Marxistbooks> Βιβλιοθήκη > Κόριν Ρεντγκρέιβ> Ποιός Σκότωσε τον Υπερεπιταχυντή;


ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΘΕΩΡΙΑΣ

ΚΟΡΙΝ ΡΕΝΤΓΚΡΕΪΒ

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ
ΥΠΕΡΕΠΙΤΑΧΥΝΤΗ;

[Αναδημοσιεύεται από τον «Μηνιάτικο Μαρξιστή» –Γενάρης-Φλεβάρης 1994)]


Γράφτηκε και Δημοσιεύτηκε: το Γενάρη-Φλεβάρη 1994
Πηγή: στον «Μηνιάτικο Μαρξιστή» – Περιοδικό του Μαρξιστικού Κόμματος Αγγλίας
Μετάφραση - Επιμέλεια: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, 9 Ιούνη 2009



Τον Οκτώβριο, το Κογκρέσο των ΗΠΑ ματαίωσε το πρόγραμμα για την κατασκευή του Υπεραγώγιμου Υπερεπιταχυντή.

Το πρόγραμμα πρόβλεπε την κατασκευή ενός υπογείου τούνελ, μήκους 53 μιλίων, στο Τέξας, κατά μήκος του οποίου θα τοποθετούνταν 10.000 υπεραγώγιμοι μαγνήτες. Αυτοί οι μαγνήτες θα κατεύθυναν δυο δέσμες πρωτονίων σε μετωπικές συγκρούσεις μεταξύ τους με ταχύτητες σχεδόν ίσες με την ταχύτητα του φωτός, με αποτέλεσμα 100 εκατομμύρια συγκρούσεις το δευτερόλεπτο.

Η ενέργεια που θα εκλυόταν από αυτές τις συγκρούσεις θα δημιουργούσε συνθήκες ανάλογες με τις συνθήκες που επικρατούσαν σε απειροελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου αμέσως μετά το «μπιγκ μπαγκ».

Ένας από τους κύριους αρχιτέκτονες του προγράμματος είναι ο αμερικανός φυσικός Στίβεν Γουάινμπεργκ, του Πανεπιστημίου του Τέξας, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ. Στον πρόλογο του βιβλίου του Όνειρα για μια Τελική Θεωρία (Εκδόσεις «Βίνταντζ», 1992) περιγράφει ως εξής την πρόκληση που αντιπροσώπευε η κατασκευή του Υπερεπιταχυντή:

«Ο αιώνας που τώρα πλησιάζει στο τέλος του έχει γνωρίσει στη φυσική μια εκπληκτική επέκταση των ορίων της επιστημονικής γνώσης. Η ειδική και η γενική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν έχει οριστικά αλλάξει τις απόψεις μας για τον χώρο και τον χρόνο και την βαρύτητα. Σε μια ακόμη πιο ριζική ρήξη με το παρελθόν, η κβαντομηχανική έχει μεταμορφώσει την ίδια τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε τη Φύση: αντί για σωματίδια με καθορισμένες θέσεις και ταχύτητες, μάθαμε να μιλάμε για κυματικές συναρτήσεις και πιθανότητες. Με τη συγχώνευση της σχετικότητας με την κβαντομηχανική αναπτύχθηκε μια νέα άποψη για τον κόσμο, μια άποψη όπου η ύλη έχει χάσει τον κεντρικό της ρόλο;[1].

Αυτόν τον ρόλο τον έχουν τώρα αναλάβει αρχές συμμετριών, μερικές από τις οποίες είναι κρυμμένες στην παρούσα κατάσταση του σύμπαντος. Πάνω σ’ αυτά τα θεμέλια έχουμε οικοδομήσει μια επιτυχή θεωρία για τον ηλεκτρομαγνητισμό και για τις ασθενείς και τις ισχυρές πυρηνικές αλληλεπιδράσεις των στοιχειωδών σωματιδίων. Συχνά αισθανόμαστε όπως αισθάνθηκε ο Ζίγκφριντ αφού δοκίμασε το αίμα του δράκου, όταν ανακάλυψε με έκπληξη ότι μπορούσε να καταλάβει τη γλώσσα των πουλιών.

Αλλά τώρα έχουμε κολλήσει. Τα χρόνια μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ήταν τα πιο δύσκολα στην ιστορία της φυσικής των στοιχειωδών σωματιδίων. Πληρώνουμε το τίμημα της επιτυχίας μας: η θεωρία έχει προχωρήσει τόσο πολύ, που η πάρα πέρα πρόοδος απαιτεί την μελέτη διαδικασιών, σε ενέργειες πέρα από τα όρια των διαθέσιμων σήμερα πειραματικών εγκαταστάσεων.

Για να ξεφύγουν από αυτό το αδιέξοδο, οι φυσικοί άρχισαν το 1982 να αναπτύσσουν σχέδια για ένα επιστημονικό πρόγραμμα με μέγεθος και κόστος χωρίς προηγούμενο, γνωστό σαν ο Υπεραγώγιμος Υπερεπιταχυντής. Το σχέδιο στην τελική του μορφή απαιτούσε να κατασκευαστεί ένα τούνελ σχήματος οβάλ και μήκους 53 μιλίων, σε μια τοποθεσία νοτίως του Ντάλας.

Μέσα σ’ αυτό το υπόγειο τούνελ, χιλιάδες υπεραγώγιμοι μαγνήτες θα κατεύθυναν δυο δέσμες από ηλεκτρικά φορτισμένα σωματίδια, γνωστά σαν πρωτόνια, σε αντίθετες μεταξύ τους κατευθύνσεις, εκατομμύρια φορές κατά μήκος του δακτυλίου, οπότε τα πρωτόνια θα επιταχύνονταν και θα αποκτούσαν ενέργεια είκοσι φορές μεγαλύτερη από την ανώτερη ενέργεια που έχει επιτευχθεί στους υπάρχοντες επιταχυντές σωματιδίων.

Σε αρκετά σημεία κατά μήκος του δακτυλίου, τα πρωτόνια από τις δυο δέσμες θα οδηγούνταν σε συγκρούσεις μεταξύ τους, με συχνότητα εκατοντάδες εκατομμύρια συγκρούσεις το δευτερόλεπτο, και πελώριοι ανιχνευτές, που μερικοί θα ζύγιζαν δεκάδες χιλιάδες τόνους, θα κατέγραφαν τί συμβαίνει σ’ αυτές τις συγκρούσεις.

Το κόστος του προγράμματος υπολογίστηκε ότι θα ξεπερνούσε τα 8 δισεκατομμύρια δολάρια»[2].

«Λογική Τάξη»

Το βιβλίο Όνειρα για μια Τελική Θεωρία είναι μια ανάλυση για το πώς τα στοιχεία που θα πρόσφερε ο Υπεραγώγιμος Υπερεπιταχυντής για τη λειτουργία των νόμων της φυσικής των στοιχειωδών σωματιδίων, είναι αναγκαία όχι μόνον για αυτή την επιστήμη, αλλά για κάθε επιστήμη.

«Δεν υπάρχει εγγύηση, λέει ο Γουάινμπεργκ, ότι η πρόοδος σε άλλους τομείς της επιστήμης θα ενισχυθεί άμεσα από ο,τιδήποτε καινούργιο ανακαλυφθεί σχετικά με τα στοιχειώδη σωματίδια. Αλλά... εδώ δεν με απασχολεί τόσο το τί κάνουν οι επιστήμονες... όσο η λογική τάξη που ενυπάρχει στην ίδια τη Φύση. Μ’ αυτή την έννοια είναι που μπορούμε να θεωρήσουμε ότι τομείς της φυσικής όπως η θερμοδυναμική, και άλλες επιστήμες όπως η χημεία και η βιολογία, βασίζονται σε βαθύτερους νόμους, και ιδιαίτερα στους νόμους της φυσικής των στοιχειωδών σωματιδίων».

Επιπλέον, ο Γουάινμπεργκ υποστηρίζει ότι το επιχείρημα πολλών επιστημόνων που κατέθεσαν στο Κογκρέσο κατά της κατασκευής του Υπερεπιταχυντή, δηλαδή ότι οι ανακαλύψεις της φυσικής των στοιχειωδών σωματιδίων είναι απίθανο να φανούν χρήσιμες στους επιστήμονες σε άλλους τομείς, δεν στηρίζεται από τα ιστορικά γεγονότα.

«Η φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων στο πρώτο μισό του αιώνα μας ήταν σε μεγάλο βαθμό η φυσική των ηλεκτρονίων και των φωτονίων, πράγμα που είχε τεράστιες και αναμφισβήτητες συνέπειες στην κατανόηση μας για την ύλη σε όλες τις μορφές της».

Παρόλα αυτά, ο Γουάινμπεργκ επιμένει ότι η σημασία του Υπερεπιταχυντή δεν θα μετρηθεί απλά με το πόσα προβλήματα θα βοηθήσει να λυθούν σε άλλες περιοχές και άλλους τομείς δραστηριότητας, αλλά με την γνώση που θα προσφέρει για τους πιο θεμελιώδεις αντικειμενικούς νόμους της ίδιας της Φύσης.

Λέει: «η μελέτη των κουάρκς και των ηλεκτρονίων είναι θεμελιώδης, όχι επειδή όλη η συνηθισμένη ύλη αποτελείται από κουάρκς και ηλεκτρόνια, αλλά επειδή πιστεύουμε ότι μελετώντας τα κουάρκς και τα ηλεκτρόνια θα μάθουμε κάτι για τις αρχές που διέπουν τα πάντα».

Αντικειμενικότητα

Ο Γουάινμπεργκ ονομάζει την ανακάλυψη αυτών των αρχών «τελική θεωρία», όχι με την έννοια ότι από τη στιγμή που θα ανακαλυφθούν, η ανθρώπινη γνώση θα είναι πλήρης, αλλά επειδή αυτές οι «αρχές που διέπουν τα πάντα» είναι το πραγματικό αντικειμενικό θεμέλιο πάνω στο οποίο οι πολυποίκιλες θεωρίες σε κάθε τομέα έρευνας της Φύσης, της κοινωνίας και της σκέψης μπορούν να αναπτυχθούν πάρα πέρα.

Το βιβλίο του είναι μια εκτεταμένη, γεμάτη πάθος, πνευματώδης, εύγλωττη, ποιητική έκκληση υπέρ του Υπερεπιταχυντή, και τα επιχειρήματα του βασίζονται από την αρχή μέχρι το τέλος στην αντικειμενική εγκυρότητα της επιστήμης, και στην αντικειμενικότητα, την πραγματικότητα των νόμων της Φύσης, που προσπαθεί να ανακαλύψει η επιστήμη.

Συχνά, για να διευκρινίσει και να υποστηρίξει τα επιχειρήματα του, επικαλείται τον Αϊνστάιν. Για παράδειγμα, δίνει την εξήγηση του Αϊνστάιν για το στόχο και το σκοπό της επιστήμης: «όχι μόνο να γνωρίσει πώς είναι η Φύση και πώς κάνει τις δουλιές της, αλλά επίσης να πλησιάσει όσο γίνεται περισσότερο στον ουτοπικό και φαινομενικά αλαζονικό στόχο να γνωρίσουμε γιατί η Φύση είναι έτσι και όχι αλλιώς».

Στις τελευταίες παραγράφους του βιβλίου του, ο Γουάινμπεργκ αναγνωρίζει την πιθανότητα όλα τα επιχειρήματα του να αποδειχτούν μάταια, και το πρόγραμμα να ματαιωθεί. Η κατασκευή έχει ήδη αρχίσει, πράγμα που κάνει την αναστολή των εργασιών πιο δύσκολη πολιτικά «γιατί το σταμάτημα θα σήμαινε παραδοχή ότι τα ποσά που ήδη δαπανήθηκαν για την κατασκευή έχουν σπαταληθεί».

Παρόλα αυτά, «παρόλα τα έργα και τα σκαψίματα, ξέρω ότι η χρηματοδότηση του προγράμματος μπορεί να τερματιστεί. Μπορώ να φανταστώ ότι τα δοκιμαστικά πηγάδια θα μπαζωθούν και το κτίριο για τους μαγνήτες θα μείνει άδειο, αφήνοντας μόνο τις μακρινές αναμνήσεις λίγων αγροτών σαν μαρτυρία ότι ένα μεγάλο επιστημονικό εργαστήριο σχεδιάστηκε κάποτε στην κομητεία Έλις».

Όταν το βιβλίο πήγαινε στο τυπογραφείο, ο κίνδυνος για ένα τέτιο τέλος ήταν ακόμα πιο φανερός:

«Καθώς αυτό το βιβλίο πηγαίνει στο τυπογραφείο το 1992, η χρηματοδότηση για τον Υπερεπιταχυντή διακόπηκε με ψηφοφορία στην Βουλή των Αντιπροσώπων τον Ιούνιο, αλλά μετά επαναλήφθηκε με ψηφοφορία στη Γερουσία τον Αύγουστο.

Το μέλλον του Υπερεπιταχυντή θα εξασφαλιζόταν αν πετύχαινε υπολογίσιμη υποστήριξη από το εξωτερικό, αλλά μέχρι τώρα κάτι τέτιο δεν έχει συμβεί.

Όπως είναι τα πράγματα τώρα, έστω και αν η χρηματοδότηση του Υπερεπιταχυντή επιβίωσε φέτος στο Κογκρέσο, αντιμετωπίζει την πιθανότητα να ματαιωθεί από το Κογκρέσο του χρόνου, και κάθε χρόνο, μέχρι να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα. Ίσως τα τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα να δουν την επική έρευνα των θεμελίων της φυσικής επιστήμης να σταματάει, για να επαναληφθεί πιθανόν πολλά χρόνια αργότερα».

Ο Γουάινμπεργκ φιλοσοφικά είναι πραγματιστής. Γι’ αυτό και λέει, όπως αναφέραμε πιο πάνω, ότι «από την συγχώνευση της σχετικότητας με την κβαντομηχανική αναπτύχθηκε μια νέα άποψη για τον κόσμο, μια άποψη όπου η ύλη έχει χάσει τον κεντρικό της ρόλο».

Παρόλα αυτά, ο τρόπος που περιγράφει την πρόκληση που αποτελεί το σχέδιο οικοδόμησης του Υπερεπιταχυντή, και η ανάλυση που κάνει των συνεπειών της ματαίωσης του για την επιστήμη και την ανθρωπότητα, είναι εντελώς σωστές.

Ιμπεριαλισμός

Σε ένα πολύ προφανές και άμεσο επίπεδο, η ματαίωση του Υπερεπιταχυντή αποδεικνύει ότι καμιά χώρα, ούτε η πλουσιότερη και ισχυρότερη –όπως είναι ακόμη οι ΗΠΑ– δεν μπορεί πια «να τα καταφέρει μόνη της» στα υψηλότερα επίπεδα της επιστήμης και της τεχνολογίας. Αλλά αυτό κάθε άλλο παρά καινούρια ανακάλυψη είναι. Ο ιμπεριαλισμός είναι αυτό που είναι εξαιτίας του γεγονότος ότι οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν εδώ και πολύν καιρό ξεπεράσει τα σύνορα των εθνικών κρατών. Ούτε καν μια διεθνής καπιταλιστική κοινοπραξία εθνικών κρατών δεν μπορεί να προωθήσει τα σύνορα της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι το εργαστήριο CERN της ΕΟΚ είναι πιθανό να εγκαταλείψει τα σχέδια του να κατασκευάσει έναν νέο επιταχυντή στο τούνελ των 17 μιλίων που ήδη υπάρχει κάτω από τα όρη Γιούρα, με το ένα τρίτο μόνον της ισχύος του αμερικανικού σχεδίου.

Θα ήταν επομένως πιο σωστό να πούμε ότι ο καπιταλισμός συνολικά, στα τέλη του 20ου αιώνα, είναι ανίκανος να αναπτύξει την επιστήμη και την τεχνολογία και να τις φέρει στον 21ο αιώνα.

Αυτό με τη σειρά του αποδεικνύει ένα άλλο προτσές, το οποίο έχει πολύ σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις. Οι ίδιες οι επιτυχίες της επιστήμης και της τεχνολογίας στον καπιταλισμό, ωθούν την πλειοψηφία της ανθρωπότητας πίσω σε μεθόδους, τεχνικές και τρόπους ζωής που οι ίδιες επιστημονικές εξελίξεις έχουν κηρύξει εντελώς ξεπερασμένες.

Τα πιο κραυγαλέα παραδείγματα αυτού του προτσές μπορούν να βρεθούν στην ιατρική. Ανακαλύψεις όπως ο μαγνητικός συντονισμός έχουν επαναστατικοποιήσει τις διαγνωστικές μεθόδους. Και όμως, το τεράστιο κόστος τους σημαίνει ότι είναι διαθέσιμες σε πολύ λίγους μόνο.

Ακόμη και μια πιο γνώριμη συσκευή όπως το τεχνητό νεφρό δεν είναι ακόμη πλατιά προσιτή. Πώς λοιπόν θα αποφασιστεί ποιός θα ωφεληθεί από αυτές τις εξελίξεις και ποιός όχι; Ο καπιταλισμός δεν γνωρίζει άλλη μέθοδο για να διαχωρίσει τους τυχερούς από τους άτυχους, από το ποιος μπορεί να πληρώσει, σε αντίθεση με αυτόν που δεν μπορεί.

Όπως είπαμε, ο Γουάινμπεργκ φιλοσοφικά είναι πραγματιστής. Οι απόψεις του για τις σχέσεις των φυσικών επιστημών με τη φιλοσοφία είναι αντίστοιχες με εκείνες του ποιητή του 18ου αιώνα, Αλεξάντερ Πόουπ:

«Για τις μορφές της κυβέρνησης αφήστε τους ανόητους να τσακώνονται
Αυτό που διοικείται καλύτερα, είναι και το καλύτερο
».

Ο Γουάινμπεργκ, όμως, πιστεύει ότι η πλειοψηφία των φυσικών, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου, είναι υλιστές στη φιλοσοφία:

«Οι φυσικοί βεβαίως έχουν μια φιλοσοφία εργασίας. Για τους περισσότερους από μας, είναι ένας ανεπεξέργαστος και έτοιμος ρεαλισμός [εννοεί υλισμός], μια πίστη στην αντικειμενική πραγματικότητα των στοιχείων των επιστημονικών θεωριών μας».

Αυτός ο αφελής υλισμός, όμως, δεν εμποδίζει τον Γουάινμπεργκ να έχει μια γενικά απορριπτική, ακόμα και περιφρονητική στάση απέναντι στη φιλοσοφία. Απορρίπτει την πιθανότητα φυσικοί σαν αυτόν να μάθουν ο,τιδήποτε που να αξίζει από την μελέτη της φιλοσοφίας. Βλέπει μόνο ένα αρνητικό όφελος, π.χ. «Οι επινοήσεις των φιλοσόφων έχουν κατά καιρούς ωφελήσει τους φυσικούς, αλλά γενικά με αρνητικό τρόπο – προστατεύοντας τους από τις προκαταλήψεις άλλων φιλοσόφων».

Αναφέρεται επιδοκιμαστικά στον φιλόσοφο Βιτγκενστάιν, ο οποίος λέει: «Τίποτε δεν μου φαίνεται λιγότερο πιθανό από το να επηρεαστεί στα σοβαρά ένας επιστήμονας ή ένας μαθηματικός που με διαβάζει, στον τρόπο της δουλιάς του».

Ο Γουάινμπεργκ περιγράφει τον εαυτό του σαν «αθεράπευτο, ενεργό επιστήμονα, που δεν βρίσκει καμιά βοήθεια στην επαγγελματική φιλοσοφία» και δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν γνωρίζει «κανέναν που να έχει συνεισφέρει αντικειμενικά στην πρόοδο της φυσικής στην μεταπολεμική περίοδο, η δουλιά του οποίου να έχει βοηθηθεί σημαντικά από το έργο των φιλοσόφων».

Αλλά, κι αυτό το «αλλά» είναι πολύ χαρακτηριστικό, ο Γουάινμπεργκ δεν ικανοποιείται βεβαιώνοντας απλά το γεγονός ότι οι φυσικοί δεν έχουν κερδίσει τίποτε από τη δουλιά των φιλοσόφων. Στο κάτω-κάτω είναι επιστήμονας, και μάλιστα είναι υλιστής, ή όπως ο ίδιος λέει είναι «ρεαλιστής» (παρόλο που ο ίδιος δεν αποδίδει καμιά σημασία στο γεγονός). Έτσι, δεν αρκείται στην σκέτη διαβεβαίωση και ρωτάει, γιατί συμβαίνει αυτό;

«Έθεσα στο προηγούμενο κεφάλαιο το πρόβλημα εκείνο που ο Βίγκνερ αποκαλεί “παράλογη αποτελεσματικότητα” των μαθηματικών. Εδώ θέλω να αντιμετωπίσω ένα άλλο εξίσου αινιγματικό φαινόμενο, την παράλογη αποτελεσματικότητα της φιλοσοφίας».

Θετικισμός

Θέτοντας αυτό το ερώτημα, ο Γουάινμπεργκ φθάνει σε μερικές βαθιές και πολύ αντιφατικές απαντήσεις. Δείχνει ότι χωρίς καμιά αμφιβολία η φιλοσοφία του θετικισμού, που αντιπροσωπεύει πιο χαρακτηριστικά αυτόν τον αιώνα ο Βιτγκενστάιν, έχει εξασκήσει μια κυρίαρχη επίδραση πάνω στους φυσικούς και εξακολουθεί να το κάνει, είτε αυτοί έχουν διαβάσει τον Βιτγκενστάιν είτε όχι, είτε αναγνωρίζουν την επίδραση του Βιτγκενστάιν πάνω στο έργο τους είτε όχι, (μια επίδραση που όπως είδαμε τόσο ο Γουάινμπεργκ όσο και ο Βιτγκενστάιν θεωρούν απόλυτα αμελητέα). Στην πραγματικότητα πρέπει να πάμε πάρα πέρα και να πούμε ότι η αντιδραστική επίδραση του θετικισμού υπήρξε ένας από τους πιο αποφασιστικούς παράγοντες για την απόφαση να ματαιωθεί η κατασκευή του Υπερεπιταχυντή.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Γουάινμπεργκ αναλύει το θετικισμό κυρίως στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Ενάντια στην Φιλοσοφία». Είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτο ότι αυτός ο απολογισμός στην ουσία επιβεβαιώνει την ανάλυση που κάνει ο Λένιν στο κεφάλαιο 5 του Υλισμού και Εμπειριοκριτικισμού που τιτλοφορείται «Η Πρόσφατη Επανάσταση στις Φυσικές Επιστήμες».

Η κρίση στη σύγχρονη φυσική που εμφανίστηκε στην καμπή του αιώνα είχε προκληθεί από τις πολύ γοργές προόδους που έκανε η φυσική εκείνη την εποχή. Όμως, η συνείδηση είχε μείνει πίσω από την αντικειμενική πράξη των επιστημόνων. Αποκαλύφθηκε ότι υπήρχε ένα χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που οι επιστήμονες στην πράξη έκαναν, και σ’ αυτό που σκεφτόντουσαν γι’ αυτό που έκαναν. Κυριαρχημένοι από τις φιλοσοφικές αντιλήψεις της προηγούμενης εποχής, πολλοί φυσικοί στράφηκαν μακριά από τον υλισμό προς τον ιδεαλισμό. Χωρίς να το γνωρίζουν, η υποχώρηση τους προς τον ιδεαλισμό πρόσφερε ένα σημείο συσπείρωσης, ένα πλεονέκτημα, στις πιο αντιδραστικές τάσεις στην κοινωνία και στην πολιτική.

Σύγχρονη Φυσική

Ο Λένιν συνοψίζει αυτή την περίοδο, και τη σημασία της κρίσης, ως εξής:

«Με δυο λόγια, ο σημερινός “φυσικός” ιδεαλισμός, όπως ακριβώς κι ο χθεσινός “φυσιολογικός” ιδεαλισμός, σημαίνει απλώς ότι μια κάποια σχολή φυσιοδιφών σε έναν κλάδο των φυσικών επιστημών κατρακύλησε στην αντιδραστική φιλοσοφία, γιατί δεν μπόρεσε να ανυψωθεί άμεσα και μονομιάς από το μεταφυσικό υλισμό στον διαλεκτικό υλισμό. Αυτό το βήμα το κάνει και θα το κάνει η σύγχρονη φυσική, ωστόσο δεν βαδίζει προς τη μοναδικά σωστή μέθοδο και τη μοναδικά σωστή φιλοσοφία των φυσικών επιστημών κατευθείαν, αλλά με ζιγκ ζαγκ, δεν βαδίζει συνειδητά, αλλά αυθόρμητα, χωρίς να βλέπει καθαρά τον “τελικό σκοπό” της, αλλά προσεγγίζοντας σ’ αυτόν ψηλαφητά, με ταλαντεύσεις και κάποτε μάλιστα καρκινοβατώντας. Η σύγχρονη φυσική κοιλοπονά. Γεννά το διαλεκτικό υλισμό. Οδυνηρός τοκετός», («Άπαντα», τόμ. 18, σελ. 337-8, «Σύγχρονη Εποχή»).

Στη βάση αυτής της εξαιρετικά ακριβούς –όπως θα δούμε– πρόβλεψης του Λένιν, ας δούμε τώρα, με τη βοήθεια του Γουάινμπεργκ, την πάρα πέρα ανάπτυξη της φυσικής στον 20ο αιώνα.

Η κύρια θέση του, πολύ κοντά στη θέση του Λένιν, είναι ότι «ακόμα και εκεί που οι φιλοσοφικές θεωρίες υπήρξαν στο παρελθόν χρήσιμες για τους επιστήμονες, γενικά επιβιώνουν πέρα από τα όρια τους, οπότε γίνονται περισσότερο βλαβερές από όσο κάποτε ήταν χρήσιμες... Στην επιστήμη, όπως στην πολιτική ή στην οικονομία, βρισκόμαστε σε μεγάλο κίνδυνο από ηρωικές ιδέες που η χρησιμότητα τους έχει εξαντληθεί».

Παραθέτει, σαν μια περίπτωση τέτιων ηρωικών θεωριών, τον «μηχανικισμό» (αυτό που ονομάζουμε μηχανιστικό υλισμό). Το κύρος και η ισχύς που είχαν οι έννοιες του μηχανικισμού ήταν τέτιο, που η ανακάλυψη της βαρύτητας από τον Νεύτωνα δεν κυριάρχησε παρά μέσα στον 18ο αιώνα. Ιδέες που βασίζονταν στην πεποίθηση ότι όλα τα φυσικά φαινόμενα μπορούσαν να αναχθούν στην σύγκρουση υλικών σωμάτων ή υγρών μεταξύ τους, αποδείχθηκαν πηγή μεγάλης αντίστασης στην ανακάλυψη του Νεύτωνα ότι ο ήλιος ασκεί μια δύναμη πάνω στη γη μέσα από απόσταση 93 εκατομμυρίων μιλίων κενού χώρου –δράση από απόσταση.

«Ακόμη και μετά τον θρίαμβο της νευτώνειας θεωρίας, η μηχανιστική παράδοση συνέχισε να ανθεί στη φυσική. Οι θεωρίες του ηλεκτρικού και του μαγνητικού πεδίου, που αναπτύχθηκαν στον 19ο αιώνα από τον Μάικλ Φάραντεϊ και τον Τζέιμς Κλαρκ Μάξγουελ, ήταν τυλιγμένες σε ένα μηχανιστικό πλαίσιο, που χρησιμοποιούσε τάσεις μέσα σε ένα φυσικό μέσο που διαπερνούσε τα πάντα, και που συχνά ονομαζόταν αιθέρας. Οι φυσικοί του 19ου αιώνα δεν συμπεριφέρονταν ανόητα ’ όλοι οι φυσικοί χρειάζονται κάποιο είδος υποθετικής κοσμοθεωρίας για να προχωρήσουν, και η μηχανιστική κοσμοθεωρία ήταν ένας υποψήφιος το ίδιο καλός με κάθε άλλον. Αλλά επιβίωσε περισσότερο από όσο έπρεπε».

Το μεγαλύτερο χτύπημα σ’ αυτή τη μέθοδο σκέψης, αν και δεν πέτυχε να την ξεριζώσει εντελώς, ήρθε το 1905 με την ειδική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Ο «αιθέρας» καταργήθηκε, και αντικαταστάθηκε από τον κενό χώρο σαν το μέσο όπου διαδίδονται ηλεκτρομαγνητικές ταλαντώσεις.

Διαλεκτική

Τόσο η ειδική όσο και η γενική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν έχουν συχνά αναφερθεί σαν ισχυρή απόδειξη της διαλεκτικής, με τον ίδιο τρόπο που ο Έγκελς στο Αντιντίριγκ αναφέρει το «Για την Καταγωγή των Ειδών Μέσω της Φυσικής Επιλογής» του Δαρβίνου. «Η Φύση είναι η απόδειξη της διαλεκτικής, και πρέπει να πει κανείς ότι η σύγχρονη επιστήμη έχει εφοδιάσει αυτή την απόδειξη με πολύ πλούσιο υλικό που αυξάνεται καθημερινά, και έτσι έχει αποδείξει ότι, σε τελευταία ανάλυση, η Φύση λειτουργεί διαλεκτικά και όχι μεταφυσικά... Σε σχέση μ’ αυτό, ο Δαρβίνος πρέπει να αναφερθεί πάνω από κάθε άλλον. Κατάφερε στην μεταφυσική αντίληψη για την Φύση το ισχυρότερο πλήγμα...», (Αντιντίριγκ, Εισαγωγή).

Αλλά ο Έγκελς προσθέτει μια προειδοποίηση: «Αλλά οι φυσικοί επιστήμονες που έχουν μάθει να σκέφτονται διαλεκτικά είναι λίγοι και σπάνιοι, και αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στα αποτελέσματα της ανακάλυψης και στους προκατασκευασμένους τρόπους σκέψης (δηλαδή, η σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτό που ο Δαρβίνος έκανε και σ’ αυτό που ο ίδιος και άλλοι νόμιζαν ότι έκαναν, Κ.Ρ.) εξηγεί την απέραντη σύγχυση που τώρα βασιλεύει στην φυσική επιστήμη...», (Έγκελς, όπ.π.).

Το ίδιο συνέβη με τον Αϊνστάιν. Η εργασία του το 1905 για την ειδική σχετικότητα αναγνωρίζει την επιρροή του Ερνστ Μαχ. Η επιρροή του Μαχ, υποστηρίζει ο Γουάινμπεργκ, ήταν εκείνο που απελευθέρωσε τον Αϊνστάιν από την αντίληψη ότι υπάρχει αντικειμενικό νόημα στην πρόταση ότι δυο γεγονότα μπορούν να είναι ταυτόχρονα. Δεν μπόρεσε να βρει καμιά μέτρηση που να μπορέσει να χρησιμεύσει σαν κριτήριο του ταυτόχρονου, και που να μπορεί να οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα για κάθε παρατηρητή. Σε ένα γράμμα του στον Μαχ λίγα χρόνια αργότερα, ο Αϊνστάιν υπέγραφε σαν «ο αφοσιωμένος σας μαθητής».

Ο θετικισμός του Μαχ άσκησε έντονη επιρροή στη γέννηση της σύγχρονης κβαντομηχανικής. Η πρώτη εργασία του Χάιζενμπεργκ για την κβαντομηχανική, το 1925, ξεκινά με την παρατήρηση ότι «είναι πασίγνωστο ότι οι τυπικοί κανόνες που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό παρατηρήσιμων μεγεθών όπως η ενέργεια του ατόμου του υδρογόνου, μπορούν να υποστούν σοβαρή κριτική στη βάση του ότι περιέχουν, σαν βασικά τους στοιχεία, σχέσεις ανάμεσα σε ποσότητες που φαίνεται ότι είναι κατ’ αρχήν μη παρατηρήσιμες» (η υπογράμμιση είναι δική μας). Για τον Χάιζενμπεργκ, όπως και για τον επίσκοπο Μπέρκλεϊ, η ουσία τους είναι ότι γίνονται αντιληπτές, και η αρχή της αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ, που κατέχει κεντρική θέση στη δική του ερμηνεία για την κβαντομηχανική, βασίζεται ολοκληρωτικά σε μια θετικιστική ερμηνεία αυτού που συμβαίνει όταν επιχειρούμε να μετρήσουμε τη θέση και την ορμή ενός σωματιδίου.

Για τον Νιλς Μπορ, η αρχή της αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ ήταν μόνο μια περίπτωση αυτού που θεωρούσε ότι αποτελούσε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κβαντομηχανικής, δηλαδή της συμπληρωματικότητας: η γνώση μιας πλευράς του συστήματος αποκλείει τη γνώση άλλων πλευρών. Μπορούμε να μετρήσουμε και να γνωρίσουμε τη θέση ενός σωματιδίου, αλλά αυτή η γνώση αποκλείει την γνώση της ορμής του (και αντιστρόφως).

Κβαντομηχανική

Πολλά χρόνια αργότερα, ο Χάιζενμπεργκ θυμόταν μια συζήτηση με τον Αϊνστάιν στο Βερολίνο το 1926, από την οποία γίνεται φανερό ότι ο δεύτερος πρόβλεπε με μεγάλη ακρίβεια τα εξαιρετικά αντιδραστικά συμπεράσματα που θα πρόκυπταν από την θετικιστική ερμηνεία της κβαντομηχανικής.

«Του τόνισα [του Αϊνστάιν] ότι δεν μπορούμε, πράγματι, να παρατηρήσουμε μια τέτια τροχιά [ενός ηλεκτρονίου μέσα σ’ ένα άτομο]. Αυτό που πράγματι καταγράφουμε είναι οι συχνότητες του φωτός που εκπέμπεται από το άτομο, οι εντάσεις και οι πιθανότητες μετάβασης, αλλά όχι μια πραγματική τροχιά. Και μια και το λογικό είναι να εισαγάγει κανείς σε μια θεωρία μόνον εκείνα τα μεγέθη που μπορούν να παρατηρηθούν άμεσα, η έννοια των ηλεκτρονικών τροχιών θα έπρεπε πράγματι να μην έχει θέση στη θεωρία.

Προς έκπληξη μου, ο Αϊνστάιν κάθε άλλο παρά ικανοποιήθηκε μ’ αυτό το επιχείρημα. Πίστευε ότι κάθε θεωρία στην πραγματικότητα περιέχει μη παρατηρήσιμα μεγέθη. Η αρχή της χρήσης μόνον παρατηρήσιμων μεγεθών απλούστατα δεν μπορεί να εφαρμοστεί με συνέπεια. Και όταν εγώ έφερα την αντίρρηση ότι σε αυτά εφάρμοζα απλά το είδος της φιλοσοφίας που εκείνος, επίσης, είχε θέσει σαν βάση της ειδικής θεωρίας του της σχετικότητας, απάντησε απλά: “Ίσως να χρησιμοποίησα μια τέτια φιλοσοφία παλιότερα, και επίσης να έγραψα γι’ αυτήν, αλλά δεν παύει να είναι ανοησίες”».

Για τον Γουάινμπεργκ, «η θετικιστική επιμονή σε παρατηρήσιμα μεγέθη όπως οι θέσεις και οι ορμές των σωματιδίων, έχει γίνει εμπόδιο για μια ρεαλιστική ερμηνεία της κβαντομηχανικής, όπου η κυματική συνάρτηση είναι η απεικόνιση της φυσικής πραγματικότητας».

Όλο και πιο πολύ η κβαντομηχανική γίνεται πεδίο μάχης όπου, όπως γράφει ο Έγκελς στον Λουδοβίκο Φόιερμπαχ, δυο αντίθετα στρατόπεδα έχουν διαμορφωθεί: το «ορθόδοξο» στρατόπεδο, που είναι θετικιστικό, και το «ρεαλιστικό» ή υλιστικό στρατόπεδο. Ο Γουάινμπεργκ το διατυπώνει ως εξής: «Όλοι συμφωνούν στο πώς να χρησιμοποιούμε την κβαντομηχανική, αλλά υπάρχει σοβαρή διαφωνία στο πώς να σκεφτόμαστε γι’ αυτό που κάνουμε όταν την χρησιμοποιούμε». Η δική του θέση είναι μαχητικά υλιστική. Την περιγράφει με τα εξής λόγια:

«Η ορθόδοξη ερμηνεία της Κοπεγχάγης, την οποία περιέγραφα μέχρι τώρα, βασίζεται σε έναν σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στο φυσικό σύστημα, που διέπεται από τους κανόνες της κβαντομηχανικής, και στη συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μελέτη του, που περιγράφεται κλασικά, δηλαδή, σύμφωνα με τους προκβαντικούς κανόνες της φυσικής. Το μυθικό μας σωματίδιο μπορεί να έχει μια κυματική συνάρτηση με τιμές και εδώ και εκεί, αλλά, όταν παρατηρείται, γίνεται κατά κάποιον τρόπο οριστικά εδώ ή εκεί, με έναν τρόπο που είναι ουσιαστικά απρόβλεπτος, παρά μόνον σε σχέση με πιθανότητες. Αλλά αυτή η διαφορά μεταχείρισης ανάμεσα στο σύστημα που παρατηρείται και στην συσκευή που το μετράει είναι σίγουρα πλασματική. Πιστεύουμε ότι η κβαντομηχανική διέπει τα πάντα στο σύμπαν, όχι μόνον τα επιμέρους ηλεκτρόνια και άτομα και μόρια, αλλά επίσης τις πειραματικές συσκευές και τους φυσικούς που τις χρησιμοποιούν», (όπ.π.).

Δυο πρόσφατες εξελίξεις στην σύγχρονη φυσική έχουν δόσει όπλα στους φυσικούς εκείνους που, σαν τον Γουάινμπεργκ, βεβαιώνουν την αντικειμενικότητα της επιστημονικής θεωρίας. Η πρώτη ήταν η θεωρία των κουάρκς, που την εισήγαγαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο Μάρεϊ Γκελ-Μαν και ο Τζορτζ Τσβάιχ. Πρότειναν ότι όλα τα σωματίδια αποτελούνται από απλά στοιχειώδη σωματίδια που ονομάστηκαν κουάρκς. Σχεδόν αμέσως, όμως, εμφανίστηκε ένα πρόβλημα. Από τότε που ο Τόμσον είχε απομονώσει και αναγνωρίσει το ηλεκτρόνιο χρησιμοποιώντας έναν καθοδικό σωλήνα, οι επιστήμονες πάντα μπορούσαν να διασπάσουν κάθε σύνθετο σύστημα, όπως ένα μόριο, ένα άτομο, ή ακόμη έναν πυρήνα, στα σωματίδια από τα οποία αποτελείται. Σ’ αυτή τη διαδικασία, είχε ανακαλυφθεί μια εντυπωσιακή πολλαπλότητα νέων σωματιδίων. Αλλά όλες οι προσπάθειες των πειραματικών φυσικών στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 αποδείχτηκαν ανίκανες να αποσπάσουν και να απομονώσουν το κουάρκ από τα σωματίδια στα οποία θεωρητικά περιεχόταν. Εδώ λοιπόν δεν επρόκειτο καν για μια περίπτωση όπου «η ύλη εξαφανίζεται», αλλά μάλλον για μια περίπτωση όπου η ύλη πεισματικά αρνιόταν να εμφανιστεί.

Κουάρκ και Αντικουάρκ

Η κβαντική χρωμοδυναμική, η σύγχρονη θεωρία των ισχυρών πυρηνικών αλληλεπιδράσεων που πρωτοδιατυπώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, εξήγησε γιατί συμβαίνει αυτό. Όπως λέει ο Γουάινμπεργκ:

«Πιστεύεται τώρα ότι αυτό που συμβαίνει είναι ότι, αν για παράδειγμα προσπαθήσουμε να αποσυνθέσουμε ένα σωματίδιο που ονομάζεται μεσόνιο, το οποίο αποτελείται από ένα κουάρκ και ένα αντικουάρκ, τότε η δύναμη που απαιτείται αυξάνεται όσο πιο μακριά τραβιέται το κουάρκ από το αντικουάρκ, και τελικά χρειάζεται να αφιερώσουμε τόση ενέργεια, σ’ αυτήν την προσπάθεια, που υπάρχει αρκετή διαθέσιμη ενέργεια για τη δημιουργία ενός νέου ζεύγους κουάρκ - αντικουάρκ. Ένα αντικουάρκ τότε ξεπετάγεται από το κενό και ενώνεται με το αρχικό κουάρκ, ενώ ένα κουάρκ ξεπετάγεται από το κενό και ενώνεται με το αρχικό αντικουάρκ έτσι, ώστε αντί να έχουμε ένα ελεύθερο κουάρκ και αντικουάρκ, έχουμε απλά δυο ζεύγη κουάρκ - αντικουάρκ, δηλαδή, δυο μεσόνια. Συχνά έχει χρησιμοποιηθεί μεταφορικά η ομοιότητα με αυτό που συμβαίνει όταν προσπαθούμε να τραβήξουμε τις δυο άκρες ενός ελατηρίου μακριά την μια από την άλλη: μπορούμε να τραβάμε και να τραβάμε, και τελικά, αν αφιερώσουμε αρκετή ενέργεια στην προσπάθεια, το ελατήριο σπάει, αλλά δεν καταλήγουμε να έχουμε δυο απομονωμένες άκρες του αρχικού ελατηρίου. Αυτό που θα έχουμε είναι δυο κομμάτια από ελατήριο, που το καθένα τους έχει δυο άκρες. Η ιδέα ότι τα κουάρκς και τα γκλουόνια δεν μπορούν κατ’ αρχήν ποτέ να παρατηρηθούν απομονωμένα, έχει γίνει τμήμα της παραδεδεγμένης άποψης της σύγχρονης φυσικής των στοιχειωδών σωματιδίων, αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να περιγράφουμε τα νετρόνια και τα πρωτόνια και τα μεσόνια σαν αποτελούμενα από κουάρκς. Δεν μπορώ να φανταστώ τίποτε που να δυσαρεστούσε τον Ερνστ Μαχ περισσότερο».

Η ανακάλυψη των κουάρκς αποτελεί ισχυρό πλήγμα στο θετικισμό και τον εμπειρισμό. Κάθε ιδεαλιστική θεωρία που βασίζεται στην πρωταρχικότητα της «εμπειρίας» συντρίβεται από αυτές τις προόδους της σύγχρονης φυσικής που αποδεικνύουν ότι όσο πιο μακριά πηγαίνουμε από την καθημερινή εμπειρία –και τί θα μπορούσε να είναι πιο απομακρυσμένο από την εμπειρία από όσο ένα κουάρκ;– τόσο πιο κοντά πηγαίνουμε προς την κατανόηση των θεμελιωδών νόμων της φύσης.

Κοσμολογία

Η δεύτερη πρόσφατη εξέλιξη στη σύγχρονη φυσική, που έχει προσφέρει όπλα κατά του θετικισμού, έχει εγκαινιαστεί κυρίως από τον Στίβεν Χόκιν και τον Τζέιμς Χαρτλ. Η κβαντική κοσμολογία, μια συγχώνευση της κβαντομηχανικής και της ιστορίας, προτείνει ότι πηγαίνουμε από το παρόν προς το παρελθόν. Ειδικότερα, ότι μπορούμε από την ανακάλυψη των πιο θεμελιωδών νόμων της Φύσης να συναγάγουμε τις αρχικές συνθήκες από τις οποίες αναδύθηκε το σύμπαν μας. Δεν είναι παράξενο που εκείνοι οι σύγχρονοι φυσικοί που είναι θετικιστές τείνουν να στρέφουν τα νώτα στην κβαντική κοσμολογία. Για μια θεωρία που λέει ότι τίποτε δεν υπάρχει παρά μόνον όταν γίνεται αντιληπτό, τί χρησιμότητα έχει να λέει κανείς ότι το σύμπαν υπήρχε σε μια εποχή που δεν υπήρχε παρατηρητής για να το παρατηρεί;

Συμπερασματικά: η σύγχρονη φυσική βρίσκεται σε κρίση. Αυτή η κρίση είναι με κάθε έννοια η άρνηση της κρίσης που κυριαρχούσε όταν ο Λένιν έγραφε τον Υλισμό και Εμπειριοκριτικισμό. Αλλά η κρίση στα τέλη του αιώνα μας είναι πολύ πιο σοβαρή από την κρίση στις αρχές του. Αυτό που κρίνεται, για να το πούμε απλούστερα, είναι πολύ μεγαλύτερο. Κάτω από τον καπιταλισμό, η επιστήμη έχει προχωρήσει σε τέτια ύψη από όπου μπορεί να δει, και μπορεί να δείξει, όχι την γη της επαγγελίας αλλά την πολύ πραγματική υπόσχεση για μια λύση στις πιο αβάσταχτες αντιφάσεις της σύγχρονης ζωής. Αλλά, όταν τις έχει δει και τις έχει δείξει, το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος διατάζει να μην εκπληρωθούν τέτιες υποσχέσεις. Και για να μειώσει τον κίνδυνο της λαϊκής αγανάκτησης, επιστρατεύει από κάθε κατεύθυνση επιστήμονες πρόθυμους να καταγγείλουν την επιστήμη ότι τόλμησε να ξεπεράσει τα μέτρα. Αυτό είναι το πραγματικό και εντελώς αντιδραστικό ταξικό περιεχόμενο του θετικισμού, που αρνείται όχι μόνον την αντικειμενικότητα του υλικού κόσμου, αλλά ως εκ τούτου και την αντικειμενικότητα των επιστημονικών επιτευγμάτων.

Ο θετικισμός γίνεται το όχημα για μια επίθεση στην ίδια την επιστήμη. Αρκούν λίγες παραπομπές. Ο Τόμας Κουν στο έργο του: Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων επιτίθεται στην άποψη ότι η επιστήμη προχωρεί προς την απόλυτη αλήθεια: «Ίσως, για να είμαστε ακριβέστεροι, να χρειαστεί να εγκαταλείψουμε την αντίληψη, άμεση ή έμμεση, ότι οι αλλαγές παραδείγματος φέρνουν τους επιστήμονες και εκείνους που μαθαίνουν από αυτούς όλο και πιο κοντά στην αλήθεια». Ο Άντριου Πίκεριν, στο βιβλίο του Κατασκευάζοντας Κουάρκς, ισχυρίζεται ότι οι θεωρίες της σύγχρονης φυσικής προσδιορίζονται κοινωνικά και πολιτιστικά, και επομένως δεν έχουν περισσότερη αντικειμενικότητα ούτε αξίζουν περισσότερο την προσοχή μας από οποιοδήποτε άλλο σύνολο απόψεων με ένα άλλο σύνολο κοινωνικών και πολιτιστικών προσδιορισμών:

«Και, με δεδομένη την εκτεταμένη εκπαίδευσή τους σε εξεζητημένες μαθηματικές τεχνικές, η κυριαρχία των μαθηματικών στις περιγραφές της πραγματικότητας από τους φυσικούς των σωματιδίων εξηγείται το ίδιο εύκολα με την αγάπη που τρέφουν οι εθνικές ομάδες για την μητρική τους γλώσσα. Σύμφωνα με την άποψη που υποστηρίζεται σ’ αυτό το κεφάλαιο, όταν κανείς σχηματίζει μια άποψη για τον κόσμο, δεν έχει καμιά υποχρέωση να πάρει υπόψη του αυτά που λέει η επιστήμη του 20ου αιώνα».

Η φιλόσοφος Σάντρα Χάρντιγκ αποκαλεί την σύγχρονη επιστήμη «σεξιστική, ρατσιστική, ταξική, και πολιτιστικά καταπιεστική» και λέει: «Η φυσική και η χημεία, τα μαθηματικά και η λογική, φέρουν τα δακτυλικά αποτυπώματα των διακριτών πολιτιστικών δημιουργών τους στον ίδιο βαθμό με την ανθρωπολογία και την ιστορία».

Πρόκειται για επιστήμονες και συγγραφείς που τα έργα τους είναι εγχειρίδια για πανεπιστημιακά μαθήματα. Πέρα από αυτούς, επιστρατεύονται οι εκλαϊκευτές της αντιεπιστήμης σαν τον Μπράιαν Άπλγιαρντ.

* * *

Έχουμε μπροστά μας, όπως εξήγησε ο Λένιν, ένα συγκεκριμένο διεθνές ιδεολογικό ρεύμα. Είναι ιδεαλιστικό μέχρι το κόκκαλο, αλλά δεν εξαρτάται από κανένα φιλοσοφικό σύστημα από μόνο του. Είναι αποτέλεσμα αιτιών που βρίσκονται έξω από τη σφαίρα της φιλοσοφίας.

Αυτό το ιδεολογικό ρεύμα τροφοδοτείται από πολλές κατευθύνσεις. Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνούν όλες μεταξύ τους. Ο αγνωστικισμός και ο θετικισμός της πλειοψηφίας των θεωρητικών φυσικών έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης, παρά τη θέληση αυτών των φυσικών, από τις πιο χυδαίες αντιδραστικές μορφές αντιδιανοουμενισμού.

Είναι μια μάχη. Τελικά η νίκη θα πάει στη σύγχρονη επιστήμη, επικεφαλής όλων των δυνάμεων της προόδου. Το βασικό υλιστικό πνεύμα της φυσικής, όπως όλης της σύγχρονης επιστήμης, θα ξεπεράσει όλες τις κρίσεις. Αλλά όχι χωρίς την επέμβαση μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
——————

[1]. Αυτή η δήλωση, που τόσο πολύ μοιάζει με τις ιδέες μαθηματικών όπως ο Πουανκαρέ τις διατύπωσε στις αρχές αυτού του αιώνα, ότι «η ύλη εξαφανίστηκε», μπορεί να φαίνεται ότι σημαίνει πως ο Γουάινμπεργκ είναι επίσης θετικιστής. Δεν είναι καθόλου έτσι. Ο Γουάινμπεργκ είναι υλιστής, αν και αφελής υλιστής. Η άγνοια για την ανάπτυξη της υλιστικής φιλοσοφίας, για την ύλη σαν φιλοσοφική κατηγορία, τον οδήγησε να κάνει αυτή τη δήλωση.

[2]. Τη στιγμή της ματαίωσης, το κόστος είχε φτάσει τα 11 δισ. δολάρια.


Πίσω στους Διάφορους Συγγραφείς
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη