Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι>Η Διαρκής Επανάσταση_d
Λεόν Τρότσκι

Η Διαρκής Επανάσταση

Προηγούμενο: Εισαγωγή στη Γερμανική Έκδοση
Επόμενο: 2. Η Διαρκής Επανάσταση δεν είναι ένα Άλμα του Προλεταριάτου...


1. Η ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΦΥΣΗ
ΚΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Η απαίτηση για θεωρία μέσα στο Κόμμα κάτω από την ηγεσία του μπλοκ Δεξιών-Κεντριστών, έχει αντιμετωπιστεί για έξι συνεχή χρόνια με έναν αντι-τροτσκισμό, που αποτελεί το μοναδικό προϊόν που διατίθεται σε απεριόριστες ποσότητες και διανέμεται ελεύθερα. Ο Στάλιν, ασχολήθηκε με τη θεωρία για πρώτη φορά στα 1924, με τα αθάνατα έργα του ενάντια στη διαρκή επανάσταση. Ακόμη και ο Μόλοτοφ βαφτίστηκε «ηγέτης» σ’ αυτή την κολυμπήθρα. Η πλαστογράφηση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Πριν λίγες μέρες έπεσε τυχαία στην αντίληψή μου μια είδηση σχετικά με την έκδοση στα γερμανικά, των κειμένων του 1917 του Λένιν. Αυτό είναι ένα πολύτιμο δώρο για την αναπτυγμένη γερμανική εργατική τάξη. Ωστόσο, μπορεί κανείς από τα πριν να φανταστεί τι έκταση θα πάρει η πλαστογραφία στο κείμενο και πιο πολύ στις σημειώσεις. Είναι αρκετό να τονίσει κανείς ότι την πρώτη θέση στον πίνακα των περιεχομένων την έχουν τα γράμματα του Λένιν στην Κολοντάι στη Νέα Υόρκη. Γιατί; Γιατί απλούστατα αυτά τα γράμματα περιέχουν σκληρά σχόλια για μένα, βασισμένα στην εντελώς λαθεμένη πληροφόρηση του Λένιν από την Κολοντάι, η οποία εκείνες τις μέρες είχε μπολιάσει τον οργανικό της μενσεβικισμό με έναν υστερικό υπερ-αριστερισμό. Στη ρωσική έκδοση, οι επίγονοι αναγκάστηκαν να ομολογήσουν, έστω και με διφορούμενα μόνο, ότι ο Λένιν δεν ήταν σωστά πληροφορημένος. Αλλά μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η γερμανική έκδοση δεν θα περιέχει έστω κι αυτήν την ακαθόριστη επιφύλαξη. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε, ότι στα ίδια αυτά γράμματα του Λένιν προς την Κολοντάι, υπάρχουν βίαιες επιθέσεις ενάντια στον Μπουχάριν, με τον οποίο η Κολοντάι βρισκόταν τότε σε αλληλεγγύη. Ωστόσο, αυτή η πλευρά των γραμμάτων καταχωνιάστηκε προς το παρόν. Θα δημοσιευτούν μόνο όταν εξαπολυθεί μια ανοικτή εκστρατεία ενάντια στον Μπουχάριν. Δεν θα χρειαστεί να περιμένουν πολύ καιρό γι’ αυτό[1]. Από την άλλη μεριά, ένας αριθμός πολυτιμότατα ντοκουμέντα, άρθρα και λόγοι του Λένιν, όπως επίσης και πρακτικά, γράμματα κλπ., παραμένουν κρυμμένα, μόνο γιατί καταφέρονται ενάντια στους Στάλιν και Σία και υπονομεύουν τον μύθο του «τροτσκισμού». Από την ιστορία των τριών ρωσικών επαναστάσεων, όπως και από την ιστορία του Κόμματος, δεν άφησαν κυριολεκτικά ούτε ένα κομμάτι απείρακτο: θεωρία, γεγονότα, παραδόσεις, ή κληρονομιά του Λένιν, όλα αυτά θυσιάστηκαν στην πάλη ενάντια στον «τροτσκισμό», που εφευρέθηκε και οργανώθηκε, μετά την αρρώστια του Λένιν, σαν μια προσωπική πάλη ενάντια στον Τρότσκι, και που αργότερα εξελίχθηκε σε μια πάλη ενάντια στο Μαρξισμό.

Και πάλι επιβεβαιώνεται ότι αυτό που μπορεί να φαίνεται σαν η πιο άχρηστη αναμόχλευση διαφορών που έχουν σβήσει από καιρό, συνήθως εξυπηρετεί κάποια ασυνείδητη κοινωνική ανάγκη του σήμερα, μια ανάγκη που, η ίδια, δεν ακολουθεί τη γραμμή των παλιών διαφωνιών. Η εκστρατεία ενάντια στον «παλιό τροτσκισμό» ήταν στην πραγματικότητα μια εκστρατεία ενάντια στις παραδόσεις του Οκτώβρη που γίνονταν ολοένα και πιο ανυπόφορες και ασφυκτικές για τη νέα γραφειοκρατία. Άρχισαν να χαρακτηρίζουν σαν «τροτσκισμό» κάθετι που ήθελαν να ξεφορτωθούν. Έτσι, η πάλη ενάντια στον τροτσκισμό βαθμιαία γινόταν η έκφραση της θεωρητικής και πολιτικής αντίδρασης ανάμεσα σε πλατιούς μη προλεταριακούς και ως ένα μέρος και σε προλεταριακούς κύκλους και την αντανάκλαση αυτής της αντίδρασης μέσα στο Κόμμα. Ιδιαίτερα, η εκχυδαϊσμένη και ιστορικά διαστρεβλωμένη αντιπαράθεση της διαρκούς επανάστασης στη γραμμή του Λένιν της «συμμαχίας με τον μουζίκο», ξεπετάχτηκε στα 1923. Αναπτύχθηκε στην περίοδο της κοινωνικής, πολιτικής και κομματικής αντίδρασης, σαν η πιο εύγλωττη έκφρασή της, σαν ο οργανικός ανταγωνισμός του γραφειοκράτη και του ιδιοκτήτη με την παγκόσμια επανάσταση, με τις «διαρκείς της» διαταραχές, καθώς επίσης σαν η λαχτάρα των μικροαστών και δημοσίων υπαλλήλων για ησυχία και τάξη. Με τη σειρά της, η παθιασμένη επίθεση στη διαρκή επανάσταση, δεν εξυπηρετούσε, παρά την προετοιμασία του εδάφους για τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια χώρα, δηλαδή, για την τελευταία ποικιλία του εθνικού σοσιαλισμού. Από μόνες τους οι νέες αυτές κοινωνικές ρίζες της πάλης ενάντια στον «τροτσκισμό» δεν αποδείχνουν, βέβαια, τίποτε, είτε υπέρ είτε ενάντια στην ορθότητα της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης. Κι όμως, χωρίς την κατανόηση των κρυμμένων αυτών ριζών, η διαμάχη πρέπει αναπόφευκτα να έχει έναν άγονο ακαδημαϊκό χαρακτήρα.

Τα τελευταία χρόνια, δεν βρήκα την ευκαιρία να ξεφύγω από τα νέα προβλήματα και να ξαναγυρίσω στα παλιά ζητήματα τα δεμένα με την περίοδο της Επανάστασης του 1905, εφόσον αυτά τα ζητήματα αφορούν κυρίως το παρελθόν μου και έχουν χρησιμοποιηθεί τεχνητά ενάντιά του. Το να δώσεις μια ανάλυση των παλιών διαφορών και ιδιαίτερα των παλιών λαθών μου, στη βάση της κατάστασης στην οποία εμφανίστηκαν –μια ανάλυση τόσο πλήρη όπου αυτές οι διαφωνίες και τα λάθη να γίνουνε κατανοητά στη νέα γενιά, και όχι να μιλάς για τους παλαίμαχους που έπεσαν σε πολιτικό ξεμώραμα– αυτό θα απαιτούσε από μόνο του ένα ολόκληρο τόμο. Μου φαινόταν τερατώδες να θυσιάσω το χρόνο μου όπως και το χρόνο των άλλων πάνω σ’ αυτό, όταν, συνεχώς μπαίνανε νέα ζητήματα, τεράστιας σπουδαιότητας στην ημερήσια διάταξη: τα καθήκοντα της Γερμανικής Επανάστασης, το ζήτημα της μελλοντικής μοίρας της Βρετανίας, το ζήτημα των αμοιβαίων σχέσεων Αμερικής και Ευρώπης, τα προβλήματα που τίθενται από τις απεργίες του βρετανικού προλεταριάτου, τα καθήκοντα της Κινέζικης Επανάστασης και, τελευταία και κύρια, οι δικές μας εσωτερικές οικονομικές και κοινωνικο-πολιτικές αντιφάσεις και καθήκοντα –όλα αυτά, πιστεύω δικαιολογούν πλήρως τη συνεχή αναβολή του ιστορικο-πολεμικού μου έργου για τη διαρκή επανάσταση. Αλλά η κοινωνική συνείδηση απεχθάνεται το κενό. Τα τελευταία χρόνια αυτό το θεωρητικό κενό, όπως είπα, γέμισε με τα σκουπίδια του αντι-τροτσκισμού. Οι επίγονοι, οι φιλόσοφοι και οι μεσάζοντες της κομματικής αντίδρασης γλίστρησαν ακόμα χαμηλότερα: σπούδασαν στο σχολειό του κοντόφθαλμου αυτού Μενσεβίκου, του Μαρτίνοφ, τσαλαπάτησαν τον Λένιν, κύλησαν μέσα στο βούρκο, και όλα αυτά τα αποκάλεσαν πάλη ενάντια στον τροτσκισμό. Όλα αυτά τα χρόνια δεν κατάφεραν να παράγουν ούτε ένα έργο σοβαρό ή αρκετά σπουδαίο, που να μπορέσει να βγει ανοιχτά χωρίς να προκαλέσει ένα αίσθημα ντροπής –δεν παρουσίασαν ούτε μια πολιτική εκτίμηση που να έχει κρατήσει το κύρος της, ούτε μια μόνο πρόγνωση που να έχει επιβεβαιωθεί, ούτε ένα ανεξάρτητο σύνθημα που να μας έχει αναπτύξει ιδεολογικά. Τίποτε άλλο από σκουπίδια και φτηνή φιλολογία παντού.

«Τα Ζητήματα του Λενινισμού» του Στάλιν αποτελούν μια κωδικοποίηση αυτών των ιδεολογικών σκουπιδιών, ένα επίσημο εγχειρίδιο στενοκεφαλιάς, μια ανθολογία αριθμημένων κοινοτοπιών (προσπαθώ να βρω τους πιο μετριοπαθείς χαρακτηρισμούς). Ο «Λενινισμός» του Ζινόβιεφ είναι ...ο Ζινοβιεφικός λενινισμός, και τίποτε περισσότερο ή λιγότερο. Ο Ζινόβιεφ δρα σχεδόν σύμφωνα με τις αρχές του Λούθηρου. Αλλά ενώ ο Λούθηρος έλεγε, «Βρίσκομαι εδώ, δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς», ο Ζινόβιεφ λέει, «Βρίσκομαι εδώ... αλλά μπορώ να κάνω κι αλλιώς». Το να ασχολείται κανείς, και στις δυο περιπτώσεις, μ’ αυτά τα θεωρητικά προϊόντα του επιγονισμού, είναι εξίσου ανυπόφορο, αλλά με τούτη τη διαφορά: διαβάζοντας τον «Λενινισμό» του Ζινόβιεφ, έχει κανείς την αίσθηση ότι πνίγεται με αφράτο μπαμπάκι, ενώ τα «Ζητήματα» του Στάλιν του δίνουν την αίσθηση ότι καταπίνει ψιλοκομμένες γουρουνότριχες. Τα δυο αυτά βιβλία, το καθένα με τον τρόπο του, είναι η εικόνα και η κορωνίδα της εποχής της ιδεολογικής αντίδρασης.

Ταιριάζοντας και προσαρμόζοντας όλα τα ζητήματα είτε από τα δεξιά είτε από τα αριστερά, από τα πάνω ή από τα κάτω, από τα μπρος ή από τα πίσω –στον τροτσκισμό, οι επίγονοι κατόρθωσαν τελικά να κάνουν κάθε παγκόσμιο γεγονός να εξαρτάται άμεσα η έμμεσα από το πως φαινόταν στον Τρότσκι το 1905 η διαρκής επανάσταση. Ο μύθος του τροτσκισμού, παραγεμισμένος με πλαστογραφήσεις, έγινε σ’ ένα ορισμένο βαθμό ένας παράγοντας της σύγχρονης ιστορίας. Και ενώ η δεξιά κεντριστική γραμμή των τελευταίων χρόνων βαρύνεται σε κάθε ήπειρο από χρεοκοπίες ιστορικών διαστάσεων, η πάλη ενάντια στην κεντριστική ιδεολογία στην Κόμιντερν είναι σήμερα ήδη αδιανόητη ή τουλάχιστον έγινε πολύ δύσκολη, χωρίς μια εκτίμηση των παλιών διαφωνιών και προγνώσεων που έγιναν στις αρχές του 1905.

Η αναγέννηση της μαρξιστικής και, κατά συνέπεια, της λενινιστικής σκέψης στο Κόμμα, είναι αδύνατη δίχως ένα πολεμικό auto-da-fe (καταδίκη στον δια πυράς θάνατο) των ανοησιών των επιγόνων, δίχως μια ανελέητη θεωρητική εκτέλεση των καθοδηγητών[2] της κομματικής μηχανής. Πραγματικά, δεν είναι δύσκολο να γράψεις ένα τέτοιο βιβλίο. Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν. Αλλά είναι επίσης δύσκολο να γράψεις ένα τέτοιο βιβλίο, γιατί ακριβώς κάνοντας κάτι τέτοιο, πρέπει, σύμφωνα με τα λόγια του μεγάλου σατυρικού Σάλτικοφ, να κατέβεις στο βασίλειο των «αναθυμιάσεων του A, B, C,» (δηλ. των περίτεχνων σκουπιδιών –σημ. του άγγλου μεταφρ.) και να μείνεις για ένα μεγάλο διάστημα σ’ αυτήν την σπάνια εύοσμη ατμόσφαιρα. Παρόλα αυτά, η δουλειά έχει γίνει απολύτως αναγκαία, γιατί ακριβώς πάνω σ’ αυτήν την πάλη ενάντια στη διαρκή επανάσταση βασίζεται άμεσα η υπεράσπιση της οπορτουνιστικής γραμμής σ’ ό,τι αφορά το πρόβλημα της Ανατολής, δηλαδή του μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας.

Βρισκόμουν ήδη στο σημείο να αναλάβω το ελάχιστα δελεαστικό αυτό καθήκον της θεωρητικής πολεμικής εναντίον των Ζινόβιεφ και Στάλιν, παραμερίζοντας τους ρώσους κλασικούς μας για τις ώρες της ξεκούρασης μου (ακόμα και οι δύτες πρέπει πότε πότε να έρχονται στην επιφάνεια για να αναπνεύσουν φρέσκο αέρα) όταν, εντελώς αναπάντεχα για μένα, εμφανίστηκε και άρχισε να κυκλοφορεί ένα άρθρο του Ράντεκ, αφιερωμένο στην «εμβάθυνση» της αντίθεσης ανάμεσα στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης και στις απόψεις του Λένιν πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Αρχικά θέλησα να αγνοήσω το έργο του Ράντεκ, για να μην ξεστρατίσω από το συνδυασμό του αφράτου μπαμπακιού και των ψιλοκομμένων γουρουνότριχων που μου έταξε η μοίρα. Αλλά ένας αριθμός από γράμματα φίλων με πρότρεψαν να διαβάσω το έργο του Ράντεκ προσεκτικά, και, έτσι κατέληξα στο ακόλουθο συμπέρασμα: για ένα μικρό κύκλο ανθρώπων που είναι ικανοί να σκέπτονται ανεξάρτητα και όχι κάτω από διαταγές, και που ευσυνείδητα μελετούν το μαρξισμό, το έργο του Ράντεκ είναι πιο επικίνδυνο από την επίσημη φιλολογία –ακριβώς όπως ο οπορτουνισμός στην πολιτική γίνεται πιο επικίνδυνος όσο πιο συγκαλυμμένος είναι και όσο πιο μεγάλη είναι η προσωπική υπόληψη που τον καλύπτει. Ο Ράντεκ είναι ένας από τους πιο στενούς πολιτικούς μου φίλους. Αυτό επιβεβαιώνεται πλήρως από τα γεγονότα της τελευταίας περιόδου. Τους τελευταίους μήνες, ωστόσο, πολλοί σύντροφοι, παρακολουθούσαν με ανησυχία την εξέλιξη του Ράντεκ που μετατοπίστηκε από την άκρα Αριστερή Πτέρυγα της Αντιπολίτευσης στη Δεξιά Πτέρυγά της. Όλοι εμείς που είμαστε στενοί φίλοι του Ράντεκ γνωρίζουμε ότι το λαμπρό πολιτικό και φιλολογικό του ταλέντο, που συνδυάζεται με εξαιρετική παρορμητικότητα και εντυπωσιασμό, είναι ιδιότητες που συνιστούν μια πολύτιμη πηγή πρωτοβουλίας και κριτικής μέσα σε συνθήκες συλλογικής εργασίας, αλλά που μπορούν να παράγουν εντελώς διαφορετικούς καρπούς σε συνθήκες απομόνωσης. Η τελευταία εργασία του Ράντεκ –σε σύνδεση με μια σειρά από προηγούμενες πράξεις του– οδηγούν στη γνώμη πως ο Ράντεκ έχασε την πυξίδα του, ή ότι η πυξίδα του βρίσκεται κάτω από την επίδραση μιας σταθερής μαγνητικής διαταραχής. Το έργο του Ράντεκ, με καμιά έννοια δεν είναι μια επεισοδιακή αναδρομή στο παρελθόν. Όχι, είναι μια κακομελετημένη, αλλά αρκετά επιζήμια συνεισφορά στην υποστήριξη της επίσημης γραμμής με όλη τη θεωρητική μυθολογία.

Η πολιτική λειτουργία της τωρινής πάλης ενάντια στον «τροτσκισμό» όπως την χαρακτηρίσαμε πιο πάνω, δεν σημαίνει, φυσικά, με κανέναν τρόπο ότι, μέσα στην Αντιπολίτευση, που σχηματίστηκε σαν το μαρξιστικό φράγμα ενάντια στην ιδεολογική και πολιτική αντίδραση, η εσωτερική κριτική είναι απαράδεκτη, ιδιαίτερα η κριτική των παλιών μου διαφορών με την άποψη του Λένιν. Αντίθετα, μια τέτοια εργασία αυτοξεκαθαρίσματος δεν θα μπορούσε παρά να είναι επικερδής. Αλλά εδώ, όπως και νά ’χει, μια ακριβής διατήρηση των ιστορικών προοπτικών, μια ευσυνείδητη έρευνα των αρχικών πηγών και ένα ξεκαθάρισμα των παλιών διαφορών στο φως της τωρινής πάλης, θα ήταν απόλυτα αναγκαία. Απ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει ούτε ίχνος στον Ράντεκ. Σαν να μην ξέρει τι κάνει, απλά ευθυγραμμίζεται με την πάλη ενάντια στον «τροτσκισμό», χρησιμοποιώντας όχι μόνο τα μονόπλευρα συλλεγμένα τσιτάτα, αλλά και τις εντελώς ψεύτικες επίσημες ερμηνείες τους. Όπου φαίνεται να ξεχωρίζει τον εαυτό του από την επίσημη καμπάνια, το κάνει με τόσο διφορούμενο τρόπο, που πραγματικά της προσφέρει τη διπλή υποστήριξη ενός «αμερόληπτου» μάρτυρα. Όπως συμβαίνει πάντοτε στην περίπτωση ιδεολογικού κατρακυλίσματος, η τελευταία εργασία του Ράντεκ δεν περιέχει ούτε ίχνος από την πολιτική του διορατικότητα και τη λογοτεχνική του ικανότητα. Είναι ένα έργο χωρίς προοπτικές, χωρίς βάθος, μια εργασία απλά στο επίπεδο των τσιτάτων και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο –ανούσια.

Ποιες πολιτικές ανάγκες την γέννησαν; Είναι οι διαφορές που εμφανίστηκαν ανάμεσα στον Ράντεκ και τη συντριπτική πλειοψηφία της Αντιπολίτευσης στα ζητήματα της Κινέζικης Επανάστασης. Ακούγονται, είναι αλήθεια, μερικές αντιρρήσεις, που λένε ότι οι διαφορές για την Κίνα δεν έχουν «σημασία σήμερα» (Πρεομπραζένσκι). Αλλά αυτές οι αντιρρήσεις δεν αξίζουν να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Ολόκληρος ο Μπολσεβικισμός αναπτύχθηκε και διαμορφώθηκε οριστικά στην κριτική και την αφομοίωση των εμπειριών του 1905, σε όλη τους τη φρεσκάδα, ενώ αυτές οι εμπειρίες ήταν ακόμα μια άμεση εμπειρία της πρώτης γενιάς των Μπολσεβίκων. Πως μπορούσε να γίνει κι αλλιώς; Και από ποια άλλα γεγονότα θα μπορούσε να μάθει σήμερα η νέα γενιά των προλεταρίων επαναστατών, αν όχι από τις φρέσκιες, ακόμα ζεστές εμπειρίες της Κινέζικης Επανάστασης που το αίμα της αχνίζει ακόμα; Μόνο άψυχοι σχολαστικοί είναι ικανοί να «αναβάλουν» τα ζητήματα της Κινέζικης Επανάστασης, για να τα μελετήσουν αργότερα όταν έχουν ελεύθερο χρόνο και «ηρεμία». Αυτό ταιριάζει ολοένα και λιγότερο στους Μπολσεβίκους-Λενινιστές, αφού οι επαναστάσεις στις χώρες της Ανατολής με καμιά έννοια δεν απομακρύνθηκαν από την ημερήσια διάταξη και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πότε θα γίνουν.

Υιοθετώντας μια λαθεμένη θέση για τα προβλήματα της Κινέζικης Επανάστασης, ο Ράντεκ προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτή τη θέση αναδρομικά με μια μονόπλευρη και διαστρεβλωμένη παρουσίαση των παλιών μου διαφορών με τον Λένιν. Κι εδώ είναι που αναγκάζεται ο Ράντεκ να δανειστεί όπλα από το οπλοστάσιο κάποιου άλλου και να κατευθυνθεί χωρίς πυξίδα στο κανάλι κάποιου άλλου.

Ο Ράντεκ είναι φίλος μου, αλλά η αλήθεια είναι πιο πολύτιμη για μένα. Είμαι αναγκασμένος, για άλλη μια φορά, να παραμερίσω την πιο εκτεταμένη δουλειά των προβλημάτων της επανάστασης για να ανασκευάσω τον Ράντεκ. Τα ζητήματα που μπήκαν είναι πάρα πολύ σημαντικά για να αγνοηθούν, και έχουν τεθεί με έναν οξύ τρόπο. Πρέπει να ξεπεράσω εδώ τρεις δυσκολίες, την πολλαπλότητα και την ποικιλία των λαθών στην εργασία του Ράντεκ, την πληθώρα των γραπτών και των ιστορικών γεγονότων πάνω από 23 χρόνια (1905-28) που διαψεύδουν τον Ράντεκ, και τρίτο, τον λίγο χρόνο που μπορώ να αφιερώσω σ’ αυτή την εργασία, γιατί τα οικονομικά προβλήματα της ΕΣΣΔ βρίσκονται στην πρώτη σειρά.

Όλες αυτές οι περιστάσεις καθορίζουν το χαρακτήρα της τωρινής εργασίας. Αυτή η εργασία δεν εξαντλεί το ζήτημα. Υπάρχουν πολλά που δεν αναφέρονται εδώ –ως ένα μέρος, γιατί, ας το πούμε με την ευκαιρία, αυτή είναι η συνέχεια άλλων εργασιών, κυρίως της «Κριτικής του Σχεδίου Προγράμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς». Σωροί από τεκμηριωμένα υλικά που συγκέντρωσα γι’ αυτό το ζήτημα, πρέπει να παραμείνουν αχρησιμοποίητα –ενόψει της συγγραφής του βιβλίου που σχεδιάζω ενάντια στους επιγόνους, δηλαδή, ενάντια στην επίσημη ιδεολογία της περιόδου της αντίδρασης.

Η εργασία του Ράντεκ για τη διαρκή επανάσταση βασίζεται στο συμπέρασμα: «Το νέο τμήμα του Κόμματος (Η Αντιπολίτευση) απειλείται από τον κίνδυνο της εμφάνισης τάσεων που θα αποσπάσουν την ανάπτυξη της προλεταριακής επανάστασης από τον σύμμαχό της –την αγροτιά».

Πρώτα απ’ όλα, εκπλήσσεται κανείς με το γεγονός ότι αυτό το συμπέρασμα σχετικά με το «νέο» τμήμα του Κόμματος τίθεται στη διάρκεια του δεύτερου εξάμηνου του 1928 σαν ένα νέο συμπέρασμα. Ήδη το έχουμε ακούσει να επαναλαμβάνεται σταθερά από το φθινόπωρο του 1923. Αλλά πως ο Ράντεκ δικαιολογεί το πέρασμά του στην επίσημη θέση; Και πάλι, όχι με έναν νέο τρόπο: επιστρέφει στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης. Στα 1924-25, ο Ράντεκ, σε πολλές περιπτώσεις εκδήλωσε την πρόθεσή του να γράψει μια μπροσούρα αφιερωμένη στην απόδειξη της ιδέας ότι η θεωρία της διαρκούς επανάστασης και το σύνθημα του Λένιν της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς, παρμένα σε ιστορική κλίμακα –δηλαδή, στο φως της εμπειρίας των τριών μας επαναστάσεων– με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να αντιστρατεύονται το ένα το άλλο, αλλά αντίθετα, ήταν τα ίδια στην ουσία τους. Τώρα, μετά από μια «εκ νέου» εξέταση του ζητήματος –όπως γράφει σε έναν από τους φίλους του– ο Ράντεκ, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παλιά θεωρία της διαρκούς επανάστασης απειλεί το «νέο» τμήμα του Κόμματος, με, ούτε λίγο ούτε πολύ, τον κίνδυνο μιας ρήξης με την αγροτιά.

Αλλά πως ο Ράντεκ «εξέτασε πλήρως» αυτό το ζήτημα; Ο ίδιος μας δίδει μερικές πληροφορίες γι’ αυτό:

«Δεν έχουμε στα χέρια μας τη διατύπωση που ο Τρότσκι παρουσίασε σε έναν πρόλογο στον Εμφύλιο Πόλεμο στην Γαλλία του Μαρξ το 1905 και στην Επανάστασή μας την ίδια χρονιά».

Οι χρονολογίες δεν αναφέρονται σωστά εδώ, αλλά δεν αξίζει να σταματήσω σ’ αυτό. Όλο το ζήτημα είναι ότι η μόνη εργασία στην οποία παρουσίασα τις απόψεις μου, λίγο – πολύ συστηματικά, για την ανάπτυξη της επανάστασης, είναι ένα μάλλον εκτεταμένο άρθρο με τον τίτλο «Αποτελέσματα και Προοπτικές» (Η Επανάστασή μας, Πετρούπολη, 1906, σελίδες 224-286). Το άρθρο στο πολωνικό όργανο της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Τίσζκο (1909) το οποίο αναφέρει ο Ράντεκ, αλλά δυστυχώς το ερμηνεύει με την μέθοδο του Κάμενεφ, δεν ισχυρίζεται ότι είναι πλήρες ή ολοκληρωμένο. Θεωρητικά αυτή η εργασία βασίζεται στο βιβλίο που αναφέρουμε πιο πάνω, Η Επανάσταση μας. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος, να διαβάσει τώρα αυτό το βιβλίο. Από κείνη την εποχή, έγιναν τόσα μεγάλα γεγονότα και μάθαμε τόσα πολλά από αυτά τα γεγονότα, που, για να λέμε την αλήθεια, αισθάνομαι μια αποστροφή για τον τρόπο που οι επίγονοι αντιμετωπίζουν σήμερα τα νέα ιστορικά προβλήματα, όχι στο φως της ζωντανής εμπειρίας των επαναστάσεων που ήδη έχουμε κάνει, αλλά, κυρίως, στο φως των τσιτάτων που σχετίζονται μόνο με τις προβλέψεις μας για τις μελλοντικές τότε επαναστάσεις. Φυσικά, μ’ αυτά δεν θέλω να στερήσω τον Ράντεκ από το δικαίωμα να πιάσει το ζήτημα και από την ιστορικοφιλολογική πλευρά. Μα, σ’ αυτήν την περίπτωση, πρέπει να το κάνει σωστά. Ο Ράντεκ, αναλαμβάνει να φωτίσει τη μοίρα της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης στην πορεία ενός σχεδόν τέταρτου του αιώνα, και σημειώνει παρεμβατικά ότι «δεν έχει στα χέρια του», ακριβώς εκείνα τα ντοκουμέντα στα οποία έκθεσα αυτή θεωρία.

Εδώ ακριβώς θέλω να υπογραμμίσω ότι ο Λένιν, όπως μου έγινε ιδιαίτερα καθαρό διαβάζοντας τα παλιά του άρθρα, ποτέ δεν διάβασε τη βασική εργασία μου αυτή που αναφέρω πιο πάνω. Αυτό εξηγείται πιθανόν όχι μόνο από το γεγονός ότι Η Επανάστασή μας, που εκδόθηκε το 1906, κατασχέθηκε αμέσως, και ότι όλοι εμείς καταφύγαμε σε λίγο στο εξωτερικό, αλλά κι από το γεγονός ότι τα δύο τρίτα του βιβλίου αποτελούνταν από παλιά άρθρα που είχαν ανατυπωθεί. Άκουσα αργότερα από πολλούς συντρόφους ότι δεν είχαν διαβάσει αυτό το βιβλίο επειδή νόμιζαν ότι αποτελούνταν αποκλειστικά από παλιές εργασίες ανατυπωμένες. Όπως και νά ’χει, οι λίγες σκόρπιες πολεμικές αναφορές του Λένιν ενάντια στη διαρκή επανάσταση βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά πάνω στον πρόλογο του Πάρβους στην μπροσούρα μου. «Πριν από την Ενάτη του Γενάρη», πάνω στη διακήρυξη του Πάρβους, «Όχι Τσάρος!», που παράμεινε εντελώς άγνωστη σε μένα, και πάνω στις εσωτερικές διαφορές του Λένιν με τον Μπουχάριν και άλλους. Ποτέ ο Λένιν δεν ανάλυσε κάπου ή δεν αναφέρθηκε, έστω και βιαστικά στο «Αποτελέσματα και Προοπτικές», και ορισμένες αντιρρήσεις του Λένιν στη διαρκή επανάσταση, που προφανώς δεν αναφέρονται σε μένα, αποδείχνουν άμεσα ότι δεν διάβασε αυτή την εργασία[3]

Θα ήταν, ωστόσο, απερισκεψία να υποθέσουμε, ότι σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται ο «Λενινισμός» του Λένιν. Αυτή, όμως, φαίνεται να είναι η γνώμη του Ράντεκ. Πάντως, το άρθρο του Ράντεκ, που πρέπει να εξετάσω εδώ, δείχνει ότι, όχι μόνο «δεν είχε στα χέρια του» τις βασικές μου εργασίες, αλλά κι ότι ποτέ δεν τις είχε διαβάσει. Και αν τις έχει διαβάσει, αυτό θα ήταν πολύ παλιά, πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση. Όπως και νά ’χει, ελάχιστα πράγματα κράτησε στη μνήμη του.

Αλλά το ζήτημα δεν σταματάει εδώ. Ήταν επιτρεπτό και ακόμα αναπόφευκτο στα 1905 ή στα 1909 να πολεμάει ο ένας τον άλλον για απομονωμένα άρθρα, που ήταν τότε επίκαιρα, κι ακόμα για μεμονωμένες προτάσεις σε μεμονωμένα άρθρα –ιδιαίτερα κάτω από συνθήκες σχίσματος. Αλλά σήμερα είναι αδιανόητο για έναν επαναστάτη μαρξιστή, αν θέλει να κάνει μια αναδρομή στην καταπληκτική αυτή ιστορική περίοδο, να μην βάζει το ερώτημα: πως οι αμφισβητούμενες φόρμουλες εφαρμόστηκαν στην πράξη; Πως αυτές ερμηνεύτηκαν και αναλύθηκαν στη δράση; Ποια τακτική εφαρμόστηκε; Αν ο Ράντεκ έκανε τον κόπο να ρίξει μια απλή ματιά στους δύο τόμους της Πρώτης μας Επανάστασης, (τόμος 2ος των «Απάντων» μου), δεν θα είχε επιχειρήσει να γράψει τη σημερινή του εργασία. Όπως και νά ’χει, θα είχε πετάξει μια ολόκληρη σειρά από το σωρό των κατηγοριών του. Τουλάχιστον, θα ήθελα να ελπίζω ότι θα το έκανε.

Από τα δύο αυτά βιβλία, ο Ράντεκ θα μάθαινε, πρώτα-πρώτα, ότι στην πολιτική μου δραστηριότητα η διαρκής επανάσταση με κανέναν τρόπο δεν σήμαινε για μένα ένα πήδημα πάνω από το δημοκρατικό στάδιο της επανάστασης ή από κάποιο από τα ιδιαίτερα σκαλοπάτια της. Θα είχε πεισθεί ότι, αν και έζησα στη Ρωσία όλο το 1905 παράνομα, χωρίς κανένα δεσμό με τους μετανάστες, διατύπωσα τα καθήκοντα των διαδοχικών σταδίων της επανάστασης με τον ίδιο τρόπο ακριβώς που το έκανε ο Λένιν. Θα μάθαινε ότι οι βασικές εκκλήσεις που έγιναν προς τους χωρικούς από τον κεντρικό Τύπο των Μπολσεβίκων στα 1905, γράφτηκαν από μένα, ότι η «Νέα Ζωή» («Novaya Zhizn»), που έκδιδε ο Λένιν, σε ένα κύριο άρθρο της υπερασπίστηκε αποφασιστικά το άρθρο μου για τη διαρκή επανάσταση που δημοσιεύτηκε στο «Ξεκίνημα» («Nachalo»), ότι η «Νέα Ζώη» του Λένιν, και μερικές φορές προσωπικά ο ίδιος ο Λένιν, υποστήριζε και υπεράσπιζε πάντα εκείνες τις πολιτικές αποφάσεις του Σοβιέτ των Αντιπροσώπων που γράφονταν από μένα και που ήμουν ο εισηγητής τους στις 9 από τις 10 φορές. Θα μάθαινε ότι μετά την ήττα του Δεκέμβρη, ενώ βρισκόμουνα στη φυλακή, έγραψα μια μπροσούρα για την τακτική, στην οποία υπόδειχνα ότι το κεντρικό στρατηγικό πρόβλημα, ήταν ο συνδυασμός της προλεταριακής επίθεσης με την αγροτική επανάσταση των χωρικών, ότι ο Λένιν έκδωσε αυτή την μπροσούρα μέσω του Μπολσεβίκικου Εκδοτικού Οίκου «Νέο Κύμα» («Novaya Volna») και με πληροφόρησε μέσω του Κνούνιατς για την ολόψυχη επιδοκιμασία του, ότι ο Λένιν μίλησε στο Συνέδριο του Λονδίνου στα 1907 για την «αλληλεγγύη» μου με τον Μπολσεβικισμό στις απόψεις μου για την αγροτιά και τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία. Τίποτε απ’ αυτά δεν υπάρχει για τον Ράντεκ. Προφανώς δεν τα έχει ούτε αυτά «στα χέρια του».

Και πώς έχει το ζήτημα για τον Ράντεκ σε σχέση με τα έργα του Λένιν; Όχι καλύτερα ή όχι πολύ καλύτερα. Ο Ράντεκ περιορίζεται σε κείνα τα αποσπάσματα όπου ο Λένιν καταφέρεται εναντίον μου, αλλά που αρκετά συχνά σκόπευαν άλλους (για παράδειγμα, τον Μπουχάριν και τον Ράντεκ –μια ανοιχτή αναφορά σ’ αυτά βρίσκεται στον ίδιο τον Ράντεκ). Ο Ράντεκ ήταν ανίκανος να προβάλλει έστω και ένα καινούριο απόσπασμα ενάντιά μου. Απλά χρησιμοποίησε το έτοιμο υλικό που σχεδόν κάθε πολίτης στην ΕΣΣΔ έχει «στα χέρια» του αυτή την εποχή. Ο Ράντεκ πρόσθεσε λίγα αποσπάσματα στα οποία ο Λένιν διευκρίνιζε στοιχειώδεις αλήθειες στους αναρχικούς και τους Σοσιαλεπαναστάτες για τη διαφορά ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το σοσιαλισμό –κι εδώ ο Ράντεκ παρουσιάζει το ζήτημα σαν αυτά τα αποσπάσματα να κατευθύνονταν ενάντιά μου. Ελάχιστα πιστευτό, αλλά είναι αλήθεια.

Ο Ράντεκ αποφεύγει εντελώς τις παλιές εκείνες διακηρύξεις με τις οποίες ο Λένιν πολύ προσεκτικά και πολύ λιτά, αλλά με όλη τη βαρύτητα που είχαν τα λόγια του, αναγνώριζε την αλληλεγγύη μου με τον Μπολσεβικισμό στα βασικά ζητήματα της επανάστασης. Εδώ δεν πρέπει να ξεχαστεί ούτε για μια στιγμή ότι ο Λένιν το έκανε αυτό τη στιγμή που δεν άνηκα στην μπολσεβίκικη φράξια και όταν ο Λένιν μου επιτίθενταν ανελέητα (και εντελώς σωστά) για το συμφιλιωτισμό μου –όχι για τη διαρκή επανάσταση, όπου περιορίστηκε σε ευκαιριακές αντιρρήσεις, αλλά για το συμφιλιωτισμό μου, για την ευκολία με την οποία έλπιζα σε μια εξέλιξη των μενσεβίκων προς τα αριστερά. Ο Λένιν ενδιαφερόταν πολύ περισσότερο για την πάλη ενάντια στο συμφιλιωτισμό παρά για τη «δικαίωση» απομονωμένων πολεμικών χτυπημάτων ενάντια στον «συμφιλιωτή» Τρότσκι.

Στα 1924, υπερασπίζοντας ενάντιά μου τη στάση του Ζινόβιεφ τον Οκτώβρη του 1917, ο Στάλιν έγραφε:
«Ο Σύντροφος Τρότσκι δεν καταλαβαίνει τα γράμματα του Λένιν (για τον Ζινόβιεφ –Λ.Τ.), τη σημασία τους και το σκοπό τους. Ο Λένιν μερικές φορές σκόπιμα έτρεχε μπροστά, βγάζοντας λάθη που πιθανόν να διαπράττονταν και κριτικάροντάς τα από τα πριν με σκοπό να προειδοποιήσει το Κόμμα και να το προφυλάξει από τα λάθη. Μερικές φορές ακόμα μεγαλοποιούσε κάτι το “ασήμαντο”, “κάνοντας το λοφίσκο βουνό” για τον ίδιο παιδαγωγικό σκοπό.... Αλλά το να συμπεραίνει κανείς από τέτοια γράμματα του Λένιν (και έγραψε αρκετά τέτοια γράμματα) την ύπαρξη “τραγικών” διαφωνιών και να τις διαλαλεί, σημαίνει πως δεν κατανοεί τα γράμματα του Λένιν, σημαίνει πως δεν γνωρίζει τον Λένιν, (Ι. Στάλιν: «Τροτσκισμός ή Λενινισμός», 1924, «Άπαντα», αγγλική έκδοση, τόμ. 6ος, σελ. 355).

Η ιδέα διατυπώνεται εδώ ωμά –«το στυλ είναι ο άνθρωπος»– αλλά η ουσία της είναι σωστή, ακόμα κι αν ελάχιστα εφαρμόζει σ’ ότι αφορά τις διαφωνίες στη διάρκεια της περιόδου του Οκτώβρη, που δεν είχαν καμιά ομοιότητα με «λοφίσκους». Αλλά αν ο Λένιν συνήθιζε να καταφεύγει σε «παιδαγωγικές» υπερβολές και προληπτικές πολεμικές σε σχέση με τα πιο στενά μέλη της φράξιας του, τότε, για ένα λόγο παραπάνω, θα το έκανε σε σχέση με το άτομο που εκείνη την περίοδο ήταν έξω από την μπολσεβίκικη φράξια και διακήρυσσε το συμφιλιωτισμό. Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό του Ράντεκ να εισάγει τον αναγκαίο αυτό διορθωτικό συντελεστή στις παλιές αναφορές.

Στον πρόλογο που έγραψα το 1922 στο βιβλίο μου: Το 1905, τόνιζα ότι η πρόβλεψή μου για τη δυνατότητα και την πιθανότητα εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου στη Ρωσία προτού αυτή επιτευχθεί στις αναπτυγμένες χώρες επαληθεύτηκε στην πραγματικότητα 12 χρόνια αργότερα. Ο Ράντεκ, ακολουθώντας όχι πολύ ελκυστικά παραδείγματα, παρουσιάζει το ζήτημα σαν να είχα αντιπαραθέσει αυτή την πρόγνωση στην στρατηγική γραμμή του Λένιν. Ωστόσο, από τον πρόλογο, μπορεί να φανεί καθαρά ότι μεταχειρίστηκα την πρόγνωση της διαρκούς επανάστασης από την άποψη εκείνων των βασικών χαρακτηριστικών που συμπίπτουν με την στρατηγική γραμμή του Μπολσεβικισμού. Όταν, σε μια υποσημείωση, μιλάω για τον «επανεξοπλισμό» του Κόμματος στις αρχές του 1917, δεν το κάνω, βέβαια, με την έννοια ότι ο Λένιν αναγνώρισε την προηγούμενη πορεία του Κόμματος σαν «λανθασμένη», αλλά με την έννοια ότι ο Λένιν ήρθε στην Ρωσία –αν και αργοπορημένα, ωστόσο αρκετά έγκαιρα για την επιτυχία της επανάστασης– να διδάξει το Κόμμα στο πως να απορρίψει το ξεπερασμένο σύνθημα της «δημοκρατικής δικτατορίας» στο οποίο οι Στάλιν, Κάμενεφ, Ρίκοφ, Μόλοτοφ και άλλοι ήταν ακόμα προσκολλημένοι. Όταν οι Κάμενεφ αγανακτούν στην αναφορά του «επανεξοπλισμού», αυτό γίνεται κατανοητό, γιατί κατευθυνόταν ενάντιά τους. Αλλά ο Ράντεκ; Αυτός για πρώτη φορά άρχισε να αγανακτεί μόλις το 1928, δηλαδή, μόνο όταν ο ίδιος είχε αρχίσει να παλεύει ενάντια στον αναγκαίο «επανεξοπλισμό» του Κινέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος.

Ας υπενθυμίσω στον Ράντεκ ότι τα βιβλία μου, Το 1905 (με τον εγκληματικό πρόλογο) και Η Οκτωβριανή Επανάσταση, έπαιξαν, ενώ ζούσε ακόμα ο Λένιν, το ρόλο θεμελιακών ιστορικών εγχειριδίων και για τις δύο επαναστάσεις. Κυκλοφορούσαν, τότε, σε πολυάριθμες εκδόσεις στα ρωσικά όπως και σε άλλες γλώσσες. Ποτέ δεν μου είπε κανείς ότι τα βιβλία μου περιείχαν δυο αντιτιθέμενες γραμμές, γιατί τότε, πριν από την ρεβιζιονιστική στροφή των επιγόνων, κανένα υγιώς σκεπτόμενο κομματικό μέλος δεν υπότασσε την Οκτωβριανή εμπειρία στα παλιά αποσπάσματα, αλλά, αντίθετα, έβλεπε τα παλιά αποσπάσματα στο φως της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Σε συνδυασμό μ’ αυτό, υπάρχει ένα άλλο θέμα που ο Ράντεκ κακομεταχειρίστηκε με ανεπίτρεπτο τρόπο: Ο Τρότσκι αναγνώρισε –λέει– ότι ο Λένιν είχε δίκιο ενάντιά του. Φυσικά, το έκανα. Και σ’ αυτήν την αναγνώριση δεν υπήρχε ούτε ίχνος διπλωματίας. Είχα στο μυαλό μου ολόκληρη την ιστορική πορεία του Λένιν, ολόκληρη τη θεωρητική του θέση, τη στρατηγική του, την πάλη του να χτίσει το Κόμμα. Αυτή η αναγνώριση, ωστόσο, δεν εφαρμόζεται, βέβαια, σε κάθε ένα από τα αποσπάσματα πολεμικής –που, επιπλέον, τα μεταχειρίζονται σήμερα για σκοπούς εχθρικούς προς το Λενινισμό. Το 1926, στην περίοδο του συνασπισμού με τον Ζινόβιεφ, ο Ράντεκ με προειδοποίησε ότι ο Ζινόβιεφ χρειαζόταν τη δήλωσή μου ότι ο Λένιν, είχε δίκιο απέναντί μου, για να σκεπάσει κάπως το γεγονός ότι αυτός, ο Ζινόβιεφ, είχε λάθος σε σχέση με μένα. Φυσικά, το κατάλαβα αυτό πολύ καλά. Και είναι γι’ αυτό που, στην Έβδομη Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, είπα ότι εννοούσα την ιστορική ορθότητα του Λένιν και του Κόμματός του, και με κανέναν τρόπο την ορθότητα των σημερινών επικριτών μου, που παλεύουν να καλυφθούν με τσιτάτα αποσπασμένα από το έργο του Λένιν. Σήμερα, είμαι δυστυχώς υποχρεωμένος να πω τα ίδια λόγια και για τον Ράντεκ.

Σε σχέση με τη διαρκή επανάσταση, μίλησα μόνο για τα ελαττώματα της θεωρίας, που ήταν αναπόφευκτα στο βαθμό που ήταν ένα ζήτημα πρόβλεψης. Στην Έβδομη Ολομέλεια της Ε.Ε. της Κ.Δ., ο Μπουχάριν σωστά τόνισε ότι ο Τρότσκι δεν απαρνήθηκε ολόκληρη την αντίληψή του. Για τα «ελαττώματα» θα μιλήσω σε ένα άλλο, πιο εκτεταμένο έργο, στο οποίο θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις εμπειρίες των τριών επαναστάσεων και την εφαρμογή τους στην παραπέρα πορεία της Κόμιντερν, ιδιαίτερα στην Ανατολή. Αλλά για να μην αφήσω έδαφος για παρανοήσεις επιθυμώ να πω εδώ συνοπτικά: Παρόλα τα ελαττώματά της, η θεωρία της διαρκούς επανάστασης, ακόμα και όπως παρουσιάζεται στις παλιότερες εργασίες μου, πρωταρχικά στο «Αποτελέσματα και Προοπτικές» (1906), διαπερνιέται αμέτρητα περισσότερο από το πνεύμα του Μαρξισμού, και, κατά συνέπεια, είναι πιο κοντά στην ιστορική γραμμή του Λένιν και του Μπολσεβίκικου Κόμματος, όχι μόνο από τη σημερινή σταλινική και μπουχαρινική εκ των υστέρων εξυπνάδα, αλλά και από την τελευταία εργασία του Ράντεκ.

Μ’ αυτό δεν θέλω καθόλου να πω ότι η αντίληψή μου για την επανάσταση ακολουθεί, σ’ όλα μου τα γραφτά, μια και την ίδια απαρέγκλιτη γραμμή. Δεν απασχολήθηκα με τη συλλογή παλιών αποσπασμάτων –με αναγκάζει να το κάνω τώρα η περίοδος της κομματικής αντίδρασης και του επιγονισμού– αλλά προσπάθησα, καλώς ή κακώς, να αναλύσω τα πραγματικά προτσές της ζωής. Στα 12 χρόνια (1905-1917) της επαναστατικής δημοσιογραφικής δραστηριότητάς μου, υπάρχουν επίσης άρθρα στα οποία οι επεισοδιακές περιστάσεις και ακόμα οι επεισοδιακές υπερβολές πολεμικής, αναπόφευκτες στην πάλη, έρχονται στο προσκήνιο, παραβιάζοντας τη στρατηγική γραμμή. Έτσι, για παράδειγμα, μπορεί να βρεθούν άρθρα στα οποία έκφρασα τις αμφιβολίες μου, για τον μελλοντικό επαναστατικό ρόλο της αγροτιάς ως όλο, σαν μια τάξη, και σε σχέση μ’ αυτό αρνήθηκα να χαρακτηρίσω, ειδικά στη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου, τη μελλοντική ρωσική επανάσταση σαν «εθνική», γιατί θεωρούσα αυτόν το χαρακτηρισμό ως ασαφή. Αλλά δεν πρέπει να ξεχάσουμε εδώ ότι τα ιστορικά προτσές που μας ενδιαφέρουν, κι εδώ συμπεριλαμβάνονται και τα προτσές που ξετυλίγονται μέσα στην αγροτιά, είναι πολύ πιο φανερά τώρα που έχουν ολοκληρωθεί από ό,τι ήταν εκείνες τις μέρες που ακόμα αναπτύσσονταν. Πρέπει, επίσης, να σημειώσω ότι ο Λένιν –που ποτέ, ούτε για μια στιγμή, δεν έχασε από τα μάτια του το αγροτικό ζήτημα στο γιγαντιαίο του ιστορικό μέγεθος και από τον οποίο όλοι εμείς το διδαχθήκαμε– θεωρούσε αβέβαιο, ακόμα και μετά την Επανάσταση του Φλεβάρη, αν θα πετυχαίναμε να αποσπάσουμε την αγροτιά από την μπουρζουαζία και να την τραβήξουμε πίσω από το προλεταριάτο. Θα πω εντελώς γενικά στους σκληρούς επικριτές μου, ότι είναι πολύ πιο εύκολο να ξεθάβεις σε μια ώρα τις τυπικές αντιφάσεις των άρθρων που έγραφε στις εφημερίδες κάποιος άλλος για ένα τέταρτο του αιώνα, παρά να διατηρήσεις ο ίδιος, έστω και για ένα μόνο χρόνο, την ενότητα της θεμελιακής γραμμής.

Δεν απομένει παρά να αναφέρουμε, σ’ αυτές τις εισαγωγικές γραμμές, έναν άλλο, εντελώς τελετουργικό συλλογισμό: αν η θεωρία της διαρκούς επανάστασης ήταν σωστή –λέει ο Ράντεκ– ο Τρότσκι θα είχε συγκεντρώσει μια μεγάλη φράξια σ’ αυτή τη βάση. Αλλά αυτό δεν έγινε. Από αυτό βγαίνει... ότι η θεωρία ήταν λαθεμένη.

Αυτό το επιχείρημα του Ράντεκ, παρμένο σαν μια γενική πρόταση, δεν περιέχει ίχνος διαλεκτικής. Θα μπορούσε κανείς απ’ αυτό, να συμπεράνει ότι η άποψη της Αντιπολίτευσης για την Κινέζικη Επανάσταση ή η θέση του Μαρξ για τις βρετανικές υποθέσεις, ήταν λαθεμένη. Ότι η θέση της Κόμιντερν, σε σχέση με τους ρεφορμιστές στην Αμερική, στην Αυστρία και –αν θέλετε– σ’ όλες τις χώρες, είναι λαθεμένη.

Αν το επιχείρημα του Ράντεκ παρθεί όχι στη γενική «ιστορικοφιλοσοφική» του μορφή, αλλά μόνο όπως εφαρμόζεται στο ζήτημα που συζητάμε, τότε στρέφεται ενάντια στον ίδιο τον Ράντεκ. Το επιχείρημα θα μπορούσε να έχει ένα ίχνος νοήματος, αν είχα τη γνώμη, ή, πράγμα πιο σημαντικό, αν τα γεγονότα είχαν δείξει, ότι η γραμμή της διαρκούς επανάστασης έρχεται σε αντίφαση με τη στρατηγική γραμμή του Μπολσεβικισμού, βρίσκεται σε σύγκρουση μ’ αυτήν και αποκλίνει απ’ αυτήν όλο και πιο πολύ. Τότε μόνο θα υπήρχε έδαφος για δυο φράξιες. Αλλά αυτό ακριβώς είναι εκείνο που θέλει ο Ράντεκ να αποδείξει. Αντίθετα, δείχνω ότι, παρόλες τις φραξιονιστικές υπερβολές της πολεμικής και τους συγκυριακούς τονισμούς του ζητήματος, η βασική στρατηγική γραμμή ήταν μια και η αυτή. Τότε, από που θα προερχόταν μια δεύτερη φράξια; Στην πραγματικότητα, αυτό που έγινε είναι ότι εργάστηκα χέρι με χέρι με τους μπολσεβίκους στην πρώτη επανάσταση και αργότερα υπεράσπισα αυτήν την κοινή δουλειά στο διεθνή Τύπο ενάντια στην κριτική των αποστατών μενσεβίκων. Στην Επανάσταση του 1917, πάλεψα μαζί με τον Λένιν ενάντια στον δημοκρατικό οπορτουνισμό εκείνων των «Παλιών Μπολσεβίκων» που ανέβασε σήμερα το κύμα της αντίδρασης και που ο μοναδικός εξοπλισμός τους αποτελείται από το σφυροκόπημα της διαρκούς επανάστασης.

Τελικά, ποτέ δεν προσπάθησα να δημιουργήσω μια ομάδα στη βάση των ιδεών της διαρκούς επανάστασης. Η θέση μου μέσα στο Κόμμα ήταν συμφιλιωτική, και όταν σε ορισμένες στιγμές πάλεψα για το σχηματισμό ομάδων, ήταν ακριβώς πάνω σ’ αυτή τη βάση. Ο συμφιλιωτισμός μου πήγαζε από ένα είδος σοσιαλ-επαναστατικού φαταλισμού. Πίστευα πως η λογική της ταξικής πάλης θα ανάγκαζε τις δυο φράξιες να ακολουθήσουν την ίδια επαναστατική γραμμή. Η μεγάλη ιστορική σημασία της πολιτικής του Λένιν δεν μου ήταν ακόμα καθαρή εκείνη την εποχή, η πολιτική του της αδιάλλακτης ιδεολογικής οριοθεσίας και, όταν ήταν αναγκαίο, του σχίσματος, με σκοπό τη διαμόρφωση και σφυρηλάτηση του πυρήνα του αληθινά επαναστατικού κόμματος. Στα 1911, ο Λένιν έγραφε γι’ αυτό το θέμα:

«Ο συμφιλιωτισμός είναι το συνολικό άθροισμα των διαθέσεων, των αγώνων και των απόψεων που είναι αξεδιάλυτα δεμένα με την ίδια την ουσία των ιστορικών καθηκόντων που μπαίνανε στο Ρωσικό Σοσιαλ-Δημοκρατικό Εργατικό Κόμμα στη διάρκεια της αντεπανάστασης του 1908-11. Να γιατί, στην περίοδο αυτή ένας αριθμός Σοσιαλδημοκρατών, ξεκινώντας από εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις, έπεφτε στο συμφιλιωτισμό. Ο Τρότσκι έκφρασε τον συμφιλιωτισμό με μεγαλύτερη συνέπεια από οποιονδήποτε άλλον. Ήταν ίσως ο μόνος που προσπάθησε να δώσει μια θεωρητική βάση σ’ αυτήν την τάση», (Ν.Λένιν: «Άπαντα», τόμ. ΧΙ, μέρ. ΙΙ, σελ. 371)[4].

Παλεύοντας για την ενότητα με κάθε θυσία, εξιδανίκευα αναπόφευκτα και χωρίς να το θέλω τις κεντριστικές τάσεις στο μενσεβικισμό. Παρόλες τις επεισοδιακές προσπάθείες μου, που επαναλήφθηκαν τρεις φορές, δεν κατάληξα σε κανένα κοινό καθήκον με τους μενσεβίκους, και δεν μπορούσε να καταλήξω. Ωστόσο, η συμφιλιωτική μου γραμμή με έφερε την ίδια στιγμή σε ακόμα πιο σκληρή σύγκρουση με τον Μπολσεβικισμό, αφού ο Λένιν, σε αντίθεση με τους μενσεβίκους, απόρριπτε αμείλικτα τον συμφιλιωτισμό, και δεν μπορούσε παρά να κάνει έτσι. Είναι φανερό πως καμιά φράξια δεν μπορούσε να δημιουργηθεί πάνω στη βάση του συμφιλιωτισμού.

Απ’ αυτό βγαίνει το μάθημα: Είναι ανεπίτρεπτο και μοιραίο να σπάζει κανείς ή να αδυνατίζει μια πολιτική γραμμή για τους σκοπούς του αγοραίου συμφιλιωτισμού. Είναι ανεπίτρεπτο να φτιασιδώνει κανείς τον κεντρισμό όταν κάνει ζικ-ζακ προς τα αριστερά. Είναι ανεπίτρεπτο, κυνηγώντας τις αυταπάτες του κεντρισμού, να υπερβάλλει και να εξογκώνει κανείς τις διαφορές με γνήσιους επαναστάτες ομοϊδεάτες. Αυτά είναι τα πραγματικά μαθήματα και τα πραγματικά λάθη του Τρότσκι. Αυτά τα μαθήματα είναι πολύ σημαντικά. Διατηρούν όλη τους την ισχύ ακόμα και σήμερα, και είναι ακριβώς ο ίδιος ο Ράντεκ που θα έπρεπε να τα σκεφτεί.

Με τον ιδεολογικό κυνισμό που τον χαρακτηρίζει, ο Στάλιν είπε κάποτε:
«Ο Τρότσκι δεν μπορεί παρά να ξέρει ότι ο Λένιν πάλεψε ενάντια στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης μέχρι το τέλος της ζωής του. Μα αυτό δεν ανησυχεί τον Τρότσκι», («Πράβντα» Νο 262, 12 του Νοέμβρη 1926, Στάλιν: «Άπαντα», αγγλική έκδοση, τόμ. VIII, σελ. 350).

Αυτό είναι μια ωμή και δόλια, δηλαδή, μια καθαρά σταλινική καρικατούρα της πραγματικότητας. Σε ένα από τα μηνύματά του στους κομμουνιστές του εξωτερικού, ο Λένιν εξήγησε ότι οι διαφορές ανάμεσα σε κομμουνιστές είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από τις διαφορές με τους σοσιαλ-δημοκράτες. Από τέτοιες διαφορές, έγραφε, πέρασε στο παρελθόν ο Μπολσεβικισμός. Αλλά «... τη στιγμή της κατάκτησης της εξουσίας και της δημιουργίας της Σοβιετικής Δημοκρατίας, ο μπολσεβικισμός αποδείχθηκε ενιαίος, τράβηξε με το μέρος του ότι καλύτερο υπήρχε στα παραπλήσια σ’ αυτόν ρεύματα της σοσιαλιστικής σκέψης, συνένωσε γύρω του όλη την πρωτοπορία του προλεταριάτου και την τεράστια πλειοψηφία των εργαζομένων», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. XVI, σελ. 333) [5].

Ποια κοντινά ρεύματα σοσιαλιστικής σκέψης είχε ο Λένιν στο μυαλό του όταν έγραφε αυτές τις γραμμές; Τον Μαρτίνοφ ή τον Κούουζινεν; Ή τον Κασέν, τον Τέλμαν και τον Σμέραλ; Μήπως αυτοί του φάνηκαν σαν το «καλύτερο που υπήρχε στα παραπλήσια ρεύματα;». Πια άλλη τάση ήταν πλησιέστερη στον Μπολσεβικισμό πέρα από αυτήν που αντιπροσώπευα εγώ πάνω σε όλα τα θεμελιώδη ζητήματα, περιλαμβανομένου και του αγροτικού; Ακόμα και η Ρόζα Λούξεμπουργκ κοντοστάθηκε στην αρχή μπροστά στην αγροτική πολιτική της μπολσεβίκικης κυβέρνησης. Για μένα, ωστόσο, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Ήμουνα μαζί με τον Λένιν στο τραπέζι, όταν, με το μολύβι στο χέρι, σχεδίαζε τον αγροτικό του νόμο. Και η ανταλλαγή γνωμών μεταξύ μας δεν χρειάστηκε πάνω από καμιά δεκαριά σύντομες παρατηρήσεις που το νόημά τους ήταν περίπου το εξής: Το μέτρο είναι αντιφατικό, αλλά ιστορικά είναι απόλυτα αναπόφευκτο. Κάτω από το καθεστώς της προλεταριακής δικτατορίας και στην κλίμακα της παγκόσμιας επανάστασης, οι αντιφάσεις θα εξομαλυνθούν –χρειαζόμαστε μόνο χρόνο. Αν υπήρχε ένας βασικός ανταγωνισμός για το αγροτικό ζήτημα ανάμεσα στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης και της διαλεκτικής του Λένιν, πως τότε εξηγεί ο Ράντεκ το γεγονός ότι χωρίς να αποκηρύξω τις βασικές μου απόψεις για την πορεία της ανάπτυξης της επανάστασης, δεν σκόνταψα ούτε στο ελάχιστο πάνω στο αγροτικό ζήτημα το 1917, πράγμα που έκανε η πλειοψηφία της μπολσεβίκικης ηγεσίας εκείνη την εποχή; Πως εξηγεί ο Ράντεκ το γεγονός, ότι, μετά την Επανάσταση του Φλεβάρη, οι σημερινοί θεωρητικολόγοι και πολιτικάντηδες του αντι-Τροτσκισμού –οι Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Στάλιν, Ρίκοφ, Μόλοτοφ, κλπ.– υιοθέτησαν, ως τον τελευταίο, την αγοραία-δημοκρατική και όχι την προλεταριακή θέση; Και ακόμα: Για τι και για ποιον μιλούσε ο Λένιν όταν αναφερόταν στη συγχώνευση του Μπολσεβικισμού και των καλύτερων στοιχείων των μαρξιστικών ρευμάτων των πιο κοντινών σ’ αυτόν; Και δεν δείχνει αυτή η εκτίμηση, όπου ο Λένιν έκανε τον ισολογισμό των παλιών διαφορών, ότι οπωσδήποτε δεν έβλεπε δυο ασυμβίβαστες στρατηγικές γραμμές;

Ακόμα πιο αξιοσημείωτος είναι, απ’ αυτήν την άποψη, ο λόγος του Λένιν στις 1 (14) Νοέμβρη του 1917, στη σύνοδο της Επιτροπής της Πετρούπολης[6]. Εκεί συζητήθηκε το ζήτημα, αν πρέπει να γίνει μια συμφωνία με τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλ-Επαναστάτες. Οι υποστηρικτές ενός συνασπισμού προσπάθησαν ακόμα και εκεί –πολύ δειλά, βέβαια– να υπαινιχθούν τον «τροτσκισμό». Τι απάντησε ο Λένιν; «Όσο για ένα συμβιβασμό –δεν μπορώ ακόμα και να μιλήσω στα σοβαρά για κάτι τέτοιο. Από πολύ παλιά ο Τρότσκι είπε ότι η ενοποίηση είναι αδύνατη. Ο Τρότσκι το κατάλαβε αυτό και από τότε δεν υπάρχει καλύτερος μπολσεβίκος», [βλ. το υποκεφάλαιο 18 («Ντοκουμέντα που Χάθηκαν»), «Γράμμα στο Ίστπαρτ» στη Σταλινική Σχολή της Πλαστογραφίας (Το σημαντικό αυτό έργο του Τρότσκι ετοιμάζεται για έκδοση) –σ. τ. μ].

Δεν ήταν η διαρκής επανάσταση, αλλά ο συμφιλιωτισμός, σύμφωνα με την άποψη του Λένιν, που με χώριζε από τον Μπολσεβικισμό. Για να γίνω ο «καλύτερος Μπολσεβίκος», δεν χρειάστηκε, όπως βλέπουμε, παρά να καταλάβω το αδύνατο μιας συμφωνίας με το μενσεβικισμό.

Αλλά πως εξηγείται ο απότομος χαρακτήρας της στροφής του Ράντεκ ακριβώς στο ζήτημα της διαρκούς επανάστασης; Πιστεύω πως έχω ένα στοιχείο εξήγησης. Το 1916, όπως μαθαίνουμε από το άρθρο του, ο Ράντεκ συμφωνούσε με την «διαρκή επανάσταση». Αλλά η συμφωνία του ήταν με την ερμηνεία που της έδινε ο Μπουχάριν, σύμφωνα με την οποία η αστική επανάσταση στη Ρωσία είχε εκπληρωθεί –όχι μόνο ο επαναστατικός ρόλος της μπουρζουαζίας, και ο ιστορικός ρόλος του συνθήματος της δημοκρατικής δικτατορίας, αλλά και η αστική επανάσταση σαν τέτοια– και το προλεταριάτο έπρεπε επομένως να προχωρήσει στην κατάληψη της εξουσίας κάτω από μια καθαρά σοσιαλιστική σημαία. Ο Ράντεκ ερμήνευσε πολύ καθαρά τη θέση μου τότε, πάλι με τον μπουχαρινικό τρόπο. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε να δηλώσει την αλληλεγγύη του και με τον Μπουχάριν και με μένα ταυτόχρονα. Αυτό επίσης εξηγεί γιατί ο Λένιν πολέμησε ενάντια στον Μπουχάριν και τον Ράντεκ, με τον οποίο συνεργαζόταν, κάνοντάς τους να εμφανίζονται με το ψευδώνυμο Τρότσκι. (Ο Ράντεκ το παραδέχεται κι αυτό στο άρθρο του). Θυμάμαι επίσης ότι ο Μ. Ν. Ποκρόβσκι, ένας ομο-ιδεάτης του Μπουχάριν και ένας ακούραστος δημιουργός ιστορικών σχημάτων, που ήταν επιδέξια μεταμφιεσμένα σε μαρξιστικά, με ανησυχούσε στις συνομιλίες που είχα μαζί του στο Παρίσι, με την αμφίβολη «αλληλεγγύη» του σ αυτό το ζήτημα. Στην πολιτική, ο Ποκρόβσκι ήταν και παραμένει ένας αντι-Καντέ, που ειλικρινά πιστεύει ότι αυτό συνιστά τον Μπολσεβικισμό.

Στα 1924-25, ο Ράντεκ προφανώς ζούσε ακόμα με τις ιδεολογικές αναμνήσεις της μπουχαρινικής θέσης του 1916, που συνέχιζε να την ταυτίζει με τη δική μου. Πραγματικά, απογοητευμένος από την χωρίς ελπίδα αυτή θέση, ο Ράντεκ –στη βάση μιας φευγαλέας μελέτης των κειμένων του Λένιν– όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, διέγραψε ένα τόξο 180 μοιρών ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου. Αυτό είναι εντελώς πιθανό, γιατί είναι χαρακτηριστικό. Έτσι, ο Μπουχάριν, που στα 1923-25 γύρισε τα μέσα έξω, δηλαδή, μετάτρεψε τον εαυτό του από έναν άκρο-αριστερό σε ένα οπορτουνιστή, μόνιμα αποδίδει σε μένα το δικό του ιδεολογικό παρελθόν, που το πλασάρει σαν «τροτσκισμό». Στην πρώτη περίοδο της εκστρατείας ενάντιά μου, όταν ακόμα αναγκαζόμουν κάπου-κάπου να διαβάζω τα άρθρα του Μπουχάριν, συχνά αναρωτιόμουνα: από που το έβγαλε αυτό; –αλλά σύντομα μάντεψα ότι είχε ρίξει μια ματιά στο δικό του χθεσινό ημερολόγιο. Και τώρα διερωτούμαι αν δεν βρίσκεται το ίδιο ψυχολογικό θεμέλιο στο βάθος της μεταστροφής του Ράντεκ, από τον Παύλο της διαρκούς επανάστασης στον Σαούλ της. Δεν τολμώ να επιμείνω πάνω σ’ αυτήν την υπόθεση. Αλλά δεν μπορώ να βρω άλλη εξήγηση.

Πάντως, όπως λένε οι Γάλλοι: το κρασί, μια και το σερβίρεις, πρέπει να το πιεις. Αναγκαζόμαστε να αναλάβουμε μια μακριά αναδρομή στην περιοχή των παλιών αποσπασμάτων. Έχω ελαττώσει τον αριθμό τους όσο ήταν κατορθωτό. Ωστόσο, υπάρχουν ακόμα πολλά απ’ αυτά. Ας με δικαιώσει το γεγονός ότι, από την αρχή μέχρι το τέλος, παλεύω να βρω μέσα στο αναγκαστικό σκάλισμα αυτών των παλιών αποσπασμάτων, τα νήματα που συνδέουν με τα καυτά ζητήματα του σήμερα.

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————

[1]. Αυτή η πρόβλεψη έχει στο μεταξύ επαληθευτεί –Λ. Τ.

[2]. Ο Τρότσκι κάνει εδώ ένα λογοπαίγνιο με τη ρωσική λέξη ekzekutor, που σημαίνει και εκτελεστής και οδηγητής, ταξιθέτης –(σ. τ. μ.).

[3]. Το 1909, ο Λένιν πράγματι παράθεσε κομμάτια από την μπροσούρα μου «Αποτελέσματα και Προοπτικές» σε ένα άρθρο πολεμικής ενάντια στον Μάρτοφ. Ωστόσο, δεν θα ήταν δύσκολο να αποδείξει κανείς ότι ο Λένιν πήρε τα τσιτάτα από δεύτερο χέρι, δηλαδή, από τον ίδιο τον Μάρτοφ. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να εξηγήσει κανείς ορισμένες από τις αντιρρήσεις του που κατευθύνονται σε μένα και που βασίζονται σε προφανείς παρανοήσεις. Το 1919, ο Κρατικός Εκδοτικός Οίκος έκδωσε το έργο μου «Αποτελέσματα και Προοπτικές» σε μπροσούρα. Η σημείωση στην πλήρη έκδοση των έργων του Λένιν, ότι η θεωρία της διαρκούς επανάστασης είναι «τώρα», μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ιδιαίτερα αξιόλογη, χρονολογείται από την ίδια περίπου περίοδο. Διάβασε ο Λένιν το βιβλίο μου «Αποτελέσματα και Προοπτικές» το 1919, ή απλά του έριξε μια ματιά; Γι’ αυτό δεν μπορώ να πω τίποτε το οριστικό. Τότε, ταξίδευα συνεχώς, ερχόμουν στη Μόσχα μόνο για λίγες μέρες και κατά τη διάρκεια των συναντήσεών μου με τον Λένιν εκείνη την περίοδο –στο αποκορύφωμα του εμφυλίου πολέμου– οι φραξιονιστικές θεωρητικές αναμνήσεις ποτέ δεν έρχονταν στο μυαλό μας. Αλλά, εκείνη ακριβώς την περίοδο, ο Α.Α.Γιόφε μίλησε με τον Λένιν για τη θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης. Ο Γιόφε αναφέρεται σ’ αυτήν τη συζήτηση στο αποχαιρετιστήριο γράμμα που μου έγραψε πριν το θάνατό του, («Η Ζωή μου», σελίδες 507-508). Μπορεί ο ισχυρισμός του Α.Α.Γιόφε να ερμηνευτεί ότι σημαίνει πως ο Λένιν το 1919 γνώρισε για πρώτη φορά το «Αποτελέσματα και Προοπτικές» και αναγνώρισε την ορθότητα της ιστορικής πρόγνωσης που περιείχε; Γι’ αυτό το πράγμα μπορώ να κάνω μόνο ψυχολογικές υποθέσεις. Η δύναμη της πειστικότητας αυτών των υποθέσεων εξαρτάται από την αξιολόγηση του πυρήνα του ίδιου του αμφισβητούμενου ζητήματος. Οι λέξεις του Α.Α.Γιόφε, ότι ο Λένιν έκρινε την πρόγνωσή μου σαν σωστή, πρέπει να φαίνεται ακατανόητη, σε έναν άνθρωπο που μεγάλωσε με τη θεωρητική μαργαρίνη της μετά-λενινιστικής εποχής. Από την άλλη μεριά, όποιος και αν εξετάζει την εξέλιξη των ιδεών του Λένιν σε συσχετισμό με την ανάπτυξη της ίδια της επανάστασης, θα καταλάβει ότι ο Λένιν, στα 1919, έπρεπε να κάνει –δεν μπορούσε να μην κάνει– μια νέα εκτίμηση της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης, διαφορετική από εκείνη που είχε κάνει πρόχειρα, περιστασιακά και συχνά με έκδηλες αντιφάσεις, σε διάφορες στιγμές πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, στη βάση απομονωμένων αποσπασμάτων, χωρίς μια εξέταση της θέσης μου σαν όλο. Για να επιβεβαιώσει σαν σωστή την πρόγνωσή μου το 1919, ο Λένιν δεν χρειάστηκε να αντιπαραθέσει τη θέση μου στη δική του. Του ήταν αρκετό να μελετήσει και τις δυο θέσεις στην ιστορική τους ανάπτυξη. Δεν χρειάζεται, να επαναλάβω εδώ ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο που ο Λένιν έδινε πάντοτε στη θέση του της «δημοκρατικής δικτατορίας», και που απόρρεε λιγότερο από μια υποθετική φόρμουλα παρά από μια ανάλυση των πραγματικών αλλαγών στις ταξικές σχέσεις –ότι αυτό το τακτικό και οργανωτικό περιεχόμενο πέρασε μια για πάντα στα κατάστιχα της ιστορίας σαν ένα κλασικό υπόδειγμα επαναστατικού ρεαλισμού. Σ’ όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, σίγουρα σ’ όλες τις σημαντικές περιπτώσεις, όπου ήρθα σε αντίθεση με τον Λένιν σε ζητήματα τακτικής ή οργάνωσης, το δίκιο ήταν με το μέρος του Λένιν. Να γιατί ακριβώς δεν με ενδιέφερε να υποστηρίξω την παλιά ιστορική μου πρόγνωση, αφού η υπόθεση φαινόταν ότι δεν αφορά παρά μόνο ιστορικές αναμνήσεις. Αναγκάστηκα να γυρίσω σ’ αυτό το ζήτημα μόνο τη στιγμή που η κριτική των επιγόνων για τη θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης, όχι μόνο άρχισε να τρέφει τη θεωρητική αντίδραση σ’ ολόκληρη τη Διεθνή, αλλά και μετατράπηκε σε ένα μέσο άμεσου σαμποταρίσματος της Κινέζικης Επανάστασης –Λ.Τ.

[4]. «Η Νέα Φράξια των Συμφιλιωτών ή οι Ενάρετοι», ( τόμ. 20, σελ. 345, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).

[5]. «Χαιρετισμός στους Ιταλούς, Γάλλους και Γερμανούς Κομμουνιστές», (τόμ. 39, σελ. 216, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).

[6]. Όπως είναι γνωστό, τα ογκώδη πρακτικά αυτής της ιστορικής συνόδου απαλείφθηκαν από το Βιβλίο της Επετείου (της Επανάστασης) με ειδική εντολή του Στάλιν και μέχρι σήμερα έχουν αποκρυφτεί από το Κόμμα –Λ.Τ.