Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι>Η Διαρκής Επανάσταση_b
Λεόν Τρότσκι

Η Διαρκής Επανάσταση

Προηγούμενο: Πρόλογος στη Δεύτερη Ελληνική Έκδοση
Επόμενο: Εισαγωγή στη Γερμανική Έκδοση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ (ΡΩΣΙΚΗ) ΕΚΔΟΣΗ

(ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ)

Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο σε ένα ζήτημα που σχετίζεται στενά με την ιστορία των τριών Ρωσικών Επαναστάσεων. Κι όχι μόνο μ’ αυτήν την ιστορία. Το ζήτημα αυτό έπαιξε ένα σπουδαίο ρόλο στην εσωτερική διαπάλη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης τα τελευταία χρόνια. Μετά απλώθηκε και στην Κομμουνιστική Διεθνή, παίζοντας έναν αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη της Κινέζικης Επανάστασης και καθορίζοντας μια ολόκληρη σειρά από τις πιο σημαντικές αποφάσεις που πάρθηκαν για τα προβλήματα που συνδέονται με την επαναστατική πάλη στις χώρες της Ανατολής. Αυτό το ζήτημα έχει να κάνει με τη θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης, που σύμφωνα με τις διδασκαλίες των επιγόνων του Λενινισμού (Ζινόβιεφ, Στάλιν, Μπουχάριν, κλπ.) αντιπροσωπεύει το προπατορικό αμάρτημα του «τροτσκισμού».

Το ζήτημα της διαρκούς επανάστασης ήρθε στο φως, για μια ακόμα φορά, στα 1924, μετά από μια μακριά περίοδο και, από πρώτη ματιά, εντελώς αναπάντεχα. Δεν υπήρχε καμιά πολιτική δικαιολογία γι’ αυτό. Ήταν ένα ζήτημα διαφοράς απόψεων που άνηκε στο μακρινό παρελθόν. Υπήρχαν, όμως, σημαντικά ψυχολογικά κίνητρα. Η ομάδα των λεγόμενων «Παλιών Μπολσεβίκων», που άνοιξαν μια μάχη εναντίον μου, ξεκίνησαν με την αντιπαράθεση του εαυτού τους, σαν η «Παλιά Μπολσεβίκικη Φρουρά», σε μένα. Αλλά ένα μεγάλο εμπόδιο στο δρόμο τους υπήρξε το 1917. Όσο σπουδαία κι αν ήταν η προηγούμενη ιστορία της ιδεολογικής πάλης και προετοιμασίας, ωστόσο, όλη η προηγούμενη αυτή προπαρασκευαστική περίοδος βρήκε την πιο υψηλή και πιο κατηγορηματική της δοκιμασία, όχι μόνο από την άποψη του Κόμματος σαν όλο, αλλά και από την άποψη των διαφόρων ατόμων, στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Ούτε ένας από τους επιγόνους δεν στάθηκε στο ύψος του σ’ αυτή τη δοκιμασία. Όλοι, χωρίς εξαίρεση, υιοθέτησαν τη χυδαία θέση της δημοκρατικής Αριστερής Πτέρυγας, στη διάρκεια της Επανάστασης του Φλεβάρη του 1917. Ούτε ένας από αυτούς δεν έριξε το σύνθημα της πάλης για την εξουσία των εργατών. Όλοι θεωρούσαν την πορεία προς μια σοσιαλιστική επανάσταση σαν παράλογη ή –ακόμα χειρότερα– σαν «τροτσκισμό». Με αυτό το πνεύμα καθοδηγούσαν το Κόμμα μέχρι τον ερχομό του Λένιν από το εξωτερικό και τη δημοσίευση των περίφημών του Θέσεων του Απρίλη. Μετά απ’ αυτό, ο Κάμενεφ, ερχόμενος σε άμεση αντίθεση με τον Λένιν, προσπάθησε ανοιχτά να σχηματίσει μια δημοκρατική πτέρυγα του Μπολσεβικισμού. Αργότερα ενώθηκε με τον Ζινόβιεφ που είχε έρθει μαζί με τον Λένιν. Ο Στάλιν, βαριά εκτεθειμένος από τη σοσιαλπατριωτική του θέση, κάθισε στο περιθώριο. Άφησε το Κόμμα να ξεχάσει τα άθλια άρθρα και λόγους του των αποφασιστικών βδομάδων του Μάρτη και σιγά σιγά μεταπήδησε στις απόψεις του Λένιν. Να γιατί τέθηκε αυτόματα το ερώτημα: Τί είχε καταλάβει από το Λενινισμό καθένας απ’ αυτούς τους ηγέτες «Παλιούς Μπολσεβίκους», αφού ούτε ένας δεν στάθηκε ικανός να εφαρμόσει ανεξάρτητα τις θεωρητικές και πρακτικές εμπειρίες του Κόμματος στην πιο σπουδαία και πιο κρίσιμη ιστορική στιγμή; Η προσοχή έπρεπε, με κάθε θυσία, να αποτραβηχτεί απ’ αυτό το ζήτημα και να στραφεί προς ένα άλλο ζήτημα. Για το σκοπό αυτό, αποφασίστηκε να συγκεντρωθούν τα πυρά στη διαρκή επανάσταση. Οι αντίπαλοί μου, βέβαια, δεν πρόβλεψαν ότι δημιουργώντας έναν τεχνητό άξονα πάλης θα αναγκάζονταν ανεπαίσθητα να τον γυρίζουν γύρω από τον εαυτό τους, και να κατασκευάσουν, με τη μέθοδο της αντιστροφής, μια νέα δική τους κοσμοθεωρία.

Στα ουσιώδη της χαρακτηριστικά, η θεωρία της διαρκούς επανάστασης διατυπώθηκε από μένα, ακόμα πριν από τα αποφασιστικά γεγονότα του 1905. Η Ρωσία πλησίαζε την αστική της επανάσταση. Κανείς στις γραμμές της ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας (τότε όλοι αποκαλούμασταν Σοσιαλδημοκράτες) δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι πλησιάζαμε σε μια αστική επανάσταση, δηλαδή σε μια επανάσταση που έβγαινε από τις αντιφάσεις ανάμεσα στις αναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και τις ξεπερασμένες σχέσεις κάστας και κράτους της περιόδου της δουλοπαροικίας και του Μεσαίωνα. Στην πάλη ενάντια στους ναρόντνικους και τους αναρχικούς, είχα αφιερώσει, στη μαρξιστική ανάλυση του αστικού χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης, πάρα πολλούς λόγους και άρθρα.

Ο αστικός χαρακτήρας της επανάστασης δεν μπορούσε, ωστόσο, να απαντήσει από τα πριν στο ερώτημα ποιες τάξεις θα δώσουν λύσεις στα καθήκοντα της δημοκρατικής επανάστασης και ποιες θα είναι οι αμοιβαίες σχέσεις αυτών των τάξεων. Απ’ αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζουν τα θεμελιώδη στρατηγικά προβλήματα.

Οι Πλεχάνοφ, Άξελροντ, Ζασούλιτς, Μάρτοφ και, μαζί μ’ αυτούς όλοι οι ρώσοι Μενσεβίκοι, ξεκινούσαν από την ιδέα ότι, ο ηγετικός ρόλος στην αστική επανάσταση άνηκε στη φιλελεύθερη μπουρζουαζία, σαν τον φυσικό διεκδικητή της εξουσίας. Σύμφωνα μ’ αυτό το μοντέλο, στο κόμμα του προλεταριάτου θα ανήκε ο ρόλος της Αριστερής Πτέρυγας του δημοκρατικού μετώπου. Οι Σοσιαλδημοκράτες θα υποστήριζαν τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία ενάντια στην αντίδραση, και ταυτόχρονα θα υπερασπίζονταν τα συμφέροντα του προλεταριάτου ενάντια στη φιλελεύθερη μπουρζουαζία. Με άλλα λόγια, οι Μενσεβίκοι αντιλαμβάνονταν την αστική επανάσταση κυρίως σαν μια φιλελεύθερη-συνταγματική μεταρρύθμιση.

Ο Λένιν έθετε το ζήτημα με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Για τον Λένιν, η απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων της αστικής κοινωνίας από τα δεσμά της δουλοπαροικίας σήμαινε, πρώτα και κύρια, μια ριζοσπαστική λύση του αγροτικού ζητήματος με την έννοια της πλήρους εξαφάνισης της τάξης των γαιοκτημόνων και την επαναστατική αναδιανομή της γαιοκτησίας. Αχώριστα δεμένο με αυτό το ζήτημα, ήταν η καταστροφή της μοναρχίας. Ο Λένιν καταπιάστηκε με το αγροτικό πρόβλημα, που επηρέαζε τα ζωτικά συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού και ταυτόχρονα αποτελούσε το βασικό πρόβλημα της καπιταλιστικής αγοράς, με μια αληθινά επαναστατική τόλμη. Αφού η φιλελεύθερη μπουρζουαζία, που αντιμετωπίζει τον εργάτη σαν εχθρό, είναι στενά δεμένη με χίλιους δυο δεσμούς με τη μεγάλη γαιοκτησία, η γνήσια δημοκρατική απελευθέρωση της αγροτιάς μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την επαναστατική συνεργασία των εργατών και των χωρικών. Σύμφωνα με τoν Λένιν, η κοινή τους εξέγερση ενάντια στην παλιά κοινωνία, πρέπει, αν είναι νικηφόρα, να οδηγήσει στην εγκαθίδρυση της «δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς».

Αυτή η φόρμουλα επαναλαμβάνεται τώρα από την Κομμουνιστική Διεθνή σαν ένα είδος υπέρ-ιστορικού δόγματος, χωρίς καμιά προσπάθεια να αναλυθούν οι ζωντανές ιστορικές εμπειρίες του τελευταίου τέταρτου του αιώνα –σαν να μην γίναμε μάρτυρες και συμμέτοχοι στην Επανάσταση του 1905, στην Επανάσταση του Φλεβάρη του 1917 και τελικά στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Ωστόσο, μια τέτοια ιστορική ανάλυση, είναι, για έναν λόγο παραπάνω, αναγκαία, γιατί ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε ένα καθεστώς της «δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς».

Στα 1905, ο Λένιν την χρησιμοποιούσε σαν μια στρατηγική υπόθεση που απαιτούσε ακόμα να επαληθευτεί από την πραγματική πορεία της ταξικής πάλης. Η φόρμουλα της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς, είχε, σε μεγάλο βαθμό, έναν, σκόπιμα, αλγεβρικό χαρακτήρα. Ο Λένιν δεν έλυνε από τα πριν το ζήτημα των πολιτικών σχέσεων ανάμεσα στους δυο συμμέτοχους της υποθετικής δημοκρατικής δικτατορίας, δηλαδή το προλεταριάτο και την αγροτιά. Δεν απόκλειε τη δυνατότητα η αγροτιά να αντιπροσωπεύεται στην επανάσταση από ένα ανεξάρτητο κόμμα –ένα κόμμα ανεξάρτητο με μια διπλή έννοια: όχι μόνο σε σχέση με την μπουρζουαζία, αλλά και σε σχέση με το προλεταριάτο, και ταυτόχρονα ικανό να πραγματοποιήσει τη δημοκρατική επανάσταση σε συμμαχία με το κόμμα του προλεταριάτου στην πάλη ενάντια στη φιλελεύθερη μπουρζουαζία. Ο Λένιν δεχόταν ακόμα τη δυνατότητα –όπως γρήγορα θα δούμε– το επαναστατικό αγροτικό κόμμα να έχει την πλειοψηφία στην κυβέρνηση της δημοκρατικής δικτατορίας.

Στο ζήτημα της αποφασιστικής σημασίας της αγροτικής επανάστασης, σ’ ότι αφορά τη μοίρα της αστικής μας επανάστασης υπήρξα, τουλάχιστον από το φθινόπωρο του 1902, δηλαδή από την πρώτη δραπέτευσή μου στο εξωτερικό, ένας μαθητής του Λένιν. Το ότι η αγροτική επανάσταση, και κατά συνέπεια, η γενική δημοκρατική επανάσταση, μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με τις ενωμένες δυνάμεις των εργατών και των αγροτών στην πάλη ενάντια στη φιλελεύθερη μπουρζουαζία, ήταν για μένα, αντίθετα από όλα τα ανόητα παραμύθια των τελευταίων χρόνων, πέρα από κάθε αμφιβολία. Παρόλα αυτά, τάχθηκα ενάντια στη φόρμουλα της «δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς», επειδή είδα την αδυναμία της στο γεγονός ότι άφηνε ανοιχτό το ζήτημα του ποια τάξη θα ασκήσει την πραγματική δικτατορία. Προσπάθησα να δείξω ότι, παρά το τεράστιο κοινωνικό και επαναστατικό βάρος της, η αγροτιά δεν ήταν ικανή να δημιουργήσει ένα πραγματικά ανεξάρτητο κόμμα και ακόμα λιγότερο ικανή να συγκεντρώσει την επαναστατική εξουσία στα χέρια ενός τέτοιου κόμματος.

Όπως ακριβώς στις παλιές επαναστάσεις, από τη γερμανική μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα, και ακόμα πιο πριν, η αγροτιά με τις εξεγέρσεις της, έδινε υποστήριξη σε ένα από τα τμήματα της μπουρζουαζίας των πόλεων, και όχι σπάνια εξασφάλιζε τη νίκη του, έτσι και στην αργοπορημένη μας αστική επανάσταση, η αγροτιά μπορούσε στο αποκορύφωμα της πάλης της, να προσφέρει μια παρόμοια υποστήριξη στο προλεταριάτο και να το βοηθήσει να έρθει στην εξουσία. Απ’ αυτό έβγαλα το συμπέρασμα ότι η αστική μας επανάσταση μπορούσε να εκπληρώσει ριζοσπαστικά τα καθήκοντά της μόνο στην περίπτωση που το προλεταριάτο, με τη βοήθεια της πολυπληθούς αγροτιάς θα αποδειχνόταν ικανό να συγκεντρώσει την επαναστατική δικτατορία στα χέρια του.

Ποιό θα ήταν το κοινωνικό περιεχόμενο αυτής της δικτατορίας; Πρώτα απ’ όλα θα έπρεπε να φέρει μέχρι το τέλος την αγροτική επανάσταση και τη δημοκρατική αναμόρφωση του κράτους. Με άλλα λόγια, η δικτατορία του προλεταριάτου θα γινόταν το εργαλείο για να εκπληρωθούν τα καθήκοντα της ιστορικά-αργοπορημένης αστικής επανάστασης. Αλλά το ζήτημα δεν σταματούσε εκεί. Αφού θα είχε φθάσει στην εξουσία, το προλεταριάτο θα ήταν υποχρεωμένο να επέμβει ακόμα πιο βαθιά στις σχέσεις ατομικής ιδιοκτησίας γενικά, δηλαδή, να πάρει το δρόμο των σοσιαλιστικών μέτρων.

Αλλά πιστεύετε πραγματικά, μου έχουν αντιτάξει πολλές φορές οι Στάλιν, Ρίκοφ, και όλοι οι άλλοι Μόλοτοφ ανάμεσα στα 1905 και στα 1917, ότι η Ρωσία είναι ώριμη για τη σοσιαλιστική επανάσταση;. Σ’ αυτό πάντοτε απαντούσα: Όχι, δεν το πιστεύω. Αλλά, η παγκόσμια οικονομία, σαν όλο, και πρώτα απ’ όλα η ευρωπαϊκή οικονομία, είναι εντελώς ώριμη για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Αν η δικτατορία του προλεταριάτου στη Ρωσία οδηγήσει στο σοσιαλισμό ή όχι, και με πιο ρυθμό και μέσα από ποια στάδια, αυτό θα εξαρτηθεί από τη μοίρα του ευρωπαϊκού και του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Αυτά ήταν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης στο ξεκίνημά της, τους πρώτους μήνες του 1905. Από τότε, έγιναν τρεις επαναστάσεις. Το ρωσικό προλεταριάτο ήρθε στην εξουσία με το ισχυρό κύμα της εξέγερσης των αγροτών. Η δικτατορία του προλεταριάτου έγινε πραγματικότητα στη Ρωσία προτού να γίνει σε οποιαδήποτε άλλη από τις ασύγκριτα πιο αναπτυγμένες χώρες στον κόσμο. Στα 1924, δηλαδή, όχι περισσότερα από εφτά χρόνια μετά την εντυπωσιακή επιβεβαίωση της ιστορικής πρόγνωσης της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης, οι επίγονοι ξεκίνησαν μια έξαλλη επίθεση ενάντια σ’ αυτή τη θεωρία, αποσπώντας από τα παλιά μου γραφτά μεμονωμένες φράσεις και πολεμικές αντεγκλήσεις που εγώ ο ίδιος έχω από τότε ξεχάσει.

Πρέπει να υπενθυμίσω εδώ ότι η πρώτη ρωσική επανάσταση ξέσπασε μισό περίπου αιώνα ύστερα από το κύμα των αστικών επαναστάσεων στην Ευρώπη και τριάντα πέντε χρόνια μετά την επεισοδιακή εξέγερση της Παρισινής Κομμούνας. Η Ευρώπη είχε το χρόνο να ξεσυνηθίσει τις επαναστάσεις. Η Ρωσία δεν είχε γνωρίσει καμιά. Όλα τα προβλήματα της επανάστασης τέθηκαν γι’ άλλη μια φορά. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πόσα πολλά άγνωστα και υποθετικά μεγέθη εμπεριείχε για μας η μελλοντική επανάσταση εκείνες τις μέρες. Οι συνταγές όλων των ομάδων, ήταν, η καθεμιά με τον τρόπο της, υποθέσεις εργασίας. Πρέπει να είναι κανείς εντελώς ανίκανος να κάνει μια ιστορική πρόγνωση και να έχει πλήρη έλλειψη κατανόησης των μεθόδων της, για να θεωρεί τώρα, κατόπιν εορτής, αναλύσεις και εκτιμήσεις του 1905 σαν να γράφτηκαν χθες. Έλεγα συχνά στον εαυτό μου και στους φίλους μου: Δεν αμφιβάλω ότι οι προγνώσεις μου του 1905 περιέχουν πολλές ελλείψεις που δεν είναι δύσκολο να τις διακρίνω τώρα, κατόπιν εορτής. Αλλά, οι επικριτές μου έβλεπαν καλύτερα και πιο μακριά; Χωρίς να έχω ξαναδιαβάσει τα παλιά μου έργα για πολύν καιρό, ήμουν έτοιμος να παραδεχτώ από τα πριν πως περιείχαν λάθη πολύ πιο βαριά και πιο σημαντικά απ’ ό,τι πραγματικά ήταν. Πείσθηκα γι’ αυτό το 1928, όταν η πολιτική αργία, που μου επιβλήθηκε με την εξορία στην Άλμα-Άτα μου έδωσε την ευκαιρία να ξαναδιαβάσω, με το μολύβι στο χέρι, τα παλιά μου γραφτά γύρω από τα προβλήματα της διαρκούς επανάστασης. Ελπίζω ότι και ο αναγνώστης θα πεισθεί γι’ αυτό από αυτά που θα διαβάσει στις σελίδες που ακολουθούν.

Είναι, όμως, αναγκαίο, μέσα στα όρια αυτής της εισαγωγής, να παρουσιάσουμε με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια ένα σκιαγράφημα των συστατικών στοιχείων της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης, και των πιο σημαντικών αντιρρήσεων που συνάντησε. Η διαμάχη έχει τόσο απλωθεί και ενταθεί, που τώρα, στην ουσία, αγκαλιάζει τα πιο σπουδαία ζητήματα του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος.

Η διαρκής επανάσταση, με την έννοια που της έδινε ο Μαρξ, σημαίνει μια επανάσταση που δεν κάνει συμβιβασμούς με οποιαδήποτε μορφή ταξικής κυριαρχίας, που δεν σταματάει στο δημοκρατικό στάδιο, που συνεχίζει στα σοσιαλιστικά μέτρα και τον πόλεμο ενάντια στην εξωτερική αντίδραση, δηλαδή μια επανάσταση που το κάθε διαδοχικό της στάδιο είναι ριζωμένο στο προηγούμενο και που μπορεί να τελειώσει μόνο με την πλήρη κατάργηση της ταξικής κοινωνίας.

Για να διαλύσουμε το χάος που έχει δημιουργηθεί γύρω από τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης, είναι αναγκαίο να διακρίνουμε τρεις γραμμές σκέψης που ενώνονται σ’ αυτήν τη θεωρία.

Πρώτα, αγκαλιάζει το πρόβλημα της μετάβασης από τη δημοκρατική στη σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτή είναι στην ουσία η ιστορική καταγωγή της θεωρίας.

Η έννοια της διαρκούς επανάστασης προβλήθηκε από τους μεγάλους Κομμουνιστές στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, τον Μαρξ και τους ομοϊδεάτες του, σε αντίθεση με τη δημοκρατική ιδεολογία που, όπως γνωρίζουμε, ισχυρίζεται ότι με την εγκαθίδρυση ενός «ορθολογικού» ή δημοκρατικού κράτους όλα τα ζητήματα μπορούν να λυθούν ειρηνικά με μεταρρυθμιστικά ή εξελικτικά μέτρα. Ο Μαρξ θεώρησε την αστική επανάσταση του 1848 σαν το άμεσο πρελούδιο της προλεταριακής επανάστασης. Ο Μαρξ «έσφαλε». Κι όμως, το λάθος του αφορούσε τα γεγονότα και δεν είχε μεθοδολογικό χαρακτήρα. Η επανάσταση του 1848 δεν μετατράπηκε σε σοσιαλιστική επανάσταση. Αλλά ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο δεν πραγματοποίησε τη δημοκρατία. Όσο για την Γερμανική Επανάσταση του 1918, δεν υπήρξε καμιά δημοκρατική ολοκλήρωση της αστικής επανάστασης, ήταν μια προλεταριακή επανάσταση που αποκεφαλίστηκε από τους Σοσιαλδημοκράτες, πιο σωστά, ήταν μια αστική αντεπανάσταση, που αναγκάστηκε να διατηρήσει ψευδο-δημοκρατικές μορφές μετά τη νίκη της ενάντια στο προλεταριάτο.

Ο χυδαίος «Μαρξισμός» έχει επεξεργαστεί ένα μοντέλο ιστορικής ανάπτυξης, σύμφωνα με το οποίο κάθε αστική κοινωνία αργά ή γρήγορα εξασφαλίζει ένα δημοκρατικό καθεστώς, οπότε το προλεταριάτο, κάτω από συνθήκες δημοκρατίας, βαθμιαία οργανώνεται και εκπαιδεύεται για τον σοσιαλισμό. Η πραγματική μετάβαση στο σοσιαλισμό συλλαμβανόταν ποικιλόμορφα: οι δηλωμένοι ρεφορμιστές παρίσταναν αυτή τη μετάβαση σαν το μεταρρυθμιστικό γέμισμα της δημοκρατίας με ένα σοσιαλιστικό περιεχόμενο (Ζορές). Οι τυπικοί επαναστάτες αναγνώριζαν την αναπόφευκτη άσκηση της επαναστατικής βίας στη μετάβαση στο σοσιαλισμό (Γκεντ). Αλλά και οι πρώτοι και οι δεύτεροι θεωρούσαν τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό, για όλους τους λαούς και τις χώρες, σαν δύο στάδια στην ανάπτυξη της κοινωνίας που όχι μόνο ήταν τελείως διαφορετικά, αλλά και που χωρίζονταν με μεγάλα χρονικά διαστήματα μεταξύ τους. Αυτή η άποψη κυριαρχούσε επίσης ανάμεσα σε κείνους τους ρώσους μαρξιστές που, την περίοδο του 1905, ανήκαν στην αριστερή πτέρυγα της Δεύτερης Διεθνούς. Ο Πλεχάνοφ, ο έξοχος πρόγονος του ρωσικού μαρξισμού, θεωρούσε την ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου σαν μια αυταπάτη για την σύγχρονη Ρωσία. Την ίδια άποψη δεν υπερασπίστηκαν μόνο οι μενσεβίκοι, αλλά και η συντριπτική πλειοψηφία των Μπολσεβίκων ηγετών του Κόμματος ιδιαίτερα οι σημερινοί εκείνοι ηγέτες, που στις μέρες τους, υπήρξαν όλοι, χωρίς εξαίρεση, τολμηροί επαναστάτες δημοκράτες, αλλά που, γι’ αυτούς, τα προβλήματα της σοσιαλιστικής επανάστασης, όχι μόνο για το 1905 αλλά και στην παραμονή του 1917, ήταν ακόμα μια ασαφή μουσική του μακρινού μέλλοντος.

Η θεωρία της διαρκούς επανάστασης, που γεννήθηκε το 1905, κήρυξε τον πόλεμο ενάντια σ’ αυτές τις ιδέες και διαθέσεις. Τόνισε ότι τα δημοκρατικά καθήκοντα των καθυστερημένων αστικών εθνών οδηγούσαν άμεσα, στην εποχή μας, στη δικτατορία του προλεταριάτου και ότι η δικτατορία του προλεταριάτου βάζει τα σοσιαλιστικά καθήκοντα στην ημερήσια διάταξη. Εδώ βρίσκεται η κεντρική ιδέα της θεωρίας. Ενώ η παραδοσιακή άποψη ήταν ότι ο δρόμος για τη δικτατορία του προλεταριάτου περνούσε μέσα από μια μακριά περίοδο δημοκρατίας, η θεωρία της διαρκούς επανάστασης απόδειχνε το γεγονός ότι για τις καθυστερημένες χώρες ο δρόμος για τη δημοκρατία δεν είναι ένα καθεστώς που παραμένει αυτοδύναμο για δεκαετίες, αλλά αποτελεί μόνο το άμεσο πρελούδιο για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Το κάθε ένα είναι δεμένο με το άλλο με άθραυστες αλυσίδες. Έτσι, ανάμεσα στη δημοκρατική επανάσταση και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας εγκαθιδρύεται ένα διαρκές στάδιο επαναστατικής ανάπτυξης.

Η δεύτερη όψη της θεωρίας της «διαρκούς» ασχολείται με τη σοσιαλιστική επανάσταση ως τέτοια. Για μια απεριόριστα μακριά περίοδο και με σταθερούς εσωτερικούς αγώνες, όλες οι κοινωνικές σχέσεις υφίστανται μια μεταμόρφωση. Η κοινωνία εξακολουθεί να αλλάζει το δέρμα της. Κάθε στάδιο της μεταμόρφωσης απορρέει άμεσα από το προηγούμενο. Αυτό το προτσές αναγκαστικά διατηρεί έναν πολιτικό χαρακτήρα, δηλαδή, αναπτύσσεται μέσα από συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες ομάδες της κοινωνίας που βρίσκεται σε μετασχηματισμό. Τα ξεσπάσματα του εμφυλίου πολέμου και οι εξωτερικοί πόλεμοι εναλλάσσονται με περίοδες «ειρηνικής» μεταρρύθμισης. Οι επαναστάσεις στην οικονομία, την τεχνική, την επιστήμη, την οικογένεια, την ηθική και στην καθημερινή ζωή, αναπτύσσονται με μια πολύπλοκη αλληλεπίδραση και δεν αφήνουν την κοινωνία να πετύχει μια ισορροπία.

Σ’ αυτό βρίσκεται ο διαρκής χαρακτήρας της σοσιαλιστικής επανάστασης ως τέτοια.

Ο διεθνής χαρακτήρας της σοσιαλιστικής επανάστασης, που αποτελεί την τρίτη όψη της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης, πηγάζει από τη σημερινή κατάσταση της οικονομίας και την κοινωνική δομή της ανθρωπότητας. Ο διεθνισμός δεν είναι μια αφηρημένη αρχή, αλλά μια θεωρητική και πολιτική αντανάκλαση του χαρακτήρα της παγκόσμιας οικονομίας, της παγκόσμιας ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και του παγκόσμιου χαρακτήρα της ταξικής πάλης. Η σοσιαλιστική επανάσταση αρχίζει σε εθνική βάση –αλλά δεν μπορεί να ολοκληρωθεί σ’ αυτή τη βάση. Η διατήρηση της προλεταριακής επανάστασης μέσα σε εθνικά πλαίσια δεν μπορεί να είναι παρά μια προσωρινή κατάσταση, αν και, όπως μας δείχνει η εμπειρία της Σοβιετικής Ένωσης, μεγάλης διάρκειας. Σε μια απομονωμένη προλεταριακή δικτατορία, οι εσωτερικές και εξωτερικές αντιφάσεις αναπτύσσονται αναπόφευκτα μαζί με τα επιτεύγματά της. Αν παραμείνει απομονωμένο, το προλεταριακό κράτος πρέπει τελικά να πέσει θύμα αυτών των αντιφάσεων. Η διέξοδος σ’ αυτό βρίσκεται μόνο στη νίκη του προλεταριάτου στις αναπτυγμένες χώρες. Αν την δούμε απ’ αυτήν τη σκοπιά, μια εθνική επανάσταση δεν αποτελεί ένα αύταρκες όλο. Δεν είναι παρά ένας κρίκος στη διεθνή αλυσίδα. Η διεθνής επανάσταση αποτελεί ένα διαρκές προτσές, παρόλες τις προσωρινές υφέσεις και αμπώτιδες.

Η πάλη των επιγόνων κατευθύνεται, αν και όχι πάντοτε με την ίδια σαφήνεια, ενάντια και στις τρεις πλευρές της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης. Και πως μπορούσε να γίνει αλλιώς αφού πρόκειται για τρία αχώριστα δεμένα μέρη ενός όλου: Οι επίγονοι χωρίζουν μηχανιστικά τη δημοκρατική και τη σοσιαλιστική δικτατορία. Χωρίζουν την εθνική σοσιαλιστική επανάσταση από τη διεθνική. Θεωρούν ότι, στην ουσία, η κατάκτηση της εξουσίας, μέσα σε εθνικά όρια δεν αποτελεί την αρχική, αλλά την τελική πράξη της επανάστασης. Μετά απ’ αυτήν, ακολουθεί η περίοδος των μεταρρυθμίσεων που οδηγούν στην εθνική σοσιαλιστική κοινωνία. Στα 1905, δεν δέχονταν την ιδέα ότι το προλεταριάτο μπορούσε να κατακτήσει την εξουσία στη Ρωσία νωρίτερα από ό,τι στη Δυτική Ευρώπη. Στα 1917, υποστήριζαν την αυτάρκη δημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία και απορρίπτανε τη δικτατορία του προλεταριάτου. Στα 1925-27, χάραξαν μια πορεία προς την εθνική επανάσταση στην Κίνα με ηγεσία την εθνική μπουρζουαζία. Κατόπιν, παρουσίασαν για την Κίνα το σύνθημα της δημοκρατικής δικτατορίας των εργατών και των χωρικών σε αντίθεση με το σύνθημα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Διακήρυσσαν τη δυνατότητα να χτιστεί μια απομονωμένη και αυτάρκης σοσιαλιστική κοινωνία στη Σοβιετική Ένωση. Η παγκόσμια επανάσταση από απαραίτητος όρος για τη νίκη, έγινε γι’ αυτούς, μια ευνοϊκή μόνο συγκυρία. Οι επίγονοι έφτασαν στη βαθιά αυτή ρήξη με το μαρξισμό, στο προτσές της διαρκούς πάλης ενάντια στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης.

Η πάλη, που άρχισε με μια τεχνητή αναβίωση ιστορικών αναμνήσεων και την παραποίηση του μακρινού παρελθόντος, οδήγησε στην πλήρη μετατροπή της κοσμοθεωρίας του κυρίαρχου στρώματος της επανάστασης. Έχουμε ήδη επανειλημμένα εξηγήσει ότι αυτή η επανεκτίμηση των αξιών πραγματοποιήθηκε κάτω από την επίδραση των κοινωνικών αναγκών της σοβιετικής γραφειοκρατίας, που γινόταν όλο και πιο συντηρητική, πάλευε για μια εθνική τάξη πραγμάτων και απαιτούσε η επανάσταση, που ήδη είχε επιτευχθεί και που εξασφάλιζε προνομιούχες θέσεις για τη γραφειοκρατία, να θεωρηθεί τώρα αρκετή για το ειρηνικό χτίσιμο του σοσιαλισμού. Δεν επιθυμούμε να γυρίσουμε σ’ αυτό το θέμα τώρα. Είναι αρκετό να σημειώσουμε ότι η γραφειοκρατία έχει βαθιά συνείδηση της σύνδεσης των υλικών και ιδεολογικών της θέσεων με τη θεωρία του εθνικού σοσιαλισμού. Αυτό εμφανίζεται πολύ καθαρά τώρα, παρά, ή καλύτερα εξαιτίας του γεγονότος ότι η σταλινική κυβερνητική μηχανή, κάτω από την πίεση των αντιφάσεων που δεν είχε προβλέψει, οδηγείται προς τα αριστερά με όλη της τη δύναμη, καταφέρνοντας δυνατά χτυπήματα στους δεξιούς εμπνευστές της του χθες. Η εχθρότητα των γραφειοκρατών προς τη Μαρξιστική Αντιπολίτευση, απ’ όπου έχουν δανειστεί τα συνθήματα και τα επιχειρήματά τους με μεγάλη βιασύνη, δεν μειώνεται όπως γνωρίζουμε, στο ελάχιστο. Η καταδίκη της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης, και μια αναγνώριση, έστω και έμμεση, της θεωρίας του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα, απαιτείται πρώτα και κύρια, από κείνους τους Αντιπολιτευόμενους που βάζουν το ζήτημα της επανεγγραφής τους στο Κόμμα με την πρόθεση να υποστηρίξουν την πορεία προς την εκβιομηχάνιση, κτλ. Μ’ αυτό, η σταλινική γραφειοκρατία αποκαλύπτει τον καθαρά τακτικό χαρακτήρα της αριστερής στροφής της που πάει χέρι χέρι με τη διατήρηση των εθνικο-ρεφορμιστικών στρατηγικών θεμελίων της. Είναί περιττό να εξηγήσουμε τι σημαίνει αυτό. Στην πολιτική, όπως και στον πόλεμο, η τακτική είναι μακροπρόθεσμα υποταγμένη στη στρατηγική.

Το ζήτημα έχει από πολύν καιρό προχωρήσει πιο πέρα από την ειδική σφαίρα της πάλης ενάντια στον «τροτσκισμό». Με τη βαθμιαία επέκτασή του, έχει αγκαλιάσει σήμερα κυριολεκτικά όλα τα προβλήματα της επαναστατικής κοσμοθεωρίας. Διαρκής επανάσταση ή σοσιαλισμός σε μια μόνη χώρα –αυτή η διάζευξη αγκαλιάζει ταυτόχρονα τα εσωτερικά προβλήματα της Σοβιετικής Ένωσης, τις προοπτικές της επανάστασης στην Ανατολή και, τελικά, τη μοίρα ολόκληρης της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Αυτή εδώ η εργασία δεν εξετάζει το ζήτημα αυτό απ’ όλες αυτές τις πλευρές. Δεν είναι αναγκαίο να επαναλάβω αυτά που έχουν ειπωθεί σε άλλες εργασίες. Στην «Κριτική του Σχεδίου Προγράμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς», προσπάθησα να αποκαλύψω θεωρητικά την οικονομική και πολιτική ανεδαφικότητα του εθνικού σοσιαλισμού. Οι θεωρητικοί της Κόμιντερν κράτησαν το στόμα τους κλειστό πάνω σ’ αυτό. Αυτό είναι πράγματι το μοναδικό που μπορούσαν να κάνουν. Σ’ αυτό το βιβλίο πάνω απ’ όλα αποκαθιστώ τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης όπως διατυπώθηκε στα 1905, σχετικά με τα εσωτερικά προβλήματα της Ρωσικής Επανάστασης. Δείχνω σε τι πραγματικά διέφερε η θέση μου από εκείνη του Λένιν, και πως και γιατί συνέπεφτε με τη θέση του Λένιν σε κάθε αποφασιστική κατάσταση. Τελικά, προσπαθώ να αποκαλύψω την αποφασιστική σημασία αυτού του ζητήματος για το προλεταριάτο των καθυστερημένων χωρών, και έτσι για ολόκληρη την Κομμουνιστική Διεθνή.

Τί κατηγορίες παρουσίασαν οι επίγονοι ενάντια στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης; Αν τον ξεκαθαρίσουμε από τις πολυάριθμες αντιφάσεις της κριτικής σε μένα, τότε ολόκληρος ο αληθινά τεράστιος όγκος των γραφτών τους μπορεί να περιοριστεί στις παρακάτω προτάσεις:

1. Ο Τρότσκι αγνοούσε τη διαφορά ανάμεσα στην αστική επανάσταση και τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ήδη στα 1905 υποστήριζε ότι το προλεταριάτο της Ρωσίας αντιμετώπιζε άμεσα τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

2. Ο Τρότσκι ξεχνούσε τελείως το αγροτικό ζήτημα. Η αγροτιά δεν υπήρχε γι’ αυτόν. Παρουσίαζε την επανάσταση σαν ένα ζήτημα απλά της σύγκρουσης ανάμεσα στο προλεταριάτο και τον τσαρισμό.

3. Ο Τρότσκι δεν πίστευε ότι η παγκόσμια μπουρζουαζία θα ανεχόταν, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, την ύπαρξη της δικτατορίας του ρωσικού προλεταριάτου, και θεωρούσε την πτώση της αναπόφευκτη αν το προλεταριάτο της Δύσης δεν έπαιρνε την εξουσία μέσα σε σύντομο διάστημα και δεν ερχόταν σε βοήθειά μας. Έτσι ο Τρότσκι υποτιμούσε την πίεση του προλεταριάτου της Δυτικής Ευρώπης πάνω στη δικιά του μπουρζουαζία.

4. Ο Τρότσκι γενικά δεν πίστευε στη δύναμη του ρωσικού προλεταριάτου, στην ικανότητά του να χτίσει το σοσιαλισμό ανεξάρτητα –να γιατί εναπόθετε και ακόμα εναποθέτει όλες του τις ελπίδες στη διεθνή επανάσταση.

Αυτές οι στερεότυπες επαναλήψεις διαπερνούν όχι μόνο τα πολυάριθμα γραφτά και τους λόγους των Ζινόβιεφ, Στάλιν, Μπουχάριν και άλλων, μα διατυπώνονται επίσης και στις πιο έγκυρες αποφάσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Και, παρόλα αυτά, είναι κανείς αναγκασμένος να πει ότι βασίζονται πάνω σ’ ένα μίγμα άγνοιας και ανεντιμότητας.

Οι δυο πρώτοι ισχυρισμοί των επικριτών μου, είναι, όπως θα φανεί παραπέρα, ψεύτικοι από τη ρίζα τους. Όχι, ξεκίνησα ακριβώς από τον αστικό-δημοκρατικό χαρακτήρα της επανάστασης και έφθασα στο συμπέρασμα ότι το μέγεθος της αγροτικής κρίσης μπορούσε να φέρει το προλεταριάτο της καθυστερημένης Ρωσίας στην εξουσία. Ναι, αυτή ήταν ακριβώς η ιδέα που υπερασπίστηκα την παραμονή της Επανάστασης του 1905. Αυτή ακριβώς ήταν η ιδέα που εκφράστηκε με τον ίδιο το χαρακτηρισμό της επανάστασης σαν «διαρκούς» δηλαδή, μιας επανάστασης αδιάκοπης, που περνά κατευθείαν από το αστικό στάδιο στο σοσιαλιστικό. Για να εκφράσει την ίδια ιδέα, ο Λένιν αργότερα χρησιμοποίησε την εξαιρετική έκφραση της αστικής επανάστασης που μετεξελίσσεται σε σοσιαλιστική. Η έννοια της «μετεξέλιξης» αντιπαρατέθηκε από τον Στάλιν, κατόπιν εορτής, (στα 1924), στη διαρκή επανάσταση, που την παρουσίασε σαν ένα άμεσο άλμα, από τον κόσμο της μοναρχίας στον κόσμο του σοσιαλισμού. Ο κακότυχος αυτός «θεωρητικός» δεν σκοτίστηκε να σκεφτεί το ερώτημα: Τι νόημα μπορεί να υπάρχει στη διάρκεια της επανάστασης, δηλαδή, στην αδιάκοπη ανάπτυξή της, αν πρόκειται για ένα απλό και μόνο άλμα;

Όσο για την τρίτη κατηγορία, αυτή υπαγορεύτηκε από την σύντομης διάρκειας ελπίδα των επιγόνων σχετικά με τη δυνατότητα της ουδετεροποίησης της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας για απεριόριστο χρόνο με τη βοήθεια της «έξυπνα» οργανωμένης πίεσης του προλεταριάτου. Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα του Στάλιν, στα χρόνια 1924-27. Η Αγγλο-Ρωσική Επιτροπή ήταν ο καρπός της. Η απογοήτευση σχετικά με τη δυνατότητα να δέσουν χειροπόδαρα την παγκόσμια μπουρζουαζία με τη βοήθεια των Πάρσελ, Ράντιτς, Λαφολέτ και Τσιαγκ Κάι-σεκ, τους οδήγησε σ’ ένα οξύτατο παροξυσμό φόβου για έναν άμεσο κίνδυνο πολέμου. Η Κόμιντερν περνάει ακόμη αυτή την περίοδο.

Το τέταρτο επιχείρημα ενάντια στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης απλά ισοδυναμεί με το να λένε ότι το 1905 δεν υπερασπίστηκα την άποψη της θεωρίας του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα που ο Στάλιν πρωτοκατασκεύασε για τη σοβιετική γραφειοκρατία το 1924. Αυτή η κατηγορία είναι σκέτο ιστορικό αξιοπερίεργο. Μπορούσε πραγματικά να πιστέψει κανείς ότι οι αντίπαλοί μου, στο βαθμό που σκέπτονταν πολιτικά στα 1905, ήταν τότε της γνώμης ότι η Ρωσία ήταν ώριμη για μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική επανάσταση. Στην πραγματικότητα, στην περίοδο 1905-1917 με κατηγορούσαν ακούραστα για ουτοπισμό επειδή αναγνώριζα την πιθανότητα ότι το ρωσικό προλεταριάτο μπορούσε να έρθει στην εξουσία πριν από το προλεταριάτο της Δυτικής Ευρώπης. Ο Κάμενεφ και ο Ρίκοφ κατηγόρησαν τον Λένιν για ουτοπισμό τον Απρίλη του 1917, και εξηγούσαν στον Λένιν με απλά λόγια ότι η σοσιαλιστική επανάσταση πρέπει πρώτα να επιτευχθεί στη Βρετανία και στις άλλες προηγμένες χώρες προτού μπορέσει να έρθει στη Ρωσία. Την ίδια άποψη υπερασπιζόταν και ο Στάλιν μέχρι τις 4 του Απρίλη 1917. Μόνο σιγά σιγά και με δυσκολία υιοθέτησε τη φόρμουλα του Λένιν για τη δικτατορία του προλεταριάτου σε αντίθεση με τη δημοκρατική δικτατορία. Την άνοιξη του 1924, ο Στάλιν επαναλάμβανε ακόμα αυτό που είχαν πει άλλοι πριν από αυτόν: από μόνη της η Ρωσία δεν είναι ώριμη για το χτίσιμο της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Το φθινόπωρο του 1924, ο Στάλιν, στην πάλη του ενάντια στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης, ανακάλυψε, για πρώτη φορά, τη δυνατότητα του χτισίματος ενός απομονωμένου σοσιαλισμού στη Ρωσία. Μόνο τότε, οι Κόκκινοι Προφεσόροι μάζεψαν αποσπάσματα για τον Στάλιν που καταδίκαζαν τον Τρότσκι επειδή πίστευε το 1905 –πόσο τρομερό!– ότι η Ρωσία μπορούσε να φθάσει στο σοσιαλισμό μόνο με τη βοήθεια του προλεταριάτου της Δύσης.

Αν μπορούσε κανείς να πάρει την ιστορία της ιδεολογικής πάλης για μια περίοδο ενός τετάρτου του αιώνα, να την κόψει σε μικρά κομματάκια, να τα ανακατέψει σ’ ένα γουδί, δύσκολα θα μπορούσε να βγει ένας σωρός από θεωρητικές και ιστορικές ανοησίες μεγαλύτερος από αυτόν που οι επίγονοι τρέφουν τους αναγνώστες και τους ακροατές τους.

Για να φωτίσει κανείς τη σχέση των προβλημάτων του χθες με το σήμερα, πρέπει να φέρει στη μνήμη, έστω και πολύ γενικά, το τι διέπραξε στην Κίνα η ηγεσία της Κόμιντερν, δηλαδή ο Στάλιν και ο Μπουχάριν.

Με το πρόσχημα ότι η Κίνα αντιμετώπιζε μια εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση, ο ηγετικός ρόλος παραχωρήθηκε, το 1924, στην κινέζικη μπουρζουαζία. Το κόμμα της εθνικής μπουρζουαζίας, το Κουόμινταγκ, αναγνωρίστηκε, επίσημα, σαν το ηγετικό κόμμα. Ακόμα και οι ρώσοι μενσεβίκοι δεν έφτασαν μέχρι εκεί το 1905 σε σχέση με τους καντέτους (το κόμμα της φιλελεύθερης μπουρζουαζίας).

Αλλά η ηγεσία της Κόμιντερν δεν σταμάτησε εδώ. Ανάγκασε το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας να μπει στο Κουόμινταγκ και να υποταχθεί στην πειθαρχία του. Με ειδικά τηλεγραφήματα του Στάλιν, οι Κινέζοι Κομμουνιστές εξωθούνταν να χαλιναγωγήσουν το αγροτικό κίνημα. Είχε απαγορευτεί στους εργάτες και τους αγρότες που εξεγείρονταν, να σχηματίσουν τα δικά τους σοβιέτ, για να μην αποξενωθούν από τον Τσιαγκ Κάι-σεκ, τον οποίο ο Στάλιν υπερασπιζόταν ενάντια στους Αντιπολιτευόμενους σαν «αξιόπιστο σύμμαχο» σε μια κομματική συγκέντρωση στη Μόσχα στις αρχές του Απρίλη 1927, δηλαδή, λίγες μέρες πριν από το αντεπαναστατικό πραξικόπημα της Σαγκάης.

Η επίσημη υποταγή του Κομμουνιστικού Κόμματος στην αστική ηγεσία, και η επίσημη απαγόρευση του σχηματισμού σοβιέτ (ο Στάλιν και ο Μπουχάριν δίδασκαν ότι το Κουόμινταγκ «έπαιρνε τη θέση» των σοβιέτ), ήταν μια προδοσία του Μαρξισμού πιο αισχρή και πιο κατάφωρη από όλες τις πράξεις των μενσεβίκων στα χρόνια 1905-1917.

Μετά το πραξικόπημα του Τσιαγκ Κάι-σεκ, τον Απρίλη του 1927, μια Αριστερή Πτέρυγα, κάτω από την ηγεσία του Βαγκ Τσιγκ-βέι, αποσχίστηκε προσωρινά από το Κουόμινταγκ. Αμέσως ο Βαγκ Τσιγκ-βέι χαιρετίστηκε από την «Πράβντα» σαν αξιόπιστος σύμμαχος. Στην ουσία, ο Βαγκ Τσιγκ-βέι είχε με τον Τσιαγκ Κάι-σεκ την ίδια σχέση που είχε ο Κερένσκι με τον Μιλιουκόφ, με τη διαφορά ότι στην Κίνα ο Μιλιουκόφ και ο Κορνίλοφ ήταν ενωμένοι στο πρόσωπο του Τσιαγκ Κάι-σεκ.

Μετά τον Απρίλη του 1927, το κινέζικο Κόμμα διατάχθηκε να μπει στο «Αριστερό» Κουόμινταγκ και να υποταχτεί στην πειθαρχία του κινέζου Κερένσκι αντί να ετοιμάζεται ανοιχτά για πόλεμο ενάντιά του. Ο «αξιόπιστος» Βαγκ Τσιγκ-βέι σύντριψε το Κομμουνιστικό Κόμμα και, μαζί μ’ αυτό, το κίνημα των εργατών και των αγροτών, όχι λιγότερο κτηνώδικα απ’ ό,τι ο Τσιαγκ Κάι-σεκ, τον οποίο ο Στάλιν είχε ανακηρύξει αξιόπιστο σύμμαχό του.

Αν και οι μενσεβίκοι υποστήριξαν τον Μιλιουκόφ το 1905 και μετά, παρόλα αυτά δεν μπήκαν στο φιλελεύθερο κόμμα. Αν και οι μενσεβίκοι προχωρούσαν χέρι με χέρι με τον Κερένσκι το 1917, διατηρούσαν ακόμα τη δική τους οργάνωση. Η πολιτική του Στάλιν, στην Κίνα ήταν μια δόλια καρικατούρα ακόμα και του μενσεβικισμού. Να με τι έμοιαζε το πρώτο και το πιο σπουδαίο κεφάλαιο.

Ύστερα από τους αναπόφευκτους καρπούς του –πλήρης παρακμή του κινήματος των εργατών και χωρικών, απώλεια του ηθικού και διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος– η ηγεσία της Κόμιντερν έδωσε την εντολή: «Στροφή έπ’ αριστερά!» και απαίτησε την άμεση μετάβαση στην ένοπλη εξέγερση των εργατών και των χωρικών. Μέχρι χθες, το νεαρό, συντριμμένο και ακρωτηριασμένο Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν ακόμα ο πέμπτος τροχός της άμαξας του Τσιαγκ Κάι-σεκ και του Βαγκ Τσιγκ-βέι και συνεπώς έλλειπε και η παραμικρή ανεξάρτητη πολιτική εμπειρία. Και τώρα ξαφνικά αυτό το Κόμμα έπαιρνε την εντολή να οδηγήσει τους εργάτες και τους αγρότες –τους οποίους η Κόμιντερν είχε κρατήσει μέχρι χθες κάτω από τη σημαία του Κουόμινταγκ– σε ένοπλη εξέγερση ενάντια στο ίδιο το Κουόμινταγκ, που στο μεταξύ βρήκε τον καιρό να συγκεντρώσει την εξουσία και το στρατό στα χέρια του. Σε διάστημα 24 ωρών κατασκευάστηκε στην Καντόνα ένα πλασματικό σοβιέτ. Μια ένοπλη εξέγερση, που είχε από τα πριν κανονιστεί να συμπέσει με το άνοιγμα του Δεκάτου Πέμπτου Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, έκφρασε ταυτόχρονα τον ηρωισμό των πρωτοπόρων κινέζων εργατών και την εγκληματικότητα των ηγετών της Κόμιντερν. Μικρότεροι τυχοδιωκτισμοί έγιναν πριν και μετά από την εξέγερση της Καντόνας. Αυτό ήταν το δεύτερο κεφάλαιο της κινέζικης στρατηγικής της Κόμιντερν. Μπορεί να χαρακτηριστεί σαν η πιο δόλια καρικατούρα του Μπολσεβικισμού.

Το φιλελεύθερο-οπορτουνιστικό και το τυχοδιωχτικό κεφάλαιο κατάφεραν ένα χτύπημα στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας από το οποίο, ακόμα και με μια σωστή πολιτική, δεν μπορεί να αναλάβει παρά μόνο ύστερα από αρκετά χρόνια.

Το Έκτο Συνέδριο της Κόμιντερν έκανε τον ισολογισμό ολόκληρου αυτού του έργου. Το επιδοκίμασε ανεπιφύλακτα. Αυτό δεν είναι εκπληκτικό, αφού το Συνέδριο συγκλήθηκε γι’ αυτόν το σκοπό. Για το μέλλον, το Συνέδριο προώθησε το σύνθημα της «δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Σε τι θα διέφερε αυτή η δικτατορία από τη δικτατορία του Δεξιού ή Αριστερού Κουόμινταγκ, από τη μια, και τη δικτατορία του προλεταριάτου, από την άλλη –αυτό δεν εξηγήθηκε στους κινέζους κομμουνιστές. Ούτε είναι δυνατόν να εξηγηθεί.

Προβάλλοντας το σύνθημα της δημοκρατικής δικτατορίας, το Έκτο Συνέδριο καταδίκασε ταυτόχρονα τα δημοκρατικά συνθήματα σαν ανεπίτρεπτα (συνταχτική συνέλευση, καθολική ψηφοφορία, ελευθερία του λόγου και του Τύπου, κλπ.) και έτσι αφόπλισε εντελώς το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας μπροστά στη δικτατορία της στρατιωτικής ολιγαρχίας. Για πολλά χρόνια, οι ρώσοι μπολσεβίκοι κινητοποιούσαν τους εργάτες και τους αγρότες με δημοκρατικά συνθήματα. Τα δημοκρατικά συνθήματα έπαιξαν μεγάλο ρόλο το 1917. Μόνο αφού πραγματοποιήθηκε η σοβιετική εξουσία και συγκρούστηκε πολιτικά, αδιάλλακτα και μπροστά σε όλο το λαό, με τη Συνταχτική Συνέλευση, το Κόμμα μας διάλυσε τους θεσμούς και εξάλειψε τα συνθήματα της τυπικής, δηλαδή, της αστικής δημοκρατίας, προς όφελος της πραγματικής σοβιετικής δημοκρατίας, δηλαδή, της προλεταριακής δημοκρατίας.

Το Έκτο Συνέδριο της Κόμιντερν, κάτω από την ηγεσία των Στάλιν και Μπουχάριν, τα αναποδογύρισε όλα αυτά. Ενώ, από τη μια, πρόβαλε το σύνθημα της «δημοκρατικής» και όχι της «προλεταριακής» δικτατορίας για το Κόμμα, ταυτόχρονα του απαγόρευε να χρησιμοποιεί δημοκρατικά συνθήματα για να προετοιμάσει αυτή τη δικτατορία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας όχι μόνο αφοπλίστηκε, αλλά και απογυμνώθηκε τελείως. Τελικά, του επέτρεψαν για παρηγοριά να χρησιμοποιεί, στην περίοδο της απεριόριστης κυριαρχίας της αντεπανάστασης, το σύνθημα των σοβιέτ, που είχε απαγορευτεί σ’ ολόκληρη την περίοδο της ανόδου της επανάστασης. Ένας πολύ δημοφιλής ήρωας της ρωσικής λαογραφίας, τραγουδάει στις κηδείες τραγούδια του γάμου και στους γάμους ψέλνει νεκρώσιμες ακολουθίες. Και στις δύο περιπτώσεις τις τρώει δικαιολογημένα. Κι αν επρόκειτο μόνο για ξύλο στους εμπνευστές της στρατηγικής της διορισμένης ηγεσίας της Κόμιντερν, ίσως να μπορούσε κανείς να συμβιβαστεί μ’ αυτό. Αλλά διακυβεύονται πολύ μεγαλύτερα ζητήματα. Εδώ πρόκειται για τη μοίρα του προλεταριάτου. Η τακτική της Κόμιντερν αποτέλεσε ένα ασυνείδητα, αλλά, για έναν λόγο παραπάνω, καλά οργανωμένο σαμποτάζ της Κινέζικης Επανάστασης. Αυτό το σαμποτάζ εκτελέστηκε με σίγουρη επιτυχία, γιατί η δεξιά μενσεβίκικη πολιτική του 1924-27 ντύθηκε από την Κόμιντερν με όλο το κύρος του Μπολσεβικισμού, και ταυτόχρονα προφυλασσόταν, με τη βοήθεια της σοβιετικής εξουσίας, με την πανίσχυρη καταπιεστική μηχανή της, από την κριτική της Αριστερής Αντιπολίτευσης.

Σαν αποτέλεσμα, είδαμε να εκτελείται ένα ολοκληρωμένο πείραμα της σταλινικής στρατηγικής, που από την αρχή μέχρι το τέλος βρισκόταν κάτω από το λάβαρο της πάλης ενάντια στη διαρκή επανάσταση. Ήταν, επομένως, τελείως φυσικό, ο κύριος σταλινικός θεωρητικός της υποταγής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας στο εθνικο-αστικό Κουόμινταγκ να είναι ο Μαρτίνοφ. Ο ίδιος αυτός Μαρτίνοφ υπήρξε ο κύριος μενσεβίκος επικριτής της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης από το 1905 μέχρι το 1923 –τη χρονιά που άρχισε να εκπληρώνει την ιστορική του αποστολή μέσα από τις γραμμές του μπολσεβικισμού.

Τα ουσιαστικά γεγονότα σ’ ότι αφορά την προέλευση αυτής της εργασίας αναφέρονται στο πρώτο κεφάλαιο. Στην Άλμα-Άτα, χωρίς βιασύνη προετοίμαζα μια θεωρητική πολεμική ενάντια στους επιγόνους. Η θεωρία της διαρκούς επρόκειτο να καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος αυτού του βιβλίου. Ενώ δούλευα, έλαβα ένα χειρόγραφο του Ράντεκ που ήταν αφιερωμένο στην αντιπαράθεση της διαρκούς επανάστασης στη στρατηγική γραμμή του Λένιν. Ο Ράντεκ χρειάστηκε να κάνει την απροσδόκητη, ας την πούμε έτσι, αυτή επίθεση γιατί και ο ίδιος ήταν βουτηγμένος μέχρι τα αυτιά στην κινέζικη πολιτική του Στάλιν: ο Ράντεκ (μαζί με τον Ζινόβιεφ) υπερασπίστηκαν την υποταγή του Κομμουνιστικού Κόμματος στο Κουόμινταγκ όχι μόνο πριν από το πραξικόπημα του Τσιαγκ Κάι-σεκ αλλά ακόμα και μετά.

Για να προσφέρει μια βάση στην υποδούλωση του προλεταριάτου στην μπουρζουαζία, ο Ράντεκ φυσικά παράθεσε την αναγκαιότητα μιας συμμαχίας με την αγροτιά και τη δική του «υποτίμηση» αυτής της αναγκαιότητας. Μετά τον Στάλιν, υπερασπίστηκε κι αυτός τη μενσεβίκικη πολιτική με μπολσεβίκικη φρασεολογία. Με τη φόρμουλα της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς ο Ράντεκ, ακολουθώντας τον Στάλιν, κάλυψε γι’ άλλη μια φορά, το γεγονός ότι το κινεζικό προλεταριάτο είχε οδηγηθεί μακριά από την ανεξάρτητη πάλη για εξουσία επικεφαλής των αγροτικών μαζών. Όταν αποκάλυψα την ιδεολογική αυτή μασκαράτα, δημιουργήθηκε στον Ράντεκ η επείγουσα ανάγκη να αποδείξει ότι η πάλη μου ενάντια στον οπορτουνισμό που μεταμφιεζόταν με αποσπάσματα από τον Λένιν, προερχόταν, στην πραγματικότητα, από την αντίφαση ανάμεσα στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης και τον Λενινισμό. Ο Ράντεκ, μιλώντας σαν δικηγόρος που υπερασπίζεται τις δικές του αμαρτίες, μετέτρεψε το λόγο του σε ένα κατηγορητήριο εισαγγελέα ενάντια στη διαρκή επανάσταση. Αυτό δεν του χρειαζόταν παρά μόνο σαν γέφυρα για την συνθηκολόγηση. Είχα ένα λόγο παραπάνω να το υποψιάζομαι αυτό, αφού ο Ράντεκ, πριν από χρόνια, σχεδίαζε να γράψει μια μπροσούρα για την υπεράσπιση της διαρκούς επανάστασης. Όμως, δεν βιάστηκα να ξεγράψω τον Ράντεκ. Προσπάθησα να απαντήσω στο άρθρο του ειλικρινά και κατηγορηματικά χωρίς ταυτόχρονα να του κόβω το δρόμο για μια υποχώρηση. Δημοσίευσα την απάντησή μου στον Ράντεκ όπως ακριβώς γράφτηκε, περιορίζοντας τον εαυτό μου σε λίγες επεξηγηματικές σημειώσεις και διορθώσεις του στυλ.

Το άρθρο του Ράντεκ δεν δημοσιεύτηκε στον Τύπο, και πιστεύω ότι δεν θα δημοσιευτεί γιατί με τη μορφή που γράφτηκε στα 1928 δεν μπορούσε να περάσει από το κόσκινο της σταλινικής λογοκρισίας. Ακόμα και για τον ίδιο τον Ράντεκ αυτό το άρθρο θα ήταν τελείως μοιραίο σήμερα, γιατί θα έδινε μια καθαρή εικόνα της ιδεολογικής του εξέλιξης, που πολύ έντονα θυμίζει την «εξέλιξη» ενός ανθρώπου που πέφτει από ένα παράθυρο του έκτου ορόφου.

Η προέλευση αυτής της εργασίας, εξηγεί ικανοποιητικά γιατί ο Ράντεκ κατέχει σ’ αυτήν περισσότερο χώρο από ότι ίσως δικαιούται. Ο Ράντεκ δεν επινόησε ούτε ένα νέο επιχείρημα ενάντια στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης. Παρουσιάστηκε μόνο σαν ένας επίγονος των επιγόνων. Γι’ αυτό, συνιστάται στον αναγνώστη να δει στον Ράντεκ όχι απλά τον Ράντεκ, αλλά τον αντιπρόσωπο μιας ορισμένης εταιρίας από την οποία αγόρασε την ιδιότητα του μέλους με τίμημα την απάρνηση του Μαρξισμού. Αν ο Ράντεκ, προσωπικά νομίζει ότι του πέφτουν πολλά στο μερίδιό του, τότε ας τα στείλει κατά την κρίση του στις σωστές διευθύνσεις. Αυτό είναι: ιδιωτική υπόθεση της εταιρίας. Εγώ, από τη μεριά μου, δεν έχω αντιρρήσεις.

Διάφορες ομάδες του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος ήλθαν στην ηγεσία ή πάλευαν γι’ αυτήν προβάλλοντας τα ηγετικά τους προσόντα μέσα από κριτικές ασκήσεις ενάντια στη διαρκή επανάσταση. Αλλά ολόκληρη αυτή η φιλολογία, που προέρχεται από τους Μάσλοβ, Ταλχάιμερ και τους ρέστους, βρίσκεται σε τόσο θλιβερό επίπεδο που δεν δίνει ούτε το πρόσχημα για μια κριτική απάντηση. Ο Τέλμαν, ο Ρέμελε και άλλοι διορισμένοι ηγέτες, έχουν υποβιβάσει αυτό το ζήτημα ένα ακόμα σκαλοπάτι. Όλοι αυτοί οι επικριτές πέτυχαν απλά να δείξουν ότι είναι ανίκανοι να φθάσουν έστω και στο κατώφλι του ζητήματος. Γι’ αυτό το λόγο, τους αφήνω –πέρα από το κατώφλι. Οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για τις θεωρητικές κριτικές των Μάσλοβ, Ταλχάιμερ και των ρέστων, μπορεί, μετά από το διάβασμα αυτού του βιβλίου, να στραφεί στα γραφτά τους για να πεισθεί για την άγνοια και την ανεντιμότητα αυτών των συγγραφέων. Αυτό θα είναι, ας πούμε, ένα παρα-προϊόν του έργου που προσφέρω στον αναγνώστη.

Πρίγκιπος, 30 του Νοέμβρη 1929
       ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη