Η Διαρκής Επανάσταση
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Τη στιγμή που αυτό το βιβλίο εκδίδεται στα γερμανικά, το σκεπτόμενο τμήμα της παγκόσμιας εργατικής τάξης και, με μια έννοια, το σύνολο της «πολιτισμένης» ανθρωπότητας, έχουν στραμμένα τα μάτια τους με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην οικονομική στροφή που γίνεται τώρα στο έδαφος της παλιάς αυτοκρατορίας των τσάρων και στις επιπτώσεις που θα έχει. Το πρόβλημα της κολεχτιβοποίησης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων φαίνεται να τραβάει ιδιαίτερα την προσοχή και να γεννάει το πιο ζωηρό ενδιαφέρον. Αυτό δεν είναι εκπληκτικό, αν υπολογίσει κανείς ότι, σ’ αυτόν το τομέα, η ρήξη με το παρελθόν αποκτάει έναν ιδιαίτερο ριζικό χαρακτήρα. Αλλά μια ακριβής εκτίμηση της κολεκτιβοποίησης είναι αδιανόητη χωρίς μια γενική αντίληψη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτό μας αποδείχνει για άλλη μια φορά, και σ’ ένα πολύ ανώτερο επίπεδο, ότι στο πεδίο της μαρξιστικής θεωρίας δεν υπάρχει τίποτε που να μην έχει σχέση με την πρακτική δραστηριότητα. Αν τραβήξει κανείς μέχρι το τέλος τις πιο απομακρυσμένες και φαινομενικά τις πιο «αφηρημένες» διαφωνίες, φτάνει πάντα στις πρακτικές εκδηλώσεις τους, και η πράξη δεν επιτρέπει να γίνει ούτε ένα θεωρητικό λάθος ατιμώρητα.
Η κολεχτιβοποίηση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων αποτελεί, βέβαια, ένα αναγκαίο και θεμελιακό τμήμα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Όμως, η έκταση και ο ρυθμός της κολεχτιβοποίησης δεν καθορίζονται αποκλειστικά από τη θέληση της κυβέρνησης, αλλά, σε τελευταία ανάλυση, από τους οικονομικούς παράγοντες: από το επίπεδο της εθνικής οικονομίας, από τις αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στη βιομηχανία και τη γεωργία και, κατά συνέπεια, από τους τεχνικούς πόρους της ίδιας της γεωργίας.
Η εκβιομηχάνιση είναι η κινητήρια δύναμη ολόκληρου του σύγχρονου πολιτισμού, και, απ’ αυτό το γεγονός, γίνεται το μόνο δυνατό θεμέλιο του σοσιαλισμού. Μέσα στις σημερινές συνθήκες της Σοβιετικής Ένωσης, εκβιομηχάνιση σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ενίσχυση της βάσης του προλεταριάτου σαν κυρίαρχης τάξης. Ταυτόχρονα δημιουργεί τις υλικές και τεχνικές προϋποθέσεις για την κολεκτιβοποίηση της γεωργίας. Οι ρυθμοί των δύο αυτών προτσές είναι αλληλεξαρτημένοι. Η ανάπτυξή τους με τους πιο γρήγορους ρυθμούς ενδιαφέρει το προλεταριάτο, γιατί η οικοδομούμενη νέα κοινωνία εξασφαλίζεται έτσι ενάντια στους εξωτερικούς κινδύνους, και ταυτόχρονα δημιουργείται μια πηγή για να ανυψώνεται συστηματικά το επίπεδο ζωής των εργαζομένων μαζών.
Αλλά, οι ρυθμοί που μπορούν να επιτευχθούν περιορίζονται, από το γενικό υλικό και πολιτιστικό επίπεδο της χώρας, από τις σχέσεις των μαζών, που είναι ικανές να θυσιάζουν το σήμερα προς όφελος του αύριο μόνο μέχρι ένα ορισμένο σημείο. Οι όπτιμουμ ρυθμοί, δηλαδή οι καλύτεροι και οι πιο ευνοϊκοί ρυθμοί, είναι εκείνοι που όχι μόνο ευνοούν, σε μια δοσμένη στιγμή, την πιο γρήγορη ανάπτυξη της βιομηχανίας και της κολεχτιβοποίησης, αλλά και εξασφαλίζουν την αναγκαία σταθερότητα του κοινωνικού καθεστώτος, δηλαδή ενισχύουν πρώτα απ’ όλα τη συμμαχία των εργατών και των αγροτών, και προετοιμάζουν έτσι τις δυνατότητες για μελλοντικές επιτυχίες.
Απ’ αυτή την άποψη, έχει αποφασιστική σημασία το γενικό ιστορικό κριτήριο το οποίο χρησιμοποιεί η ηγεσία του Κόμματος και του κράτους για να κατευθύνει την οικονομική ανάπτυξη διαμέσου του σχεδιασμού. Εδώ είναι δυνατές δύο κυρίως κατευθύνσεις: α) η πορεία που οδηγεί προς την οικονομική ενίσχυση της δικτατορίας του προλεταριάτου σε μια μόνη χώρα, περιμένοντας τις προσεχείς νίκες της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης (αυτή είναι η άποψη της Ρωσικής Αριστερής Αντιπολίτευσης) και β) η πορεία που οδηγεί στην οικοδόμηση μιας εθνικής και απομονωμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας «στο πιο σύντομο χρονικό διάστημα» (αυτή είναι η επίσημη άποψη σήμερα).
Αυτές είναι οι δύο εντελώς διαφορετικές, και, σε τελευταία ανάλυση, άμεσα αντίθετες αντιλήψεις για το σοσιαλισμό. Απ’ αυτές απορρέουν δύο, βασικά, διαφορετικές γραμμές στρατηγικής και τακτικής.
Στα όρια αυτού του πρόλογου δεν μπορούμε να ασχοληθούμε λεπτομερειακά με το ζήτημα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα. Σ’ αυτό το ζήτημα έχουμε αφιερώσει έναν αριθμό έργων μας, ιδιαίτερα την «Κριτική του Σχεδίου Προγράμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς». Εδώ θα περιοριστούμε στο να εκθέσουμε τα βασικά στοιχεία αυτού του ζητήματος. Ας υπενθυμίσουμε, πρώτα απ’ όλα, ότι η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Στάλιν το φθινόπωρο του 1924, σε πλήρη αντίθεση όχι μονάχα με όλες τις παραδόσεις του μαρξισμού και με τη σχολή του Λένιν, αλλά και με όλα εκείνα που ο ίδιος ο Στάλιν είχε γράψει την Άνοιξη του ίδιου χρόνου. Από την άποψη των αρχών, η εγκατάλειψη του μαρξισμού από τη σταλινική «σχολή» σ’ ότι αφορά το ζήτημα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, δεν είναι λιγότερο σημαντική και αποφασιστική απ’ ό,τι ήταν, λόγου χάρη, το σπάσιμο των γερμανών σοσιαλδημοκρατικών από το μαρξισμό, σ’ ό,τι αφορά το ζήτημα του πολέμου και του πατριωτισμού το Φθινόπωρο του 1914, δέκα ακριβώς χρόνια πριν από τη σταλινική στροφή. Αυτή η σύγκριση δεν είναι καθόλου τυχαία. Το «λάθος» του Στάλιν, όπως ακριβώς το «λάθος» της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, είναι ο εθνικός σοσιαλισμός.
Ο μαρξισμός παίρνει σαν αφετηρία του την παγκόσμια οικονομία υπολογισμένη όχι σαν ένα άθροισμα των εθνικών μερών της, αλλά ως μια δυναμική και ανεξάρτητη πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί από το διεθνή καταμερισμό της εργασίας και από την παγκόσμια αγορά, και που στην εποχή μας κυριαρχεί πέρα για πέρα στις εθνικές αγορές. Οι παραγωγικές δυνάμεις της καπιταλιστικής κοινωνίας έχουν από καιρό τώρα ξεπεράσει τα εθνικά σύνορα. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος (του 1914-1918) δεν ήταν παρά μια από τις εκδηλώσεις αυτού του γεγονότος. Από την άποψη της τεχνικής της παραγωγής, η σοσιαλιστική κοινωνία πρέπει να αντιπροσωπεύει ένα στάδιο υψηλότερο από τον καπιταλισμό. Το να σκοπεύεις να οικοδομήσεις μια εθνικά απομονωμένη σοσιαλιστική κοινωνία σημαίνει, παρόλες τις εφήμερες επιτυχίες, φρενάρισμα των παραγωγικών δυνάμεων ακόμα και σε σχέση με τον καπιταλισμό. Το να προσπαθείς να δημιουργήσεις μέσα στα εθνικά πλαίσια μια απομονωμένη αναλογία όλων των κλάδων της οικονομίας, χωρίς να λαμβάνεις υπόψη τις γεωγραφικές, ιστορικές και πολιτιστικές συνθήκες της ανάπτυξης της χώρας, που αποτελεί μέρος της παγκόσμιας ενότητας, αυτό είναι μια αντιδραστική ουτοπία. Αν, παρόλα αυτά, οι κήρυκες και οι οπαδοί αυτής της θεωρίας συμμετέχουν στη διεθνή επαναστατική πάλη (με επιτυχία ή χωρίς επιτυχία, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα), είναι γιατί, σαν αδιόρθωτοι εκλεκτικιστές, συνδυάζουν μ’ έναν καθαρά μηχανιστικό τρόπο, έναν αφηρημένο διεθνισμό μ’ ένα ουτοπικό και αντιδραστικό εθνικό σοσιαλισμό. Η έκφραση η πιο ολοκληρωμένη αυτού του εκλεκτικισμού, είναι το πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς που υιοθετήθηκε από το Έκτο Συνέδριό της.
Για να δείξουμε μ’ έναν παραστατικό τρόπο ένα από τα κυριότερα θεωρητικά λάθη που βρίσκονται στη βάση της αντίληψης του εθνικού σοσιαλισμού, δεν έχουμε παρά να παραθέσουμε ένα απόσπασμα αφιερωμένη στα εσωτερικά προβλήματα του αμερικάνικου κομμουνισμού[1].
«Θα ήταν λαθεμένο, λέει ο Στάλιν, επιχειρηματολογώντας ενάντια σε μια από τις αμερικάνικες φράξιες, να μη λάβουμε υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά του αμερικάνικου καπιταλισμού. Το Κομμουνιστικό Κόμμα οφείλει να τα λαμβάνει υπόψη του στη δραστηριότητά του. Αλλά θα ήταν ακόμα πιο λαθεμένο να βασίζουμε τις δραστηριότητες του Κομμουνιστικού Κόμματος πάνω στα ειδικά αυτά χαρακτηριστικά, μια και το θεμέλιο της δραστηριότητας, στο οποίο πρέπει να στηρίζεται κάθε Κομμουνιστικό Κόμμα, κι εδώ περιλαμβάνεται και το Αμερικάνικο Κομμουνιστικό Κόμμα, πρέπει να είναι τα γενικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, που είναι τα ίδια για όλες τις χώρες, και όχι τα ειδικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού σε κάθε δοσμένη χώρα. Είναι σ’ αυτό ακριβώς που στηρίζεται ο διεθνισμός των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Τα ειδικά χαρακτηριστικά δεν αποτελούν παρά ένα συμπλήρωμα στα γενικά χαρακτηριστικά». (Στάλιν: «Ο Μπολσεβίκος» Νο 1, 1930, σελ. 8, οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου –Λ.Τ.).
Οι γραμμές αυτές έχουν μια απόλυτη καθαρότητα. Θέλοντας να παρουσιάσει την οικονομική δικαίωση του διεθνισμού, ο Στάλιν δεν κάνει, στην πραγματικότητα, παρά να δικαιώνει τον εθνικό σοσιαλισμό. Δεν είναι αλήθεια ότι η παγκόσμια οικονομία είναι απλά ένα άθροισμα των εθνικών μερών ενός και του ίδιου τύπου. Δεν είναι αλήθεια ότι τα ειδικά χαρακτηριστικά δεν είναι «παρά ένα συμπλήρωμα στα γενικά χαρακτηριστικά», ένα είδος κρεατοελιάς στο πρόσωπο. Στην πραγματικότητα, οι εθνικές ιδιομορφίες αντιπροσωπεύουν έναν πρωτότυπο συνδυασμό των βασικών χαρακτηριστικών του παγκόσμιου προτσές. Ο πρωτότυπος αυτός συνδυασμός μπορεί να είναι αποφασιστικής σημασίας για την επαναστατική στρατηγική για ένα διάστημα πολλών χρόνων. Φτάνει να υπενθυμίσουμε ότι το προλεταριάτο μιας καθυστερημένης χώρας κατάκτησε την εξουσία πολύ πριν από το προλεταριάτο των προχωρημένων χωρών. Το ιστορικό αυτό μάθημα και μόνο αποδείχνει ότι, αντίθετα με τις διαβεβαιώσεις του Στάλιν, θα ήταν απόλυτα λαθεμένο να στηρίξουμε τη δραστηριότητα των Κομμουνιστικών Κομμάτων σ’ ορισμένα «γενικά χαρακτηριστικά», δηλαδή, σ’ ένα αφηρημένο τύπο εθνικού καπιταλισμού. Είναι πέρα για πέρα λάθος ο ισχυρισμός ότι ο «διεθνισμός των Κομμουνιστικών Κομμάτων στηρίζεται πάνω σ’ αυτό». Στην πραγματικότητα, στηρίζεται στη χρεοκοπία του εθνικού κράτους που έχει από καιρό ξεζήσει και που φρενάρει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο εθνικός καπιταλισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί και ακόμα λιγότερο να ανοικοδομηθεί, παρά μόνο σαν ένα μέρος της παγκόσμιας οικονομίας.
Οι οικονομικές ιδιομορφίες των διαφόρων χωρών δεν έχουν μια υποδιαίστερη σπουδαιότητα. Είναι αρκετό να συγκρίνουμε την Αγγλία με την Ινδία, τις Ενωμένες Πολιτείες με τη Βραζιλία. Αλλά τα ειδικά χαρακτηριστικά της εθνικής οικονομίας, όσο σημαντικά κι αν είναι, μπαίνουν σαν συστατικά μέρη και σ’ ένα ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό στην πιο υψηλή πραγματικότητα που λέγεται παγκόσμια οικονομία, και πάνω στην οποία και μόνο, σε τελευταία ανάλυση, στηρίζεται ο διεθνισμός των Κομμουνιστικών Κομμάτων.
Ο σταλινικός χαρακτηρισμός της εθνικής ιδιομορφίας σαν απλό «συμπλήρωμα» στο γενικό τύπο, βρίσκεται σε κραυγαλέα, αλλά όχι τυχαία αντίθεση με τον τρόπο κατανόησης (ή καλύτερα της μη κατανόησης) από τον Στάλιν του νόμου της ανισόμερης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Αυτός ο νόμος, όπως είναι πολύ γνωστό έχει ανακηρυχθεί από τον Στάλιν σαν ο πιο θεμελιώδης, ο πιο σημαντικός και ο πιο καθολικός νόμος. Με τη βοήθεια του νόμου της ανισόμερης ανάπτυξης, που τον μεταμόρφωσε σε μια άδεια αφαίρεση, ο Στάλιν δοκιμάζει να λύσει όλα τα μυστήρια της ύπαρξης. Αλλά, το εκπληκτικό είναι ότι δεν αντιλαμβάνεται πως η εθνική ιδιομορφία δεν είναι παρά το πιο γενικό προϊόν της ανισόμερης ιστορικής ανάπτυξης, το συνοπτικό της αποτέλεσμα, ας πούμε. Είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε σωστά αυτή την ανισομέρεια, να την δούμε σ’ όλη της την έκταση, κι επίσης να την επεκτείνουμε στο προκαπιταλιστικό παρελθόν. Η περισσότερο ή λιγότερο γοργή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, το άπλωμα, ή αντίθετα, το στένεμα που χαρακτηρίζουν ολόκληρες ιστορικές εποχές, (όπως, λόγου χάρη, τον Μεσαίωνα, το σύστημα των συντεχνιών, τον φωτισμένο απολυταρχισμό, τον κοινοβουλευτισμό), η ανισομέρεια στην ανάπτυξη των διαφόρων κλάδων της οικονομίας, των διαφόρων τάξεων, των διαφόρων κοινωνικών θεσμών, των ποικίλων στοιχείων της κουλτούρας –όλα αυτά απαρτίζουν τη βάση των εθνικών «ιδιομορφιών». Η ιδιαιτερότητα ενός εθνικού κοινωνικού τύπου δεν είναι παρά η απο-κρυστάλλωση των ανισομερειών του σχηματισμού του.
Η Επανάσταση του Οκτώβρη είναι η πιο μεγαλειώδης απ’ όλες τις εκδηλώσεις της ανισομέρειας του ιστορικού προτσές. Η θεωρία της διαρκούς επανάστασης είχε κάνει την πρόγνωση της Οκτωβριανής Επανάστασης. Από αυτήν την επιβεβαίωση η θεωρία αυτή στηρίχτηκε πάνω στο νόμο της ανισόμερης ανάπτυξης, όχι στην αφηρημένη μορφή του, αλλά στην υλική του αποκρυστάλλωση, στην κοινωνική και πολιτική ιδιαιτερότητα της Ρωσίας.
Ο Στάλιν κατάφυγε στο νόμο της ανισόμερης ανάπτυξης όχι για να προβλέψει την κατάλληλη στιγμή την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο μιας καθυστερημένης χώρας, αλλά για να φορτώσει κατόπιν εορτής, στα 1924, στο ήδη νικηφόρο προλεταριάτο, το καθήκον της οικοδόμησης μιας εθνικής σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αλλά είναι ακριβώς εδώ που ο νόμος της ανισόμερης ανάπτυξης είναι ανεφάρμοστος, γιατί δεν αντικαθιστά ούτε αναιρεί τους νόμους της παγκόσμιας οικονομίας. Αντίθετα, υποτάσσεται σ’ αυτούς.
Μεταβάλλοντας σε φετίχ το νόμο της ανισόμερης ανάπτυξης, ο Στάλιν, τον παρουσιάζει σαν μια επαρκή βάση για τον εθνικό σοσιαλισμό, όχι σαν ένα τύπο κοινό για όλες τις χώρες, αλλά σαν εξαιρετικό μεσσιανικό, καθαρά ρωσικό.
Σύμφωνα με τον Στάλιν, είναι δυνατό να οικοδομηθεί μια αυτόνομη σοσιαλιστική κοινωνία μόνο στη Ρωσία. Με αυτή τη διαβεβαίωση τοποθετεί τις εθνικές ιδιομορφίες της Ρωσίας όχι μόνο πάνω από τα «γενικά χαρακτηριστικά» κάθε καπιταλιστικού έθνους, αλλά και πάνω από την παγκόσμια οικονομία σαν όλο. Εδώ αρχίζει η μοιραία αντίφαση ολόκληρης της αντίληψής του. Η ιδιαιτερότητα της ΕΣΣΔ, λέει, έχει έναν τέτοιο δυναμισμό, που της επιτρέπει να οικοδομήσει το σοσιαλισμό μέσα στα σύνορά της, ανεξάρτητα απ’ αυτό που συμβαίνει στην υπόλοιπη ανθρωπότητα. Όσο για την ιδιαιτερότητα των άλλων χωρών που έχουν αποστερηθεί από την μεσσιανική σφραγίδα, αυτή δεν είναι παρά ένα «συμπλήρωμα» στα γενικά χαρακτηριστικά, μια κρεατοελιά στο πρόσωπο. «Θα ήταν λάθος, μας διδάσκει ο Στάλιν, να στηρίξουμε τη δραστηριότητα των Κομμουνιστικών Κομμάτων στα ειδικά αυτά χαρακτηριστικά». Αυτό το ηθικό δίδαγμα ισχύει για το Αμερικανικό Κ.Κ., το Αγγλικό, το Νοτιοαφρικανικό, για το Σερβικό Κόμμα, αλλά όχι για το Ρωσικό Κόμμα του οποίου η δραστηριότητα βασίζεται όχι πάνω στα «γενικά χαρακτηριστικά», αλλά αντίθετα πάνω στις «ιδιομορφίες». Από εδώ απορρέει η ολοκληρωτικά δυιστική στρατηγική της Κομμουνιστικής Διεθνούς: τη στιγμή που η ΕΣΣΔ προχωρεί στην «εξάλειψη των τάξεων» και στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, το προλεταριάτο όλων των άλλων χωρών υποχρεώνεται σε μια ταυτόχρονη δράση που την ρυθμίζουν σύμφωνα με το ημερολόγιο (1η του Αυγούστου, 6η του Μάρτη κλπ.), αγνοώντας εντελώς τις υπάρχουσες εθνικές συνθήκες. Ο μεσσιανικός εθνικισμός συμπληρώνεται μ’ έναν γραφειοκρατικά αφηρημένο διεθνισμό. Αυτός ο δυϊσμός διαπερνά όλο το πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του αφαιρεί κάθε αξία από την άποψη των αρχών.
Αν εξετάσει κανείς τη Μεγάλη Βρετανία και την Ινδία σαν δύο άκρα αντίθετες ποικιλίες του καπιταλιστικού τύπου, τότε είναι υποχρεωμένος να πει πως ο διεθνισμός του αγγλικού και του ινδικού προλεταριάτου δεν στηρίζεται καθόλου πάνω στην ταυτότητα των συνθηκών, των καθηκόντων και των μεθόδων, αλλά στην αδιαίρετη αλληλεξάρτησή τους. Οι επιτυχίες του απελευθερωτικού κινήματος στην Ινδία προϋποθέτουν το επαναστατικό κίνημα στην Αγγλία και αντίστροφα. Μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική κοινωνία δεν μπορεί να οικοδομηθεί ούτε στην Ινδία ούτε στην Αγγλία. Και οι δύο χώρες θα πρέπει να αποτελέσουν μέρη ενός υψηλού όλου. Είναι σ’ αυτό, και μόνο σ’ αυτό, που στηρίζονται τα αδιάσειστα θεμέλια του μαρξιστικού διεθνισμού.
Τελευταία, στις 8 του Μάρτη 1930, η «Πράβντα» έκθεσε για άλλη μια φορά την κακότυχη θεωρία του Στάλιν, με την έννοια ότι «ο σοσιαλισμός σαν κοινωνικό-οικονομικός σχηματισμός», δηλαδή σαν ένα καθορισμένο σύστημα σχέσεων παραγωγής, μπορεί να πραγματοποιηθεί πλήρως «μέσα στα εθνικά όρια της ΕΣΣΔ». Κάτι άλλο, πάλι, είναι «η τελική νίκη του σοσιαλισμού», με την έννοια μιας εγγύησης ενάντια στην επέμβαση της καπιταλιστικής περικύκλωσης –μια τέτοια τελική νίκη του σοσιαλισμού «απαιτεί πραγματικά το θρίαμβο της προλεταριακής επανάστασης σε πολλές προχωρημένες χώρες». Σε ποιο αβυσσαλέο βάθος θα έπρεπε να έχει πέσει η θεωρητική σκέψη για να μπορεί κανείς, μ’ ένα ύφος σοφού, να μιλάει με έναν τόσο άθλιο σχολαστικισμό στο κεντρικό όργανο του κόμματος του Λένιν! Αν δεχόταν κανείς για μια στιγμή τη δυνατότητα της πραγματοποίησης του σοσιαλισμού σαν ολοκληρωμένου κοινωνικού συστήματος μέσα στα απομονωμένα πλαίσια της ΕΣΣΔ, τότε αυτή είναι η «τελική νίκη», γιατί, ύστερα απ’ αυτό, δεν θα μπορούσε κανείς να μιλάει πια για επέμβαση. Ο σοσιαλισμός προϋποθέτει μια υψηλή τεχνική, μια υψηλή κουλτούρα και μια υψηλή αλληλεγγύη του πληθυσμού. Τη στιγμή της ολοκλήρωσης της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, η ΕΣΣΔ, θα αριθμεί πιθανόν 200 ή 250 εκατομμύρια κατοίκους: μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες πως θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για μια επέμβαση; Ποια καπιταλιστική χώρα, ή ποιος συνασπισμός χωρών θα τολμούσε να σκεφτεί να διακινδυνεύσει μια επέμβαση σ’ αυτή την κατάσταση; Η μόνη κατανοητή επέμβαση θα ήταν εκείνη που θα μπορούσε να γίνει από τη μεριά της ΕΣΣΔ. Θα χρειαζόταν όμως; Αυτό είναι ελάχιστα πιθανό. Το παράδειγμα μιας καθυστερημένης χώρας που στην πορεία διαφόρων Πεντάχρονων Σχεδίων, ήταν ικανή να οικοδομήσει μια ισχυρή σοσιαλιστική κοινωνία με τις δικές της δυνάμεις, θα έδινε τη χαριστική βολή στον παγκόσμιο καπιταλισμό και θα περιόριζε στο μίνιμουμ, σχεδόν στο μηδέν, το κόστος της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Να γιατί ολόκληρη η αντίληψη του Στάλιν οδηγεί, πραγματικά, στο λικβιντάρισμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, και πραγματικά, ποιά θα μπορούσε να είναι η ιστορική της σημασία, αν η τύχη του σοσιαλισμού αποφασιζόταν από την ανώτατη δυνατή αρχή –την Επιτροπή Κρατικού Σχεδιασμού της ΕΣΣΔ; Σε αυτή την περίπτωση, η Κομμουνιστική Διεθνής, το ίδιο όπως οι περιβόητοι «Σύλλογοι Φίλων της ΕΣΣΔ», δεν θα είχε άλλο λόγο ύπαρξης από το να προστατεύει την οικοδόμηση του σοσιαλισμού ενάντια σε μια επέμβαση, δηλαδή θα είχε ουσιαστικά περιοριστεί στο ρόλο μιας μεθοριακής περιπόλου.
Για να αποδείξει την ορθότητα της σταλινικής αντίληψης, το άρθρο που αναφέραμε χρησιμοποιεί οικονομικά επιχειρήματα που τώρα μόλις εφευρέθηκαν: «Ακριβώς τώρα, γράφει η «Πράβντα», που οι παραγωγικές σχέσεις σοσιαλιστικού τύπου ριζώνουν βαθύτερα, όχι μόνο στη βιομηχανία, αλλά και στη γεωργία, χάρη στα αναπτυσσόμενα σοβχόζ, χάρη στη γιγαντιαία ανάπτυξη, ποσοτική και ποιοτική, του κινήματος των κολχόζ και χάρη της εξάλειψη των κουλάκων σαν τάξης στη βάση της πλήρους κολεκτιβοποίησης, ακριβώς τώρα αυτό που φαίνεται καθαρότερα από όλα είναι η θλιβερή χρεοκοπία της Τροτσκιστικής-Ζινοβιεφικής θεωρίας της ήττας που, στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο από “τη μενσεβικική άρνηση της νομιμότητας της Επανάστασης του Οκτώβρη” (Στάλιν)», («Πράβντα», 8 του Μάρτη 1930).
Οι γραμμές αυτές είναι πραγματικά αξιοσημείωτες, κι όχι μονάχα από τον πομπώδη τόνο τους, που κρύβει μια πλήρη σύγχιση στη σκέψη. Μαζί με τον Στάλιν, ο συγγραφέας του άρθρου της «Πράβντα» κατηγορεί την «τροτσκιστική αντίληψη» ότι «αρνείται τη νομιμότητα της Επανάστασης του Οκτώβρη». Αλλά ο συγγραφέας αυτού του έργου, στη βάση ακριβώς αυτής της αντίληψης, δηλαδή, της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης, πρόβλεψε το αναπόφευκτο, της Επανάστασης του Οκτώβρη δεκατρία χρόνια πριν την έκρηξή της. Και ο Στάλιν; Ακόμα και μετά την Επανάσταση του Φλεβάρη, δηλαδή επτά ή οχτώ μήνες πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση μιλούσε σαν αγοραίος δημοκράτης επαναστάτης. Χρειάστηκε η άφιξη του Λένιν στην Πετρούπολη (3 του Απρίλη 1917) και η ανελέητη πάλη του ενάντια στους φαντασμένους «Παλιούς Μπολσεβίκους» που τόσο τους χλεύαζε αυτήν την εποχή, για να γλιστρήσει ο Στάλιν προσεκτικά και αθόρυβα από τις δημοκρατικές στις σοσιαλιστικές θέσεις. Όπως και νά ’χει, η εσωτερική αυτή «μετεξέλιξη» του Στάλιν που, άλλωστε, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, έγινε δώδεκα χρόνια από τότε που είχα αποδείξει τη «νομιμότητα» της κατάληψης της εξουσίας από την εργατική τάξη της Ρωσίας πριν από το αρχίνισμα της προλεταριακής επανάστασης στη Δύση.
Αλλά, διατυπώνοντας τη θεωρητική πρόβλεψη της Επανάστασης του Οκτώβρη, δεν πίστευα καθόλου ότι το ρωσικό προλεταριάτο κατακτώντας την κρατική εξουσία, θα έβγαζε την πρώην αυτοκρατορία των τσάρων από την τροχιά της παγκόσμιας οικονομίας. Εμείς οι μαρξιστές ξέρουμε το ρόλο και τη σημασία της κρατικής εξουσίας. Δεν είναι καθόλου μια παθητική αντανάκλαση των οικονομικών προτσές, όπως την περιγράφουν οι σοσιαλδημοκράτες υπηρέτες του αστικού κράτους. Η εξουσία μπορεί να αποκτήσει μια τεράστια σπουδαιότητα, αντιδραστική η προοδευτική, ανάλογα με την τάξη που την ασκεί. Αλλά η κρατική εξουσία μένει, ωστόσο, ένα όργανο στον τομέα του εποικοδομήματος. Το πέρασμα της εξουσίας από τα χέρια του τσαρισμού και της μπουρζουαζίας στα χέρια του προλεταριάτου δεν καταργεί ούτε τους νόμους ούτε το προτσές της παγκόσμιας οικονομίας. Είναι αλήθεια, ότι για ένα διάστημα μετά την Επανάσταση του Οκτώβρη, οι οικονομικοί δεσμοί της Σοβιετικής Ένωσης με την παγκόσμια αγορά, αδυνάτισαν. Αλλά θα έκανε κανείς ένα τερατώδες λάθος αν δοκίμαζε να γενικεύσει αυτό το φαινόμενο που δεν ήταν παρά ένα σύντομο στάδιο της διαλεκτικής εξέλιξης. Ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας και ο υπερεθνικός χαρακτήρας των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων όχι μόνο διατηρούν, αλλά και θα διπλασιάσουν και θα δεκαπλασιάσουν τη σπουδαιότητά τους για τη Σοβιετική Ένωση σε αναλογία με το βαθμό της σοβιετικής οικονομικής ανόδου.
Κάθε καθυστερημένη χώρα, ενσωματωμένη στον καπιταλισμό, περνούσε από διάφορες φάσεις αύξησης ή μείωσης της εξάρτησής της από τις άλλες καπιταλιστικές χώρες, αλλά γενικά η τάση της καπιταλιστικής εξέλιξης πηγαίνει πάντα προς μια τεράστια ανάπτυξη των παγκόσμιων δεσμών, που εκδηλώνεται στην αύξηση του εξωτερικού εμπορίου, κι εδώ, φυσικά, περιλαμβάνεται και η εξαγωγή κεφαλαίων. Η εξάρτηση της Βρετανίας από την Ινδία, έχει, οπωσδήποτε, έναν άλλο ποιοτικό χαρακτήρα απ’ ότι η εξάρτηση της Ινδίας από τη Βρετανία. Αλλά αυτή η διαφορά καθορίζεται, σε τελευταία ανάλυση, από τη διαφορά ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων και καθόλου από το βαθμό οικονομικής αυτονομίας τους. Η Ινδία είναι μια αποικία, η Βρετανία μια μητρόπολη. Αλλά αν η Βρετανία υποβαλλόταν σήμερα σ’ έναν οικονομικό αποκλεισμό θα αφανιζόταν πιο γρήγορα απ’ ό,τι η Ινδία. Να, παρεκβατικά, μια πειστική απόδειξη της πραγματικότητας της παγκόσμιας οικονομίας.
Η καπιταλιστική ανάπτυξη –στην ιστορική πραγματικότητα κι όχι στις αφηρημένες φόρμουλες του δεύτερου τόμου του Κεφαλαίου, που, ωστόσο, διατηρεί όλη του τη σπουδαιότητα σαν ένα στάδιο της ανάλυσης– πραγματοποιήθηκε και μπορούσε να πραγματοποιηθεί με μια συστηματική επέκταση της βάσης του. Στην πορεία της ανάπτυξης του και, κατά συνέπεια, στην πάλη ενάντια στις ίδιες τις εσωτερικές αντιφάσεις του, κάθε εθνικός καπιταλισμός στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς τις εφεδρείες της «εξωτερικής αγοράς», δηλαδή, προς τις εφεδρείες της παγκόσμιας οικονομίας. Η ανεξέλεγκτη επέκταση που πηγάζει από τις διαρκείς εσωτερικές κρίσεις του καπιταλισμού αποτελεί μια προοδευτική δύναμη μέχρι τη στιγμή που θα γίνει μια δύναμη μοιραία για τον καπιταλισμό.
Πέρα από τις εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού, η Οκτωβριανή Επανάσταση κληρονόμησε από την παλιά Ρωσία τις αντιφάσεις, τις όχι λιγότερο βαθιές, που υπήρχαν ανάμεσα στον καπιταλισμό συνολικά και στις προκαπιταλιστικές μορφές παραγωγής. Αυτές οι αντιφάσεις είχαν, και έχουν ακόμα και σήμερα, έναν υλικό χαρακτήρα, δηλαδή, είναι ενσωματωμένες στις υλικές σχέσεις ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο, είναι ριζωμένες στις ιδιαίτερες αναλογίες ή δυσαναλογίες ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της βιομηχανίας και το σύνολο της εθνικής οικονομίας κλπ. Μερικές από τις ρίζες αυτών των αντιφάσεων βρίσκονται άμεσα στις γεωγραφικές και δημογραφικές συνθήκες της χώρας, δηλαδή τρέφονται από την αφθονία ή την έλλειψη ορισμένων φυσικών πόρων, από την ιστορικά δημιουργημένη κατανομή των μαζών του πληθυσμού, κλπ. Η δύναμη της σοβιετικής οικονομίας βρίσκεται στην εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής και στη σχεδιασμένη διεύθυνση τους. Το αδύνατο σημείο της σοβιετικής οικονομίας, πέρα από την καθυστέρηση που κληρονόμησε, από το παρελθόν, βρίσκεται στην τωρινή της μετεπαναστατική απομόνωση, δηλαδή, στην αδυναμία πρόσβασης στους πόρους της παγκόσμιας οικονομίας, όχι μόνο σε μια σοσιαλιστική, αλλά ούτε καν σε μια καπιταλιστική βάση, δηλαδή με τη μορφή κανονικών διεθνών πιστώσεων και «χρηματοδότησης» γενικά, που έχει μια τόσο αποφασιστική σημασία για τις καθυστερημένες χώρες. Στο μεταξύ, οι αντιφάσεις του καπιταλιστικού και προκαπιταλιστικού παρελθόντος της Σοβιετικής Ένωσης όχι μόνο δεν εξαφανίζονται από μόνες τους, αλλά, αντίθετα, ορθώνονται με την ανάρρωση από τα χρόνια της παρακμής και των καταστροφών. Και γίνονται πιο ζωντανές και πιο οξείες στο βαθμό που η σοβιετική οικονομία αναπτύσσεται, και για να ξεπεραστούν ή ακόμα για να εξασθενίσουν απαιτούν κάθε στιγμή την πρόσβαση αυτή στους πόρους της παγκόσμιας οικονομίας.
Για να κατανοήσουμε όλα αυτά που γίνονται τώρα πάνω στο γιγαντιαίο έδαφος που η Οκτωβριανή Επανάσταση έχει καλέσει σε μια καινούρια ζωή, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι μια νέα αντίφαση, πολύ πιο ισχυρή, έχει έρθει να προστεθεί στις παλιές αντιφάσεις που ξαναζωντανεύουν με τις οικονομικές επιτυχίες. Είναι η αντίφαση ανάμεσα στον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της σοβιετικής βιομηχανίας, που ανοίγει τη δυνατότητα πρωτάκουστων ρυθμών ανάπτυξης, και στην απομόνωση της σοβιετικής οικονομίας, που της αφαιρεί τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει κανονικά τα αποθέματα της παγκόσμιας οικονομίας. Επειδή η καινούρια αυτή αντίφαση έρχεται να προστεθεί στις παλιές, εμφανίζονται τεράστιες δυσκολίες δίπλα στις εξαιρετικές επιτυχίες. Αυτές οι δυσκολίες βρίσκουν την πιο άμεση και πιο οδυνηρή έκφρασή τους στο γεγονός που κάθε εργάτης και κάθε αγρότης αισθάνεται καθημερινά: οι συνθήκες ζωής των εργαζομένων μαζών δεν καλυτερεύουν στην πορεία της γενικής οικονομικής ανόδου, αλλά μάλιστα, τώρα, χειροτερεύουν εξαιτίας των δυσκολιών του ανεφοδιασμού. Οι οξύτατες κρίσεις της σοβιετικής οικονομίας μάς υπενθυμίζουν ότι οι παραγωγικές δυνάμεις, που δημιουργήθηκαν από τον καπιταλισμό, δεν μπορούν να προσαρμοστούν στα εθνικά πλαίσια, και δεν μπορούν να συντονιστούν και να εναρμονιστούν σοσιαλιστικά παρά μόνο σε μια διεθνή κλίμακα. Με άλλα λόγια, οι κρίσεις της σοβιετικής οικονομίας αντιπροσωπεύουν κάτι το πολύ πιο σοβαρό απ’ ό,τι οι παιδικές αρρώστιες ή οι αρρώστιες ανάπτυξης –δηλαδή, είναι οι σκληροί περιορισμοί που μάς επιβάλλει η διεθνής αγορά, «στην οποία είμαστε δεμένοι και υποταγμένοι, όπως έλεγε ο Λένιν, και από την οποία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε», (Ν.Λένιν: Ομιλία στο Ενδέκατο Συνέδριο του Κόμματος, 27 του Μάρτη 1922).
Δεν πρέπει όμως κανείς, γι’ αυτό, να αρνηθεί, όπως το κάνουν οι άθλιοι φιλισταίοι, την «ιστορική νομιμότητα» της Επανάστασης του Οκτώβρη. Το πάρσιμο της εξουσίας από το διεθνές προλεταριάτο δεν μπορεί να είναι μια πράξη μοναδική και ταυτόχρονη. Το πολιτικό εποικοδόμημα –και μια επανάσταση είναι ένα μέρος του «εποικοδομήματος»– έχει τη δική του διαλεκτική, που κάνει μια βίαιη εισβολή στο προτσές της παγκόσμιας οικονομίας χωρίς να καταργεί τους πιο βαθιούς νόμους του. Η επανάσταση του Οκτώβρη είναι «θεμιτή» σαν το πρώτο στάδιο της παγκόσμιας επανάστασης, που αναγκαστικά επεκτείνεται σε δεκάδες χρόνια. Το διάλειμμα ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο στάδιο αποκαλύφθηκε πολύ πιο μεγάλο απ’ όσο το είχαμε υποθέσει. Μα αυτό δεν είναι παρά ένα διάλειμμα, και δεν πρέπει να το μετατρέψουμε σε μια εποχή αυτόνομης οικοδόμησης μιας εθνικής σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Οι δυο αντιλήψεις για την επανάσταση έχουν καθορίσει δυο κατευθυντήριες γραμμές για τα (σοβιετικά) οικονομικά ζητήματα. Οι πρώτες γοργές οικονομικές επιτυχίες, που ήταν εντελώς απροσδόκητες για τον Στάλιν, του εμπνεύσανε, το φθινόπωρο του 1924, τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα σαν το στεφάνωμα των πρακτικών προοπτικών μιας απομονωμένης εθνικής οικονομίας. Ήταν ακριβώς σ’ αυτή την περίοδο που ο Μπουχάριν πρόβαλε την περιβόητη φόρμουλά του για τη δυνατότητα να χτίσουμε το σοσιαλισμό «έστω και με βήματα χελώνας» προστατευόμενοι ενάντια στην παγκόσμια οικονομία από το φράγμα του μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου. Αυτή ήταν η κοινή φόρμουλα του μπλοκ των Κεντριστών (Στάλιν) και των Δεξιών (Μπουχάριν). Ήδη, εκείνη την εποχή, ο Στάλιν διακήρυσσε ακούραστα την ιδέα ότι ο ρυθμός της εκβιομηχάνισής μας ήταν «δική μας υπόθεση», χωρίς καμιά σχέση με την παγκόσμια οικονομία. Μια τέτοια εθνική αυταρέσκεια δεν μπορούσε, φυσικά, να διαρκέσει πολύ καιρό, γιατί αντανακλούσε το πρώτο, πολύ σύντομο στάδιο της οικονομικής μας αναγέννησης, που έπρεπε αναπόφευκτα να αναζωογονήσει την εξάρτησή μας από την παγκόσμια αγορά. Οι πρώτοι κλονισμοί της διεθνούς αυτής εξάρτησης, που οι εθνικοσοσιαλιστές μας δεν περίμεναν καθόλου, προκάλεσαν μια ανησυχία που μετατράπηκε σε πανικό στην επόμενη περίοδο. Πρέπει να κερδίσουμε όσο το δυνατό πιο γρήγορα την οικονομική «ανεξαρτησία» διαμέσου των πιο γρήγορων ρυθμών εκβιομηχάνισης και κολεκτιβοποίησης! –να ποια ήταν η μεταμόρφωση της οικονομικής πολιτικής του εθνικού σοσιαλισμού στα δύο τελευταία χρόνια. Η μιζέρια και η τσιγγουνιά αντικαταστάθηκαν σ’ όλη τη γραμμή από τον τυχοδιωκτισμό. Αλλά η θεωρητική βάση μένει πάντα η ίδια: είναι η αντίληψη του εθνικού σοσιαλισμού.
Οι βασικές δυσκολίες, όπως το έχουμε πει πιο πάνω, έχουν την πηγή τους στην αντικειμενική κατάσταση, πριν απ’ όλα στην απομόνωση της ΕΣΣΔ. Εδώ δεν θα εξετάσουμε σε πιο βαθμό αυτή η αντικειμενική κατάσταση είναι η ίδια προϊόν των υποκειμενικών λαθών της ηγεσίας (η λαθεμένη πολιτική στη Γερμανία το 1923, στη Βουλγαρία και στην Εσθονία το 1924, στην Αγγλία και στην Πολωνία το 1926, στην Κίνα το 1925-1927, η τωρινή σφαλερή στρατηγική της «Τρίτης Περιόδου», κλπ.). Αλλά οι οξύτατοι σπασμοί στην ΕΣΣΔ δημιουργούνται από το γεγονός ότι η διορισμένη ηγεσία θέλει να κάνει την αναγκαιότητα φιλοτιμία, και να δοκιμάσει να βγάλει από την πολιτική απομόνωση του Εργατικού Κράτους ένα πρόγραμμα μιας οικονομικά απομονωμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας. Από δω και η προσπάθεια της ολοκληρωτικής σοσιαλιστικής κολεχτιβοποίησης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων στη βάση μέσων προκαπιταλιστικής καλλιέργειας –μια περιπέτεια άκρα επικίνδυνη, που απειλεί να υπονόμευσε τις ίδιες τις δυνατότητες της συνεργασίας ανάμεσα στις αγροτικές μάζες και το προλεταριάτο.
Και πράγμα αξιοσημείωτο, τη στιγμή ακριβώς που αυτή η απειλή άρχιζε να χαράσσεται καθαρά, ο Μπουχάριν, ο χθεσινός θεωρητικός των «βημάτων χελώνας», σύνθεσε μια παθητική ωδή στο σημερινό «αχαλίνωτο καλπασμό» της εκβιομηχάνισης και της κολεχτιβοποίησης. Πρέπει, ωστόσο, να φοβόμαστε πως κι αυτή η ωδή πολύ σύντομα θα χαρακτηριστεί σαν τρομερή αίρεση, γιατί υπάρχουν ήδη νέες μελωδίες στον αέρα. Κάτω από την επιρροή της αντίστασης της οικονομικής πραγματικότητας, ο Στάλιν βλέπει τον εαυτό του υποχρεωμένο να υποχωρήσει. Τώρα ο κίνδυνος είναι ότι η τυχοδιωκτική επίθεση του χθες, που υπαγορεύτηκε από τον πανικό, μπορεί να μεταμορφωθεί σήμερα σε μια το ίδιο πανικόβλητη υποχώρηση. Η εναλλαγή αυτή είναι αναπόφευκτη, γιατί είναι στην ίδια τη φύση του εθνικού σοσιαλισμού.
Ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα ενός απομονωμένου Εργατικού Κράτους δεν μπορεί να βάζει σαν στόχο του να πετύχει την «ανεξαρτησία» από την παγκόσμια οικονομία, κι ακόμα λιγότερο να οικοδομήσει μια εθνική σοσιαλιστική κοινωνία «στο πιο σύντομο χρονικό διάστημα». Ο στόχος είναι η αναζήτηση, όχι των αφηρημένων μάξιμουμ ρυθμών, αλλά των καλύτερων ρυθμών, που απορρέουν από τις εσωτερικές και παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες, δυναμώνουν τις θέσεις του προλεταριάτου, προετοιμάζουν τα εθνικά στοιχεία της διεθνούς σοσιαλιστικής κοινωνίας του μέλλοντος, και, ταυτόχρονα και πριν απ’ όλα, καλυτερεύουν συστηματικά το βιοτικό επίπεδο του προλεταριάτου και σταθεροποιούν τη συμμαχία του με τις μη εκμεταλλευτικές μάζες τις υπαίθρου. Αυτή η προοπτική πρέπει να ισχύει για ολόκληρη την προπαρασκευαστική περίοδο, μέχρι τη στιγμή όπου η νικηφόρα επανάσταση στις αναπτυγμένες χώρες θα απελευθερώσει τη Σοβιετική Ένωση από τη σημερινή της απομόνωση. Μερικές από τις σκέψεις που παραθέτουμε πιο πάνω έχουν αναπτυχθεί πιο πλατιά σε άλλα έργα του συγγραφέα, ιδιαίτερα στην «Κριτική του Σχεδίου Προγράμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς». Πιστεύουμε να δημοσιεύσουμε προσεχώς μια μπροσούρα αφιερωμένη στην εκτίμηση του σημερινού σταδίου της οικονομικής ανάπτυξης της ΕΣΣΔ. Είμαστε υποχρεωμένοι να παραπέμψουμε σ’ αυτά τα έργα τον αναγνώστη που θα αναζητούσε να γνωρίσει μ’ έναν τρόπο πιο συγκεκριμένο πως τίθεται σήμερα το ζήτημα της διαρκούς επανάστασης. Αλλά υπολογίζουμε ότι αυτό που είπαμε πιο πάνω είναι αρκετό να δείξει όλη τη σπουδαιότητα της πάλης αρχών που διεξαγόταν τα τελευταία χρόνια και διεξάγεται και αυτή τη στιγμή, με τη μορφή μιας αντίθεσης ανάμεσα σε δύο θεωρίες: τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα και τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης. Μόνο η επίκαιρη αυτή σπουδαιότητα του ζητήματος δικαιώνει το γεγονός ότι προσφέρουμε στον ξένο αναγνώστη ένα βιβλίο που το μεγαλύτερο μέρος του είναι αφιερωμένο στην κριτική έκθεση των προβλέψεων και των θεωρητικών συζητήσεων που έγιναν ανάμεσα στους ρώσους μαρξιστές πριν την επανάσταση. Θα μπορούσε βέβαια, κανείς να εκθέσει μ’ έναν άλλο τρόπο τα προβλήματα που μας ενδιαφέρουν. Αλλά δεν είναι ο συγγραφέας που με δική του θέληση έχει εκλέξει και υιοθετήσει αυτή τη μορφή συζήτησης. Του επιβλήθηκε τόσο από τους αντιπάλους του όσο και από την πορεία της πολιτικής εξέλιξης. Ακόμα και οι αλήθειες των μαθηματικών, που είναι η πιο αφηρημένη από τις επιστήμες, μαθαίνονται πιο εύκολα σε συνδυασμό με την ιστορία της ανακάλυψής τους. Αυτό είναι ακόμα πιο αληθινό για τις αλήθειες τις πιο συγκεκριμένες, δηλαδή τις ιστορικά προσδιορισμένες αλήθειες της μαρξιστικής πολιτικής. Η ιστορία της καταγωγής και της εξέλιξης των προγνώσεων της επανάστασης στις συνθήκες της προεπαναστατικής Ρωσίας, νομίζω ότι θα φέρει τον αναγνώστη πολύ πιο κοντά και πολύ πιο συγκεκριμένα στην ουσία των επαναστατικών καθηκόντων του παγκόσμιου προλεταριάτου, από ό,τι μια έκθεση σχολαστικιστική και μικρολόγα των ίδιων αυτών πολιτικών ιδεών, αποσπασμένων από τις συνθήκες πάλης όπου γεννήθηκαν.
29 του Μάρτη 1930
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————
[1] Ο Στάλιν έκανε αυτή την ομιλία στις 6 του Μάη 1929 και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις αρχές του 1930 και μέσα σε τέτοιες συνθήκες που αποκτάει την αξία ενός πραγματικού «προγράμματος» –Λ.Τ. [Η ομιλία δημοσιεύτηκε στον «Κομμουνιστή» (ΕΠΑ), του Ιούνη 1930. Βλ. Γ.Ζ.Φόστερ, Ιστορία του Κ.Κ. ΕΠΑ, 1952, σελ. 273. Στα «Άπαντα» του Στάλιν δεν υπάρχει αυτή η ομιλία].