Το κείμενο αυτό αποτελεί κεφάλαιο του βιβλίου του Ντεμιάν Πρετέλ: Από τη «Φιλοσοφία του Μαρξισμού» στη Φιλοσοφία του Μαρξ. Ο Ντεμιάν Πρετέλ είναι φιλόσοφος, καθηγητής ρωσικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδα, και ιστορικός στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας.
1. Ο Μαρξ και ο Έγκελς δεν άφησαν γραπτή συστηματική έκθεση των φιλοσοφικών τους απόψεων. Και αυτό όχι γιατί δεν το επιθυμούσαν, αλλά γιατί δεν είχαν το χρόνο να επιχειρήσουν μια εργασία αυτής της φύσης.
Ο Μαρξ αναφέρεται στην επιθυμία του αυτή στην προσωπική του αλληλογραφία. Σε ένα γράμμα στον Έγκελς με ημερομηνία 14 Ιανουαρίου 1858, όταν ήταν πλήρως απορροφημένος στην εργασία του για το Κεφάλαιο λέει τα εξής: «Αν κάποια φορά έβρισκα χρόνο να αφιερώσω σ’ αυτή τη δουλειά (τη φιλοσοφική –Ντ. Π.) θα ήθελα πολύ να εκθέσω, σε δύο ή τρία φύλλα και με μορφή προσιτή στην ανθρώπινη νόηση, το ορθολογικό στη μέθοδο που ανακάλυψε ο Χέγκελ, την οποία ταυτόχρονα μυστικοποίησε». Δέκα χρόνια αργότερα, στις 9 Μαΐου του 1868, εκφράζει και πάλι την ίδια επιθυμία, αυτή τη φορά σε σημείωμα που απευθύνει στον Ντίτσγκεν: «...όταν θα ελευθερωθώ από τις οικονομικές μελέτες, θα γράψω τη “Διαλεκτική”. Οι αυθεντικοί νόμοι της διαλεκτικής έχουν ήδη εκτεθεί από τον Χέγκελ, όμως με τρόπο μυστικοποιημένο».
Από τη μεριά του ο Έγκελς έθεσε το ίδιο πρόβλημα απευθυνόμενος στον Μαρξ στις 21 Οκτωβρίου του 1874, σημειώνοντας ότι και αυτός άρχισε να ασχολείται και πάλι με τη διαλεκτική. Στην πραγματικότητα αφιέρωσε στη μελέτη αυτή δέκα περίπου χρόνια, όπως αποδεικνύει το ημιτελές έργο του Διαλεκτική της Φύσης, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1925 στα γερμανικά και τα ρωσικά στην ΕΣΣΔ.
Από τα προλεχθέντα προκύπτει: 1) το ενδιαφέρον των κλασικών του μαρξισμού να εκθέσουν τις δικές τους φιλοσοφικές απόψεις, 2) η σχέση που διατηρούσαν αυτές οι θέσεις με τις θέσεις του Χέγκελ συγκεκριμένα, 3) το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που έδειχναν ακριβώς για τη διαλεκτική, για τη μέθοδο.
Η διαλεκτική ως μέθοδος είναι παρούσα σε όλο το έργο του Μαρξ και του Έγκελς, από το Κεφάλαιο [1], τη Διαλεκτική της Φύσης, το Αντιντίριγκ, τον Λουδοβίκο Φόιερμπαχ και το Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας μέχρι το σύνολο των οικονομικών, πολιτικών, ιστορικών κλπ. ερευνών τους, που απαιτούν λεπτομερή μελέτη στο σύνολο τους όχι μόνο για να συναχθούν, αλλά και για να συλλεχθούν οι πολλές τοποθετήσεις των συγγραφέων τους στο θέμα της φιλοσοφικής τους σκέψης.
Αυτή η εργασία αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα, αν λάβουμε υπόψη τις συνέπειες που προκαλεί ο χτεσινός και ο σημερινός δογματισμός, η υπέρβαση του οποίου απαιτεί, πρώτα απ’ όλα, την επιστροφή στην αφετηρία, δηλαδή στο έργο των θεμελιωτών του μαρξισμού. Θέλοντας να το κάνουμε αυτό, θα παραθέσουμε άμεσα από το έργο τους, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να γνωρίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τις πηγές στις οποίες βασιστήκαμε για να πραγματοποιήσουμε αυτή τη μελέτη.
Πριν μπούμε στο θέμα, θα αναφερθούμε σε δύο ζητήματα μεθοδολογικής τάξης.
Πρώτον, η φιλοσοφία της κάθε εποχής σχετίζεται με το υλικό που της προσφέρει άμεσα η ίδια της η ιστορία. Μ’ αυτή την έννοια, ο Έγκελς γράφει στον Σμιτ (27-10-1890): «Αλλά, σαν ιδιαίτερος τομέας του καταμερισμού της εργασίας, η φιλοσοφία τής κάθε εποχής διαθέτει ως προϋπόθεση ένα ορισμένο υλικό σκέψης, που της έχουν κληροδοτήσει οι προγενέστεροι, και από το οποίο ξεκινάει. Αυτό εξηγεί πώς χώρες οικονομικά καθυστερημένες, μπόρεσαν να παίξουν, ως προς στη φιλοσοφία, ρόλο πρωταγωνιστικό: Η Γαλλία του 18ου αιώνα σε σχέση με την Αγγλία, στη φιλοσοφία της οποίας στηρίχτηκαν οι Γάλλοι. Και στη συνέχεια η Γερμανία σε σχέση με τις δυο πρώτες χώρες».
Με αυτά τα λόγια ο Έγκελς, εκτός του ότι επιμένει στη σχέση της ιστορίας της φιλοσοφίας με την ίδια τη φιλοσοφία, υπογραμμίζει τη σχετική ανεξαρτησία από τον οικονομικό παράγοντα, που επηρεάζει την ιδεολογία γενικά, αλλά σε τελική ανάλυση.
Ωστόσο, ορισμένοι συγγραφείς που συνεχίζουν να επιμένουν στη γραμμή του φιλοσοφικού δογματισμού και νεοδογματισμού, ισχυρίζονται ότι συνάγουν από τις οικονομικές σχέσεις όχι μόνο το γενικό περιεχόμενο των φιλοσοφικών απόψεων του ενός ή του άλλου στοχαστή, αλλά και τις ιδιαίτερες αποχρώσεις αυτών των απόψεων, πράγμα που είναι χοντρό λάθος και παρερμηνεία της μαρξιστικής σκέψης.
Δεύτερον, οι ιστορικοφιλοσοφικές προϋποθέσεις που αναφέραμε πρέπει σαφώς να κρίνονται από μια συγκεκριμένη ιστορική σκοπιά. Σε ένα άλλο γράμμα που απευθύνει στον Σμιτ (1-7-1891), ο Έγκελς επιμένει σε αυτό το σημείο ως εξής: «Ο άνθρωπος που κρίνει έναν φιλόσοφο όχι από ό,τι σταθερό και προοδευτικό υπάρχει στη δραστηριότητά του, αλλά από αυτό που αναπόφευκτα είναι φθαρτό και αντιδραστικό, ο άνθρωπος που κρίνει από το σύστημα, καλά θα έκανε να σωπάσει. Κατά τη γνώμη του όλη η ιστορία της φιλοσοφίας δεν είναι παρά ο “σωρός των ερειπίων” των αδικαίωτων συστημάτων».
Και είναι σαφές ότι το σταθερό και προοδευτικό στην ιστορία των φιλοσοφικών συστημάτων έχει σχέση πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα με τις διάφορες απόψεις που αφορούν τη μέθοδο σκέψης και γνώσης.
Όταν λοιπόν αρχίζει κανείς να επεξεργάζεται τη μαρξιστική φιλοσοφική σκέψη, αυτή εμφανίζεται κυρίως ως επιστημονική μέθοδος. Ας μπούμε λοιπόν στο θέμα.
2. Στην ιστορική της διαδρομή, η φιλοσοφία αναγκάστηκε πάντα να αντιμετωπίσει το αναπόφευκτο ερώτημα: ποιά είναι η σχέση μεταξύ ύλης και πνεύματος. Σε κάθε φάση αυτής της πορείας η συγκεκριμένη διατύπωση αυτού του ερωτήματος άλλαζε. Μερικές φορές το ερώτημα αφορούσε τη σχέση σώματος-ψυχής, άλλες τη διχοτόμηση κόσμου-θεού κλπ.
Ο Έγκελς στο Λουδοβίκο Φόιερμπαχ που ήδη αναφέραμε θέτει το ζήτημα με επιστημονικά ακριβή τρόπο. Να τα λόγια του: «Το μεγάλο θεμελιακό πρόβλημα όλης της φιλοσοφίας, ιδιαίτερα της σύγχρονης, είναι το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ σκέψης και Είναι».
Να σημειώσουμε εξ αρχής ότι γενικά αυτά τα λόγια έχουν ερμηνευτεί με πολύ απλοϊκό τρόπο: θεωρήθηκε ότι η αξία τους περιορίζεται στο ότι κάνουν τη διάκριση μεταξύ υλιστών και ιδεαλιστών φιλοσόφων.
Ωστόσο η πραγματική σημασία τους σχετίζεται κυρίως με το ζήτημα του ρόλου της κοινωνικής πράξης, της βάσης πάνω στην οποία μπόρεσε να φωτιστεί επιστημονικά η αμοιβαία σχέση της σκέψης με το Είναι.
Η εισαγωγή της πράξης, με την ευρεία (κοινωνική) έννοια της λέξης, στη φιλοσοφία, άλλαξε πλήρως το περιεχόμενο και την ίδια τη φύση της, καθώς για πρώτη φορά απαιτήθηκε η υλιστική ερμηνεία της ιστορίας, και από την άλλη έγινε δυνατόν η φιλοσοφία να αρχίσει να δρα με έναν τρόπο συνεκτικό και συνεπή ως μέθοδος. Γίνεται έτσι κατανοητό γιατί ο Μαρξ στις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ επιμένει στο πρόβλημα της πράξης από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή. Ας τις θυμηθούμε.
Ο Μαρξ ξεκινάει λέγοντας ότι «το βασικό μειονέκτημα όλου του προηγούμενου υλισμού –συμπεριλαμβανομένου του υλισμού του Φόιερμπαχ– είναι ότι αντιλαμβάνεται τα πράγματα, την πραγματικότητα, την αισθητηριακότητα μόνον με τη μορφή τους ως αντικειμένων σκέψης αλλά όχι ως ανθρώπινη αισθητηριακή δραστηριότητα, όχι ως πράξη, όχι υποκειμενικά».
Παρακάτω (δεύτερη θέση) υποστηρίζει ότι «το ζήτημα αν στην ανθρώπινη σκέψη μπορεί να αποδοθεί αντικειμενική αλήθεια δεν είναι ένα θεωρητικό, αλλά ένα πρακτικό πρόβλημα. Στην πράξη είναι που ο άνθρωπος πρέπει να αποδείξει την αλήθεια, δηλαδή, την πραγματικότητα, τη δύναμη, την εγκοσμιότητα (το εντεύθεν) της σκέψης του. Η διαμάχη γύρω από την πραγματικότητα της σκέψης απομονωμένης από την πράξη είναι ένα γνήσια σχολαστικό ζήτημα».
Και καταλήγει (ενδέκατη θέση) ισχυριζόμενος ότι «οι φιλόσοφοι δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να ερμηνεύουν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε».
Είναι λοιπόν καθαρό ότι η μαρξιστική φιλοσοφία (το καθένα και όλα τα προβλήματα της) δεν μπορεί να εννοηθεί στο περιθώριο της ανθρώπινης κοινωνικής πράξης. Και αξίζει τον κόπο αυτό να το υπογραμμίσουμε, γιατί ο προηγούμενος και ο σύγχρονος φιλοσοφικός δογματισμός συνεχίζουν να περιορίζουν την πράξη στο ρόλο της ως κριτηρίου της αλήθειας. Δεν είναι να απορεί κανείς που, ερμηνευμένες με αυτό τον τρόπο, οι φιλοσοφικές ιδέες του μαρξισμού αλλοιώθηκαν και τελικά έπαψαν να λειτουργούν ως μέθοδος.
Ωστόσο, όπως θα δούμε παρακάτω, ο Μαρξ και ο Έγκελς δεν μας κληροδότησαν μια θεωρία της πράξης, όσο κι αν ασχολήθηκαν οι ίδιοι με αυτήν, κυρίως από οικονομική και πολιτική άποψη.
Αναμφίβολα, η εισαγωγή της πράξης στη φιλοσοφική σκέψη ήταν μια από τις προϋποθέσεις για να προκληθεί μια αυθεντική επανάσταση σε αυτή τη σκέψη, μια πραγματική ποιοτική αλλαγή που μετέβαλε ουσιαστικά όλο το περιεχόμενο της φιλοσοφίας, τη σχέση της με τις ειδικές επιστήμες και το ρόλο της στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Τόσο πολύ μάλιστα που ο Μαρξ και ο Έγκελς για να διακρίνουν τη φιλοσοφία τους από την προηγούμενη συνήθιζαν να την αποκαλούν «νέα φιλοσοφία» ή και «θεωρία».
Ο προσδιορισμός του «μεγάλου, θεμελιακού προβλήματος όλης της φιλοσοφίας» εκτείνεται ακόμα παραπέρα, αφού θέτει, ούτε λίγο ούτε πολύ, τη διαλεκτική σχέση μεταξύ Αντικειμένου και Υποκειμένου, μεταξύ κοινωνικού Είναι και κοινωνικής συνείδησης.
Η επιστημονική ερμηνεία αυτού του προβλήματος, που έχει πρωταρχική σημασία για τη φιλοσοφία, έγινε δυνατή χάρη στην επεξεργασία της διαλεκτικο-υλιστικής έννοιας της εξέλιξης της κοινωνίας, επεξεργασία που εναρμονίστηκε με τη θεμελίωση του διαλεκτικού υλισμού από τους νεαρούς Μαρξ και Έγκελς τη δεκαετία του 1840.
Σίγουρα, το ουσιαστικό στοιχείο όλης αυτής της επεξεργασίας ήταν το στοιχείο της πράξης, εννοούμενης ως κοινωνικής πράξης, γιατί αυτή είναι ακριβώς το όχημα που κάνει δυνατή τη σχέση Αντικειμένου-Υποκειμένου.
Όπως είναι γνωστό, η ιδεαλιστική φιλοσοφία περιορίζει το υποκείμενο στο ρόλο του ατόμου που είναι κλεισμένο στον εαυτό του, στην ψυχική του δραστηριότητα (υποκειμενικός ιδεαλισμός) ή στο απρόσωπο «καθαρό» πνεύμα, στην απόλυτη ιδέα (αντικειμενικός ιδεαλισμός), κλπ., κλπ. Ξεχνά ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο θεωρητικό, αλλά επίσης, και μάλιστα ουσιαστικά, πρακτικό ον, σχετιζόμενο με άλλους ανθρώπους που κάνουν κοινωνική πράξη και αναπτύσσονται χάρη στην πρακτική τους δραστηριότητα, αν και σύμφωνα με νόμους που δρουν ανεξάρτητα από τη συνείδησή τους.
Η διαλεκτική σχέση Αντικειμένου-Υποκειμένου οδηγεί στα εξής συμπεράσματα: 1) η αντικειμενική ενότητα του κόσμου είναι υπαρκτή, 2) η επιστημονική έννοια του Είναι προϋποθέτει τη διαλεκτικο-υλιστική θεώρηση όχι μόνο της Φύσης αλλά και της κοινωνίας, 3) η μαρξιστική φιλοσοφία έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των πιο γενικών σχέσεων, ή για να το πούμε διαφορετικά, την έρευνα των πιο γενικών νόμων της σκέψης της γνώσης και της υλικής πραγματικότητας (φυσικής και κοινωνικής). Αυτές είναι βασικές θέσεις για τη φιλοσοφία του μαρξισμού στο δεύτερο μισό του προηγούμενο αιώνα.
Με αυτές τις θέσεις, γίνεται προσπάθεια να δοθεί ο τόνος στη φιλοσοφία ως μέθοδο. Αλλά οι επείγουσες ανάγκες της ιδεολογικής πάλης, κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, οδήγησαν πολλές φορές τον Μαρξ και τον Έγκελς να τονίσουν περισσότερο την υλιστική πλευρά των φιλοσοφικών τους ιδεών παρά τη διαλεκτική και μεθοδολογική τους πλευρά. Ο Έγκελς το αναγνωρίζει αυτό στο γράμμα του στον Μέριγκ (14-7-1893) όπου μεταξύ άλλων λέει: «Σε αυτό που εμείς [ο Μαρξ και ο Έγκελς –Ντ. Π.] επιμείναμε περισσότερο –και δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς– ήταν να συμπεράνουμε από τα βασικά οικονομικά γεγονότα τις πολιτικές, νομικές κλπ. ιδέες, και τις πράξεις που εξαρτώνται από αυτές. Και προχωρώντας με αυτό τον τρόπο, το περιεχόμενο μας έκανε να ξεχάσουμε τη μορφή, δηλαδή τη διαδικασία γένεσης αυτών των ιδεών, κλπ. Με αυτό δόσαμε στους αντιπάλους μας ένα καλό πρόσχημα για τα λάθη και τις παρερμηνείες τους».
Από την άλλη, είπαμε ήδη ότι αυτή η ουσιαστική πλευρά της μαρξιστικής φιλοσοφίας αφομοιώθηκε με πολύ μεγαλύτερη δυσκολία.
Τόσο πολύ, που τα τελευταία χρόνια της ζωής του, στα γράμματα του «για τον ιστορικό υλισμό», ο Έγκελς θεωρεί απαραίτητο να ξεκαθαρίσει τη θέση της μαρξιστικής φιλοσοφικής σκέψης σχετικά με το μερικό.
Έτσι, σε ένα γράμμα του προς τον Σμιτ (5-7-1890) θυμάται: «Ο Μαρξ στο τέλος της δεκαετίας του ’70 αναφερόμενος στους Γάλλους μαρξιστές είχε πει “το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν είμαι μαρξιστής”».
Αυτό δεν ίσχυε μόνο για τους συγκεκριμένους Γάλλους. Για παράδειγμα, στο γράμμα που προαναφέραμε ο Έγκελς λέει τα εξής σχετικά με ορισμένους γερμανούς συγγραφείς: «Η λέξη υλιστής χρησιμεύει σε πολλούς νεαρούς συγγραφείς στη Γερμανία σαν ένα απλό επίθετο για να ταξινομούν τα πράγματα χωρίς ανάγκη παραπέρα μελέτης των δεδομένων. Βάζουν αυτή την ετικέτα και πιστεύουν ότι μπορούν να πάρουν την υπόθεση ως συμπέρασμα». Και προσθέτει: «Αλλά η δική μας αντίληψη της ιστορίας είναι, πάνω απ’ όλα, ένας οδηγός για τη μελέτη και όχι ένας μοχλός για να χτίζουμε οικοδομήματα χεγκελιανού τύπου». Πράγματι αυτή η ιδέα αποτελεί το συνδετικό νήμα μεταξύ όλων αυτών των γραμμάτων. Σίγουρα μια τέτοια έλλειψη κατανόησης της διαλεκτικής δεν οφειλόταν σε σφάλματα της λογικής της σκέψης, οφειλόταν ουσιαστικά στην έλλειψη κατανόησης της κοινωνίας ως αναπτυσσόμενης διαδικασίας. Αυτό υπογραμμίζει ο Μαρξ στον γράμμα του στον Ανένκοφ (28-12-1846): «Και εγώ επίσης δεν θεωρώ καθόλου ότι η αιτία των σφαλμάτων στις οικονομικές έρευνες του κυρίου Προυντόν είναι η φιλοσοφία. Ο κύριος Προυντόν δεν κάνει μια λαθεμένη κριτική της πολιτικής οικονομίας επειδή έχει μια γελοία φιλοσοφία. Μας παρουσιάζει μια γελοία φιλοσοφία, γιατί δεν έχει κατανοήσει το σύγχρονο κοινωνικό καθεστώς στην αλληλουχία του (engrenement), για να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη που ο κύριος Προυντόν, μαζί με πολλά άλλα, παίρνει από τον Φουριέ».
Το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση, για τον δογματισμό και τον νεοδογματισμό στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου το πολιτικό καθεστώς θεωρούσε τον εαυτό εγκαθιδρυμένο μια για πάντα, ακλόνητο.
Σχετικά με όλα αυτά, αξίζει να θυμηθούμε την προειδοποίηση που απηύθυνε ο Έγκελς σε αυτούς που συμμετείχαν σε μια συζήτηση περί σοσιαλισμού, η οποία αναπτύχθηκε μέσα από τις σελίδες του εβδομαδιαίου σοσιαλ-δημοκρατικού περιοδικού «Berliner Volks-Tribune», καθώς και στη μισο-αναρχική ομάδα των «νέων». Λέει τα εξής: «Ωστόσο, για όλους όσους έχουν συμμετάσχει στη συζήτηση, η σοσιαλιστική κοινωνία δεν είναι κάτι που αλλάζει και προοδεύει διαρκώς, αλλά κάτι το στατικό, κάτι το αμετακίνητο μια για πάντα, γι αυτό και πρέπει να διακρίνεται από έναν τρόπο κατανομής σταθερό μια για πάντα».
Όλα αυτά μας αναγκάζουν να επιμείνουμε στην κύρια θέση της μαρξιστικής σκέψης: η φιλοσοφία είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα, μέθοδος. Ως προς αυτό, ο Έγκελς στο τέλος της ζωής του είναι κατηγορηματικός, όταν γράφει στις 11 Μαρτίου 1895: «Όλη η κατανόηση του κόσμου (Auffassungsweise) από τον Μαρξ δεν είναι δόγμα, αλλά μέθοδος. Δεν προσφέρει οριστικές θεωρίες, αλλά σημεία εκκίνησης για την έρευνα».
3. Το πεδίο της φιλοσοφίας ως μεθόδου δεν είναι βέβαια εύκολο. Αν βασιστούμε στο Κεφάλαιο συναντάμε το εξής εμπόδιο: η μέθοδος έρευνας μπορούμε να πούμε ότι κρύβεται από τη μέθοδο έκθεσης. Αλλά, κυρίως, υπάρχει μια εγγενής δυσκολία: το πεδίο της μεθόδου απαιτεί μια πολύ στερεή επιστημονική κατάρτιση, ιστορικο-κοινωνική και πολιτική, στα πλαίσια της οποίας οι γνώσεις πρέπει να εμφανίζονται ρευστές, αλληλοσυσχετιζόμενες, σε διαδικασία ανάπτυξης. Ο Μαρξ μας προειδοποιεί γι’ αυτή τη δυσκολία: «Η μέθοδος της ανάλυσης που χρησιμοποίησα και που δεν είχε ακόμα εφαρμοστεί στα οικονομικά προβλήματα, κάνει αρκετά δύσκολη την ανάγνωση των πρώτων κεφαλαίων και υπάρχει ο κίνδυνος, επειδή δεν θα μπορέσει να προχωρήσει αμέσως, ν’ αποθαρρυνθεί το γαλλικό κοινό, που πάντα ανυπομονεί να φτάσει στο τελικό συμπέρασμα και διψάει να μάθει τη σχέση των γενικών αρχών με τα άμεσα ζητήματα που το συγκινούν». Και παρακάτω προσθέτει: «Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο παρά να προειδοποιήσω και να προασφαλίσω πάντως τον αναγνώστη που νοιάζεται για την αλήθεια. Ο δρόμος που οδηγεί στην επιστήμη δεν είναι πλατιά λεωφόρος, και πιθανότητες να φτάσουν στις φωτεινές κορυφές της έχουν μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να κουραστούν για να σκαρφαλώσουν στ’ απόκρημνα μονοπάτια της».
Ας προσθέσουμε από τη μεριά μας, ότι το να σκαρφαλώσει κανείς στα «απόκρημνα μονοπάτια» της φιλοσοφίας ως μεθόδου, είναι καμιά φορά πιο δύσκολο από το να σκαρφαλώσει στα μονοπάτια οποιασδήποτε άλλης συγκεκριμένης επιστήμης.
Επιπλέον όλων αυτών, μπαίνει στο παιχνίδι και η αδράνεια της παράδοσης, που πολλές φορές μετατρέπεται σε εφιάλτη για την ανθρώπινη σκέψη. Σε ένα από τα γράμματα του λέει ο Μαρξ: «Το παλιό προσπαθεί να επανέλθει και να σταθεροποιηθεί στα πλαίσια των νέων μορφών που έχουν αναδυθεί».
Αυτό συμβαίνει με τις δογματικές και νεοδογματικές αντιλήψεις, τόσο στη φιλοσοφία όσο και στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα.
Με αυτή την έννοια πρέπει να επισημάνουμε ότι η διαλεκτική μέθοδος μετατρέπεται στο αντίθετο της όταν χρησιμοποιείται όχι «σαν καθοδηγητικό νήμα στην ιστορική έρευνα, αλλά σαν ολοέτοιμο μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο ερμηνεύουν και ξαναερμηνεύουν τα ιστορικά γεγονότα». Αυτό έκανε και εξακολουθεί να κάνει ο δογματισμός γενικά, και ο φιλοσοφικός δογματισμός ειδικά.
Από την άλλη μεριά η επιστημονική έκθεση της διαλεκτικής δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα απλό άθροισμα παραδειγμάτων, που έχουν αξία μόνο για να διευκρινίσουν ορισμένες ιδέες για λόγους στοιχειώδους εκλαΐκευσης και όχι να τις αποδείξουν.
Η μέθοδος πρέπει να συμπεραίνεται, κάθε στιγμή, ξανά και ξανά, από τη ζωντανή διαδικασία της έρευνας και της γνώσης των γεγονότων και των φαινομένων στη διαρκή ανάπτυξη τους. Και, ταυτόχρονα, πρέπει να εφαρμόζεται διαρκώς σ’ αυτή την έρευνα και σ’ αυτή τη γνώση.
Αλλά αυτό, για να πούμε την αλήθεια, δεν γίνεται πάντα. Οι «μαρξιστές» φιλόσοφοι, υπερβολικά συχνά, τείνουν να απαριθμούν δεδομένα, περιπτώσεις και παραδείγματα. Κάτι τέτοιο όμως όχι μόνο ο Μαρξ δεν το επέτρεπε στον εαυτό του, αλλά ούτε και ο Χέγκελ. Ο συγγραφέας του Κεφαλαίου το διαπιστώνει αυτό σε ένα γράμμα του στις 9-12-1861: «Ο Χέγκελ ποτέ δεν ονόμασε διαλεκτική την υπαγωγή μιας μάζας “πραγμάτων” σε μια γενική αρχή».
Επιπλέον, το πρόβλημα του δογματισμού και του νεοδογματισμού είναι το ότι απολυτοποιούν ορισμένες θέσεις του μαρξισμού, ξεχνώντας ότι αυτές έχουν αξία μόνο σε σχέση με τις αντίστοιχες συγκεκριμένες συνθήκες. Μπορεί λοιπόν να λεχθεί ότι η μαρξιστική ιδεολογία δεν είναι παρά η συγκεκριμένη ανάλυση συγκεκριμένων καταστάσεων. Ο Έγκελς προειδοποιεί τον Κάουτσκι στις 4-2-1884, κριτικάροντας αυτούς που «ερμηνεύουν ως απόλυτες, ορισμένες θέσεις που στον Μαρξ έχουν ισχύ μόνο σε καθορισμένες συνθήκες».
Όταν αυτό χάνεται από τα μάτια, το μόνο που αφομοιώνεται είναι το δογματικό μέρος της οποιαδήποτε θεωρίας.
Και τότε, οι εργατικές οργανώσεις μετατρέπονται σε σέκτες που, όπως λέει ο Έγκελς στον Λαφάργκ (4-5-1891) «δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τη ζωντανή θεωρία της πράξης κατά τη διάρκεια της κοινής δράσης με την εργατική τάξη σε όλα τα δυνατά στάδια της ανάπτυξης της, και ανάγουν την παραπάνω θεωρία σε ένα άθροισμα δογμάτων, που πρέπει τα μάθουν απέξω και να τα επαναλαμβάνουν φωναχτά σαν να ήταν φόρμουλες, ικεσίες ή καθολικές προσευχές».
Στην πραγματικότητα ο δογματισμός του χτες και του σήμερα οδηγεί στη μετατροπή του μαρξισμού σε μια νέα θρησκεία, ευνουχίζοντας τον από το επιστημονικό και επαναστατικό νόημα του.
Γίνεται κατανοητό γιατί ο Έγκελς, αναφερόμενος στα σεχταριστικά κόμματα, επισήμανε στον Σόρχε (12-5-1892) ότι αυτά τα κόμματα «θα πάνε, όπως λέει ο Χέγκελ, από το τίποτα στο τίποτα, μέσω του τίποτα».
Για να μη συμβεί κάτι τέτοιο, τα εργατικά κόμματα πρέπει να αναπτύσσονται σε πλήρη αρμονία με τους νόμους της διαλεκτικής, και αυτό απαιτεί, πρώτα απ’ όλα, τη διαρκή πάλη ενάντια σε όλες τις μορφές του δογματισμού.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε λοιπόν ότι η διαλεκτική ξυπνάει την οργή του κάθε δογματισμού και γι’ αυτό συναντά νέα εμπόδια στην ανάπτυξη της.
Αλλά η μεγαλύτερη δυσκολία συνίσταται στο ότι η εφαρμογή της διαλεκτικής στη διαδικασία της γνώσης πρέπει να γίνεται διαλεκτικά, ενώ ο δογματισμός και ο νεοδογματισμός τείνουν να την εφαρμόζουν μηχανικά, με τον τρόπο που το έκανε ο μεταφυσικός υλισμός.
Η γνώση δεν υψώνεται από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, αλλά το ακριβώς αντίθετο, από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Ο Μαρξ το σημειώνει αυτό στο Κεφάλαιο: «Η σκέψη που ασχολείται με τις μορφές της ανθρώπινης ζωής, που συμπεριλαμβάνει την επιστημονική τους ανάλυση, ακολουθεί γενικά ένα δρόμο αντίθετο από την πραγματική πορεία των πραγμάτων». Ας πούμε αμέσως ότι τα πράγματα σίγουρα εξελίσσονται από το απλό στο πολύπλοκο, αλλά η επιστημονική γνώση απαιτείται να ξεκινήσει από το γενικό, σαν προϋπόθεση για να φτάσει στο πεδίο του ατομικού, των γεγονότων και των φαινομένων της αντικειμενικής πραγματικότητας και του ίδιου του ανθρώπου στη διαρκή διαδικασία της έρευνας. Αν δεν το κάνει αυτό, πέφτει αναπότρεπτα σε εκχυδαϊσμούς που ανοίγουν το δρόμο στον δογματισμό.
Για να το αποφύγει αυτό, για να επιτύχει τη μεγαλύτερη θεωρητική καθαρότητα, το εργατικό κίνημα δεν έχει καλύτερο δρόμο από αυτόν του να μαθαίνει από την πρακτική του εμπειρία, μελετώντας τα ίδια του τα λάθη.
Αυτό πάει να πει ότι η διάδοση του μαρξισμού και της φιλοσοφίας του πρέπει να πραγματοποιείται όχι μόνο, και μερικές φορές όχι τόσο, μέσα από τα βιβλία, αλλά μέσα στην αναταραχή της ίδιας της εργατικής πάλης, συνδυάζοντας με ζωντανό τρόπο τη θεωρία με την πράξη.
Θυμηθείτε ότι στη νεότητα του ακόμη ο Μαρξ έλεγε ότι η επανάσταση είναι ο κινητήρας της θεωρίας, της φιλοσοφίας, ακόμα και της θρησκείας. Ο Μαρξ πάντα συνδύαζε το τεράστιο θεωρητικό έργο του με τις ανάγκες της επαναστατικής πάλης, με την κοινωνική δραστηριότητα του λαού και κυρίως με τη δραστηριότητα των εργατών, αυτών που βάζουν μπροστά τον κινητήρα της επανάστασης.
Χωρίς ίχνος αμφιβολίας, αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Μαρξ έφτασε να γίνει ένας ιδιοφυής σοφός, ένας σοφός που σύμφωνα με τον Έγκελς ήταν πάνω από όλα ένας άνθρωπος της πρακτικής δράσης, ένας επαναστάτης. Η συμβίωση της επιστήμης και της επανάστασης είναι που καλλιεργεί την ανάπτυξη ενός νέου πολιτισμού.
Όταν αυτό δεν γίνεται, δεν αναπτύσσεται, κατά συνέπεια, η πάλη για την κοινωνική πρόοδο.
Από εδώ προκύπτει η σημασία να κατανοηθεί (όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη) η αναγκαιότητα της ιδεολογικής πάλης που, σύμφωνα με τον μαρξισμό, αποτελεί ένα από τα μέτωπα της ταξικής πάλης.
Όλα αυτά θέλουν να πουν ότι η αφομοίωση του μαρξισμού δεν είναι δυνατή χωρίς ελεύθερες και ανοιχτές συζητήσεις στις οποίες να κυριαρχεί το πνεύμα της αναζήτησης, της έρευνας, της επαλήθευσης.
Όταν αυτό το πνεύμα δεν υπάρχει, ξεραίνεται το ζωντανό δέντρο του μαρξισμού που δεν είναι ένα κλειστό σύστημα θέσεων εγκαθιδρυμένων μια για πάντα, αλλά πάνω από όλα μια μέθοδος σκέψης, γνώσης και ανθρώπινης πρακτικής δραστηριότητας.
Οι θεωρητικές του θέσεις έχουν αξία μόνο σε σχέση με τα γεγονότα και τα φαινόμενα από τα οποία συνάγονται. Τόσο μάλιστα που όταν αυτά τα γεγονότα και αυτά τα φαινόμενα παύουν να υπάρχουν, οι παραπάνω θεωρητικές θέσεις χάνουν το λόγο ύπαρξης τους. Γι’ αυτό ο Λένιν στον Υλισμό και Εμπειριοκριτικισμό λέει ότι οι θεωρίες του υλισμού οι ίδιες αναθεωρούνταν στο μέτρο που αναπτυσσόταν η ανθρώπινη γνώση. Αυτός ο αναθεωρητισμός (ρεβιζιονισμός), με την καλή έννοια της λέξης, είναι μια διαρκής απαίτηση του μαρξισμού που προσδιορίζει τον λόγο ύπαρξης του.
Όταν αυτό δεν γίνεται κατανοητό, πέφτει στον πλήρη δογματισμό που πνίγει το επιστημονικό και επαναστατικό νόημα της διαλεκτικής. Μπροστά σ’ αυτόν τον κίνδυνο ο Μαρξ τόνιζε ξανά και ξανά τη σημασία της επαναστατικής πράξης. Έτσι, στο γράμμα του στον Λαφάργκ (21-3-1872) γράφει: «Πριν από όλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Συμμαχία μας είναι μια μάχιμη οργάνωση του προλεταριάτου και όχι μια ένωση που δημιουργήθηκε για να προβληθούν ερασιτέχνες δογματικοί».
4. Χάρη στο επιστημονικό και επαναστατικό της πνεύμα η κριτική έχει κοινή υπόσταση με τη διαλεκτική. Στην πραγματικότητα μόνο με την κριτική είναι δυνατό να αναπτυχθεί η διαλεκτική διαλεκτικά, απαλλασσόμενη δηλαδή από ό,τι είναι ξεπερασμένο και εμπλουτιζόμενη με τις προόδους της έρευνας και της επιστήμης και με την εμπειρία της κοινωνικής πράξης.
Η κριτική συντελεί στο να είναι η διαλεκτική ανελέητη με τον ίδιο της τον εαυτό, στο βωμό της προόδου της σκέψης, του πολιτισμού και της κοινωνίας.
Με αυτή την έννοια, αξίζει τον κόπο να θυμηθούμε αυτά που γράφει ο Έγκελς σε ένα γράμμα του στον Σμιτ (19-7-1878): «Την κατάλληλη στιγμή θα έχω την τιμή να υποβάλω την ανακοίνωσή σας σε κριτική, η οποία ομόφωνα αναγνωρίζεται ότι είναι άξια να ονομάζεται ελεύθερη επιστήμη και η οποία πρέπει να χαιρετίζεται από κάθε επιστήμονα, ακόμα και όταν στρέφεται ενάντια στον ίδιο της τον εαυτό». Με αυτό το πνεύμα ο Μαρξ και ο Έγκελς έγραψαν όλα τα έργα τους και έδρασαν στο επαναστατικό κίνημα της εποχής τους. Οι υπότιτλοι μερικών από τα έργα τους είναι εξαιρετικά εύγλωττοι: 1) ο υπότιτλος της Αγίας Οικογένειας είναι «Κριτική της κριτικής κριτικής», 2) του Κεφαλαίου είναι «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» κ.λ.π.
Και όχι χωρίς λόγο. Είναι αδύνατο να προσεγγίσει κανείς την ουσία των νέων γεγονότων και ιστορικών δεδομένων παραγνωρίζοντας τις παλιές θεωρίες, αλλά είναι επίσης αδύνατο να διεισδύσει σ’ αυτήν την ουσία χωρίς να υποβάλει αυτές τις θεωρίες σε κριτική σε όλη τους την έκταση. Αυτό είναι όρος για να προσδιορίσει το τι μπορεί να διατηρήσει από αυτές και για να χαράξει το δρόμο της επεξεργασίας μιας νέας θεωρίας. Με λίγα λόγια: χωρίς την κριτική, η πρόοδος της γνώσης είναι απόλυτα αδιανόητη.
Αυτό το κριτικό πνεύμα, χωρίς το οποίο ο ίδιος ο μαρξισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί, εφάρμοσαν ο Μαρξ και ο Έγκελς για τη λύση των προβλημάτων που αναδύονταν στα σκαμπανεβάσματα του εργατικού κινήματος, της επαναστατικής πάλης.
Έτσι ο Έγκελς γράφει στον Τριρ (18-12-1889) ότι «το εργατικό κίνημα θεμελιώνεται σε μια οξύτατη κριτική της υπάρχουσας κοινωνίας. Η κριτική είναι το ζωτικό της στοιχείο. Πώς μπορεί αυτό το κίνημα να αποφύγει την κριτική, προσπαθώντας να στομώσει τις συζητήσεις, Μπορούμε να απαιτούμε από τους άλλους την ελευθερία του λόγου και να την στερούμε στις ίδιες μας τις γραμμές;». Ο Μαρξ και ο Έγκελς πέτυχαν να βασιλεύσει στο εργατικό κίνημα της εποχής τους η πιο ειλικρινής και ανοικτή κριτική. Γιατί να μην κάνουμε κάτι τέτοιο στις μέρες μας χωρίς περιορισμούς τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο; Πρέπει να διακηρύξουμε χωρίς υπεκφυγές πως όταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, απορρίπτεται η κριτική, παραβιάζεται μια από τις θεμελιακές απαιτήσεις του μαρξισμού γενικά και της διαλεκτικής ειδικά.
Η κριτική διευκολύνει τη διαρκή ανάπτυξη του μαρξισμού και ταυτόχρονα επιτρέπει να δίνει κανείς τις κατάλληλες αποχρώσεις στην ίδια την πρόοδο της μαρξιστικής φιλοσοφίας, η οποία στην εποχή του Μαρξ και του Έγκελς διατηρήθηκε πάνω από όλα στα πλαίσια του διαλεκτικού υλισμού.
Όμως με τη λεγόμενη κρίση της φυσικής στα τέλη του προηγούμενου αιώνα και τις αρχές του εικοστού, τα προβλήματα που αφορούσαν τη σκέψη και τη γνώση απέκτησαν ακόμα μεγαλύτερη σπουδαιότητα. Και μαζί μ’ αυτά αναδείχτηκε η σημασία της διαλεκτικής ως μεθόδου στο εσωτερικό της μαρξιστικής φιλοσοφικής σκέψης.
Αυτό το παρατήρησε ο Έγκελς τα χρόνια που αφιέρωσε στη μελέτη των φιλοσοφικών ερωτημάτων που έθεσε η εξέλιξη των φυσικών επιστημών:
Έτσι, στη Διαλεκτική της Φύσης, γράφει: «Η Διαλεκτική απαλλαγμένη από τον μυστικισμό γίνεται απόλυτη αναγκαιότητα για τις φυσικές επιστήμες, που άφησαν την περιοχή όπου αρκούσαν οι άκαμπτες κατηγορίες, που κατά κάποιο τρόπο αντιπροσώπευαν τα στοιχειώδη μαθηματικά της λογικής». Και παρακάτω προσθέτει: «Η φιλοσοφία εκδικείται μετά θάνατον τις φυσικές επιστήμες που την εγκατέλειψαν. Κι όμως οι επιστήμονες θα μπορούσαν να έχουν δει, έστω και από τις επιτυχίες της φιλοσοφίας στις φυσικές επιστήμες, ότι η φιλοσοφία κατείχε κάτι που τους ξεπερνούσε ακόμα και στην ίδια τους την περιοχή», (Φρ. Έγκελς, Διαλεκτική της Φύσης, σελ. 183, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
Ο Λένιν επιμένει στα ίδια συμπεράσματα, χωρίς να γνωρίζει τις θέσεις του Έγκελς στη Διαλεκτική της Φύσης που δημοσιεύτηκε ένα χρόνο μετά το θάνατό του. Αρχίζει επιμένοντας στον Υλισμό και Εμπειριοκριτικισμό (1909) ότι η κρίση της φυσικής έχει την καταγωγή της στο ό,τι δεν εφαρμόζει τη διαλεκτική στην έρευνα και στη γνώση.
Παίρνοντας υπόψη του όλη την προβληματική που προκάλεσε αυτή η κρίση, ο Λένιν τόνισε ότι ο διαλεκτικός υλισμός πρέπει να αναπτυχθεί στη συνέχεια, ως διαλεκτικός υλισμός. Δυστυχώς τα έργα του φιλοσοφικού δογματισμού και νεοδογματισμού δεν συνηθίζουν να δίνουν σημασία σ’ αυτή τη θέση.
Ωστόσο πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η λενινιστική θέση δεν είναι μια απλή απόχρωση, αλλά αντιπροσωπεύει μια ποιοτική αλλαγή, που οδήγησε τον Λένιν να γράψει στα Φιλοσοφικά Τετράδια ότι η συνείδηση δημιουργεί τον κόσμο. Ότι δηλαδή αυξάνει η σημασία του παράγοντα συνείδηση, και αυτό οφείλεται όχι μόνο στην ανύψωση των πολιτιστικού επιπέδου των μαζών, αλλά, πάνω απ’ όλα, στην ασυνήθιστη ανάπτυξη της κοινωνικής τους δράσης. Αφού τα πράγματα έχουν έτσι, η συνείδηση έχει μετατραπεί σε παράγοντα –και μάλιστα αποφασιστικό παράγοντα– στην πορεία των ιστορικών γεγονότων. Και αυτό κάνει ανάγλυφη την ανάπτυξη του ρόλου της φιλοσοφίας ως μεθόδου.
Από την άλλη μεριά, μια ολόκληρη σειρά προβλημάτων που μελετούσε η φιλοσοφία, ιδιαίτερα η θεωρία του Είναι (οντολογία), έχουν περάσει στον τομέα των ειδικών επιστημών, τόσο των φυσικών όσο και των κοινωνικών. Στην εποχή μας έχει αποκτήσει νέα σημασία η θέση του Έγκελς ότι «Εκείνο, που, απ’ όλη την ως τα τώρα φιλοσοφία [εννοεί την προμαρξιστική –Ντ. Π] μένει ακόμα ανεξάρτητο, είναι η θεωρία της νόησης και των νόμων της –η τυπική δηλαδή και η διαλεχτική λογική. Όλα τα άλλα αφομοιώνονται μέσα στις θετικές επιστήμες της Φύσης και της ιστορίας», (Έγκελς: Αντιντίριγκ, Εκδόσεις «Αναγνωστίδη», σελ. 51).
Η φιλοσοφία δεν έχει λόγο να εισβάλει, χωρίς να υπάρχει ανάγκη, στο έδαφος των ειδικών επιστημών. Η διαδικασία της διαφοροποίησης στις μεταξύ τους σχέσεις είναι μια πραγματικότητα (νόμος).
Στην εποχή μας, αυτή η διαδικασία θα είχε προχωρήσει πολύ, αν δεν είχε υπάρξει ο δογματισμός, που υπό το καθεστώς του Στάλιν και του Μπρέζνιεφ, κέρδισε και διατήρησε την επίσημη υποστήριξη του Κράτους δημιουργώντας έτσι μια παράδοξη κατάσταση: η φιλοσοφία ισχυριζόταν ότι έλυνε τα ουσιαστικά προβλήματα μιας ολόκληρης σειράς ειδικών επιστημών (γενετικής, κυβερνητικής κλπ.), ενώ στην πραγματικότητα είχε πάρει διαζύγιο απ’ αυτές. Αυτό ήταν εντελώς λογικό, αφού η φιλοσοφία έφτασε να χάσει τον χαρακτήρα της ως μεθόδου, που είναι το αληθινό ενοποιητικό της στοιχείο.
Στη σημερινή εποχή της ραγδαίας ανάπτυξης των επιστημών, της βαθιάς επιστημονικο-τεχνικής επανάστασης, της μετατροπής της επιστήμης σε μια από τις σημαντικότερες κινητήριες δυνάμεις της προόδου της οικονομίας και ολόκληρης της κοινωνίας, η διάδοση των μαρξιστικών θεωριών, και η εφαρμογή των θέσεων του υλισμού και της διαλεκτικής στην επιστημονική έρευνα (σίγουρα με τρόπο λίγο-πολύ αυθόρμητο) έχει μεταβάλλει το ίδιο το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας.
Βρισκόμαστε σήμερα σε συνθήκες που μπορούμε να πούμε ότι ο διαλεκτικός υλισμός έχει μετατραπεί σε υλιστική διαλεκτική. Τώρα δεν ταιριάζει να πούμε ότι η μαρξιστική φιλοσοφία είναι, πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, μέθοδος. Μπορούμε απλά να βεβαιώσουμε ότι είναι μέθοδος. Μέθοδος σκέψης, γνώσης και ανθρώπινης πρακτικής δραστηριότητας.
Παρόλα αυτά, ο δογματισμός και ο νεοδογματισμός συνεχίζουν να αντιλαμβάνονται το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας όπως εδώ και πάνω από εκατό χρόνια, δηλαδή ως διαλεκτικό υλισμό. Από τότε έχουν προκληθεί τεράστιες αλλαγές στη φιλοσοφία, έχει αναπτυχθεί ασύγκριτα η επιστήμη, έχουν εμπλουτιστεί οι οικονομικές και πολιτικές πλευρές του ίδιου του μαρξισμού. Είναι δυνατόν όσον αφορά την αντίληψη της φιλοσοφίας, η κίνηση να γίνεται από το τίποτα στο τίποτα;
Είναι σαφές ότι και το ίδιο το αντικείμενο της μαρξιστικής σκέψης υποτάσσεται στους νόμους της αλλαγής και της ανάπτυξης. Πάνε εκατό χρόνια που ο Έγκελς το είχε ήδη προβλέψει αυτό στη Διαλεκτική της Φύσης: «Μόνο όταν οι φυσικές επιστήμες και η ιστορική επιστήμη διαποτιστούν από τη διαλεκτική, όλες οι φιλοσοφικές διαμάχες (εκτός από την καθαρή θεωρία για τη σκέψη) θα είναι άχρηστες, θα εξαφανιστούν από τη θετική επιστήμη». Αλλά ο δογματισμός αρνείται ότι το αντικείμενο της φιλοσοφίας μπορεί να αλλάζει και συνεχίζει να μας ενοχλεί με αυτές τις «διαμάχες», αν και ήδη είναι άχρηστες.
Ο δογματισμός όλων των εποχών είναι από την ίδια του τη φύση αντιδιαλεκτικός, και εκεί που προκαλεί τη μεγαλύτερη ζημιά είναι η διαλεκτική, γιατί επιμένει να μην την μελετά διαλεκτικά.
Ο δογματισμός, εκτός του ότι αμβλύνει τη σκέψη και περιορίζει τη δημιουργική ικανότητα των ανθρώπων, είναι μια από τις κύριες αιτίες της στασιμότητας των οργανώσεων, των κομμάτων και των χωρών. Η κυριαρχία του δογματισμού μπορεί να καταχωρηθεί στον κατάλογο ως αυθεντική εθνική κακοτυχία.
Ένα επαναστατικό μαρξιστικό κόμμα, που έχει σαν αφετηρία του μια ευέλικτη άποψη για την κοινωνία, που παλεύει να αλλάξει μέσα από την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των μαζών, που εκδημοκρατίζεται, που συζητά, που κάνει πολεμική και που βρίσκεται σε διαρκή διαδικασία ανάπτυξης, όχι μόνο συγκεντρώνει τις καλύτερες προϋποθέσεις για να παλέψει και να απαλλαγεί από κάθε δογματισμό, αλλά και για να ερμηνεύσει τον μαρξισμό γενικά και τη φιλοσοφία ειδικά, σαν κάτι που βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, με λίγα λόγια, για να κατανοήσει την διαλεκτική διαλεκτικά.
Αντίθετα ο δογματισμός παραβλέπει μια από τις πιο σημαντικές θέσεις σχετικά με το μερικό: «Η θεωρητική σκέψη κάθε εποχής –και της δικιάς μας– είναι ιστορικό προϊόν που σε διάφορους καιρούς παίρνει πάρα πολύ διαφορετικές μορφές και γι’ αυτό και πάρα πολύ διαφορετικό περιεχόμενο. Η επιστήμη της σκέψης είναι λοιπόν, όπως και κάθε άλλη επιστήμη, μια ιστορική επιστήμη: η επιστήμη της ιστορικής ανάπτυξης της ανθρώπινης σκέψης», (Έγκελς: Διαλεκτική της Φύσης, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 25-26 - Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου –Ντ. Π.).
Και παρακάτω: «Η θεωρία των νόμων της σκέψης δεν είναι καθόλου μια “αιώνια αλήθεια” που καθορίστηκε μια για πάντα, όπως φαντάζεται η στενόμυαλη νοοτροπία για την περίπτωση της λέξης “λογική”», (όπ.π. σελ. 26). Δεν μπορούν λοιπόν να επαναλαμβάνονται εδώ και πάνω από εκατό χρόνια οι ίδιοι ορισμοί σχετικά με το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας, η οποία πάντα περιλάμβανε τους πιο γενικούς νόμους της σκέψης και στην εποχή μας ανάγεται σε αυτούς και τους επεκτείνει στο βαθμό που η διαλεκτική λογική είναι ταυτόχρονα γνωσιολογία και διαλεκτική. Αξίζει να προσεχτεί το γεγονός ότι στους κύκλους των μαρξιστών φιλοσόφων η λογική δεν αποτελεί θέμα τόσο θυελλωδών και συνεχών συζητήσεων όπως σε προηγούμενες εποχές, από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Χέγκελ για παράδειγμα. Βέβαια κάπου-κάπου συζητιέται, αλλά γενικά μπορούμε να πούμε ότι βασιλεύει μια ήσυχη ατμόσφαιρα στασιμότητας.
Το να κατανοηθεί η μαρξιστική φιλοσοφία ως υλιστική διαλεκτική δεν σημαίνει να περιοριστεί. Το αντίθετο, μ’ αυτό τον τρόπο τονίζεται η λειτουργία της ως μεθόδου και η σχέση της με όλη τη διαδικασία ανάπτυξης της ανθρώπινης γνώσης και των φυσικών και κοινωνικών επιστημών. Αναπτύσσεται ταυτόχρονα, ή τουλάχιστον μπορεί να αναπτυχθεί η σύνδεση της με την κοινωνική δραστηριότητα των ανθρώπων, με την πράξη.
Ακριβώς με την κατανόηση της φιλοσοφίας ως μεθόδου, έγινε δυνατό να εισαχθεί η πράξη στο ίδιο το αντικείμενο της φιλοσοφικής σκέψης. Με αυτή την εξέλιξη διευρύνθηκαν οι φιλοσοφικές ιδέες του μαρξισμού, απέκτησαν μια νέα διάσταση, τόσο από επιστημονική όσο και από επαναστατική σκοπιά.
Από όλα αυτά προκύπτει ότι αν και στο παρελθόν ήταν αναγκαίο να επιμένει κανείς στη μελέτη της μαρξιστικής φιλοσοφίας ως μεθόδου, σήμερα πρέπει να το κάνει με πολύ μεγαλύτερη ένταση: πρώτον γιατί η μέθοδος είναι το ίδιο το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας και δεύτερον γιατί η σημασία της μεθόδου στην εποχή μας είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη.
Αυτό σημαίνει ταυτόχρονα ότι αν στο παρελθόν ήταν πολύ μεγάλη η καθυστέρηση της φιλοσοφίας σε σχέση με τις ανάγκες της προόδου της κοινωνίας και πάνω από όλα της επιστημονικής σκέψης, αυτή η καθυστέρηση είναι σήμερα εξαιρετικά μεγαλύτερη, και πρέπει να έχουμε συνείδηση αυτού του γεγονότος, πρώτα πρώτα εμείς οι ίδιοι οι μαρξιστές στοχαστές.
Ας δούμε στη συνέχεια τι εννοούμε λέγοντας μέθοδο. Πρώτον, η έννοια της μεθόδου συνδέεται με ένα σύστημα (μια δομή) κατηγοριών και νόμων της λογικής, της διαλεκτικής λογικής, που προσανατολίζουν την ίδια τη διαδικασία της σκέψης. Δεύτερον η μέθοδος προϋποθέτει ένα σύστημα (μια δομή) κανόνων που κυβερνούν τη γνωστική δραστηριότητα των ανθρώπων. Και τρίτον, η μέθοδος περιλαμβάνει ένα σύνολο κανόνων που έχουν προσδιορίσει την κοινωνική της δραστηριότητα.
5. Αυτή η αντίληψη της φιλοσοφίας ως μεθόδου, θέτει από τη μια τη σχέση που αυτή διατηρεί με τη λογική, με τη διαλεκτική λογική, και από την άλλη τη σχέση που υπάρχει μεταξύ λογικού και ιστορικού.
Όσο για τη λογική, ας ξεκινήσουμε διαπιστώνοντας ότι δεν είναι μια επιστήμη α-λά-Καντ, δηλαδή η επιστήμη των καθαρών μορφών της σκέψης, γιατί η σκέψη υπάρχει αποκλειστικά σε αξεχώριστη σχέση με το περιεχόμενο της. Η ιδέα γενικά, η ιδέα χωρίς κανένα περιεχόμενο, δεν είναι παρά αφαίρεση.
Βέβαια, ήδη ο Χέγκελ ασχολήθηκε με την κριτική απέναντι στον Καντ, προβάλλοντας, και είχε δίκιο, το επιχείρημα ότι η σκέψη δεν υπάρχει ανεξάρτητα από το αντικείμενο της. Από εδώ συνάγεται ότι ούτε η λογική υπάρχει με καθαρό ανεξάρτητο τρόπο, υπάρχει μόνο σε στενή σχέση με τη γνωσιολογία και τη διαλεκτική, δρώντας, με το σύστημα των κατηγοριών και των νόμων της, ως φιλοσοφική μέθοδος, ως φιλοσοφία[2].
Η αποστολή της τυπικής λογικής, που έχει την καταγωγή της στον Αριστοτέλη, είναι η αναζήτηση της αλήθειας και νέων αποτελεσμάτων της γνώσης στη διαδικασία της μετάβασης από την άγνοια στη γνώση.
Έτσι λοιπόν, το αντικείμενο της παραπάνω επιστήμης συνίσταται στους γενικούς νόμους της αντανάκλασης των πραγμάτων και των πεπερασμένων φαινομένων, που παραμένουν όμως σε κατάσταση σχετικής ηρεμίας, κατάσταση που εμφανίζεται αναπόφευκτα στη διαλεκτική διαδικασία της κίνησης.
Αυτή η λογική όμως δεν περιλαμβάνει τις αντιφάσεις που αναδύονται και εκδηλώνονται σ’ αυτή τη διαδικασία, δεν παίρνει υπόψη της τη μετατροπή των προαναφερθέντων φαινομένων στο αντίθετο τους και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αγκαλιάσει όλη την πορεία της ανάπτυξης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τυπική λογική δεν παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην πρόοδο της γνώσης, αφού, όπως μόλις είπαμε, η κατάσταση σχετικής ηρεμίας υπάρχει σε όλα τα φαινόμενα και τα αντικείμενα, τόσο της αντικειμενικής πραγματικότητας όσο και της σκέψης και της γνώσης.
Ωστόσο, για μια μεγάλη περίοδο, ο σταλινισμός αρνιόταν τη σημασία και την αξία της τυπικής λογικής, θεωρώντας ότι έπρεπε να εξισώσει την τυπική λογική με τη μεταφυσική μέθοδο. Με αυτόν τον τρόπο, αρνούμενος στα λόγια την πρώτη, έπεσε με τα μούτρα στη δεύτερη.
Παίρνοντας υπόψη τους περιορισμούς της τυπικής λογικής, η διαλεκτική λογική έχει ως έργο να αναλύει την αντικειμενική πραγματικότητα και ταυτόχρονα τη σκέψη και τη γνώση, στη διαλεκτική διαδικασία της αυτοκίνησής τους, ερευνώντας τους αλληλοσυσχετισμούς στις καθορισμένες συνθήκες στις οποίες εκδηλώνονται, και δείχνοντας ότι η αλήθεια είναι πάντα συγκεκριμένη.
Και αυτό συμβαίνει γιατί στους ορισμούς της αλήθειας, όπως δείχνει η υλιστική διαλεκτική, υπεισέρχεται όλη η πράξη ως παράγοντας που φωτίζει το τι έχουν ανάγκη οι άνθρωποι σε κάθε δεδομένη στιγμή. Αυτό είναι τόσο σωστό που μπορούμε να ισχυριστούμε ότι στο περιθώριο της κοινωνικής δραστηριότητας των ανθρώπων, δεν μπορούν παρά να δοθούν αφηρημένοι και όχι συγκεκριμένοι ορισμοί, ορισμοί που καταστρέφουν συστηματικά την πρόοδο της σκέψης, της γνώσης και της πράξης.
Από όλα όσα μόλις εκθέσαμε, γίνεται κατανοητό ότι η τυπική λογική και η διαλεκτική λογική είναι στενά αλληλοσυνδεδεμένες. Η μια διακρίνεται από την άλλη, αλλά η πρώτη έχει ανάγκη τη δεύτερη και δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αυτήν. Στην πραγματικότητα, η διαλεκτική λογική είναι ευρύτερη από την τυπική λογική και γι αυτό την εμπεριέχει με τον ίδιο τρόπο που, για παράδειγμα οι θεωρίες του Αϊνστάιν δεν αρνούνται αλλά εμπεριέχουν τις θεωρίες του Νεύτωνα. Αυτό είναι τόσο αληθινό, που μπορούμε να πούμε ότι η σκέψη σύμφωνα με την τυπική λογική είναι μια στιγμή της νόησης που προχωρεί και αναπτύσσεται σύμφωνα με τη διαλεκτική λογική.
Γι’ αυτό όταν μιλάμε για μέθοδο, αναφερόμαστε πρώτα από όλα στη διαλεκτική λογική, γιατί αυτή δεν συλλαμβάνει μόνο προσδιορισμένες στιγμές σχετικής ηρεμίας αλλά εκτείνεται σε όλη την εξέλιξη της διαδικασίας της σκέψης και της γνώσης.
Για τον ίδιο λόγο, η λογική (τυπική και διαλεκτική) δεν είναι αποχωρισμένη από τη γνωσιολογία, τη θεωρία της γνώσης. Αντίθετα, συμπίπτουν, αφού τόσο η μια όσο και η άλλη προσανατολίζονται στον ίδιο στόχο: να συλλάβουν την αλήθεια. Αυτή η σύμπτωση είναι που προσδιορίζει τελικά ότι οι μορφές και οι νόμοι της λογικής είναι πάντα γεμάτες από συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Αυτό το περιεχόμενο με τη σειρά του αντιστοιχεί στην ακριβή αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας στη σκέψη και τη γνώση. Κατά συνέπεια δεν συμπίπτουν μόνο η λογική (τυπική και διαλεκτική) και η γνωσιολογία, αλλά και η υλιστική διαλεκτική γενικά. Ουσιαστικά, αυτή η σύμπτωση συμβαίνει σε τελική ανάλυση, δηλαδή με διαλεκτικούς όρους, έτσι που η κάθε μια να διατηρεί τα ιδιαίτερα και διακριτά χαρακτηριστικά της.
Αυτή η σύμπτωση της λογικής, της γνωσιολογίας και της διαλεκτικής (ο Λένιν στα Φιλοσοφικά Τετράδια είπε ότι δεν χρειάζονται τρεις κατηγορίες, ότι μια μόνο αρκεί) είναι μια από τις σημαντικότερες αρχές της μαρξιστικής φιλοσοφίας η οποία, δυστυχώς, δεν προσέχτηκε αρκετά στα δογματικά και νεοδογματικά κείμενα εκλαΐκευσης των φιλοσοφικών ιδεών του μαρξισμού.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι έγιναν μόνον τρεις εκδόσεις των Φιλοσοφικών Τετραδίων (1929, 1933 και 1947), και αυτά αποτέλεσαν τελικά μέρος των «Απάντων» του Λένιν μόνον με την κυκλοφορία της Τέταρτης έκδοσης (ο τόμος 38 εκδόθηκε το 1958). Έτσι η παραπάνω αρχή άρχισε να φωτίζεται μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1960, καθώς οι λίγες εργασίες πάνω σε αυτήν που είχαν δημοσιευτεί πιο πριν, είχαν ένα ενδιαφέρον κάτι περισσότερο από σχετικό.
Η βασική σύμπτωση της διαλεκτικής, της λογικής και της θεωρίας της γνώσης πραγματοποιείται λόγω της πράξης της αντανάκλασης των ίδιων των αντικειμενικών σχέσεων. Αυτό το σημειώνει ο Μαρξ στις παρατηρήσεις του πάνω στο βιβλίο του Α. Βάγκνερ: Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας. Λέει τα εξής: «Η πράξη του ανθρώπου που επαναλαμβάνεται εκατομμύρια φορές, εδραιώνεται στη συνείδηση μέσω των λογικών μορφών».
Αυτό μας λύνει τα χέρια για να αναλύσουμε τη διαλεκτική σχέση μεταξύ λογικού και ιστορικού, ένα ζήτημα που ο δογματισμός εξόρισε από τα βιβλία συστηματικής έκθεσης της φιλοσοφίας.
Ο Έγκελς έγραψε ότι η λογική μέθοδος έρευνας «στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ίδια ιστορική μέθοδος, απελευθερωμένη μόνο από την ιστορική μορφή των ενοχλητικών συμπτώσεων».
Σε συμφωνία με τον Μαρξ, ο Έγκελς υπογράμμισε ότι η λογική της σκέψης πάντα αντανακλά την ιστορία του αντικειμένου το οποίο γνωρίζει. Και τελικά η ανάπτυξη της λογικής μεθόδου είναι η «αντανάκλαση της ιστορικής διαδικασίας σε μια μορφή που κατά συνέπεια είναι αφηρημένη και θεωρητική, η αντανάκλαση που διορθώνεται σύμφωνα με τους νόμους που μας δίνει η ίδια η πραγματική ιστορική διαδικασία».
Στο τέλος της ζωής του, ο Έγκελς επιμένει σε αυτό το ζήτημα στο γράμμα του στον Σμιτ της 12-3-1895 που ήδη αναφέραμε. Το κάνει αυτό για να συγκεκριμενοποιήσει τον διαλεκτικό χαρακτήρα των σχέσεων του λογικού και του ιστορικού, θέμα που συζητιόταν τότε και που σίγουρα συζητιέται ακόμα:
«Και η μια και η άλλη», λέει, «η έννοια του αντικειμενικού και η πραγματικότητα του κινούνται μαζί, με τον ίδιο τρόπο που κινούνται δυο ασύμπτωτες που διαρκώς προσεγγίζουν η μια την άλλη χωρίς όμως ποτέ να συμπίπτουν. Αυτή η διαφορά μεταξύ των δύο είναι ακριβώς η διαφορά λόγω της οποίας η έννοια δεν είναι κατευθείαν και άμεσα πραγματικότητα, και η πραγματικότητα δεν είναι άμεσα η έννοια της. Γι’ αυτό το λόγο η έννοια έχει τη δική της φύση και έτσι δεν συμπίπτει άμεσα και prime facie με την πραγματικότητα, από την οποία και μόνο μπορεί να συνάγεται. Γι’ αυτό η έννοια πάντα είναι κάτι παραπάνω από δημιούργημα της φαντασίας παρόλο που εσείς ονομάζετε πλάσματα της φαντασίας όλα τα προϊόντα της σκέψης, γιατί η πραγματικότητα αντιστοιχεί σ’ αυτά μόνο που αυτό γίνεται πολύ έμμεσα και, κατά συνέπεια μόνο σε ασυμπτωτική προσέγγιση». Γι’ αυτό αυτή η σύμπτωση γίνεται διαλεκτικά.
Είναι σαφές ότι το λογικό αρχίζει εκεί που αρχίζει και το ιστορικό. Γι’ αυτό η διαλεκτική μελετά τους γενικούς νόμους ανάπτυξης της αντικειμενικής πραγματικότητας. Αλλά το κάνει και πρέπει να το κάνει για να εμπλουτίσει το πλήθος των κατηγοριών και των νόμων που λειτουργούν στη διαδικασία της σκέψης ως διαλεκτική λογική, ως μέθοδος.
Έτσι λοιπόν, η ανάλυση των σχέσεων του λογικού με το ιστορικό σύμφωνα με την αντίληψη μας για τη φιλοσοφία, είναι το κύριο καθήκον που προκύπτει από το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας. Σ’ αυτό το πρόβλημα οι φιλόσοφοι χωρίζονται ουσιαστικά σε υλιστές και ιδεαλιστές, σε διαλεκτικούς και μεταφυσικούς.
Για την υλιστική διαλεκτική, από τις σχέσεις του λογικού με το ιστορικό συνάγεται ένα κεφαλαιώδες ζήτημα, το εξής: οι νόμοι που κυβερνούν την αντικειμενική πραγματικότητα, τη σκέψη και συνεπώς τη γνώση, συμπίπτουν από άποψη αρχών, ή αλλιώς είναι οι ίδιοι.
Σε αυτή την ανακάλυψη ο Μαρξ και ο Έγκελς έδωσαν εξαιρετική σημασία. Στη Διαλεκτική της Φύσης ο Έγκελς γράφει: «Το γεγονός ότι η υποκειμενική μας σκέψη και ο αντικειμενικός κόσμος υπόκεινται στους ίδιους νόμους, και πως συνακόλουθα, σε τελευταία ανάλυση δεν μπορούν να έρχονται σε αντίθεση ως προς τα αποτελέσματα τους, αλλά πρέπει να συμπίπτουν, κυριαρχεί απόλυτα σε ολόκληρη τη θεωρητική μας σκέψη. Είναι ασυνείδητη και απόλυτη προϋπόθεση της», (Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 244).
Όπως βλέπουμε πρόκειται για ένα κεφαλαιώδες ζήτημα, sine qua non (εκ των ων ουκ άνευ - όρος απαράβατος), της μαρξιστικής φιλοσοφικής σκέψης ως μεθόδου.
Γι αυτό δεν μπορεί να γίνει σοβαρή έκθεση αυτού του ζητήματος χωρίς να αντιμετωπιστεί το θέμα των σχέσεων του λογικού με το ιστορικό.
Από εδώ προκύπτει ότι το πρόβλημα που μας απασχολεί συνδέεται άμεσα με την επανάσταση που προκάλεσαν στη φιλοσοφία οι θεμελιωτές του μαρξισμού. Ο Έγκελς το κάνει καθαρό αυτό όταν γράφει: «Αλλά θα παραμείνει πάντα γεγονός ιστορικής σημασίας το ότι διατυπώθηκε για πρώτη φορά ένας γενικός νόμος της Φύσης της κοινωνίας και της σκέψης με την καθολικά ισχύουσα μορφή του», (όπ.π., σελ. 50).
Στο θέμα των σχέσεων λογικού και ιστορικού θα επιστρέψουμε πιο κάτω, για να αναλύσουμε τη μεθοδολογική πλευρά αυτών των σχέσεων, αφού στο φως της είναι που μπορούμε να μελετήσουμε το καθένα και όλα μαζί τα προβλήματα της μαρξιστικής φιλοσοφίας, κάτι που ασφαλώς δεν γίνεται στα κείμενα που υπαινίχτηκα σε διάφορες περιπτώσεις.
Αλλά αυτό, παρόλο που είναι τόσο σημαντικό, δεν εξαντλεί το θέμα. Η διαλεκτική λογική είναι κοσμοαντίληψη, αλλά όχι ως οντολογία (θεωρία του Είναι) ή ως κοσμοθεωρία (τα εγχειρίδια της μόδας μιλούν για «γενική θεώρηση» του κόσμου), αλλά ως μέθοδος σκέψης, γνώσης και πρακτικής δραστηριότητας των ανθρώπων.
Στην πραγματικότητα, στο βαθμό που η μέθοδος είναι λογική, διαλεκτική λογική, δηλαδή στο βαθμό που είναι μια σύνθεση με το ιστορικό και ακόμα περισσότερο με την ιστορία της ανάπτυξης της ανθρώπινης γνώσης, δεν χωράει αμφιβολία ότι η μαρξιστική φιλοσοφία παίζει ρόλο ως κοσμοαντίληψη. Για να το πούμε διαφορετικά το πρόβλημα τίθεται αντίστροφα από τον τρόπο που εξηγείται στα διάφορα εγχειρίδια: η φιλοσοφία δεν είναι μέθοδος επειδή είναι κοσμοαντίληψη, είναι κοσμοαντίληψη γιατί είναι μέθοδος.
Είναι καθαρό ότι η κοσμοαντίληψη (κοσμοθεωρία) δεν μπορεί να είναι έργο μόνον της φιλοσοφίας, αλλά του συνόλου των γνώσεων, όλων των ειδικών επιστημών, φυσικών και κοινωνικών, αν και η φιλοσοφία, ως γενική μέθοδος, παίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο.
Από την άλλη, στο βαθμό που η μαρξιστική φιλοσοφία είναι διαλεκτική λογική, είναι δυνατό να υπάρξει μια πολύ μεγάλη σύμπτωση και σύγκλιση στην παραδοχή της φιλοσοφικής μας μεθόδου, ανεξάρτητα από τις διαφορές πολιτικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων που μπορεί να έχουν οι άνθρωποι. Και κατά συνέπεια, μπορεί να υπάρξει και υπάρχει μια σύγκλιση όχι μόνο στο οικονομικό και στο πολιτικό, αλλά και σε ουσιαστικές πλευρές του ιδεολογικού, όπως για παράδειγμα, στην αντίληψη της φιλοσοφίας ως διαλεκτικής λογικής.
Βέβαια αυτό το αρνούνται όλα τα κείμενα του φιλοσοφικού δογματισμού στα οποία κατ’ επανάληψη αναφερθήκαμε, τόσο του χτεσινού όσο και του σημερινού. Αλλά η πραγματική ζωή μάς δείχνει ότι οι διαφορές μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού δεν αποκλείουν εντελώς τη δυνατότητα σύμπτωσης στη χρήση της ίδιας λογικής μεθόδου.
Στην κοινή και τρέχουσα ζωή (και εδώ υπάρχει, για παράδειγμα, η εμπειρία των χριστιανών που δέχονται το μαρξισμό) όπως και στη διαδικασία της έρευνας, οι άνθρωποι μπορούν να σκέπτονται, και σε πολλές περιπτώσεις σκέπτονται, συνειδητά ή ασυνείδητα σύμφωνα με τη διαλεκτική λογική.
Ο Έγκελς το θέτει αυτό πολύ καθαρά: «Οι άνθρωποι σκέφτονταν διαλεχτικά, πολύ πριν μάθουν καν τι είναι η διαλεχτική, όπως ακριβώς μιλούσαν ήδη στον πεζό λόγο, πολύ πριν εφευρεθεί ο όρος “πεζός λόγος”», (Αντιντίριγκ, Εκδόσεις «Αναγνωστίδη», σελ. 212).
Ταυτόχρονα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ιστορικά ο ιδεαλισμός ήταν γεμάτος υλισμό (Χέγκελ) και αντίστροφα: ότι ο υλισμός δεν ήταν ξένος προς διάφορες θέσεις ιδεαλιστικής τάξης (πρωταρχική ώθηση, κλπ.).
Είναι σαφές ότι με διαλεκτικούς όρους η απόλυτη απόκλιση μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού ότι μόνο δεν αποκλείει, αλλά προϋποθέτει τη σχετική τους σύγκλιση.
Αν αυτό δεν γίνει δεκτό, δεν θα κατανοηθεί πλήρως η μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας της φιλοσοφίας, στην οποία αναφερθήκαμε στο πρώτο κεφάλαιο. Τότε αυτή θα μπορούσε να χωριστεί με απλοϊκό και χυδαίο τρόπο σε δύο παράλληλες γραμμές την υλιστική (την καλή) και την ιδεαλιστική (την κακή), σαν να ήταν κάτι που δεν έχει ούτε πόδια ούτε κεφάλι. Θα ήταν ένας πραγματικός παραλογισμός, ξένος προς την έρευνα και την επιστήμη.
6. Η μαρξιστική φιλοσοφία είναι στενά δεμένη με την επιστημονική πράξη και την κοινωνική ανάπτυξη. Με τη σειρά της, αυτή η πράξη μπορεί και πρέπει να διευρύνεται με τη συνειδητή εφαρμογή της διαλεκτικής, αφού στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για μονοσήμαντη σχέση επιστήμης-φιλοσοφίας, αλλά και για την αντίστροφη σχέση φιλοσοφίας-επιστήμης.
Ο Μαρξ και ο Έγκελς που ασχολήθηκαν επίσης με τα θεωρητικά προβλήματα των φυσικών επιστημών, συμφωνώντας μεταξύ τους, όπως φαίνεται καθαρά από την αλληλογραφία τους, υπογράμμισαν έντονα τη σημασία που είχαν για τη φιλοσοφία οι μεγάλες ανακαλύψεις αυτών των επιστημών.
Με αυτή την έννοια έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι εκτιμήσεις του συγγραφέα της Διαλεκτικής της Φύσης σχετικά με το νόμο της διατήρησης και της μετατροπής της ενέργειας, με το οργανικό κύτταρο και τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου. Μετά από αυτές τις ανακαλύψεις οι Φυσικές Επιστήμες έπαψαν να μελετούν κυρίως τα αντικείμενα και τα φαινόμενα σαν τέτοια, και από τα μέσα του 19ου αιώνα, προχώρησαν και επικέντρωσαν την προσοχή τους στην έρευνα των διαδικασιών, των αλληλουχιών, της ανάπτυξης.
Γι’ αυτό το λόγο η μεταφυσική μέθοδος άρχισε να μην επαρκεί και τέθηκε στην ημερήσια διάταξη της επιστήμης η αδήριτη αναγκαιότητα να αντικατασταθεί από τη διαλεκτική μέθοδο. Αυτό παρακίνησε τον Έγκελς να γράψει: «Η Διαλεκτική απαλλαγμένη από το μυστικισμό γίνεται απόλυτη αναγκαιότητα για τις φυσικές επιστήμες, που άφησαν την περιοχή όπου αρκούσαν οι άκαμπτες κατηγορίες, που κατά κάποιο τρόπο αντιπροσώπευαν τα στοιχειώδη μαθηματικά της λογικής», (Διαλεκτική της Φύσης, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 183 –η υπογράμμιση είναι δική μου).
Στο μέτρο που οι ειδικές επιστήμες αρχίζουν να αναλύουν τις διαδικασίες και τους αλληλοσυσχετισμούς η διαλεκτική εμφανίζεται παντού. Σε σχέση με αυτό δεν παύει να έχει ενδιαφέρον το γράμμα που έγραψε ο Έγκελς στον Λαφάργκ στις 29-5-1891, όπου αφού του διηγείται ότι τα απογεύματα μελετάει τη φυσιολογία τη γέννας, στη συνέχεια σημειώνει: «Συναντώ πράγματα που έχουν τεράστια σημασία από φιλοσοφική άποψη». Το ίδιο έκανε και με όλους τους άλλους κλάδους της επιστήμης. Έτσι έφτασε στο συμπέρασμα ότι η Φύση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της διαλεκτικής.
Έχοντας αναφερθεί στην «απόλυτη αναγκαιότητα» ο Έγκελς επαναλαμβάνει στη Διαλεκτική της Φύσης τη θέση του ότι, γενικά, η ανάπτυξη των επιστημών είναι αδύνατη στο περιθώριο της φιλοσοφίας. Και πράγματι, η γνώση είναι αδύνατη χωρίς σκέψη, χωρίς να ανατρέχει κανείς στους προσδιορισμούς των κρίσεων, στις κατηγορίες, στους μεταξύ τους δεσμούς, κλπ. Με μια λέξη, είναι αδύνατο να γνωρίσει κανείς παραβλέποντας τη λογική, τη μέθοδο, τη φιλοσοφία.
Όταν αυτό δεν κατανοείται, οι κατηγορίες παίρνονται από την καθημερινή, κοινή και τρέχουσα συνείδηση, που γενικά δεν συνηθίζει να πηγαίνει πάρα πέρα από τις πιο απλοϊκές θέσεις του εμπειρισμού, ή στην καλύτερη περίπτωση του αυθόρμητου υλισμού και της αυθόρμητης διαλεκτικής.
Η υποτίμηση της φιλοσοφίας και ακόμα περισσότερο της φιλοσοφίας ως μεθόδου, έχει πληρωθεί ακριβά στην ιστορία της επιστήμης.
Ο Έγκελς το διαπιστώνει στη Διαλεκτική της Φύσης με τα εξής λόγια: «Η φιλοσοφία εκδικείται μετά θάνατο τις φυσικές επιστήμες, που την εγκατέλειψαν. Κι όμως οι επιστήμονες θα μπορούσαν να έχουν δει, έστω και από τις επιτυχίες της φιλοσοφίας στις φυσικές επιστήμες, ότι η φιλοσοφία κατείχε κάτι που τους ξεπερνούσε ακόμα και στην ίδια τους την περιοχή...», (όπ.π. σελ. 183).
Το καθήκον που μπαίνει είναι η συνειδητή εφαρμογή της φιλοσοφίας ως μεθόδου. Και για να γίνει αυτό, κατά την κρίση μου, δεν υπάρχουν παρά δύο δρόμοι: 1) η μελέτη της ιστορίας της φιλοσοφίας, 2) η αφομοίωση της μαρξιστικής φιλοσοφίας που ενσωματώνει όλα τα θετικά της προηγούμενης σκέψης και αντιπροσωπεύει το υψηλότερο επίπεδο της ανάπτυξης της, παρά τα λάθη και τους περιορισμούς της, για τα οποία μιλήσαμε ήδη στο πρώτο κεφάλαιο.
Με το πέρασμα του χρόνου, αυτή η αναγκαιότητα έχει γίνει ακόμα πιο επιτακτική. Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι ένας από τους βασικότερους λόγους που συγκεκριμένα προβλήματα των φυσικών επιστημών παραμένουν ακόμα άλυτα, έχει τις ρίζες του στην περιφρόνηση της φιλοσοφίας, στη μη συνειδητή και συνεπή εφαρμογή της.
Η πράξη της διερεύνησης της γνώσης, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σχετίζεται με, και χρωματίζεται από, τη φιλοσοφία ως μέθοδο. Η ιδιαίτερη πράξη της εφαρμογής της φιλοσοφίας στη ζωντανή διαδικασία της γνώσης είναι ένα από τα κυριότερα καθήκοντα. Η αλήθεια είναι ότι αυτός ο τύπος πράξης θα έπρεπε να μελετάται με επάρκεια, αλλά η πραγματικότητα δεν είναι τόσο ρόδινη. Με αυτή την έννοια, το χρέος των μαρξιστών φιλοσόφων είναι ακόμα μεγάλο.
Για να κατανοηθεί η αμοιβαία σχέση της φιλοσοφίας με την κοινωνική πράξη, πρέπει να γίνει σαφές πάνω απ’ όλα ότι σε τελική ανάλυση οι κοινωνικές συνθήκες ήταν που προκάλεσαν την ίδια την εμφάνιση του μαρξισμού και έτσι της φιλοσοφίας του.
Από τη μια, η ανάδυση του μαρξισμού και της φιλοσοφίας του σχετίζεται με την εγκαθίδρυση του καπιταλισμού και την εδραίωση του προλεταριάτου ως κοινωνικής τάξης, που καλείται ιστορικά να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από την καταπίεση ανθρώπου από άνθρωπο και να καταργήσει τις κοινωνικές τάξεις γενικά.
Από την άλλη, η επεξεργασία των μαρξιστικών αντιλήψεων πηγάζει αναγκαστικά από όλη την ανάλυση και την ανάπτυξη της κοινωνικής σκέψης (αγγλική πολιτική οικονομία, γαλλικός ουτοπικός σοσιαλισμός, κλασική γερμανική φιλοσοφία), που τις συνέπειες της τις επανεπεξεργάστηκαν ο Μαρξ και ο Έγκελς με τρόπο που η επιστημονική θεωρία της επανάστασης να εμφανίζεται ως η πεμπτουσία όλης της ιδεολογίας της.
Στο έργο του Συμβολή στην Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου (1844) ο νεαρός Μαρξ επιμένει στην ιδέα ότι οι κοινωνικές μεταμορφώσεις δεν μπορούν να επιτευχθούν μόνο αλλάζοντας τη συνείδηση των ανθρώπων μέσω της κριτικής:
«Είναι σίγουρο», γράφει, «ότι το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κριτική των όπλων, ότι η υλική δύναμη πρέπει να γκρεμιστεί από μια υλική δύναμη, αλλά και η θεωρία μετατρέπεται σε υλική δύναμη όταν κατακτήσει τις μάζες».
Αυτή η γενική ιδέα που στην εποχή της αποτέλεσε πραγματική αποκάλυψη, ήταν το καθοδηγητικό νήμα της μετέπειτα σκέψης του σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Σ’ αυτήν τίθεται η εσώτερη σχέση της φιλοσοφίας με την επαναστατική πράξη, σχέση που κάνει δυνατόν οι ιδέες (και ιδιαίτερα οι φιλοσοφικές ιδέες) να αποκτούν υλική δύναμη και να μετατρέπονται σε υλική δύναμη.
Αυτή ανέτρεψε όλη την προηγούμενη φιλοσοφία, οδηγώντας για πρώτη φορά, σε μια αυθεντική σύνδεση της κοινωνικής πραγματικότητας και της φιλοσοφικής σκέψης, του Είναι και της κοινωνικής συνείδησης, του Αντικειμένου και του Υποκειμένου. Αυτό έκανε τον Μαρξ να πει: «δεν είναι αρκετό να προσπαθεί η ιδέα να πάρει τη μορφή της πραγματικότητας: η ίδια η πραγματικότητα πρέπει να τείνει προς την ιδέα».
Βλέπουμε λοιπόν ότι η ιδέα της επανάστασης προκύπτει από το μεγάλο θεμελιακό πρόβλημα της φιλοσοφίας, από την ίδια την ουσία του, δηλαδή: από τις σχέσεις μεταξύ κοινωνικού Είναι και κοινωνικής συνείδησης, μεταξύ Αντικειμένου και Υποκειμένου.
Γίνεται κατανοητό ότι η μαρξιστική φιλοσοφία δεν μπορεί παρά να λειτουργεί επίσης ως μέθοδος της πρακτικής δραστηριότητας των ανθρώπων, με την ευρύτερη έννοια του όρου. Πάνω σε αυτό το ουσιαστικό πρόβλημα θα επιμείνουμε σε όλα τα επόμενα άρθρα και ιδιαίτερα στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο με τίτλο «Η Πράξη, Αρχές μιας Θεωρίας».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
——————
[1]. Αναφερόμαστε πρωτίστως στο Κεφάλαιο γιατί, όπως θα πει ο Μαρξ, «είναι η πρώτη προσπάθεια να εφαρμοστεί η διαλεκτική μέθοδος στην πολιτική οικονομία» (Γράμμα στον Έγκελς στις 7 Νοεμβρίου 1867).
[2]. Μέχρι τον Χέγκελ, η φιλοσοφία χρησιμοποιούσε τις μεθόδους των ειδικών επιστημών, για παράδειγμα των μαθηματικών.