Η Διαρκής Επανάσταση
3. ΤΡΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
ΤΗΣ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ»:
ΟΙ ΤΑΞΕΙΣ, ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ
ΚΑΙ Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ
Η διαφορά ανάμεσα στη «διαρκή» και τη λενινιστική άποψη εκφράστηκε πολιτικά στην αντιπαράθεση του συνθήματος της δικτατορίας του προλεταριάτου που στηρίζεται στην αγροτιά, στο σύνθημα της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Η διαμάχη δεν αφορούσε το αν μπορούσαμε να πηδήξουμε πάνω από το αστικό δημοκρατικό στάδιο και αν ήταν αναγκαία μια συμμαχία ανάμεσα στους εργάτες και τους αγρότες –αφορούσε τον πολιτικό μηχανισμό της συνεργασίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς στη δημοκρατική επανάσταση.
Με πολύ αλαζονεία, για να μην πούμε ελαφρότητα, ο Ράντεκ ισχυρίζεται ότι μόνο εκείνοι «που δεν έχουν σκεφτεί μέχρι το τέλος την πολύπλοκη μέθοδο του μαρξισμού και του λενινισμού» θα μπορούσαν να θέσουν το ζήτημα της πολιτικο-κομματικής έκφρασης της δημοκρατικής δικτατορίας, ενώ ο Λένιν είχε αναγάγει το όλο ζήτημα σε ζήτημα συνεργασίας των δύο τάξεων σε ιστορικά αντικειμενικά καθήκοντα. Όχι, δεν είναι καθόλου έτσι.
Αν, στο δοσμένο ζήτημα, αφαιρέσουμε τον εαυτό μας από τον υποκειμενικό παράγοντα της επανάστασης: τα κόμματα και τα προγράμματά τους –την πολιτική και οργανωτική μορφή της συνεργασίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς– τότε θα εξαφανιστούν κι όλες οι διαφορές, όχι μόνο ανάμεσα στον Λένιν και σε μένα, που σημάδεψαν δυο αποχρώσεις της ίδιας επαναστατικής πτέρυγας, αλλά και οι διαφορές, κι αυτό είναι πολύ χειρότερο, ανάμεσα στον Μπολσεβικισμό και τον Μενσεβικισμό και, τελικά, οι διαφορές ανάμεσα στη ρωσική επανάσταση του 1905 και τις επαναστάσεις του 1848 κι ακόμα του 1789, στο βαθμό που μπορεί κανείς να μιλάει για προλεταριάτο σ’ ότι αφορά την τελευταία. Όλες οι αστικές επαναστάσεις βασίστηκαν στη συνεργασία των καταπιεσμένων της πόλης και της υπαίθρου. Και είναι ακριβώς αυτό που έδωσε στις επαναστάσεις σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, έναν εθνικό χαρακτήρα, δηλαδή, έναν χαρακτήρα που αγκαλιάζει ολόκληρο το λαό.
Η θεωρητική όπως και η πολιτική διαμάχη ανάμεσά μας, δεν αφορούσε τη συνεργασία των εργατών και των αγροτών σαν τέτοια, αλλά το πρόγραμμα αυτής της συνεργασίας, τις κομματικές μορφές της και τις πολιτικές μέθοδές της. Στις παλιές επαναστάσεις, οι εργάτες και οι αγρότες «συνεργάστηκαν» κάτω από την ηγεσία της φιλελεύθερης μπουρζουαζίας ή της μικροαστικής δημοκρατικής πτέρυγάς της. Η Κομμουνιστική Διεθνής επανέλαβε την εμπειρία των παλιών επαναστάσεων σε μια νέα ιστορική κατάσταση, κάνοντας ό,τι μπορούσε για να υποτάξει τους κινέζους εργάτες και αγρότες στην πολιτική ηγεσία του εθνικο-φιλελεύθερου Τσιαγκ Κάι-σεκ και αργότερα του «δημοκράτη» Βαγκ Τσιγκ-βέι. Ο Λένιν έθετε το ζήτημα μιας συμμαχίας των εργατών και των αγροτών σε ασυμφιλίωτη αντίθεση με τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία. Μια τέτοια συμμαχία δεν είχε ποτέ πριν υπάρξει στην Ιστορία. Επρόκειτο, σ’ ότι αφορά τη μέθοδό του, για ένα νέο πείραμα στη συνεργασία των καταπιεσμένων τάξεων της πόλης και της υπαίθρου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το ζήτημα των πολιτικών μορφών της συνεργασίας τιθόταν για πρώτη φορά. Αυτό ο Ράντεκ απλά το παραβλέπει. Κι είναι γι’ αυτό που μας οδηγεί όχι μόνο πιο πίσω από τη φόρμουλα της διαρκούς επανάστασης, αλλά και πίσω από τη «δημοκρατική δικτατορία» του Λένιν –σε μια κενή ιστορική αφαίρεση.
Ναι, για πολλά χρόνια ο Λένιν αρνιόταν να προδικάσει το ζήτημα με τι θα έμοιαζε η πολιτικο-κομματική και κρατική οργάνωση της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς, και έσπρωξε στο προσκήνιο τη συνεργασία των δύο αυτών τάξεων, ενάντια σ’ έναν συνασπισμό με τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία. Ο Λένιν έλεγε: σ’ ένα ορισμένο ιστορικό στάδιο, προκύπτει αναπόφευκτα απ’ ολόκληρη την αντικειμενική κατάσταση, η επαναστατική συμμαχία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς για τη λύση των καθηκόντων της δημοκρατικής επανάστασης. Η αγροτιά θα είναι ικανή να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο κόμμα και θα πετύχει να το κάνει αυτό; Αυτό το κόμμα θα αποτελεί την πλειοψηφία ή τη μειοψηφία στην κυβέρνηση της δικτατορίας; Ποιό θα είναι το ειδικό βάρος των προλεταριακών αντιπροσώπων στην επαναστατική κυβέρνηση; Κανένα απ’ αυτά τα ερωτήματα δεν επιτρέπει μια a priori απάντηση. «Η εμπειρία θα το δείξει!». Στο βαθμό που η φόρμουλα της δημοκρατικής δικτατορίας άφηνε μισάνοιχτο το ζήτημα του πολιτικού μηχανισμού της συμμαχίας των εργατών και των αγροτών, έμενε, μέχρι ένα σημείο –χωρίς να μετατρέπεται, με κανέναν τρόπο στη στείρα αφαίρεση του Ράντεκ– μια αλγεβρική φόρμουλα, που επέτρεπε, στο μέλλον, πολιτικές ερμηνείες εξαιρετικά διαφορετικές.
Επιπλέον, ο ίδιος ο Λένιν δεν σκεπτόταν καθόλου ότι το ζήτημα θα το εξαντλούσε η ταξική βάση της δικτατορίας και οι αντικειμενικοί ιστορικοί στόχοι της. Ο Λένιν καταλάβαινε πολύ καλά, και το δίδαξε αυτό σε όλους μας, τη σπουδαιότητα του υποκειμενικού παράγοντα –τους σκοπούς, τη συνειδητή μέθοδο, το Κόμμα. Και γι’ αυτό ο Λένιν σχολιάζοντας το σύνθημά του δεν αρνήθηκε καθόλου την κατά προσέγγιση, υποθετική πρόβλεψη σ’ ότι αφορά τις πολιτικές μορφές που θα μπορούσε να πάρει η πρώτη ανεξάρτητη συμμαχία των εργατών και αγροτών στην Ιστορία. Όμως η προσέγγιση του Λένιν σ’ αυτό το ζήτημα, σε διάφορες εποχές, κάθε άλλο παρά ήταν μια και η ίδια. Τη σκέψη του Λένιν δεν πρέπει να την πάρουμε δογματικά, αλλά ιστορικά. Ο Λένιν δεν κατέβασε τελειωμένες εντολές από το όρος Σινά, αλλά σφυρηλάτησε ιδέες και συνθήματα που να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, κάνοντάς τα συγκεκριμένα και ακριβή, και γεμίζοντάς τα με διαφορετικό περιεχόμενο στις διάφορες περίοδες. Αλλά, αυτή την πλευρά του ζητήματος, που στη συνέχεια απόκτησε έναν αποφασιστικό χαρακτήρα και έφερε το Μπολσεβίκικο Κόμμα, στις αρχές του 1917, στο χείλος ενός σχίσματος, ο Ράντεκ δεν την έχει μελετήσει καθόλου. Απλά την έχει αγνοήσει.
Είναι, ωστόσο, γεγονός ότι ο Λένιν δεν χαρακτήριζε πάντοτε με τον ίδιο τρόπο την πιθανή πολιτικο-κομματική έκφραση και την κυβερνητική μορφή της συμμαχίας των δύο τάξεων, και απόφευγε να δεσμεύσει το Κόμμα μ’ αυτές τις υποθετικές ερμηνείες. Ποιοί είναι οι λόγοι αυτής της σύνεσης; Οι λόγοι πρέπει να αναζητηθούν στο γεγονός ότι η αλγεβρική αυτή φόρμουλα περιέχει μια ποσότητα, γιγάντια σε σπουδαιότητα, αλλά εξαιρετικά απροσδιόριστη πολιτικά: την αγροτιά.
Δεν θέλω να παραθέσω παρά μερικά παραδείγματα των ερμηνειών που έδινε ο Λένιν στη δημοκρατική δικτατορία, με την επιφύλαξη ότι για μια σφαιρική παρουσίαση της εξέλιξης της σκέψης του Λένιν σε αυτό το ζήτημα θα χρειαζόταν ένα χωριστό έργο.
Αναπτύσσοντας την ιδέα ότι το προλεταριάτο και η αγροτιά θα είναι η βάση της δικτατορίας, ο Λένιν έγραφε τον Μάρτη του 1905:
«Και μια τέτοια σύνθεση στην κοινωνική βάση της πιθανής και επιθυμητής επαναστατικής-δημοκρατικής δικτατορίας θα έχει, φυσικά την αντανάκλασή της στη σύνθεση της επαναστατικής κυβέρνησης. Με μια τέτοια σύνθεση η συμμετοχή ή ακόμα η επικράτηση των πιο ανόμοιων εκπροσώπων της επαναστατικής δημοκρατίας σε μια τέτοια κυβέρνηση θα είναι αναπόφευκτη», (Ν.Λένιν: «Άπαντα», τόμ. VI, σελ. 132 –η υπογράμμιση είναι δική μου –Λ.Τ.)[1].
Μ’ αυτά τα λόγια, ο Λένιν δεν δείχνει μονάχα την ταξική βάση, αλλά και σκιαγραφεί μια ιδιαίτερη κυβερνητική μορφή της δικτατορίας με μια πιθανή επικράτηση των εκπροσώπων της μικροαστικής δημοκρατίας.
Το 1907, ο Λένιν έγραφε:
«Για να είναι νικηφόρα, η “αγροτική επανάσταση των χωρικών” για την οποία μιλάτε κύριοι, πρέπει, σαν τέτοια, σαν επανάσταση των χωρικών, να κατακτήσει την κεντρική εξουσία ολόκληρου του κράτους», (Ν.Λένιν: «Άπαντα», τόμ. ΙΧ, σελ. 539)[2].
Αυτή η φόρμουλα πάει ακόμα πιο μακριά. Μπορεί να κατανοηθεί με την έννοια ότι η επαναστατική εξουσία πρέπει να συγκεντρωθεί άμεσα στα χέρια της αγροτιάς. Αλλά αυτή η φόρμουλα αγκαλιάζει, επίσης, στην πιο πλατιά ερμηνεία που της έδωσε η ίδια η πορεία της εξέλιξης, την Επανάσταση του Οκτώβρη, που έφερε στην εξουσία το προλεταριάτο σαν τον «Πράκτορα» της αγροτικής επανάστασης. Τέτοιο είναι το πλάτος των πιθανών ερμηνειών της φόρμουλας της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Μπορούμε να δεχτούμε ότι, μέχρι ένα ορισμένο σημείο, η δυνατή της πλευρά βρισκόταν σ’ αυτόν τον αλγεβρικό χαρακτήρα, αλλά και οι κίνδυνοι, που, σε μας, εκδηλώθηκαν αρκετά παραστατικά μετά τον Φλεβάρη και που, στην Κίνα, οδήγησαν στην καταστροφή, βρίσκονταν επίσης εκεί.
Τον Ιούλη του 1905, ο Λένιν έγραφε:
«Κανείς δεν μιλάει για το πάρσιμο της εξουσίας από το Κόμμα –μιλάμε μόνο για συμμετοχή, κι όσο γίνεται περισσότερο, για ηγετική συμμετοχή στην επανάσταση», (Ν.Λένιν: «Άπαντα», τόμ. VI, σελ. 228)[3].
Το Δεκέμβρη του 1906 ο Λένιν θεώρησε δυνατό να συμφωνήσει με τον Κάουτσκι στο ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας από το Κόμμα:
«Ο Κάουτσκι όχι μόνο θεωρεί “σαν πολύ πιθανό” ότι “η νίκη στην πορεία της επανάστασης θα είναι του Σοσιαλ-Δημοκρατικού Κόμματος”, αλλά και δηλώνει ότι είναι καθήκον των Σοσιαλδημοκρατών “να ενσταλάξουν στους οπαδούς τους τη βεβαιότητα της νίκης”, γιατί δεν μπορεί κανείς να παλέψει με επιτυχία αν από τα πριν έχει αρνηθεί τη νίκη», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος VIII, σελ. 58)[4].
Η απόσταση ανάμεσα στις δύο αυτές ερμηνείες που δίνει ο ίδιος ο Λένιν δεν είναι μικρότερη από την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στις διατυπώσεις του Λένιν και τις δικές μου. Αυτό θα το δούμε πιο καθαρά παρακάτω. Εδώ θα περιοριστούμε στο να θέσουμε το ερώτημα: τί σημαίνουν αυτές οι αντιφάσεις στα γραφτά του Λένιν; Αντανακλούν τον ίδιο πάντα «μεγάλο άγνωστο» στην πολιτική φόρμουλα της επανάστασης: την αγροτιά. Δεν είναι χωρίς σημασία που οι ριζοσπάστες στοχαστές αναφέρουν πότε πότε τον αγρότη σαν την Σφίγγα της ρωσικής Ιστορίας. Το ζήτημα της φύσης της επαναστατικής δικτατορίας –είτε το θέλει είτε όχι ο Ράντεκ– είναι αδιάσπαστα δεμένο με τη δυνατότητα του σχηματισμού ενός επαναστατικού αγροτικού κόμματος που θα είναι εχθρικό στη φιλελεύθερη μπουρζουαζία και ανεξάρτητο από το προλεταριάτο. Δεν είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς την αποφασιστική σημασία αυτού του ζητήματος. Αν η αγροτιά ήταν ικανή να δημιουργήσει το δικό της ανεξάρτητο κόμμα στην εποχή της δημοκρατικής επανάστασης, τότε η δημοκρατική δικτατορία θα ήταν πραγματοποιήσιμη με την έννοια την πιο άμεση και την πιο αληθινή του όρου, και το ζήτημα της συμμετοχής της προλεταριακής μειοψηφίας στην επαναστατική κυβέρνηση θα είχε μια μεγάλη, αυτό είναι αλήθεια, αλλά δευτερεύουσα σημασία. Τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά αν ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι, η αγροτιά, λόγω της ενδιάμεσης θέσης της και της ετερογενούς κοινωνικής της σύνθεσης, δεν μπορεί ούτε να έχει μια ανεξάρτητη πολιτική ούτε να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο κόμμα, αλλά είναι υποχρεωμένη, στην επαναστατική εποχή, να διαλέξει ανάμεσα στην πολιτική της μπουρζουαζίας και την πολιτική του προλεταριάτου. Μονάχα αυτή η εκτίμηση της πολιτικής φύσης της αγροτιάς ανοίγει μπροστά μας την προοπτική μιας δικτατορίας του προλεταριάτου που να απορρέει άμεσα από τη δημοκρατική επανάσταση. Όλα αυτά, βέβαια, δεν σημαίνουν καθόλου «άρνηση», «αγνόηση» ή «υποτίμηση» της αγροτιάς. Δεν θα μπορούσε μάλιστα κανείς, ούτε καν να μιλήσει για δικτατορία του προλεταριάτου στη Ρωσία, αν το αγροτικό ζήτημα δεν είχε αποκτήσει μια αποφασιστική σπουδαιότητα για τη ζωή ολόκληρης της κοινωνίας, και αν η αγροτική επανάσταση δεν είχε πάρει ένα τέτοιο βάθος και μια τόσο γιγάντια ορμή. Αλλά το γεγονός ότι η αγροτική επανάσταση δημιούργησε τους όρους για τη δικτατορία του προλεταριάτου είναι απόρροια της ανικανότητας της αγροτιάς να λύσει το ιστορικό πρόβλημά της με τις δικές της δυνάμεις και κάτω από τη δική της ηγεσία. Στις σημερινές συνθήκες στις αστικές χώρες, ακόμα και στις καθυστερημένες, στο βαθμό που ήδη έχουν μπει στην εποχή της καπιταλιστικής βιομηχανίας και έχουν δεθεί σ’ ένα ενιαίο όλο, με τον σιδηρόδρομο και με τον τηλέγραφο –κι αυτό ισχύει όχι μόνο για τη Ρωσία, αλλά και για την Κίνα και την Ινδία– η αγροτιά είναι ακόμα λιγότερο ικανή απ’ όσο ήταν στην εποχή των παλιών αστικών επαναστάσεων να παίξει έναν ηγετικό, ή ακόμα και απλά έναν ανεξάρτητο πολιτικό ρόλο. Το γεγονός ότι πάντα επέμενα σ’ αυτή την ιδέα, που συνιστά ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης, έχει επίσης προσφέρει ένα εντελώς ανεπαρκές και, στην ουσία, απόλυτα αστήριχτο πρόσχημα για να με κατηγορήσουν ότι υποτιμώ την αγροτιά.
Ποιά ήταν η άποψη του Λένιν πάνω στο ζήτημα του αγροτικού κόμματος; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα απαιτούσε επίσης μια περιεκτική θεώρηση της εξέλιξης των ιδεών του Λένιν πάνω στη ρωσική επανάσταση ανάμεσα στο 1905 και το 1917. Εδώ θα περιοριστούμε σε δυο αποσπάσματα.
Το 1907 ο Λένιν έγραφε:
«Είναι δυνατό... οι αντικειμενικές δυσκολίες μιας πολιτικής ενοποίησης της μικρομπουρζουαζίας να εμποδίσουν το σχηματισμό ενός τέτοιου κόμματος, έτσι που η αγροτική δημοκρατία να μείνει για πολύ καιρό ακόμα στην τωρινή της κατάσταση της άμορφης, της ασχημάτιστης, της πολτώδους “εργατιστικής”[5] μάζας», (Ν.Λένιν: «Άπαντα», τόμ. VIII, σελ. 494)[6].
Το 1909, ο Λένιν εκφράστηκε διαφορετικά πάνω στο ίδιο θέμα:
«Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι μια επανάσταση, που φτάνει... σ’ έναν τόσο υψηλό βαθμό ανάπτυξης σαν την επαναστατική δικτατορία, θα δημιουργήσει ένα αγροτικό επαναστατικό κόμμα καλύτερα συγκροτημένο και πιο δυνατό. Το να σκεφτούμε διαφορετικά σημαίνει να υποθέσουμε ότι ορισμένα σπουδαία όργανα ενός ενήλικα μπορεί να παραμείνουν σε νηπιακή κατάσταση όσον αφορά το μέγεθός τους, το σχήμα τους και το βαθμό ανάπτυξής τους», (Ν.Λένιν: «Άπαντα», τόμ. ΧΙ, μέρ. Ι, σελ. 230)[7].
Αυτή η υπόθεση επιβεβαιώθηκε; Όχι, δεν επιβεβαιώθηκε. Αλλά ήταν αυτό ακριβώς που έσπρωχνε τον Λένιν, μέχρι τη στιγμή της πλήρους ιστορικής της επαλήθευσης, να δίνει μια αλγεβρική απάντηση στο ζήτημα της επαναστατικής κυβέρνησης. Βέβαια, ο Λένιν δεν έθεσε ποτέ την υποθετική φόρμουλά του πάνω από την πραγματικότητα. Η πάλη για το ανεξάρτητο πολιτικό κόμμα του προλεταριάτου αποτελούσε το κύριο περιεχόμενο της ζωής του. Οι θλιβεροί επίγονοι, όμως, στο τρέξιμό τους πίσω από ένα αγροτικό κόμμα, καταλήξανε στην υποταγή των κινέζων εργατών στο Κουόμινταγκ, στο στραγγάλισμα του κομμουνισμού στην Ινδία στο όνομα του «Εργατο-Αγροτικού Κόμματος», στο επικίνδυνο παραμύθι της Διεθνούς των Χωρικών, στη μασκαράτα της Αντιιμπεριαλιστικής Ένωσης, κλπ. Η κυριαρχούσα επίσημη σκέψη σήμερα δεν κάνει τον κόπο να σταματήσει στις αντιφάσεις του Λένιν που αναφέρθηκαν πιο πάνω –αντιφάσεις που ενμέρει είναι εξωτερικές και φαινομενικές ενμέρει πραγματικές, αλλά που πάντα πηγάζουν από το ίδιο το πρόβλημα. Τώρα, που άρχισε να προβάλει ένα ειδικό είδος «Κόκκινων» καθηγητών ανάμεσά μας, που συχνά διαφέρουν από τους παλιούς αντιδραστικούς καθηγητές, όχι από τη λιγότερο ευλύγιστη ραχοκοκαλιά τους, αλλά από τη βαθύτερη αμάθειά τους, κλαδεύουν προφεσόρικα τον Λένιν, καθαρίζοντάς τον απ’ όλες τις αντιφάσεις, δηλαδή από τη δυναμική της σκέψης του, τυλίγουν σε χωριστά καρούλια τυποποιημένα αποσπάσματά του και θέτουν στην κυκλοφορία τη μια ή την άλλη «σειρά», σύμφωνα με τις απαιτήσεις της «δοσμένης στιγμής».
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ούτε για μια στιγμή ότι τα προβλήματα της επανάστασης σε μια πολιτικά «παρθένα» χώρα έγιναν οξύτατα ύστερα από ένα μεγάλο ιστορικό διάλειμμα, ύστερα από μια μακριά περίοδο αντίδρασης στην Ευρώπη και σ’ ολόκληρο τον κόσμο, και γι’ αυτόν και μόνο το λόγο εμπεριείχαν πολλά άγνωστα στοιχεία. Με τη φόρμουλα της δημοκρατικής δικτατορίας των εργατών και αγροτών, ο Λένιν έκφρασε την ιδιορρυθμία των κοινωνικών συνθηκών στη Ρωσία. Έδωσε διάφορες ερμηνείες στη φόρμουλά του, αλλά δεν την απόρριψε μέχρι να εξετάσει ως το τέλος τις ιδιαίτερες συνθήκες της επανάστασης στη Ρωσία. Πού βρισκόταν αυτή η ιδιορρυθμία;
Ο γιγάντιος ρόλος του αγροτικού ζητήματος και του ζητήματος των χωρικών γενικά, σαν το έδαφος ή το υπέδαφος όλων των άλλων προβλημάτων, και ο μεγάλος αριθμός των χωρικών διανοουμένων και των διανοουμένων που συμπαθούσαν την αγροτιά, με την ναρόντνικη ιδεολογία τους, με τις «αντικαπιταλιστικές» παραδόσεις τους και το επαναστατικό ατσάλωμά τους –όλα αυτά στο σύνολό τους σήμαιναν ότι αν ένα αντι-αστικό επαναστατικό αγροτικό κόμμα ήταν καθόλου δυνατό, τότε, αυτό θα ήταν δυνατό ακριβώς και πριν απ’ όλα στη Ρωσία.
Και πραγματικά, στην προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα αγροτικό κόμμα ή ένα κόμμα εργατών και αγροτών –που να διαφέρει από ένα φιλελεύθερο ή από ένα προλεταριακό κόμμα– έχει δοκιμαστεί, στη Ρωσία, κάθε δυνατή πολιτική παραλλαγή, τόσο η παράνομη και η κοινοβουλευτική, όσο και ο συνδυασμός των δυο τους: η «Zemlya i Volya» («Γη και Ελευθερία»), η «Narodnaya Volya» («Θέληση του Λαού»), ο «Cherny Perentel» («Μαύρος Αναδασμός»), οι νόμιμοι «Narodnichestvo» («Λαϊκιστές»), οι «Σοσιαλεπαναστάτες», οι «Λαϊκοί Σοσιαλιστές», οι «Τρουντόβικι» οι «Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες», κλπ., κλπ. Για μισό αιώνα είχαμε, κατά κάποιο τρόπο, ένα πελώριο εργαστήρι για τη δημιουργία ενός «αντικαπιταλιστικού» αγροτικού κόμματος με μια ανεξάρτητη θέση απέναντι στο προλεταριακό κόμμα. Όπως καλά ξέρουμε, το πείραμα του Σοσιαλεπαναστατικού Κόμματος πήρε τις μεγαλύτερες διαστάσεις: το 1917, το Κόμμα αυτό έγινε, για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, το Κόμμα της συντριπτικής πλειοψηφίας των αγροτών. Αλλά ποιά ήταν τα αποτελέσματα; Το κόμμα αυτό χρησιμοποίησε τις θέσεις του μόνο για να προδώσει πέρα για πέρα την αγροτιά στη φιλελεύθερη μπουρζουαζία. Οι σοσιαλεπαναστάτες συνασπίστηκαν με τους ιμπεριαλιστές της Αντάντ και μαζί μ’ αυτούς διεξάγανε μια ένοπλη πάλη ενάντια στο προλεταριάτο της Ρωσίας.
Το πραγματικά κλασικό αυτό πείραμα αποδείχνει ότι τα μικροαστικά κόμματα που βασίζονται στην αγροτιά είναι ακόμα ικανά να διατηρήσουν μια όψη ανεξάρτητης πολιτικής στη διάρκεια των ήρεμων περιόδων της Ιστορίας όταν στην ημερήσια διάταξη τίθενται δευτερεύοντα ζητήματα. Αλλά, μόλις η επαναστατική κρίση της κοινωνίας θέσει στην ημερήσια διάταξη τα θεμελιώδη προβλήματα της ιδιοκτησίας, το μικροαστικό «αγροτικό» κόμμα γίνεται αυτόματα ένα όπλο της μπουρζουαζίας κατευθυνόμενο ενάντια στο προλεταριάτο.
Αν αναλύσει κανείς τις παλιές μου διαφορές με τον Λένιν στο φως μιας σωστής ιστορικής προοπτικής κι όχι στο επίπεδο των παραθέσεων, των αδιάκριτα αποσπασμένων από αυτόν ή εκείνον το χρόνο, το μήνα και τη μέρα, τότε θα καταλάβει ότι, τουλάχιστον για μένα, η διαμάχη δεν ήταν για το αν μια συμμαχία του προλεταριάτου με την αγροτιά ήταν απαραίτητη για τη λύση των δημοκρατικών καθηκόντων, αλλά για το ποια κομματική-πολιτική και κρατική μορφή μπορούσε να πάρει η επαναστατική συνεργασία του προλεταριάτου και της αγροτιάς και ποιες μπορούσε να είναι οι συνέπειες της για την παραπέρα ανάπτυξη της επανάστασης. Δεν μιλάω, φυσικά, παρά για τις θέσεις μου, και όχι για τις θέσεις του Μπουχάριν και του Ράντεκ εκείνη την εποχή για τις οποίες οι ίδιοι πρέπει να δώσουν λόγο.
Μια απλή αντιπαραβολή θα δείξει παραστατικά πόσο κοντά ήταν η φόρμουλα της διαρκούς επανάστασης με τη φόρμουλα του Λένιν. Το καλοκαίρι του 1905, δηλαδή πριν τη γενική απεργία του Οκτώβρη και το ξεσήκωμα του Δεκέμβρη στη Μόσχα, έγραφα στον πρόλογο μιας από τις ομιλίες του Λασάλ:
«Είναι ολοφάνερο ότι το προλεταριάτο εκπληρώνει την αποστολή του στηριζόμενο, όπως το έκανε άλλοτε η μπουρζουαζία, πάνω στην αγροτιά και στη μικρομπουρζουαζία των πόλεων. Το προλεταριάτο ηγείται της υπαίθρου, την τραβάει μέσα στο κίνημα, την κάνει να ενδιαφέρεται για την επιτυχία των σχεδίων του. Το προλεταριάτο, όμως, παραμένει αναπόφευκτα ο ηγέτης. Αυτό δεν είναι “η δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς”, είναι η δικτατορία του προλεταριάτου που στηρίζεται πάνω στην αγροτιά»[8], (Λ.Τρότσκι: Το 1905, σελ. 281).
Συγκρίνετε τώρα αυτό το κείμενο, που γράφτηκε το 1905 και παρατίθεται στο πολωνέζικο άρθρο μου του 1909, με το παρακάτω κείμενο του Λένιν, που γράφτηκε κι αυτό το 1909, αμέσως μετά τη Συνδιάσκεψη του Κόμματος που, κάτω από την πίεση της Ρόζας Λούξεμπουργκ, αντικατάστησε την παλιά μπολσεβίκικη φόρμουλα με τη φόρμουλα: «Η δικτατορία του προλεταριάτου που στηρίζεται πάνω στην αγροτιά». Ο Λένιν απάντησε τότε στους μενσεβίκους που μιλούσαν για μια ριζική αλλαγή των θέσεών του:
«Η φόρμουλα που οι ίδιοι οι Μπολσεβίκοι υιοθέτησαν παρουσιάζεται έτσι: το προλεταριάτο που οδηγεί πίσω του την αγροτιά»[9].
«Δεν είναι πολύ καθαρό ότι η σκέψη που εκφράζουν όλες αυτές οι φόρμουλες μένει πάντα η ίδια: Ότι αυτή εκφράζει ακριβώς τη δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς; Ότι η φόρμουλα “το προλεταριάτο που στηρίζεται πάνω στην αγροτιά” μένει εντελώς μέσα στα πλαίσια της ίδιας της δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς;», (Ν.Λένιν: «Άπαντα», τόμ. ΧΙ, μέρ. Ι, σελ. 219-224, η υπογράμμιση είναι δική μου –Λ.Τ.)[10].
Εδώ ο Λένιν δίνει στην «αλγεβρική» φόρμουλά του μια ερμηνεία που αποκλείει την ιδέα τού ανεξάρτητου αγροτικού κόμματος και ακόμα περισσότερο του κυρίαρχου ρόλου του στους κόλπους μιας επαναστατικής κυβέρνησης: το προλεταριάτο ηγείται της αγροτιάς, το προλεταριάτο στηρίζεται πάνω στην αγροτιά, κατά συνέπεια, η επαναστατική εξουσία είναι συγκεντρωμένη στα χέρια του προλεταριακού κόμματος. Αλλά είναι αυτό ακριβώς που αποτελεί το κεντρικό σημείο της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης.
Σήμερα, δηλαδή μετά την ιστορική δοκιμασία, το περισσότερο που μπορεί κανείς να πει για τις παλιές διαφορές που αφορούσαν τη δικτατορία, είναι το εξής:
Ενώ ο Λένιν, ξεκινώντας πάντα από τον ηγετικό ρόλο του προλεταριάτου, τόνιζε και ανάπτυσσε με κάθε τρόπο την αναγκαιότητα της επαναστατικής δημοκρατικής συνεργασίας των εργατών και των αγροτών –διδάσκοντάς το σ’ όλους μας– εγώ, ξεκινώντας πάντα από αυτή τη συνεργασία, τόνιζα με κάθε τρόπο την αναγκαιότητα της προλεταριακής ηγεσίας τόσο στο μπλοκ των δυο τάξεων όσο και στην κυβέρνηση που θα καλούνταν να τεθεί επικεφαλής σ’ αυτό το μπλοκ. Δεν μπορεί κανείς να βρει άλλη διαφορά πάνω σ’ αυτό το ζήτημα.
Ας πάρουμε δυο αποσπάσματα που σχετίζονται με τα παραπάνω: το ένα από το «Αποτελέσματα και Προοπτικές», που ο Στάλιν και ο Ζινόβιεφ το χρησιμοποιούν για να δείξουν ότι οι απόψεις μου είναι αντίθετες από τις απόψεις του Λένιν. Το άλλο είναι παρμένο από ένα άρθρο πολεμικής του Λένιν εναντίον μου, που ο Ράντεκ το χρησιμοποιεί για τους ίδιους σκοπούς.
Να το πρώτο απόσπασμα:
«Η συμμετοχή του προλεταριάτου σε μια κυβέρνηση είναι επίσης αντικειμενικά πιο πιθανή, και επιτρεπτή από την άποψη των αρχών, μόνο αν αυτή η συμμετοχή είναι κυρίαρχη και ηγετική. Μπορεί κανείς, φυσικά, να αποκαλεί αυτή την κυβέρνηση δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, δικτατορία του προλεταριάτου, της αγροτιάς και της διανόησης, ή, ακόμα, κυβέρνηση συνασπισμού της εργατικής τάξης και των μικροαστών. Αλλά παρ’ όλα αυτά το ερώτημα παραμένει: σε ποιον θα ανήκει η ηγεμονία μέσα στην ίδια την κυβέρνηση, και, έτσι μέσα στη χώρα; Και όταν μιλάμε για μια εργατική κυβέρνηση, απαντάμε, έτσι, ότι η ηγεμονία πρέπει να ανήκει στην εργατική τάξη», (Λ.Τρότσκι: Η Επανάστασή μας κλπ., 1906, σελ. 250, Αγγλική Έκδοση, σελ. 202).
Ο Ζινόβιεφ (το 1925!) χάλασε τον κόσμο, επειδή εγώ (το 1905!) είχα βάλει την αγροτιά και τη διανόηση στο ίδιο επίπεδο. Αυτό είναι που κατάλαβε απ’ αυτές τις γραμμές. Η αναφορά στη διανόηση ήταν αποτέλεσμα των συνθηκών εκείνης της εποχής, που η διανόηση έπαιζε τότε έναν πολιτικό ρόλο εντελώς διαφορετικό απ’ αυτόν που παίζει σήμερα. Στο όνομα της αγροτιάς μιλούσαν οργανώσεις που ήταν αποκλειστικά οργανώσεις των διανοουμένων. Οι Σοσιαλεπαναστάτες έχτισαν επίσημα το Κόμμα τους πάνω σ’ αυτή την «τριάδα»: προλεταριάτο, αγροτιά, διανόηση. Οι Μενσεβίκοι κρεμόντουσαν από την ουρά, όπως έγραφα τότε, κάθε ριζοσπάστη διανοούμενου, για να αποδείξουν την άνθηση της αστικής δημοκρατίας. Εκείνη την εποχή, διατύπωσα εκατοντάδες φορές την άποψή μου για την αδυναμία των διανοουμένων σαν «ανεξάρτητης» κοινωνικής ομάδας και την αποφασιστική σπουδαιότητα της επαναστατικής αγροτιάς.
Αλλά, στο κάτω κάτω, εδώ δεν συζητάμε, βέβαια, μια φράση πολεμικής, που δεν έχω καμιά πρόθεση να υπερασπιστώ. Η ουσία του αποσπάσματος είναι η εξής: ότι δέχομαι πέρα για πέρα το λενινιστικό περιεχόμενο της δημοκρατικής δικτατορίας και δεν ζητάω παρά έναν πιο ακριβή καθορισμό του πολιτικού μηχανισμού της, δηλαδή, την απόρριψη κάθε είδους συνασπισμού στον οποίο το προλεταριάτο δεν θα ήταν παρά ένας όμηρος της μικροαστικής πλειοψηφίας.
Ας εξετάσουμε τώρα το άρθρο του Λένιν του 1916, που, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Ράντεκ, κατευθυνόταν «τυπικά ενάντια στον Τρότσκι, αλλά στην πραγματικότητα ενάντια στον Μπουχάριν, τον Πιατάκοφ, τον συγγραφέα αυτών των γραμμών (δηλαδή τον Ράντεκ) και άλλους συντρόφους». Αυτό είναι μια πολύ πολύτιμη παραδοχή, που βεβαιώνει πέρα για πέρα την εντύπωσή μου εκείνης της εποχής ότι ο Λένιν δεν κατεύθυνε παρά φαινομενικά την πολεμική του ενάντια σε μένα, γιατί το περιεχόμενό της, όπως θα αποδείξω αμέσως, δεν αναφερόταν πραγματικά καθόλου σε μένα. Το άρθρο αυτό περιέχει (σε δύο γραμμές) αυτήν ακριβώς την κατηγορία, που αφορούσε την υποτιθέμενη «άρνηση της αγροτιάς» από μένα, που αργότερα έγινε το βασικό κεφάλαιο των επιγόνων και των οπαδών τους. Το «κουμπί» αυτού του άρθρου –όπως λέει ο Ράντεκ– είναι το παρακάτω απόσπασμα:
«Ο Τρότσκι δεν έχει πάρει υπόψη του, γράφει ο Λένιν, παραθέτοντας τα δικά μου λόγια, ότι αν το προλεταριάτο σύρει πίσω του τις μη προλεταριακές μάζες του χωριού στη δήμευση της γης των μεγάλων γαιοκτημόνων και στην ανατροπή της μοναρχίας, αυτό θα αποτελεί την ολοκλήρωση της “εθνικής αστικής επανάστασης” και ότι, στη Ρωσία, αυτό θα είναι ακριβώς η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», (Ν.Λένιν: «Άπαντα», τόμ. ΧΙΙΙ, σελ. 214)[11].
Το ότι ο Λένιν απεύθυνε την κατηγορία της «άρνησης» της αγροτιάς σε λαθεμένη διεύθυνση, αλλά στην πραγματικότητα σκόπευε τον Μπουχάριν και τον Ράντεκ, που θέλανε πραγματικά να πηδήσουν πάνω από το δημοκρατικό στάδιο της επανάστασης, είναι καθαρό, όχι μόνο απ’ όλα αυτά που ειπώθηκαν πιο πάνω, αλλά και από το απόσπασμα που παραθέτει ο ίδιος ο Ράντεκ, που σωστά το αποκαλεί το «κουμπί» του άρθρου του Λένιν. Στην πραγματικότητα, ο Λένιν αναφέρεται άμεσα στα λόγια του άρθρου μου ότι μονάχα μια ανεξάρτητη και τολμηρή πολιτική του προλεταριάτου μπορεί «να σύρει τις μη προλεταριακές μάζες του χωριού στη δήμευση της γης των μεγάλων γαιοκτημόνων και στην ανατροπή της μοναρχίας», κλπ. –και μετά ο Λένιν προσθέτει: «Ο Τρότσκι δεν έχει πάρει υπόψη του... ότι αυτό θα είναι ακριβώς η επαναστατική δημοκρατική δικτατορία». Με άλλα λόγια, ο Λένιν επιβεβαιώνει, και, για να το πούμε έτσι, πιστοποιεί, ότι ο Τρότσκι δέχεται στην πραγματικότητα όλο το πραγματικό περιεχόμενο της μπολσεβίκικης φόρμουλας (τη συνεργασία των εργατών και των αγροτών και τα δημοκρατικά καθήκοντα αυτής της συνεργασίας), αλλά αρνείται να αναγνωρίσει ότι αυτή ακριβώς θα είναι η δημοκρατική δικτατορία, η ολοκλήρωση της εθνικής επανάστασης. Έτσι, η διαμάχη στο φαινομενικά αυτό «έντονο» άρθρο πολεμικής, δεν αφορά το πρόγραμμα του επόμενου σταδίου της επανάστασης και τις κινητήριες ταξικές δυνάμεις της, αλλά ακριβώς τον πολιτικό συσχετισμό αυτών των δυνάμεων, τον πολιτικό και κομματικό χαρακτήρα της δικτατορίας. Ενώ οι παρεξηγήσεις στην πολεμική ήταν κατανοητές και αναπόφευκτες τότε, ενμέρει επειδή τα ίδια τα προτσές δεν ήταν καθαρά εκείνη την εποχή και ενμέρει λόγω φραξιονιστικών υπερβολών, είναι εντελώς ακατανόητο το πως ο Ράντεκ μπόρεσε να συγχύσει το ζήτημα εκ των υστέρων.
Η πολεμική μου με τον Λένιν ήταν ουσιαστικά πάνω στη δυνατότητα της ανεξαρτησίας (και του βαθμού αυτής της ανεξαρτησίας) της αγροτιάς στην επανάσταση, και, ιδιαίτερα, πάνω στη δυνατότητα ύπαρξης ενός ανεξάρτητου αγροτικού κόμματος. Σ’ αυτή την πολεμική, εγώ κατηγορούσα τον Λένιν ότι υπερτιμάει τον ανεξάρτητο ρόλο της αγροτιάς. Ο Λένιν κατηγορούσε εμένα ότι υποτιμώ τον επαναστατικό ρόλο της αγροτιάς. Όλα αυτά πήγαζαν από τη λογική της ίδιας της πολεμικής. Αλλά μπορεί κανείς να μιλήσει χωρίς περιφρόνηση για κείνον που, είκοσι χρόνια αργότερα, χρησιμοποιεί τα παλιά αυτά αποσπάσματα, αποσπώντας τα από τα πλαίσια των κομματικών σχέσεων εκείνης της εποχής, και δίνοντας μια απόλυτη σημασία σε κάθε υπερβολή της πολεμικής ή επεισοδιακό λάθος, αντί να δείξει, στο φως της πολύ μεγάλης επαναστατικής εμπειρίας που είχαμε, ποιός ήταν ο πραγματικός άξονας των διαφορών και ποια ήταν η πραγματική κι όχι η φραστική έκταση αυτών των διαφορών;
Αναγκασμένος να περιορίσω τον εαυτό μου στην επιλογή των αποσπασμάτων, δεν θα παραθέσω εδώ παρά τις κύριες θέσεις του Λένιν πάνω στα στάδια της επανάστασης, που έχουν γραφεί στο τέλος του 1905, αλλά που εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1926, στον Πέμπτο Τόμο των «Διαλεκτών Έργων», του (σελ. 451)[12]. Θυμάμαι ότι όλοι οι Αντιπολιτευόμενοι, κι εδώ περιλαμβάνεται και ο Ράντεκ, θεώρησαν αυτή την έκδοση σαν το πιο όμορφο δώρο για την Αντιπολίτευση, γιατί ο Λένιν εμφανίζεται στις θέσεις αυτές, σύμφωνα μ’ όλα τα άρθρα του σταλινικού κώδικα, ένοχος για «τροτσκισμό». Τα βασικά σημεία της απόφασης της Έβδομης Ολομέλειας της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που καταδικάζει τον «τροτσκισμό», φαίνεται να κατευθύνονται συνειδητά και σκόπιμα ενάντια στις θεμελιακές θέσεις του Λένιν. Οι σταλινικοί έτριξαν τα δόντια τους με λύσσα όταν εκδόθηκαν αυτές οι θέσεις. Ο εκδότης αυτού του τόμου των «Διαλεκτών Έργων», ο Κάμενεφ, με την ξεδιάντροπη «αγαθότητα» που τον χαρακτηρίζει, μου είπε καθαρά ότι δεν θα επέτρεπε σε καμιά περίπτωση τη δημοσίευση αυτού του ντοκουμέντου αν δεν προετοιμαζόταν ένα μπλοκ ανάμεσά μας. Τέλος, στο άρθρο της Κόστρτσεβα, που δημοσιεύτηκε στον «Μπολσεβίκο», αυτές οι θέσεις διαστρεβλώθηκαν δόλια για να μην αφήσουν να κατηγορηθεί ο Λένιν για «τροτσκισμό» σ’ ότι αφορά τη στάση του προς την αγροτιά γενικά και τον μεσαίο αγρότη ιδιαίτερα.
Θα παραθέσω ακόμα την εκτίμηση που έκανε ο Λένιν, το 1909, για τις διαφορές του με μένα:
«Ο σύντροφος Τρότσκι δέχεται ο ίδιος σ’ αυτό το σημείο “τη συμμετοχή των αντιπροσώπων του δημοκρατικού πληθυσμού”, στην “εργατική κυβέρνηση”, δηλαδή τη δυνατότητα μιας κυβέρνησης αντιπροσώπων του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Μέσα σε ποιες συνθήκες θα μπορούσε κανείς να δεχτεί τη συμμετοχή του προλεταριάτου στην επαναστατική κυβέρνηση, είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα, στο οποίο οι Μπολσεβίκοι δεν πρόκειται πιθανότητα να συμφωνήσουν, όχι μόνο με τον Τρότσκι, αλλά ούτε και με τους πολωνούς σοσιαλδημοκράτες. Αλλά το ζήτημα της δικτατορίας των επαναστατικών τάξεων δεν μπορεί, με κανέναν τρόπο, να αναχθεί στο πρόβλημα της “πλειοψηφίας” σ’ αυτή ή εκείνη την επαναστατική κυβέρνηση ή στις συνθήκες που θα επέτρεπαν στους σοσιαλδημοκράτες να πάρουν μέρος σ’ αυτήν ή εκείνη την κυβέρνηση». (Ν.Λένιν: «Άπαντα», τόμ. ΧΙ, μέρος Ι, σελ. 229, η υπογράμμιση είναι δική μου –Λ.Τ.)[13].
Σ’ αυτό το απόσπασμα, ο Λένιν επιβεβαιώνει ξανά ότι ο Τρότσκι δέχεται μια κυβέρνηση αντιπροσώπων του προλεταριάτου και της αγροτιάς και, επομένως, δεν «πηδάει» πάνω από την αγροτιά. Ο Λένιν υπογραμμίζει επιπλέον ότι το ζήτημα της δικτατορίας δεν ανάγεται στο ζήτημα της πλειοψηφίας στην κυβέρνηση. Αυτό είναι εντελώς αναμφισβήτητο. Πρόκειται, πριν απ’ όλα, για την πάλη της προλεταριακής πρωτοπορίας να εξασφαλίσει την επιρροή της πάνω στους αγρότες ενάντια στη φιλελεύθερη ή την εθνική μπουρζουαζία. Αλλά, ενώ το ζήτημα της επαναστατικής δικτατορίας των εργατών και των αγροτών δεν ανάγεται στο ζήτημα της μιας ή της άλλης πλειοψηφίας στην κυβέρνηση, παρόλα αυτά, αυτό το ζήτημα τίθεται αναπόφευκτα σαν το αποφασιστικό ζήτημα με τη νίκη της επανάστασης. Όπως έχουμε δει, ο Λένιν διατηρεί με σύνεση (για κάθε ενδεχόμενο) την επιφύλαξη ότι αν τα πράγματα φτάσουν στο σημείο της συμμετοχής του Κόμματος στην επαναστατική κυβέρνηση, θα μπορούσε να βρεθούμε σε διαφωνία με τους πολωνούς συντρόφους και με τον Τρότσκι σ’ ότι αφορά τους όρους αυτής της συμμετοχής. Μιλούσαμε έτσι για μια πιθανή διαφορά, στο μέτρο όπου ο Λένιν θεωρητικά αποδεχόταν τη συμμετοχή των αντιπροσώπων του προλεταριάτου σαν μειοψηφία σε μια δημοκρατική κυβέρνηση. Τα γεγονότα, ωστόσο, απόδειξαν ότι δεν εμφανίστηκαν διαφορές μεταξύ μας. Το Νοέμβρη του 1917, είχαμε, στην κορυφή του Κόμματος, μια λυσσασμένη πάλη πάνω στο ζήτημα μιας κυβέρνησης συνασπισμού με τους Σοσιαλεπαναστάτες και τους Μενσεβίκους. Ο Λένιν χωρίς να διαφωνεί, από άποψη αρχών, για ένα συνασπισμό πάνω στη βάση των Σοβιέτ, απαιτούσε κατηγορηματικά να εξασφαλιστεί σταθερά η μπολσεβίκικη πλειοψηφία. Βρισκόμουν πλάι-πλάι με τον Λένιν.
Ας ακούσουμε τώρα τον Ράντεκ. Σε τι ακριβώς ανάγει όλο το ζήτημα της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς:
«Σε τι –ρωτάει– η παλιά μπολσεβίκικη θεωρία του 1905 αποδείχτηκε βασικά σωστή; Στο γεγονός ότι η κοινή δράση των εργατών και των αγροτών (οι στρατιώτες της φρουράς της Πετρούπολης) ανάτρεψαν τον τσαρισμό (το 1917 –Λ.Τ.). Στο κάτω κάτω η φόρμουλα του 1905 προβλέπει στην ουσία μόνο το συσχετισμό των τάξεων και όχι έναν συγκεκριμένο πολιτικό θεσμό».
Μια στιγμή παρακαλώ! Αν χαρακτηρίζω «αλγεβρική» την παλιά φόρμουλα του Λένιν, αυτό δεν πάει να πει ότι μπορεί κανείς να την αναγάγει σε μια άδεια κοινοτοπία όπως, τόσο απερίσκεπτα, το κάνει ο Ράντεκ: «Το ουσιώδες είχε πραγματοποιηθεί: το προλεταριάτο μαζί με την αγροτιά ανάτρεψαν τον τσαρισμό». Αλλά το «ουσιώδες» αυτό γεγονός έχει πραγματοποιηθεί σ’ όλες, χωρίς εξαίρεση, τις νικηφόρες ή μισο-νικηφόρες επαναστάσεις. Οι τσάροι, οι φεουδάρχες αφέντες και οι παπάδες πάντα και παντού έχουν χτυπηθεί από τις γροθιές των προλεταρίων ή των προδρόμων των προλεταρίων, των πληβείων και των χωρικών. Στη Γερμανία αυτό έγινε ήδη από τον 16ο αιώνα, κι ακόμα πιο πρώτα. Στην Κίνα ήταν επίσης οι εργάτες και οι αγρότες που κατανίκησαν τους «μιλιταριστές». Αλλά τί σχέση έχουν όλα αυτά με τη δημοκρατική δικτατορία; Μια τέτοια δικτατορία δεν εμφανίστηκε ποτέ στις παλιές επαναστάσεις, ούτε και στην κινέζικη επανάσταση. Γιατί; Γιατί στην πλάτη των εργατών και των αγροτών, που έκαναν το σκληρό αυτό έργο της επανάστασης, καθόταν η μπουρζουαζία. Ο Ράντεκ έχει αφαιρέσει τόσο βίαια τον εαυτό του από τους «πολιτικούς θεσμούς» που έχει ξεχάσει το «πιο βασικό πράγμα» σε μια επανάσταση, δηλαδή, το ποιος την κατευθύνει και ποιος παίρνει την εξουσία. Μια επανάσταση, ωστόσο, είναι μια πάλη για την εξουσία. Είναι μια πολιτική πάλη που διεξάγουν οι τάξεις, όχι με γυμνά χέρια, αλλά διαμέσου «πολιτικών θεσμών» (τα κόμματα, κλπ.).
«Οι άνθρωποι που δεν έχουν εμβαθύνει στην πολυπλοκότητα των μεθόδων του μαρξισμού και του λενινισμού» κεραυνοβολεί ο Ράντεκ εμάς τους αμαρτωλούς, έχουν την εξής αντίληψη: «Η όλη υπόθεση πρέπει πάντα να καταλήγει σε μια κοινή κυβέρνηση των εργατών και των αγροτών, και ορισμένοι μάλιστα σκέπτονται ότι αυτή η κυβέρνηση πρέπει πάντα να είναι μια κυβέρνηση συνασπισμού των εργατικών και αγροτικών κομμάτων».
Πόσο χοντροκέφαλοι είναι αυτοί οι «ορισμένοι»! Και τι νομίζει ο ίδιος ο Ράντεκ; Νομίζει ότι μια νικηφόρα επανάσταση δεν πρόκειται να αντανακλαστεί και να βάλει τη σφραγίδα της σ’ έναν ιδιαίτερο συσχετισμό των επαναστατικών τάξεων; Ο Ράντεκ έχει εμβαθύνει στο «κοινωνιολογικό» πρόβλημα σε τέτοιο σημείο που δεν μένει πια παρά ένα φραστικό τσόφλι.
Μέχρι πιο σημείο είναι απαράδεχτο να αποδεσμευτεί κανείς από το ζήτημα των πολιτικών μορφών που παίρνει η συνεργασία των εργατών και των αγροτών, θα το δούμε καλύτερα στα παρακάτω λόγια από μια ομιλία του ίδιου του Ράντεκ στην Κομμουνιστική Ακαδημία το Μάρτη του 1927: «Τον περασμένο χρόνο, έγραψα στην “Πράβντα” ένα άρθρο γι’ αυτή την Κυβέρνηση (της Καντόνας) όπου την χαρακτήριζα σαν μια αγροτική και εργατική Κυβέρνηση. Αλλά κάποιος σύντροφος στη σύνταξη υπόθεσε ότι ήταν μια παραδρομή απομέρους μου και το άλλαξε σε εργατική και αγροτική Κυβέρνηση. Δεν διαμαρτυρήθηκα ενάντια σ’ αυτή την αλλαγή και το άφησα έτσι: εργατική και αγροτική Κυβέρνηση».
Έτσι, το Μάρτη του 1927 (κι όχι το 1905!) ο Ράντεκ είχε την άποψη ότι ήταν δυνατή μια αγροτική και εργατική κυβέρνηση σε αντίθεση με μια εργατική και αγροτική κυβέρνηση. Η σύνταξη της «Πράβντα» δεν μπορούσε να το καταλάβει. Ομολογώ ειλικρινά ότι κι εγώ επίσης δεν το καταλαβαίνω. Ξέρουμε πολύ καλά τι είναι μια εργατική και αγροτική κυβέρνηση. Αλλά τί είναι αυτή η αγροτική και εργατική κυβέρνηση σε αντίθεση και αντιπαράθεση σε μια εργατική και αγροτική κυβέρνηση; Σας παρακαλώ κάνετε τον κόπο να εξηγήσετε τη μυστηριώδη αυτή αντιμετάθεση των επιθέτων; Εδώ αγγίζουμε την καρδιά του ζητήματος. Το 1926, ο Ράντεκ πίστευε ότι η κυβέρνηση της Καντόνας του Τσιαγκ Κάι-σεκ, ήταν μια αγροτική και εργατική κυβέρνηση. Το 1927 επανάλαβε αυτή τη φόρμουλα. Στην πραγματικότητα, όμως, αποδείχτηκε ότι είναι μια αστική κυβέρνηση, που εκμεταλλεύτηκε τον επαναστατικό αγώνα των εργατών και των αγροτών και μετά τους έπνιξε στο αίμα. Πώς εξηγείται αυτό το λάθος; Ο Ράντεκ έκανε απλά λάθος στις εκτιμήσεις του; Όταν είσαι μακριά αυτό είναι εύκολο να γίνει. Τότε γιατί να μην το πει: δεν κατάλαβα, δεν μπόρεσα να το δω, έκανα λάθος. Ωστόσο, τώρα το βλέπουμε καθαρά, δεν είναι ένα λάθος σε σχέση με τα γεγονότα που οφείλεται στην έλλειψη πληροφοριών: είναι ένα θεμελιακό λάθος αρχών. Η αγροτική και εργατική κυβέρνηση που αντιπαρατίθεται στην εργατική και αγροτική κυβέρνηση δεν είναι τίποτε άλλο από το Κουόμινταγκ. Δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο. Αν η αγροτιά δεν ακολουθεί το προλεταριάτο, ακολουθεί την μπουρζουαζία. Πιστεύω ότι η κριτική μου ενάντια στη φραξιονιστική σταλινική ιδέα «του κόμματος των δύο τάξεων, του εργατο-αγροτικού κόμματος» έχει αρκετά φωτίσει αυτό το ζήτημα. (Βλ. «Κριτική του Σχεδίου Προγράμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς»). Η «αγροτο-εργατική κυβέρνηση» της Καντόνας, που αντιπαρατίθεται στην εργατο-αγροτική κυβέρνηση, στη γλώσσα της σημερινής κινέζικης πολιτικής, σημαίνει τη μόνη δυνατή και νοητή έκφραση της «δημοκρατικής δικτατορίας» που αντιπαρατίθεται στη δικτατορία του προλεταριάτου. Με άλλα λόγια, είναι η ενσάρκωση της πολιτικής του Στάλιν υπέρ του Κουόμινταγκ, που αντιπαρατίθεται στην μπολσεβίκικη πολιτική που η Κομμουνιστική Διεθνής αποκαλεί «τροτσκιστική».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————
[1]. «Η Σοσιαλδημοκρατία και η Επαναστατική Προσωρινή Κυβέρνηση», («Άπαντα», τόμ. 10, σελ. 19, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
[2]. «Πολιτικοί και Ταχτικοί Υπολογισμοί στο Ζήτημα του Αγροτικού Προγράμματος» –Κεφάλαιο 4 του «Αγροτικού Προγράμματος των Σοσιαλδημοκρατών στη Ρώσικη Επανάσταση του 1905-1907», («Άπαντα», τόμ. 16, σελ. 331, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
[3]. «Η Κομμούνα του Παρισιού και τα Καθήκοντα της Δημοκρατικής Δικτατορίας». Η 4η ρωσική έκδοση (τόμ. IX, σελ. 120), στη βάση ότι το χειρόγραφο δεν είναι γραμμένο από το χέρι του Λένιν και, παρά το γεγονός ότι είναι σε πλατιά κλίμακα διορθωμένο απ’ αυτόν, δίνει μόνο το τελευταίο μέρος αυτού του άρθρου, που δεν περιλαμβάνει το απόσπασμα που παραθέτουμε. Το ίδιο συμβαίνει και με την ελληνική έκδοση. «Άπαντα», τόμ. 11, σελ. 133, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[4]. «Το Προλεταριάτο και ο Σύμμαχός του στη Ρώσικη Επανάσταση», («Άπαντα», τόμ. 14ος, σελ. 192, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
[5]. Οι Τρουντόβικι (Εργατιστές) ήταν οι αντιπρόσωποι των αγροτών στις τέσσερεις Δούμες που ταλαντεύονταν πάντα ανάμεσα στους φιλελεύθερους (Καντέ) και τους σοσιαλδημοκράτες –Λ.Τ.
[6]. «Επανάσταση και Αντεπανάσταση», («Άπαντα», τόμ. 16, σελ. 133, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
[7]. «Ο Στόχος της Πάλης του Προλεταριάτου στην Επανάστασή μας», («Άπαντα», τόμ. 17ος, σελ. 393, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
[8]. Αυτό το απόσπασμα, όπως και εκατοντάδες άλλα, μαρτυρούν, ας το πούμε με την ευκαιρία, ότι είχα κι εγώ μια ιδέα για την ύπαρξη της αγροτιάς και για τη σπουδαιότητα του αγροτικού προβλήματος ακόμα πριν από την επανάσταση του 1905, δηλαδή πολύ πριν ο Μάσλοβ, ο Ταλχάιμερ, ο Ρέμελε, ο Κασέν, ο Μονμουσό, ο Μπέλα Κουν, ο Πέπερ, ο Κούουζινεν και οι άλλοι μαρξιστές κοινωνιολόγοι αρχίσουν να μου εξηγούν τη σπουδαιότητα της αγροτιάς –Λ.Τ.
[9]. Στη Συνδιάσκεψη του 1909, ο Λένιν πρότεινε τη φόρμουλα: «Το προλεταριάτο που οδηγεί πίσω του την αγροτιά», αλλά τελικά προσχώρησε στη φόρμουλα των πολωνών σοσιαλδημοκρατών, που πέτυχαν στη Συνδιάσκεψη την πλειοψηφία ενάντια στους μενσεβίκους –Λ.Τ.
[10]. «Ο Στόχος της Πάλης του Προλεταριάτου στην Επανάστασή μας», «Άπαντα», τόμ. 17, σελ. 386-387, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[11]. «Για τις δυο Γραμμές της Επανάστασης», «Άπαντα», τόμ. 27, σελ. 81, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[12]. «Τα Στάδια, η Κατεύθυνση και οι Προοπτικές της Επανάστασης», «Άπαντα», τόμ. 12, σελ. 154, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
[13]. «Ο Στόχος της Πάλης του Προλεταριάτου στην Επανάστασή μας», «Άπαντα», τόμ. 17, σελ. 392-393, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».