Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Έγκελς>Αφιέρωμα στον Φρ. Έγκελς_j


Φρίντριχ Έγκελς

ΑΝΤΙΝΤΙΡΙΓΚ

(ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ)

Ο Σοσιαλισμός


Το κείμενο αυτό του Έγκελς μεταφράστηκε από τους ισοβίτες Θ. Θωμαδάκη και Τρ. Μηταφίδη στη διάρκεια της δικτατορίας στις φυλακές Κορυδαλλού από τα γαλλικά για τις εκπαιδευτικές ανάγκες των τότε πολιτικών κρατουμένων.




Προηγούμενο: Φρίντριχ Έγκελς: Για τη Διαλεκτική
Επόμενο: Λεόν Τρότσκι: Φιλοσοφία και Σταλινική Γραφειοκρατία

Ι. Ιστορικά

Είδαμε στην Εισαγωγή (σελ. 37) με ποιον τρόπο οι γάλλοι φιλόσοφοι του 18ου αιώνα, προετοίμαζαν την Επανάσταση, επικαλούμενοι τη Λογική σαν τον μοναδικό κριτή της υπάρχουσας κατάστασης. Έπρεπε να εγκαθιδρύσουν ένα ορθολογικά οργανωμένο κράτος, μια ορθολογικά οργανωμένη κοινωνία. Επομένως καθετί που εναντιωνόταν στην αιώνια αυτή Λογική έπρεπε να συντριβεί χωρίς οίκτο. Είδαμε επίσης ότι η αιώνια αυτή Λογική στην πραγματικότητα δεν είταν τίποτε άλλο από το εξιδανικευμένο πείσμα του πολίτη της μεσαίας τάξης, που η εξέλιξή του κατάληγε τότε ακριβώς σ' έναν μπουρζουά.

Όταν, λοιπόν, η Γαλλική Επανάσταση έκανε πράξη αυτή την κοινωνία και το κράτος της Λογικής, οι νέοι θεσμοί, όσο σωστοί κι αν είταν σχετικά με τις προηγούμενες συνθήκες, δεν φαίνονταν καθόλου ακριβοδίκαιοι. Το κράτος της Λογικής είχε ολότελα χρεοκοπήσει. Το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσό βρήκε την πραγματοποίησή του στην περίοδο της Τρομοκρατίας. Και για να ξεφύγει απ' αυτήν, η μπουρζουαζία, που είχε χάσει την πίστη της στη δική της πολιτική ικανότητα, κατάφυγε αρχικά στη διαφθορά του Διευθυντηρίου και, τελικά, κάτω από την προστασία του ναπολεόντειου δεσποτισμού.

Η αιώνια ειρήνη που είχε υποσχεθεί, μετατράπηκε σ' έναν ατέλειωτο κατακτητικό πόλεμο. Αλλά και η κοινωνία της Λογικής δεν γνώρισε καλύτερη τύχη. Η αντίθεση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς αντί να λυθεί μέσα στη γενική ευμάρεια, επιδεινώθηκε με την κατάργηση τόσο των συντεχνιακών και των άλλων προνομίων που καλύπτανε το χάσμα όσο και των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων της Εκκλησίας που το μετριάζανε. Η «απαλλαγή της ιδιοκτησίας» από τα φεουδαλικά δεσμά της μια και τέθηκε μέσα στα γεγονότα, εκδηλωνόταν για τους μικροαστούς των πόλεων και για τους μικρούς αγρότες, σαν ελευθερία να πουλήσουν τη μικρή ιδιοκτησία τους που συντριβόταν από τον τεράστιο ανταγωνισμό του μεγάλου κεφαλαίου και της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας –και να την πουλήσουν ακριβώς στους παντοδύναμους αυτούς αφέντες. Έτσι η απαλλαγή αυτή για τους μικροαστούς των πόλεων και τους μικρούς αγρότες μεταμορφωνόταν σε απαλλαγή από κάθε ιδιοχτησία.

Η ανάπτυξη της βιομηχανίας πάνω σε καπιταλιστική βάση μεγάλωσε τη φτώχια και την αθλιότητα των εργαζομένων μαζών σε σχέση με τις συνθήκες ζωής της κοινωνίας. Η πληρωμή τοις μετρητοίς γινόταν ολοένα και περισσότερο, σύμφωνα με την έκφραση του Καρλάιλ, η μόνη σχέση της κοινωνίας.

Ο αριθμός των εγκλημάτων, μεγάλωνε από χρόνο σε χρόνο. Οι φεουδαρχικές ακολασίες, που, άλλοτε, εκτίθονταν αδιάντροπα στο φως της ημέρας, αν δεν εξαλείφθηκαν, απωθήθηκαν, τουλάχιστον προσωρινά σε δεύτερο πλάνο. Αντίθετα, οι αστικές ακολασίες που μέχρι τότε τρέφονταν στην παρανομία, ακμάσανε με το παραπάνω. Το εμπόριο εξελισσόταν ολοένα και πιο πολύ σε αισχροκέρδεια.

Η «αδελφότητα» από σύνθημα επαναστατικό, γίνεται πράξη μέσα στις στρεψοδικίες και τους φθόνους του ανταγωνισμού. Η βίαιη καταπίεση παραχώρησε τη θέση της στη διαφθορά. Το ξίφος, σαν πρωταρχικός μοχλός της κοινωνικής δύναμης, παραχώρησε τη θέση του στο χρήμα. Το δικαίωμα στην πρώτη νύκτα του γάμου πέρασε από τους φεουδάρχες αφέντες στους αστούς εργοστασιάρχες. Η πορνεία επεκτάθηκε σε βαθμό άγνωστο μέχρι τότε. Ο ίδιος ο γάμος, που παράμεινε όπως πρώτα ένα σχήμα αναγνωρισμένο νομικά, ένα επίσημο κάλυμμα της πορνείας, συμπληρώθηκε με περίσσεια μοιχεία. Με δυο λόγια, οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί, που εγκαθιδρύθηκαν με την «επικράτηση της Λογικής», συγκρινόμενοι με τις πομπώδεις υποσχέσεις των φιλοσόφων του διαφωτισμού, εμφανίζονταν σαν γελοιογραφίες τους σαρκαστικά απατηλές. Δεν έλειπαν πια παρά άνθρωποι για να ξεσκεπάσουν αυτή την απάτη, κι οι άνθρωποι αυτοί ήρθανε με το γύρισμα του αιώνα.

Το 1802, εμφανίστηκαν Τα Γράμματα από τη Γενεύη, του Σεν-Σιμόν. Το 1808, βγήκε το πρώτο έργο του Φουριέ, μ' όλο που η βάση της θεωρίας του χρονολογούνταν ήδη από το 1799. Την 1η Γενάρη του 1800, ο Ρόμπερτ Όουεν ανέλαβε τη διεύθυνση του (βαμβακοκλωστηρίου) New Lanark.

Την εποχή όμως αυτή, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, και, μαζί μ' αυτόν, η αντίθεση ανάμεσα στην μπουρζουαζία και το προλεταριάτο, είταν ακόμα πολύ λίγο αναπτυγμένα. Η μεγάλη βιομηχανία, που γεννιόταν στην Αγγλία, είταν ακόμα άγνωστη στη Γαλλία.

Αλλά, μόνο η μεγάλη βιομηχανία είναι εκείνη που αναπτύσσει, από τη μια μεριά, τις συγκρούσεις, που κάνουν την ανατροπή του τρόπου παραγωγής αναγκαιότητα αναπόφευκτη –συγκρούσεις όχι μονάχα ανάμεσα στις τάξεις που αυτή γέννησε, μα κι ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις μορφές ανταλλαγής, που δημιούργησε– κι από την άλλη, αναπτύσσει, πάλι μόνη της, μέσα στις ίδιες αυτές γιγάντιες παραγωγικές δυνάμεις και τα μέσα που θα σταματήσουν αυτές τις συγκρούσεις.

Αν λοιπόν, στα 1800, οι συγκρούσεις που προέρχονταν από την καινούργια κοινωνική διάταξη, δεν είχαν ακόμα καλά-καλά παρουσιαστεί, για ένα λόγο παραπάνω δεν είχαν ακόμα εμφανιστεί τα μέσα που θα τις σταματούσαν. Αν οι μη κατέχουσες μάζες του Παρισιού μπορέσανε στην περίοδο της Τρομοκρατίας, να κυριαρχήσουν για μια στιγμή και να οδηγήσουν έτσι στη νίκη την αστική Επανάσταση ενάντια στην ίδια την μπουρζουαζία, μ' αυτό δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να αποδείξουν πόσο αδύνατη είταν αυτή η κυριαρχία μέσα στις τότε συνθήκες.

Το προλεταριάτο, που τότε μόνο άρχιζε να διαμορφώνεται από τις μη κατέχουσες αυτές μάζες δημιουργώντας τον κορμό μιας καινούργιας τάξης, ολότελα ανίκανο ακόμα για μια ανεξάρτητη πολιτική δράση, παρουσιαζότανε σαν μια τάξη που υποφέρει από την καταπίεση, και που, στην ανικανότητά της να βοηθήσει τον εαυτό της, μπορούσε το πολύ πολύ να περιμένει μια από τα έξω ή από τα πάνω βοήθεια.

Η ιστορική αυτή κατάσταση, κυριαρχούσε και πάνω στους ιδρυτές του σοσιαλισμού. Στην ανωριμότητα της καπιταλιστικής παραγωγής, στην ανωριμότητα της κατάστασης των τάξεων, αντιστοιχούσε η ανωριμότητα της θεωρίας. Η λύση των κοινωνικών προβλημάτων, που παράμενε ακόμα κρυμμένη μέσα στις εμβρυώδικες οικονομικές σχέσεις, έπρεπε να ξεπηδήσει από το μυαλό. Η κοινωνία δεν παρουσίαζε τίποτε άλλο από ανωμαλίες. Η εξάλειψή τους είταν δουλειά των επινοήσεων της Λογικής.

Μ' αυτήν την έννοια έπρεπε να εφεύρουν ένα καινούργιο σύστημα, ένα πιο τέλειο κοινωνικό καθεστώς και να το προσφέρουν στην κοινωνία από τα έξω, με την προπαγάνδα και αν είταν δυνατό, με το παράδειγμα ενός πρότυπου πειράματος. Τα καινούργια αυτά κοινωνικά συστήματα είταν από τα πριν καταδικασμένα στη χίμαιρα. Και όσο περισσότερο είταν επεξεργασμένα στις λεπτομέρειες τους, τόσο περισσότερο είτανε βυθισμένα σε καθαρές φαντασιώσεις.

Μια και αποδείχτηκε αυτό, δεν θα σταματήσουμε ούτε για μια στιγμή πια σ' αυτή την όψη του ζητήματος, που τώρα ανήκει ολοκληρωτικά στο παρελθόν. Οι ψιλικατζήδες φιλόλογοι τύπου Ντίριγκ, ακρονυχίζουν εμφαντικά αυτές τις φαντασίες που σήμερα πια είναι διασκεδαστικές. Ας τους αφήσουμε να εκθειάζουν την πνευματική ανωτερότητά τους μπροστά σ' αυτές τις «τρέλες». Εμείς προτιμούμε να απολαμβάνουμε τα μεγαλοφυή σπέρματα των ιδεών και τις μεγαλοφυείς ιδέες, που από παντού διαπερνούν το φανταστικό αυτό κάλυμμα και που δεν τις βλέπουν αυτοί οι φιλισταίοι.

Ο Σεν-Σιμόν είταν γέννημα της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης. Δεν είταν ούτε τριάντα χρονών όταν αυτή ξέσπασε. Η Επανάσταση είταν η νίκη της τρίτης τάξης, δηλαδή της μεγάλης μάζας του έθνους που είταν δραστήρια στην παραγωγή και το εμπόριο, ενάντια στις αργόσχολες μέχρι τότε προνομιούχες τάξεις: τους ευγενείς και τον κλήρο. Μα η νίκη της τρίτης τάξης πολύ γρήγορα αποκαλύφτηκε σαν νίκη αποκλειστική ενός μικρού μόνο τμήματος αυτής της τάξης, κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το κοινωνικά προνομιούχο στρώμα της ίδιας αυτής τάξης: της κατέχουσας μπουρζουαζίας.

Και, για να λέμε την αλήθεια, η μπουρζουαζία αναπτύχθηκε ακόμα πιο γοργά στη διάρκεια της Επανάστασης, σπεκουλάροντας πάνω στη δημευμένη, που ύστερα πουλήθηκε, έγγεια ιδιοκτησία των ευγενών και του κλήρου, κι ακόμα κλέβοντας το έθνος με τις προμήθειες του στρατού. Είταν η κυριαρχία των ίδιων ακριβώς λωποδυτών που, κάτω από το Διευθυντήριο, οδήγησε την Επανάσταση και τη Γαλλία στο χείλος της αβύσσου, και έδοσε έτσι στον Ναπολέοντα το πρόσχημα για το πραξικόπημα του. Έτσι στη σκέψη του Σεν-Σιμόν, η αντίθεση της τρίτης τάξης και των προνομιούχων τάξεων, πήρε τη μορφή της αντίθεσης ανάμεσα σε «εργαζόμενους» και «αργόσχολους». Αργόσχολοι, κατά την άποψή του, δεν είταν μόνο οι παλιοί προνομιούχοι, μα και όλοι εκείνοι που ζούσαν από εισοδήματα χωρίς να παίρνουν μέρος στην παραγωγή και το εμπόριο.

Και «εργάτες» δεν είταν μονάχα οι μισθωτοί, μα και οι εργοστασιάρχες, οι έμποροι, οι τραπεζίτες. Είταν φανερό πως οι αργόσχολοι είχαν χάσει πλέον την ικανότητα της πνευματικής ηγεσίας και της πολιτικής κυριαρχίας κι αυτό το επιβεβαίωσε οριστικά η Επανάσταση. Το ότι δεν διέθεταν αυτή την ικανότητα οι μη κατέχοντες, αυτό είχε αποδειχτεί για τον Σεν-Σιμόν από την πείρα της Τρομοκρατίας. Ποιός έπρεπε τότε να διοικεί και να κυβερνά; Κατά τον Σεν-Σιμόν η επιστήμη και η βιομηχανία, που θα τις ένωνε ένας καινούργιος δεσμός –ένας δεσμός θρησκευτικού χαρακτήρα, που θα είχε προορισμό να επανεγκαθιδρύσει την ενότητα του έθνους και των θρησκευτικών αντιλήψεων που είχε σπάσει από την εποχή της μεταρρύθμισης, ένας «καινούργιος χριστιανισμός» αναγκαστικά μυστικιστικός και αυστηρά ιεραρχημένος.

Μα η επιστήμη είταν οι σοφοί άνθρωποι των γραφείων, και η βιομηχανία είταν πρώτα απ' όλα οι δραστήριοι αστοί: εργοστασιάρχες, έμποροι, τραπεζίτες. Οι μπουρζουάδες αυτοί όφειλαν, βέβαια, να μεταμορφωθούν σε ένα είδος δημοσίων λειτουργών, σε ανθρώπους που η κοινωνία θα τους είχε εμπιστοσύνη, και ταυτόχρονα να διατηρούν απέναντι στους εργάτες, μια θέση διοικητική, μια θέση προικισμένη με οικονομικά προνόμια. Προπαντός οι τραπεζίτες θα έπρεπε να καλεστούν να ρυθμίσουν, με τον διακανονισμό της πίστης, το σύνολο της κοινωνικής παραγωγής.

Η αντίληψη αυτή ανταποκρινόταν με τρόπο απόλυτο σε μια περίοδο όπου, στη Γαλλία, η μεγάλη βιομηχανία και κατά συνέπεια η αντίθεση ανάμεσα στην μπουρζουαζία και το προλεταριάτο, βρίσκονταν στην περίοδο της γέννησής τους. Υπάρχει όμως ένα σημείο πάνω στο οποίο ο Σεν-Σιμόν επιμένει με ιδιαίτερο πείσμα: παντού και πάντοτε αυτό που τον ενδιαφέρει πάνω απ' όλα, είναι η τύχη «de la classe la plus nombreuse et la plus pauvre» («της τάξης της πιο πολυάριθμης και της πιο φτωχής»).

Στα Γράμματα από τη Γενεύη ο Σεν-Σιμόν έχει ήδη εκφράσει την αρχή ότι «Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να εργάζονται»[1]. Γνωρίζει ήδη, όπως έχει γράψει στο ίδιο έργο, ότι η περίοδος της Τρομοκρατίας είταν η περίοδος της κυριαρχίας των μη κατεχόντων μαζών.

«Κοιτάξτε», τους φωνάζει, «τί έγινε στη Γαλλία τον καιρό, που οι σύντροφοί σας κυριαρχούσαν εκεί: Έφεραν το λιμό»[2]. Το γεγονός λοιπόν ότι κατανοούσε τη Γαλλική Επανάσταση σαν ταξική πάλη ανάμεσα στους ευγενείς, από τη μια, και τους αστούς και τους μη κατέχοντες, από την άλλη, είταν, για το 1802, μια εξαιρετικά μεγαλοφυής αποκάλυψη.

Στα 1816, διακηρύσσει ότι η πολιτική είναι η επιστήμη της παραγωγής και προαναγγέλλει την πλήρη απορρόφηση της πολιτικής από την οικονομία. Αν η ιδέα ότι οι οικονομικές συνθήκες αποτελούν τη βάση των πολιτικών θεσμών, παρουσιάζεται εδώ σε υποτυπώδη κατάσταση, η παρατήρησή του ότι το πέρασμα της πολιτικής διακυβέρνησης των ανθρώπων, σε μια διαχείριση πραγμάτων και σε μια διεύθυνση των λειτουργιών της παραγωγής, δηλαδή η κατάργηση του κράτους, που έκανε τόσο θόρυβο τελευταία, βρίσκεται εδώ καθαρά διατυπωμένη.

Με την ίδια υπεροχή απέναντι στους σύγχρονούς του διακηρύσσει στα 1814, αμέσως μετά την είσοδο των συμμάχων στο Παρίσι, και προπαντός στα 1815, στη διάρκεια του πολέμου των Εκατό Ημερών, ότι μόνο μια Συμμαχία της Γαλλίας με την Αγγλία και σε δεύτερο πλάνο, των δύο αυτών χωρών με τη Γερμανία, θα αποτελούσε τη μόνη εγγύηση για την επικράτηση της ειρήνης και της ευημερίας στην Ευρώπη.

Το να συνιστάς στους Γάλλους του 1815 τη συμμαχία με τους νικητές του Βατερλό, αυτό απαιτούσε αναμφισβήτητα μεγαλύτερο θάρρος από το να κηρύξεις έναν πόλεμο φλυαρίας ενάντια σε γερμανούς καθηγητές.

Αν στον Σεν-Σιμόν βρίσκουμε ένα πλούτο από μεγαλοφυείς ιδέες, που περιέχουν σαν σπέρμα όλες σχεδόν τις όχι αυστηρά οικονομικές αντιλήψεις των μετέπειτα σοσιαλιστών, στον Φουριέ συναντάμε μια κριτική των υπαρχόντων κοινωνικών συνθηκών, διατυπωμένων με γνήσια γαλλική ευστροφία, που δεν είναι, ωστόσο, λιγότερο διεισδυτική.

Ο Φουριέ ειρωνεύεται την μπουρζουαζία –τους πριν από την επανάσταση ενθουσιώδεις προφήτες της, και τους μετά την επανάσταση ιδιοτελείς κόλακές της. Αποκαλύπτει χωρίς οίκτο την υλική και ηθική αθλιότητα του καπιταλιστικού κόσμου και τήν φέρνει αντιμέτωπη με τις κολακευτικές υποσχέσεις των φιλοσόφων του διαφωτισμού. Την παραβάλλει τόσο με την κοινωνία όπου πρέπει να βασιλεύει μονάχα η Λογική, με τον πολιτισμό που φέρνει την παγκόσμια ευτυχία και με την απεριόριστη δυνατότητα τελειοποίησης του άνθρωπου, όσο και με τις ρόδινες εκφράσεις των σύγχρονών του αστών ιδεολόγων.

Αποδείχνει ότι, στην πιο μεγαλόστομη φρασεολογία αντιστοιχεί παντού και πάντα η πιο αξιοθρήνητη πραγματικότητα, και στρέφει τη δειχτική ειρωνεία του ενάντια στην ανίατη αυτή αποτυχία της έκφρασης.

Μα ο Φουριέ δεν είναι μονάχα κριτικός, ο απεριόριστα εύθυμος χαρακτήρας του τον κάνει σατιρικό, και μάλιστα έναν σατιρικό από τους πιο μεγάλους όλων των εποχών. Ζωγραφίζει με τόση μαεστρία όσο και με χάρη την κερδοσκοπία που άνθησε στην παρακμή της Επανάστασης, όπως και το πνεύμα του μαγαζάτορα που γενικά διαδόθηκε στο γαλλικό εμπόριο εκείνης της εποχής.

Ακόμα πιο επιβλητική είναι η κριτική που κάνει στη στροφή που δόθηκε από την μπουρζουαζία στις σεξουαλικές σχέσεις και στη θέση της γυναίκας μέσα στην αστική κοινωνία.

Είναι ο πρώτος που αποφάνθηκε ότι, σε μια δοσμένη κοινωνία, ο βαθμός χειραφέτησης της γυναίκας, αποτελεί το φυσικό μέτρο της γενικής χειραφέτησης. Αλλά εκεί που ο Φουριέ εμφανίζεται πολύ μεγάλος, είναι στις ιδέες του για την ιστορία της κοινωνίας. Διαιρεί όλη την ως τα τώρα ιστορία σε τέσσερα στάδια εξέλιξης: το στάδιο της αγριότητας, της βαρβαρότητας, της πατριαρχίας και του πολιτισμού, που ταυτίζεται μ' αυτό που τώρα αποκαλούν αστική κοινωνία, [δηλαδή, με το κοινωνικό σύστημα πού ισχύει από τον 16ο αιώνα και δώθε]. Και αποδείχνει «ότι η πολιτισμένη τάξη καλλιεργεί στον καθένα ελαττώματα, που η βαρβαρότητα τα ξεπερνούσε με απλοϊκότητα. Δηλαδή καλλιεργεί έναν ανθρώπινο χαρακτήρα αλλοπρόσαλλο, διφορούμενο και υποκριτικό». Ότι ο πολιτισμός σε εισάγει σ' ένα «φαύλο κύκλο», μέσα σε αντιφάσεις, πού αναπαράγονται αδιάκοπα, χωρίς να μπορεί να τις ξεπεράσει. Κι έτσι, να φτάνει πάντα στο αντίθετο αποτέλεσμα από κείνο πού θέλει να πετύχει ή από κείνο που ισχυρίζεται ότι θέλει να πετύχει. Έτσι, λ.χ., «η φτώχεια γεννιέται στον πολιτισμό από την ίδια την αφθονία»[3].

Ο Φουριέ, όπως βλέπουμε, χειρίζεται τη διαλεκτική με την ίδια μαεστρία που την χειριζόταν και ο σύγχρονος του Χέγκελ. Με τον ίδιο διαλεκτικό τρόπο συμπέρανε, ενάντια στη φλυαρία για απεριόριστη τελειοποίηση του ανθρώπου, πως κάθε ιστορική φάση έχει το ανοδικό της σκέλος, μα επίσης και το καθοδικό της σκέλος, κι ακόμα εφαρμόζει αυτήν την αντίληψη για το μέλλον της ανθρωπότητας στο σύνολό της. Όπως δηλαδή ο Καντ εισήγαγε στην επιστήμη της Φύσης την ιδέα για τη μελλοντική καταστροφή της γης, έτσι και ο Φουριέ εισήγαγε στη μελέτη της ιστορίας το μελλοντικό τέλος της ανθρωπότητας.

Ενώ στη Γαλλία η θύελλα της Επανάστασης σάρωνε τη χώρα, στην Αγγλία συντελούνταν μια σιωπηλή, αλλά όχι λιγότερο έντονη ανατροπή. Ο ατμός και οι καινούργιες μηχανές μετατρέπανε τη μανιφατούρα σε μεγάλη σύγχρονη βιομηχανία κι έτσι επαναστατικοποιούσαν όλες τις βάσεις της αστικής κοινωνίας. Το νυσταλέο βάδισμα της περιόδου της μανιφατούρας παραχώρησε τη θέση του σε μια περίοδο ακατάσχετης ορμής της παραγωγής. Με διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα συντελούνταν ο χωρισμός της κοινωνίας σε μεγάλους καπιταλιστές και σε μη κατέχοντες προλετάριους. Ανάμεσα στις δυο αυτές τάξεις, αντί για την προηγούμενη σταθερή τρίτη τάξη, υπήρχε τώρα μια κυμαινόμενη μάζα χειροτεχνών και μικρεμπόρων με επισφαλή ζωή, που σχημάτιζε το τμήμα το πιο άστατο του πληθυσμού. Ο καινούργιος τρόπος παραγωγής βρισκόταν ακόμα στις αρχή της ανοδικής του φάσης. Είταν ακόμα ο ομαλός τρόπος παραγωγής, ο μόνος δυνατός μέσα σ' αυτές τις συνθήκες.

Μα παρ' όλα αυτά, από τότε ακόμα προκαλούσε κραυγαλέες κοινωνικές αθλιότητες: συσσώρευση ενός ξεριζωμένου λαού μέσα στις απαίσιες τρώγλες των μεγάλων πόλεων – διάλυση όλων των παραδοσιακών οικογενειακών σχέσεων, της πατριαρχικής υποταγής μέσα στην οικογένεια – υπερεργασία, προπαντός για τις γυναίκες και τα παιδιά σε τρομακτική έκταση – μαζική εξαχρείωση της εργατικής τάξης, που ρίχτηκε βάναυσα σε ολότελα καινούργιες συνθήκες, περνώντας από το χωριό στην πόλη, από τη γεωργία στη βιομηχανία, από σταθερές σε αβέβαιες συνθήκες που αλλάζανε κάθε μέρα.

Τότε εμφανίσθηκε ως μεταρρυθμιστής ένας εργοστασιάρχης, 29 χρονώ, ένας άνθρωπος με παιδική απλότητα και εξαιρετικό χαρακτήρα, και, ταυτόχρονα, γεννημένος οδηγητής που όμοιοί του δεν υπήρχαν πολλοί. Ο Ρόμπερτ Όουεν είχε αφομοιώσει το δόγμα των ματεριαλιστών φιλοσόφων της εποχής του διαφωτισμού, σύμφωνα με το οποίο ο χαρακτήρας του ανθρώπου είναι το προϊόν, από τη μια μεριά, των φυσικών ιδιοτήτων του οργανισμού του και, από την άλλη, των συνθηκών που περιβάλλουν τον άνθρωπο στη διάρκεια της ζωής του, και προπαντός στην περίοδο που διαμορφώνεται. Το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων της κοινωνικής τάξης του Όουεν δεν είδανε στη βιομηχανική επανάσταση παρά σύγχιση και χάος –τις κατάλληλες δηλαδή συνθήκες για να ψαρέψουν στα θολά νερά και να πλουτίσουν γρήγορα. Αυτός όμως είδε στη βιομηχανική επανάσταση την ευκαιρία να εφαρμόσει τις αρχές που πίστευε κι έτσι να βάλει τάξη στο χάος. Τις είχε ήδη δοκιμάσει με επιτυχία στο Μάντσεστερ, διευθύνοντας πάνω από 500 εργάτες ενός εργοστασίου. Από το 1800 ως το 1829 διεύθυνε σαν συνέταιρος και διευθυντής, τα μεγάλα κλωστήρια μπαμπακιού New Lanark της Σκωτίας με τον ίδιο τρόπο, μα με μεγαλύτερη ελευθερία δράσης, και με μια επιτυχία που τον έκανε γνωστό σ' όλη την Ευρώπη. Ένας πληθυσμός, πού σιγά-σιγά ανέβηκε στις 2500 ψυχές και πού αρχικά αποτελούνταν από τα πιο διαφορετικά στοιχεία και που το μεγαλύτερο μέρος τους είτανε τελείως διεφθαρμένοι, μεταμορφώθηκαν από τον Όουεν σε ένα πρότυπο παροικίας, όπου η κραιπάλη, η αστυνομία, τα ποινικά δικαστήρια, οι δίκες, η κοινωνική πρόνοια και η ανάγκη για ελεημοσύνη είταν πράγματα άγνωστα. Κι αυτό το κατόρθωσε τοποθετώντας απλά και μόνο τους ανθρώπους σε συνθήκες πιο αντάξιες του ανθρώπου και προπαντός εξασφαλίζοντας στην καινούργια γενιά μια επιμελημένη αγωγή.

Υπήρξε ο πρώτος πού καθιέρωσε τα νηπιαγωγεία και τα εισήγαγε για πρώτη φορά στο Νιου Λέιναρκ. Από τα δυο τους χρόνια, τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο όπου ψυχαγωγούνταν τόσο πολύ, ώστε με κόπο τα ξανάφερναν πίσω στο σπίτι. Ενώ τα εργοστάσια των ανταγωνιστών του δούλευαν από δεκατρείς ως δεκατέσσερεις ώρες τη μέρα, στο Νιου Λέιναρκ δούλευαν δεκάμισι μόνο ώρες. Όταν μια κρίση του μπαμπακιού σταμάτησε την εργασία για 4 μήνες, οι άνεργοι εργάτες συνέχιζαν να παίρνουν ολόκληρο το μισθό τους. Πράγμα που δεν εμπόδισε την επιχείρηση να υπερδιπλασιαστεί σαν αξία και να δίνει μέχρι το τέλος μεγάλα κέρδη στους ιδιοκτήτες.

Μα όλα αυτά δεν ικανοποιούσαν τον Όουεν. Η ζωή που είχε εξασφαλίσει στους εργάτες του είτανε, γι' αυτόν, μακριά ακόμα από το να είναι αντάξια του ανθρώπου: «Οι άνθρωποι αυτοί είτανε σκλάβοι μου», έλεγε. Οι καλύτερες σχετικά συνθήκες ζωής, που τους είχε εξασφαλίσει απείχαν πολύ από το να τους επιτρέπουν μια ολόπλευρη και σωστή ανάπτυξη του χαρακτήρα και της διανοίας τους κι ακόμα λιγότερο από το να τους επιτρέπουν μια ελεύθερη δραστηριότητα στη ζωή. «Κι όμως το εργαζόμενο τμήμα αυτών των 2.500 ανθρώπων παρήγαγε τόσα πλούτη για την κοινωνία που μόλις μισό αιώνα πριν χρειάζονταν ένας πληθυσμός 600.000 ψυχών για να τα παράγει. Αναρωτιόμουνα: που πάει η διαφορά ανάμεσα στα πλούτη πού καταναλώνονται από τα 2.500 άτομα και τα πλούτη που χρειάζονταν για την κατανάλωση των 600.000 ατόμων;».

Η απάντηση είταν ολοκάθαρη. Τα πλούτη αυτά χρησιμοποιήθηκαν για να εξασφαλίσει στους ιδιοκτήτες της επιχείρησης 5% τόκο για τα χρήματα που είχαν επενδύσει, και επιπλέον, πάνω από 300.000 στερλίνες, (έξι εκατομμύρια μάρκα) κέρδος. Κι αυτό που είταν αλήθεια για το Νιου Λέιναρκ, είταν, για ένα λόγο παραπάνω, αλήθεια για όλα τα εργοστάσια της Αγγλίας. «Δίχως τον καινούργιο αυτό πλούτο, που δημιουργήθηκε με τις μηχανές, δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιτυχή έκβαση τους πολέμους για την ανατροπή του Ναπολέοντα και παράλληλα να διατηρήσουν τους αριστοκρατικούς θεσμούς και αρχές της κοινωνίας. Κι' όμως η καινούργια αυτή δύναμη είτανε δημιούργημα της εργατικής τάξης»[4].

Απ' αυτήν λοιπόν προέρχονται όλα τα αγαθά. Οι καινούργιες και πανίσχυρες παραγωγικές δυνάμεις, που μέχρι τότε δεν χρησιμεύανε παρά μόνο για τον πλουτισμό ορισμένων και για την υποδούλωση των μαζών, προσφέρανε για τον Όουεν τη βάση μιας κοινωνικής αναδιοργάνωσης, και προορίζονταν, σαν κοινή ιδιοκτησία, για την ευημερία όλων.

Με τον καθαρά επιχειρηματικό αυτό τρόπο, ας πούμε σαν καρπός ενός εμπορικού υπολογισμού, γεννήθηκε ο κομμουνισμός του Όουεν, και διατηρεί πάντα τον ίδιο αυτόν πρακτικό χαρακτήρα. Το 1823, ο Όουεν, προτείνοντας να θεραπεύσει την Ιρλανδία από την αθλιότητα με τέτοιες κομμουνιστικές παροικίες, επισυνάπτει στο σχέδιό του μια πλήρη ανάλυση των εξόδων της επιχείρησης, των ετησίων δαπανών και των προβλεπόμενων κερδών. Έτσι, η τεχνική επεξεργασία των λεπτομερειών, στο οριστικό σχέδιό του για το μέλλον, έγινε με τέτοια ικανότητα που, αν γινόταν δεκτή η μέθοδος της κοινωνικής μεταρρύθμισης του Όουεν, λίγα πράγματα θα είχε να παρατηρήσει κανείς ενάντια στις λεπτομέρειες της οργάνωσης, ακόμα και από την τεχνική πλευρά τους.

Το πέρασμα στον κομμουνισμό είτανε μια στροφή στη ζωή του Όουεν. Όσο αρκούνταν στο ρόλο του φιλάνθρωπου, συγκέντρωνε πλούτη, επιδοκιμασίες, τιμές και φήμη. Είταν ο πιο δημοφιλής άνθρωπος στην Ευρώπη. Όχι μόνο οι εργοστασιάρχες συνάδελφοι του, μα και οι πολιτικές προσωπικότητες και οι ηγεμόνες τον άκουγαν και τον επιδοκίμαζαν. Όταν όμως παρουσιάστηκε με τις κομμουνιστικές θεωρίες του, τα πάντα άλλαξαν. Υπήρχαν τρία μεγάλα εμπόδια που φαίνεται να του έκλειναν το δρόμο κυρίως της κοινωνικής μεταρρύθμισης: η ατομική ιδιοκτησία, η Εκκλησία και η σύγχρονη μορφή του γάμου. Γνώριζε τι τον περίμενε αν έκανε επίθεση ενάντιά τους: αποπομπή από την παγκόσμια επίσημη κοινωνία και κατάρρευση ολόκληρης της κοινωνικής του θέσης.

Παρ' όλα αυτά δεν παραιτήθηκε από μια ανελέητη επίθεση ενάντιά τους, κι έτσι ήρθε αυτό που είχε προβλέψει. Κυνηγημένος από την επίσημη κοινωνία, θαμένος κάτω από τη συνωμοσία σιωπής του Τύπου, καταστραμμένος από τα αποτυχημένα κομμουνιστικά πειράματά του στην Αμερική, πειράματα όπου θυσίασε όλη του την περιουσία, στράφηκε άμεσα προς την εργατική τάξη και συνέχισε να δρα στους κόλπους της τριάντα χρόνια ακόμα. Κάθε κοινωνικό κίνημα και κάθε πραγματική πρόοδος όπου κατάληξε σε θετικά αποτελέσματα στη Αγγλία, μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της εργατικής τάξης, συνδέεται με το όνομα του Όουεν. Έτσι κατόρθωσε ύστερα από προσπάθειες πέντε χρόνων, να περάσει το 1819 τον πρώτο νόμο πού περιόριζε την εργασία των γυναικών και των παιδιών στα εργοστάσια.

Προήδρευσε στο πρώτο συνέδριο, στο οποίο τα Τρέιντ-Γιούνιονς όλης της Αγγλίας, ενώθηκαν σε μια ενιαία μεγάλη συνδικαλιστική οργάνωση. Εισήγαγε, σαν μεταβατικό μέτρο που οδηγεί σε μια πλήρη κομμουνιστική οργάνωση της κοινωνίας, από τη μια, τις κοπερατίβες (συνεργατικές κατανάλωσης και παραγωγής) –που από τότε δόσανε το λιγότερο την πρακτική απόδειξη ότι τόσο ο έμπορας όσο και ο εργοστασιάρχης είναι πρόσωπα που μπορούν κάλλιστα να ξεπεραστούν– και, από την άλλη, το παζάρι εργασίας, καταστήματα για την ανταλλαγή των προϊόντων της εργασίας διαμέσου ενός χαρτονομίσματος εργασίας που η μονάδα του είταν η ώρα εργασίας. Τα καταστήματα αυτά, που είτανε καταδικασμένα σε αποτυχία, είταν ένα άκαιρο μα πλήρες πρόπλασμα της τράπεζας ανταλλαγής που πολύ πιο αργότερα ίδρυσε ο Προυντόν και που δεν ξεχώριζε απ' αυτά παρά από το γεγονός ότι τα καταστήματα του Όουεν δεν παρουσιάζονταν σαν πανάκεια για τα κοινωνικά κακά, μα σαν ένα πρώτο βήμα προς ένα μετασχηματισμό πολύ πιο ριζοσπαστικό της κοινωνίας.

Αυτοί είταν οι άνθρωποι που ο εξοχότατος κ. Ντίριγκ, κοιτάζει από το ύψος της, «σε τελευταία ανάλυση, οριστικής αλήθειας» του, με περιφρόνηση, που μερικά της δείγματα, έχουμε ήδη δόσει στην Εισαγωγή. Κι αυτή η περιφρόνηση, με μιαν ορισμένη έννοια, δεν είναι αδικαιολόγητη: πραγματικά, η περιφρόνηση αυτή στηρίζεται βασικά πάνω σε μια άγνοια αληθινά τρομακτική του έργου των τριών ουτοπιστών. Και γι' αυτό το λόγο, μας λέει για τον Σεν-Σιμόν ότι, «ουσιαστικά, η βασική του ιδέα είτανε σωστή και, αν αφαιρέσουμε ορισμένες ανεπάρκειες, προσφέρει ακόμα και σήμερα την κατευθυντήρια ώθηση για τη δημιουργία πραγματικών σχηματισμών».

Μα αν και ο κ. Ντίριγκ φαίνεται να κρατούσε πραγματικά στα χέρια του ορισμένα από τα έργα του Σεν-Σιμόν, ψάχνουμε, στις 27 ολόκληρες σελίδες που μας μιλάει γι' αυτόν, να βρούμε τη «βασική ιδέα» του Σεν-Σιμόν τόσο μάταια όσο μάταια ψάξαμε προηγούμενα για να βρούμε αυτό που ο Οικονομικός Πίνακας του Κενέ «πρέπει να σημαίνει για τον ίδιο τον Κενέ», αφήνοντάς τον, τελικά, να μας πληρώσει για τον κόπο μας με τη φράση: «ότι η φαντασία και το πάθος της φιλανθρωπίας... συνδυασμένα με τον παροξυσμό που διακρίνει τη σχολή των ρομαντικών, κυριαρχούσαν ολότελα στη σκέψη του Σεν-Σιμόν»!

Για τον Φουριέ, ο κ. Ντίριγκ δεν γνωρίζει και δεν λαμβάνει υπόψη του παρά τις φαντασιώσεις του για το μέλλον, και προχωρεί την περιγραφή τους ως τη μυθιστορηματική λεπτομέρεια, πράγμα που είναι βέβαια «πολύ πιο σπουδαίο», για να αποδείξει την απέραντη ανωτερότητα του κ. Ντίριγκ απέναντι στον Φουριέ, αντί να ερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο «προσπαθεί με την ευκαιρία να κριτικάρει τις πραγματικές συνθήκες». Με την ευκαιρία! Στην πραγματικότητα από κάθε σχεδόν σελίδα των έργων του Φουριέ αναπηδούν οι σπινθήρες της σάτιρας και της κριτικής ενάντια στις αθλιότητες του πολιτισμού που τόσο εξυμνήθηκε. Θα είτανε σαν να λέγαμε ότι ο κ. Ντίριγκ δεν ανακηρύσσει τον κ. Ντίριγκ για τον μεγαλύτερο στοχαστή όλων των εποχών παρά «με την ευκαιρία». Όσο για τις 12 σελίδες που αφιερώνει στον Ρόμπερτ Όουεν, ο κ. Ντίριγκ δεν έχει για να τις συντάξει καμιά απολύτως άλλη πηγή πέρα από την άθλια βιογραφία του φιλισταίου Σαργκάν, που δεν γνώριζε ούτε ο ίδιος τα σπουδαιότερα έργα του Όουεν –τα έργα του για το γάμο και την κομμουνιστική οργάνωση.

Γι' αυτό ο κ. Ντίριγκ πρέπει να είναι φοβερά θρασύς για να βεβαιώνει ότι δεν πρέπει, στον Όουεν, «να φανταστούμε έναν κομμουνισμό αποφασιστικό». Αν, βέβαια, ο κ. Ντίριγκ είχε υπόψη του έστω Το Βιβλίο του Νέου Ηθικού Κόσμου, του Όουεν, τότε θα εύρισκε εκεί διατυπωμένο, όχι μονάχα τον πιο αποφασιστικό ανάμεσα σ' όλους κομμουνισμό, με ίσο καθήκον στην εργασία, ίσο δικαίωμα στα προϊόντα –ανάλογα με την ηλικία, όπως συμπλήρωνε πάντα ο Όουεν– μα ακόμα και την πλήρη επεξεργασία της αρχιτεκτονικής που προοριζόταν για την κομμουνιστική κοινότητα του μέλλοντος, με σχέδια εδάφους, υψώματα και θέα.

Αν όμως περιορίσει κανείς «την άμεση μελέτη των ίδιων των έργων των εκπροσώπων της σοσιαλιστικής σκέψης», στη γνώση του τίτλου ή το πολύ-πολύ, σε μερικά τσιτάτα απ' αυτά τα έργα, όπως το κάνει στην περίπτωσή μας ο κ. Ντίριγκ, είναι φανερό πως δεν του απομένει πια παρά να καταλήξει σ' αυτού του είδους τους ηλίθιους ισχυρισμούς και σε τέτοια αποκυήματα σκέτης φαντασίας.

Ο Όουεν, όχι μονάχα κήρυσσε τον «αποφασιστικό κομμουνισμό», αλλά και τον εφάρμοσε επί πέντε χρόνια (από το 1837 ως το 1841) στην κοινότητα του Χάρμονι Χολ, στο Χαμσάιρ, που ο κομμουνισμός της δεν άφησε τίποτα χωρίς να το αντιμετωπίσει «αποφασιστικά». Γνώρισα ο ίδιος πολλά παλιά μέλη της πρότυπης αυτής κομμουνιστικής εμπειρίας.

Μα, για όλ' αυτά, όπως γενικά για τη δραστηριότητα του Όουεν, ανάμεσα στα 1836 και 1850, ο Σαργκάν δεν ξέρει απολύτως τίποτα, και γι' αυτό η «μέθοδος η πιο βαθιά για το γράψιμο της ιστορίας» για την οποία καυχάται ο κ. Ντίριγκ, μένει βουτηγμένη σε μια μαύρη, σαν την πίσσα αγνοία.

Ο κ. Ντίριγκ ονομάζει τον Όουεν «πραγματικό τέρας, από κάθε άποψη, φιλανθρωπικής αθυροστομίας». Όταν όμως ο ίδιος ο κ. Ντίριγκ μας πληροφορεί για το περιεχόμενο των βιβλίων του, που μόλις γνωρίζει τον τίτλο και ορισμένα τσιτάτα τους, εμείς δεν έχουμε, μα την πίστη μου, το δικαίωμα να πούμε πως είναι ένα «πραγματικό τέρας, από κάθε άποψη, αθυρόστομης αμάθειας», γιατί στο δικό μας στόμα αυτό θά 'τανε μια «βρισιά».

Αν οι ουτοπιστές, όπως είδαμε, είταν ουτοπιστές, είναι γιατί σε μια εποχή, που η καπιταλιστική παραγωγή είταν ακόμα τόσο λίγο αναπτυγμένη, δεν μπορούσαν να είναι τίποτε άλλο. Αν είταν υποχρεωμένοι να βγάλουν από το κεφάλι τους τα στοιχεία της καινούργιας κοινωνίας, είναι γιατί, γενικά, αυτά τα στοιχεία δεν φαίνονταν ακόμα ευδιάκριτα μέσα στην ίδια την παλιά κοινωνία.

Αν περιορίζονταν στο να επικαλούνται τη Λογική, για να ρίξουν τα θεμέλια της καινούργιας οικοδομής τους, είναι γιατί δεν μπορούσαν ακόμα να επικαλεσθούν τα σύγχρονά τους ιστορικά γεγονότα.

Μα το γεγονός ότι τώρα, ογδόντα σχεδόν χρόνια ύστερα απ' αυτούς, μπαίνει στη σκηνή ο κ. Ντίριγκ, με την αξίωση να εκθέσει ένα σύστημα του καινούργιου κοινωνικού καθεστώτος «που θα χρησίμευε σαν κανόνας», ξεκινώντας όχι από το υπάρχον υλικό που σχηματίστηκε στην ιστορία και δίνοντας αυτό το σύστημα σαν το αναγκαίο αποτέλεσμα του, μα οικοδομώντας το στο πελώριο κεφάλι του, στην περισπούδαστη Λογική του των οριστικών αληθειών. Αυτό σημαίνει ότι ο κ. Ντίριγκ, αυτός που οσφραίνεται παντού επιγόνους, δεν είναι παρά ο επίγονος των ουτοπιστών, ο τελευταίος ουτοπιστής. Ονομάζει τους μεγάλους ουτοπιστές «κοινωνικούς αλχημιστές». Πιθανόν. Η αλχημεία, για την εποχή τους, είταν κάτι απαραίτητο.

Μα από τότε μέχρι σήμερα, η μεγάλη βιομηχανία, έσπρωξε τις αντιφάσεις που λαγοκοιμούνταν μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, σε κατάσταση ανταγωνισμών τόσο εξόφθαλμων που μπορεί κανείς, για να το πούμε έτσι, να αγγίξει με το δάκτυλο τη σύντομη κατάρρευση αυτού του τρόπου παραγωγής. Αυτές οι ίδιες οι καινούργιες παραγωγικές δυνάμεις, σήμερα ασφυκτιούν και δεν μπορούν να διατηρηθούν και να αναπτυχθούν, παρά με την εισαγωγή ενός καινούργιου τρόπου παραγωγής, που να ανταποκρίνεται στο σημερινό βαθμό ανάπτυξης τους. Η πάλη των δυο τάξεων, που γεννήθηκαν από τον τρόπο παραγωγής που κυριαρχούσε ως εδώ, και που αναπαράγονται μέσα σε μια ολοένα και οξύτερη αντίθεση, έχει κυριέψει όλες τις πολιτισμένες χώρες. Μια πάλη που μέρα με τη μέρα γίνεται ολοένα και πιο βίαιη, οδηγώντας στη συνειδητοποίηση της ιστορικής αυτής σχέσης και των αναγκαίων όρων του κοινωνικού μετασχηματισμού και τέλος των θεμελιακών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων αυτού του μετασχηματισμού καθώς η ίδια τα καθορίζει.

Αν τώρα ο κ. Ντίριγκ, αντί να χρησιμοποιήσει το υπάρχον οικονομικό υλικό, παράγει μια καινούργια κοινωνική ουτοπία στο σεβάσμιο κεφάλι του, τι άλλο κάνει πέρα από μια γνήσια «κοινωνική αλχημεία»; Ή, καλύτερα, δεν συμπεριφέρεται σαν κάποιον που, υστέρα από την ανακάλυψη και τη διατύπωση των νόμων της σύγχρονης χημείας, θα ήθελε να επαναφέρει τις μεθόδους της παλιάς αλχημείας και να χρησιμοποιήσει τα ατομικά βάρη, τους μοριακούς τύπους, τη δομή των ατόμων, την κρυσταλλογραφία και την ανάλυση του φάσματος του φωτός, με μοναδικό σκοπό να ανακαλύψει ... τη φιλοσοφική λίθο;

II. Θεωρητικά

Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας ξεκινάει από τη θέση πως η παραγωγή, κι ύστερα απ' αυτήν η ανταλλαγή των προϊόντων της, αποτελεί το θεμέλιο για κάθε κοινωνικό καθεστώς, ότι σε κάθε κοινωνία που εμφανίζεται στην ιστορία, η διανομή των προϊόντων και, μαζί μ' αυτήν, η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις ή κοινωνικά στρώματα, γίνεται με βάση αυτό που έχει παραχθεί, τον τρόπο με τον οποίο έχει παραχθεί καθώς και με βάση τον τρόπο με τον οποίο ανταλλάσσονται τα προϊόντα. Επομένως, δεν πρέπει να αναζητήσουμε τα τελικά αίτια όλων των κοινωνικών μεταβολών και πολιτικών ανατροπών στα κεφάλια των ανθρώπων, ούτε στις ολοένα αυξανόμενες γνώσεις τους για την αιώνια αλήθεια και δικαιοσύνη, αλλά στις αλλαγές του τρόπου παραγωγής και ανταλλαγής. Πρέπει να τα αναζητούμε όχι στη φιλοσοφία, αλλά στην οικονομία της συγκεκριμένης εποχής.

Αν κανείς αντιληφθεί, ότι οι κοινωνικοί θεσμοί που υπάρχουν είναι άδικοι και παράλογοι, ότι το δίκαιο έχει καταντήσει ανοησία και μάστιγα η ευεργεσία, αυτό δεν είναι παρά μια ένδειξη ότι έγιναν, χωρίς να το αντιληφθούμε, μετασχηματισμοί στις μεθόδους παραγωγής και στις μορφές ανταλλαγής με τους οποίους το κοινωνικό καθεστώς, που ταίριαζε σε παλιότερες οικονομικές συνθήκες, δεν συμφωνεί πια. Αυτό σημαίνει ταυτόχρονα ότι τα μέσα που θα εξαλείψουν τις ανωμαλίες που αποκαλύφθηκαν, υπάρχουν κι αυτά επίσης αναγκαστικά –περισσότερο ή λιγότερο αναπτυγμένα– μέσα στις αλλαγμένες παραγωγικές σχέσεις.

Πρέπει λοιπόν όχι να εφεύρει αυτά τα μέσα με το μυαλό του, άλλα να τα ανακαλυψει με τη βοήθεια του εγκεφάλου του στα υλικά δεδομένα της παραγωγής όπου και βρίσκονται. Με βάση αυτά, που βρίσκονται, λοιπόν, τα πράγματα σε σχέση με το σύγχρονο σοσιαλισμό;

Το σημερινό κοινωνικό καθεστώς –αυτό έχει γίνει πια γενική συνείδηση– έχει δημιουργηθεί από τη σημερινή κυρίαρχη τάξη, δηλαδή την μπουρζουαζία.

Ο τρόπος παραγωγής, ο ιδιαίτερος της αστικής τάξης, που ο Μαρξ τον ονόμασε καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, είταν ασυμβίβαστος με τα τοπικά προνόμια και τα προνόμια των κοινωνικών καστών, το ίδιο όπως είταν ασυμβίβαστος και με τους αμοιβαίους προσωπικούς δεσμούς του φεουδαρχικού καθεστώτος.

Η μπουρζουαζία έκανε κομμάτια το φεουδαλικό καθεστώς και πάνω στα ερείπια του οικοδόμησε τον αστικό κοινωνικό οργανισμό, την αυτοκρατορία του ελευθέρου ανταγωνισμού, της ελεύθερης διακίνησης των εμπορευμάτων, της ισότητας των εμπορευματοκατόχων μπροστά στο νόμο κι όλες τις άλλες αστικές πολυτέλειες.

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μπορούσε τώρα να αναπτύσσεται ελεύθερα.

Από τότε που ο ατμός και οι καινούργιες μηχανές μεταμορφώσανε την παλιά μανιφατούρα σε μεγάλη βιομηχανία, οι παραγωγικές δυνάμεις που διαμορφώθηκαν κάτω από τη διεύθυνση της αστικής τάξης αναπτύχθηκαν με ανήκουστη ως τότε ταχύτητα και σε κλίμακα πρωτοφανή.

Μα όπως, στην εποχή της, η μανιφατούρα και, κάτω από την επίδραση της, η αναπτυγμένη μικρή χειροτεχνία, συγκρουστήκανε με τα φεουδαρχικά εμπόδια των συντεχνιών, κατά τον ίδιο τρόπο και η μεγάλη βιομηχανία στην πλήρη ανάπτυξή της ήρθε σε σύγκρουση με τους φραγμούς μέσα στους οποίους την κρατάει κλεισμένη ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής.

Οι καινούργιες παραγωγικές δυνάμεις, έχουν ήδη ξεπεράσει τα όρια του καπιταλιστικού τρόπου εκμετάλλευσης τους· και αυτή η σύγκρουση, ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις, δεν είναι μια σύγκρουση που γεννήθηκε στα κεφάλια των ανθρώπων, όπως λ.χ., η σύγκρουση ανάμεσα στο προπατορικό αμάρτημα και τη θεία δίκη: είναι εκεί, μέσα στα πράγματα, υπάρχει αντικειμενικά, έξω από μας και ανεξάρτητα από τη θέληση ή την ίδια τη δραστηριότητα των ανθρώπων εκείνων που την προκαλέσανε.

Ο σύγχρονος σοσιαλισμός, δεν είναι, λοιπόν, τίποτε άλλο, από την αναπαράσταση στη σκέψη της πραγματικής αυτής σύγκρουσης, η αντανάκλασή της, με τη μορφή των ιδεών, πρώτα απ' όλα στον εγκέφαλο της τάξης πού υποφέρει άμεσα απ' αυτή τη σύγκρουση, της εργατικής δηλαδή τάξης.

Και σε τί συνίσταται αύτη η σύγκρουση;

Πριν από την καπιταλιστική παραγωγή, την εποχή δηλαδή του μεσαίωνα, υπήρχε παντού η μικρή παραγωγή, που στηριζόταν στην ατομική ιδιοκτησία των εργαζομένων, πάνω στα μέσα παραγωγής τους: γεωργία μικρών χωρικών, ελευθέρων ή δούλων, χειροτεχνία των πόλεων.

Τα μέσα εργασίας –γη, γεωργικά εργαλεία, εργαστήρια, εργαλεία χειροτεχνών– είταν τα μέσα εργασίας του ατόμου, υπολογισμένα για ατομική μονάχα χρήση. Είταν, επομένως, αναγκαστικά φτωχά, πολύ μικρά, περιορισμένα. Και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, ανήκαν κατά κανόνα στον ίδιο τον παραγωγό.

Να συγκεντροποιήσει και να αναπτύξει τα σκόρπια και περιορισμένα αυτά μέσα παραγωγής, κάνοντάς τα δυναμικούς μοχλούς της σύγχρονης παραγωγής –αυτός ακριβώς είταν ο ιστορικός ρόλος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της τάξης πάνω στην οποία στηριζόταν, της αστικής τάξης. Στο τέταρτο μέρος του Κεφαλαίου, ο Μαρξ έχει περιγράψει λεπτομερειακά το πώς η αστική τάξη οδήγησε αυτό το έργο σε αίσιο πέρας από τον 15ο αιώνα, σε τρία στάδια: της απλής συνεργασίας, της μανιφατούρας και της μεγάλης βιομηχανίας.

Μα όπως αποδείχνει, επίσης στο ίδιο μέρος, η αστική τάξη δεν μπόρεσε να μεταμορφώσει τα περιορισμένα αυτά μέσα παραγωγής σε δυναμικές παραγωγικές δυνάμεις χωρίς να μεταμορφώσει τα μέσα παραγωγής του ατόμου σε μέσα παραγωγής κοινωνικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μονάχα από ένα σύνολο ανθρώπων.

Στη θέση της ρόκας, της τέχνης του υφαντή με το χέρι, του γύφτικου σφυριού, μπήκαν η κλωστική μηχανή, ο μηχανικός αργαλειός, το ατμοκίνητο σφυρί. Στη θέση του ατομικού εργαστηρίου μπήκε το εργοστάσιο, που επέβαλε τη συνεργασία εκατοντάδων και, πολλές φορές, χιλιάδων ανθρώπων.

Κι όπως τα μέσα παραγωγής, η παραγωγή η ίδια μεταμορφώνεται από μια σειρά ατομικές πράξεις, σε μια σειρά κοινωνικές πράξεις, και τα προϊόντα, από προϊόντα ατόμων, σε κοινωνικά προϊόντα.

Η κλωστή, το ύφασμα, τα είδη κιγκαλερίας, που βγαίνουν τώρα από το εργοστάσιο, αποτελούν τα συλλογικά προϊόντα πολυάριθμων εργατών που από τα χέρια τους περνούσαν αναγκαστικά ένα-ένα, πριν να τελειώσουν. Κανένα άτομο δεν μπορεί να πει τώρα γι' αυτά τα προϊόντα: αυτό εδώ το έφτιαξα εγώ, είναι δικό μου προϊόν.

Μα εκεί όπου ο φυσικός καταμερισμός της εργασίας, στο εσωτερικό της κοινωνίας, είναι η βασική μορφή παραγωγής, αυτός επιβάλλει στα προϊόντα τη μορφή των εμπορευμάτων, που η αμοιβαία τους ανταλλαγή, η αγορά και η πώληση, δίνει τη δυνατότητα στους ατομικούς παραγωγούς, να ικανοποιούν τις πολλαπλές ανάγκες τους.

Αυτό συνέβαινε το μεσαίωνα. Ο αγρότης, π.χ., πουλούσε αγροτικά προϊόντα στον βιοτέχνη και αγόραζε απ' αυτόν προϊόντα χειροτεχνίας. Μέσα σ' αυτή, λοιπόν, την κοινωνία των ατομικών παραγωγών, των παραγωγών εμπορευμάτων, διείσδυσε ο καινούργιος τρόπος παραγωγής.

Είδαμε το μεθοδικό καταμερισμό της εργασίας, όπως είταν οργανωμένος στο ατομικό εργοστάσιο, να εισχωρεί ακριβώς στο μέσον του φυσικού, του χωρίς μέθοδο καταμερισμού της εργασίας, που κυριαρχούσε σ' ολόκληρη την κοινωνία. Δίπλα στην ατομική παραγωγή, εμφανίσθηκε η κοινωνική παράγωγή. Τα προϊόντα και της μιας και της άλλης πουλιόνταν στην ίδια αγορά, δηλαδή σε τιμές κατά προσέγγιση ίσες.

Η μεθοδική οργάνωση, όμως, είταν πιο δυναμική από το φυσικό καταμερισμό της εργασίας. Τα εργοστάσια που δούλευαν οργανωμένα κοινωνικά, παράγανε πιο φτηνά τα προϊόντα τους απ' ότι οι μεμονωμένοι μικροπαραγωγοί.

Οι διάφοροι τομείς της ατομικής παραγωγής, υπέκυπταν ο ένας μετά τον άλλο, η κοινωνική παραγωγή επαναστατικοποιούσε κάθε παλιά μορφή παραγωγής.

Μα ο επαναστατικός αυτός χαρακτήρας που είναι το ιδιαίτερο γνώρισμα της κοινωνικής παραγωγής, αναγνωρίστηκε πολύ λιγότερο απ' όσο εισήχθηκε. Αντίθετα εισήχθηκε απλά σαν μέσο για να ευνοήσει και να ανεβάσει την εμπορευματική παραγωγή.

Η κοινωνική παραγωγή γεννήθηκε, συνδεμένη άμεσα με ορισμένους μοχλούς της εμπορευματικής παραγωγής και της ανταλλαγής των εμπορευμάτων που ήδη υπήρχανε: εμπορικό κεφάλαιο, χειροτεχνία και μισθωτή εργασία.

Από το γεγονός ότι η κοινωνική παραγωγή παρουσιαζόταν η ίδια σαν μια καινούργια μορφή της εμπορευματικής παραγωγής, οι μορφές ιδιοποίησης της εμπορευματικής παραγωγής παρέμειναν σε πλήρη ισχύ και γι' αυτήν ακόμα την κοινωνική παραγωγή.

Στην εμπορευματική παραγωγή, έτσι όπως αναπτύχθηκε το μεσαίωνα, το ερώτημα σε ποιόν έπρεπε να ανήκει το προϊόν της εργασίας δεν μπορούσε ούτε καν να τεθεί. Κατά γενικό κανόνα, το είχε κατασκευάσει ο ατομικός παραγωγός με δικές του πρώτες ύλες και το παρήγαγε συχνά ο ίδιος, με τη βοήθεια των δικών του μέσων εργασίας και της προσωπικής χειρονακτικής εργασίας του ή της εργασίας της οικογενείας του. Το προϊόν δεν είχε καμιά ανάγκη να απαλλοτριωθεί πρώτα απ' αυτόν, του ανήκε από μόνο του.

Η ιδιοκτησία των προϊόντων, στηριζόταν, επομένως, πάνω στην προσωπική εργασία. Ακόμα κι εκεί όπου χρησιμοποιούσε κανείς τη βοήθεια άλλων, η βοήθεια αύτη παράμενε κατά γενικό κανόνα επουσιώδης και, πέρα από το μισθό, πληρωνόταν συχνά με μια άλλη ανταμοιβή: ο μαθητευόμενος ή ο κάλφας στη συντεχνία, δούλευε περισσότερο για την προετοιμασία του στο επάγγελμα παρά για τη διατροφή και το μισθό του. Τότε ήρθε η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής σε μεγάλα εργαστήρια και μανιφατούρες, η μεταμόρφωσή τους σε μέσα παραγωγής πραγματικά κοινωνικά.

Αλλά τα κοινωνικά αυτά μέσα παραγωγής και τα κοινωνικά προϊόντα αντιμετωπίστηκαν όπως και πριν –σαν να είταν ακόμα ατομικά μέσα παραγωγής και προϊόντα ατόμων. Αν, μέχρι τότε, οι κάτοχοι των μέσων εργασίας ιδιοποιούνταν το προϊόν γιατί, κατά γενικό κανόνα, είτανε το δικό τους το προϊόν, και η συμπληρωματική εργασία των άλλων αποτελούσε εξαίρεση, ο κάτοχος των μέσων εργασίας συνεχίζει και τώρα να ιδιοποιείται το προϊόν, παρά το γεγονός ότι δεν είτανε πια δικό του προϊόν, μα αποκλειστικά προϊόν της εργασίας των άλλων. Έτσι, τα προϊόντα που τώρα πια παράγονταν κοινωνικά, δεν απαλλοτριώνονταν απ' αυτούς που πραγματικά είχανε θέσει σε κίνηση τα μέσα παραγωγής και που πραγματικά παρήγαγαν τα προϊόντα, αλλά από τον καπιταλιστή.

Τα μέσα παραγωγής και η παραγωγή έχουν γίνει, ουσιαστικά, κοινωνικά. Τα υπόταξαν, όμως, σε μια μορφή απαλλοτρίωσης που προϋποθέτει την ιδιωτική παραγωγή των ατόμων, στην οποία δηλαδή ο καθένας κατέχει και φέρνει στην αγορά το ίδιο το προϊόν του.

Υποδούλωσαν τον τρόπο της παραγωγής σ' αυτή τη μορφή της απαλλοτρίωσης παρά το γεγονός ότι αυτή καταργεί τον προκαταρκτικό όρο[5]. Μέσα σ' αυτήν την αντίφαση, πού απονέμει στον καινούργιο τρόπο παραγωγής τον καπιταλιστικό του χαρακτήρα, βρίσκεται ήδη σαν σπέρμα ολόκληρη η τωρινή μεγάλη σύγκρουση. Στο μέτρο που ο καινούργιος τρόπος παραγωγής κυριαρχούσε σ' όλους τους αποφασιστικούς τομείς της παραγωγής, σ' όλες τις αποφασιστικές από οικονομική άποψη χώρες και επομένως κατανικούσε την ατομική παραγωγή μέχρι που την περιόρισε σε ασήμαντα υπολείμματα, έβλεπε κανείς να εμφανίζεται αναγκαστικά ολοένα και πιότερο απότομα το ασυμβίβαστο της κοινωνικής παραγωγής και της καπιταλιστικής απαλλοτρίωσης.

Όπως είπαμε, οι πρώτοι καπιταλιστές βρήκαν ήδη ολοέτοιμη τη μορφή της μισθωτής εργασίας. Τήν βρήκαν, όμως, σαν εξαίρεση, σαν απασχόληση βοηθητική, σαν πηγή εισοδήματος προσωρινή, σαν κατάσταση μεταβατική. Οι εργάτες γης που, από καιρό σε καιρό, πηγαίνανε να δουλέψουνε σαν μεροκαματιάρηδες, είχαν ορισμένα στρέμματα γης δικά τους, και στην ανάγκη μπορούσαν να ζήσουν απ' αυτά.

Οι κανονισμοί των συντεχνιών φρόντιζαν ώστε ο σημερινός κάλφας να γίνει ο μάστορας της αύριο. Μα από τότε που τα μέσα παραγωγής μεταμορφώθηκαν σε κοινωνικά μέσα και συγκεντροποιήθηκαν στα χέρια των καπιταλιστών τά πάντα αλλάξανε. Το μέσο παραγωγής και το προϊόν του μεμονωμένου μικροπαραγωγού έχαναν ολοένα και περισσότερο την αξία τους και δεν του έμεινε πια παρά να πάει να δουλέψει με μισθό στον καπιταλιστή. Η μισθωτή εργασία, που άλλοτε είταν εξαίρεση και προσωρινή πηγή εισοδήματος, γίνηκε ο κανόνας και η θεμελιακή μορφή ολάκερης της παραγωγής. Η άλλοτε βοηθητική απασχόληση, έγινε η αποκλειστική απασχόληση του εργάτη. Ο πρόσκαιρα μισθωτός εργάτης, έγινε τώρα για όλη του τη ζωή μισθωτός.

Το πλήθος των ισόβιων μισθωτών, αυξήθηκε υπέρμετρα από την ταυτόχρονη κατάρρευση του φεουδαρχικού καθεστώτος, τη διάλυση των ακολουθιών των φεουδαρχών αφεντάδων, την έξωση των χωρικών από τα κτήματα τους κλπ.

Έτσι ολοκληρώθηκε ο διαχωρισμός των μέσων παραγωγής, από τη μια μεριά, που συγκεντροποιήθηκαν στα χέρια των καπιταλιστών, και των παραγωγών, από την άλλη, που κατάντησαν να μην κατέχουν πια παρά την εργατική τους δύναμη.

Η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική ιδιοποίηση, εμφανίζεται τώρα σαν αντίθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την μπουρζουαζία.

Είδαμε ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής διείσδυσε σε μια κοινωνία παραγωγών εμπορευμάτων, ατομικών παραγωγών, παραγωγών που οι κοινωνικές τους σχέσεις βασίζονταν πάνω στην ανταλλαγή των προϊόντων τους.

Αλλά, κάθε κοινωνία που βασίζεται στην εμπορευματική παραγωγή, έχει τούτο δω το ιδιαίτερο γνώρισμα: ότι, οι παραγωγοί, μέσα σ' αυτήν, έχουν χάσει τον έλεγχο πάνω στις κοινωνικές τους σχέσεις. Καθένας παράγει για τον εαυτό του, με τα παραγωγικά μέσα πού τυχαίνει να έχει στη διάθεση του και για τις ατομικές του ανάγκες ανταλλαγής.

Κανείς τους δεν ξέρει τι ποσότητα του εμπορεύματός του θα φθάσει στην αγορά, ούτε ακόμα τι ποσότητα χρειάζεται η αγορά. Κανείς δεν γνωρίζει αν το ατομικό προϊόν του θα καλύψει, με την άφιξή του στην αγορά, μια πραγματική ανάγκη, αν θα καλύψει τα έξοδα της παραγωγής του ή αν ακόμα θα μπορέσει καν να πουληθεί. Αυτό είναι το βασίλειο της αναρχίας της κοινωνικής παραγωγής.

Μα, η εμπορευματική παραγωγή, όπως κάθε άλλη μορφή παραγωγής, έχει τους ενυπάρχοντες, τους αδιαχώριστους απ' αυτήν, τους δικούς της πρωτότυπους νόμους. Κι αυτοί οι νόμοι, παρά την αναρχία, επιβάλλονται σ' αυτήν, απ' αυτήν την ίδια την εμπορευματική παραγωγή.

Εκδηλώνονται μέσα στην ανταλλαγή, τη μοναδική μορφή της κοινωνικής σχέσης που επιζεί, και επιβάλλονται στους ατομικούς παραγωγούς, σαν καταναγκαστικοί νόμοι του ανταγωνισμού.

Οι νόμοι αυτοί είναι, λοιπόν, στην αρχή άγνωστοι στους ίδιους τους παραγωγούς και πρέπει πρώτα να τους ανακαλύψουν σιγά-σιγά, με μια εμπειρία μακριάς διάρκειας. Επιβάλλονται επομένως ανεξάρτητα και ενάντια στους παραγωγούς, σαν νόμοι φυσικοί του τρόπου παραγωγής, σαν νόμοι που ενεργούν στα τυφλά. Το προϊόν εξουσιάζει τους παραγωγούς.

Στην κοινωνία του μεσαίωνα, ειδικά στους πρώτους αιώνες, η παραγωγή είταν προσανατολισμένη, βασικά στην προσωπική κατανάλωση. Ικανοποιούσε, ουσιαστικά, τις ανάγκες του παραγωγού και της οικογενείας του.

Εκεί όπου υπήρχαν σχέσεις προσωπικής εξάρτησης, όπως στην επαρχία,, συνέβαλε επίσης στην ικανοποίηση των αναγκών του αφέντη φεουδάρχη. Εκεί δεν παρουσιαζόταν καμιά ανταλλαγή, και τα προϊόντα δεν έπαιρναν, επομένως, το χαρακτήρα του εμπορεύματος.

Η οικογένεια του χωρικού παρήγαγε σχεδόν καθετί που είχε ανάγκη, τόσο τα εργαλεία και το ρουχισμό, όσο και τα τρόφιμα. Μονάχα όταν κατόρθωσε να παράγει ένα περίσσευμα πέρα από τις ίδιες της τις ανάγκες και τις οφειλές της σε είδος στον αφέντη φεουδάρχη, μόνο τότε άρχισε να παράγει εμπορεύματα.

Το περίσσευμα αυτό ριχνόταν στην κοινωνική ανταλλαγή, εκθέτονταν για πούλημα, γινόταν εμπόρευμα.

Αντίθετα, οι χειροτέχνες των πόλεων είταν βέβαια υποχρεωμένοι να παράγουν από την αρχή για την ανταλλαγή. Μα κι αυτοί πάλι καλύπτανε με την εργασία τους το μεγαλύτερο μέρος των ίδιων των αναγκών τους.

Είχαν τους κήπους τους και μικρά χωράφια. Βόσκανε τα ζώα τους στο κοινοτικό δάσος, που παράλληλα τους έδινε ξυλεία για τις οικοδομές και καυσόξυλα· οι γυναίκες τους κλώθανε το λινάρι, το μαλλί κλπ.

Η παραγωγή που προορίζονταν για ανταλλαγή, η εμπορευματική παραγωγή, βρισκόταν στις αρχές της ακόμα. Από κει και η περιορισμένη ανταλλαγή, η περιορισμένη αγορά, ο σταθερός τρόπος της παραγωγής, η τοπική απομόνωση προς τα έξω, οι τοπικές ενώσεις προς τα μέσα : η Mark[6] κυριαρχούσε στην ύπαιθρο, η συντεχνία στις πόλεις.

Με την επέκταση, όμως, της εμπορευματικής παραγωγής, και προπαντός με την εμφάνιση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, οι νόμοι της εμπορευματικής παραγωγής, που μισοκοιμούνταν μέχρι τότε μπαίνουν επίσης σε κίνηση μ' έναν τρόπο περισσότερο εμφανή, περισσότερο δυναμικό. Τα παλιά πλαίσια χαλάρωσαν, τα παλιά φράγματα σπάσανε, οι παραγωγοί μεταμορφώνονται ολοένα και πιο πολύ σε ανεξάρτητους κι απομονωμένους παραγωγούς εμπορευμάτων.

Η αναρχία της κοινωνικής παραγωγής ήρθε στην επιφάνεια και ωθούνταν όλο και περισσότερο προς τον κολοφώνα της. Μα το βασικό όργανο με το οποίο ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μεγάλωνε την αναρχία αυτή μέσα στην κοινωνική παραγωγή, είταν ωστόσο το αντίθετο της αναρχίας: η διαρκώς αυξανόμενη οργάνωση της παραγωγής, μέσα σε κάθε απομονωμένη παραγωγική επιχείρηση σαν κοινωνική παραγωγή. Με τον ίδιο αυτό μοχλό έθεσε τέλος στην προηγούμενη ειρηνική σταθερότητα.

Όπου εισαγόταν σε κάποιον κλάδο της βιομηχανίας δεν ανεχόταν καμιά παλαιότερη μέθοδο λειτουργίας δίπλα της. Όπου εφαρμόσθηκε στον τομέα της χειροτεχνίας, κατάστρεψε την παλιά χειροτεχνία. Ο χώρος εργασίας μεταβλήθηκε σε πεδίο μάχης.

Οι μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις, και οι επιχειρήσεις αποικισμού που τις ακολούθησαν, πολλαπλασίασαν τις διεξόδους και επιταχύνανε τη μετατροπή των χειροτεχνιών σε μανιφατούρες. Η πάλη ξέσπασε, κι όχι μόνο ανάμεσα στους τοπικούς ατομικούς παραγωγούς. Η τοπική διαμάχη μεγάλωσε με τη σειρά της μέχρι που έγινε εθνική: εμπορικοί πόλεμοι του 17ου και 18ου αιώνα[7].

Τέλος, η μεγάλη βιομηχανία και η εγκαθίδρυση της παγκόσμιας αγοράς διεθνοποίησαν την πάλη και ταυτόχρονα της δόσανε μια πρωτοφανή βιαιότητα. Ανάμεσα σε μεμονωμένους καπιταλιστές, ακόμα κι ανάμεσα σε ολόκληρες βιομηχανίες ή ολόκληρες χώρες, οι φυσικές ή οι τεχνικές συνθήκες της παραγωγής ανάλογα με το αν είναι λίγο ή πολύ ευνοϊκές, αποφασίζουνε για την ύπαρξή τους.

Ο νικημένος αφανίζεται χωρίς έλεος. Είναι η δαρβίνειος πάλη για την ύπαρξη, που, με μια λύσσα δεκαπλάσια, μεταφέρεται από τη Φύση στην κοινωνία. Οι συνθήκες του ζώου μέσα στη Φύση εμφανίζονται σαν το απόγειο της ανθρώπινης ανάπτυξης

Η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική απαλλοτρίωση, αναπαράγεται ως αντίθεση ανάμεσα στην οργάνωση της παραγωγής στο μεμονωμένο εργοστάσιο και την αναρχία της παραγωγής που επικρατεί στο σύνολο της κοινωνίας.

Μέσα στις δυο αυτές μορφές εκδήλωσης της ενυπάρχουσας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αντίφασης, κινείται αυτός ο τρόπος παραγωγής από καταγωγής του, διαγράφοντας, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει, το «φαύλο κύκλο», που πρώτος ο Φουριέ έχει ήδη αποκαλύψει. Αυτό, ωστόσο, που ο Φουριέ δεν μπορούσε να δει στην εποχή του, είναι ότι ο κύκλος αυτός σιγά-σιγά στενεύει, ότι η κίνηση αντιπροσωπεύει μάλλον μια σπειροειδή τροχιά, που, όπως αυτή των πλανητών, πρέπει να περιμένει το τέλος της ερχόμενη σε σύγκρουση με το κέντρο

Η κινητήρια δύναμη της κοινωνικής αναρχίας στην παραγωγή, μεταμορφώνει ολοένα και περισσότερο τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων σε προλετάριους και, με τη σειρά τους, είναι οι προλεταριακές αυτές μάζες που τελικά θα θέσουν τέρμα στην αναρχία της παραγωγής.

Η κινητήρια δύναμη της κοινωνικής αναρχίας στην παραγωγή μετασχηματίζει τη δυνατότητα για διαρκή τελειοποίηση των μηχανών της μεγάλης βιομηχανίας σε νόμο επιτακτικό για κάθε βιομήχανο καπιταλιστή, παρμένο χωριστά, αναγκάζοντάς τον, κάτω από την απειλή της καταστροφής, να τελειοποιεί ολοένα και πιο πολύ το μηχανικό εξοπλισμό του. Μα το να τελειοποιείς τις μηχανές, σημαίνει ότι κάνεις περιττή την ανθρώπινη εργασία.

Αν η εισαγωγή και η αύξηση των μηχανών σημαίνει τον εκτοπισμό εκατομμυρίων εργατών που δουλεύανε με το χέρι από ένα μικρό αριθμό εργατών που δουλεύουνε με μηχανήματα, τότε η τελειοποίηση του μηχανικού εξοπλισμού σημαίνει εκτόπιση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού εργατών που δουλεύουν με μηχανήματα και, σε τελευταία ανάλυση, δημιουργία ενός τεράστιου αριθμού διαθέσιμων μισθωτών πού ξεπερνά τις ανάγκες της μέσης απασχόλησης του κεφαλαίου, ενός πλήρους εφεδρικού βιομηχανικού στρατού, σύμφωνα με την ονομασία που έχω χρησιμοποιήσει από το 1845.[8] Στρατός, διαθέσιμος για τις περίοδες όπου η βιομηχανία δουλεύει στο φόρτε της, ριγμένος στο πεζοδρόμιο από το κραχ που αναγκαστικά ακολουθεί. Ένα βαρίδι που η εργατική τάξη, στα πλαίσια της πάλης της ενάντια στο κεφάλαιο για την ύπαρξή της, σέρνει πάντοτε στα πόδια της –ρυθμιστής που διατηρεί το μισθό σε επίπεδα που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του καπιταλιστή.

Έτσι, οι μηχανές –για να μιλήσουμε όπως ο Μαρξ– γίνονται το πιο ισχυρό όπλο του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη, αφού σαν μέσα εργασίας, αποσπούν διαρκώς τα μέσα συντήρησης από τα χέρια του εργάτη. Το ίδιο το προϊόν του εργάτη μεταμορφώνεται σ' ένα όργανο υποδούλωσης του εργάτη. Έτσι, από την αρχή, η οικονομία στα μέσα εργασίας γίνεται, ταυτόχρονα, η πιο τερατώδης σπατάλη της δύναμης εργασίας, μια κλοπή μέσα στις κανονικές και αναγκαίες συνθήκες για τη λειτουργία της εργασίας. Η μηχανοποίηση, το μέσο το πιο ισχυρό για τον περιορισμό της χρονικής διάρκειας της εργασίας, μετατρέπεται στο πιο σίγουρο μέσο για τη μεταμόρφωση της συνολικής διάρκειας της ζωής του εργάτη και της οικογένειάς του σε διαθέσιμο χρόνο εργασίας για να γίνει αποδοτικότερο το κεφάλαιο.

Η υπερεργασία και η υπερκόπωση του ενός καθορίζει την ανεργία του άλλου. Και η μεγάλη βιομηχανία που κυνηγάει καινούργιους καταναλωτές σ' ολόκληρο τον κόσμό, περιορίζει στη χώρα της την κατανάλωση των μαζών στο ελάχιστο, σε επίπεδα πείνας υποσκάπτοντας έτσι την ίδια την εσωτερική αγορά της. «Ο νόμος που πάντοτε ισοζυγίζει την αύξηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου με την αύξηση του σχετικού υπερπληθυσμού ή του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού, δένει τον εργάτη στο κεφάλαιο πιο στέρεα απ' όσο στερέωσαν τα καρφιά του Ήφαιστου τον Προμηθέα στο βράχο του. Ο Νόμος αυτός εγκαθίδρυσε μια ολέθρια σχέση ανάμεσα στη συσσώρευση του κεφαλαίου και τη συσσώρευση της αθλιότητας, με τέτοιο τρόπο που η συσσώρευση του πλούτου στον ένα πόλο να ισούται με τη συσσώρευση του φτώχειας, του πόνου, της άγνοιας, της αποκτήνωσης, του ηθικού ξεπεσμού, της σκλαβιάς στον αντίθετο πόλο, στη μεριά της τάξης εκείνης που παράγει το ίδιο το κεφάλαιο»[9]

Και το να περιμένει κανείς από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, μια διαφορετική διανομή των προϊόντων, θά 'ταν σαν να ζητάμε, από τα ηλεκτρόδια μιας μπαταρίας να μην ηλεκτρολύσουν το νερό, και να μην συγκεντρώσουν το οξυγόνο στο θετικό πόλο και το υδρογόνο στον αρνητικό, ενώ είναι συνδεμένα με την μπαταρία.

Έχουμε δει με τι τρόπο η σε ανώτατο βαθμό τελειοποίηση του σύγχρονου μηχανικού εξοπλισμού μεταμορφώνεται, απ' αφορμή την αναρχία της παραγωγής στην κοινωνία, σ' ένα νόμο επιτακτικό για τον απομονωμένο βιομήχανο καπιταλιστή, αναγκάζοντάς τον να βελτιώνει αδιάκοπα το μηχανικό του εξοπλισμό, να αυξάνει ασταμάτητα την παραγωγική δύναμή του. Πραγματικά, η απλή δυνατότητα να μεγαλώσει τον τομέα της παραγωγής του, μεταμορφώνεται γι' αυτόν σ' έναν άλλο νόμο το ίδιο επιτακτικό.

Η τεράστια δύναμη επέκτασης της μεγάλης βιομηχανίας, μπροστά στην οποία η επέκταση των αερίων είναι ένα πραγματικά παιδικό παιχνίδι, μας εκδηλώνεται τώρα σαν μια ανάγκη ποιοτικής και ποσοτικής επέκτασης, που ειρωνεύεται κάθε αντίθετη πίεση.

Η αντίθετη αυτή πίεση προέρχεται από την κατανάλωση, την εξαγωγή, τις αγορές για τα προϊόντα της μεγάλης βιομηχανίας. Μα η δυνατότητα επέκτασης των αγορών, τόσο από την άποψη της έκτασης όσο και από την άποψη της έντασης, διέπεται, πρώτ' απ' όλα, από ολότελα διαφορετικούς νόμους, που η δράση τους είναι πολύ λιγότερο ενεργητική.

Η επέκταση των αγορών δεν μπορεί να είναι ίση με την επέκταση της παραγωγής. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, κι όπως δεν μπορεί να γεννήσει τη λύση χωρίς να οδηγήσει στην έκρηξη τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, γίνεται περιοδική. Η καπιταλιστική παραγωγή γεννά έναν καινούργιο «φαύλο κύκλο».

Πραγματικά, από το 1825, που ξέσπασε η πρώτη γενική κρίση, το σύνολο του βιομηχανικού και εμπορικού κόσμου, η παραγωγή και η ανταλλαγή του συνόλου των πολιτισμένων λαών και των λιγότερο ή περισσότερο βάρβαρων δορυφόρων τους, ξεχαρβαλώνεται περίπου μια φορά κάθε δέκα χρόνια.

Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων σταματάει, οι αγορές είναι παραφορτωμένες, τα προϊόντα βρίσκονται εκεί απούλητα σε τεράστιες ποσότητες, τα μετρητά γίνονται άφαντα, η πίστη εξαφανίζεται, τα εργοστάσια σταματούνε, από τις εργαζόμενες μάζες λείπουν τα μέσα συντήρησης ακριβώς γιατί παρήγαγαν πολλά μέσα συντήρησης, οι χρεοκοπίες διαδέχονται τις χρεοκοπίες, οι πλειστηριασμοί τους πλειστηριασμούς. Το λίμνασμα διαρκεί χρόνια.

Οι παραγωγικές δυνάμεις και τα προϊόντα σπαταλούνται και καταστρέφονται μαζικά, μέχρι να σκορπιστούνε τελικά οι συσσωρευμένες ποσότητες εμπορευμάτων με μια υποτίμηση λίγο ή πολύ μεγάλη, μέχρι να ξαναμπούνε σιγά-σιγά στο δρόμο τους η παραγωγή και η ανταλλαγή. Προοδευτικά, το βάδισμα επιταχύνεται, γίνεται τροχάδην, το βιομηχανικό τροχάδην γίνεται καλπασμός κι ο καλπασμός αυτός αυξάνει με τη σειρά του μέχρι να γίνει μια πλήρη κούρσα μετ' εμποδίων της βιομηχανίας, του εμπορίου, της πίστης και της κερδοσκοπίας, για να καταλήξει, ύστερα από τα πιο επικίνδυνα άλματα ξανά ... στο βάραθρο του κραχ.

Κι αυτό επαναλαμβάνεται συνέχεια. Να αυτό που ζήσαμε ήδη το λιγότερο πέντε φορές από το 1825, κι αυτό που ζούμε αυτή τη στιγμή (1877) για έκτη φορά. Και φαίνεται τόσο καθαρά ο χαρακτήρας αυτών των κρίσεων ώστε ο Φουριέ ακούμπησε παντού το δάχτυλό του, δίνοντας τα χαρακτηριστικά της πρώτης πληθωρικής κρίσης.

Στις κρίσεις βλέπει κανείς την αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική απαλλοτρίωση να φτάνει στη βίαιη έκρηξή της. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων εκμηδενίζεται προς στιγμήν. Το μέσον κυκλοφορίας, το χρήμα, γίνεται εμπόδιο στην κυκλοφορία. Όλοι οι νόμοι της παραγωγής και της κυκλοφορίας εμπορευμάτων γίνονται φύρδην-μίγδην. Η οικονομική σύγκρουση έχει φθάσει στο μάξιμουμ της εκδήλωσής της:

Ο τρόπος παραγωγής επαναστατεί ενάντια στον τρόπο ανταλλαγής, οι παραγωγικές δυνάμεις επαναστατούν ενάντια στον τρόπο παραγωγής για τον οποίο έχουνε γίνει υπέρμετρα μεγάλες.

Το γεγονός ότι η κοινωνική οργάνωση της παραγωγής στο εσωτερικό του εργοστασίου αναπτύχθηκε μέχρι το σημείο που να γίνει ασυμβίβαστη με την αναρχία της παραγωγής στην κοινωνία, που υπάρχει δίπλα στην κοινωνική αυτή οργάνωση και πάνω απ' αυτήν –αυτό το γεγονός παρουσιάζεται ωμά στους καπιταλιστές τους ίδιους, με την τεράστια συγκεντροποίηση των κεφαλαίων, που πραγματοποιείται στη διάρκεια των κρίσεων με τίμημα την καταστροφή ενός μεγάλου αριθμού μεγάλων καπιταλιστών κι ενός ακόμα μεγαλύτερου αριθμού μικρών καπιταλιστών.

Ολόκληρος ο μηχανισμός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αρνείται κάτω από την πίεση των παραγωγικών δυνάμεων την υπηρεσία που αυτός ο ίδιος γέννησε: ο τρόπος της παραγωγής δεν μπορεί πια να μεταμορφώσει ολόκληρη αυτή τη μάζα των μέσων παραγωγής σε κεφάλαιο. Τα μέσα παραγωγής αργούνε και γι' αυτό το λόγο πρέπει να αργεί κι ο εφεδρικός βιομηχανικός στρατός. Τα μέσα παραγωγής, τα μέσα συντήρησης, οι διαθέσιμοι εργάτες, όλοι οι συντελεστές της παραγωγής και του πλούτου πλεονάζουνε.

Μα «η πληθώρα γίνεται η πηγή της ένδειας και της αθλιότητας» (Φουριέ), γιατί είναι αυτή ακριβώς που παρεμποδίζει τη μεταμόρφωση σε κεφαλαίο των μέσων παραγωγής και συντήρησης. Γιατί, μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, τα μέσα παραγωγής δεν μπορούν να δραστηριοποιηθούν παρά μόνο αν μεταμορφωθούν προηγούμενα σε κεφάλαιο, σε μέσα δηλαδή για την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας. Η αναγκαιότητα να αποκτήσουν τα μέσα παραγωγής και συντήρησης την ιδιότητα του κεφαλαίου ορθώνεται σαν φάντασμα ανάμεσα σ' αυτά και τους εργάτες.

Αύτη μονάχα παρεμποδίζει τη σύνδεση των υλικών και προσωπικών μοχλών της παραγωγής. Αυτή μονάχα απαγορεύει στα μέσα παραγωγής να λειτουργήσουν και στους εργάτες να δουλέψουν και να ζήσουν.

Έτσι, από τη μια μεριά, αποδείχνεται ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, είναι ανίκανος να οδηγήσει παραπέρα τις παραγωγικές αυτές δυνάμεις, και, από την άλλη, οι ίδιες αυτές παραγωγικές δυνάμεις πιέζουν όλο και πιο έντονα προς την άρση της αντίφασης, για την απελευθέρωση τους από την ιδιότητα του κεφαλαίου και την ντε φάκτο αναγνώριση του χαρακτήρα τους ως κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις.

Η όλο και πιο ισχυρή αυτή αντίδραση των παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στην ιδιότητά τους ως κεφάλαιο και η αυξανόμενη αναγκαιότητα να αναγνωρισθεί η κοινωνική τους φύση, υποχρεώνει την τάξη των καπιταλιστών να τις μεταχειρίζεται, ολοένα και πιο πολύ, στο ποσοστό που το επιτρέπουν οι καπιταλιστικές σχέσεις, σαν κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις.

Η περίοδος άνθησης της βιομηχανίας, με την απεριόριστα εξογκωμένη πίστη της, καθώς και το ίδιο το κραχ, με την κατάρρευση μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, σπρώχνουν προς αυτή τη μορφή κοινωνικοποίησης έναν σημαντικό όγκο μέσων παραγωγής που μας παρουσιάζεται στα διάφορα είδη των μετοχικών εταιρειών. Μερικά απ' αυτά τα μέσα παραγωγής και συγκοινωνίας είναι από την αρχή τόσο τεράστια που, όπως οι σιδηρόδρομοι, αποκλείουν, κάθε άλλη μορφή καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Μα και πάλι σ' ένα ορισμένο βαθμό ανάπτυξης η ίδια αυτή μορφή δεν αρκεί πια.

Οι μεγάλοι ομοεθνείς παραγωγοί ενός και του ίδιου βιομηχανικού κλάδου, ενώνονται σ' ένα «τραστ» –μια ένωση που έχει για σκοπό τη ρύθμιση της παραγωγής. Αυτοί καθορίζουν τη συνολική ποσότητα του προϊόντος που πρέπει να παραχθεί, την κατανέμουν μεταξύ τους και αποσπούν έτσι μια προκαθορισμένη τιμή πούλησης.

Μα καθώς αυτά τα τραστ, γενικά αποσυντίθενται στην πρώτη περίοδο δυσκολιών, σπρώχνουν ακριβώς από κει για μια κοινωνικοποίηση ακόμα πιο συγκεντροποιημένη: ολόκληρος ο βιομηχανικός κλάδος μεταμορφώνεται σε μια μονάχα μεγάλη μετοχική εταιρία, κι έτσι ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό της χώρας, παραχωρεί τη θέση του στο μονοπώλιο της εσωτερικής αγοράς της ενιαίας αυτής εταιρίας. Αυτό έγινε το 1890 με την αγγλική παραγωγή καλίου, που, ύστερα από τη συγχώνευση, χωρίς καμιά εξαίρεση, των 48 μεγάλων εργοστασίων, βρίσκεται τώρα στα χέρια μιας μόνο εταιρίας με ενιαία διεύθυνση και με κεφάλαιο 120 εκατομμύρια μάρκα.

Με τα τραστ, ο ελεύθερος ανταγωνισμός μετατρέπεται σε μονοπώλιο, η χωρίς σχέδιο παραγωγή της καπιταλιστικής κοινωνίας, παραδίνεται μπροστά στη σχεδιοποιημένη παραγωγή της σοσιαλιστικής κοινωνίας, που πλησιάζει. Πρωταρχικά, βέβαια, για να μεγαλώσουν τα κέρδη τους οι καπιταλιστές.

Εδώ όμως, η εκμετάλλευση γίνεται τόσο εξόφθαλμη ώστε πρέπει να καταρρεύσει. Κανείς λαός δεν θα δεχόταν μια παραγωγή διευθυνόμενη από τα τραστ, μια εκμετάλλευση τόσο κυνική του συνόλου από μια μικρή συμμορία που κουρεύει κουπόνια.

Όπως και νά 'χει το πράμα, με τραστ ή χωρίς τραστ, πρέπει, τελικά, να πάρει τη διεύθυνση στα χέρια του ο επίσημος εκπρόσωπος της καπιταλιστικής κοινωνίας: το κράτος[10].

Η αναγκαιότητα της μεταμόρφωσης σε ιδιοκτησία του κράτους εμφανίζεται πρώτα στους μεγάλους οργανισμούς επικοινωνιών: ταχυδρομεία, τηλέγραφοι, σιδηρόδρομους.

Αν οι κρίσεις φανερώσανε την ανικανότητα της μπουρζουαζίας να συνεχίσει να διαχειρίζεται τις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις, η μεταμόρφωση των μεγάλων οργανισμών παραγωγής και επικοινωνίας σε μετοχικές εταιρίες και σε ιδιοκτησία του κράτους, δείχνει πόσο η αστική τάξη είναι περιττή γι' αυτό το σκοπό. Όλες οι κοινωνικές λειτουργίες του καπιταλιστή εκτελούνται τώρα από έμμισθους υπαλλήλους. Ο καπιταλιστής δεν έχει πια καμιά κοινωνική δραστηριότητα πέρα από το να τσεπώνει τα εισοδήματα, να κόβει κουπόνια και να παίζει στο χρηματιστήριο, όπου οι διάφοροι καπιταλιστές ληστεύουν ο ένας τον άλλο.

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής που άρχισε με τον παραμερισμό του εργάτη, τώρα παραμερίζει τους ίδιους τους καπιταλιστές και τους κατατάσσει, όπως κάποτε τους εργάτες, στον πλεονάζοντα πληθυσμό, αν όχι, από την αρχή στον εφεδρικό βιομηχανικό στρατό.

Όμως, ούτε η μεταμόρφωση σε μετοχικές εταιρίες, ούτε η μεταμόρφωση σε ιδιοκτησία του κράτους δεν εξαλείφει από τις παραγωγικές δυνάμεις, την ιδιότητα του κεφαλαίου. Αυτό είναι ολοφάνερο για τις μετοχικές εταιρίες.

Όσο για το σύγχρονο κράτος, αυτό, με τη σειρά του, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η οργάνωση που παίρνει η αστική κοινωνία, για να υπερασπίσει τις γενικές εξωτερικές συνθήκες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ενάντια στον κίνδυνο απαλλοτρίωσης που προέρχεται από τους εργάτες όπως και από τους μεμονωμένους καπιταλιστές.

Το σύγχρονο κράτος, όποια κι αν είναι η μορφή του, είναι ένας μηχανισμός ουσιαστικά καπιταλιστικός: είναι το κράτος των καπιταλιστών, ο ιδεατός συλλογικός καπιταλιστής.

Όσο περισσότερες παραγωγικές δυνάμεις περνούν στην ιδιοκτησία του τόσο περισσότερο γίνεται ο πραγματικός συλλογικός καπιταλιστής και τόσο περισσότερους πολίτες εκμεταλλεύεται. Οι εργάτες παραμένουν μισθωτοί εργάτες, προλετάριοι.

Οι καπιταλιστικές σχέσεις δεν καταργούνται, αντίθετα σπρώχνονται στο αποκορύφωμά τους. Όταν, όμως, φθάσει στον κολοφώνα της, η σχέση ανατρέπεται. Η ιδιοκτησία του κράτους πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις δεν αποτελεί τη λύση της σύγκρουσης, περικλείνει, ωστόσο, μέσα της το συγκεκριμένο μέσο –τον τρόπο για να βάλουμε στο χέρι τη λύση.

Η λύση αυτή μπορεί να συνίσταται μονάχα στο γεγονός ότι έχει αναγνωριστεί πραγματικά η κοινωνική φύση των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, ότι δηλαδή ο τρόπος της παραγωγής, της απαλλοτρίωσης και της ανταλλαγής έχει εναρμονιστεί με τον κοινωνικό χαρακτήρα των μέσων παραγωγής και των προϊόντων. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά αν η κοινωνία γίνει κάτοχος ανοιχτά και χωρίς περιφράσεις των παραγωγικών δυνάμεων, που έχουν γίνει πολύ μεγάλες για κάθε άλλη, εκτός από τη δική της διεύθυνση. Έτσι, οι παραγωγοί, με πλήρη συνείδηση, επιδιώκουν την επικράτηση του κοινωνικού χαρακτήρα των μέσων παραγωγής και των προϊόντων –χαρακτήρας που σήμερα στρέφεται ενάντια στους ίδιους τους παραγωγούς και κάνει να εκρήγνυται περιοδικά ο τρόπος της παραγωγής και της ανταλλαγής και επιβάλλεται μέσα σ' ένα κλίμα βίας και καταστροφής, σαν ένας φυσικός νόμος που ενεργεί στα τυφλά. Μόνο τότε ο κοινωνικός χαρακτήρας των μέσων παραγωγής εφαρμόζεται με πλήρη συνείδηση από τους παραγωγούς και μετατρέπεται από αιτία διαταραχής και περιοδικής κατάρρευσης στον πιο ισχυρό μοχλό της ίδιας της παραγωγής.

Οι ενεργητικές κοινωνικές δυνάμεις δρουν ακριβώς όπως και οι δυνάμεις της Φύσης: τυφλά, βίαια, καταστροφικά, όσο καιρό δεν τις γνωρίζουμε και δεν τις βάζουμε στο λογαριασμό. Από τη στιγμή, όμως, που τις γνωρίζουμε και κατανοούμε τη δραστηριότητά τους, τις κατευθύνσεις τους, τις επιδράσεις τους, δεν εξαρτάται παρά μόνο από μας να τις υποτάξουμε όλο και πιο πολύ στη θέληση μας και να φθάσουμε στο σκοπό μας χάρη σ' αυτές. Κι αυτό είναι ιδιαίτερα αληθινό για τις σύγχρονες τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις. Όσο επίμονα αρνιόμαστε να κατανοήσουμε τη φύση και το χαρακτήρα τους –κι ενάντια σ' αυτή την κατανόηση αντιτάσσεται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και οι απολογητές του– οι δυνάμεις αυτές θα ενεργούνε μόνες τους, πέρα από μας και ενάντιά μας, και θα κυριαρχούν πάνω μας όπως το έχουμε αναλύσει λεπτομερειακά. Όταν όμως κατανοηθεί η φύση τους, μπορούν, στα χέρια των ενωμένων παραγωγών, να μεταμορφωθούν από μαινόμενες κυρίες σε υπάκουες υπηρέτριες.

Εδώ βρίσκεται η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην καταστροφική δύναμη του ηλεκτρισμού του κεραυνού και του εξημερωμένου ηλεκτρισμού, του τηλέγραφου και της ηλεκτρικής τέχνης, η διαφορά ανάμεσα στην πυρκαγιά και στη φωτιά πού δρα στην υπηρεσία του άνθρωπου. Αν μεταχειριστούμε με τον ίδιο τρόπο της σημερινές παραγωγικές δυνάμεις, αφού θά 'χουμε αναγνωρίσει τελικά τη φύση τους, θα δούμε την κοινωνική αναρχία της παραγωγής να παραχωρεί τη θέση της σε ένα διακανονισμό κοινωνικά σχεδιασμένο της παραγωγής, σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινότητας και του κάθε ατόμου.

΄Ετσι, ο καπιταλιστικός τρόπος απαλλοτρίωσης, μέσα στον οποίο το προϊόν υποτάσσει πρώτα τον παραγωγό, ύστερα τον ίδιο τον απαλλοτριωτή, θα αντικατασταθεί από τον τρόπο απαλλοτρίωσης των προϊόντων που βασίζεται πάνω στη φύση των ίδιων των σύγχρονων μέσων παραγωγής: από τη μια μεριά, την άμεση κοινωνική απαλλοτρίωση σαν μέσο για να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί η παραγωγή, και, από την άλλη, άμεση προσωπική απαλλοτρίωση σαν μέσο για την ύπαρξη και την απόλαυση.

Μετατρέποντας ολοένα και περισσότερο τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού σε προλετάριους, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής προετοιμάζει τη δύναμη εκείνη που κάτω από την απειλή του αφανισμού είναι υποχρεωμένη, να πραγματοποιήσει αυτή την ανατροπή. Σπρώχνοντας ολοένα και περισσότερο στη μεταμόρφωση των μεγάλων κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής σε ιδιοκτησία του κράτους, δείχνει ο ίδιος το δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί για να πραγματοποιηθεί αυτή η ανατροπή. Το προλεταριάτο καταλαμβάνει την κρατική εξουσία και πρώτα απ' όλα μετατρέπει τα μέσα παραγωγής σε ιδιοκτησία του κράτους. Μ' αυτή όμως την πράξη εξαφανίζει τον ίδιο τον εαυτό του σαν προλεταριάτο, εξαφανίζει όλες τις ταξικές διαφορές και τους ταξικούς ανταγωνισμούς και το ίδιο το κράτος σαν κράτος. Η προηγούμενη κοινωνία, που εξελισσόταν μέσα σε ταξικούς ανταγωνισμούς, είχε ανάγκη από ένα κράτος, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, μια οργάνωση της εκμεταλλεύτρια τάξης, για να διατηρήσει τους εξωτερικούς όρους της παραγωγής της, δηλαδή, για να διατηρήσει προπαντός με τη βία την εκμεταλλευόμενη τάξη στις δοσμένες από τον υπάρχοντα τρόπο παραγωγής συνθήκες καταπίεσης (δουλεία, δουλοπαροικία, μισθωτή εργασία).

Το κράτος είταν ο επίσημος εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας, η ενσάρκωσή της σε ένα ορατό οργανισμό, αυτό, όμως, δεν είταν αληθινό παρά στο μέτρο που είτανε το κράτος της τάξης που, στην εποχή της, εκπροσωπούσε μόνη της ολάκερη την κοινωνία: στην αρχαιότητα, το κράτος των πολιτών που είταν ιδιοκτήτες δούλων. Στο μεσαίωνα, της φεουδαρχικής αριστοκρατίας. Στην εποχή μας, το κράτος της αστικής τάξης.

Αλλά όταν, τελικά, το κράτος γίνει πραγματικά ο εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας, γίνεται πια περιττό. Από τη στιγμή που δεν θα υπάρχει πια μια κοινωνική τάξη για να την κρατάει στην καταπίεση. Από τη στιγμή που, μαζί με την κυριαρχία μιας τάξης και την πάλη για την ατομική ύπαρξη, που αιτιολογείται από την προηγούμενη αναρχία της παραγωγής, έχουν επίσης εξαφανιστεί οι συγκρούσεις και οι βιαιοπραγίες που εκπορεύονται από κει, δεν υπάρχει πια τίποτε για να κατασταλεί ώστε να κάνει αναγκαία την ύπαρξη μιας κατασταλτικής δύναμης, ενός κράτους.

Η πρώτη πράξη στην οποία το κράτος εμφανίζεται πραγματικά σαν ο εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας –η κατάκτηση των μέσων παραγωγής στο όνομα της κοινωνίας– είναι ταυτόχρονα και η τελευταία του πράξη σαν κράτος.

Η επέμβαση της κρατικής εξουσίας στις κοινωνικές σχέσεις γίνεται περιττή στον ένα ύστερα από τον άλλο τομέα, και τέλος φυσικά απονεκρώνεται. Η κυβέρνηση των προσώπων παραχωρεί τη θέση της στη διαχείριση των πραγμάτων και στη διεύθυνση των παραγωγικών επιχειρήσεων. Το κράτος δεν «καταργείται» απονεκρώνεται.

Μ' αυτήν την έννοια μπορούμε να κρίνουμε την κούφια φράση «ελεύθερο λαϊκό κράτος», τόσο από την άποψη της πρόσκαιρης δικαιολόγησής της σαν μέσο αγκιτάτσιας όσο και από την άποψη της οριστικής ανεπάρκειάς της σαν επιστημονική έκφραση. Το ίδιο μπορούμε να κρίνουμε τη διεκδίκηση των αναρχικών, σύμφωνα με την οποία το κράτος πρέπει να καταργηθεί από τη μια μέρα στην άλλη.

Από την ιστορική εμφάνιση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η κατάκτηση του συνόλου των μέσων παραγωγής από την κοινωνία έχει πολύ συχνά παρουσιαστεί, λίγο ή πολύ αόριστα μπροστά στα μάτια τόσο ορισμένων ατόμων όσο και ολόκληρων αιρέσεων, σαν το ιδανικό του μέλλοντος. Αυτή όμως η κατάκτηση δεν μπορεί να γίνει εφικτή, να γίνει ιστορική αναγκαιότητα παρά όταν έχουν δοθεί πια οι υλικοί όροι της πραγματοποίησή της.

Αυτή, όπως και κάθε άλλη κοινωνική πρόοδος, γίνεται πραγματοποιήσιμη, όχι επειδή κατανοήθηκε το γεγονός ότι η ύπαρξη των τάξεων εναντιώνεται στη δικαιοσύνη, την ισότητα, κλπ., όχι από την απλή θέληση να καταργηθούν αυτές οι τάξεις, μα από ορισμένες καινούργιες οικονομικές συνθήκες.

Ο χωρισμός της κοινωνίας σε μια εκμεταλλεύτρια τάξη και μια τάξη εκμεταλλευομένων, σε μια κυρίαρχη τάξη και μια τάξη καταπιεζομένων είτανε το αναγκαίο αποτέλεσμα της χαμηλής ανάπτυξης της παραγωγής στο παρελθόν. Όσο η συνολική εργασία της κοινωνίας δεν προσφέρει παρά ένα εισόδημα που μόλις ξεπερνάει αυτό που είναι αναγκαίο για να εξασφαλίσει αυστηρά την ύπαρξη όλων, όσο η εργασία απαιτεί, επομένως, ολάκερο ή σχεδόν ολάκερο το χρόνο της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών της κοινωνίας, αυτή η κοινωνία διαιρείται αναγκαστικά σε τάξεις.

Δίπλα στη μεγάλη αυτή πλειοψηφία, αποκλειστικά αφιερωμένη στην αγγαρεία της εργασίας, σχηματίζεται μια τάξη απελευθερωμένη από την άμεση παραγωγική εργασία, που επιφορτίζεται τις κοινές υποθέσεις της κοινωνίας: διεύθυνση της εργασίας, πολιτική, δικαιοσύνη, επιστήμη, καλές τέχνες κλπ. Είναι λοιπόν ο νόμος του καταμερισμού της εργασίας που αποτελεί τη βάση της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις. Αυτό δεν εμποδίζει άλλωστε το γεγονός ότι η διαίρεση αυτή της κοινωνίας πραγματοποιήθηκε με τη βία και την κλοπή, με το δόλο και την απάτη, ούτε το γεγονός ότι η κυρίαρχη τάξη, μια και κάθισε στη σέλλα, δεν παράλειψε ποτέ να στερεώνει την κυριαρχία της σε βάρος της εργαζόμενης τάξης και να μετατρέπει την κοινωνική διεύθυνση σε εκμετάλλευση των μαζών.

Αν, όμως, σύμφωνα μ' αυτά, η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις έχει μια ορισμένη ιστορική νομιμότητα, ωστόσο δεν την έχει παρά για ένα δοσμένο χρόνο, για δοσμένες κοινωνικές συνθήκες. Αυτή βασιζόταν στην ανεπάρκεια της παραγωγής, και θα σαρωθεί από την πλέρια ανάπτυξη των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων.

Και πραγματικά, η κατάργηση των κοινωνικών τάξεων προϋποθέτει ένα ορισμένο βαθμό ιστορικής ανάπτυξης όπου η ύπαρξη όχι μονάχα αυτής ή της άλλης καθορισμένης κυρίαρχης τάξης, μα κάθε κυρίαρχης τάξης γενικά, και επομένως της ίδιας της διάκρισης των τάξεων, έχει καταντήσει αναχρονισμός, παλιατσαρία. Προϋποθέτει λοιπόν μια ορισμένη στάθμη ανάπτυξης της παραγωγής, όπου η απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής και των προϊόντων και επομένως της πολιτικής κυριαρχίας, της μονοπώλησης της κουλτούρας και της πνευματικής διεύθυνσης από μια ιδιαίτερη κοινωνική τάξη, έχει γίνει όχι μονάχα ένας πλεονασμός, μα επίσης, από οικονομική, πολιτική και διανοητική άποψη ένα εμπόδιο στην ανάπτυξη. Σ' αυτό το σημείο έχουμε ήδη φθάσει,

Αν η πολιτική και πνευματική χρεοκοπία της μπουρζουαζίας δεν είναι σχεδόν πια ένα μυστικό που το κρατάει για τον εαυτό της, η οικονομική χρεοκοπία της επαναλαμβάνεται κανονικά κάθε δέκα χρόνια. Σε κάθε κρίση, η κοινωνία πνίγεται κάτω από το βάρος των ίδιων των παραγωγικών της δυνάμεων και των ίδιων των αχρησιμοποίητων απ' αυτήν προϊόντων της, και ρίχνεται ανίσχυρη στην παρακάτω παράλογη αντίφαση: οι παραγωγοί δεν έχουν τίποτε να καταναλώσουνε γιατί λείπουν οι καταναλωτές.

Η δύναμη επέκτασης των μέσων παραγωγής σπάει τις αλυσίδες με τις οποίες την είχε δεμένη ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Η απελευθέρωσή της απ' αυτές τις αλυσίδες είναι ο μόνος αναγκαίος όρος για μια αδιάκοπη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που θα προοδεύουν με ένα ρυθμό ολοένα και πιότερο ταχύ, και, επομένως, για μιαν ανάπτυξη, πρακτικά χωρίς όρια, της ίδιας της παραγωγής.

Κι όχι μόνο αυτό. Η κοινωνική απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής εξαλείφει όχι μονάχα το τεχνητό φρενάρισμα της παραγωγής, που υπάρχει τώρα, μα και την τεράστια σπατάλη και την πραγματική καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων και των προϊόντων, που είναι τα σημερινά αναπόφευκτα αποτελέσματα της παραγωγής και φτάνουν στον παροξυσμό τους μέσα στις κρίσεις. Κι ακόμη απελευθερώνει έναν όγκο μέσων παραγωγής και προϊόντων για το σύνολο, εξαλείφοντας την ηλίθια σπατάλη που αντιπροσωπεύουν τα ήδη πολυτελείας των σημερινών κυρίαρχων τάξεων και των πολιτικών εκπροσώπων τους.

Η δυνατότητα να εξασφαλιστεί, διαμέσου της κοινωνικής παραγωγής, σ' όλα τα μέλη της κοινωνίας μιας υλικής ύπαρξης, που, όχι μόνο να επαρκεί πλήρως στις ανάγκες τους και να εμπλουτίζεται μέρα με τη μέρα, μα και να τους εγγυάται την ανάπτυξη και την ελεύθερη και πλήρη εξάσκηση των φυσικών και πνευματικών τους ικανοτήτων –η δυνατότητα αυτή υπάρχει σήμερα για πρώτη φορά, αλλά υπάρχει[11].

Με την κατάκτηση των μέσων παραγωγής από την κοινωνία, η εμπορευματική παραγωγή εξαφανίζεται, και, κατά συνέπεια, η κυριαρχία του προϊόντος πάνω στους παραγωγούς. Η αναρχία στο εσωτερικό της κοινωνικής παραγωγής παραχωρεί τη θέση της στην συνειδητά σχεδιασμένη οργάνωση. Η πάλη για την ατομική ύπαρξη σβήνει. Έτσι, ο άνθρωπος για πρώτη φορά χωρίζεται, με μια ορισμένη έννοια, οριστικά από το ζωικό βασίλειο, περνά από τις συνθήκες ύπαρξης του ζώου σε συνθήκες πραγματικά ανθρώπινες. Το σύνολο των συνθηκών ζωής που περιβάλλουν τον άνθρωπο, που μέχρι τώρα κυριαρχούσε πάνω του, περνάει τώρα κάτω από την κυριαρχία και τον έλεγχο των ανθρώπων, που για πρώτη φορά γίνονται πραγματικοί και συνειδητοί κύριοι της Φύσης, επειδή και εφόσον έχουν γίνει κύριοι της ίδιας τους της κοινωνικής ζωής.

Οι νόμοι που διέπουν την κοινωνική τους δραστηριότητα που, ως εδώ, ορθώνονταν απέναντί τους σαν φυσικοί νόμοι, ξένοι και κυρίαρχοι, εφαρμόζονται πια από τους ανθρώπους με πλήρη επίγνωση των αιτίων, και γι' αυτό είναι υποταγμένοι σ' αυτούς. Η ίδια η κοινωνική ζωή των ανθρώπων που, ως εδώ, ορθωνόταν μπροστά τους σαν δοσμένη από τη Φύση και την ιστορία, γίνεται τώρα ελεύθερη και δική τους πράξη.

Οι ως τα τώρα ξένες, αντικειμενικές δυνάμεις που κυριαρχούσαν στην ιστορία, περνούνε κάτω από τον έλεγχο των ίδιων των ανθρώπων. Από κείνη τη στιγμή και μόνο οι άνθρωποι θα δημιουργούν οι ίδιοι με πλήρη συνείδηση την ιστορία τους. Από κείνη τη στιγμή και μόνο τα κοινωνικά αίτια που οι ίδιοι θα θέσουνε σε κίνηση, θα φέρουν επίσης, μ' έναν τρόπο υπεροχής και σ' ένα μέτρο ολοένα αυξανόμενο, τα ποθούμενα απ' αυτούς αποτελέσματα. Είναι το πήδημα της ανθρωπότητας από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας.

Για να κλείσουμε, ας συνοψίσουμε σε λίγα λόγια, όλα αυτά που αναπτύξαμε :

Ι. ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Μικρή ατομική παραγωγή. Μέσα παραγωγής προσαρμοσμένα στην ατομική χρήση, επομένως αργοκίνητα, πρωτόγονα, φτωχά, πολύ μικρής αποδοτικότητας. Παραγωγή προορισμένη για την άμεση κατανάλωση, είτε του ίδιου του παραγωγού, είτε του φεουδάρχη αφέντη του. Εκεί μονάχα που συναντάει κανείς ένα περίσσευμα της παραγωγής έναντι της κατανάλωσης, το περίσσευμα αυτό προσφέρεται για πούλημα και πέφτει στην ανταλλαγή: η εμπορευματική παραγωγή, βρίσκεται ακόμα στη γέννησή της, μα περιέχει ήδη σε κατάσταση σπέρματος μέσα της την αναρχία στην κοινωνική παραγωγή.

II. ΑΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ: Διαμόρφωση της βιομηχανίας, αρχικά διαμέσου της συνεργατικής και της μανιφατούρας. Συγκεντροποίηση των μέχρι τότε σκόρπιων μέσων παραγωγής σε μεγάλα εργαστήρια, κι έτσι μεταμόρφωση των ατομικών μέσων παραγωγής σε κοινωνικά μέσα –μεταμόρφωση που δεν θίγει φυσικά τη μορφή της ανταλλαγής στο σύνολό της.

Οι παλιές μορφές απαλλοτρίωσης παραμένουν σε ισχύ. Εμφανίζεται ο καπιταλιστής: που με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, απαλλοτριώνει επίσης τα προϊόντα και τα μεταβάλλει σε εμπορεύματα.

Η παραγωγή έγινε κοινωνική πράξη, η ανταλλαγή, όμως, και μαζί μ' αυτήν η απαλλοτρίωση, παραμένουν ατομικές πράξεις, πράξεις του μεμονωμένου ανθρώπου: το κοινωνικό προϊόν απαλλοτριώνεται από τον ατομικό καπιταλιστή.

Αυτή είναι η βασική αντίφαση, απ' όπου πηγάζουν όλες οι άλλες αντιφάσεις, μέσα στις όποιες κινείται η σημερινή κοινωνία, και που η μεγάλη βιομηχανία παρουσίασε στο φως της ημέρας:

Α. Απόσπαση του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής. Καταδίκη του εργάτη σε ισόβιο μισθωτό. Αντίθεση του προλεταριάτου και της μπουρζουαζία.

Β. Εκδήλωση ολοένα και πιο καθαρή και αυξανόμενη δραστηριότητα των νόμων που κυριαρχούν στην παραγωγή εμπορευμάτων. Αχαλίνωτος ανταγωνισμός. Αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική οργάνωση μέσα σε κάθε εργοστάσιο και την κοινωνική αναρχία στο σύνολο της παραγωγής.

Γ. Από τη μια, τελειοποίηση της μηχανής, που ο ανταγωνισμός έκανε νόμο επιτακτικό για κάθε εργοστασιάρχη και που ισοδυναμεί με τον ολοένα αυξανόμενο παραμερισμό των εργατών: εφεδρικός βιομηχανικός στρατός.

Από την άλλη, απεριόριστη επέκταση της παραγωγής, εξίσου νόμος επιτακτικός του ανταγωνισμού για κάθε εργοστασιάρχη.

Κι από τις δυο πλευρές, πρωτοφανής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, προσφορά μεγαλύτερη από τη ζήτηση, υπερπαραγωγή, φρακάρισμα των αγορών, κρίσεις κάθε δέκα χρόνια, φαύλος κύκλος: εδώ, περισσεύουν τα μέσα παραγωγής και τα προϊόντα – εκεί, περισσεύουν οι χωρίς εργασία και χωρίς μέσα συντήρησης εργάτες. Μα τα δυο αυτά γρανάζια, της παραγωγής και της κοινωνικής ευμάρειας, δεν μπορούν να συνδυαστούν, από το γεγονός ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής απαγορεύει στις παραγωγικές δυνάμεις να κινηθούν, στα προϊόντα να κυκλοφορήσουν, αν δεν μετασχηματιστούνε προηγούμενα σε κεφάλαιο: πράμα που εμποδίζει η ίδια η υπεραφθονία τους. Η αντίφαση γιγαντώνεται και μεταμορφώνεται σε αντιδικία: ο τρόπος παραγωγής επαναστατεί ενάντια στη μορφή ανταλλαγής.

Η αστική τάξη αποδείχνεται πια ανίκανη να διευθύνει τις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις.

Δ. Η μερική αναγνώριση του κοινωνικού χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων, επιβάλλεται στους ίδιους τους καπιταλιστές.

Απαλλοτρίωση των μεγάλων οργανισμών παραγωγής και επικοινωνίας, πρώτα από τις μετοχικές εταιρείες, ύστερα από τα τραστ και σε συνέχεια από το κράτος. Η αστική τάξη αποδείχνεται πια μια τάξη περιττή –όλες οι κοινωνικές λειτουργίες εκτελούνται τώρα από έμμισθους υπάλληλους.

III. ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ: λύση της αντίφασης: Τό προλεταριάτο καταλαμβάνει την πολιτική εξουσία και με τη δύναμη αυτής της εξουσίας, μεταμορφώνει τα κοινωνικά μέσα παραγωγής, που έχουν ξεφύγει από τα χέρια της μπουρζουαζίας, σε δημόσια ιδιοκτησία.

Μ' αύτη του την πράξη απελευθερώνει τα μέσα παραγωγής από τον κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα που είχαν ως τώρα και δίνει στον κοινωνικό τους χαρακτήρα πλήρη ελευθερία να επιβληθεί.

Τώρα πια είναι δυνατή μια κοινωνική παραγωγή που ακολουθεί ένα προκαθορισμένο σχέδιο. Η ανάπτυξη της παραγωγής κάνει αναχρονιστική την παραπέρα ύπαρξη των διαφόρων κοινωνικών τάξεων. Στο μέτρο που η αναρχία της κοινωνικής παραγωγής εξαφανίζεται, η πολιτική εξουσία του κράτους απονεκρώνεται. Οι άνθρωποι, κύριοι επιτέλους του ίδιου του τρόπου της κοινωνικής τους ζωής, γίνονται από το γεγονός αυτό και κύριοι της Φύσης, κύριοι του εαυτού τους, ελεύθεροι.

Η εκπλήρωση αυτής της πράξης, η απελευθέρωση του κόσμου –να ποιο είναι το ιστορικό καθήκον του σύγχρονου προλεταριάτου. Και ποια είναι η αποστολή του επιστημονικού σοσιαλισμού –έκφραση θεωρητική του προλεταριακού κινήματος; Να ερευνήσει τις ιστορικές συνθήκες και, ταυτόχρονα, τη φύση αυτής της πράξης και να δόσει έτσι, στην καταπιεζόμενη τάξη, που έχει την αποστολή να δράσει, την πλήρη συνείδηση των όρων και της φύσης αυτής της πράξης


Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στο Αφιέρωμα Έγκελς
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————–

[1]. Σεν-Σιμόν: Γράμμα ενός Κατοίκου της Γενεύης προς τους Σύγχρονούς του, σελ. 55, Παρίσι, 1868.

[2]. Σεν-Σιμόν: όπ.π., σελ. 41-42.

[3]. Φουριέ: Ο Νέος Βιομηχανικός και Εταιρικός Κόσμος, σελ. 35, Παρίσι, 1870.

[4]. Όουεν: Η Επανάσταση στη Σκέψη και στην Πράξη, σελ. 21-22, Λονδίνο, 1849. [Υπόμνημα που στάλθηκε σ' όλους τους «κόκκινους δημοκράτες, στους κομμουνιστές και στους σοσιαλιστές της Ευρώπης», στη «Γαλλική προσωρινή κυβέρνηση του 1848», αλλά και «στη βασίλισσα Βικτορία και στους υπεύθυνους συμβούλους της»].

[5]. Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε λεπτομερειακά εδώ ότι, και στην περίπτωση ακόμα που η μορφή ιδιοποίησης παραμένει η ίδια, ο χαρακτήρας της ωστόσο δεν είναι λιγότερο επαναστατικός από τον χαρακτήρα της παραγωγής εξαιτίας της πορείας των γεγονότων πού περιγράψαμε πιο πάνω. Το αν ιδιοποιούμαι το δικό μου προϊόν ή το προϊόν των άλλων, αυτοί φυσικά είναι δυο διαφορετικοί τρόποι ιδιοποίησης. Ας προσθέσουμε παρεμπιπτόντως: η μισθωτή εργασία, μέσα στην οποία βρίσκεται με τη μορφή σπέρματος όλος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, είναι πολύ παλιά, μεμονωμένα και σποραδικά στη διαδρομή των αιώνων συνυπήρχε με τη δουλεία. Αλλά για να μπορέσει ο σπόρος αυτός να αναπτυχθεί και να γίνει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, έπρεπε να πραγματοποιηθούν πρώτα οι αναγκαίες ιστορικές προϋποθέσεις.

[6]. Mark –παλιά αγροτική κοινότητα στη Γερμανία, που βασιζόταν στην κοινοκτημοσύνη της γης.

[7]. Οι Εμπορικοί Πόλεμοι του 17ου και 18ου αιώνα –μια σειρά πολέμων ανάμεσα στα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη για την ηγεμονία στο εμπόριο με την Ινδία και την Αμερική, καθώς και για την κατάχτηση των αποικιακών αγορών. Αρχικά, η σύγκρουση της Αγγλίας και της Ολλανδίας (πόλεμοι 1652-2654,1664-1667, 1672-1674) και αργότερα της Αγγλίας και της Γαλλίας. Νικήτρια σ' όλους αυτούς τους πολέμους βγήκε τελικά η Αγγλία που στο τέλος του 18ου αιώνα συγκέντρωνε στα χέρια της όλο σχεδόν το παγκόσμιο εμπόριο.

[8]. Η Κατάσταση των Εργαζομένων Τάξεων στην Αγγλία, τόμ. Ι, σελ. 144 και επόμενη, εκδ. Costes, 1933.

[9]. Μαρξ: Κεφάλαιο, τόμ. 3, βιβλ. Ι, σελ. 88, Ε.Σ., 1950.

[10]. Λέω: πρέπει, γιατί αυτό θα συμβεί μονάχα στην περίπτωση, όπου τα μέσα παραγωγής και επικοινωνιών είναι πραγματικά πολύ μεγάλα για να διευθύνονται από μετοχικές εταιρείες. Όπου, επομένως, η κρατικοποίηση έχει γίνει οικονομική αναγκαιότητα, σ' αυτήν την περίπτωση μονάχα δείχνει μια πρόοδο οικονομική, ακόμα κι αν είναι το σύγχρονο κράτος που την εκπληρώνει. Δείχνει ότι φτάσαμε σ' ένα καινούργιο στάδιο προκαταρκτικό στην κατάκτηση όλων των παραγωγικών δυνάμεων από την ίδια την κοινωνία. Αλλά, είδαμε πρόσφατα, από τότε που ο Μπίσμαρκ ρίχτηκε στις κρατικοποιήσεις, να εμφανίζεται ένας ψευτοσοσιαλισμός, που, μάλιστα, εδώ και κει, έχει εκφυλιστεί σε δουλοπρέπεια, και που, χωρίς πολλές διαδικασίες ανακηρύσσει σοσιαλιστική κάθε κρατικοποίηση, ακόμα κι αυτές του Μπίσμαρκ. Είναι ολοφάνερο πως, αν η κρατικοποίηση του καπνού είταν σοσιαλιστική, ο Ναπολέων κι ο Μέτερνιχ, θα υπολογίζονταν ανάμεσα στους θεμελιωτές του σοσιαλισμού. Αν το βελγικό κράτος, για πολύ κοινούς λόγους, πολιτικούς και οικονομικούς, έφτιαξε το ίδιο τους βασικούς σιδηροδρόμους του, ή, αν ο Βίσμαρκ, χωρίς καμιά οικονομική αναγκαιότητα, κρατικοποίησε τις κύριες σιδηροδρομικές γραμμές της Πρωσίας, μόνο για να μπορεί να τις οργανώσει καλύτερα και να τις χρησιμοποιήσει σε καιρό πολέμου, για να κάνει τους απασχολούμενους στους σιδηρόδρομους εκλογικά υποζύγια στην υπηρεσία της κυβέρνησης, και, κυρίως, για να δόσει στον εαυτό του μια καινούργια πηγή εισοδημάτων ανεξάρτητη από τις αποφάσεις του κοινοβουλίου –όλα αυτά δεν είτανε καθόλου σοσιαλιστικά μέτρα, άμεσα ή έμμεσα, συνειδητά ή ασυνείδητα. Αλλιώτικα θα είταν σοσιαλιστικοί θεσμοί η Βασιλική Εταιρία Ναυτικού Εμπορίου, η Βασιλική Μανιφατούρα Πορσελάνης και ακόμα στο στρατό ο ράφτης, και γιατί όχι η κρατικοποίηση που προτάθηκε με την πιο μεγάλη σοβαρότητα, γύρω στα 1830, επί Φρειδερίκου Γουλιέλμου του ΙΙΙ, από κάποιον κακοήθη: των μπορντέλων.

[11]. Ορισμένοι αριθμοί θα μπορούσαν να δόσουν μια κατά προσέγγιση ιδέα, της τεράστιας δύναμης επέκτασης των σύγχρονων παραγωγικών μέσων, ακόμα και κάτω από το καπιταλιστικό βάρος. Σύμφωνα με τους πιο πρόσφατους υπολογισμούς του άγγλου στατιστικολόγου Giffen, ο συνολικός πλούτος της Αγγλία και της Ιρλανδίας, σε στρογγυλούς αριθμούς, είταν:
το 1814 - 2200 εκατομμύρια στερλίνες =  44 δισεκατ. μάρκα
το 1865 - 6100             »             »          =122 δισεκατ. μάρκα
το 1875 - 8500             »             »          =170 δισεκατ. μάρκα
Όσον αφορά τη σπατάλη των παραγωγικών μέσων και των προϊόντων στη διάρκεια των κρίσεων, το ΙΙ Συνέδριο των γερμανών βιομηχάνων, που έγινε στο Βερολίνο στις 21 του Φλεβάρη 1878, υπολόγισε τις συνολικές απώλειες μονάχα της Γερμανικής Βιομηχανίας Σιδήρου, στη διάρκεια του τελευταίου κραχ, σε 455 εκατομ. μάρκα.