Γράφτηκε και Δημοσιεύτηκε : το Μαρτη του 1990
Πηγή: στον «Μηνιάτικο Μαρξιστή» – Περιοδικό του Μαρξιστικού Κόμματος Αγγλίας
Μετάφραση - Επιμέλεια: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, 2 Ιούνη 2009
«Όποιος έχει κάπως γνωρίσει τα έργα της φιλοσοφίας, θα ξέρει το δίχως άλλο ότι δύσκολα θα βρεθεί έστω και ένας σύγχρονος καθηγητής της φιλοσοφίας (και της θεολογίας), που να μην καταπιάστηκε ν’ αναιρέσει άμεσα ή έμμεσα τον υλισμό. Εκατοντάδες και χιλιάδες φορές διακήρυξαν ότι ο υλισμός έχει αναιρεθεί και όμως εξακολουθούν και σήμερα, για εκατοστή πρώτη και χιλιοστή φορά, να τον αναιρούν», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 18, Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, σελ.13).
Οι ρεβιζιονιστές ενάντια στους οποίους ο Λένιν έγραψε το μεγαλύτερο έργο του πάνω στην υλιστική διαλεκτική, το Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, είταν οπαδοί του Ερνστ Μαχ και του Ριχάρδου Αβενάριους.
Ισχυρίζονταν ότι έχουν απορρίψει τον υλισμό στο όνομα της «φιλοσοφίας των φυσικών επιστημών του 20ου αιώνα». Εκεί βρισκόταν η απήχηση τους και ο κίνδυνος των προσποιήσεων τους. Η μέθοδος είταν πέρα για πέρα υποκειμενικός ιδεαλισμός, όπως μπόρεσε ν’ αποδείξει ο Πλεχάνοφ. Αλλά αποδείχνοντας τον υποκειμενικό ιδεαλισμό τους, συγκρίνοντας τα γραπτά τους μ’ αυτά των Μαρξ κι Έγκελς, όπως έκανε ο Πλεχάνοφ, δεν είταν με κανένα τρόπο επαρκές. Δεν πλησίασε καθόλου στο κεντρικό ζήτημα που έπρεπε ν’ απαντηθεί αν επρόκειτο ν’ αποδειχθεί η εντελώς αντιδραστική φύση του εμπειριοκριτικισμού. Ο Λένιν προσδιορίζει το ζήτημα ως εξής:
«Μας είναι αδύνατο να πάρουμε στα χέρια μας οποιαδήποτε εργασία των μαχιστών ή για το μαχισμό χωρίς να συναντήσουμε παραπομπές με αξίωση στη νέα φυσική, η οποία, κατά τη γνώμη τους, έχει ανασκευάσει τον υλισμό κτλ., κτλ. Αν οι παραπομπές τους αυτές είναι βάσιμες ή όχι, είναι άλλο ζήτημα, οι δεσμοί όμως της νέας φυσικής ή ακριβέστερα μιας ορισμένης σχολής της νέας φυσικής με το μαχισμό και με άλλες παραλλαγές της σύγχρονης ιδεαλιστικής φιλοσοφίας είναι έξω από κάθε αμφισβήτηση. Το να αναλύει κανείς το μαχισμό αγνοώντας αυτούς τους δεσμούς, όπως κάνει ο Πλεχάνοφ, είναι το ίδιο σαν να χλευάζει το πνεύμα του διαλεχτικού υλισμού, δηλαδή να θυσιάζει τη μέθοδο του Έγκελς σε τούτο ή εκείνο το γράμμα του Έγκελς», (όπ.π., σελ 269).
Το ν’ αναλύσεις τη σύνδεση ανάμεσα στο Μαχισμό και μια συγκεκριμένη σχολή της νέας φυσικής –αυτό είναι το ζήτημα. Το να τεθεί αυτό το ζήτημα είναι να αντιμετωπίσεις τον εχθρό στο ίδιο χωράφι που διεκδικεί για δικό του και στο οποίο θεωρεί τον εαυτό του ισχυρότερο. Αυτό είναι που προτείνει ο Λένιν. Ο Πλεχάνοφ, λέει ο Λένιν, θυσιάζει τη μέθοδο του Έγκελς στο γράμμα του Έγκελς. Σ’ αυτό το επίπεδο οι Μαχιστές χαίρονταν πάρα πολύ να δόσουν τη μάχη. Συγκεντρώνοντας τα πυρά τους πάνω στον Πλεχάνοφ, επιλέγοντας κάθε χαλαρή ή απρόσεκτη διατύπωση, μπορούσαν να ισχυριστούν ότι –ναι πράγματι, η φιλοσοφία τους είταν αντίθετη στο γράμμα του Μαρξ και του Έγκελς, αλλά ότι έμεναν πιστοί στο πνεύμα των ιδρυτών του επιστημονικού σοσιαλισμού. Μήπως δεν είταν οι Μαχιστές οι πρωταθλητές των τελευταίων ανακαλύψεων της νέας φυσικής;
Οι θέσεις των μαχιστών, αν και είταν λαθεμένες και αντιδραστικές δεν στερούνταν κάποιας λογικής. «Αποκαλέστε μας ιδεαλιστές αν θέλετε», θα μπορούσαν να πουν, «αλλά η μέθοδος μας είναι η μέθοδος των μεγαλύτερων επιστημόνων της εποχής». Και είχαν δίκιο. «Το λάθος του Μαχισμού γενικά», έγραψε ο Λένιν, «όπως και της νέας φυσικής των μαχιστών, είναι ότι αγνοεί τη βάση του φιλοσοφικού υλισμού, και τη διάκριση ανάμεσα στο μεταφυσικό υλισμό και τον διαλεκτικό υλισμό»,(όπ.π., σελ. 279).
Οι νέοι φυσικοί κατέφυγαν σε μεταφυσικές υλιστικές κατηγορίες ακίνητες αποτυπώσεις της πραγματικότητας κι έγιναν φιλοσοφικοί ιδεαλιστές. Είμαστε αντιμέτωποι, είπε ο γάλλος φυσικός Πουανκαρέ, με ένα «γενικό αδιέξοδο αρχών». Κι από δω συνάγει ένα τελείως ιδεαλιστικό συμπέρασμα: «Ό,τι δεν είναι σκέψη, είναι καθαρό τίποτα», (όπ.π., σελ. 271).
Έτσι το λάθος των μαχιστών, η πηγή του, βρίσκεται στη φιλοσοφική αμάθεια και ανικανότητα μερικών από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους της σύγχρονης επιστήμης, τους πιο επιφανείς επιστήμονες της εποχής τους, όταν αντιμετώπιζαν τα φιλοσοφικά προβλήματα που αναδύονταν από τις δικές τους ανακαλύψεις. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες αναπτύχθηκε ο ιδεαλισμός και θράφηκε από τις πραγματικές αναπτύξεις της ίδιας της επιστήμης.
Αυτή η αντίφαση είναι κεντρική στο έργο του Λένιν, και ολόκληρος ο Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμό αφιερώνεται στο ν’ ανακαλύψει την ουσία της. Κάθε επιστήμονας, λέει ο Λένιν, «που δεν παραπλανήθηκε από την καθηγητική φιλοσοφία» υποστηρίζει την πρώτη προϋπόθεση και πειθαρχία του φιλοσοφικού υλισμού, δηλαδή ότι «το αίσθημα είναι πράγματι ο άμεσος σύνδεσμος της συνείδησης με τον εξωτερικό κόσμο, είναι η μετατροπή της ενέργειας του εξωτερικού ερεθισμού σε γεγονός συνείδησης», (όπ.π., σελ 45-46).
Επιπλέον αυτή την άποψη έχει όχι μόνο η πλειοψηφία των επιστημόνων, αλλά και η συντριπτική πλειοψηφία της ανθρωπότητας. Ο «απλοϊκός ρεαλισμός», λέει ο Λένιν, «κάθε υγιούς ανθρώπου, που δεν έκανε σε τρελοκομείο ή στη σχολή των ιδεαλιστών φιλοσόφων, είναι ότι τα πράγματα, το περιβάλλον, ο κόσμος υπάρχουν ανεξάρτητα από τα αισθήματα μας, από τη συνείδηση μας, από το Εγώ μας κι από τον άνθρωπο γενικά», (όπ.π., σελ. 66). Ο υλισμός κάνει την «απλοϊκή» πίστη της ανθρωπότητας θεμέλιο της γνωσιοθεωρίας του.
Πώς πρέπει να κατανοηθεί αυτό; Κάθε επιστήμονας στη διαδικασία της έρευνας, της αναζήτησης και του πειράματος, αναγκάζεται να υποταχθεί στην πειθαρχία της επιστήμης του, στην πανίσχυρη πίεση των συσσωρευμένων γεγονότων και στο κύρος των εμπειρικών του δεδομένων. Κυριαρχείται από τα υλικά με τα οποία δουλεύει, κι έτσι με τις υλικές συνθήκες της σκέψης και των νόμων της. Στο βαθμό επομένως που ασχολείται με το δικό του πεδίο της επιστημονικής εργασίας, υιοθετεί τη σκοπιά της υλιστικής θεωρίας της γνώσης.
Επιπλέον, η ίδια η ζωή αναγκάζει την συντριπτική πλειοψηφία της ανθρωπότητας να υιοθετήσει ενστικτωδώς την ανεξάρτητη ύπαρξη των πραγμάτων και των αντικειμένων στον εξωτερικό κόσμο. Θα είταν αδύνατο να διασχίσεις έστω κι ένα δρόμο με ασφάλεια χωρίς να το κάνεις αυτό. Αυτός είναι ο «απλοϊκός ρεαλισμός» κάθε «υγιούς ανθρώπου». (Ο Λένιν δανείζεται τη φράση «απλοϊκός ρεαλισμός» από τον Αβενάριους, και γι’ αυτό την βάζει μέσα σε εισαγωγικά. Για τον Αβενάριους η φράση είναι μια τυπική προσπάθεια από παχιά λόγια, για να πετύχει μια ανεπιτυχή σύνδεση του υλισμού με τον ιδεαλισμό. Ο Λένιν αποκαθάρει τη φράση, δίνοντας της ένα υλιστικό περιεχόμενο).
Είναι όμως τελείως διαφορετικό πράγμα, όταν αυτοί οι ίδιοι επιστήμονες, σκέφτονται, μιλούν ή γράφουν για τ’ αποτελέσματα της δουλιάς τους και του ίδιου του τρόπου που σκέπτονται. Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο τί κάνουν οι επιστήμονες και στο τί σκέφτονται ή γράφουν γι’ αυτά που κάνουν. Εδώ το πρόβλημα αναδύεται όχι μόνο στη φιλοσοφική τους άγνοια γενικά, αλλά ιδιαίτερα στο γεγονός ότι «οι πιο εξέχοντες θεωρητικοί έχουν το μειονέκτημα της πλήρους άγνοιας της διαλεκτικής».
Είταν ακριβώς αυτή η άγνοια που οδήγησε εκπρόσωπους μιας συγκεκριμένης σχολής της νέας φυσικής να συμπεράνουν ότι η ανακάλυψη του ηλεκτρονίου σήμαινε ότι «η ύλη έχει εξαφανιστεί». Η φράση διατυπώθηκε πρώτα από έναν φυσικό, όχι από ένα φιλόσοφο. Αλλά ενώ για τον φυσικό η φράση «η ύλη έχει εξαφανιστεί» είταν μια ιδεαλιστική περιγραφή ενός πραγματικού γεγονότος –μια πραγματική ανακάλυψη και μια πραγματική πρόοδος της γνώσης του φυσικού κόσμου– για τους φιλόσοφους της «φυσικής επιστήμης του 20ου αιώνα», τον Μπογκντάνοφ και άλλους, αυτή η φράση εξυπηρετούσε ένα τελείως διαφορετικό σκοπό.
Γι’ αυτό ο Λένιν έπρεπε να αναλύσει, τις συνδέσεις ανάμεσα στο μαχισμό και τη νέα φυσική. Μπόρεσε, έτσι, να δείξει πως η φράση «η ύλη εξαφανίζεται», για τον φυσικό, είταν μια ανεπαρκής, λαθεμένη, ιδεαλιστική διατύπωση της δικής του υλιστικής πράξης στην ανακάλυψη του ηλεκτρονίου και στη παρατήρηση της συμπεριφοράς του. Επομένως ο Λένιν μπόρεσε να αφαιρέσει το λογικό πυρήνα από το ιδεαλιστικό του περίβλημα, ως εξής: «“Η ύλη εξαφανίζεται” σημαίνει ότι εξαφανίζεται το όριο εκείνο ίσαμε το οποίο γνωρίζαμε ως τα τώρα την ύλη και η γνώση μας προχωράει βαθύτερα. Εξαφανίζονται τέτοιες ιδιότητες της ύλης που προηγούμενα μας φαίνονταν απόλυτες, αμετάβλητες, πρωταρχικές (το αδιαχώρητο, η αδράνεια, η μάζα κτλ.) και που τώρα αποκαλύπτονται σαν σχετικές, χαρακτηριστικές μόνο για ορισμένες καταστάσεις της ύλης. Γιατί η μοναδική ιδιότητα της ύλης που με την αναγνώρισή της συνδέεται ο φιλοσοφικός υλισμός, είναι η ιδιότητα να είναι αντικειμενική πραγματικότητα, να υπάρχει έξω από τη συνείδηση μας», (όπ.π. σελ 279).
Σ’ αυτές τις φράσεις ο Λένιν δείχνει πώς και γιατί η υλιστική διαλεκτική, η επιστήμη των επιστημών είναι ο αναγκαίος σύμμαχος και σύμβουλος των φυσικών επιστημών, και γιατί ο ισχυρισμός των μαχιστών να μιλούν για τη «φιλοσοφία των επιστημών του 20ου αιώνα» είναι πέρα για πέρα απατηλός. Για τον Μπογκντάνοφ, τον Μπαζάροφ και την παρέα, η φράση «η ύλη εξαφανίζεται» είταν πρώτα και κύρια απλά αυτό –μια φράση. Ο προσανατολισμός τους δεν είναι η ουσία του ζητήματος, αλλά η ορολογία με την οποία ντύνεται. Υιοθετώντας την ξεδιάντροπα σαν το τελευταίο απόκτημα στην καλά τακτοποιημένη αποθήκη τους από φράσεις γίνεται ένα όπλο για να δυσφημιστεί ο Μαρξισμός, να γελοιοποιηθούν οι «λάτρεις» της «ιεράς ύλης» (Μπαζάροφ). Χωρίς ούτε την ικανότητα ούτε την επιθυμία να εξεταστεί ο λογικός της πυρήνας, το διαλεκτικό υλιστικό περιεχόμενο της, αυτή η μορφή γεμίζει τώρα με το πιο αντιδραστικό, αστικό ιδεολογικό περιεχόμενο: «Ό,τι δεν είναι σκέψη, είναι καθαρό τίποτα».
Ο Λένιν εκθέτει τον μαχισμό σαν τσαρλατανισμό, οι ισχυρισμοί του οποίου προς το επιστημονικό κύρος είναι τελείως απατηλοί. Γιατί τί θα μπορούσε να εμφανιστεί πιο επιστημονικό, πιο τελευταίο από αυτή τη διακήρυξη του Μπογκντάνοφ: «Όπως το καταλαβαίνω, ο Μαρξισμός περιλαμβάνει μια άρνηση της χωρίς όρους αντικειμενικότητας οποιασδήποτε αλήθειας, την άρνηση κάθε αιώνιας αλήθειας», (όπ.π., σελ. 125). Σε μια περίοδο ξαφνικών, απότομων αλλαγών στην ταξική πάλη και στις φυσικές επιστήμες (όπως στην περίοδο του Μπογκντάνοφ, και όπως στη δική μας) είναι αδύνατο ν’ αρνηθεί κανείς τη σχετικότητα της γνώσης. Καθεστώτα που εμφανίζονταν ακλόνητα καταρρέουν μπροστά στην επαναστατική δραστηριότητα των μαζών. Έννοιες που ίσχυαν για χρόνια τώρα αναποδογυρίζονται. Η τελευταία λέξη της τεχνολογίας ξεπερνιέται πριν καν παραχθεί.
Αλλά ακριβώς σε μια τέτια περίοδο, χωρίς τη διαλεκτική, δηλαδή χωρίς την εκπαίδευση στη διαλεκτική σκέψη, είναι αδύνατο να μην γλιστρήσεις στον ιδεαλισμό. Αυτό που εμφανίζεται να ισχυρίζεται ο Μπογκντάνοφ, στο όνομα του Μαρξισμού, είναι η εχθρότητα του Μαρξισμού στις αλήθειες που προκύπτουν από δόγματα, σταθερά και αμετάβλητα. Αλλά στην πραγματικότητα το ζήτημα δεν είναι αν αυτή ή η άλλη πρόταση είναι αντικειμενικά αληθινή. Το ότι προτάσεις που ισχύουν σήμερα μπορεί πολύ καλά ν’ αναποδογυριστούν αύριο από την πρόοδο της επιστήμης είναι κάτι που έχει αναγνωριστεί εδώ και πολύ καιρό από σχεδόν όλους τους «υγιείς ανθρώπους» κι όχι μόνο από τους Μαρξιστές. Το ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί αφορά τη δυνατότητα της αντικειμενικής αλήθειας γενικά –υπάρχει αντικειμενική αλήθεια; Η άρνηση του Μπογκντάνοφ της «χωρίς όρους αντικειμενικότητας οποιασδήποτε αλήθειας, η άρνηση κάθε αιώνιας αλήθειας», λέει ο Λένιν, συγχέει δύο ζητήματα:
«Εδώ όπως είναι φανερό, συγχέονται δυο ζητήματα: 1) Υπάρχει άραγε αντικειμενική αλήθεια, δηλαδή μπορούν οι ανθρώπινες παραστάσεις να έχουν τέτιο περιεχόμενο, που να μην εξαρτάται από ένα υποκείμενο, που να μην εξαρτάται ούτε από τον άνθρωπο, ούτε από την ανθρωπότητα; 2) Αν ναι, μπορούν οι ανθρώπινες παραστάσεις που εκφράζουν την αντικειμενική αλήθεια, να την εκφράσουν μονομιάς, συνολικά, χωρίς όρους, απόλυτα, ή μόνο κατά προσέγγιση, σχετικά; Το δεύτερο αυτό ζήτημα είναι το ζήτημα της σχέσης απόλυτης και σχετικής αλήθειας.
Ο Μπογκντάνοφ απαντά στο δεύτερο ερώτημα καθαρά, ανοιχτά και κατηγορηματικά –αρνείται να δεχτεί έστω και στον ελάχιστο βαθμό την απόλυτη αλήθεια και κατηγορεί τον Έγκελς για εκλεκτικισμό επειδή την παραδέχεται. Θα ξαναμιλήσουμε πιο κάτω ιδιαίτερα γι’ αυτόν τον εκλεκτικισμό του Έγκελς, που ισχυρίζεται ότι ανακάλυψε ο Α. Μπογκντάνοφ. Για την ώρα θα σταματήσουμε στο πρώτο ερώτημα, στο οποίο ο Μπογκντάνοφ, χωρίς να το λέει καθαρά, δίνει επίσης αρνητική απάντηση –γιατί μπορείς να αρνηθείς το στοιχείο της σχετικότητας στη μια ή την άλλη ανθρώπινη παράσταση χωρίς να αρνηθείς την αντικειμενική αλήθεια, δεν μπορείς όμως ν’ αρνηθείς την απόλυτη αλήθεια χωρίς ν’ αρνηθείς και την ύπαρξη της αντικειμενικής αλήθειας», (όπ.π., σελ. 125-126).
Η επιστημολογία του Μπογκντάνοφ, «ο κόσμος είναι το αίσθημα μου», τον αναγκάζει να αναγνωρίσει το αντικείμενο μονάχα στο βαθμό που παρουσιάζεται στην προκατασκευασμένη συνείδηση του αντικειμένου, και μονάχα όταν εκφράζεται με λόγια. Η δήλωση του Μπογκντάνοφ –«η αλήθεια είναι μια ιδεολογική μορφή, μια οργανώτρια μορφή της ανθρώπινης εμπειρίας...»– είναι η άρνηση ύπαρξης της αντικειμενικής αλήθειας. Η έννοια της αντικειμενικής αλήθειας εμπεριέχει τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο σχετικό και το απόλυτο. Αρνούμενος την αδιάρρηκτη αλληλοσύνδεση του σχετικού και του απόλυτου, του απόλυτου μέσα στο σχετικό, ο Μπογκντάνοφ, ο πρωταθλητής των τελευταίων εξελίξεων της επιστήμης του 20ου αιώνα, καταλήγει να αρνείται την αντικειμενικότητα και την καθολικότητα κάθε επιστήμης. Γι’ αυτό και η επίμονη προειδοποίηση του Λένιν ότι χωρίς τη διαλεκτική ο υλισμός, σε μια περίοδο γοργών και απότομων αλλαγών στην πολιτική και την επιστήμη, θα πέσει αναπόφευκτα θύμα του ιδεαλισμού.