Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Ιλιενκοφ>Αφιέρωμα στον Φρ. Έγκελς_l


Έβαλντ Ιλιένκοφ

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

Ακόμη μια Φορά για την Αρχή
της Δημιουργίας της Λογικής.
ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΥΛΙΣΜΟΣ;

Δοκίμια Ιστορίας και Θεωρίας (Δοκίμιο 6ο)
PROGRES PUBLISHERS–MOSCOW–1977



Προηγούμενο: Λεόν Τρότσκι: Φιλοσοφία και Σταλινική Γράφειοκρατία

Ως τώρα αναφερθήκαμε σχεδόν αποκλειστικά στα θετικά επιτεύγματα του Χέγκελ, που δημιούργησαν εποχή στη λογική ως επιστήμη. Ας θίξουμε τώρα το ιστορικά αναπόφευκτο «κόστος παραγωγής», που συνδέεται με τον ιδεαλισμό της εγελιανής αντίληψης της νόησης, και τα μειονεκτήματα της εγελιανής λογικής, που δεν μας επιτρέπουν να δεχτούμε την αντίληψή του ως όλο και που είναι δυνατό να ξεπεραστούν μόνο με την ανάπτυξη της υλιστικής φιλοσοφίας.

Ιστορικά τα πράγματα αναπτύχθηκαν με τέτοιο τρόπο, ώστε ο πρώτος που μίλησε σοβαρά στη Γερμανία για το «κόστος παραγωγής» του εγελιανού ιδεαλισμού ήταν ο Φόιερμπαχ.

Όπως κάθε υλιστής ο Φόιερμπαχ καταπολέμησε τη δυϊστική αντιπαράθεση της νόησης στο Είναι σαν την πρώτη αρχή της φιλοσοφίας. Γι’ αυτό στην πορεία των συλλογισμών του, αναπαρήγαγε φυσιολογικά τα αποφασιστικά επιχειρήματα του Σπινόζα εναντίον του καρτεσιανού δυϊσμού. Η αλήθεια είναι ότι μια τέτοια κατεύθυνση στην πολεμική πρέπει να βρεθεί με τη βοήθεια της ανάλυσης, αφού ο Φόιερμπαχ είχε υπόψη του όχι μόνο το δυϊσμό σε κείνη την καθαρή μορφή, με την οποία εκφράστηκε από τον Καντ, αλλά και τη φιλοσοφία του Φίχτε, του Σέλιγκ και του Χέγκελ, δηλαδή τη συστηματική προσπάθεια για υπερνίκηση του δυϊσμού «από τα δεξιά», με τη μορφή του ιδεαλιστικού μονισμού. Ο Φόιερμπαχ, ωστόσο, αγωνίστηκε να δείξει, ότι η υπέρβαση του δυϊσμού σ’ αυτή την περίπτωση, παραμένει αναπόφευκτα εικονική, τυπική και λεκτική και ότι ο ιδεαλισμός γενικά δεν επιχειρεί και δεν μπορεί να επιχειρήσει τίποτε εναντίον των βασικών προϋποθέσεων του καντιανού συστήματος. Γι’ αυτό στον Σέλιγκ και τον Χέγκελ μελέτησε, πριν απ’ όλα, τον ανυπέρβλητο Καντ. «Η φιλοσοφία του Χέγκελ είναι η κατάργηση της αντίφασης ανάμεσα στη νόηση και το Είναι, όπως εκφράστηκε ιδιαίτερα από τον Καντ, αλλά, προσέξτε, πρόκειται για την κατάργησή της... μέσα σ’ ένα στοιχείο, μέσα στη νόηση»[1].

Στην πραγματικότητα η αποκαλούμενη φιλοσοφία της απόλυτης ταυτότητας, ήταν η φιλοσοφία της ταυτότητας της νόησης με τον ίδιο τον εαυτό της. Ανάμεσα στη νόηση και το Είναι έξω από τη νόηση, χαίνει όπως και πρώτα ένα κενό που δεν γεμίζει με τίποτε. Το πρόβλημα φαίνεται να έχει λυθεί, μόνο επειδή στη θέση του πραγματικού Είναι, τοποθετείται παντού το νοητό Είναι, δηλαδή το Είναι με τη μορφή που έχει ήδη εκφραστεί στη νόηση. Γι’ αυτό κάτω από το μεγαλειώδες και βαθυστόχαστο οικοδόμημα της εγελιανής φιλοσοφίας κρύβεται στην πραγματικότητα μια κενή ταυτολογία: σκεφτόμαστε τον κόσμο που μας περιβάλλει έτσι και όπως τον έχουμε στη σκέψη μας.

Έτσι η φιλοσοφία του Σέλιγκ και του Χέγκελ, στην πραγματικότητα, δεν εγκαθίδρυσσε κανενός είδους «απόλυτη» ταυτότητα νόησης και Είναι, επειδή το «Είναι σαν τέτοιο» –το ελεύθερο, ανεξάρτητο και αυθύπαρκτο Είναι, που υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από τη νόηση– απλούστατα δεν λήφθηκε υπόψη, και παράμεινε κάτι εντελώς άϋλο και απροσδιόριστο.

Η θεμελιώδης αρχή του καντιανού δυϊσμού παράμεινε, έτσι, άθικτη. Ο σκεπτόμενος νους θεωρήθηκε ευθύς εξαρχής σαν κάτι το απόλυτα αντίθετο με οτιδήποτε αισθητό, σωματικό, υλικό, σαν ένα ιδιαίτερα άϋλο Είναι, που είναι οργανωμένο καθεαυτό και έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με εγγενείς λογικούς νόμους και σχήματα, σαν κάτι το ανεξάρτητο και αυθύπαρκτο. Η Λογική του Χέγκελ παρουσιάζει επίσης τη νόηση σαν δραστηριότητα ενός τέτοιου υπερφυσικού και εξωφυσικού υποκειμένου, που μετά είναι υποχρεωμένο να συνάψει απ’ έξω ιδιαίτερες σχέσεις «διαμεσολάβησης» με τη Φύση και τον άνθρωπο, για να τους διαμορφώσει κατ’ εικόνα και ομοίωσή του.

Μια τέτοια παρουσίαση του σκεπτόμενου νου, αναγκαστικά προϋποθέτει, επιπρόσθετα, ότι η Φύση και ο άνθρωπος σαν «αντίθετα» του νου, ή του πνεύματος, ως αντικείμενο και υλικό της μορφοποιητικής του δραστηριότητας, περιγράφονται σαν κάτι αυτό καθεαυτό άμορφο και παθητικό. Μόνο σαν αποτέλεσμα της διαπλαστικής δραστηριότητας του σκεπτόμενου πνεύματος, η Φύση και ο άνθρωπος γίνονται αυτό που είναι και αποκτούν όλες τις γνωστές συγκεκριμένες μορφές. Επιπλέον, με τη μορφή προϊόντος της δραστηριότητας του πνεύματος δεν απεικονίζεται στην πραγματικότητα τίποτε άλλο από την εμπειρικά προφανή κατάσταση πραγμάτων στον πραγματικό κόσμο, ενώ όλη η περίπλοκη «μαγεία της διαμεσολάβησης» χρησίμευσε για άλλη μια φορά απλώς σαν «θεϊκό δώρο» για να επιστραφούν στον άνθρωπο και στη Φύση οι ίδιοι εκείνοι προσδιορισμοί, που τους είχαν προηγούμενα στερηθεί με την πράξη της αφαίρεσης. Δίχως μια τέτοια προκαταρκτική «καταλήστευση» της Φύσης και του ανθρώπου, η πνευματοκρατική φιλοσοφία δεν θα μπορούσε να αποδόσει στο σκεπτόμενο πνεύμα ούτε έναν ισχνό προσδιορισμό.

Σε μια τέτοια ερμηνεία του προβλήματος της σχέσης νόησης και Είναι, ο Φόιερμπαχ είδε πριν από όλα μια σχολαστικά μεταμφιεσμένη και «λογικευμένη» θεολογία. Το απόλυτο σκεπτόμενο πνεύμα της πνευματοκρατίας, όπως ο βιβλικός θεός, είναι μια φανταστική ύπαρξη, που κατασκευάστηκε από προσδιορισμούς, οι οποίοι αλλοτριώθηκαν από τον άνθρωπο με την πράξη της αφαίρεσης. Στην ουσία η νόηση για την οποία γίνεται λόγος στην ελεγιανή λογική είναι η ανθρώπινη νόηση, αλλά που αφαιρέθηκε από τον άνθρωπο και του αντιπαρατέθηκε με την ιδιότητα ενός ιδιαίτερου όντος, που βρίσκεται έξω απ’ αυτόν.

Ξεκινώντας από μια τέτοια γενικά και εντελώς ορθή αντίληψη των ριζικών σφαλμάτων του εγελιανού ιδεαλισμού (και μ’ αυτό τον τρόπο του ιδεαλισμού γενικά, γιατί το εγελιανό σύστημα αποτελεί την πιο συνεπή έκφραση της ιδεαλιστικής άποψης), ο Φόιερμπαχ επανεξέτασε την ίδια την τοποθέτηση του προβλήματος της σχέσης νόησης-Είναι. Δεν είναι δυνατό, λέει ο Φόιερμπαχ, να ρωτάμε για το πως η «νόηση γενικά» σχετίζεται με το «Είναι γενικά», επειδή εδώ ήδη υποτίθεται, ότι η νόηση εξετάζεται με την αποξενωμένη από τον άνθρωπο μορφή της, σαν κάτι αυτοτελές, που αντιτίθεται στο Είναι εξωτερικά. Αλλά το Είναι, εφόσον το αντιλαμβανόμαστε όχι όπως ο Χέγκελ, δηλαδή όχι σαν αφηρημένη λογική κατηγορία, όχι σαν Είναι στη νόηση, αλλά σαν πραγματικό, αισθητηριακό αντικειμενικό κόσμο της Φύσης και του ανθρώπου, ήδη περικλείει μέσα του και τη νόηση. Το Είναι περιλαμβάνει όχι μόνο τις πέτρες, τα δένδρα και τα άστρα, αλλά και το σκεπτόμενο σώμα του ανθρώπου.

Έτσι, αν φαντάζεται κανείς το Είναι σαν κάτι που στερείται νόησης, σημαίνει πως το φαντάζεται λανθασμένα και πως αποκλείει από αυτό προκαταβολικά τον άνθρωπο, που είναι ικανός να σκέπτεται. Και αυτό σημαίνει ότι στερείς το Είναι από ένα από τα σπουδαιότερα «κατηγορήματα» του και ότι το σκέφτεσαι με «τρόπο ατελή». Ο παραπάνω συλλογισμός επαναλαμβάνει την πορεία της σκέψης του Σπινόζα και αποτελεί την αναπτυγμένη ερμηνεία και τη μετάφραση της στη γλώσσα μιας πιο σύγχρονης φιλοσοφικής ορολογίας.

Επομένως όλο το ζήτημα ανάγεται στη λύση του προβλήματος, αν γενικά μπορούμε να αποσπάσουμε τη νόηση από τον άνθρωπο, σαν υλικό, αισθητά αντικειμενικό ον, και να την ακινητοποιήσουμε και να την θεωρήσουμε ευθύς εξαρχής σαν κάτι αυτοτελές, σε αντίθεση με καθετί το σωματικό, αισθητό και υλικό ή μήπως τη νόηση πρέπει να την δούμε σαν ιδιότητα («κατηγόρημα») αναπόσπαστη από τον άνθρωπο. Σαν αποφασιστικό επιχείρημα υπέρ του υλισμού ο Φόιερμπαχ θεώρησε τα επιχειρήματα της φυσιογνωσίας, της ιατρικής και της φυσιολογίας. Ο υλισμός, που στηρίζεται στην ιατρική, ήταν επίσης το υπομόχλιο του «Αρχιμήδη» στη «διαμάχη μεταξύ του υλισμού και της πνευματοκρατίας, γιατί σε τελευταία ανάλυση πρόκειται εδώ όχι για το αν διαιρείται ή όχι η ύλη, αλλά για το αν διαιρείται ή όχι ο άνθρωπος, όχι για το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει θεός, αλλά το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει ο άνθρωπος, όχι για το ζήτημα της αιωνιότητας ή της προσωρινότητας της ύλης, αλλά της αιωνιότητας και της προσωρινότητας του ανθρώπου, όχι για το ζήτημα της ύλης, που είναι διασκορπισμένη έξω από τον άνθρωπο στον ουρανό και στη γη, αλλά της ύλης, που είναι συγκεντρωμένη στο ανθρώπινο κρανίο. Με λίγα λόγια η διαμάχη αυτή, αν διεξάγεται λογικά, αφορά μόνο το κεφάλι του ανθρώπου. Αυτό και μόνο αυτό αποτελεί την πηγή και τον τελικό σκοπό αυτής της διαμάχης» [2].

Ο Φόιερμπαχ θεώρησε ότι μόνο έτσι το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας τοποθετείται στο γερό έδαφος των γεγονότων και, φυσικά, λύνεται υπέρ του υλισμού.

Νόηση είναι η πραγματική λειτουργία του ζωντανού εγκεφάλου, και είναι αδιαχώριστη από την ύλη του εγκεφάλου. Αν έχουμε υπόψη μας την ύλη του εγκεφάλου, τότε είναι γενικά εντελώς γελοίο να ρωτούμε πώς «συνδέεται» μ’ αυτήν η νόηση, πώς το ένα συνδέεται με το άλλο, και το «διαμεσολαβεί», επειδή απλούστατα εδώ δεν υπάρχει «το ένα» και «το άλλο», υπάρχει ένα και το αυτό πράγμα: το πραγματικό Είναι του ζωντανού εγκεφάλου είναι επίσης η νόηση, και η πραγματική νόηση είναι το Είναι του ζωντανού εγκεφάλου.

Το γεγονός αυτό, εκφρασμένο με φιλοσοφικές κατηγορίες, αποκαλύπτει «την άμεση ενότητα της ψυχής και του σώματος, που δεν δέχεται κανένα κρίκο ανάμεσα τους, και δεν αφήνει χώρο για διάκριση ή ακόμα κοντράστ ανάμεσα σε υλικό και άϋλο Είναι, και κατά συνέπεια είναι το σημείο όπου η ύλη σκέπτεται και το σώμα είναι πνεύμα, και αντίστροφα το πνεύμα είναι σώμα και η νόηση είναι ύλη...»[3]. Η «ταυτότητα» της νόησης και του Eίναι κατανοημένη μ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει επίσης (σύμφωνα με τον Φόιερμπαχ) να αποτελεί αξίωμα της αληθινής φιλοσοφίας, δηλαδή ένα γεγονός που δεν απαιτεί σχολαστικές αποδείξεις και «διαμεσολαβήσεις».

Ο Φόιερμπαχ δεν κατηγορεί τους Σέλιγκ και Χέγκελ επειδή γενικά αναγνωρίζουν την ενότητα («ταυτότητα») της νόησης και του Eίναι στον σκεπτόμενο άνθρωπο, αλλά επειδή προσπάθησαν να την παραστήσουν σαν την τελική ενότητα αντίθετων, σαν προϊόν συνένωσης ενός άϋλου σκεπτόμενου πνεύματος με τη μη σκεπτόμενη σάρκα. Έτσι τους κατηγορεί για το ότι προσπάθησαν να συγκολλήσουν την εικόνα ενός πραγματικού γεγονότος από δυό εξίσου απατηλές αφαιρέσεις, για το ότι προχωρούν από την πλάνη στο γεγονός και από τις αφαιρέσεις στην πραγματικότητα.

Ο υλιστής, βεβαίωνε ο Φόιερμπαχ, πρέπει να ακολουθήσει ακριβώς τον αντίθετο δρόμο, παίρνοντας σαν αφετηρία το άμεσα δοσμένο γεγονός, για να εξηγήσει από αυτό την εμφάνιση των απατηλών αφαιρέσεων, που οι ιδεαλιστές άκριτα τις εκλαμβάνουν για γεγονότα. Ο Σέλιγκ και ο Χέγκελ ξεκίνησαν από τη θέση της αρχικής αντίθεσης της άϋλης σκέψης και της σάρκας δίχως σκέψη, για να καταλήξουν στην ενότητα των αντιθέτων. Αυτός είναι ο λανθασμένος δρόμος της πνευματοκρατίας. Ο υλιστής πρέπει να ξεκινήσει από την πραγματική, άμεση ενότητα (το αδιαίρετο) του ανθρώπινου ατόμου, για να κατανοήσει και να δείξει, πως και γιατί στο κεφάλι αυτού του ατόμου δημιουργείται η πλάνη για μια φανταστική αντίθεση της νόησης και του σωματικού Eίναι.

Συνεπώς, η πλάνη για την αντίθεση του σκεπτόμενου πνεύματος και της σάρκας γενικά είναι ένα καθαρά υποκειμενικό γεγονός, που υπάρχει μόνο στο κεφάλι του ανθρώπινου ατόμου, γεγονός καθαρά ψυχολογικό. Η πλάνη αυτή γεννήθηκε από μια εντελώς φυσική αιτία, και συγκεκριμένα επειδή ο σκεπτόμενος εγκέφαλος είναι το ίδιο υλικό και αισθητηριακό όργανο, όπως και οποιοδήποτε άλλο όργανο του ανθρώπου.

Εδώ παρατηρείται η ίδια κατάσταση, όπως και με το μάτι, το όργανο της όρασης. Αν με τη βοήθεια του ματιού βλέπω τα άστρα, είναι αυτονόητο ότι δεν μπορώ ταυτόχρονα να βλέπω το ίδιο το μάτι, και αντίθετα, αν θέλω να εξετάσω το μάτι, έστω και στον καθρέφτη, είμαι υποχρεωμένος να τραβήξω τη ματιά μου από τα άστρα. Γενικά η όραση θα ήταν αδύνατη, αν μαζί με το αντικείμενο μου ήταν ορατές και όλες οι λεπτομέρειες του μηχανισμού του ίδιου του ματιού, όλες οι εσωτερικές υλικές συνθήκες, με το διάμεσο των οποίων πραγματοποιείται η όραση. Με τον ίδιο τρόπο και «ο εγκέφαλος δεν θα μπορούσε να σκέπτεται, αν κατά τη διαδικασία της νόησης γίνονταν αντικείμενα της συνείδησης, το οργανικό θεμέλιο και οι όροι της νόησης»[4], δηλαδή οι ίδιες εκείνες υλικές δομές και διαδικασίες, μέσω των οποίων πραγματοποιείται η νόηση στο σώμα του εγκεφάλου. Σαν δομές, αυτές γίνονται αντικείμενα μόνο για τη φυσιολογία και την ανατομία. Ο εγκέφαλος σαν όργανο της νόησης είναι προσαρμοσμένος δομικά και λειτουργικά έτσι, ώστε να πραγματοποιεί δραστηριότητα η οποία στρέφεται προς τα εξωτερικά αντικείμενα, για να σκέπτεται όχι για τον εαυτό του, αλλά για το άλλο, για το αντικειμενικό. Και είναι τελείως φυσικό, ότι «στη ζέστη της δραστηριότητας του (opus fervet) , η οποία κατευθύνεται στο αντικείμενό του, το όργανο χάνει τον εαυτό του, ξεχνά τον εαυτό του και αρνιέται τον εαυτό του»[5]. Από δω, επίσης, αναδύεται η πλάνη για την πλήρη ανεξαρτησία της νόησης από καθετί σωματικό, υλικό και αισθητό, περιλαμβανομένου και του εγκεφάλου.

Όμως εννοείται, ότι η πλάνη δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ του ιδεαλισμού. Αυτή καθαυτή και στο πείσμα αναπόφευκτων αυταπατών, η νόηση παραμένει πάντοτε υλική δραστηριότητα ενός υλικού οργάνου, μιας υλικής διαδικασίας. «... Ότι για μένα, ή υποκειμενικά, είναι καθαρά πνευματική, άϋλη και μη αισθητηριακή πράξη, αυτό καθαυτό, ή αντικειμενικά είναι υλική και αισθητηριακή πράξη»[6]. «... Στην εγκεφαλική πράξη, σαν ανώτατη πράξη, η αυθαίρετη, υποκειμενική, πνευματική δραστηριότητα και η ακούσια, αντικειμενική υλική δραστηριότητα είναι ταυτόσημες και μη διακρίσιμες»[7].

Έτσι, η λογική της πάλης εναντίον του δυϊσμού και της πνευματοκρατίας, υποχρέωσε άμεσα τον Φόιερμπαχ να διατυπώσει, στην ουσία, μια διαλεκτική θέση και να αναγνωρίσει, ότι ο ζωντανός σκεπτόμενος εγκέφαλος αποτελεί ένα «αντικείμενο», στο οποίο ταυτίζονται άμεσα δυό αντίθετα: η νόηση και το αισθητά αντικειμενικό Είναι, το σκεπτόμενο και το νοητό, το ιδεατό και το πραγματικό, το πνευματικό και το υλικό, το υποκειμενικό και το αντικειμενικό. Ο σκεπτόμενος εγκέφαλος είναι το ιδιόμορφο «αντικείμενο», που στις φιλοσοφικές κατηγορίες μπορεί να εκφραστεί σωστά μόνο με την άμεση ταύτιση αλληλοαποκλειόμενων προσδιορισμών, μέσα από μια θέση, που περικλείει την άμεση ενότητα, δηλαδή την ταυτότητα αντίθετων κατηγοριών.

Είναι αλήθεια, ότι ο Φόιερμπαχ, μη έχοντας αφομοιώσει τη διαλεκτική στη γενική μορφή της, ταλαντεύεται συχνά, παραδεχόμενος προσδιορισμούς που αμέσως πρέπει να διορθώσει, να συμπληρώσει και να ανασκευάσει. Έτσι, τελικά, η έκθεση του γίνεται κάπως ομιχλώδης και διφορούμενη, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια.

Ακριβώς επειδή η νόηση αποτελεί υλική διαδικασία και υλική δραστηριότητα ενός υλικού οργάνου, που κατευθύνεται σε υλικά αντικείμενα, τα προϊόντα αυτής της δραστηριότητας (σκέψεις) μπορούμε να τα συσχετίσουμε, να τα συγκρίνουμε και να τα αντιπαραβάλουμε με «πράγματα καθαυτά», με πράγματα έξω από τη νόηση, πράγμα που κάθε άνθρωπος το κάνει στο κάθε του βήμα, δίχως τη βοήθεια της μεσολαβητικής δραστηριότητας του θεού ή του απόλυτου πνεύματος. Οι έννοιες και οι εικόνες υπάρχουν στον ίδιο χώρο και στον ίδιο χρόνο, όπως και τα πραγματικά αντικείμενα. Και ένα και το αυτό υποκείμενο και σκέπτεται και αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του τον γύρω κόσμο, είναι το ανθρώπινο άτομο, το ίδιο εκείνο άτομο, που ζει πραγματικά και υπάρχει με την ιδιότητα του αισθητά αντικειμενικού όντος. Στην ενότητα (το αδιαίρετο) αυτού του υποκειμένου αντιστοιχεί η ενότητα (το αδιαίρετο) του αντικειμένου, του περιβάλλοντος αισθητά αντικειμενικού κόσμου. Τόσο ο σκεπτόμενος και αισθητηριακά ενατενίζων άνθρωπος, που είναι ένα και το αυτό άτομο και όχι δύο διαφορετικά όντα, που εναρμονίζουν τις αμοιβαίες τους σχέσεις με τη βοήθεια του θεού ή του απόλυτου πνεύματος, έτσι και ο νοητός αφ’ ενός και αισθητηριακά ενατενιζόμένος κόσμος αφ’ ετέρου, είναι επίσης ένας και ο αυτός κόσμος (δηλαδή ο πραγματικός κόσμος) και όχι δύο διαφορετικοί κόσμοι, μεταξύ των οποίων θα έπρεπε να αναζητούμε μιαν ιδιαίτερη δίοδο ή γέφυρα, με τη μεσολάβηση κάποιας θείας αρχής.

Γι’ αυτό οι νοητικοί προσδιορισμοί του κόσμου (λογικοί προσδιορισμοί) είναι άμεσα και αυθόρμητα προσδιορισμοί του κόσμου που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις. Και είναι παράλογο να ρωτάμε, σε ποια ιδιαίτερη σχέση βρίσκεται το σύστημα των λογικών προσδιορισμών με τον αισθητηριακά δοσμένο κόσμο, με τον κόσμο της εποπτείας και της παράστασης. Ένα λογικό σύστημα δεν είναι τίποτε άλλο από έκφραση του προσδιορίσιμου του κόσμου που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις. Επινοημένη και φανταστική μας φαίνεται και η ερώτηση για τη σχέση του λογικού με τη μεταφυσική. Τέτοια σχέση δεν υπάρχει, γιατί η λογική και η μεταφυσική είναι αυθόρμητα και άμεσα ένα και το αυτό. Οι καθολικοί προσδιορισμοί του κόσμου και της νόησης (λογικοί προσδιορισμοί, κατηγορίες) δεν είναι άλλο, από έκφραση του αφηρημένου, καθολικού προσδιορισμού των πραγμάτων που δίδονται από την εποπτεία, επειδή και η νόηση και η εποπτεία έχουν να κάνουν με έναν και τον αυτό πραγματικό κόσμο.

Κι αν με τον όρο λογική δεν εννοούμε μια συλλογή κανόνων για τη μελέτη της νόησης, αλλά την επιστήμη των νομοτελειών ανάπτυξης της πραγματικής νόησης, τότε με την έννοια της λογικής μορφής πρέπει να εννοούμε όχι τις αφηρημένες μορφές των προτάσεων και των εκφράσεων, αλλά τις αφηρημένες γενικές μορφές του πραγματικού περιεχομένου της νόησης, δηλαδή του πραγματικού κόσμου που δίδεται στον άνθρωπο διαμέσου των αισθήσεων. «Γι’ αυτό οι λεγόμενες λογικές μορφές κρίσεων και συμπεράσματος δεν αποτελούν ενεργητικές νοητικές μορφές, ούτε αιτιακές συνθήκες του λόγου. Αυτές προϋποθέτουν μεταφυσικές έννοιες της καθολικότητας, της μοναδικότητας και της μερικότητας, του όλου και του μέρους, προϋποθέτουν τις έννοιες της αναγκαιότητας, της θεμελίωσης και της συνέπειας και είναι νοητές μόνο μέσω αυτών των εννοιών. Συνεπώς αποτελούν παράγωγες, και όχι πρωταρχικές νοητικές μορφές. Μόνο οι μεταφυσικές συνθήκες ή σχέσεις αποτελούν λογικές σχέσεις, –μόνο η μεταφυσική, ως επιστήμη των κατηγοριών, αποτελεί πραγματική εσωτερική λογική– αυτή είναι η βαθύτερη σκέψη του Χέγκελ. Οι λεγόμενες λογικές μορφές δεν είναι παρά αφηρημένες, στοιχειώδεις μορφές ομιλίας. Αλλά η ομιλία δεν είναι νόηση, επειδή διαφορετικά οι μεγαλύτεροι φαφλατάδες έπρεπε να είναι και οι μεγαλύτεροι στοχαστές»[8].

Έτσι ο Φόιερμπαχ συμφωνεί πλήρως με τον Χέγκελ, στο ότι οι λογικές μορφές και νομοτέλειες είναι απόλυτα ταυτόσημες με τις μεταφυσικές, παρόλο που είδε την αιτία και το θεμέλιο αυτής της κατάστασης τελείως διαφορετικά από ό,τι ο ιδεαλιστής Χέγκελ. Εδώ έχουμε μια καθαρά εκφρασμένη υλιστική ερμηνεία της αρχής της ταυτότητας των νόμων και των μορφών της νόησης και του Είναι. Από υλιστική άποψη αυτό σημαίνει ότι οι λογικές μορφές και τα πρότυπα δεν είναι τίποτε άλλο από πραγματοποιημένες καθολικές μορφές και πρότυπα του Είναι, του πραγματικού κόσμου, που αισθητηριακά δίδεται στον άνθρωπο.

Γι’ αυτό το λόγο οι νεοκαντιανοί τύπου Μπέρνσταϊν αποκαλούσαν το συνεπή υλισμό πνευματοκρατία (σπιριτουαλισμό) από την ανάποδη. Ωστόσο η ερμηνεία του Φόιερμπαχ για την ταυτότητα της νόησης και του Είναι παραμένει ορθή και αναμφισβήτητη για οποιοδήποτε υλιστή, μαζί και το μαρξιστή, αλλά φυσικά μόνο στην πιο γενική μορφή, όσον καιρό γίνεται λόγος για τα θεμέλια της λογικής και της θεωρίας της γνώσης και όχι για τις λεπτομέρειες της γνώσης που οικοδομήθηκε πάνω σ’ αυτά τα θεμέλια. Και εφόσον παραπέρα ο Φόιερμπαχ άρχισε μια ειδικά ανθρωπολογική συγκεκριμενοποίηση των γενικών αληθειών του υλισμού, στην έκθεση του εμφανίζονται συλλογισμοί, που είναι σαφώς αδύνατοι όχι μόνο σε σύγκριση με τη μαρξιστικό-λενινιστική λύση του προβλήματος, αλλά ακόμη και σε σύγκριση με την αντίληψη του Σπινόζα. Αυτοί ακριβώς έδωσαν σε συνέχεια αφορμή στους χυδαίους υλιστές, στους θετικιστές, ακόμη και στους νεοκαντιανούς να θεωρήσουν τον Φόιερμπαχ σαν πρόδρομο και –αν και όχι ως το τέλος συνεπή– σύμμαχό τους.

Μια κάπως λεπτομερέστερη ανάλυση της ιδιομορφίας της φοϊερμπαχικής ερμηνείας της ταυτότητας της νόησης και του Είναι, παρουσιάζει ενδιαφέρον για δύο λόγους. Πρώτον επειδή είναι υλισμός και δεύτερο επειδή είναι υλισμός χωρίς διαλεκτική.

Ο υλισμός στην προκείμενη περίπτωση έγκειται στην κατηγορηματική αναγνώριση του γεγονότος ότι η νόηση αποτελεί τρόπο πραγματικής ύπαρξης του υλικού σώματος, δραστηριότητα του σκεπτόμενου σώματος στον πραγματικό χώρο και χρόνο. Παραπέρα ο υλισμός προβάλει στην αναγνώριση της ταυτότητας του κόσμου που κατανοούμε με τη νόηση και με τις αισθήσεις. Τέλος, ο υλισμός του Φόιερμπαχ εκφράζεται στο γεγονός, ότι σαν υποκείμενο της νόησης αναγνωρίζεται ο ίδιος άνθρωπος, που ζει στον πραγματικό κόσμο και όχι ένα ιδιαίτερο ον που βρίσκεται έξω από τον κόσμο, που θεάται και αντιλαμβάνεται τον κόσμο «απ’ έξω». Όλα αυτά αποτελούν αξιωματικές θέσεις του υλισμού γενικά, επομένως και του διαλεκτικού υλισμού.

Σε τί συνίσταται τότε η αδυναμία της θέσης του Φόιερμπαχ; Γενικά και συνολικά πρόκειται για τις ίδιες ακριβώς αδυναμίες του προ-μαρξιστικού υλισμού και πριν από όλα για τη μη κατανόηση του ρόλου της πρακτικής δραστηριότητας σαν δραστηριότητας που αλλάζει τη Φύση. Και ο Σπινόζα είχε υπόψη του μόνο την κίνηση του σκεπτόμενου σώματος σύμφωνα με τις περιμέτρους των φυσικών σωμάτων και άφησε να του ξεφύγει κείνη η στιγμή, που ο Φίχτε πρόβαλε εναντίον του Σπινόζα (και μ’ αυτό τον τρόπο γενικά εναντίον όλης της μορφής του υλισμού που αντιπροσώπευε αυτός), συγκεκριμένα, ότι ο άνθρωπος (το σκεπτόμενο σώμα) κινείται όχι πάνω σε έτοιμες μορφές και περιγράμματα που δίδονται από τη Φύση, αλλά δημιουργεί ενεργητικά νέες μορφές, που δεν υπάρχουν στη Φύση, και κινείται παράλληλα μ’ αυτές, υπερνικώντας την «αντίσταση» του εξωτερικού κόσμου.

«Το κύριο μειονέκτημα όλου του προηγούμενου υλισμού (περιλαμβανομένου και του υλισμού του Φόιερμπαχ) είναι ότι το αντικείμενο, η πραγματικότητα, ότι αντιλαμβανόμαστε διαμέσου των αισθήσεών μας, νοείται μόνο με τη μορφή αντικείμενου ή ενατένισης, και όχι ως αισθητηριακή ανθρώπινη δραστηριότητα, ως πράξη, όχι υποκειμενικά. Γι’ αυτό ο ιδεαλισμός σε αντίθεση με τον υλισμό ανάπτυξε τη δρώσα πλευρά –μα μονάχα αφηρημένα, γιατί ο ιδεαλισμός δεν γνωρίζει φυσικά την πραγματική αισθητηριακή δραστηριότητα σαν τέτοια. Ο Φόιερμπαχ θέλει να ασχολείται με αισθητικά αντικείμενα, όντως διαφορετικά από τα αντικείμενα, της νόησης, αλλά την ίδια την ανθρώπινη δραστηριότητα την εκλαμβάνει όχι σαν αντικειμενική δραστηριότητα»[9].

Από δω προκύπτει, ότι ο άνθρωπος (το υποκείμενο της γνώσης) θεωρείται ως η παθητική πλευρά της σχέσης αντικειμένου-υποκειμένου, σαν προσδιοριζόμενο μέλος της αμοιβαίας αυτής σχέσης. Επιπλέον ο άνθρωπος αποσπάται εδώ από το σύμπλεγμα των κοινωνικών σχέσεων και μετατρέπεται σε ένα απομονωμένο άτομο. Γι’ αυτό η σχέση άνθρωπος-περιβάλλον ερμηνεύεται ως σχέση του ατόμου με όλα τα υπόλοιπα, με καθετί που βρίσκεται έξω από τον ατομικό εγκέφαλο και υπάρχει ανεξάρτητα απ’ αυτόν. Αλλά έξω από το άτομο και ανεξάρτητα από τη βούληση και τη συνείδησή του υπάρχει όχι μόνο η Φύση, αλλά και το κοινωνικό-ιστορικό περιβάλλον, ο κόσμος των πραγμάτων, που δημιουργήθηκαν από την ανθρώπινη εργασία και το σύστημα των σχέσεων του ανθρώπου με τον άνθρωπο, που διαμορφώνονται στην πορεία της εργασίας. Με άλλα λόγια έξω από το άτομο βρίσκεται όχι μόνο η Φύση καθεαυτή, αλλά και η εξανθρωπισμένη Φύση που έχει μεταβληθεί από την εργασία. Για τον Φόιερμπαχ ο γύρω κόσμος, που δίδεται με την εποπτεία ή την ενατένιση, εκλαμβάνεται σαν το αφετηριακό σημείο, και οι προϋποθέσεις του δεν εξετάζονται.

Γι’ αυτό, όταν τίθεται στον Φόιερμπαχ το πρόβλημα για το πού και πότε ο άνθρωπος (το σκεπτόμενο σώμα) βρίσκεται σε άμεση ενότητα (επαφή) με το περιβάλλον αυτός απαντά: στην εποπτεία, στην ατομική ενατένιση, μιας και στο νου του είχε πάντα το άτομο. Εδώ βρίσκεται η ρίζα όλων των αδυναμιών του, γιατί με την ενατένιση δίδεται πάντοτε στο άτομο το προϊόν της δραστηριότητας άλλων ατόμων, που δρουν αμοιβαία μεταξύ τους στη διαδικασία της παραγωγής της υλικής ζωής, εκείνες οι ιδιότητες και οι μορφές της Φύσης, που προηγούμενα έχουν μετατραπεί σε ιδιότητες και μορφές της δραστηριότητας του ανθρώπου, αντικείμενο και προϊόν της. «Η Φύση σαν τέτοια», που ο Φόιερμπαχ επιθυμεί να «ενατενίσει», στην πραγματικότητα βρίσκεται έξω από το οπτικό του πεδίο, γιατί αυτή η Φύση, «η Φύση που προηγήθηκε της ανθρώπινης ιστορίας δεν είναι με κανένα τρόπο η Φύση μέσα στην οποία ζει ο Φόιερμπαχ, ούτε υπάρχει πλέον σήμερα πουθενά, (εκτός ίσως από ορισμένα κοραλλιογενή νησιά της Αυστραλίας που σχηματίστηκαν πρόσφατα), και επομένως, δεν υπάρχει για τον Φόιερμπαχ» [10].

Ο Φόιερμπαχ αποσπάται και από τις πραγματικές πολύπλοκες κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, από τον καταμερισμό της εργασίας, που «αλλοτρίωσε» τη νόηση (με τη μορφή της επιστήμης) από την πλειονότητα των ατόμων και την μετάτρεψε σε δύναμη που υπάρχει έξω και ανεξάρτητα απ’ αυτά. Να γιατί στην εγελιανή αποθέωση της νόησης (δηλαδή της επιστήμης) δεν βλέπει τίποτε άλλο από κάποια τροποποίηση των θρησκευτικών αυταπατών.

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στους Διάφορους Συγγραφείς
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
——————

[1]. Ludwig Feuerbach: Vorlaufige Thesen zur Reform der Philosophie. In: Kleinere Schriften II (1839-1846) (Berlin, 1970) p. 257.

[2]. Ludwig Feuerbach: Uber Spiritualismus und Materialismus. In: Kleinere Schriften IV (Berlin, 1972). p. 125.

[3]. Ludwig Feuerbach: Ibid., pp. 152-153.

[4]. Ludwig Feuerbach: In: Kleinere Schriften IV, p. 123.

[5]. Ludwig Feuerbach: Ibid., p. 124.

[6]. Ludwig Feuerbach: Wider den Dualismus von Leib und Seele, Fleisch und Geist. In: Kleinere Schriften III (Berlin, 1971) p. 125.

[7]. Ludwig Feuerbach: Ibid., p. 125.

[8]. Ludwig Feuerbach: Zur Kritik der Hegelschen Philosophie (Berlin, 1955), p. 35.

[9]. Karl Marx and Friderick Engels: Theses on Feuerbah.

[10]. Karl Marx and Friderick Engels: The German Ideologie, p. 37.