Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Έγκελς>Αφιέρωμα στον Φρ. Έγκελς_i


Φρίντριχ Έγκελς

ΠΑΛΙΟΣ ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΑΝΤΙΝΤΙΡΙΓΚ

ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ



Το κεφάλαιο αυτό γράφτηκε το Μάη - Ιούνη του 1878, για να χρησιμεύσει σαν πρόλογος στην πρώτη έκδοση του Αντιντίριγκ που θα κυκλοφορούσε το καλοκαίρι του 1878 (είχε ήδη δημοσιευτεί σε συνέχειες, από το Γενάρη του 1877 στην εφημερίδα «Vorwarts»). Την τελευταία στιγμή, όμως, ο Έγκελς αποφάσισε να αντικαταστήσει αυτόν τον μακρύ πρόλογο μ’ ένα συντομότερο, για τον οποίο χρησιμοποίησε τις δυο πρώτες σελίδες του αρχικού χειρογράφου... Ο νέος πρόλογος έχει χρονολογία 11 Ιούνη του 1878. Το πρώτο κείμενο εντάχτηκε τελικά από τον Έγκελς, με τον παλιό του τίτλο, στη Διαλεκτική της Φύσης (Θ.Θ.).




Προηγούμενο: Ντεμιάν Πρετέλ: Η Φιλοσοφία ως Μέθοδος
Επόμενο: Φρίντριχ Έγκελς: Ο Σοσιαλισμός

Η εργασία που ακολουθεί δεν είναι καθόλου καρπός «εσωτερικής παρόρμησης». Ο φίλος μου ο Λίμπκνεχτ θα μπορέσει αντίθετα να μαρτυρήσει πόσο δυσκολεύτηκε να με πείσει να εξετάσω κριτικά τη νεότατη σοσιαλιστική θεωρία του κ. Ντίριγκ. Από τη στιγμή που τ’ αποφάσισα, δεν υπήρχε άλλος δρόμος παρά να ερευνήσω αυτή τη θεωρία, που παρουσιάζεται σαν ο τελευταίος πρακτικός καρπός ενός νέου φιλοσοφικού συστήματος, σε συνάρτηση μ’ αυτό το σύστημα και συνακόλουθα να μελετήσω το ίδιο το σύστημα. Έτσι υποχρεώθηκα να παρακολουθήσω τον κ. Ντίριγκ σ’ αυτή την τεράστια περιοχή, όπου πραγματεύεται όλα τα πιθανά πράγματα και μερικά άλλα ακόμα. Αυτή είναι η προέλευση μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν από την αρχή του 1877 στο «Vorwarts» της Λειψίας και που συγκεντρώθηκαν σε μια ενότητα εδώ. Δυο περιστατικά μπορεί να συγχωρήσουν το γεγονός ότι δόθηκε με τόσες λεπτομέρειες η κριτική ενός συστήματος τόσο ασήμαντου, παρ’ όλα τα αυτοπαινέματά του. Από τη μια μεριά η κριτική αυτή μου έδινε την ευκαιρία να παρουσιάσω σε διάφορες περιοχές, μια θετική έκθεση των αντιλήψεων μου για προβλήματα που σήμερα παρουσιάζουν γενικό επιστημονικό ή πρακτικό ενδιαφέρον. Κι όσο λίγο και να μη μου έρθει η ιδέα να αντιτάξω στο σύστημα του κ. Ντίριγκ ένα άλλο σύστημα, ελπίζω πως παρ’ όλη την ποικιλία των θεμάτων, δεν θα ξεφύγει από τον αναγνώστη ο εσωτερικός δεσμός που συνδέει μεταξύ τους τις ιδέες που παρουσιάζω.

Από την άλλη μεριά, ο κ. Ντίριγκ, σαν «δημιουργός συστημάτων», δεν είναι καθόλου μεμονωμένο φαινόμενο στη σημερινή Γερμανία. Από κάμποσο καιρό τα φιλοσοφικά συστήματα, και προπαντός τα συστήματα της φιλοσοφίας της Φύσης, φυτρώνουν από τη μια μέρα στην άλλη στη Γερμανία με τη δωδεκάδα, σαν μανιτάρια, χωρίς να μιλήσουμε για τα αναρίθμητα νέα πολιτικά, οικονομικά κλπ, συστήματα. Ακριβώς όπως στο σύγχρονο κράτος, κάθε πολίτης υποτίθεται πως είναι ώριμος να εκφέρει κρίση σε όλα τα προβλήματα για τα οποία καλείται να ψηφίσει, όπως στην οικονομία παραδέχονται ότι ο κάθε καταναλωτής είναι τέλειος γνώστης όλων των εμπορευμάτων που πρόκειται να αγοράσει για τη συντήρηση του, με τον ίδιο τρόπο γίνονται τώρα παρόμοιες παραδοχές και για την επιστήμη.

Ο καθένας μπορεί να γράψει για οτιδήποτε και η «ελευθερία της επιστήμης» συνίσταται ακριβώς στο ότι ο οιοσδήποτε γράφει για οτιδήποτε που δεν το έμαθε ποτέ και πως τα παρουσιάζει σαν τη μοναδική, αυστηρά επιστημονική μέθοδο. Όσο για τον κ. Ντίριγκ, είναι ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς τύπους αυτής της θορυβώδικης ψευτοεπιστήμης, που στη σημερινή Γερμανία προωθείται παντού στην πρώτη γραμμή και πνίγει το καθετί μέσα στην ηχηρή, εξαίσια ανοησία. Εξαίσια ανοησία στην ποίηση, στη φιλοσοφία, στην πολιτική, στην οικονομία, στην ιστοριογραφία. Εξαίσια ανοησία στην καθηγητική έδρα και στο βήμα, εξαίσια ανοησία παντού. Εξαίσια ανοησία με αξιώσεις ανωτερότητας και βάθους σκέψης, που ξεχωρίζει από την απλή, κοινότοπη ανοησία άλλων εθνών. Εξαίσια ανοησία που είναι το πιο χαρακτηριστικό και μαζικό προϊόν της πνευματικής βιομηχανίας της Γερμανίας, φτηνό πράμα αλλά κακής ποιότητας, ακριβώς όπως κι άλλα βιομηχανικά προϊόντα της Γερμανίας, μόνο που δυστυχώς δεν αντιπροσωπεύτηκε πλάι τους στην έκθεση της Φιλαδέλφειας[1],. Ακόμα και ο γερμανικός σοσιαλισμός βάζει τώρα τελευταία, και ιδιαίτερα ύστερα από το κακό παράδειγμα που έδοσε ο κ. Ντίριγκ, τα δυνατά του, να δόσει μια σημαντική ποσότητα εξαίσιας ανοησίας. Το γεγονός ότι το πρακτικό κίνημα της σοσιαλδημοκρατίας δεν αφήνεται να γοητευτεί απ’ αυτές τις εξαίσιες ανοησίες, είναι άλλη μια απόδειξη για τον αξιοσημείωτα υγιή χαρακτήρα της εργατικής μας τάξης, σε μια χώρα όπου τα πάντα, εκτός από τις φυσικές επιστήμες, είναι μάλλον άρρωστα τούτη τη στιγμή.

Για να εκφράσει ο Νέγκελι, στην ομιλία του μπροστά στους γερμανούς φυσιοδίφες στη συνάντηση του Μονάχου, τη γνώμη πως η ανθρώπινη γνώση δεν θα αποκτούσε ποτέ το χαρακτήρα παντογνωσίας, θα πρέπει αναμφισβήτητα να μη γνώριζε τις επιδόσεις του κ. Ντίριγκ. Τα κατορθώματα αυτά με υποχρέωσαν να τον παρακολουθήσω σε μια ολόκληρη σειρά περιοχές, όπου μπορώ να κινηθώ, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο σαν ερασιτέχνης. Αυτό ισχύει προπαντός στην περίπτωση των διάφορων κλάδων των φυσικών επιστημών, όπου θεωρούνταν συχνά ως τώρα σαν κάτι περισσότερο από αλαζονεία αν κάποιος «αδαής» τολμούσε να πει τη γνώμη του. Ωστόσο, παίρνω λίγο κουράγιο, από μια κουβέντα που ειπώθηκε κι αυτή στο Μόναχο και συζητήθηκε λεπτομερειακά αλλού: τον ισχυρισμό του κ. Βίρχοφ, πως κάθε επιστήμονας έξω από την ειδικότητα του, δεν είναι κι αυτός παρά ημιμαθής, vulgo (απλώς) αδαής. Κι αφού ένας τέτοιος ειδικός, μπορεί και πρέπει να επιτρέπει στον εαυτό του να ασεβεί από καιρό σε καιρό σε γειτονικές περιοχές και να κρίνεται με επιείκεια από τους ειδικούς της περιοχής για μικροανακρίβειες και αδεξιότητες στην έκφραση, θεώρησα λοιπόν κι εγώ τον εαυτό μου ελεύθερο να παραθέσει φυσικά φαινόμενα και φυσικούς νόμους σαν αποδεικτική απεικόνιση των γενικών θεωρητικών μου αντιλήψεων και ελπίζω πως μπορώ να υπολογίζω κι εγώ στην ίδια επιείκεια. (Εδώ τελειώνει το μέρος του χειρογράφου που χρησιμοποίησε ο Έγκελς για τον νέο πρόλογο του Αντιντίριγκ).

Τα αποτελέσματα των νεότερων φυσικών επιστημών επιβάλλονται στον καθένα που καταπιάνεται με θεωρητικά ζητήματα, με την ίδια ακαταμάχητη δύναμη με την οποία ωθούνται οι σημερινοί επιστήμονες, θέλοντας και μη, σε γενικά θεωρητικά συμπεράσματα. Κι εδώ συμβαίνει κάποιος συμψηφισμός. Αν οι θεωρητικοί είναι μισοεπιστήμονες στην περιοχή των Φυσικών Επιστημών, τότε οι τωρινοί ειδικοί των επιστημών αυτών είναι το ίδιο στην περιοχή της θεωρίας, στην περιοχή που μέχρι τώρα την ονόμαζαν φιλοσοφία[2].

Οι εμπειρικές φυσικές επιστήμες συγκέντρωσαν ένα τόσο τεράστιο θετικό υλικό για τη γνώση, ώστε έγινε απόλυτα επιτακτική η ανάγκη για τη συστηματική του κατάταξη σε κάθε περιοχή της έρευνας και σύμφωνα με την εσωτερική του ενότητα. Το ίδιο επιτακτική ήταν και η κατάταξη των διαφόρων περιοχών της γνώσης, σύμφωνα με τις εσωτερικές αμοιβαίες σχέσεις τους. Αλλά με αυτό τον τρόπο οι φυσικές επιστήμες εισδύουν στην περιοχή της θεωρίας. Εδώ όμως αποτυχαίνουν οι εμπειρικές μέθοδοι και μονάχα η θεωρητική σκέψη μπορεί να χρησιμέψει. Αλλά η θεωρητική σκέψη είναι έμφυτη ιδιότητα μόνο στο μέτρο που είναι φυσική ικανότητα. Η φυσική αυτή ικανότητα πρέπει να αναπτυχθεί, να καλλιεργηθεί και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει για την καλλιέργεια αυτή άλλο μέσο από τη μελέτη της φιλοσοφίας του παρελθόντος.

Η θεωρητική σκέψη κάθε εποχής –και της δικιάς μας– είναι ιστορικό προϊόν που σε διάφορους καιρούς παίρνει πάρα πολύ διαφορετικές μορφές και γι’ αυτό και πάρα πολύ διαφορετικό περιεχόμενο. Η επιστήμη της σκέψης είναι λοιπόν, όπως και κάθε άλλη επιστήμη, μια ιστορική επιστήμη: η επιστήμη της ιστορικής ανάπτυξης της ανθρώπινης σκέψης. Κι αυτό έχει σημασία ακόμα και στην εφαρμογή της σκέψης σε εμπειρικά πεδία. Γιατί πρώτα-πρώτα, η θεωρία των νόμων της σκέψης δεν είναι καθόλου μια «αιώνια αλήθεια» που καθορίστηκε μια για πάντα, όπως φαντάζεται η στενόμυαλη νοοτροπία για την περίπτωση της λέξης «λογική». Και η ίδια η τυπική λογική υπήρξε περιοχή βίαιης διαμάχης από την εποχή του Αριστοτέλη μέχρι σήμερα. Όσο για τη διαλεκτική, δεν μελετήθηκαν μέχρι σήμερα κάπως συστηματικά, παρά από δυο στοχαστές: τον Αριστοτέλη και τον Χέγκελ. Όμως σήμερα η σπουδαιότερη μορφή σκέψης για τις φυσικές επιστήμες είναι ακριβώς η διαλεκτική, γιατί μόνο αυτή μπορεί να δόσει το ανάλογο και κατά συνέπεια τη μέθοδο ερμηνείας για τις εξελικτικές διαδικασίες που συμβαίνουν στη Φύση, για την αλληλοσύνδεση γενικά και για τη μετάβαση από μια περιοχή έρευνας σε άλλη.

Δεύτερο, μια γνωριμία με την ιστορική ανάπτυξη της ανθρώπινης σκέψης, με τις αντιλήψεις για τις γενικές αλληλοσυνδέσεις του εξωτερικού κόσμου όπως εκφράστηκαν σε διάφορες περιόδους, αποτελεί ανάγκη για τις θεωρητικές φυσικές επιστήμες, για τον πρόσθετο λόγο ότι παρέχει ένα κριτήριο για τις θεωρίες που προβάλλονται από την ίδια την επιστήμη. Απλά η έλλειψη εξοικείωσης με την ιστορία της φιλοσοφίας γίνεται αισθητή εδώ αρκετά συχνά και χτυπά. Προτάσεις που διατυπώθηκαν από αιώνες στη φιλοσοφία και που φιλοσοφικά έχουν αρκετά συχνά απορριφθεί από καιρό, παρουσιάζονται συχνά σαν ολοκαίνουργια σοφία από φυσικούς επιστήμονες που επιδίδονται στη θεωρία και μάλιστα βλέπουμε να γίνονται της μόδας για κάμποσο καιρό. Αναμφισβήτητα είναι μεγάλη επιτυχία της μηχανικής θεωρίας της θερμότητας, ότι ενίσχυσε με νέες αποδείξεις την αρχή της διατήρησης της ενέργειας και την ξανάφερε στην πρώτη γραμμή. Αλλά η αρχή αυτή θα μπορούσε να έχει εμφανιστεί σαν κάτι εντελώς νέο, αν οι κύριοι φυσικοί θυμούνταν πως η αρχή αυτή είχε ήδη διατυπωθεί από τον Καρτέσιο. Από τότε που η φυσική και η χημεία ξανάρχισαν να λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά με μόρια και με άτομα, ξανάρθε αναγκαστικά στην πρώτη γραμμή η ατομική θεωρία των αρχαίων Ελλήνων. Έτσι ο Κεκιλέ αναφέρει (Σκοποί και Αποτελέσματα της Χημείας, Βόνη 1878) ότι η θεωρία αυτή προέρχεται από τον Δημόκριτο (αντί να πει από τον Λεύκιππο) και ισχυρίζεται ότι ο Δάλτωνας ήταν ο πρώτος που δέχτηκε την ύπαρξη στοιχειωδών ατόμων ποιοτικά διαφορετικών, και ότι ήταν ο πρώτος που τους απέδοσε διαφορετικά βάρη (βλ. το βιβλίο του Κεκιλέ), χαρακτηριστικά για τα διάφορα στοιχεία. Ωστόσο ο καθένας μπορεί να διαβάσει στον Διογένη τον Λαέρτιο (Χ, 1 § 43-44 και 61) πως ήδη ο Επίκουρος απέδιδε στα άτομα διαφορές όχι μονάχα στο μέγεθος και στη μορφή αλλά και στο βάρος (Βλ. σελίδα 169 αυτού εδώ του τόμου), ότι γνώριζε λοιπόν με τον τρόπο του το ατομικό βάρος και τον ατομικό όγκο.

Το 1848, που κατά τα άλλα δεν ολοκλήρωσε τίποτα στη Γερμανία, δημιούργησε στη χώρα αυτή μια συνολική επανάσταση μόνο στο φιλοσοφικό πεδίο. Ενώ το έθνος ριχνόταν στην πράξη, θεμελιώνοντας εδώ τα πρώτα στοιχεία της μεγάλης βιομηχανίας και της κερδοσκοπίας, εγκαινιάζοντας εκεί χάρη στους πλανόδιους κήρυκες και στις καρικατούρες τύπου Φοχτ, Μπίχνερ κλπ., την ισχυρή ανάπτυξη που πήραν κατοπινά οι φυσικές επιστήμες στη Γερμανία, το έθνος έστρεφε την πλάτη στην κλασική γερμανική φιλοσοφία που χανόταν μέσα στους άμμους του παλιού χεγκελιανισμού του Βερολίνου. Ο παλιός χεγκελιανισμός του Βερολίνου άξιζε δίκαια αυτή την τύχη. Αλλά ένα έθνος που θέλει να σκαρφαλώσει στην κορυφή της επιστήμης, δεν μπορεί να το πετύχει χωρίς θεωρητική σκέψη. Μαζί με τον χεγκελιανισμό, πέταξαν και τη διαλεκτική στη θάλασσα –κι αυτό ακριβώς τη στιγμή που επιβαλλόταν ακάθεκτα στα μυαλά ο διαλεκτικός χαρακτήρας των φαινομένων της Φύσης, όταν κατά συνέπεια μόνο η διαλεκτική θα μπορούσε να βοηθήσει τις φυσικές επιστήμες να αντιμετωπίσουν το βουνό της θεωρίας– κι έτσι ξανάπεσαν αβοήθητοι στην παλιά μεταφυσική. Αυτό που επικράτησε στο κοινό έκτοτε, ήταν από τη μια μεριά οι επιπόλαιες σκέψεις του Σοπενχάουερ και αργότερα ακόμα και οι σκέψεις του Χάρτμαν που είχαν κοπεί στα μέτρα των στενοκέφαλων. Από την άλλη ο χυδαίος υλισμός των πλανόδιων κηρύκων, ενός Φοχτ και ενός Μπίχνερ. Στα πανεπιστήμια συναγωνίζονταν μεταξύ τους τα πιο διάφορα είδη εκλεκτικισμού, που είχαν ένα κοινό μονάχα: ότι όλα τους ήταν συρραφές φτιαγμένες αποκλειστικά από κατάλοιπα από παλαιές φιλοσοφίες και όλα τους ήταν το ίδιο μεταφυσικά. Από τα κατάλοιπα της κλασικής φιλοσοφίας, γλίτωσε μονάχα κάποιος νεοκαντιανισμός, που η τελευταία του λέξη ήταν το αιώνια ακατανόητο πράγμα καθαυτό, δηλαδή ό,τι άξιζε λιγότερο να διατηρηθεί από τον Καντ. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η ασυναρτησία και η σύγχιση που βασιλεύουν σήμερα στη θεωρητική σκέψη.

Είναι δύσκολο να πιάσουμε στα χέρια μας οποιοδήποτε θεωρητικό βιβλίο των φυσικών επιστημών, χωρίς να μας δημιουργηθεί η εντύπωση ότι και οι ίδιοι οι επιστήμονες αισθάνονται σε ποιο βαθμό κυριαρχούνται απ’ αυτή την ασυναρτησία και τη σύγχιση και ότι η λεγόμενη φιλοσοφία της μόδας δεν τους προσφέρει καμιά απολύτως διέξοδο. Και δεν υπάρχει πράγματι άλλη διέξοδος, άλλη δυνατότητα να επιτύχουμε στη σαφήνεια, από την επιστροφή, με τούτη ή εκείνη τη μορφή, από τη μεταφυσική στη διαλεκτική σκέψη.

Η επιστροφή αυτή μπορεί να γίνει από διαφορετικούς δρόμους. Μπορεί να πραγματοποιηθεί αυθόρμητα, με μόνη τη δύναμη των ανακαλύψεων των ίδιων των φυσικών επιστημών, που δεν ανέχονται πια να ρίχνονται με τη βία στο κρεβάτι του Προκρούστη της παλαιάς μεταφυσικής. Αλλά αυτή είναι μια μακριά και οδυνηρή πορεία, που στη διάρκεια της πρέπει να ξεπεραστεί ένα τεράστιο πλήθος από περιττές τριβές.

Αυτό γίνεται κιόλας, σε μεγάλη έκταση, κυρίως στη βιολογία. Η πορεία μπορεί να συντομευτεί πάρα πολύ, αν οι θεωρητικοί στο χώρο των φυσικών επιστημών θελήσουν να ενδιαφερθούν κάπως από πιο κοντά για τη διαλεκτική φιλοσοφία, με τις υπάρχουσες ιστορικές μορφές της. Απ’ αυτές τις μορφές, δυο θα είναι ιδιαίτερα γόνιμες για τις σύγχρονες φυσικές επιστήμες.

Πρώτη είναι η ελληνική φιλοσοφία. Εδώ η διαλεκτική σκέψη παρουσιάζεται ακόμα με την αρχέγονη της απλότητα, αδιατάρακτη ακόμα από τα γοητευτικά εμπόδια που ύψωσε στον ίδιο της το δρόμο η μεταφυσική του 17ου και του 18ου αιώνα –ο Μπέικον και ο Λοκ στην Αγγλία, ο Βολφ στη Γερμανία– και με τα οποία εμποδίστηκε η ίδια της η πρόοδος: το πέρασμα από την κατανόηση του ειδικού στην κατανόηση του συνόλου, στην κατανόηση της γενικής αλληλοσύνδεσης των πραγμάτων. Οι Έλληνες είδαν τη Φύση σαν ενιαίο όλο, γενικά, ακριβώς επειδή δεν είχαν φτάσει ακόμα στο κομμάτιασμα, στην ανάλυση της. Η καθολική σύνδεση των φαινομένων της Φύσης δεν έχει αποδειχτεί στις λεπτομέρειες, αλλά για τους Έλληνες είναι το αποτέλεσμα της άμεσης θέασης. Σ’ αυτό βρίσκεται η ανεπάρκεια της ελληνικής φιλοσοφίας, ανεπάρκεια που την υποχρέωσε σε συνέχεια να δόσει τη θέση της σε άλλους τρόπους θεώρησης. Αλλά σ’ αυτό βρίσκεται κι η ανωτερότητα της σε σχέση με όλους τους μεταγενέστερους μεταφυσικούς αντιπάλους της. Αν σε σχέση με τους Έλληνες η μεταφυσική ήταν ορθότερη στο ειδικό, σε σχέση με τη μεταφυσική οι Έλληνες είχαν δίκιο στο γενικό. Αυτός είναι ο πρώτος λόγος για τον οποίο είμαστε υποχρεωμένοι, τόσο στη φιλοσοφία, όσο και σε τόσες άλλες περιοχές να επιστρέφουμε ασταμάτητα στα επιτεύγματα αυτού του μικρού λαού, που τα καθολικά του ταλέντα και η δραστηριότητα, του εξασφάλισαν στην ιστορία της εξέλιξης της ανθρωπότητας μια τέτοια θέση που δεν θα μπορούσε ποτέ να την διεκδικήσει άλλος λαός. Η άλλη αιτία είναι ότι στις πολλαπλές μορφές της ελληνικής φιλοσοφίας βρίσκονται ήδη σαν έμβρυο ή στην πορεία της εμφάνισης τους, όλοι σχεδόν οι μεταγενέστεροι τρόποι θεώρησης του κόσμου. Η θεωρητική φυσική επιστήμη είναι λοιπόν υποχρεωμένη να ανατρέχει στους Έλληνες, αν θέλει να παρακολουθήσει την ιστορία της γέννησης και της ανάπτυξης των σημερινών γενικών της αρχών. Και η ιδέα αυτή κερδίζει όλο και πιο πολύ έδαφος. Όλο και λιγότερο βρίσκονται επιστήμονες, που ενώ οι ίδιοι μεταχειρίζονται αποσπάσματα της ελληνικής φιλοσοφίας –όπως την ατομική θεωρία– σαν αιώνιες αλήθειες, ωστόσο βλέπουν τους Έλληνες, με μια εντελώς βακωνική αλαζονεία, γιατί αυτοί δεν είχαν εμπειρικές φυσικές επιστήμες. Θα ήταν ευκταίο αν αυτή η αντίληψη οδηγούσε σε μια πραγματική εξοικείωση με την ελληνική φιλοσοφία.

Η δεύτερη μορφή διαλεκτικής, αυτή που είναι πιο γνώριμη στους γερμανούς φυσιοδίφες, είναι η κλασική γερμανική φιλοσοφία του Καντ και του Χέγκελ. Εδώ έγιναν κιόλας τα πρώτα βήματα, γιατί ακόμα κι έξω από το νεοκαντιασμό που αναφέραμε, ξαναγίνεται της μόδας η επιστροφή στον Καντ. Και από τότε που ανακαλύφτηκε πως ο Καντ είναι ο δημιουργός δυο μεγαλοφυών υποθέσεων, χωρίς τις οποίες δεν θα μπορούσαν να έχουν προοδεύσει οι τωρινές θεωρητικές φυσικές επιστήμες –η θεωρία που πριν αποδινόταν στον Λαπλάς για την προέλευση του ηλιακού συστήματος και η θεωρία για την επιβράδυνση της περιστροφής της γης από την παλίρροια– ο Καντ δίκαια ξαναμπήκε σε τιμητική θέση από τους ειδικούς των φυσικών επιστημών. Αλλά το να θέλουμε να μελετήσουμε τη διαλεκτική στον Καντ, θα ήταν άχρηστα κοπιαστική και λιγοστά καρποφόρα εργασία όταν στο έργο του Χέγκελ βρίσκεται ένα τεράστιο compendium διαλεκτικής, έστω κι αν αυτή αναπτύχθηκε από εντελώς λαθεμένες αφετηρίες.

Η αντίδραση ενάντια στη «φιλοσοφία της Φύσης» ήταν δικαιολογημένη σε μεγάλο βαθμό, από αυτές τις λαθεμένες προτάσεις και από τον ανεπανόρθωτο εκφυλισμό των χεγκελιανών του Βερολίνου. Ωστόσο, η αντίδραση αυτή εκτροχιάστηκε και εκφυλίστηκε σε καθαρό υβρεολόγιο. Από την άλλη πλευρά, οι φυσικές επιστήμες εγκαταλείφθηκαν τόσο φανερά στα κρύα του λουτρού από την τρέχουσα εκλεκτική μεταφυσική, σε σχέση με τις θεωρητικές απαιτήσεις, ώστε ύστερ’ απ’ αυτό θα μπορούσε να ξαναπροφέρει κανείς το όνομα του Χέγκελ μπροστά στους επιστήμονες, χωρίς να προκαλέσει εκείνη τη «χορεία» (Veitstanz = νευροπάθεια), στην οποία επιδίδεται τόσο διασκεδαστικά ο κ. Ντίριγκ.

Πρέπει να πούμε από την αρχή ότι εδώ δεν πρόκειται καθόλου για υπεράσπιση της αφετηρίας του Χέγκελ, δηλαδή του ότι το πνεύμα, η νόηση, η ιδέα είναι το πρωταρχικό, και ότι ο πραγματικός κόσμος δεν είναι παρά αντίγραφο της ιδέας. Αυτά τα είχε εγκαταλείψει ήδη ο Φόιερμπαχ. Όλοι συμφωνούμε ότι σε κάθε επιστημονική περιοχή, στις φυσικές, όπως και στις ιστορικές επιστήμες, πρέπει να ξεκινάμε από δοσμένα γεγονότα, ότι δηλαδή στις φυσικές επιστήμες πρέπει να ξεκινάμε από πραγματικές μορφές και τις μορφές κίνησης της ύλης[3], και ότι στις θεωρητικές φυσικές επιστήμες, δεν πρέπει να κατασκευάζουμε συσχετίσεις ανάμεσα στα γεγονότα, αλλά να τις ανακαλύπτουμε σ’ αυτά και πως από τη στιγμή που θα τις ανακαλύψουμε πρέπει να τις επαληθεύσουμε πειραματικά στο βαθμό του δυνατού.

Ακόμα, δεν μπορεί να υπάρξει ζήτημα να διατηρήσουμε το δογματικό περιεχόμενο του χεγκελιανού συστήματος, όπως το κήρυσσαν οι χεγκελιανοί του Βερολίνου, της παλιάς και της νέας γραμμής. Μαζί με την ιδεαλιστική αφετηρία καταρρέει και το σύστημα που χτίστηκε πάνω τους και ειδικά η χεγκελιανή φιλοσοφία της Φύσης. Αλλά πρέπει να θυμηθούμε πως η πολεμική των φυσικών επιστημόνων ενάντια στον Χέγκελ, στο βαθμό που τον καταλάβαιναν καν σωστά, κατευθύνονταν αποκλειστικά σε τούτα τα δυο σημεία: στην ιδεαλιστική αφετηρία και στην αυθαίρετη, αντίθετη με τα γεγονότα κατασκευή του συστήματος.

Όταν τ’ απομακρύνουμε όλα αυτά, μένει ακόμα η χεγκελιανή διαλεκτική. Κι είναι προς τιμή του Μαρξ, πως αντίθετα με «τη δύστροπη, φαντασμένη και μέτρια φυλή των Επιγόνων, που έχουν σήμερα τον πρώτο λόγο στη Γερμανία»[4], πρώτος αυτός έφερε ξανά στο προσκήνιο τη λησμονημένη διαλεκτική μέθοδο, τη σχέση καθώς και τη διαφορά της από τη χεγκελιανή διαλεκτική και ταυτόχρονα εφάρμοσε αυτή τη μέθοδο στο Κεφάλαιο, στα γεγονότα μιας εμπειρικής επιστήμης, της πολιτικής οικονομίας. Και αυτό το έκανε με τόση επιτυχία ώστε ακόμα και στη Γερμανία η νέα οικονομική σχολή δεν υψώνεται πάνω από την αρχή των ελεύθερων ανταλλαγών στη χυδαία τους μορφή, παρά αντιγράφοντας τον Μαρξ (συχνά αρκετά λαθεμένα) με το πρόσχημα πως τον κριτικάρει.

Στη διαλεκτική του Χέγκελ κυριαρχεί η ίδια αντιστροφή κάθε πραγματικής συσχέτισης, όπως και σε κάθε κλάδο του συστήματος του. Αλλά όπως λέει ο Μαρξ: «Η μυστικοποίηση που υφίσταται η διαλεκτική στα χέρια του Χέγκελ δεν τον εμπόδισε καθόλου να είναι ο πρώτος που εξέθεσε τη γενική μορφή της λειτουργίας της με περιεκτικό και συνειδητό τρόπο. Η διαλεκτική σ’ αυτόν στέκεται με το κεφάλι προς τα κάτω. Πρέπει να την αναποδογυρίσουμε για να μπορούμε να ανακαλύψουμε το λογικό πυρήνα κάτω από το μυστικιστικό περίβλημα» (όπ.π.).

Και στις φυσικές επιστήμες συναντούμε πολύ συχνά θεωρίες, όπου η πραγματική σχέση είναι ανατραμμένη, το είδωλο παίρνεται για αρχική μορφή και οι οποίες χρειάζονται συνεπώς να αντιστραφούν μ’ αυτό τον τρόπο. Τέτοιες θεωρίες κυριαρχούν συχνά για κάμποσο καιρό. Αυτό συνέβη π.χ. με τη θερμότητα, που επί δυο αιώνες σχεδόν, θεωρούνταν ειδική μυστηριακή ουσία, και όχι μορφή κίνησης της συνηθισμένης ύλης. Η μηχανική θεωρία της θερμότητας πραγματοποίησε αντιστροφή. Κι όμως η φυσική, όπου δέσποζε η θεωρία του θερμογόνου, ανακάλυψε μια σειρά σπουδαιότατους νόμους της θερμότητας. Ιδιαίτερα με τον Φουριέ και τον Σαντί Καρνό[5], άνοιξε το δρόμο για τη σωστή αντίληψη, που από την πλευρά της έπρεπε να αντιστρέψει τους νόμους που ανακάλυψε η προηγούμενη θεωρία, να τους μεταφράσει στη δική της γλώσσα[6]. Το ίδιο και στη χημεία, η θεωρία του φλογιστού, χάρη σε ενός αιώνα πειραματική εργασία, έδοσε πρώτα το υλικό που με τη βοήθεια του μπόρεσε ο Λαβουαζιέ να ανακαλύψει στο οξυγόνο, που το είχε ανακαλύψει ο Πρίστλεϊ, εκείνο που αντιστοιχούσε πραγματικά στο φανταστικό φλογιστόν και να απορρίψει μ’ αυτό το γεγονός ολόκληρη τη θεωρία του φλογιστού. Αλλά αυτό δεν απέρριπτε καθόλου τα πειραματικά αποτελέσματα της θεωρίας του φλογιστού. Αντίθετα τα δεδομένα αυτά παραμείναν και μονάχα ο τρόπος με τον οποίο είχαν διατυπωθεί αντιστράφηκε, μεταφράστηκαν από τη γλώσσα του φλογιστού στην ισχύουσα πια χημική γλώσσα, και συνέχισαν να διατηρούν την αξία τους.

Η σχέση της θεωρίας του θερμογόνου με τη μηχανική θεωρία της θερμότητας και η σχέση της θεωρίας του φλογιστού με τη θεωρία του Λαβουαζιέ, είναι η ίδια με τη σχέση της διαλεκτικής του Χέγκελ με την ορθολογική διαλεκτική.


Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Καρλ Μαρξ - Φρ. Έγκελς
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————–

[1]. Στις 10 Μαϊου του 1876 στα 100 χρόνια από την ίδρυση των ΗΠΑ στη Φιλαδέλφεια εγκαινιάστηκε η έκτη παγκόσμια βιομηχανική έκθεση. Ανάμεσα σε 40 χώρες που έπαιρναν μέρος ήταν και η Γερμανία. Ο πρόεδρος όμως των γερμανών κριτών που διορίστηκε από τη γερμανική κυβέρνηση, ο διευθυντής της Βιομηχανικής Ακαδημίας του Βερολίνου καθηγητής Φ. Ριέλο αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι η γερμανική βιομηχανία καθυστερούσε σημαντικά σε σύγκριση με τη βιομηχανία των άλλων χωρών και ότι κατασκευάζει φτηνά πράγματα αλλά κακής ποιότητας. Αυτή η δήλωση προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στον Τύπο. Η εφημερίδα «Volksstaat», ειδικότερα δημοσίευσε τον Ιούλιο-Σεπτέμβριο μια σειρά άρθρα αφιερωμένα σ’ αυτό το σκανδαλώδες γεγονός.

[2]. Η μεταγενέστερη ανάπτυξη της φυσικής τόνωσε σημαντικά αυτές τις απόψεις του Έγκελς για τις σχέσεις ανάμεσα στην επιστήμη και τη φιλοσοφία. Οι νέες κατακτήσεις ανάμεσα στα 1895 και 1905 –ηλεκτρόνια, ακτίνες Χ, ραδιενέργεια, κβάντα και σχετικότητα– δημιούργησαν επαναστατική κρίση στη θεωρητική ερμηνεία, αρκετά βαθιά, ώστε να ξεσκεπάσει τα φιλοσοφικά θεμέλια της κλασικής φυσικής. Την κρίση αυτή την αναλύει ο Λένιν στον Υλισμό και Εμπειριοκριτικισμό (κεφάλαιο V), Από το 1900 υποχρεώθηκαν και οι ίδιοι οι φυσικοί να θέτουν προβλήματα που προηγούμενα τα θεωρούσαν πως ανήκαν στους φιλοσόφους –Χώρος και Χρόνος. αιτιότητα, ύλη, αντικείμενο κλπ.– και η τάση αυτή επιταχύνεται από το 1927, με τις θεωρητικές δυσκολίες της κυματομηχανικής.(Σημείωση της γαλλικής έκδοσης).

[3]. Μετά ακολουθούσε η φράση, που ο Έγκελς την διέγραψε αργότερα: «Εμείς οι σοσιαλιστές υλιστές προχωρούμε ακόμα πιο πέρα ως προς αυτό, απ’ ό,τι οι φυσικοί επιστήμονες, και επίσης...» (Σύντ.).

[4]. Κ. Μαρξ: Επίλογος στη 2η γερμανική έκδοση του Κεφαλαίου (Σύντ.).

[5]. Πρόκειται για τα βιβλία: J.B. Fourier: Theorie Analytique de la Chaleur (1822) και S. Carnot: Reflexions sur la puissance motrice du feu et sur le machines propres a developper cette puissance, (Παρίσι 1824). Η συνάρτηση C που αναφέρει πιο κάτω ο Έγκελς υπάρχει στις παρατηρήσεις στις σελίδες 73-79 του βιβλίου του Καρνό.

[6]. Η συνάρτηση C του Καρνό, κατά γράμμα αντιστραμμένη: 1/C= η απόλυτη θερμοκρασία. Χωρίς αυτή την αντιστροφή δεν γίνεται τίποτα. (σημ. του Έγκελς).