Marxistbooks> Βιβλιοθήκη > Λεόν Τρότσκι> Τα Εγκλήματα του Στάλιν


Λεόν Τρότσκι

ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ
ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)



Γράφτηκε: στο τέλος του 1936 – αρχές του 1937 τη στιγμή που ο Στάλιν με δίκες ή χωρίς δίκες δολοφονούσε κατά χιλιάδες τους μπολσεβίκους ηγέτες
Μεταφράστηκε: στα ελληνικά το 1962 από τον αείμνηστο σύντροφο Λ. ΜΙΧΑΗΛ (Μιχάλη Λίλλη)
Εκδόθηκε: αμέσως από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ” και το 1984 από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΑΛΛΑΓΗ”
Επιμέλεια - Σύνταξη: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, 20 Οκτώβρη 2009




ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

    Αυτό το συγκλονιστικά αποκαλυπτικό βιβλίο γράφτηκε πριν από ένα τέταρτο αιώνα, όταν στη χώρα των Σοβιέτ συν­τελούνταν ένα από τα πιο φριχτά εγκλήματα του καιρού μας που μόνο με τις γενοκτονίες του Χίτλερ θα μπορούσε να συγκριθεί.
    Τα θύματα της σταλινικής τυραννίας, που συσσωρεύον­ταν ολοένα ύστερα από την έκδοση του βιβλίου και δε σταμά­τησαν με τη δολοφονία του συγγραφέα του, υπολογίζονται σή­μερα σε εκατομμύρια. Στη συνεδρίαση της Κ.Ε. του Σοβιετι­κού Κ.Κ. τον Ιούλη του 1957, ο Νικήτα Χρουστσόφ μίλησε για 1.600.000 εξοντωμένους σοβιετικούς κομμουνιστές, μα ο πραγματικός αριθμός φαίνεται πως είναι πολύ μεγαλύτερος – χωρίς να λογαριάσουμε εκείνους που πέρασαν από τις φυλα­κές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που ξεπερνάνε τα 20.000.000 –μιλάμε μόνο για τους νεκρούς. Και δω ο Στάλιν ε­πισκιάζει το Χίτλερ : τα θύματά του δεν είναι παρμένα από το σωρό, μα διαλεγμένα ανάμεσα σ’ ό,τι καλύτερο έχει να δό­σει ολόκληρη ιστορική εποχή.
    Και δεν είναι μόνο Ρώσοι: ανάμεσα τους υπάρχουν χι­λιάδες επίλεκτοι επαναστάτες εργάτες και διανοούμενοι απ’ όλα τα μέρη του κόσμου και την Ελλάδα. Τόπος του εγκλή­ματος δεν είναι μόνον η Ρωσία, μα ολόκληρος ο πλανήτης που σε μιαν απόμακρη γωνιά του, κατατρεγμένος από τις πολυπλό­καμες δυνάμεις της αντίδρασης, ο συγγραφέας αυτού του βι­βλίου έπεσε με σπασμένο το κρανίο από ένα σμπίρο τον Στά­λιν –που φιλοξενείται σήμερα στη «σοσιαλιστική» Τσεχοσλο­βακία.
    Ήρθε ύστερα o δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, με τις α­νείπωτες σφαγές του στα μέτωπα και στα μετόπισθεν, με τα Μπούνχεβαλντ και τα Άουσβιτς, με τα Ναγκασάκι και τις Χιροσίμα, για να επισκιάσει τα εγκλήματα του Στάλιν κι όλα φάνηκαν για μια στιγμή να καταποντίζονται μέσα στον ωκεα­νό της λησμοσύνης. Μα να που «Η Ιστορία δε θα συγχωρέσει ούτε για μια σταλαγματιά αίμα που προσφέρθηκε στον καινούργιο Μολώχ της αυθαιρεσίας και του προνομίου» –λέει προφητικά ο Λ. Τρότσκι στο τέλος τον βιβλίου του. Πραγμα­τικά, τα τελευταία γεγονότα που διαδραματίζονται στην ΕΣΣΔ δείχνουν πως η ανθρωπότητα δεν μπορεί ούτε να λησμονήσει, ούτε να συγχωρέσει.
    Το Δεκέμβρη του 1916, όταν το αφρισμένο κύμα της λαϊ­κής οργής χτυπούσε κιόλας τις πόρτες του παλατιού, οι πρίγκιπες του τελευταίου τσάρου σκότωναν τον απαίσιο Ρασπού­τιν ελπίζοντας να εξευμενίσουν έτσι τις δυνάμεις της επανά­στασης και να σώσουν το θρόνο και το καθεστώς. Οι πρίγκι-πες του Στάλιν κάνουν κάτι λιγότερο: περιορίζονται σε μια μεταθανάτια εικονοκλασία –πάντα για τον ίδιο σκοπό και με την ίδια ελπιδα.
    Όσο κι αν όλο αυτό το όργιο αίματος και βούρκου κα­τευθυνόταν προσωπικά από τον Στάλιν και φέρνει τη σφρα­γίδα της νερωνικής του μορφής, δεν μπορεί νά ’γινε από έναν μό­νον άνθρωπο. Χρειαζόντανε γι’ αυτό κατάλληλοι συνεργάτες και εκτελεστές και πάνω απ’ όλα ένα ολοκληρωτικά αντιδρα­στικό πολιτικό καθεστώς. Η χρουστσοφική άποψη της «προσωπολατρίας» είναι μια εξήγηση λειψή και ύπουλη που προσ­παθεί να μεταθέσει τις ευθύνες από το καθεστώς του γρα­φειοκρατικού βοναπαρτισμού στα κακά ένστικτα ενός ανθρώ­που.
    Εξηγεί τα εγκλήματα του Στάλιν με την ψυχοπαθολογία κι όχι με την κοινωνιολογία. Μέσα σε ποιές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, λοιπόν, φύτρωσε και γιγάντωσε το φαινό­μενο της «προσωπολατρίας»; Την απάντηση στο θεμελιακό αυτό ερώτημα την δίνει ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου που δεν περιορίζεται να καταγγείλει το έγκλημα, να αποκαλύψει το ψέμα και την απάτη που κρύβονται πίσω από τις βδελυρές δι­καστικές σκηνοθεσίες της Μόσχας, να βροντοφωνήσει το αμεί­λικτο «Κατηγορώ» του, μα και να χαράζει την πορεία μιας βοναπαρτιστικής τυραννίας που είναι καταδικασμένη από τους ιστορικούς νόμους και που κανένα τέχνασμα δε θα μπορέσει να την σώσει.

ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΔΙΚΗΣ

Κογιοακάν – 21 Γενάρη 1937. Στις 19 του Γενάρη, το πρακτορείο ΤΑΣ ανάγγειλε για τις 23 την έναρξη μιας καινούργιας δίκης «τροτσκιστών&#`87; (Ράντεκ, Πιατάκοβ και άλλοι...). Ξέραμε από καιρό ότι προετοιμαζόταν, μα αναρωτιόμασταν αν η σοβιετική κυβέρ­νηση θα αποφάσιζε να την σκαρώσει ύστερα από την εξαιρετικά δυσμενή εντύπωση που προκάλεσε η δίκη Ζινόβιεφ. Αυτή η κυ­βέρνηση επαναλαβαίνει τη μανούβρα που μεταχειρίστηκε με την ευκαιρία της δίκης των Δεκάξι: σε τέσσερεις μέρες οι διεθνείς ερ­γατικές οργανώσεις δε θά ’χουν τον καιρό να επέμβουν, οι οχληροί μάρτυρες που βρίσκονται στο εξωτερικό δε θα μπορέσουν να γνω­στοποιήσουν την ύπαρξή τους, οι ανεπιθύμητοι ξένοι δε θα μπο­ρέσουν ούτε να επιχειρήσουν καν να πάνε στη Μόσχα. Όσο για τους δοκιμασμένους και μισθοδοτούμενους «φίλους», αυτοί προσκλή­θηκαν έγκαιρα, έτσι που να εγκωμιάσουν έπειτα τη δικαιοσύνη του Στάλιν - Βισίνσκι. Όταν θα δημοσιεύονται στον Τύπο αυτές οι γραμμές, η δίκη θά ’χει τελειώσει, οι καταδικαστικές αποφάσεις θά ’χουν ίσως εκτελεστεί. Το σχέδιο των σκηνοθετών είναι ολοκά­θαρο: να αιφνιδιάσουν την κοινή γνώμη και να την εκβιάσουν. Γι’ αυτό το πιο σημαντικό είναι να χυθεί φως πάνω στην απαίσια σκευωρία, στους σκοπούς της και στις μέθοδές της, προτού αυτή μπει σε κίνηση. Δε θα πρέπει να ξεχνάει κανείς ότι τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές το κατηγορητήριο δεν έχει ακόμα δημο­σιευτεί κι ούτε έχει δοθεί στις εφημερίδες ο πλήρης κατάλογος των κατηγορούμενων.

Η δίκη των Δεκάξι έγινε το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυ­γούστου 1936. Στα τέλη του Νοέμβρη ξετυλίχτηκε ξαφνικά, στα βάθη της Σιβηρίας, μια δεύτερη δίκη «τροτσκιστών» που συμπλή­ρωνε τη δίκη Ζινόβιεφ - Κάμενεφ και προετοίμαζε τη δίκη Ράν­τεκ - Πιατάκοβ. Το πιο αδύνατο σημείο της δίκης των Δεκάξι (που δεν είχε άλλωστε ισχυρά σημεία, εκτός από το μάουζερ των δημίων) είταν η τερατώδης κατηγορία για σύνδεσμο με τη Γκεστάπο. Εξαιρετικά σοβαρή αυτή η κατηγορία, στηριζόταν μόνο στα λεγόμενα άγνωστων ανθρώπων τόσο αμφίβολων όσο οι Όλμπεργκ και οι Ντάβιντ, λεγόμενα, που δεν στηρίζονταν με τη σειρά τους σε τίποτα. Μια δεύτερη δίκη γινόταν αναγκαία για την επι­κύρωση της πρώτης. Μα προτού αποφασιστεί μια μεγάλη παρά­σταση στη Μόσχα, έγινε μια δοκιμή στην επαρχία. Αυτή τη φορά έγινε στο Νοβοσίμπιρσκ, σε μεγάλη απόσταση από την Ευ­ρώπη, από τους ξένους δημοσιογράφους και γενικά από τα οχληρά βλέμματα. Η δίκη του Νοβοσίμπιρσκ στάθηκε αξιόλογη από το γε­γονός ότι εμφανίστηκε στη σκηνή ένας Γερμανός μηχανικός, ψεύ­τικος ή αληθινός πράκτορας της Γκεστάπο. Έπειτα, με τη βοήθεια των τυπικών ομολογιών, αποκαταστάθηκε ο σύνδεσμός του με Σιβιριανούς «τροτσκιστές», ψεύτικους ή αληθινούς, που μου είταν όπως και νά ’ναι ολότελα άγνωστοι. Το κυριότερο κεφάλαιο της κα­τηγορίας αυτή τη φορά δεν είταν η τρομοκρατία, μα το «σαμπο­τάζ της βιομηχανίας».

Ποιοί είναι αυτοί οι Γερμανοί μηχανικοί και τεχνικοί που συλ­λαμβάνονται σ’ όλες τις γωνιές της χώρας και που προορίζονται ο­λοφάνερα να ενσαρκώσουν το σύνδεσμο ανάμεσα στους τροτσκιστές και τη Γκεστάπο; Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να διατυπώσω εδώ μιαν υπόθεση. Οι Γερμανοί που, με τις τωρινές σχέσεις της Γερμανίας και της ΕΣΣΔ, αποφασίζουν να παραμείνουν στην υπη­ρεσία της σοβιετικής κυβέρνησης μπορούν από τα πριν να διαιρε­θούν σε δυο ομάδες: πράκτορες της Γκεστάπο και πράκτορες της Γκεπεού. Ορισμένοι κρατούμενοι φαίνεται ν’ ανήκουν και στις δυο ομάδες: πράκτορες της Γκεστάπο παρασταίνουν τους κομμουνιστές και εισχωρούν στη Γκεπεού· κομμουνιστές, εκπαιδευμένοι από τη Γκεπεού, παρασταίνουν τους φασίστες για να γνωρίσουν τα μυ­στικά της Γκεστάπο. Όλοι αυτοί οι πράκτορες ακολουθούν ένα στενό μονοπάτι ανάμεσα σε δυο βάραθρα. Μπορεί να φανταστεί κα­νείς πρόσωπα πιο κατάλληλα για όλα τ’ αμαλγάματα, για όλες τις δικαστικές άπατες;

Είναι πολύ πιο δύσκολο να καταλάβουμε από πρώτη άποψη την υπόθεση Πιατάκοβ - Ράντεκ - Σερεμπριάκοβ. Μέσα στα τε­λευταία οκτώ ή εννιά χρόνια, αυτοί οι άνθρωποι, προπαντός οι δυο πρώτοι, υπηρέτησαν όσο μπορούσαν καλύτερα τη γραφειοκρα­τία, κατάτρεξαν την Αντιπολίτευση, ύμνησαν τη δόξα των αρχη­γών, στάθηκαν συνάμα θεράποντες και στολίδια του καθεστώτος. Γιατί ο Στάλιν νά ’χει ανάγκη απ’ τα κεφάλια τους;

Γιος μεγάλου ζαχαροβιομήχανου της Ουκρανίας, ο Πιατάκοβ έλαβε γερή μόρφωση, προπαντός μουσική. Γνωρίζει πολλές γλώσ­σες, καταπιάστηκε με την πολιτική οικονομία κ’ έγινε ειδικός στα τραπεζικά ζητήματα. Σε σχέση με το Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ, ανήκε στη νέα γενιά, αφού είναι σήμερα μόλις 46 χρονών.

Στην Αντιπολίτευση, ή καλύτερα στις διάφορες αντιπολιτεύσεις, κατέλαβε σημαντική θέση. Στον παγκόσμιο πόλεμο, χτύπησε τον Λένιν μαζί με τον Μπουχάριν, που είταν τότε στην άκρα αριστερά, προπαντός πάνω στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνικοτήτων. Στην ειρήνη του Μπρεστ - Λίτοβσκ, ο Πιατάκοβ, ο Μπουχάριν, ο Ράντεκ, ο Γιαροσλάβσκι, ο μακαρίτης ο Κουϊμπίσεφ άνηκαν στη φρά­ξια των «αριστερών κομμουνιστών». Στην πρώτη φάση του εμφυλίου πολέμου, ο Πιατάκοβ είταν στην Ουκρανία αποφασιστικός αντί­παλος της στρατιωτικής πολιτικής μου. Από το 1923, ενώθηκε με τους «τροτσκιστές» και είταν στο διευθυντικό πυρήνα μας. Είναι ένας από τους έξι αγωνιστές που αναφέρονται από το Λένιν στη Διαθήκη του (Τρότσκι, Στάλιν, Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Μπουχάριν, Πιατάκοβ). Σημειώνοντας τις μεγάλες του ικανότητες, ο Λένιν προσθέτει πως δεν μπορεί να τον θεωρεί κανείς για σίγουρο στην πολιτική, γιατί, όπως κι ο Μπουχάριν, έχει σκέψη φορμαλιστική, στερημένη από διαλεκτική ευστροφία. Αντίθετα από το Μπουχά­ριν, οι διοικητικές του ικανότητες είναι εξαιρετικές και είχε την ευκαιρία να τις φανερώσει κάτω από το σοβιετικό καθεστώς. Κατά το 1925 ο Πιατάκοβ βρέθηκε κουρασμένος από την Αντιπολίτευση και γενικότερα από την πολιτική. Οι διοικητικές του ασχολίες τού ’διναν αρκετές ικανοποιήσεις. Από αδράνεια και προσωπικές σχέσεις, έμεινε «τροτσκιστής» ως το τέλος του 1927, μα με το πρώ­το κιόλας κύμα διωγμών έκοψε αποφασιστικά μ’ αυτό το παρελθόν, κατάθεσε τα αντιπολιτευόμενά του όπλα και πολιτογραφήθηκε αμέ­σως γραφειοκράτης. Ενώ ο Ζινόβιεφ κι ο Κάμενεφ, με όλες τις αποκηρύξεις τους, παράμεναν στη σκιά, ο Πιατάκοβ έγινε δεκτός στην Κεντρική Επιτροπή και έλαβε το χαρτοφυλάκιο του υφυπουρ­γού στη βαριά βιομηχανία. Με τη μόρφωσή του, τις ικανότητές του, τη συστηματική του σκέψη, τις οργανωτικές του συλλήψεις, είναι πολύ πάνω από τον επίσημο προϊστάμενο της βαριάς βιο­μηχανίας Ορντζονικίντζε, που διαθέτει περισσότερη εξουσία και που η εξουσία του είναι περισσότερο του Πολιτικού Γραφείου, του καταναγκασμού, του υβρεολόγιου, της προσταγής... Και να που στα 1936, ο άνθρωπος που σχεδόν επί δώδεκα χρόνια διεύθυνε τη βιομηχανία, αποκαλύπτεται ότι στην πραγματικότητα δεν είναι παρά «τρομοκράτης», σαμποταριστής και πράκτορας της Γκεστάπο. Τι να πει κανείς;

Ο Ράντεκ –είναι σήμερα 54 χρονών– δεν είναι παρά δημο­σιογράφος. Έχει όλες τις λαμπρές ιδιότητες των ανθρώπων αυτού του είδους, μα και όλα τα ελαττώματά τους. Η μόρφωση του είναι μάλλον μόρφωση ενός μεγάλου φιλαναγνώστη. Η γνώση του πο­λωνικού εργατικού κινήματος, η μακρόχρονη συμμετοχή στη γερμανική σοσιαλδημοκρατική κίνηση, η προσεχτική παρακολούθηση του διεθνούς Τύπου, κυρίως αγγλικού και αμερικάνικου, πλάτυναν τους ορίζοντες του, έδοσαν μια καινούργια ευκινησία στη σκέψη του, την εξοπλισμένη με άπειρα παραδείγματα, συγκρίσεις και τέλος ανέκδοτα. Μα του λείπει κείνο που ο Λασάλε αποκαλούσε «φυσική δύναμη της νόησης». Στις διάφορες πολιτικές ομάδες ο Ράντεκ είταν πιότερο μουσαφίρης παρά πραγματικός αγωνιστής. Η σκέψη του είναι πάρα πολύ παρορμητική και ευμετάβολη για συστηματική δράση. Τα άρθρα του διδάσκουν πολλά. Οι παραδο­ξολογίες του μπορούν να παρουσιάσουν ένα ζήτημα από απροσδό­κητη σκοπιά, μα δεν υπήρξε ποτέ πολιτική προσωπικότητα. Η φήμη που του δίνει, σε ορισμένες εποχές, αποφασιστική επίδραση στο Επιτροπάτο των Εξωτερικών είναι αβάσιμη. Το Πολιτικό Γραφείο εκτιμούσε το ταλέντο του Ράντεκ, μα δεν πήρε ποτέ τον Ράντεκ πολύ στα σοβαρά.

Από το 1923, ο Ράντεκ ταλαντεύτηκε ανάμεσα στην Αριστερή Αντιπολίτευση στη Ρωσία και τη Δεξιά Αντιπολίτευση του γερμα­νικού κομμουνισμού (Μπράντλερ, Ταλχάιμερ). Τη στιγμή της ρήξης ανάμεσα Ζινόβιεφ και Στάλιν, επιχείρησε να πείσει την Αρι­στερή Αντιπολίτευση να κάνει μπλοκ με το Στάλιν. Ανήκε έπειτα για δυο ή για τρία χρόνια στην Αριστερή Αντιπολίτευση («τροτσκιστική») και μαζί της στο αντιπολιτευτικό μπλοκ (Τρότσκι -Ζινόβιεφ). Μα και δω ακόμα δεν έπαψε να ελίσσεται πότε προς τα δεξιά, πότε προς τα αριστερά. Το 1929 συνθηκολογεί, κι αυτό δεν γίνεται με υστεροβουλία, γίνεται με αφοσίωση, οριστικά, αμετάκλητα, για να καταντήσει ο πιο ονομαστός δημοσιογράφος της γραφειοκρατίας. Δεν υπάρχει κατηγορία, που να μην την ρίχνει πάνω στην Αντιπολίτευση, δεν υπάρχει εγκώμιο που να μην το προσφέρει στο Στάλιν. Γιατί λοιπόν βρίσκεται κι αυτός στο εδώλιο του κατηγορούμενου;

Δυο άλλοι κατηγορούμενοι, όχι λιγότερο σπουδαίοι, ανήκουν στην ίδια γενιά με τον Πιατάκοβ. Ο Σερεμπριάκοβ είναι ένας από τους πιο αξιόλογους μπολσεβίκους εργάτες, από τους λιγοστούς οικοδόμους του Κόμματος τα δύσκολα χρόνια ανάμεσα στις δυο επαναστάσεις (1905-1917). Τον καιρό του Λένιν άνηκε στην Κεντρική Επιτροπή και είταν μάλιστα, ορισμένη εποχή, γραμ­ματέας της. Το τακτ και η λεπτότητα του τού επιτρέψανε να παίξει σημαντικό ρόλο στο ξεκαθάρισμα πολλών εσωκομματικών συγκρού­σεων. Ήρεμος, καλοσυνάτος, δίχως φιλοδοξία, ο Σερεμπριάκοβ είχε ανάμεσα στους συντρόφους πλατιές συμπάθειες. Ως το τέλος του 1927, είταν ένας από τους ηγήτορες της Αριστερής Αντιπολίτευσης πλάι στον Ι.Ν.Σμίρνοφ, τον τουφεκισμένο της δίκης των Δεκάξι. Αναμφισβήτητα διευκόλυνε σε υπέρτατο σημείο την προσέγγισή μας με την ομάδα Ζινόβιεφ («Αντιπολίτευση του 1926») και βοήθησε να εξομαλυνθούν οι προστριβές στους κόλπους του μπλοκ που μπόρεσε έτσι να συγκροτηθεί. Η θερμιδοριανή πίεση θα τον τσάκιζε όπως πολλούς άλλους. Αφού παραιτήθηκε από κάθε πολιτική δράση, ο Σερεμπριάκοβ συνθηκολόγησε μπροστά στη διευθύνουσα φατρία με τρόπο, είν’ αλήθεια, πιο αξιοπρεπή από ορισμένους, μα όχι και λιγότερο αποφασιστικό. Από την εξορία γύρισε στη Μόσχα, στάλθηκε με αποστολή στις Ενωμένες Πολι­τείες και εκπλήρωσε αθόρυβα τα καθήκοντά του σαν ανώτερος υπάλληλος στους σιδηροδρόμους. Όπως αρκετοί συνθηκολόγοι, είχε μισοξεχάσει το αντιπολιτευτικό του παρελθόν. Μα με δια­ταγή της Γκεπεού, οι κατηγορούμενοι της δίκης των Δεκάξι δή­λωσαν πώς σχετιζόταν με την «τρομοκρατία» που οι ίδιοι είταν ολότελα ξένοι μ’ αυτήν...

Ο Σοκόλνικοβ, ο τέταρτος κατηγορούμενος, γύρισε από την Ελβετία στη Ρωσία, τον Απρίλη του 1917, με το λεγόμενο σφραγισμένο βαγόνι και έγινε αμέσως ένας από τους πιο επιφανείς αγωνιστές του μπολσεβίκικου κόμματος. Τους αποφασιστικούς μή­νες της επαναστατικής χρονιάς, ο Σοκόλνικοβ συνεργάζεται με τον Στάλιν στο κεντρικό όργανο του Κόμματος. Και ενώ ο Στάλιν, αν­τίθετα από το μύθο που πλάστηκε κατοπινά, κρατάει σ’ όλες τις κρίσιμες στιγμές στάση αναμονής ή ταλάντευσης, έντονα αποτυπω­μένη στα πρακτικά της ΚΕ που δημοσιεύτηκαν κατόπι, ο Σο­κόλνικοβ ακολουθεί δραστήρια την πολιτική που αποκαλούνταν τότε πολιτική «Λένιν και Τρότσκι». Στον εμφύλιο πόλεμο εκπλη­ρώνει τις υψηλότερες αποστολές και διοικεί για ένα διάστημα την 8η στρατιά στο νότιο μέτωπο. Στη διάρκεια της ΝΕΠ, επίτροπος του λαού στα Οικονομικά, δημιουργεί ένα τσερβόνετς [1]. αρκετά σταθερό. Αργότερα αντιπροσωπεύει την ΕΣΣΔ στο Λονδίνο. Προι­κισμένος με πολλά χαρίσματα, οπλισμένος με γερή μόρφωση, βλέ­ποντας τα πράγματα στη διεθνική τους κλίμακα, ο Σοκόλνικοβ υπό­κειται ωστόσο, καθώς και ο Ράντεκ, σε μεγάλους δισταγμούς. Στα πιο σπουδαία οικονομικά προβλήματα οι συμπάθειές του πήγαν με τη Δεξιά του Κόμματος. Ποτέ δεν μπήκε στο αντιπολιτευτικό μπλοκ που σχηματίστηκε στα 1926-1927. Διακήρυξε τη συμφωνία του με την επίσημη πολιτική στο 15ο Συνέδριο που αποφάσισε τον αποκλεισμό της Αριστερής Αντιπολίτευσης (τέλος του 1927). Ξα­ναβγήκε αμέσως στην Κ.Ε. Όπως γενικά οι συνθηκολόγοι, δεν θά ’παιζε πια κανένα πολιτικό ρόλο. Όμως, αντίθετα από τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ, προσωπικότητες ολότελα ξεχωριστές, που ο Στάλιν τις φοβόταν ακόμα και στην ταπείνωσή τους, ο Σοκόλνικοβ, όπως κι ο Ράντεκ και ο Πιατάκοβ, γρήγορα αφομοιώ­θηκε από τη γραφειοκρατία σαν ανώτερος σοβιετικός υπάλληλος. Δεν είναι καταπληκτικό να βλέπεις να τον κατηγορούν για τα χειρότερα εγκλήματα εναντίον του κράτους ύστερα από δεκάχρονη ειρηνική συνεργασία; [2].

Τον Αύγουστο οι Δεκάξι κατηγορούμενοι, πλειοδοτώντας ο έ­νας με τον άλλο και όλοι μαζί με τον εισαγγελέα, απαιτούσαν την κεφαλική ποινή. Χτεσινοί τρομοκράτες επικίνδυνοι, δεν είταν πια παρά αυτομαστιγούμενοι και επιζητούσαν το στεφάνι του μαρτυ­ρίου. Ο Πιατάκοβ και ο Ράντεκ έγραφαν κείνη τη στιγμή στην «Πράβδα» μανιακά άρθρα αξιώνοντας για κάθε κατηγορούμενο πολλούς θανάτους. Όταν θα δημοσιεύονται στον Τύπο αυτές εδώ οι γραμμές, το πρακτορείο ΤΑΣ θα έχει αναγγείλει χωρίς άλλο ότι ο Ράντεκ και ο Πιατάκοβ, ομολογώντας τα δικά τους φανταστικά εγκλήματα, απαιτούν με τη σειρά τους τη θανατική ποινή...

Για να δόσει στις ιεροεξεταστικές του δίκες τουλάχιστο μια πειστική επίφαση, ο Στάλιν οφείλει να παρουσιάσει σ’ αυτές πα­λιούς μπολσεβίκους γνωστούς και με κύρος. «Είναι αδύνατο αυτοί οι ατσαλωμένοι επαναστάτες να αυτό-συκοφαντούνται τόσο τερατώδικα», θα πει ο μέσος ηλίθιος. «Εξάλλου είναι αδύνατο ο Στά­λιν να τουφεκίζει τους πρώην συντρόφους του αν δεν έχουν κάνει κανένα έγκλημα». Οι υπολογισμοί του κύριου οργανωτή των δικών της Μόσχας, αυτού του Καίσαρα Βοργία του καιρού μας, στηρί­ζονται ίσα - ίσα στην αναρμοδιότητα, την απλοϊκότητα και την ευκολοπιστία του μέσου ανθρώπου.

Στη δίκη των Δεκάξι, ο Στάλιν έριξε τα ισχυρότερα ατού του, το Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ. Μέσα στη μετριότητά του, που βρίσκεται κάτω από την πρωτόγονη δολιότητά του, υπολόγιζε σταθερά ότι οι ομολογίες του Ζινόβιεφ και του Κάμενεφ, επικυρω­μένες με εκτελέσεις, θα έπειθαν την υφήλιο. Τα πράγματα δεν έγιναν έτσι. Κανείς δεν πείστηκε. Οι πιο διορατικοί παράμεναν δύσπιστοι. Η δυσπιστία τους, ενισχυμένη με την κριτική, απλώνεται σε κύκλους ολοένα και πιο πλατιούς. Οι σοβιετικοί ιθύνοντες δε θα μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να το δεχτούν αυτό: η εθνική και διεθνής υπόληψή τους ανεβοκατεβαίνει ανάλογα με τη στάθμη των δικών της Μόσχας.

Στις 15 Σεπτέμβρη του περασμένου χρόνου, δυο βδομάδες ύστερα από τον περιορισμό μου στη Νορβηγία, έγραψα σ’ ένα μήνυμά μου στον Τύπο: «Η δίκη της Μόσχας, αν τη δούμε μέσα στον καθρέφτη της παγκόσμιας κοινής γνώμης, είναι τρομερό φιάσκο... Η διευθύνουσα φατρία δε θα το υπομείνει αυτό. Όπως ύστερα από την κατάρρευση της πρώτης δίκης Κίροφ (Γενάρης 1935) χρειάστηκε να προετοιμάσει μια δεύτερη δίκη (Αύγουστος 1936), έτσι δε θα παραλείψει να ανακαλύψει τώρα, για να στηρίξει τις κατηγορίες που διατυπώνει εναντίον μου, καινούργιες τρομοκρατικές επιθέσεις, καινούργιες συνωμοσίες κλπ.». Η νορ­βηγική κυβέρνηση κατακράτησε τη δήλωση μου, μα τα γεγονότα την επιβεβαίωσαν. Χρειαζόταν μια δεύτερη δίκη για να επικυ­ρώσει την πρώτη, να γεμίσει τα κενά, να σκεπάσει τις αντιφάσεις που αποκαλύφτηκαν ήδη απ’ την κριτική.

Ο Ράντεκ, ο Πιατάκοβ, ο Σερεμπριάκοβ, ο Σοκόλνικοβ, αφή­νοντας κατά μέρος τον Ρακόβσκι που δεν τον άγγιξαν ακόμα, είναι οι πιο αξιόλογοι επιζώντες συνθηκολόγοι. Ο Στάλιν αποφάσισε όπως φαίνεται να τους θυσιάσει για να γεμίσει τα κενά της πρώ­της του δίκης. Κι άλλωστε όχι μόνο γι’ αυτό. Στη δίκη των Δεκάξι δεν γινόταν λόγος παρά για την τρομοκρατία, και χρόνια τρομοκρατίας, περιορίζονταν πραγματικά στη δολοφονία του Κί­ροφ, πολιτικού προσώπου δεύτερης σειράς, από τον άγνωστο Νικολάγιεφ (με την άμεση συνδρομή της Γκεπεού, όπως το απόδειξα κιόλας από το 1934). Αυτό το έγκλημα είχε πληρωθεί ήδη με 200 τόσες εκτελέσεις με δίκη ή χωρίς δίκη! Δε μπορούσαν ωστόσο να χρησιμοποιούν επ’ άπειρο το κουφάρι του Κίροφ για να εξοντώσουν όλη την Αντιπολίτευση· τόσο πιο πολύ όσο οι πραγματικοί αντιπολιτευόμενοι, κείνοι που δεν συνθηκολόγησαν, δεν εγκαταλείψανε από το 1928 τη φυλακή και την εξορία. Η καινούργια δίκη χρειάζεται λοιπόν καινούργιες κατηγορίες: οικονομικό σαμποτάζ, κατασκοπεία, απόπειρα παλινόρθωσης του καπιταλισμού, απόπειρες «μαζικής εξόντωσης των εργατών»! Κάτω απ’ αυτούς τους τί­τλους μπορείς να βάλεις ό,τι θέλεις. Αν ο Πιατάκοβ, που σε δυο πεντάχρονες περίοδες διεύθυνε πραγματικά την εκβιομηχάνιση, αποκαλύπτεται σαν ο μεγάλος οργανωτής του σαμποτάζ, τί να πεις τότε για τους κοινούς θνητούς; Η γραφειοκρατία θα επιχειρήσει, προχωρώντας, να φορτώσει τις οικονομικές της αποτυχίες, τους σφαλερούς της υπολογισμούς, τις σπατάλες της, τις καταχρήσεις της, στους... τροτσκιστές που ο ρόλος τους στην ΕΣΣΔ είναι ακρι­βώς ίδιος με κείνο που αποδίνουν στους κομμουνιστές στη Γερ­μανία. Φαντάζεται κανείς τι ατιμίες, τι υπαινιγμούς και τι κατη­γορίες θ’ απευθύνουν εναντίον μου!

Η καινούργια δίκη φαίνεται πως πρέπει να λύσει ακόμα ένα πρόβλημα. Η «τροτσκιστική τρομοκρατία», σύμφωνα με τη δίκη των Δεκάξι, πρωταρχίζει από τα 1932, πράγμα που κάνει απρό­σιτους στο δήμιο τους τροτσκιστές που βρίσκονται στη φυλακή από το 1928. Πάω να πιστέψω πως θα υποχρεώσουν τους κατηγορουμέ­νους της τωρινής δίκης να ομολογήσουν εγκλήματα ή εγκληματικά σχέδια που ανάγονται στην εποχή όπου δεν είχαν ακόμα αποκη­ρύξει τις ιδέες τους. Σ’ αυτή την περίπτωση εκατοντάδες παλιοί αντιπολιτευόμενοι θα πέσουν αυτόματα κάτω απ’ τα πιστόλια.

Μα μπορεί να παραδεχτεί κανείς ότι ο Ράντεκ, ο Πιατάκοβ, ο Σοκόλνικοβ, ο Σερεμπριάκοβ –και άλλοι– θα μπουν στο δρόμο των ομολογιών ύστερα από την τραγική πείρα των Δεκάξι; Ο Ζινόβιεφ κι ο Κάμενεφ είχαν μιαν ελπίδα σωτηρίας. Τους ξεγέ­λασαν. Πλήρωσαν με τον φυσικό τους θάνατο ομολογίες που σή­μαιναν το ηθικό τους τέλος. Ο Ράντεκ και οι συγκατηγορούμενοί του δεν τό ’χουν καταλάβει αυτό το μάθημα; Θα το μάθουμε τις μέ­ρες που έρχονται. Ωστόσο θά ’ταν πλάνη να πιστέψουμε πως αυτά τα καινούργια θύματα έχουν να διαλέξουν. Ύστερα από πολύμηνη ιερή εξέταση, αυτοί οι άνθρωποι βλέπουν αργά, αδυσώπητα, το θάνατο να απλώνεται πάνω τους. Όσοι αρνούνται να ομολογήσουν αυτό που τους υπαγορεύουν, τουφεκίζονται χωρίς δίκη. Στον Ράν­τεκ, στον Πιατάκοβ, στους άλλους αφήνουν τη σκιά μιας ελπίδας. –Μα τουφεκίσατε τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ. –Ναι, τους του­φεκίσαμε γιατί αυτό είταν αναγκαίο, γιατί είταν κρυφοί εχθροί, γιατί αρνήθηκαν να ομολογήσουν τις σχέσεις τους με τη Γκεστάπο, γιατί... κλπ. Αντίθετα δεν έχουμε ανάγκη να τουφεκίσουμε εσάς. Εσείς πρέπει να μας βοηθήσετε να ξεκαθαρίσουμε για πάντα την Αντιπολίτευση και να εκθέσουμε τον Τρότσκι. Αυτή η υπηρεσία θα σας χαρίσει τη ζωή. Θα σας δόσουμε ακόμα και δουλειά σε λίγο καιρό... κλπ. –Βέβαια, ύστερα απ’ ότι έγινε, ούτε ο Ράντεκ, ούτε ο Πιατάκοβ μπορούν να δόσουν μεγάλη πίστη σε παρόμοιες υποσχέσεις. Είναι, στριμωγμένοι ανάμεσα σ’ ένα θάνατο αναπό­φευκτο και βέβαιο και... ένα θάνατο καμουφλαρισμένο με κάποιες λάμψεις ελπίδας. Σε τέτοια περίπτωση οι άνθρωποι, προπαντός οι κατατρεγμένοι, οι βασανισμένοι, οι ταπεινωμένοι, οι εξαντλημένοι κλίνουν προς την ελπιδοφόρα λάμψη...

Λόγος στη Συγκέντρωση του Ιππόδρομου της Νέας Υόρκης

Στις 9 Φλεβάρη 1937 είτανε να μιλήσω από το τηλέφωνο σε μια συγκέντρωση της Νέας Υόρκης, αφιερωμένη στις δίκες της Μόσχας. Οι φίλοι μου με προειδοποίησαν πως έπρεπε να περιμέ­νουμε σαμποτάζ από μέρους των “φίλων” της Μόσχας που, αν δεν έχουν τη συμπάθεια των μαζών, έχουν αντίθετα καταφέρει να εγ­κατασταθούν σε ορισμένες διοικητικές και τεχνικές υπηρεσίες. Όπως κ’ έγινε. Δυνάμεις σκοτεινές παρεμβλήθηκαν ανάμεσα στις εφτά χιλιάδες Νεοϋορκέζους ακροατές μου και μένα. Οι μπερδε­μένες εξηγήσεις που μου είχαν δοθεί από τους ενδιαφερόμενους τεχνικούς ανασκευάστηκαν ολότελα από σοβαρούς ειδικούς. Η πραγματική εξήγηση βρίσκεται σε λίγα γράμματα: Γκεπεού. Προ­βλέποντας το σαμποτάζ, είχα αποστείλει προκαταβολικά το κεί­μενο του λόγου μου στους οργανωτές της συγκέντρωσης. Διαβα­σμένο μπροστά σ’ ένα προσεκτικό ακροατήριο, αυτό το κείμενο δε θάμενε χωρίς αποτέλεσμα. Η συγκέντρωση στον Ιππόδρομο της Νέας Υόρκης οργανώθηκε σε μεγάλο μέρος από την Επιτροπή Έρευνας.

* * *

«Αγαπητοί ακροατές, σύντροφοι και φίλοι!

Ο πρώτος μου λόγος θα είναι για να σας παρακαλέσω να με συγχωρήσετε για την αξιοθρήνητη αγγλική προφορά μου. Ο δεύτερος λόγος μου, για να ευχαριστήσω την Επιτροπή που μού ’δοσε τη δυνατότητα να σας μιλήσω για τις δίκες της Μόσχας. Δε θα βγω ούτε μια στιγμή από το θέμα μου, πάρα πολύ πλατύ από μόνο του. Δε θα αποταθώ ούτε στα πάθη ούτε στα νεύρα, μα μόνο στο λογικό, μην αμφιβάλλοντας πως το λογικό είναι με το μέρος της αλήθειας.

Η δίκη Ζινόβιεφ - Κάμενεφ προκάλεσε ένα αίσθημα φρίκης, αναστάτωσης, αγανάκτησης ή τουλάχιστο κατάπληξης. Η δίκη Ράντεκ - Πιατάκοβ αύξησε μόνο αυτά τα αισθήματα. Να τι είναι αδιαφιλονίκητο. Να αμφιβάλλεις για τη δικαιοσύνη σ’ αυτή την περίπτωση είναι σαν να υποπτεύεσαι την απάτη. Μπορεί να φαντα­στεί κανείς υποψία πιο επιβαρυντική απέναντι σε μια κυβέρνηση που τοποθετείται κάτω από την αιγίδα του σοσιαλισμού; Η σοβιετι­κή κυβέρνηση δε θά ’πρεπε να ζητήσει να διαλύσει αυτές τις υποψίες; Το χρέος των αληθινών φίλων της ΕΣΣΔ δε θά ’πρεπε να είναι να πούνε σταθερά στους κυβερνήτες της Μόσχας να διαλύσουν με κάθε τρόπο τη δυσπιστία που προκαλεί η δικαιοσύνη της Μόσχας στη Δύση;

Αν απαντήσεις: “Έχουμε τη δικαιοσύνη μας, τα άλλα δε μας ενδιαφέρουν”, δε διαφωτίζεις έτσι τις μάζες με πνεύμα σο­σιαλιστικό, αυτό είναι σαν να κάνεις μια πολιτική γοήτρου με βάση τη μπλόφα με τον τρόπο του Χίτλερ ή του Μουσολίνι.

Οι “φίλοι της ΕΣΣΔ”, που έχουν πειστεί για την εγκυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας της Μόσχας (και πόσοι είναι αυτοί; Τι κρίμα να μη μπορεί κανείς να κάνει απογραφή των συνει­δήσεων!), ακόμα κι αυτοί οι ακλόνητοι φίλοι της γραφειοκρα­τίας πρέπει να απαιτήσουν μαζί μας το σχηματισμό μιας ερευνη­τικής Επιτροπής με κύρος. Οι κυβερνήτες της Μόσχας θά ’πρεπε να προσφέρουν σε μια τέτοια επιτροπή όλες τις αποδείξεις που διαθέτουν. Δεν μπορεί βέβαια να μη υπάρχουν, μια και οι δίκες Κίροφ οδήγησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα 49 πρόσωπα –χωρίς να λογαριάσουμε κάπου εκατόν πενήντα άλλους που τουφεκίστηκαν χωρίς δίκη.

Ας υπενθυμίσουμε ότι οι δυο δικηγόροι, ο Πριτ από το Λον­δίνο και ο Ροζανμάρκ από το Παρίσι, εγγυήθηκαν απέναντι στην παγκόσμια κοινή γνώμη για την εγκυρότητα, της μοσχοβίτικης ετυμηγορίας. Αυτά, για να μη λογαριάσουμε σαν εγγυητή το δη­μοσιογράφο Ντιούραντι. Μα ποιος θα εγγυηθεί γι’ αυτούς τους εγγυητές; Οι δυο δικηγόροι ευχαριστούν τη σοβιετική κυβέρνηση που έθεσε στη διάθεσή τους όλα τα αναγκαία διαφωτιστικά στοιχεία. Ας προσθέσουμε ότι ο Πριτ, “σύμβουλος της Βρετανικής Αυτού Μεγαλειότητας”, προσκλήθηκε στη Μόσχα έγκαιρα, ενώ η ημερομηνία έναρξης της δίκης κρατιόταν αυστηρά μυστική. Η σοβιετική κυβέρνηση λοιπόν δεν θεώρησε ανάξιο από μέρους της να καταφύγει με πλάγια μέσα στη βοήθεια ξένων δικηγόρων και δημοσιογράφων που δεν αξίζουν καμιά ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Μα όταν η Σοσιαλιστική Διεθνής και η Συνδικαλιστική Διεθνής πρότειναν να στείλουν δικηγόρους στη Μόσχα, ο σοβιετικός Τύπος τις κατηγόρησε –ούτε λίγο ούτε πολύ!– ότι υπερασπίζουν τους δολοφόνους και τη Γκεστάπο. Θα ξέρετε βέβαια πως δεν είμαι οπαδός αυτών των Διεθνών. Μα δεν είναι φανερό πως το ηθικό τους κύρος είναι άπειρα ανώτερο από το κύρος δικηγόρων με ευλύγιστη ραχοκοκαλιά; Δε δικαιούμαστε να διαπιστώσουμε ότι η κυβέρνηση της Μόσχας δέχεται να παραμε­λήσει το γόητρο της προβάλλοντας εμπειρογνώμονες και εξοχότητες που έχει προεξασφαλίσει την επιδοκιμασία τους; Είναι έτοιμη να κάνει τον Πριτ, το “σύμβουλο της A.M.”, σύμβουλο της Γκεπεού. Απαντάει με χυδαίες βρισιές σε κάθε απόπειρα για επανε­ξέταση που να περικλείνει κάποια εγγύηση αντικειμενικότητας και αμεροληψίας. Το γεγονός δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και είναι επιβαρυντικό.

Αυτό το συμπέρασμα μήπως είναι λαθεμένο; Τίποτα πιο εύκολο να το διαψεύσουν: ας θέσει λοιπόν η κυβέρνηση της Μόσχας στη διάθεση μιας Διεθνούς Επιτροπής Έρευνας, δεδομένα σοβαρά, συγ­κεκριμένα, ακριβή πάνω σε όλα τα σκοτεινά σημεία των δικών Κίροφ. Δεν υπάρχει τίποτα σ’ αυτές τις δίκες, αλίμονο, έξω απ’ αυτά τα σκοτεινά σημεία... Ίσα - ίσα γι’ αυτό η Μόσχα κάνει τ’ αδύνατα δυνατά για να με κάνει να σωπάσω, εμένα τον κύριο κατηγορούμενο. Κάτω από τη φοβερή οικονομική πίεση της Μό­σχας, η νορβηγική κυβέρνηση με είχε περιορίσει, παίρνοντας για πρόφαση ένα άρθρο για τη Γαλλία που το είχα δημοσιεύσει στην αμερικανική επιθεώρηση “Δι Νέισιον”! Ποιός θα το πιστέψει; Τί ευτυχία που η μεγαλόψυχη φιλοξενία του Μεξικού, παραχωρη­μένη με πρωτοβουλία του πρόεδρου του, του στρατηγού Καρντένας, μας επέτρεψε στη γυναίκα μου και μένα ν’ αντιμετωπίσουμε τη δεύτερη δίκη ελεύθεροι! Και πάλι ωστόσο, όλοι οι μοχλοί μπήκαν σε κίνηση για να με αναγκάσουν να σωπάσω. Γιατί φοβούνται τόσο στη Μόσχα τη φωνή ενός μόνον ανθρώπου; Γιατί εγώ ξέρω την αλήθεια, όλη την αλήθεια. Γιατί δεν έχω τίποτα να κρύψω. Γιατί είμαι έτοιμος να εμφανιστώ μπροστά σε μιαν Επιτροπή Έρευνας αμερόληπτη και δημόσια, με πειστήρια και γεγονότα, για να της αποκαλύψω όλη την αλήθεια. Και δηλώνω: Αν αυτή η επιτροπή με βρει στο παραμικρό ένοχο για τα εγκλήματα που μου κατα­λογίζει ο Στάλιν, αναλαβαίνω προκαταβολικά την υποχρέωση να παραδοθώ στους δήμιους της Γκεπεού. Αυτό είναι ξάστερο, ελ­πίζω. Όλοι το ακούσατε. Το δηλώνω μπροστά σ’ όλο τον κόσμο. Ζητώ από τον Τύπο να φέρει αυτά τα λόγια στις πιο απόμακρες γωνιές του πλανήτη. Μα αν η επιτροπή αποδείξει – με ακούτε καλά; – ότι οι δίκες της Μόσχας είναι συνειδητές και προμελε­τημένες άπατες, χτισμένες πάνω στα νεύρα και στους σκελετούς των ανθρώπων, δεν θα ζητήσω από τους κατήγορούς μου να προσ­φέρουν εθελοντικά τον εαυτό τους στις σφαίρες. Τους φτάνει η αιώ­νια καταισχύνη στη μνήμη των γενεών! Οι εισαγγελείς του Κρεμ­λίνου με ακούνε; Τους ρίχνω κατάμουτρα την πρόσκληση. Περιμένω την απάντηση τους!

Κι απαντώ παρεκβατικά στους επιπόλαιους σκεπτικιστές που θα ρωτούσαν: “Γιατί θα πρέπει να πιστέψουμε τον Τρότσκι περισ­σότερο από το Στάλιν;”. Να παραδοθώ εδώ σε ψυχολογικούς στοχα­σμούς θά ’ταν άτοπο. Δε γίνεται λόγος για προσωπική εμπιστοσύνη. Μιλάμε για επανεξέταση! Προτείνω την επανεξέταση! Απαιτώ την επανεξέταση!

* * *

Η δίκη Ζινόβιεφ - Κάμενεφ είχε για άξονα της την “τρο­μοκρατία”. Η δίκη Πιατάκοβ - Ράντεκ έβαλε σε πρώτο πλάνο, όχι την τρομοκρατία, μα τη συνεννόηση των τροτσκιστών με τη Γερμανία και την Ιαπωνία για την προετοιμασία του πολέμου, το διαμελισμό της ΕΣΣΔ, το σαμποτάρισμα της βιομηχανίας, την εξόντωση των εργατών... Πώς να εξηγήσουμε αυτή τη χτυπητή ασυμφωνία; Μας είχαν πει, ύστερα από την εκτέλεση των Δεκάξι, πως οι ομολογίες του Ζινόβιεφ, του Κάμενεφ και των άλλων του­φεκισμένων είταν ειλικρινείς και ανταποκρίνονταν στα γεγονότα. Ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ είχαν ζητήσει άλλωστε εναντίον του εαυτού τους τη θανατική ποινή! Γιατί δεν είπαν τίποτα για το κυ­ριότερο: για τη συμμαχία των τροτσκιστών με την Ιαπωνία και τη Γερμανία και για το σχέδιο διαμελισμού της ΕΣΣΔ; Μπορούσαν να παραλείψουν τέτοιες “λεπτομέρειες”; Μπορούσαν, αυτοί που είταν οι ηγέτες του υποτιθέμενου κέντρου, να αγνοούν αυτό που ήξεραν οι κατηγορούμενοι της δεύτερης δίκης, πρόσωπα δεύτερης σειράς; Αυτό το αίνιγμα είναι απλό: το καινούργιο αμάλγαμα επι­νοήθηκε ύστερα από την εκτέλεση των Δεκάξι, μέσα στους τε­λευταίους πέντε μήνες, σαν απάντηση στις δυσμενείς απηχήσεις που είχε στον ξένο Τύπο. Το πιο αδύνατο σημείο της δίκης των Δεκάξι βρισκόταν στην κατηγορία που διατυπώθηκε εναντίον των παλιών μπολσεβίκων ότι είχαν έρθει σε συνεννόηση με τη Γκεστάπο. Ούτε ο Ζινόβιεφ, ούτε ο Κάμενεφ, ούτε ο Σμίρνοφ, κανένας από τους κατηγορούμενους που είχαν ένα πολιτικό όνομα, δεν πα­ραδέχτηκε αυτό το σύνδεσμο: Σταμάτησαν όλοι σ’ αυτό το ακραίο όριο της κατάπτωσης! Ήρθε λοιπόν η επαφή με τη Γκεστάπο με τη μεσολάβηση ύποπτων άγνωστων, όπως ο Όλμπεργκ, ο Μπέρμαν, ο Φριτς Ντάβιντ, για σκοπούς τόσο σπουδαίους όσο η επίτευξη ε­νός διαβατηρίου της Ονδούρας για τον Όλμπεργκ! Όλα φαίνονταν πάρα πολύ κουτά. Κανείς δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ολόκληρη η δίκη διακυβεύονταν. Έπρεπε με κάθε θυσία να διορθω­θεί το λάθος του σκηνοθέτη, να γεμιστεί το άνοιγμα. Ο Γιέζοφ αν­τικατέστησε το Γιάγκοντα. Μια καινούργια δίκη μπήκε στην ημε­ρήσια διάταξη. Ο Στάλιν αποφάσιζε να απαντήσει πάνω-κάτω μ’ αυτά τα λόγια στους επικριτές! Δεν πιστεύετε ότι ο Τρότσκι ήρθε σε σχέσεις με τη Γκεστάπο διαμέσου του Όλμπεργκ για ένα δια­βατήριο της Ονδούρας; Ε, λοιπόν, θα σας αποδείξω πως ο σκο­πός της συμμαχίας του με το Χίτλερ είναι να προκαλέσει τον πό­λεμο για το ξαναμοίρασμα του κόσμου.

Μα γι’ αυτή τη δεύτερη σκηνοθεσία έλειπαν οι κυριότεροι ηθοποιοί αφού ο Στάλιν τους είχε κιόλας σφάξει. Έτσι δεν τού ’μενε παρά να δόσει τους πρώτους ρόλους σε πρόσωπα δεύτερης σει­ράς. Δεν θεωρώ περιττό να καταδείξω ότι ο Στάλιν επιθυμούσε τη συνεργασία του Ράντεκ και του Πιατάκοβ. Ωστόσο δεν έμεναν πια άνθρωποι γνωστοί που μπορούν, έστω και στο μακρινό παρελθόν, να συνδεθούν με τον “τροτσκισμό”. Ο κλήρος έπεσε πάλι στον Πια­τάκοβ και στον Ράντεκ. Η εκδοχή αναφορικά με τις σχέσεις μου με τη Γκεστάπο δια μέσου ασήμαντων ύποπτων προσώπων παραμερί­στηκε. Το ζήτημα τοποθετήθηκε παρευθύς σε παγκόσμια κλίμακα. Δεν είταν πια για το διαβατήριο της Ονδούρας, μα για το διαμε­λισμό της ΕΣΣΔ κι ακόμα για την ήττα των Ενωμένων Πολιτειών! Σε πέντε μήνες, είταν σαν ένα παράδοξο ασανσέρ να ανάσερνε τη συνωμοσία απ’ τα βρόμικα υπόγεια της αστυνομίας για να την φέ­ρει στα ύψη όπου κρίνονται τα πεπρωμένα των μεγάλων δυνάμεων. Ο Ζινόβιεφ, ο Κάμενεφ, ο Σμίρνοφ, ο Μρατσκόβσκι είχαν κατέβει στον τάφο χωρίς να υποπτεύονται αυτά τα μεγαλεπήβολα σχέδια, αυτές τις συμμαχίες, αυτή την προοπτική... Τέτοιο είναι το θεμε­λιακό ψέμα του τελευταίου αμαλγάματος!

Για να σκεπάσουν έστω και λίγο αυτή την κραυγαλέα αντί­φαση ανάμεσα στις δυο δίκες, ο Πιατάκοβ και ο Ράντεκ κατάθεσαν ότι σχημάτισαν ένα παράλληλο κέντρο... λόγω της δυσπιστίας του Τρότσκι απέναντι στο Ζινόβιεφ και στον Κάμενεφ. Δύσκολα θα επινοούσε κανείς εξήγηση πιο παράλογη και πιο κίβδηλη! Το γεγονός είναι πως δεν είχα καμιά εμπιστοσύνη στο Ζινόβιεφ και στον Κάμενεφ ύστερα από τη συνθηκολόγηση τους· και πως από τα τέλη του 1927 δεν είχα μαζί τους καμιά σχέση. Μα είχα ακόμα λι­γότερη εμπιστοσύνη στον Ράντεκ και στον Πιατάκοβ. Κιόλας το 1929 ο Ράντεκ είχε παραδόσει στη Γκεπεού τον αντιπολιτευόμενο Μπλούμκιν, που τουφεκίστηκε χωρίς δίκη, μυστικά. Έγραφα τότε από το εξωτερικό στο “Δελτίο της Αντιπολίτευσης”: “Ο Ράντεκ, έχοντας χάσει τα τελευταία λείψανα της ηθικής ισορροπίας, δεν σταματά πια μπροστά σε καμιά ατιμία”. Δεν εκφραζόμουν πολύ καλύτερα για λογαριασμό του Πιατάκοβ στον Τύπο και στα ιδιωτι­κά μου γράμματα. Το δίχως άλλο είναι οδυνηρό να παραθέσω αυ­τές τις κρίσεις για τα τραγικά θύματα του Στάλιν, μα θά ’ταν εγκλη­ματικό να σκεπάσουμε εδώ την αλήθεια για λόγους συναισθηματικούς... Ο Ράντεκ και ο Πιατάκοβ κοίταζαν πάντα τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ απ’ τα κάτω προς τα πάνω και δεν πέφτανε έξω. Και δεν είναι μόνον αυτό. Στη δίκη των Δεκάξι ο εισαγγελέας απο­κάλεσε το Σμίρνοφ “ηγέτη” των τροτσκιστών στην ΕΣΣΔ. Ο κα­τηγορούμενος Μρατσκόβσκι, για ν’ αποδείξει πόσο είταν δικός μου, δήλωσε ότι δεν επικοινωνούσαν μαζί μου παρά μόνο με τη μεσολά­βηση του, και ο εισαγγελέας υποστήριξε αυτή τη βεβαίωση. Πώς γίνεται ούτε ο Ζινόβιεφ, ούτε ο Κάμενεφ, ούτε ο “τροτσκιστής” ηγέ­της Σμίρνοφ, ούτε ο Μρατσκόβσκι, ο δικός μου, να μην ήξεραν τίποτα για τα σχέδια για τα οποία πληροφόρησα το Ράντεκ, κείνο το Ράντεκ που τον μαστίγωσα δημόσια σαν προδότη; Να το βασικό ψέμα της πρόσφατης δίκης. Φανερώνεται με την πρώτη ματιά. Γνωρίζουμε την προέλευση του. Βλέπουμε τα κρυφά του νήματα. Βλέπουμε το άξεστο χέρι που τα τραβάει.

Ο Ράντεκ και ο Πιατάκοβ δήλωσαν μετάνοια για τα φοβερά εγκλήματα που κάνανε. Αυτά τα εγκλήματα, ωστόσο, για τους κατηγορούμενους –και όχι για τους κατήγορους– δεν έχουν κα­νένα νόημα. Με την τρομοκρατία, το σαμποτάζ, και τη συμμαχία με τους ιμπεριαλιστές, εννοούσαν, φαίνεται, να παλινορθώσουν τον κα­πιταλισμό στην ΕΣΣΔ. Γιατί; Σ’ όλη τους τη ζωή είχαν πολεμήσει τον καπιταλισμό. Κινήθηκαν τάχα από προσωπικά κίνητρα; Από τη δίψα της εξουσίας; Από το πνεύμα του κέρδους; Μα κάτω από κανένα καθεστώς ο Πιατάκοβ και ο Ράντεκ δεν μπορούσαν να περι­μένουν θέσεις ανώτερες από κείνες που κατείχαν πριν από την σύλ­ληψη τους. Μήπως θυσιάστηκαν τόσο ανόητα από φιλία για μέ­να; Υπόθεση χωρίς νόημα. Όλες οι συζητήσεις τους, οι λόγοι τους, τα γραφτά τους, οι πράξεις τους, τα οκτώ τελευταία χρόνια απέναντι μου δείχνουν πωρωμένους εχθρούς. Η τρομοκρατία; Μα οι αντιπολιτευόμενοι ύστερα από την επαναστατική πείρα της Ρω­σίας μπορούσαν να μην προβλέπουν ότι η τρομοκρατία θα χρησίμευε μόνο σαν το πρόσχημα για την εξόντωση των καλύτερων αγωνιστών; Αυτό το ήξεραν, το πρόβλεπαν, το είχαν διακηρύξει εκατοντάδες φορές. Δεν είχαμε ανάγκη από την τρομοκρατία. Αντίθετα η διευ­θύνουσα φατρία είχε την πιο μεγάλη ανάγκη απ’ αυτήν. Στις 4 Μάρ­τη 1929 –εδώ και οκτώ χρόνια– έγραφα σ’ ένα άρθρο μου πάνω στην πολιτική του Στάλιν: “Δεν του μένει πια (του Στάλιν) παρά να χωρίσει με αίμα το επίσημο Κόμμα από την Αντιπολίτευση. Πρέ­πει με κάθε θυσία να συνδέσει την Αντιπολίτευση με τρομοκρα­τικές επιθέσεις, με προετοιμασία εξέγερσης κλπ.”. Θυμηθείτε ότι ο βοναπαρτισμός ποτέ δεν έκανε χωρίς αστυνομική κατασκευή συ­νωμοσιών!

Η Αντιπολίτευση θά ’πρεπε να αποτελείται από ηλίθιους για να φαντάζεται πως η συμμαχία με το Χίτλερ ή το Μικάδο, που κ’ οι δυο τους είναι καταδικασμένοι να ηττηθούν στον ερχόμενο πόλεμο, συμφωνία ολότελα ανόητη, θα μπορούσε να δόσει στους μαρξιστές άλλο από την καταισχύνη και τη συμφορά. Αντίθετα, η συμμαχία των τροτσκιστών με το Χίτλερ είναι υπεραναγκαία στο Στάλιν. Ο Βολτέρος έλεγε ότι θά ’πρεπε να επινοήσει κανείς το θεό αν δεν υπήρχε. Η Γκεπεού σκέπτεται πως αν δεν υπάρχει συνεννόη­ση με τον εχθρό, πρέπει να την επινοήσει.

Οι δίκες της Μόσχας είναι θεμελιωμένες στον παραλογισμό. Κατά την επίσημη εκδοχή, από το 1931 οι τροτσκιστές οργανώνουν μια τερατώδη συνωμοσία και όλοι κάνουν το αντίθετο από ό,τι λένε, σαν από διαταγή. Εκατοντάδες πρόσωπα έχουν μυηθεί στη συνωμοσία, μα μέσα σε χρόνια δε θα παρουσιαστούν ανάμεσα τους ούτε διχογνωμίες, ούτε σχίσματα, ούτε καταγγελίες κι ακόμα ούτε ένα γράμμα δεν θα πέσει στα χέρια των αρχών –ως την ώρα των ομόφωνων ομολογιών! Τότε γίνεται ένα άλλο θαύμα. Άνθρωποι που προετοίμασαν τις δολοφονίες, τον πόλεμο, το διαμελισμό της ΕΣΣΔ, εγκληματίες πωρωμένοι, μετανιώνουν ξαφνικά τον Αύγου­στο του 1936, κι αυτό όχι κάτω από το βάρος των αποδείξεων, γιατί, δεν υπάρχουν αποδείξεις εναντίον τους, μα για λόγους μυστικοπά­θειας που ψυχολόγοι υποκριτές χαρακτηρίζουν σαν ιδιαίτερο γνώ­ρισμα της “ρωσικής ψυχής”. Στοχαστείτε αυτό: χθες εκτροχίαζαν τρένα, δηλητηρίαζαν εργάτες σ’ ένα ασύλληπτο νεύμα του Τρότσκι. Σήμερα, κυριευμένοι από το μίσος εναντίον του Τρότσκι, τον καθιστούν υπεύθυνο για τα εγκλήματα τους. Χτες δεν σκέφτονταν παρά πως να σκοτώσουν τον Στάλιν. Σήμερα πλέκουν το, εγκώμιο του. Βρισκόμαστε λοιπόν σε τρελοκομείο; Όχι, λένε οι κύριοι Ντιούραντι. Τρελοκομείο; Καθόλου. Η «ρωσική ψυχή». Ψεύ­τες! Συκοφαντείτε τη ρωσική ψυχή! Συκοφαντείτε την ανθρώπινη ψυχή.

Το ταυτόχρονο και το ομόφωνο στις ομολογίες δεν είναι εδώ η μόνη τερατωδία. Η χειρότερη τερατωδία είναι ότι με την ίδια τους ομολογία οι συνωμότες έκαναν στην πολιτική ακριβώς εκείνο που θα τους χαντάκωνε, εκείνο που είταν απόλυτα αναγκαίο στη διευθύνουσα φατρία. Μπροστά στο δικαστήριο λένε κείνο που θα μπορούσαν να πουν οι πιο πειθήνιοι πράκτορες του Στάλιν. Άνθρωποι ομαλοί, υπακούοντας στη δική τους βούληση, δεν θα μπο­ρούσαν ποτέ να φερθούν στην ανάκριση και μπροστά στους δικα­στές, όπως φέρθηκαν ο Ζινόβιεφ, ο Κάμενεφ, ο Ράντεκ, ο Πιατά­κοβ και άλλοι. Η πίστη στις πεποιθήσεις, το αίσθημα της πολιτι­κής τους αξιοπρέπειας, άλλα και μόνο το ένστικτο της αυτοσυντή­ρησης θα τους ανάγκαζε να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, να υπερασπίσουν τα συμφέροντα τους, τη ζωή τους. Το μόνο λογικό ερώ­τημα μπορεί να τεθεί έτσι: “Ποιός έφερε αυτούς τους ανθρώπους σε κατάσταση όπου όλα τα φυσιολογικά αντανακλαστικά ατόνησαν και με ποια μέσα;”. Η νομική γνωρίζει μια πολύ απλή αρχή που δίνει το κλειδί σε πολλά μυστικά: Is fecit cui prodest, ψάξε να βρεις ποιόν ωφελεί το έγκλημα. Ολόκληρη η στάση των κατη­γορουμένων υπαγορεύεται όχι από τα συμφέροντά τους και τις ιδέες τους, μα από τα συμφέροντα των διευθυνόντων. Ψευτοσυνωμοσία, ομολογίες, δίκη θεατρική, εκτελέσεις ολότελα πραγματικές, –ένα μόνο χέρι τά ’κανε όλα αυτά. Ποιό; Cui prodest? To χέρι του Στάλιν! Φτάνουν οι φλυαρίες, οι ψευτιές, οι αγυρτείες για τη ρω­σική ψυχή! Είδαμε να δικάζονται όχι αγωνιστές, όχι συνωμότες, μα αντρείκελα στα χέρια της Γκεπεού! Έπαιζαν ρόλους πού ’χαν μάθει από τα πριν. Αντικείμενο αυτών των επαίσχυντων παρα­στάσεων: να συντριβεί κάθε αντιπολίτευση, να δηλητηριαστεί στην ίδια την πηγή της κάθε κριτική σκέψη, να καθιερωθεί για πάντα το ολοκληρωτικό καθεστώς του Στάλιν.

Θα μπορούσα να παρουσιάσω εδώ πάμπολλες μαρτυρίες και ντοκουμέντα που να ανατρέπουν συθέμελα τις καταθέσεις διαφό­ρων κατηγορουμένων: Σμίρνοφ, Μρατσκόβκι, Ντρέιτσερ, Ράντεκ, Βλαντίμιρ Ρομ, όλων εκείνων με μια λέξη που επιχείρησαν να προσδιορίσουν γεγονότα ή περιστάσεις χρόνου και τόπου. Μα αυτή η δουλειά μπορεί να γίνει καρποφόρα μόνο μπροστά σε μιαν Επι­τροπή Έρευνας στην οποία θα συμμετείχαν νομομαθείς και η οποία θα διέθετε αρκετό χρόνο για να γνωρίσει τις μαρτυρίες και να με­λετήσει τα ντοκουμέντα.

Τα λίγα που λέω εδώ επιτρέπουν, ελπίζω, να προβλέψει κα­νείς την πορεία που θα ακολουθήσει η έρευνα. Από το ένα μέρος η κατηγορία είναι καθαυτή φανταστική: Όλη η παλιά μπολσεβίκικη γενιά κατηγορείται για μια βδελυρή προδοσία που δεν έχει ούτε σκοπό ούτε έννοια. Για την υποστήριξη αυτής της κα­τηγορίας ο εισαγγελέας δεν διαθέτει ούτε μια υλική απόδειξη μ’ όλο που έγιναν δεκάδες χιλιάδες έρευνες και συλλήψεις. Η ολο­κληρωτική απουσία αποδείξεων είναι η πιο τρομερή απόδειξη εναντίον του Στάλιν! Οι εκτελέσεις στηρίχτηκαν μόνο πάνω σε ομολογίες που αποσπάστηκαν με καταναγκασμό. Μόλις ένα γε­γονός αναφερθεί σ’ αυτές τις ομολογίες, καταρρέει με την πρώτη εξέταση. Η Γκεπεού δεν είναι μόνο ένοχη για παραχάραξη, είναι ακόμα ένοχη για ηλιθιότητα, για αδεξιότητα, για χοντροκοπιά στην επεξεργασία της παραχάραξης. Η ατιμωρησία διαφθείρει. Η απουσία ελέγχου παραλύει την κριτική. Οι παραχαράκτες μπλαστρώνουν όπως-όπως τη δουλειά τους, υπολογίζοντας στο συνοπτικό αποτέλεσμα των ομολογιών και των τουφεκισμών. Αν αντιπαραβάλουμε προσεκτικά τις φανταστικές κατηγορίες στο σύνολο τους και τις ολοφάνερα ψεύτικες δηλώσεις των κατηγορου­μένων πάνω στα πραγματικά ζητήματα, τί μένει απ’ όλες αυτές τις μονότονες ομολογίες; Η αποπνιχτική μπόχα μιας ιεροεξεταστικής δικαστικής κουζίνας και τίποτ’ άλλο.

Πολλοί ακροατές επαναλαβαίνουν χωρίς άλλο πρόθυμα: “Ότι οι ομολογίες είναι ψεύτικες, αυτό είναι φανερό, μα πως κατάφερε ο Στάλιν να τις αποσπάσει; Ιδού το μυστήριο”. Πραγματικά το μυστήριο δεν είναι τόσο βαθύ όσο φαίνεται. Με πιο απλή τεχνική η Ιερή Εξέταση αποσπούσε από τα θύματά της όλες τις επιθυ­μητές ομολογίες. Το ποινικό δίκαιο των δημοκρατικών χωρών απαρνήθηκε ίσα - ίσα τις μεσαιωνικές αυτές μέθοδες γιατί αυτές οδηγούσαν όχι στην αλήθεια, μα στην υπαγόρευση των ιεροεξεταστών. Οι δίκες της Γκεπεού έχουν χαρακτήρα βαθιά ιεροεξεταστικό: κι αυτό είναι όλο το μυστήριο των ομολογιών.

Υπάρχουν ίσως σ’ αυτό τον κόσμο όχι λίγοι ήρωες που μπορούν να αντέξουν σ’ όλα τα σωματικά και ψυχικά μαρτύρια και να υπομείνουν τα ίδια μαρτύρια στις γυναίκες τους και στα παι­διά τους... Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό... Οι προσωπικές μου παρα­τηρήσεις μου διδάσκουν ότι η ικανότητα αντίστασης των νεύρων του ανθρώπου έχει τα όρια της. Με τη Γκεπεού ο Στάλιν μπορεί να φέρει το θύμα του σε τέτοια φρίκη και απελπισία, σε τέτοια ταπείνωση και ντροπή ώστε η παραδοχή και του πιο ειδεχθούς εγκλήματος, ανοίγοντας μια προοπτική εκτέλεσης ή αφήνοντας μιαν αμυδρή πιθανότητα ζωής, καταντάει η μόνη λύση. Για να μην λογαριάσουμε την αυτοκτονία που προτίμησε ο Τόμσκι! Ο Γιόφε είχε καταφύγει σ’ αυτήν πρωτύτερα, καθώς και δυο συνερ­γάτες της γραμματείας μου, ο Γκλάζμαν και ο Μπούτοβ, καθώς και ο γραμματεύς του Ζινόβιεφ Μπόγκνταν, καθώς και η κόρη μου Ζινάιντα και πολλοί άλλοι. Η αυτοκτονία ή το ηθικό γονάτισμα, καμιά άλλη εκλογή. Και μην ξεχνάτε πως στις φυλακές της Γκε­πεού η αυτοκτονία είναι τις πιο πολλές φορές απρόσιτη πολυτέλεια!

Οι δίκες της Μόσχας δεν ατιμάζουν την επανάσταση, γιατί είναι οι καρποί της αντίδρασης. Δεν ατιμάζουν την παλιά μπολσεβίκικη γενιά. Επιμαρτυράνε μόνο ότι οι μπολσεβίκοι είναι φτια­γμένοι από σάρκα και αίμα και δεν αντέχουν απεριόριστα κάτω από την απειλή του θανάτου. Οι δίκες της Μόσχας ατιμάζουν το πολιτικό καθεστώς που τις γέννησε: βοναπαρτισμός ασυνείδητος και ανενδοίαστος! Οι τουφεκισμένοι έπεσαν αναθεματίζοντάς τον.

Ας καταριώνται όσοι θέλουν, με δάκρια στα μάτια, το δι­στακτικό βάδισμα της Ιστορίας: δυο βήματα μπρος, ένα βήμα πίσω. Τα δάκρυα δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Σύμφωνα με τη ρήση του Σπινόζα πρέπει να καταλαβαίνουμε κι όχι να γελάμε ή να κλαίμε. Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε! Ποιοί είναι οι κυ­ριότεροι κατηγορούμενοι; Παλιοί μπολσεβίκοι, οικοδόμοι του Κόμ­ματος, του σοβιετικού κράτους και του Κόκκινου Στρατού, της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ποιός αγόρευε στο δικαστήριο εναντίον τους; Ο Βισίνσκι, αστός δικηγόρος, που μεταβαπτίστηκε σε μενσεβίκο ύστερα από τη φεβρουαριανή επανάσταση του 1917 και συμφιλιώθηκε με το μπολσεβικισμό υστέρα από τη στερέωση της νίκης. Ποιός έβριζε τους κατηγορούμενους από την “Πράβδα”; Ο Ζασλάβσκι, ο παλιός συνεργάτης της εφημερίδας των Τραπεζών της Πετρούπολης, ο Ζασλάβσκι που ο Λένιν στα άρθρα του χαρα­κτήριζε αμετάβλητα “αχρείο“. Ο παλιός συντάκτης της “Πράβδα”, ο παλιός μπολσεβίκος Μπουχάριν, έχει συλληφθεί. Σημερινός εμ­ψυχωτής της “Πράβδα” είναι ο Μιχαήλ Κόλτσοβ, αστός χρονο­γράφος που πέρασε κοντά στους Λευκούς το πιο μεγάλο μέρος του εμφυλίου πολέμου. Ο Σοκόλνικοβ, μαχητής της Οκτωβρια­νής Επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου, καταδικάστηκε σαν προδότης. Ο Ρακόβσκι περιμένει να δικαστεί. Και οι δυο τους αντιπροσώπευσαν την ΕΣΣΔ στο Λονδίνο. Αντικαταστάθηκαν εκεί από το Μαΐσκι, δεξιό μενσεβίκο, που στον εμφύλιο πόλεμο άνηκε σε μια λευκή κυβέρνηση στην επικράτεια του Κολτσάκ. Ο Τρογιανόβσκι, πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον, χαρακτηρίζει τους τροτσκιστές αντεπαναστάτες. Ο ίδιος, τα πρώτα χρόνια της Ο­κτωβριανής Επανάστασης, ανήκε στην Κεντρική Επιτροπή του μενσεβικικού κόμματος και συμφιλιώθηκε με τους μπολσεβίκους μονάχα όταν αυτοί άρχιζαν να μοιράζουν επικερδείς θέσεις. Προτού γίνει πρεσβευτής, ο Σοκόλνικοβ είταν επίτροπος του λαού στα Οικονομικά. Αυτή τη θέση την κατέχει σήμερα ο Γκρίνκο, που στα 1917-1918 είταν μέλος της Επιτροπής Κοινής Σωτη­ρίας των Λευκών που σχηματίστηκε για να πολεμήσει το Σοβιέτ. Ο Γιόφε, πρώτος πρεσβευτής των Σοβιέτ στο Βερολίνο, υ­πήρξε ένας από τους καλύτερους σοβιετικούς διπλωμάτες. Αρ­γότερα οι διωγμοί τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Ποιός πήρε τη θέση του στο Βερολίνο; Στην αρχή ένας μετανοιωμένος αντι­πολιτευόμενος, ο Κρεστίνσκι, έπειτα ο Χίντσουκ, παλιός μενσεβίκος, μέλος της αντεπαναστατικής Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας και τέλος ο Σούριτζ, που πέρασε κι αυτός το 1917 από την άλλη μεριά του οδοφράγματος. Αυτές οι απαριθμήσεις θα μπορούσαν να προεκταθούν δίχως τέλος.

Η ανανέωση σε μεγάλη κλίμακα των στελεχών, ιδιαίτε­ρα χτυπητή στην επαρχία, έχει βαθιές κοινωνικές αιτίες. Ποιές; Είναι καιρός να αντιληφτούμε επιτέλους ότι μια καινούργια α­ριστοκρατία έχει σχηματιστεί στην ΕΣΣΔ. Η Οκτωβριανή Ε­πανάσταση ξετυλιγόταν κάτω από το έμβλημα της ισότητας. Η. γραφειοκρατία εγκαθίδρυσε μια τερατώδη ανισότητα. Η επα­νάσταση εξάλειψε τους ευγενείς. Η γραφειοκρατία δημιούργησε προύχοντες. Η επανάσταση κατάργησε τους βαθμούς και τις διακρίσεις. Η γραφειοκρατία ανασταίνει τους στρατάρχες, τους στρατηγούς, τους συνταγματάρχες. Η καινούργια αριστοκρα­τία καταβροχθίζει ένα τεράστιο μέρος του εθνικού εισοδήματος. Η θέση της μπροστά στο λαό είναι κάλπικια και ψεύτικια. Οι αρχηγοί της φροντίζουν να κρύβουν την πραγματικότητα, να εξαπατούν τις μάζες, να μασκαρεύονται, να κάνουν το άσπρο μαύ­ρο. Έτσι ολόκληρη η πολιτική της καινούργιας αριστοκρατίας δεν είναι παρά απάτη. Απάτη και το καινούργιο Σύνταγμα.

Ο φόβος από την κριτική είναι φόβος από τις μάζες. Η γρα­φειοκρατία φοβάται το λαό. Η επαναστατική λάβα δεν έχει α­κόμα κρυώσει ολότελα. Η γραφειοκρατία δεν μπορεί να χύσει το αίμα των δυσαρεστημένων που την επικρίνουν για μόνο το λόγο ότι απαιτούν τον περιορισμό των προνομίων της. Οι ψεύ­τικες κατηγορίες εναντίον της Αντιπολίτευσης δεν είναι λοιπόν περιστασιακές, μα συστηματικές και υπαγορεύονται από την υ­πόσταση της κυβερνητικής κάστας. Ας θυμηθούμε τη στάση των θερμιδοριανών απέναντι στους γιακομπίνους. Ο Ολάρ γράφει στο έργο του Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης: “Δεν τους έφτασε που σκότωσαν το Ροβιεσπέρο και τους φίλους του, τους συκοφάντησαν παρουσιάζοντας τους στα μάτια της Γαλλίας σαν μοναρχικούς και προδότες πουλημένους στους ξένους”. Ο Στά­λιν δεν ανακάλυψε τίποτα. Το μόνο που έκανε είταν να αντι­καταστήσει τη λέξη μοναρχικός με τη λέξη φασίστας.

Όταν οι σταλινικοί μας χαρακτηρίζουν “προδότες” δεν υ­πάρχει μόνο μίσος, υπάρχει και κάποια ειλικρίνεια στη βρισιά. Είναι που προδόσαμε τα συμφέροντα της ιερής κάστας των στρα­τηγών και των στραταρχών, της μόνης ικανής, κατά τη γνώμη τους, να οικοδομήσει το σοσιαλισμό –και που στην πραγματικό­τητα δεν κάνει άλλο παρά να ξευτελίζει τη σοσιαλιστική ιδέα. Από τη μεριά μας, θεωρούμε τους σταλινικούς σαν προδότες των συμφερόντων των σοβιετικών λαϊκών μαζών και του παγκόσμι­ου προλεταριάτου, θά ’ταν άτοπο να εξηγήσει κανείς μια διαμάχη τόσο πλατιά με προσωπικά κίνητρα. Δεν πρόκειται μονάχα για διαφορετικά προγράμματα, μα για αντιτιθέμενα κοινωνικά συμ­φέροντα που χτυπιούνται ολοένα και πιο αδυσώπητα.

* * *

Μα ποιά είναι η γενική σας διάγνωση; –θα με ρωτήσετε. Ποιά είναι η προοπτική σας; Σας προειδοποίησα πως δε θα σας μιλήσω παρά μόνο για τις δίκες της Μόσχας. Το τελευ­ταίο μου βιβλίο Η Προδομένη Επανάσταση είναι αφιερωμένο στην κοινωνική ανάλυση και στις προοπτικές. Με δυο λόγια: οι βα­σικές κατακτήσεις της Οκτωβριανής Επανάστασης, δηλαδή οι καινούργιες μορφές ιδιοκτησίας, δεν έχουν ακόμα καταργηθεί. Μα έχουν κιόλας έρθει σε σύγκρουση με τον πολιτικό δεσποτι­σμό. Ο σοσιαλισμός είναι ακατανόητος χωρίς την αυθόρμητη δρά­ση των μαζών και την ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότη­τας. Ο σταλινισμός εμποδίζει και το ένα και το άλλο. Μια α­νοιχτή σύγκρουση ανάμεσα στο λαό και την καινούργια τυραννία είναι αναπόφευκτη. Γι’ αυτό το σταλινικό καθεστώς είναι κατα­δικασμένο. Θα ακολουθήσει η καπιταλιστική αντεπανάσταση ή η εργατική δημοκρατία; Η Ιστορία δεν έλυσε ακόμα το ζή­τημα. Η λύση του εξαρτιέται επίσης από τη δράση του παγκό­σμιου προλεταριάτου. Αν υποθέταμε για μια στιγμή ότι ο φασισμός θριάμβευε στην Ισπανία, στην κυκλωμένη Γαλλία, η σο­βιετική χώρα θά ’ταν καταδικασμένη σε μιαν αποσύνθεση πιο βαθιά που από το πολιτικό εποικοδόμημα θά ’φτανε τελικά στα θε­μέλια της κοινωνίας. Με άλλα λόγια: η ήττα του ευρωπαϊκού προ­λεταριάτου θα σήμαινε αλάθευτα το ναυάγιο της ΕΣΣΔ. Αν αν­τίθετα οι εργαζόμενοι της Ισπανίας νικήσουν το φασισμό, αν η εργατική τάξη μπει στο δρόμο της χειραφέτησης της, οι κατα­πιεζόμενες μάζες της ΕΣΣΔ θα ανορθωθούν και θα ξανασηκώ­σουν κεφάλι. Η τελευταία ώρα του σταλινικού δεσποτισμού θα σημάνει.

Μα η σοβιετική δημοκρατία δεν θα θριαμβεύσει αυτόματα. Αυτό εξαρτιέται λίγο κι από σας. Πρέπει να βοηθήσουμε τις μά­ζες. Και πρώτα - πρώτα να τους πούμε την αλήθεια. Ή θα βοη­θήσουμε την εξαχρειωμένη γραφειοκρατία εναντίον του λαού, ή θα βοηθήσουμε τις δυνάμεις της προόδου, τις δυνάμεις του λαού εναντίον της γραφειοκρατίας. Οι δίκες της Μόσχας μας δίνουν το σύνθημα. Αλίμονο σε κείνο που δεν το καταλαβαίνει αυτό! Η δίκη της Λειψίας, ύστερα από την πυρκαγιά του Ράιχσταγ, είχε δίχως άλλο μεγάλη σημασία. Μα έβαζε σε έλεγχο το φα­σισμό που καταφρονούμε γιατί ενσαρκώνει το σκοτάδι και τη βαρβαρότητα. Οι δίκες της Μόσχας γίνονται κάτω από την αι­γίδα του σοσιαλισμού. Δεν θα εγκαταλείψουμε τη σημαία του σο­σιαλισμού στους αρχιπλαστογράφους. Αν η γενιά μας αποδειχτεί πάρα πολύ αδύναμη για να χτίσει το σοσιαλισμό πάνω στη Γη, θ’ αφήσουμε τουλάχιστο στα παιδιά μας μια ακηλίδωτη ση­μαία. Η πάλη που ανοίγεται μπροστά μας ξεπερνάει πολύ σε σπουδαιότητα τα πρόσωπα, τις φράξιες και τα κόμματα. Απ’ αυτήν κρίνεται το μέλλον της ανθρωπότητας. Αυτή η πάλη θα είναι σκληρή. Και μακρόχρονη. Όσοι αναζητούν την ησυχία και την άνεση ας κάνουν πέρα. Στις εποχές της αντίδρασης εί­ναι βέβαια πιο βολικό να συμφωνεί κανείς με τη γραφειοκρατία παρά να αναζητά την αλήθεια. Μα για όσους ο σοσιαλισμός δεν είναι μάταιος λόγος, για κείνους που είναι το περιεχόμενο της ηθι­κής τους υπόστασης, εμπρός! Ούτε οι φοβέρες, ούτε οι διωγ­μοί, ούτε οι βιαιότητες θα μας σταματήσουν. Θα γίνει ίσως πάνω στα κόκαλά μας, μα η αλήθεια θα υπερισχύσει, θα της ανοί­ξουμε το δρόμο. Θα νικήσει. Και κάτω από τα αδυσώπητα πλήγ­ματα της μοίρας θά ’νιωθα ευτυχισμένος όπως στις καλύτερες μέ­ρες της νιότης μου αν συντελούσα στο θρίαμβο της αλήθειας. Για­τί η υπέρτατη ανθρώπινη ευτυχία δεν βρίσκεται στην εκμετάλ­λευση του παρόντος μα στην προετοιμασία του μέλλοντος1!...»

Η Αρχή του Τέλους

Σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και πολιτικής ζωής η γραφειοκρατία έχει γίνει για τη χώρα αιτία εξασθένησης, ξεπε­σμού και ταπείνωσης. Πρώτα - πρώτα στην οικονομία. Οι κατη­γορίες για σαμποτάζ που σκορπίστηκαν άφθονα σ’ όλες τις κατευ­θύνσεις αποδιοργάνωσαν τη διοίκηση. Κάθε πραγματική δυσκο­λία ερμηνεύεται σαν προσωπικό σφάλμα. Κάθε σφάλμα γίνεται, μόλις βρουν συμφέρον σ’ αυτό, σαμποτάζ. Κάθε περιοχή, κάθε α­χτίδα τουφέκισε τον τοπικό της Πιατάκοβ. Οι μηχανικοί των υπη­ρεσιών του σχεδίου, οι διευθυντές των τραστ και των επιχειρή­σεων, οι αρχιεργάτες τρέμουν για τη ζωή τους. Κανείς δεν δέχε­ται να αναλάβει οποιαδήποτε υπευθυνότητα. Μα μπορείς να του­φεκιστείς και για έλλειψη πρωτοβουλίας. Η υπερένταση του δεσποτισμού οδηγεί στην αναρχία. Η σοβιετική οικονομία έχει α­νάγκη από δημοκρατία όσο και από καλές πρώτες ύλες και λιπαν­τικά. Το σταλινικό σύστημα δεν είναι παρά ένα καθολικό σαμπο­τάζ της οικονομίας.

Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, αν μπορούν να γίνουν χειρότερα, στον τομέα της κουλτούρας. Η δικτατορία της αμά­θειας και της ψευτιάς πνίγει την πνευματική ζωή ενός λαού από 170 εκατομμύρια κατοίκους. Οι πρόσφατες δίκες, μαζί με τις εκ­καθαρίσεις., άτιμες στους σκοπούς τους και στις μέθοδές τους, εγκαθίδρυσαν οριστικά τη βασιλεία της κακογλωσσιάς, του χαφιεδισμού, της αναντρίας, της αισχρότητας. Το σοβιετικό σχολείο δε διαφθείρει λιγότερο το πνεύμα του παιδιού απ’ ό,τι το καθολικό σεμινάριο από το όποιο ξεχωρίζει μόνο με τη μικρότερη ευστά­θειά του. Οι συγγραφείς, οι παιδαγωγοί, οι επιστήμονες, φτάνει να είναι λίγο προικισμένοι με ταλέντο και ανεξαρτησία, απειλούν­ται, καταδιώκονται, συλλαμβάνονται, εξορίζονται –όταν δεν του­φεκίζονται. Ο τιποτένιος γυμνοσάλιαγκας θριαμβεύει σ’ όλη τη γραμμή. Αυτός χαρίζει στην επιστήμη το οδοιπορικό της και υπα­γορεύει στις τέχνες τους κανόνες της δημιουργίας. Ο σοβιετικός Τύπος ξεχύνει μιαν αποπνιχτική μυρουδιά αποσύνθεσης.

Τί θα μπορούσε να είναι πιο ατιμωτικό από την αδιαφορία της γραφειοκρατίας για το διεθνές γόητρο της χώρας; Οι άνθρω­ποι της διεθνούς μεγαλομπουρζουαζίας και τα επιτελεία όλων των δυνάμεων γνωρίζουν πολύ καλύτερα από τις περισσότερες εργατικές οργανώσεις, τις εξαπατημένες από τους ηγήτορές τους, τι κρύβεται πίσω από τις δικαστικές άπατες και τις εκκαθαρίσεις της Μόσχας. Πώς οι οιωνοσκόποι του καπιταλισμού πρέπει να βλέπουν μια «σοσιαλιστική» κυβέρνηση που μπλέχτηκε σε τόσο βρόμικες περιπέτειες; Όπως και νά ’ναι, στο Βερολίνο και στο Τόκιο δεν μπορεί να αγνοούν πώς οι κατηγορίες για προδοσία, που ορθώνονται εναντίον των τροτσκιστών και των κόκκινων στρατη­γών, είναι καθαρή αερολογία. Δεν έχουμε βέβαια αυταπάτες για την ηθική της γερμανικής, της γιαπωνέζικης και άλλων κυβερ­νήσεων. Δεν πρόκειται να συναγωνιστούν στην εφαρμογή των δέκα εντολών, μα να εκτιμήσουν τη σταθερότητα του σοβιετι­κού καθεστώτος. Η κυβέρνηση της Μόσχας βγαίνει ολότελα ατι­μασμένη από τις δίκες που οργανώνει. Οι εχθροί της, όπως και οι πιθανοί σύμμαχοί της, εκτιμούν τη δύναμή της πολύ πιο κά­τω απ’ ό,τι είταν πριν από την τελευταία εκκαθάριση. Και η αξιο­λόγησή τους γίνεται, με τη σειρά της, βασικός παράγοντας στις διεθνείς ανακατατάξεις. Η κυβέρνηση της ΕΣΣΔ υποχωρεί ωστόσο βήμα προς βήμα μπροστά, στον πιο αδύναμο αντίπαλό της, την Ιαπωνία. Τα άρθρα και οι κραυγαλέοι λόγοι που συνοδεύ­ουν τις συνθηκολογήσεις δεν ξεγελούν κανένα. Η μοσχοβίτικη ολιγαρχία, κάνοντας τον πόλεμο στο εσωτερικό, δεν είναι σε θέ­ση να τον κάνει στο εξωτερικό. Η εγκατάλειψη των νήσων του Αμούρ έλυσε τα χέρια της Ιαπωνίας απέναντι στην Κίνα. Είναι αρκετά πιθανό πως ο Λιτβίνοφ είχε επιφορτιστεί να πει στους Γιαπωνέζους διπλωμάτες : «Κάντε ό,τι σας αρέσει στην Κίνα, μα αφήστε μας ήσυχους. Δε θα επέμβουμε». Η διευθύνουσα φα­τρία χλευάζει το κάθετι που βρίσκεται έξω από την αυτοσυντή­ρηση της».

Όχι λιγότερο ολέθρια η διπλωματική δράση των γραφείων της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ποτέ η Αγγλία και η Γαλλία δεν θα κατόρθωναν να επιβάλουν στην επαναστατική Ισπανία μιαν αντεπαναστατική αστική κυβέρνηση, όπως η κυβέρνηση Νεγκρίν. Οι διπλωμάτες του Λονδίνου και του Παρισιού χρειάστηκε αυ­τή τη φορά να επωφεληθούν από το μεταβιβαστικό μηχανισμό της λεγόμενης Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ο κύριος σκοπός του Στά­λιν, που ζητάει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη της αγγλο-γαλλικής μπουρζουαζίας, είναι να εμποδίσει τους εργαζόμενους της Ισπανίας να μπουν στο δρόμο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η βοήθεια που έδοσε η Μόσχα στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου της Ιβηρικής Χερσονήσου είχε για όρο την απαίτηση για μια πιο ενεργητική καταστολή του επαναστατικού κινήμα­τος. Όπως έπρεπε να το περιμένει κανείς, η πάλη εναντίον των εργατών και χωρικών στα μετόπισθεν φέρνει άφευκτα την ήττα στο μέτωπο. Απέναντι στον Φράνκο, η μοσχοβίτικη καμαρίλα είναι το ίδιο ανίσχυρη όσο κι απέναντι στο Μικάδο. Και όπως στην ΕΣΣΔ ο Στάλιν έχει ανάγκη από αποδιοπομπαίους τρά­γους για να φορτώσει πάνω τους τις δικές του αμαρτίες, έτσι οι ήττες που προκάλεσε στην Ισπανία η αντιδραστική πολιτική στα μετόπισθεν τον υποχρέωσαν να ζητήσει τη σωτηρία στην εξόντωση της επαναστατικής πρωτοπορίας.

Οι μέθοδες του αμαλγάματος και της κιβδηλίας, επεξεργα­σμένες στη Μόσχα, μεταφέρθηκαν ατόφιες στη Βαρκελώνα και στη Μαδρίτη. Οι ηγέτες, του Π.Ο.Υ.Μ. [3]. που μονάχα για οπορ­τουνισμό και αναποφασιστικότητα απέναντι στη σταλινική αν­τίδραση θα μπορούσαν να κατηγορηθούν, χαρακτηρίστηκαν μο­νομιάς «τροτσκιστές» και, εννοείται, σύμμαχοι του φασισμού. Οι πράκτορες της Γκεπεού στην Ισπανία «ανακάλυψαν» γράμματα γραμμένα με συμπαθητική μελάνη που τα είχαν, οι ίδιοι φαμπρικάρει και καταδείχνανε, σύμφωνα με τους κανόνες της μοσχοβίτικης απάτης, το σύνδεσμο των επαναστατών με τον Φράνκο. Δεν λείπουν άθλιοι για αιματηρά έργα. Ο πρώην επαναστάτης Αντόνοβ - Οβσέενκο, που μετάνιωσε στα 1927 για τις αντιπολι­τευτικές του αμαρτίες και κυριεύτηκε στα 1936 από θανατερή αγωνία στην ιδέα μήπως καθίσει ο ίδιος στο σκαμνί, είχε γρά­ψει στην «Πράβδα» πώς είταν έτοιμος να τουφεκίσει τους τροτσ­κιστές «με τα ίδια του τα χέρια» . Τον έστειλαν λοιπόν στη Βαρ­κελώνα, με την ιδιότητα του πρόξενου, λέγοντας του με τι να καταπιαστεί. Η σύλληψη του Νιν [4]. με κατηγορία ολοφάνερα ψεύτικη, η απαγωγή του Νιν και η μυστηριώδης δολοφονία του είναι έργα του Αντόνοβ -Οβσέενκο [5]. Μα η πρωτοβουλία δεν ανήκει βέβαια σ’ αυτόν: επιχειρήσεις τόσο σημαντικές αποφασί­ζονται μονάχα με διαταγή του γενικού γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής...

Ο Στάλιν έχει ανάγκη από αμαλγάματα στην Ευρώπη για να αποστρέψει την προσοχή από τη βασικά αντιδραστική διεθνή πολιτική του και για να επικυρώσει τα πάρα πολύ χοντροκομένα αμαλγάματα του στην ΕΣΣΔ. Το παραμορφωμένο πτώμα του Νίν θα του χρησιμεύσει για ν’ αποδείξει... πώς ο Πιατάκοβ πή­γε στο Όσλο. Αυτού του είδους οι υποθέσεις δεν περιορίζονται στην Ισπανία. Προπαρασκευάζονται από καιρό ανάλογες υπο­θέσεις σε άλλες χώρες. Ο Γερμανός εξόριστος (902;ντον Γκρίλεβιτς, παλιός άμεμπτος επαναστάτης, πιάστηκε στην Τσεχοσλοβακία σαν ύποπτος... για συνεννόηση με τη Γκεστάπο. Ο φάκε­λος της κατηγορίας, που χωρίς καμιά αμφιβολία κατασκευάστη­κε από τη Γκεπεού, παραδόθηκε ολοέτοιμος στην τσέχικη αστυνο­μία την όλοέτοιμη γι’ αυτή την υπηρεσία [6]. . Οι τροτσκιστές, αλη­θινοί ή υποτιθέμενοι, καταδιώκονται προπαντός στις χώρες που είχαν την ατυχία να πέσουν κάτω από την εξάρτηση της Μόσχας· Ισπανία, Τσεχοσλοβακία. Αυτό δεν είναι παρά η αρχή. Χάρη στις διεθνείς περιπλοκές, χρησιμοποιώντας ο Στάλιν το προσωπικό της Κομμουνιστικής Διεθνούς που είναι έτοιμο για όλα και τους πόρους από μιαν αυξανόμενη παραγωγή χρυσού, υπολογίζει να τα καταφέρει να επιβάλει τις μέθοδές του και σε άλλες χώρες. Παντού η αντίδραση δεν ζητάει παρά πώς να απαλλαγεί από τους επαναστάτες, προπαντός αν μια ξένη κυβέρνηση, με επαναστατι­κή επίφαση η ίδια, επιφορτίζεται να διαπράξει άπατες και δο­λοφονίες, με τη συνδρομή ξένων «φίλων» πληρωμένων από το προϋπολογισμό της.

Ο σταλινισμός είναι η μάστιγα της ΕΣΣΔ και η λέπρα του διεθνούς εργατικού κινήματος. Δεν είναι τίποτα στο πεδίο των ιδεών. Αυτή η τρομακτική μηχανή εκμεταλλεύεται ακόμα το δυναμισμό της πιο μεγάλης κοινωνικής επανάστασης και την παράδοση του νικηφόρου ηρωισμού της. Από το δημιουργικό ρόλο της επαναστατικής βίας σε μιαν ορισμένη στιγμή της Ιστορίας, ο Στάλιν, με τη μετριότητα που τον χαρακτηρίζει, κατάληξε στην παντοδυναμία της βίας γενικά. Χωρίς να το αντιλαμβάνεται ο ίδιος, πέρασε από την επαναστατική βία εναντίον των εκμεταλ­λευτών στην αντεπαναστατική βία εναντίον των εργαζομένων. Έτσι συντελείται, κάτω από τις παλιές φόρμουλες, η διάλυση της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Κανένας –και δεν κάνω εξαίρεση ούτε για το Χίτλερ– δεν κατάφερε στο σοσιαλισμό τόσο θανάσιμα χτυπήματα. Ο Χί­τλερ χτυπούσε τις εργατικές οργανώσεις από έξω. Ο Στάλιν τις χτυπάει από μέσα. Ο Χίτλερ καταστρέφει το μαρξισμό. Ο Στάλιν τον εκπορνεύει. Ούτε μια αρχή δεν μένει άθικτη. Ούτε μια ιδέα που να μη βρομιστεί. Οι ίδιες οι λέξεις σοσιαλισμός και κομμουνισμός έχουν σοβαρά δυσφημιστεί από τότε που ολότελα ανεξέλεγκτοι χωροφύλακες, διπλωματούχοι «κομμουνιστές» , α­ποκαλούν σοσιαλισμό το καθεστώς που επιβάλλουν. Σιχαμερή βεβήλωση! Ο στρατώνας της Γκεπεού δεν είναι το ιδανικό της μαχόμενης εργατικής τάξης. Σοσιαλισμός σημαίνει καθεστώς τέ­λειας διαφάνειας που στους κόλπους του οι εργαζόμενοι αυτο­διοικούνται. Το σταλινικό καθεστώς βασίζεται στη συνωμοσία των κυβερνώντων ενάντια στους κυβερνώμενους. Σοσιαλισμός σημαίνει αδιάκοπη πορεία προς την ισότητα. Ο Στάλιν αναστή­λωσε ένα σύστημα με σκανδαλώδη προνόμια. Ο σοσιαλισμός έχει για αντικείμενο την ολοκληρωτική ανάπτυξη της ανθρώπι­νης προσωπικότητας. Πού και πότε η προσωπικότητα καταπατή­θηκε όσο στην ΕΣΣΔ; Ο σοσιαλισμός δε θ’ άξιζε τίποτα δίχως σχέσεις ανιδιοτελείς, τίμιες, ανθρώπινες ανάμεσα στους ανθρώ­πους. Το σταλινικό καθεστώς διαπότισε τις κοινωνικές και ατο­μικές σχέσεις με ψέμα, αριβισμό και προδοσία. Ο Στάλιν δεν προσδιορίζει τους δρόμους της Ιστορίας. Γνωρίζουμε τις αντικει­μενικές αιτίες που προετοίμασαν την αντίδραση στην ΕΣΣΔ. Μα δεν είναι χωρίς λόγο που ο Στάλιν βρέθηκε στην κορυφή του θερμιδοριανού κύματος. Κατάφερε να δόσει στη βουλιμία μιας και­νούργιας κάστας την πιο απαίσια έκφραση. Δεν είναι υπεύθυνος για την Ιστορία. Μα είναι υπεύθυνος για ό,τι κάνει και για το ρόλο του στην Ιστορία. Είναι ο ρόλος ενός εγκληματία που τα εγκλήματα του έχουν τέτοιο πλάτος ώστε η αηδία γι’ αυτά πολλα­πλασιάζεται από τη φρίκη.

Οι πιο αυστηροί κώδικες δεν προσφέρουν τιμωρίες αρκετές για τους ιθύνοντες της Μόσχας και πρώτα - πρώτα για τον αρχη­γό τους. Αν παρ’ όλα αυτά επιστήσαμε πάμπολλες φορές την προσοχή της σοβιετικής νεολαίας εναντίον της ατομικής τρομο­κρατίας που γεννιέται τόσο εύκολα στη ρωσική γη τη ζυμωμένη με αυθαιρεσία και βία, δεν είταν για λόγους ηθικούς μα από πο­λιτικούς υπολογισμούς. Οι απελπισμένες πράξεις δεν αλλάζουν τί­ποτα από το σύστημα και το μόνο που κάνουν είναι να διευκολύ­νουν τους σφετεριστές στις αιματηρές καταστολές τους. Ακόμα κι αν κριθούν από το πρίσμα της «εκδίκησης», οι τρομοκρατικές επιθέσεις δεν θα μπορούσαν να μας δόσουν ικανοποίηση. Τι άξια θα είχε ο χαμός μιας δεκάδας από ανώτερους γραφειοκράτες μπρο­στά στα εγκλήματα της γραφειοκρατίας; Το ζήτημα είναι να ξεσκεπάσουμε τους εγκληματίες απέναντι στη συνείδηση της αν­θρωπότητας και να τους ρίξουμε έπειτα στο σκουπιδαριό της Ι­στορίας. Δεν θα μπορούσαμε να ικανοποιηθούμε με λιγότερα.

Η σοβιετική γραφειοκρατία, όπως και η ναζιστική γραφειο­κρατία, υπολογίζει, είν’ αλήθεια, σε βασιλεία χιλιόχρονη. Τα κα­θεστώτα υποκύπτουν, σκέφτεται, μόνο αν τους λείψει η ενεργη­τικότητα στην καταστολή. Η συνταγή είναι απλή: κόβοντας έγ­καιρα κάθε κεφάλι προικισμένο με κριτική σκέψη, εξασφαλίζεις τη διαιώνιση του καθεστώτος. Για ορισμένη περίοδο, που η σο­βιετική γραφειοκρατία εκπλήρωνε λειτουργίες σχετικά προοδευ­τικές –ανάλογες, σε πλατιά κλίμακα, με κείνες που εκπλήρω­σε άλλοτε η καπιταλιστική γραφειοκρατία στη Δύση– ο Στά­λιν σημείωσε ιλιγγιώδεις επιτυχίες. Αυτή η περίοδος είταν σύν­τομη. Ίσα - ίσα τη στιγμή που ο Στάλιν έφτανε στο σημείο να πειστεί πως η «μέθοδος» του είταν ακατανίκητη, η σοβιετική γραφειοκρατία τέλειωνε την αποστολή της και άρχιζε να σαπί­ζει από την πρώτη κιόλας γενιά της. Απ’ αυτού οι καινούργιες δίκες, οι καινούργιες κατηγορίες εναντίον των αντιπάλων της, κάθετι που φαίνεται στο μέσο φιλισταίο σαν να πέφτει από έναν ουρανό ωστόσο ξάστερο.

Η αιματηρή εκκαθάριση στερέωσε ή εξασθένησε την εξου­σία του Στάλιν; Ο παγκόσμιος Τύπος δίνει σ’ αυτό το σημείο εκ­τιμήσεις διφορούμενες και δίγνωμες. Οι μοσχοβίτικες άπατες έκαναν πρώτα - πρώτα τον κόσμο να σκεφτεί ότι ένα καθεστώς υποχρεωμένο να καταφεύγει σε παρόμοιες σκηνοθεσίες δεν θα μπορούσε να κρατήσει πολύ. Ακόμα και ο πιο συντηρητικός Τύπος που οι συμπάθειές του είταν ανέκαθεν με τη διευθύνουσα σοβιε­τική κάστα στην πάλη της εναντίον της επανάστασης, δεν άρ­γησε να ελιχτεί. Ο Στάλιν είχε αφανίσει την Αντιπολίτευση, α­νανεώσει τη Γκεπεού, ξεπαστρέψει τους ανυπάκουος στρατηγούς –και ο λαός σώπαινε: ώστε στερέωνε την εξουσία του. Αυτές οι δυο εκτιμήσεις φαίνονται από πρώτη ματιά ορθές. Αυτό μόνο από πρώτη ματιά.

Η κοινωνική και πολιτική σημασία των εκκαθαρίσεων είναι φανερή: oι διευθυντικοί κύκλοι εξοντώνουν όποιον τους θυμίζει το επαναστατικό παρελθόν, τις αρχές του σοσιαλισμού, την ελευ­θερία, την ισότητα, την αδελφοσύνη, τα εκκρεμή καθήκοντα της παγκόσμιας επανάστασης. Η αγριότητα των διωγμών μαρτυ­ράει το μίσος της προνομιούχας κάστας για τους επαναστάτες. Μ’ αυτή την έννοια, η εκκαθάριση αυξάνει την ομοιογένεια των διευθυντικών κύκλων και φαίνεται σαν να στερεώνει την εξουσία του Στάλιν.

Στερέωση φαινομενική. Ο ίδιος ο Στάλιν παραμένει το προ­ϊόν της επανάστασης. Το άμεσο περιβάλλον του, το Πολιτικό Γραφείο, αποτελείται από ανθρώπους αρκετά ασήμαντους, μα δε­μένους στο μεγαλύτερο τους μέρος, από το παρελθόν τους, με το μπολσεβικισμό. Η σοβιετική αριστοκρατία, που χρησιμοποιεί με επιτυχία τη σταλινική φατρία για να απαλλαγεί από τους επα­ναστάτες, δεν νιώθει για τους τωρινούς αρχηγούς ούτε συμπάθεια ούτε σεβασμό. Αυτή εννοεί να ελευθερωθεί ολότελα από τους πε­ριορισμούς του μπολσεβικισμού, ακόμα και παραμορφωμένους, που ο Στάλιν έχει ακόμα την ανάγκη τους για να πειθαρχήσει τους ανθρώπους του. Ο Στάλιν θα είναι αύριο βάρος για τη διευθύ­νουσα κάστα.

Εκείνο που είναι σοβαρό, μα πολύ πιο σοβαρό, είναι ότι η εκκαθάριση της γραφειοκρατίας από τα ετερογενή στοιχεία πλη­ρώνεται με ρήξη ολοένα και πιο βαθιά με το λαό. Δεν είναι υπερ­βολικό να πούμε πως η ατμόσφαιρα της σοβιετικής κοινωνίας είναι κορεσμένη από μίσος εναντίον των προνομιούχων. Ο Στά­λιν θα πείθεται ολοένα και περισσότερο πως δεν φτάνει μόνο η απόφαση να σκοτώνεις τον καθένα για να σώσεις ένα καθεστώς που έχει φάει τα ψωμιά του. Το αυξανόμενο μίσος του λαού για τη γραφειοκρατία και το βουβό μίσος της πλειονότητας της γρα­φειοκρατίας για το Στάλιν κλονίζει αναπότρεπτα τον ίδιο το μηχανισμό της καταστολής, δημιουργώντας έτσι έναν από τους όρους για την πτώση του καθεστώτος.

Ο σοβιετικός βοναπαρτισμός γεννήθηκε από το θεμελιακό ανταγωνισμό ανάμεσα στη γραφειοκρατία και το λαό και το συμ­πληρωματικό ανταγωνισμό ανάμεσα στους επαναστάτες και τους θερμιδοριανούς στους κόλπους της γραφειοκρατίας. Ο Στάλιν ανέβηκε στην εξουσία στηριζόμενος στη γραφειοκρατία ενάντια στο λαό, στους θερμιδοριανούς ενάντια στους επαναστάτες. Ωστόσο σε κρίσιμες στιγμές είχε αναγκαστεί να επιζητήσει την υ­ποστήριξη των επαναστατών και, με τη συνδρομή τους, την υπο­στήριξη του λαού ενάντια στους πάρα πολύ ανυπόμονους προνο­μιούχους. Μα δεν μπορεί κανείς να στηριχτεί πάνω σ'’ ένα κοινωνικό ανταγωνισμό που οδηγεί στην άβυσσο. Απ’ αυτού το υποχρεωτικό πέρασμα στο θερμιδοριανό «μονολιθισμό», με την εκμηδένιση των τελευταίων υπολειμμάτων του επαναστατικού πνεύματος και την κατάπνιξη της παραμικρής πολιτικής πρωτοβουλίας των μαζών. Όσο κι αν σώζει για μια στιγμή την εξουσία του Στάλιν, η αιματηρή εκκαθάριση γκρεμίζει για πάντα τις κοινωνικοπολιτικές βάσεις του βοναπαρτισμού.

Ο Στάλιν φαίνεται να βρίσκεται κοντά στο τέλος της τραγικής αποστολής του. Όσο περισσότερο πιστεύει πώς δεν έχει ανάγκη από κανένα, τόσο και πλησιάζει η ώρα όπου κανένας δεν θά ’χει ανάγκη απ’ αυτόν. Αν η γραφειοκρατία καταφέρει, αφού μετατρέψει τις μορφές ιδιοκτησίας, να βγάλει από μέσα της μια καινούργια κατέχουσα τάξη, αυτή η τάξη θα δόσει καινούργιους αρχηγούς χωρίς επαναστατικό παρελθόν –και πιο μορφωμένους. Ο Στάλιν ενδεχόμενα δεν θα εισπράξει ευχαριστίες για τα έργα του. Η ξέσκεπη αντεπανάσταση θα απαλλαγεί απ’ αυτόν κατηγορώντας τον, λόγου χάρη, για... τροτσκισμό. Ο Στάλιν θά ’πεφτε σ’ αυτή την περίπτωση θύμα ενός αμαλγάματος του τρεχούμενου τύπου. Μα η ανθρωπότητα μπαίνει και πάλι σε μια φάση πολέμων και επαναστάσεων. Τα πολιτικά καθώς και τα κοινωνικά καθεστώτα θα καταρρεύσουν σαν χάρτινοι πύργοι. Είναι πολύ πιθανό επαναστατικοί σεισμοί στην Ευρώπη και στην Ασία, προλαβαίνοντας τον καταποντισμό του σταλινισμού από την καπιταλιστική αντεπανάσταση, να διευκολύνουν την ανατροπή του από τις εργαζόμενες μάζες. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο Στάλιν θά ’χε ακόμα λιγότερο να υπολογίζει σε χάρη.

Η μνήμη των ανθρώπων είναι μεγαλόψυχη όταν τα δρακόντεια μέτρα μπαίνουν στην υπηρεσία μεγάλων ιστορικών σκοπών. Αντίθετα η ιστορία δεν θα συγχωρέσει ούτε για μια σταλαγματιά αίμα που προσφέρθηκε στον καινούργιο Μολώχ της αυθαιρεσίας και του προνομίου. Το ηθικό μας αίσθημα βρίσκει τη βαθύτερη ικανοποίησή του στην ακλόνητη πεποίθηση πως η ιστορική τιμωρία θα είναι ανάλογη με το έγκλημα. Η επανάσταση θ’ ανοίξει όλα τα μυστικά συρτάρια, θ’ αναθεωρήσει όλες τι δίκες, θα αποκαταστήσει τους συκοφαντημένους, θα στήσει μνημεία στα θύματα, θα ρίξει αιώνιο ανάθεμα στους δήμιους. Ο Στάλιν θα εξαφανιστεί από τη σκηνή κάτω από το βάρος των εγκλημάτων του, σαν ο νεκροθάφτης της επανάστασης και η πιο απαίσια μορφή της Ιστορίας.

Κογιοακάν, καλοκαίρι του 1937.


Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
——————

[1]. Νομισματική μονάδα της Σοβιετικής Ένωσης (Σ.τ.Μ.).

[2]. Τα τελευταία τηλεγραφήματα αναφέρουν ανάμεσα στους κα­τηγορούμενους: τον Μουράλοβ, έναν από τους ήρωες της επανάστασης του 1905, οικοδόμο του Κόκκινου Στράτου, έπειτα αναπληρωτή του Επίτροπου του Λαού στη Γεωργία· το Μπογκουσλάβσκι, παλιό πρόε­δρο του σοβιέτ του Βορόνεζ, πρόεδρο του «Στενού Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού», που είναι στη Μόσχα η πιο σημαντική Επιτρο­πή της κυβέρνησης· τον Ντρόμπνις, πρόεδρο του σοβιέτ της Πολτάβα, που τουφεκίστηκε άλλοτε απ’ τους Λευκούς, μα βιαστικά, και ξέφυγε τραυματισμένος. Η εξουσία των Σοβιέτ κρατήθηκε στα 1918-1921 μόνο χάρη σε άντρες τέτοιας ποιότητας.

[3]. Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης (Π.Ο.Υ.Μ.), (Σ.τ.Μ.).

[4]. Αντρέ Νιν, γραμματέας του Π.Ο.Υ.Μ., παλιός Ισπανός επαναστάτης και πρώην πρόεδρος της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διε­θνούς, (Σ.τ.Μ.).

[5]. Παρ’ όλα αυτά ο Αντόνοβ - Οβσέενκο δεν γλίτωσε τελικά από το μαχαίρι του Στάλιν, (Σ.τ.Μ.).

[6]. Αυτό επιβεβαιώθηκε ολότελα από τον Ιγνάτιο Ράις, Πολωνό κομμουνιστή, επιφορτισμένο με εμπιστευτικές αποστολές στο εξωτερικό από τη σοβιετική κυβέρνηση. Ο Ράις είχε έρθει σε ρήξη με τη Μό­σχα τον Ιούλη του 1937 και είχε περάσει στην Αριστερή Αντιπολίτευση, δημοσιεύοντας στον τύπο μια διαμαρτυρία γεμάτη αγανάχτηση για τη σφαγή των παλιών μπολσεβίκων. Ο Ιγνάτιος Ράις δολοφο­νήθηκε στις 4 Σεπτέμβρη 1937 κοντά στη Λοζάνη από πράκτορες της Γκεπεού. Στις σημειώσεις που άφησε εξηγεί, ανάμεσα σ’ άλλα, πως η υπόθεση Γκρίλεβιτς σκηνοθετήθηκε ολοκληρωτικά από τη Γκεπεού και πώς ο Στάλιν είχε εκδηλώσει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον γι’ αυτήν, τηλεφωνώντας ο ίδιος επανειλημμένα στον αρχηγό της Γκεπεού Γιέζοβ, (Σ.τ.Μ.).