση διαθήκης. Ο ίδιος ο Καρλ Μαρξ είχε σκοπό να εκθέσει τα συμπεράσματα των ερευνών του Μόργκαν σε σχέση με τα αποτελέσματα της δίκης του –μέσα σε ορισμένα όρια μπορώ να πω της δικής μας– υλιστικής έρευνας της ιστορίας κι έτσι πια να εξηγήσει όλη τους τη σημασία. Γιατί ο Μόργκαν ανακάλυψε ξανά στην Αμερική, με δικό του τρόπο, την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, που την είχε ανακαλύψει πριν 40 χρόνια ο Μαρξ, και όταν έκανε τη σύγκριση της βαρβαρότητας και του πολιτισμού η αντίληψη αυτή τον οδήγησε στα κύρια της σημεία στα ίδια συμπεράσματα του Μαρξ. Και όπως οι ειδικοί οικονομολόγοι στη Γερμανία αποσιωπούσαν επίμονα το Κεφάλαιο με τον ίδιο ζήλο που χρόνια συνέχεια το αντιγράφανε, έτσι ακριβώς μεταχειρίστηκαν και την Ancient Society[1] του Μόργκαν οι εκπρόσωποι της «προϊστορικής» επιστήμης στην Αγγλία. Η δική μου εργασία μονάχα ελάχιστα μπορεί ν’ αντικαταστήσει εκείνο που δεν αξιώθηκε να κάνει ο αείμνηστος φίλος μου. Όμως στις λεπτομερειακές περιλήψεις του από τον Μόργκαν[2] βρίσκω κριτικές του παρατηρήσεις που τις αποδίνω εδώ όσο γίνεται.
Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη το καθοριστικό στοιχείο στην ιστορία είναι σε τελευταία ανάλυση: η παραγωγή και η αναπαραγωγή της άμεσης ζωής. Αυτή όμως με τη σειρά της έχει διπλό χαρακτήρα. Από τη μια μεριά, η παραγωγή των μέσων συντήρησης, αντικειμένων για τη διατροφή, το ντύσιμο, την κατοικία και των εργαλείων που χρειάζονται γι’ αυτά. Από την άλλη μεριά, η παραγωγή των ίδιων των ανθρώπων, η αναπαραγωγή του είδους[3]. Οι κοινωνικοί θεσμοί όπου ζουν οι άνθρωποι μιας ορισμένης ιστορικής εποχής και μιας ορισμένης χώρας, καθορίζονται και από τα δυο είδη της παραγωγής: από τη βαθμίδα ανάπτυξης, από τη μια μεριά, της εργασίας και, από την άλλη, της οικογένειας. Όσο λιγότερο αναπτυγμένη είναι ακόμα η εργασία, όσο πιο περιορισμένο το ποσό των προϊόντων της, επομένως και ο πλούτος της κοινωνίας, τόσο επικρατέστερα φαίνεται να κυριαρχείται η κοινωνική οργάνωση από τους συγγενικούς δεσμούς. Μέσα σ’ αυτή τη διάρθρωση της κοινωνίας που στηρίζεται στους συγγενικούς δεσμούς αναπτύσσεται ωστόσο όλο και περισσότερο η παραγωγικότητα της εργασίας. Μαζί της αναπτύσσονται και η ατομική ιδιοχτησία και η ανταλλαγή, οι διαφορές του πλούτου, η δυνατότητα αξιοποίησης ξένης εργατικής δύναμης και επομένως η βάση για ταξικές αντιθέσεις: καινούργια κοινωνικά στοιχεία, που γενεές ολόκληρες πασχίζουν να προσαρμόσουν το παλιό κοινωνικό καθεστώς στις νέες συνθήκες, ώσπου τέλος το ασυμβίβαστο και των δυο προκαλεί μια πλέρια ανατροπή. Η παλιά κοινωνία, που βασίζεται σε συγγενικές ενώσεις τινάζεται στον αέρα με τη σύγκρουση των αναπτυγμένων κοινωνικών τάξεων. Στη θέση της μπαίνει μια καινούργια κοινωνία οργανωμένη σε κράτος, που οι κατώτερες ενότητες του δεν είναι πια συγγενικές ενώσεις, αλλά τοπικές ενώσεις, μια κοινωνία όπου το οικογενειακό καθεστώς κυριαρχείται ολότελα από το καθεστώς της ιδιοχτησίας και όπου αναπτύσσονται τώρα ελεύθερα οι ταξικές εκείνες αντιθέσεις και οι ταξικοί αγώνες, που αποτελούν το περιεχόμενο όλης της ως τώρα γραφτής ιστορίας.
Η μεγάλη υπηρεσία του Μόργκαν είναι ότι ανακάλυψε και αποκατάστησε στις κύριες γραμμές αυτό το προϊστορικό θεμέλιο της γραφτής μας ιστορίας και ότι στις συγγενικές ενώσεις των βορειοαμερικανών Ινδιάνων βρήκε το κλειδί που μας λύνει τα σπουδαιότερα, άλυτα ως τα τώρα αινίγματα της αρχαιότατης ελληνικής, ρωμαϊκής και γερμανικής ιστορίας. Το σύγγραμμα του όμως δεν είναι έργο μιας ημέρας. Κάπου σαράντα χρόνια πάλεψε με το υλικό του, ώσπου το εξουσίασε πλέρια. Γι’ αυτό όμως και το βιβλίο του είναι από τα λίγα έργα του καιρού μας, που άφησαν εποχή.
Στην παρακάτω έκθεση ο αναγνώστης γενικά θα διακρίνει εύκολα τι είναι του Μόργκαν και τι πρόσθεσα εγώ. Στα ιστορικά μέρη για την Ελλάδα και τη Ρώμη δεν περιορίστηκα στα στοιχεία του Μόργκαν, μα πρόσθεσα ό,τι είχα στη διάθεση μου. Τα μέρη για τους κέλτες και τους γερμανούς ανήκουν κυρίως σε μένα. Ο Μόργκαν εδώ διέθετε πηγές σχεδόν μονάχα από δεύτερο χέρι και για τις γερμανικές συνθήκες –εκτός από τον Τάκιτο– μονάχα τις κακές φιλελεύθερες παραποιήσεις του κυρίου Φρίμαν. Τις οικονομικές εξηγήσεις, που για το σκοπό του Μόργκαν αρκούσαν, μα που για το δικό μου είναι απόλυτα ανεπαρκείς, τις επεξεργάστηκα όλες ξανά. Και τέλος είμαι φυσικά υπεύθυνος για όλα τα συμπεράσματα, οπού δεν αναφέρεται ρητά ο Μόργκαν.
Γράφτηκε από τον Φρίντριχ Έγκελς
για την πρώτη έκδοση του έργον του:
Η Καταγωγή της Οικογένειας,
της Ατομικής Ιδιοχτησίας και του Κράτους.
Ζυρίχη 1884.
Οι παλιότερες ογκώδεις εκδόσεις αυτού του έργου εξαντλήθηκαν εδώ και μισό χρόνο σχεδόν και ο εκδότης από καιρό κιόλας μου ζήτησε να φροντίσω για μια νέα έκδοση. Πιο επείγουσες δουλειές μ’ εμπόδισαν ως τα τώρα να το κάνω αυτό. Από τότε που βγήκε η πρώτη έκδοση πέρασαν εφτά χρόνια, που στο διάστημά τους σημείωσε σημαντικές προόδους η γνώση των πρωτόγονων μορφών της οικογένειας. Έπρεπε λοιπόν εδώ να γίνουν με επιμέλεια διορθώσεις και συμπληρώσεις. Και μάλιστα τόσο περισσότερο που η προβλεπόμενη στερεοτυπία του τωρινού κειμένου θα μου στερήσει τη δυνατότητα για ένα διάστημα να κάνω περισσότερες αλλαγές.
Υπέβαλα λοιπόν ολόκληρο το κείμενο σε φροντισμένη αναθεώρηση και έκανα μια σειρά προσθήκες, ελπίζοντας έτσι πως πήρα υπόψη μου, όπως επιβάλλεται, τη σημερινή κατάσταση της επιστήμης. Ακόμα, δίνω παρακάτω στον πρόλογο τούτο μια σύντομη επισκόπηση για την εξέλιξη της ιστορίας της οικογένειας από τον Μπάχοφεν ως τον Μόργκαν. Και το κάνω αυτό κυρίως γιατί η αγγλική προϊστορική σχολή με τη σοβινιστική χροιά της εξακολουθεί να κάνει ότι περνά από το χέρι της για ν’ αποσιωπήσει ολότελα την ανατροπή που έγινε με τις ανακαλύψεις του Μόργκαν στις αντιλήψεις για την πρωτόγονη ιστορία, ενώ σύγχρονα δεν ενοχλείται καθόλου να οικειοποιείται τα συμπεράσματα του Μόργκαν. Κι αλλού ακολουθούν, πού και πού μάλιστα με το παραπάνω, αυτό το αγγλικό παράδειγμα.
Η εργασία μου μεταφράστηκε σε διάφορες ξένες γλώσσες. Πρώτα στα ιταλικά: «L΄ origine della famillia, della proprieta privata e dello stato. Versione riveduta dall΄ autore, di Pasquale Martignetti», Benevento, 1885. Ύστερα στα ρουμανικά: «Origina familei, proprietatei private si a statului», traducere de Joan Nadejde, στο περιοδικό του Ιασίου «Contemporanul» , Σεπτέμβρης 1885 - Μάης 1886. Επίσης στα δανικά: «Familjens, Privatejendommens og Statens Oprindelse». Dansk, af Forfatteren gennemgaaet Udgave, besorget af Gerson Trier Kobenhavn 1888. Μια γαλλική μετάφραση του Ανρί Ραβέ, που έχει γίνει από τούτη τη γερμανική έκδοση, βρίσκεται στα πιεστήρια.
Ως τις αρχές της δεκαετίας 1860-1870 δεν μπορούσε να γίνεται λόγος για ιστορία της οικογένειας. Η ιστορική επιστήμη στον τομέα αυτόν βρισκόταν ακόμα τελείως κάτω από την επίδραση των πέντε βιβλίων του Μωυσή. Την πατριαρχική μορφή της οικογένειας, που στα βιβλία αυτά περιγράφεται πιο λεπτομερειακά από οπουδήποτε αλλού, δεν την θεωρούσαν μονάχα ασυζήτητα σαν την πιο παλιά μορφή της, μα επίσης –ύστερα από αφαίρεση της πολυγαμίας– την ταύτιζαν με τη σημερινή αστική οικογένεια, έτσι που ουσιαστικά ήταν σαν να μην είχε περάσει η οικογένεια απολύτως καμιά ιστορική εξέλιξη. Το πολύ-πολύ παραδέχονταν ότι στην πρωτόγονη εποχή μπορεί να υπήρξε μία περίοδος σεξουαλικής ακαταστασίας. Βέβαια εκτός από τη μονογαμία γνώριζαν την ανατολίτικη πολυγαμία, και την ινδοθιβετιανή πολυανδρία, αυτές όμως οι τρεις μορφές δεν μπορούσαν να μπουν σε μια ιστορική σειρά και φιγουράριζαν ασύνδετα η μια πλάι στην άλλη. Το ότι σε ορισμένους λαούς της παλιάς ιστορίας, καθώς και σε ορισμένους άγριους που υπάρχουν ακόμα, η καταγωγή δεν λογαριαζόταν από τον πατέρα, μα από τη μητέρα, επομένως νομιζόταν ότι ισχύει μονάχα η γυναικεία γραμμή, το ότι σε πολλούς σημερινούς λαούς απαγορεύεται ο γάμος μέσα σε ορισμένες μεγαλύτερες ομάδες, που τότε δεν τις είχαν εξετάσει πιο επισταμένα, και το ότι βρίσκεται αυτό το έθιμο σε όλα τα μέρη του κόσμου –αυτά τα γεγονότα ήταν βέβαια γνωστά και συγκεντρώνονταν όλο και περισσότερα τέτοια παραδείγματα. Όμως δεν ξέρανε τι να τα κάνουν και ακόμα και ο E. B. Tylor στο έργο του «Researches into the Early History of Mankind and the Development of Civilization»: (Έρευνες για την Πρώτόγονη Ιστορία της Ανθρωπότητας και η Εξέλιξη του Πολιτισμού, Λονδίνο 1865) τα αναφέρει σαν απλές «παράξενες συνήθειες», πλάι στην απαγόρευση που ισχύει σε μερικούς άγριους να μην αγγίζουν καιγόμενα ξύλα με σιδερένιο εργαλείο και άλλα παρόμοια θρησκευτικά παραμύθια.
Η ιστορία της οικογένειας χρονολογείται από το 1861, από τότε που εκδόθηκε το «Μητρικό Δίκαιο» («Mutterrecht») του Μπάχοφεν. Σ’ αυτό ο συγγραφέας διατυπώνει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: 1) Ότι οι άνθρωποι στην αρχή ζούσαν σε σεξουαλικές σχέσεις χωρίς περιορισμούς, τις οποίες χαρακτηρίζει εσφαλμένα ως εταιρισμό. 2) Ότι οι τέτοιες σχέσεις αποκλείουν κάθε σίγουρη πατρότητα, ότι επομένως και η καταγωγή μπορούσε να λογαριάζεται μονάχα από τη γυναικεία γραμμή –σύμφωνα με το μητρικό δίκαιο– και ότι αρχικά αυτό συνέβαινε σε όλους τους λαούς της αρχαιότητας. 3) Ότι για το λόγο αυτό εκτιμούσαν και σέβονταν τόσο πολύ τις γυναίκες, που, σαν μητέρες, ήταν οι μοναδικά σίγουροι γνωστοί γονείς της νεότερης γενιάς, ώστε, κατά την αντίληψη του Μπάχοφεν, έφτασαν στην απόλυτη κυριαρχία των γυναικών (γυναικοκρατία). 4) Ότι το πέρασμα στη μονογαμία, όπου η γυναίκα ανήκε αποκλειστικά σ’ έναν άντρα, περιέκλεινε την παράβαση μιας παμπάλαιας θρησκευτικής εντολής (δηλαδή πραγματικά την παράβαση του από παράδοση δικαιώματος των υπόλοιπων αντρών πάνω στην ίδια γυναίκα), μια παράβαση που έπρεπε να εξιλεωθεί ή να εξαγοραστεί η ανοχή της με μια χρονικά περιορισμένη έκδοση της γυναίκας.
Τις αποδείξεις γι’ αυτές τις θέσεις τις βρίσκει ο Μπάχοφεν σε πολυάριθμα χωρία της αρχαίας κλασικής φιλολογίας που τα μάζεψε μ’ εξαιρετική επιμέλεια. Κατά τη γνώμη του η εξέλιξη από τον «εταιρισμό» προς τη μονογαμία και από το μητρικό στο πατρικό δίκαιο γίνεται, ειδικά στους Έλληνες, σαν συνέπεια μιας παραπέρα εξέλιξης των θρησκευτικών παραστάσεων, μιας εισδοχής νέων θεοτήτων, που αντιπροσωπεύουν το νέο τρόπο αντίληψης, στο παλιό πατροπαράδοτο πάνθεο, που εκπροσωπούσε τις παλιές αντιλήψεις, έτσι που οι πρώτες όλο και περισσότερο απωθούν το δεύτερο στο βάθος της σκηνής. Κατά τον Μπάχοφεν λοιπόν δεν είναι η εξέλιξη των πραγματικών όρων ζωής των ανθρώπων, μα η θρησκευτική ανταύγεια αυτών των όρων ζωής στα κεφάλια των ίδιων των ανθρώπων που προκάλεσε τις ιστορικές αλλαγές στην αμοιβαία κοινωνική θέση του άντρα και της γυναίκας. Σύμφωνα μ’ αυτά ο Μπάχοφεν παρουσιάζει την «Ορέστεια» του Αισχύλου ως τη δραματική περιγραφή του αγώνα ανάμεσα στο μητρικό δίκαιο που έδυε και στο πατρικό δίκαιο, που στην ηρωική εποχή ανάτελλε και νικούσε. Η Κλυταιμνήστρα για χάρη του εραστή της Αίγισθου σκότωσε τον άντρα της, τον Αγαμέμνονα, που γύρισε από τον Τρωικό Πόλεμο. Ο Ορέστης όμως, που ήταν γιος της Κλυταιμνήστρας και του Αγαμέμνονα, εκδικείται το φόνο του πατέρα, σκοτώνοντας τη μητέρα του. Γι’ αυτό τον καταδιώκουν οι Ερινύες, οι δαιμονικές προστάτριες του μητρικού δικαίου, οι οποίες θεωρούν τη μητροκτονία σαν το πιο βαρύ, το πιο ανεξιλέωτο έγκλημα. Μα ο Απόλλωνας που με το χρησμό του έσπρωξε τον Ορέστη να κάνει την πράξη αυτή, και η Αθηνά που την καλούνε να δικάσει –οι δυο θεοί που εκπροσωπούν εδώ το καινούργιο καθεστώς του πατρικού δικαίου– τον προστατεύουν. Η Αθηνά ακούει και τα δυο μέρη. Όλη η διαμάχη συνοψίζεται σύντομα στη συζήτηση που γίνεται τώρα ανάμεσα στον Ορέστη και τις Ερινύες. Ο Ορέστης επικαλείται το γεγονός ότι η Κλυταιμνήστρα έκανε διπλό έγκλημα: γιατί σκοτώνοντας τον άντρα της σκότωσε μαζί και τον πατέρα του. Γιατί λοιπόν οι Ερινύες καταδιώκουν αυτόν κι όχι εκείνη, που είναι πολύ πιο φταίχτρα; Η απάντηση είναι χτυπητή:
Ο φόνος ενός ανθρώπου που δεν συγγενεύει με αίμα, κι αν ακόμα είναι ο άντρας της φόνισσας, εξιλεώνεται, δεν ενδιαφέρει τις Ερινύες. Δική τους δουλειά είναι μονάχα να καταδιώκουν το φόνο ανάμεσα στους αιμόαιμους και, κατά το μητρικό δίκαιο, το πιο βαρύ και το πιο ανεξιλέωτο είναι η μητροκτονία. Τώρα εμφανίζεται ο Απόλλωνας σαν συνήγορος του Ορέστη. Η Αθηνά βάζει του αρεοπαγίτες –τους Αθηναίους δικαστές– να ψηφίσουν. Οι ψήφοι είναι ίσοι για την αθώωση και την καταδίκη. Τότε η Αθηνά, σαν προϊστάμενη, δίνει την ψήφο της στον Ορέστη και τον αθωώνει. Το πατρικό δίκαιο νίκησε το μητρικό δίκαιο. Οι «θεοί της νέας γενιάς», όπως τους χαρακτηρίζουν οι ίδιες οι Ερινύες, νικούν τις Ερινύες, που πείθονται στο τέλος να αναλάβουν ένα νέο αξίωμα στην υπηρεσία του νέου καθεστώτος.
Αυτή η καινούργια, μα απόλυτα σωστή ερμηνεία της «Ορέστειας» είναι ένα από τα ωραιότερα και καλύτερα μέρη όλου του βιβλίου, αποδείχνει όμως ταυτόχρονα ότι ο Μπάχοφεν πιστεύει τουλάχιστον στις Ερινύες, στον Απόλλωνα και στην Αθηνά όσο και ο Αισχύλος στην εποχή του. Πιστεύει ακριβώς ότι στους ηρωικούς χρόνους της Ελλάδας έκαμαν το θαύμα να ανατρέψουν το μητρικό δίκαιο με το πατρικό δίκαιο. Είναι φανερό ότι μια τέτοια αντίληψη, που θεωρεί τη θρησκεία αποφασιστικό μοχλό της παγκόσμιας ιστορίας, θα πρέπει στο τέλος να καταλήγει σε καθαρό μυστικισμό. Είναι λοιπόν άχαρη, και όχι πάντα αποδοτική, δουλιά να διαβάζει κανείς το χοντρό σε σχήμα 4ο τόμο του Μπάχοφεν. Όλα αυτά όμως δε στενεύουν την αξία του, τη φράση για μιαν άγνωστη πρωτόγονη κατάσταση ακανόνιστων σεξουαλικών σχέσεων, με την απόδειξη ότι η αρχαία κλασική φιλολογία μας δείχνει ένα σωρό ίχνη σύμφωνα με τα οποία πριν από τη μονογαμία υπήρχε πραγματικά στους Έλληνες και τους Ασιάτες μια κατάσταση όπου, όχι μονάχα ένας άντρας είχε σεξουαλικές σχέσεις με περισσότερες γυναίκες, μα και μια γυναίκα είχε τέτοιες σχέσεις με περισσότερους άντρες, χωρίς αυτό να προσκρούει στα έθιμα. Ότι αυτό το έθιμο δεν εξαφανίστηκε χωρίς ν’ αφήσει πίσω του ίχνη, με τη μορφή μιας περιορισμένης έκδοσης, με την οποία οι γυναίκες έπρεπε να εξαγοράζουν το δικαίωμα της μονογαμίας. Ότι γι’ αυτό αρχικά η καταγωγή μπορούσε να λογαριάζεται μονάχα σε γυναικεία γραμμή, από μητέρα σε μητέρα. Ότι αυτή η μοναδική ισχύ της γυναικείας γραμμής διατηρήθηκε ακόμα για πολύ και στην εποχή της μονογαμίας με την εξασφαλισμένη ή πάντως την αναγνωρισμένη πατρότητα και ότι αυτή η αρχική θέση των μητέρων, σαν των μοναδικών σίγουρων γονιών των παιδιών τους, εξασφάλιζε σ’ αυτές και στις γυναίκες γενικά, μιαν ανώτερη κοινωνική θέση που δεν την ξαναπόχτησαν ποτέ από τότε. Αυτούς τους κανόνες ο Μπάχοφεν βέβαια δεν τους διατύπωσε με τόση σαφήνεια –σ’ αυτό τον εμπόδιζε η μυστικιστική του αντίληψη– μα τους έχει αποδείξει. Κι αυτό, το 1861, σήμαινε σωστή επανάσταση.
Ο χοντρός τόμος του Μπάχοφεν ήταν γραμμένος στα γερμανικά, δηλαδή στη γλώσσα του έθνους που τότε ενδιαφερόταν λιγότερο απ’ όλα για την προϊστορία της σημερινής οικογένειας. Γι’ αυτό έμεινε άγνωστος. Ο άμεσος διάδοχός του στον ίδιο τομέα εμφανίστηκε το 1865, χωρίς ποτέ νά ’χει ακούσει τίποτα για τον Μπάχοφεν. Ο διάδοχος αυτός ήταν ο Τζ. Φ. Μακ Λέναν, το άκρο αντίθετο του προκατόχου του. Αντί του μεγαλοφυή μυστικιστή έχουμε εδώ τον αποξεραμένο νομικό. Αντί της πληθωρικής ποιητικής φαντασίας, τους ευλογοφανείς συνδυασμούς του δικηγόρου που αγορεύει. Ο Μακ Λέναν βρίσκει σε πολλούς λαούς, άγριους, βάρβαρους, ακόμη και πολιτισμένους, των αρχαίων και των νεότερων χρόνων, μια μορφή γάμου, όπου ο γαμπρός, μονάχος ή με τους φίλους του, πρέπει φαινομενικά ν’ αρπάξει με τη βία τη νύφη από τους συγγενείς της. Το έθιμο αυτό θα πρέπει να είναι υπόλειμμα ενός προηγούμενου εθίμου, όπου οι άντρες μιας φυλής άρπαζαν πραγματικά τις γυναίκες τους με τη βία απ’ έξω, από άλλες φυλές. Πως εμφανίστηκε όμως αυτός ο «γάμος αρπαγής»;
Όσον καιρό οι άντρες έβρισκαν αρκετές γυναίκες μέσα στη δική τους τη φυλή, δεν υπήρχε απολύτως καμιά αφορμή γι’ αυτό τον τρόπο του γάμου. Βρίσκουμε όμως τώρα, επίσης συχνά, ότι σε μη αναπτυγμένους λαούς υπάρχουν ορισμένες ομάδες (που ακόμα γύρω στα 1865 τις συνταύτιζαν συχνά με τις ίδιες τις φυλές), όπου απαγορεύεται ο γάμος μέσα σ’ αυτές, έτσι που οι άντρες είναι υποχρεωμένοι να παίρνουν τις γυναίκες τους και οι γυναίκες τους άντρες τους έξω από την ομάδα, ενώ σε άλλες υπάρχει το έθιμο οι άντρες μιας ορισμένης ομάδας να είναι υποχρεωμένοι να παίρνουν τις γυναίκες τους μονάχα μέσα από τη δική τους ομάδα. Ο Μακ Λέναν ονομάζει τις πρώτες εξώγαμες, τις δεύτερες ενδόγαμες και δημιουργεί αμέσως-αμέσως μιαν άκαμπτη αντίθεση ανάμεσα σε εξώγαμες και ενδόγαμες «φυλές». Και μ’ όλο που η έρευνά του της εξωγαμίας του φέρνει μπροστά στη μύτη του το γεγονός ότι αυτή η αντίθεση σε πολλές, αν όχι στις περισσότερες ή ακόμα και σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μονάχα στη φαντασία του, ωστόσο την κάνει βάση ολόκληρης της θεωρίας του. Οι εξώγαμες φυλές, λοιπόν, κατά τη γνώμη του, μπορούν να παίρνουν τις γυναίκες τους μονάχα από άλλες φυλές και επειδή στην αγριότητα οι φυλές βρίσκονταν σε διαρκή πόλεμο μεταξύ τους, αυτό μπορούσε να γίνεται μόνο με την αρπαγή.
Και ο Μακ Λέναν ρωτά έπειτα: Από που προέρχεται αυτό το έθιμο της εξωγαμίας; Η αντίληψη της αιματοσυγγένειας και της αιμομιξίας δεν μπορούσε νά ’χει καμιά σχέση μ’ αυτήν, αυτά ήταν πράγματα που αναπτύχθηκαν μόνο πολύ αργότερα. Ίσως όμως αυτό να χρωστιέται στο πολυδιαδομένο στους άγριους έθιμο να σκοτώνουν τα κορίτσια αμέσως μόλις γεννιούνταν. Έτσι δημιουργείται ένα περίσσευμα από άντρες, σε κάθε ξεχωριστή φυλή, που αναγκαία άμεση συνέπειά του είναι πολλοί άντρες να κατέχουν από κοινού μια γυναίκα: πολυανδρία. Συνέπεια αυτού πάλι ήταν ότι ξέρανε ποιά ήταν η μητέρα ενός παιδιού, όχι όμως ποιός ο πατέρας, γι’ αυτό: η συγγένεια λογαριάζεται μονάχα από τη γυναικεία γραμμή κι αποκλείεται η ανδρική. Έτσι έχουμε το μητρικό δίκαιο. Και μια δεύτερη συνέπεια της έλλειψης γυναικών μέσα στη φυλή –μια έλλειψη που την μετρίαζε, μα δεν την εξαφάνιζε η πολυανδρία– ήταν ακριβώς η συστηματική βίαιη απαγωγή γυναικών από ξένες φυλές. «Επειδή η εξωγαμία και η πολυανδρία πηγάζουν από την ίδια αιτία –την έλλειψη ισαριθμίας μεταξύ των δύο φύλων– πρέπει να θεωρούμε ότι όλες οι εξώγαμες φυλές αρχικά ήταν πολυανδρικές... Και γι’ αυτό πρέπει να θεωρούμε αδιαμφισβήτητο ότι ανάμεσα στις εξώγαμες φυλές το πρώτο σύστημα συγγένειας ήταν εκείνο που γνωρίζει δεσμούς αίματος μονάχα από τη μητρική πλευρά», (Mac Lennan: «Studies in Ancient History», 1886, Primitive Marriage, p. 124). (Νεότερη έκδοση. Σημ. μετ.).
Η υπηρεσία που πρόσφερε ο Μακ Λέναν είναι ότι επέστησε την προσοχή στη γενική διάδοση και τη μεγάλη σημασία αυτού που ονομάζει εξωγαμία. Καθόλου δεν ανακάλυψε την ύπαρξη των εξώγαμων ομάδων και επίσης καθόλου δεν τις κατάλαβε. Εκτός από προηγούμενες μεμονωμένες σημειώσεις παρατηρητών –που αποτελούν ακριβώς τις πηγές του Μακ Λέναν– ο Λάθαμ «Descriptive Ethnology» (1859) είχε περιγράψει σωστά και με ακρίβεια το θεσμό αυτό στους Ινδούς Μαγγάρ και είπε ότι είναι γενικά διαδομένος και τον βρίσκουμε σε όλες τις ηπείρους. Το σημείο αυτό από το έργο του Λάθαμ το αναφέρει και ο ίδιος ο Μακ Λέναν. Και ο δικός μας ο Μόργκαν, από το 1847, στα γράμματά του για τους Ιροκέζους (στο «Αμέρικαν Ριβιού») και το 1851 στη «League of the Iroquois» τον αποδείχνει και τον περιγράφει σωστά, ενώ, όπως θα δούμε, το δικηγορικό μυαλό του Μακ Λέναν δημιούργησε εδώ μια πολύ μεγαλύτερη σύγχυση απ’ ότι η μυστικιστική φαντασία του Μπάχοφεν στον τομέα του μητρικού δικαίου. Μια ακόμα υπηρεσία που πρόσφερε ο Μακ Λέναν είναι ότι αναγνώρισε ως αρχέγονη τη γενεαλογική σειρά σύμφωνα με το μητρικό δίκαιο, αν και, όπως το αναγνωρίζει αργότερα και ο ίδιος, τον πρόλαβε εδώ ο Μπάχοφεν. Μα κι εδώ δεν βλέπει καθαρά, μιλά διαρκώς για «συγγένεια μονάχα σε γυναικεία γραμμή» (kinship through females only) και χρησιμοποιεί αδιάκοπα αυτή τη σωστή για μια προηγούμενη βαθμίδα έκφραση και σε κατοπινές βαθμίδες ανάπτυξης, όπου, παρά το γεγονός ότι η καταγωγή και η κληρονομιά λογαριάζονται ακόμα αποκλειστικά σύμφωνα με τη γυναικεία γραμμή, αναγνωρίζεται όμως και εκφράζεται η συγγένεια και από την αντρική πλευρά. Η στενοκεφαλιά του νομικού τον κάνει να δημιουργεί μια σταθερή νομική έκφραση, την οποία εξακολουθεί να εφαρμόζει αμετάτρεπτη σε καταστάσεις που στο μεταξύ την κατέστησαν ανεφάρμοστη.
Παρ’ όλη της την αληθοφάνεια φαίνεται, ωστόσο, ότι η θεωρία του δεν του φάνηκε ούτε του ίδιου του Μακ Λέναν αρκετά γερά θεμελιωμένη. Τουλάχιστο του κάνει εντύπωση ότι είναι «αξιοπαρατήρητο πώς η μορφή της (φαινομενικής) αρπαγής γυναικών είναι πιο χαρακτηριστική και εκφράζεται πιο καλά, ακριβώς στους λαούς εκείνους όπου επικρατεί η ανδρική συγγένεια. (Θέλει να πει: η καταγωγή σε ανδρική γραμμή)» (σελ. 140). Και ακόμα: «Είναι περίεργο το γεγονός ότι, απ’ όσα ξέρουμε, η παιδοκτονία δεν ασκείται συστηματικά πουθενά εκεί όπου υπάρχουν πλάι-πλάι η εξωγαμία και η αρχαιότατη μορφή συγγένειας»(σελ. 146). Και τα δυο αυτά γεγονότα έρχονται σε άμεση σύγκρουση με τον τρόπο της εξήγησής του και δεν έχει να αντιπαραθέσει σ’ αυτά παρά μονάχα καινούργιες, πιο μπερδεμένες υποθέσεις.
Παρ’ όλα αυτά στην Αγγλία η θεωρία του επιδοκιμάστηκε πολύ και βρήκε μεγάλη απήχηση: Ο Μακ Λέναν περνούσε εδώ γενικά για ιδρυτής της ιστορίας της οικογένειας και για πρώτη αυθεντία στο πεδίο αυτό. Η άποψή του για την αντίθεση μεταξύ των εξώγαμων και των ενδόγαμων «φυλών», όσο κι αν διαπιστώθηκαν μερικές εξαιρέσεις και τροποποιήσεις, έμεινε ωστόσο η αναγνωρισμένη βάση της κυρίαρχης αντίληψης και αποτέλεσε την παρωπίδα, που έκανε αδύνατη κάθε ελεύθερη εποπτεία του ερευνώμενου πεδίου και επομένως έκανε επίσης αδύνατη κάθε αποφασιστική πρόοδο. Στην υπερεκτίμηση του Μακ Λέναν που γίνεται στην Αγγλία και η οποία, κατά το αγγλικό πρότυπο, συνηθίζεται και αλλού, έχομε καθήκον ν’ αντιπαραθέσουμε το γεγονός ότι με την καθαρά παρεξηγημένη αντίθεσή του ανάμεσα στις εξώγαμες και τις ενδόγαμες «φυλές» έβλαψε περισσότερο παρά ωφέλησε με τις έρευνές του.
Ωστόσο έρχονταν στο φως όλο και περισσότερα γεγονότα που δεν χωρούσαν πια στο κομψό του πλαίσιο. Ο Μακ Λέναν γνώριζε μονάχα τρεις μορφές γάμου: πολυγαμία, πολυανδρία και μονογαμία. Μια όμως και στράφηκε η προσοχή σ’ αυτό το σημείο, βρίσκονταν όλο και περισσότερες αποδείξεις για το ότι σε ανεξέλιχτους λαούς υπήρχαν μορφές γάμου, όπου μια σειρά άντρες κατείχαν από κοινού μια σειρά γυναίκες. Κι ο Λόμποκ (The Origin of Civilization, 1870) παραδέχτηκε τούτο τον ομαδικό γάμο (Communal marriage) σαν ιστορικό γεγονός.
Αμέσως μετά, το 1871, εμφανίστηκε ο Μόργκαν με νέα και από πολλές απόψεις αποφασιστικά στοιχεία. Είχε πειστεί ότι το ιδιόμορφο σύστημα συγγένειας που ισχύει στους Ιροκέζους είναι κοινό σε όλους τους αυτόχθονες κατοίκους των Ηνωμένων Πολιτειών, δηλ. απλώνεται σ’ ολόκληρη ήπειρο, αν και αντιφάσκει άμεσα με τους βαθμούς συγγένειας όπως προκύπτουν πραγματικά από το σύστημα γάμου που ισχύει εκεί. Παρακίνησε λοιπόν την αμερικανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση να μαζέψει πληροφορίες, με βάση ερωτηματολόγια και πίνακες που διατύπωσε ο ίδιος, για τα συστήματα συγγένειας των άλλων λαών και βρήκε από τις απαντήσεις: 1) ότι το αμερικανο-ινδιάνικο σύστημα συγγένειας ισχύει σε πολλές φυλές και στην Ασία και με κάπως παραλλαγμένη μορφή στην Αφρική και στην Αυστραλία, 2) ότι εξηγείται πληρέστερα από μια μορφή ομαδικού γάμου, που εξαφανίζεται πια, στη Χαβάη και σ’ άλλα αυστραλιανά νησιά, 3) ότι όμως στα ίδια νησιά, πλάι σ’ αυτή τη μορφή γάμου, ισχύει ένα σύστημα συγγένειας που μπορεί να εξηγηθεί μόνο με μια ακόμα πιο πρωτόγονη, εξαφανισμένη πια σήμερα, μορφή ομαδικού γάμου. Τις πληροφορίες που μάζεψε μαζί με τα συμπεράσματά του τα δημοσίευσε στο βιβλίο του (Systems of Consanguinity and Affinity (1871) και οδήγησε έτσι τη συζήτηση σ’ ένα άπειρα πιο ευρύ πεδίο. Ξεκινώντας από τα συστήματα συγγένειας ξαναοικοδομούσε τις αντίστοιχες σ’ αυτά μορφές οικογένειας ανοίγοντας έτσι έναν καινούργιο δρόμο έρευνας και μιαν ανασκόπηση που έφτανε ακόμα πιο πίσω στην προϊστορία της ανθρωπότητας. Με την επικράτηση αυτής της μεθόδου διαλυόταν σαν καπνός το χαριτωμένο κατασκεύασμα του Μακ Λέναν.
Ο Μακ Λέναν υπεράσπισε τη θεωρία του στη νέα έκδοση του primitive Marriage (Studies in Ancient History, 1876). Ενώ ο ίδιος σκαρώνει αποκλειστικά από υποθέσεις μια εξαιρετικά τεχνητή ιστορία της οικογένειας, ζητά από τον Λόμποκ και τον Μόργκαν όχι μόνον αποδείξεις για τον κάθε τους ισχυρισμό, μα αποδείξεις με την ακαταμάχητη εκείνη ακρίβεια που μονάχα σ’ ένα σκωτικό δικαστήριο γίνονται δεκτές. Κι αυτό το κάνει ο ίδιος άνθρωπος που, από τη στενή σχέση ανάμεσα στον αδελφό της μητέρας και το γιο της αδελφής στους Γερμανούς (Tacitus, «Germania», c. 20), από την πληροφορία του Καίσαρα ότι οι Βρετανοί ανά δέκα ή δώδεκα έχουν κοινές τις γυναίκες τους και από όλες τις άλλες πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων για κοινοκτημοσύνη των γυναικών στους Βαρβάρους, βγάζει αδίστακτα το συμπέρασμα ότι σ’ όλους αυτούς τους λαούς κυριαρχούσε η πολυανδρία! Θαρρεί κανείς ότι ακούει έναν εισαγγελέα, που, για να τακτοποιήσει την περίπτωση που χειρίζεται, επιτρέπει στον εαυτό του κάθε ελευθερία, απαιτεί όμως την πιο τυπική, νομικά ισχυρή απόδειξη για την κάθε λέξη του συνηγόρου.
Ισχυρίζεται ότι ο ομαδικός γάμος είναι καθαρή φαντασία, και έτσι πέφτει πολύ πίσω από τον Μπάχοφεν. Τα συστήματα συγγένειας του Μόργκαν είναι τάχα απλοί κανόνες κοινωνικής ευγένειας, κι αυτό αποδείχνεται από το γεγονός ότι οι Ινδιάνοι προσφωνούν και τον ξένο, το λευκό, αδελφό ή πατέρα. Είναι σαν να θέλαμε να υποστηρίξουμε ότι οι χαρακτηρισμοί πατέρας, μητέρα, αδελφός ή αδελφή είναι απλές προσφωνήσεις χωρίς νόημα, επειδή τους καθολικούς παπάδες και τις ηγουμένισσες τους προσφωνούν επίσης πατέρα και μητέρα, και οι καλόγεροι και οι καλόγριες, ακόμα και οι μασόνοι καθώς και οι Άγγλοι –μέλη ενός επαγγελματικού σωματείου, προσφωνούνται μεταξύ τους σε επίσημες συνεδριάσεις με τις λέξεις αδελφέ και αδελφή. Κοντολογής, η υπεράσπιση του Μακ Λέναν ήταν αξιοθρήνητα αδύνατη.
Έμενε ωστόσο ακόμα ένα σημείο όπου δεν το είχαν πιάσει. Η αντίθεση ανάμεσα στις εξώγαμες και τις ενδόγαμες «φυλές», που πάνω της στηρίζεται όλο του το σύστημα, δεν ήταν μονάχα ακλόνητη, μα την αναγνώριζαν κιόλας σαν άξονα όλης της ιστορίας της οικογένειας. Παραδέχονταν ότι η προσπάθεια του Μακ Λέναν να εξηγήσει αυτή την αντίθεση είναι ανεπαρκής και αντιφάσκει με τα γεγονότα που ο ίδιος απαρίθμησε. Μα η αντίθεση η ίδια, το γεγονός ότι υπάρχουν δυο αλληλοαποκλειόμενα είδη από αυτοτελείς και ανεξάρτητες φυλές, όπου το ένα είδος έπαιρνε τις γυναίκες του μέσα στη φυλή, ενώ αυτό απαγορευόταν απόλυτα στο άλλο είδος –αυτά ίσχυαν σαν αδιαφιλονίκητο ευαγγέλιο. Δεν έχουμε παρά να συγκρίνουμε λ.χ. το «Origines de la famille» του Ζιρό Τελόν (1874) και ακόμα το «Origin of Civilization» του Λόμποκ (4η έκδοση 1882).
Από το σημείο αυτό πιάνεται το κύριο έργο του Μόργκαν: «Ancient Society» (1877), το έργο το οποίο αποτελεί τη βάση τούτης της εργασίας. εκείνο που το 1871 ο Μόργκαν το διαισθανόταν απλώς θολά, αναπτύσσεται τώρα με πλήρη συνείδηση. Η ενδογαμία και η εξωγαμία δεν αποτελούν καμιά αντίθεση. Εξώγαμες «φυλές» δεν βρέθηκαν ως τώρα πουθενά. Όμως τον καιρό που επικρατούσε ακόμα ο ομαδικός γάμος –και κατά πάσα πιθανότητα κάποτε επικρατούσε παντού– η φυλή διακλαδωνόταν σε μια σειρά ομάδες, τα γένη, με συγγένεια αίματος από τη μεριά της μητέρας. Μέσα στις ομάδες αυτές απαγορευόταν αυστηρά ο γάμος έτσι ώστε οι άντρες ενός γένους μπορούσαν βέβαια να παίρνουν τις γυναίκες τους μέσα από τη φυλή, και κατά κανόνα τις παίρνανε απ’ αυτήν, μα έπρεπε να τις παίρνουν έξω από το γένος τους. Έτσι, ενώ το γένος ήταν αυστηρά εξώγαμο, η φυλή, που περιλάβαινε το σύνολο των γενών, ήταν άλλο τόσο αυστηρά ενδόγαμη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο γκρεμιζόταν οριστικά και το τελευταίο υπόλειμμα του κατασκευάσματος του Μακ Λέναν. Ο Μόργκαν όμως δεν αρκέστηκε σ’ αυτό. Το γένος των Ινδιάνων της Αμερικής του χρησίμεψε ακόμα για να κάμει τη δεύτερη αποφασιστική πρόοδο στο πεδίο που ερευνούσε. Στο γένος αυτό, που ήταν οργανωμένο σύμφωνα με το μητρικό δίκαιο, ανακάλυψε την αρχική μορφή απ’ όπου αργότερα αναπτύχθηκε το γένος που ήταν οργανωμένο σύμφωνα με το πατρικό δίκαιο, το γένος όπως το βρίσκουμε στους αρχαίους πολιτισμένους λαούς. Το ελληνικό και ρωμαϊκό γένος, που έμενε αίνιγμα για όλους τους ως τότε ιστοριογράφους, είχε εξηγηθεί με το ινδιάνικο και έτσι είχε βρεθεί μια καινούργια βάση για όλη την πρωτόγονη ιστορία.
Αυτή η ανακάλυψη του αρχικού μητριαρχικού γένους σαν προβαθμίδας του πατριαρχικού γένους των πολιτισμένων λαών έχει για την προϊστορία την ίδια σημασία που έχει η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου για τη βιολογία και η θεωρία της υπεραξίας του Μαρξ για την πολιτική οικονομία. Έδοσε τη δυνατότητα στον Μόργκαν, για πρώτη φορά, να γράψει μια ιστορία της οικογένειας, όπου έχουν διατυπωθεί στις γενικές τους γραμμές, κι όσο το επιτρέπουν τα γνωστά σήμερα στοιχεία, τουλάχιστο οι κλασικές της βαθμίδες ανάπτυξης. Είναι φανερό για όλους ότι μ’ αυτό αρχίζει μια νέα εποχή στη μελέτη της προϊστορίας. Το μητριαρχικό γένος έγινε ο άξονας που γύρω του στρέφεται όλη αυτή η επιστήμη. Από τον καιρό που ανακαλύφθηκε, ξέρουμε προς ποιά κατεύθυνση και για ποιο αντικείμενο πρέπει να ερευνούμε και πώς να ταξινομούμε τα αποτελέσματα της έρευνας. Και επομένως γίνονται τώρα στον τομέα αυτόν πολύ πιο γρήγορες πρόοδες απ’ ότι γινόταν πριν εκδοθεί το βιβλίο του Μόργκαν.
Οι ανακαλύψεις του Μόργκαν έχουν τώρα αναγνωριστεί γενικά, ή μάλλον τις έχουν ιδιοποιηθεί οι ερευνητές της προϊστορίας, ακόμα και στην Αγγλία. Όμως σχεδόν σε κανένα δεν βρίσκουμε την ανοιχτή ομολογία ότι στον Μόργκαν χρωστούμε τούτη την επανάσταση των αντιλήψεων. Στην Αγγλία αποσιώπησαν όσο ήταν δυνατό το βιβλίο του και τον ίδιο τον ξεφορτώθηκαν με συγκαταβατικούς επαίνους για τις προηγούμενές του εργασίες. Ενώ ξεσκαλίζουν με επιμέλεια τις λεπτομέρειες της περιγραφής του, αποσιωπούν επίμονα τις πραγματικά μεγάλες ανακαλύψεις του. Η πρώτη έκδοση του «Ancient Society» έχει εξαντληθεί. Στην Αμερική δεν υπάρχει για τέτοια πράγματα συμφέρουσα κατανάλωση. Στην Αγγλία φαίνεται πως το πνίξανε συστηματικά το βιβλίο και η μοναδική έκδοση αυτού του έργου, που άφησε εποχή, η έκδοση που κυκλοφορεί ακόμα στα βιβλιοπωλεία, είναι η γερμανική μετάφραση. Γιατί αυτή η επιφύλαξη, στην οποία είναι δύσκολο να μη δούμε μια συνωμοσία σιωπής, ιδιαίτερα απέναντι στα τόσα χωρία που αναφέρονται απλώς για λόγους ευγένειας και στις άλλες εκδηλώσεις συναδελφικότητας, από τους αναγνωρισμένους μας ερευνητές της προϊστορίας; Μήπως γιατί ο Μόργκαν είναι αμερικανός και είναι πολύ σκληρό για τους Εγγλέζους ερευνητές της προϊστορίας το γεγονός ότι, παρά την εξαιρετικά αξιέπαινη επιμέλειά τους στη συλλογή του υλικού, είναι υποχρεωμένοι να καταφεύγουν σε δυο μεγαλοφυείς ξένους, στον Μπάχοφεν και στον Μόργκαν, για τις απόψεις που ισχύουν γενικά στην τακτοποίηση και ταξινόμηση αυτού του υλικού, με δυο λόγια για τις ιδέες τους; Τον Γερμανό θα μπορούσαν ακόμα να τον ανεχτούν, μα τον Αμερικανό; Απέναντι στον Αμερικανό ο κάθε Εγγλέζος γίνεται πατριώτης –είδα τέτοια τερπνά παραδείγματα στις Ενωμένες Πολιτείες. Και σαν να μην έφταναν αυτά προστέθηκε και το ότι ο Μακ Λέναν ήταν, σαν να λέμε, ο επίσημα αναγνωρισμένος ιδρυτής και αρχηγός της αγγλικής προϊστορικής σχολής. Ανάμεσα στους ερευνητές της προϊστορίας θεωρούνταν τρόπος καλής συμπεριφοράς να μιλάνε με το μεγαλύτερο σεβασμό για το τεχνητό ιστορικό του κατασκεύασμα, που από την παιδοκτονία οδηγεί στη μητριαρχική οικογένεια, μέσω της πολυανδρίας και του ληστρικού γάμου. Σε θεωρούσαν ανούσιο αιρετικό αν είχες και την παραμικρή αμφιβολία για το ότι υπάρχουν «φυλές» εξώγαμες και ενδόγαμες, που αλληλοαποκλείονται απόλυτα. Επομένως ο Μόργκαν έκανε ένα είδος ιεροσυλία διαλύοντας σαν καπνό όλα αυτά τα καθιερωμένα δόγματα. Και μάλιστα τα διάλυσε με επιχειρήματα που αρκούσε η διατύπωσή τους για να γίνουν αμέσως ολοφάνερα τα πράγματα. Έτσι που οι θαυμαστές του Μακ Λέναν, οι οποίοι ως τώρα τρίκλιζαν απελπισμένα μεταξύ εξωγαμίας και ενδογαμίας, αναγκάστηκαν να χτυπήσουν το κεφάλι τους και να φωνάξουν: Πώς μπορούσαμε νά ’μαστε τόσο κουτοί και να μην το βρούμε αυτό μόνοι μας από καιρό!
Κι αν δεν φτάνανε αυτά τα εγκλήματα για ν’ απαγορεύσουν στην επίσημη σχολή κάθε άλλη μεταχείρισή του εκτός από ένα χλιαρό παραμέρισμά του, ο Μόργκαν έκανε να ξεχειλίσει το ποτήρι, όχι μόνο γιατί υπέβαλε σε κριτική τον πολιτισμό, την κοινωνία της εμπορευματικής παραγωγής, τη βασική μορφή της σημερινής μας κοινωνίας, μ’ έναν τρόπο που θυμίζει τον Φουριέ, μα και γιατί μιλά ακόμη για μελλοντικό μετασχηματισμό αυτής της κοινωνίας με λόγια που θα μπορούσε να τά ’χει πει ο Καρλ Μαρξ. Του άξιζε λοιπόν που ο Μακ Λέναν τον κατηγορεί αγανακτισμένος ότι «η ιστορική μέθοδος του είναι απόλυτα αντιπαθητική» και που ο καθηγητής κύριος Ζιρό Τελόν, στη Γενεύη, το επιβεβαιώνει αυτό ακόμα και το 1884. Αν και ήταν ο ίδιος ο κύριος Ζιρό Τελόν που το 1874 («Origines de la famille») στριφογύριζε ακόμη αμήχανος μέσα στο λαβύρινθο της εξωγαμίας του Μακ Λέναν, απ’ όπου μόνο ο Μόργκαν τον απελευθέρωσε!
Για τις υπόλοιπες πρόοδες που χρωστά η προϊστορία στον Μόργκαν δεν χρειάζεται να επεκταθώ εδώ. Στην εργασία μου βρίσκεται ότι χρειάζεται γι’ αυτές. Τα δεκατέσσερα χρόνια που πέρασαν από την έκδοση του κύριου έργου του Μόργκαν πλούτισαν πολύ τα στοιχεία μας για την ιστορία της πρωτόγονης κοινωνίας της ανθρωπότητας. Στους ανθρωπολόγους, στους ταξιδιώτες και τους επαγγελματίες ερευνητές της προϊστορίας προστέθηκαν οι μελετητές της συγκριτικής νομολογίας που έφεραν άλλοι νέα στοιχεία και άλλοι νέες απόψεις. Έτσι κλονίστηκαν ή και αχρηστεύθηκαν μερικές από τις υποθέσεις του Μόργκαν. Όμως πουθενά το νεοσυλλεγμένο υλικό δεν μπόρεσε ν’ αντικαταστήσει με νέες τις μεγάλες του κύριες ιδέες. Η τάξη που έβαλε ο Μόργκαν στην προϊστορία ισχύει, στις κύριές της γραμμές, ακόμα και σήμερα. Μάλιστα μπορεί να πει κανείς, την αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο στον ίδιο βαθμό που κρατούν μυστικό το γεγονός ότι αυτός είναι ο αρχικός δημιουργός αυτής της μεγάλης προόδου[5].
Λονδίνο, 16 του Ιούνη 1891
Φρίντριχ Έγκελς
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————–
[1]. Η Αρχαία Κοινωνία, ή Έρευνες της Ανθρώπινης Προόδου από την Άγρια Κατάσταση και τη Βαρβαρότητα, ως τον Πολιτισμό, του Λούις Χ. Μόργκαν, Λονδίνο, Μακμίλαν καί Σία, 1877). Το βιβλίο τυπώθηκε στην Αμερική καί βρίσκεται εξαιρετικά δύσκολα στο Λονδίνο. Ο συγγραφέας του πέθανε πριν λίγα χρόνια (Σημείωση του Έγκελς).
[2]. Εννοεί τα σχολιασμένα από τον Μαρξ αποσπάσματα από το έργο του Λ. Μόργκαν: Η Αρχαία Κοινωνία... που το 1949 εκδόθηκαν σε ρωσική μετάφραση. Βλέπε «Αρχείο Μαρξ-Έγκελς», τόμ. IX, 1945 (Σημ. Σύντ.).
[3]. Εδώ ξέφυγε από τον Έγκελς μια ανακρίβεια, όταν βάζει το ένα πλάι στ’ άλλο την αναπαραγωγή του είδους και την παραγωγή των μέσων συντήρησης σαν τους όρους που καθορίζουν την εξέλιξη της κοινωνίας και των κοινωνικών καθεστώτων. Σ’ αυτό το ίδιο του το έργο: Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοχτησίας καί του Κράτους δείχνει ωστόσο ο ίδιος ο Έγκελς, με βάση την ανάλυση του συγκεκριμένου υλικού, ότι ο υλικός τρόπος παραγωγής είναι ο κύριος παράγοντας που καθορίζει την εξέλιξη της κοινωνίας καί των κοινωνικών καθεστώτων, (Σημ. Σύντ.).
[4]. «Δεν ήταν από αίμα συγγενής της ο άντρας που σκότωσε». Ο 605ος στίχος των «Ευμενίδων» του Αισχύλου που αποτελούν την τελευταία τραγωδία της τριλογίας του «Ορέστεια», (σ.τ.μ.).
[5]. Στο ταξίδι μου, όταν γύριζα από τη Νέα Υόρκη, το Σεπτέμβρη του 1888, συνάντησα έναν πρώην βουλευτή του Κογκρέσου της εκλογικής περιφέρειας του Ρότσεστερ, που είχε γνωρίσει τον Λούις Μόργκαν. Δεν ήξερε δυστυχώς να μου διηγηθεί πολλά γι΄ αυτόν. Ο Μόργκαν έζησε στο Ρότσεστερ σαν ιδιώτης κι ασχολιόταν μονάχα με τις μελέτες του. Ο αδελφός του ήταν συνταγματάρχης διορισμένος στην Ουάσιγκτον στο υπουργείο των Στρατιωτικών. Με τη μεσολάβηση αυτού του αδελφού κατάφερε να ενδιαφερθεί η κυβέρνηση για τις έρευνές του και να εκδόσει κάμποσα από τα έργα του με έξοδα του δημοσίου. Ο ίδιος ο αφηγητής, όπως μου είπε, χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό αυτό πολλές φορές, τον καιρό που ήταν βουλευτής, (Σημείωση του Έγκελς).