Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι>Η Διαρκής Επανάσταση_j
Λεόν Τρότσκι

Η Διαρκής Επανάσταση

Προηγούμενο:: 6. Για το Πήδημα Πάνω από τα Ιστορικά Στάδια
Επόμενο: 8. Από το Μαρξισμό στον Πατσιφισμό


7. ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ
ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ;

Αφού χάθηκε μέσα στη σταλινική –εξελικτική, φιλισταϊκή και όχι επαναστατική– αντίληψη για τα ιστορικά «στάδια», ο Ράντεκ δοκιμάζει να κάνει το σύνθημα της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς έναν ιερό κανόνα για ολόκληρη την Ανατολή. Η «υπόθεση εργασίας» του Μπολσεβικισμού, που ο Λένιν την προσάρμοσε στην πορεία της ανάπτυξης μιας ορισμένης χώρας, που την άλλαξε και την συγκεκριμενοποίησε, και που, μια δοσμένη στιγμή, την παραμέρισε, γίνεται στα χέρια του Ράντεκ ένα υπέρ-ιστορικό σχήμα. Να τι επαναλαμβάνει επίμονα, πάνω σ’ αυτό το θέμα, στα άρθρα του:

«Αυτή η θεωρία, όπως και η τακτική που απορρέει απ’ αυτήν, είναι εφαρμόσιμη σε κάθε χώρα νέας καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπου η μπουρζουαζία δεν έχει ακόμα λύσει τα προβλήματα που της έχουν κληροδοτήσει οι προηγούμενοι πολιτικο-κοινωνικοί σχηματισμοί».

Σκεφτείτε αυτή τη φόρμουλα. Δεν είναι η πανηγυρική δικαιολόγηση των θέσεων που είχε ο Κάμενεφ στα 1917; Η ρωσική μπουρζουαζία είχε μήπως «λύσει» τα προβλήματα της δημοκρατικής επανάστασης μετά την επανάσταση του Φλεβάρη; Όχι, όλα αυτά τα προβλήματα, κι εδώ περιλαμβάνεται και το πιο σημαντικό, το αγροτικό πρόβλημα, είχαν μείνει άλυτα. Πώς ο Λένιν δεν κατάλαβε ότι η παλιά φόρμουλα ήταν ακόμα «εφαρμόσιμη»; Γιατί την απόσυρε;

Ο Ράντεκ μας έχει ήδη απαντήσει: γιατί είχε ήδη «πραγματοποιηθεί». Έχουμε αναλύσει αυτή την απάντηση. Δεν μπορεί να σταθεί, προπαντός όταν προέρχεται από τον Ράντεκ, που έχει την άποψη ότι η ουσία του παλιού συνθήματος του Λένιν δεν βρίσκεται καθόλου στις μορφές της εξουσίας, αλλά στην πραγματική εξάλειψη της δουλοπαροικίας μέσα από τη συνεργασία του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Είναι, όμως, ακριβώς αυτό που δεν έκανε το καθεστώς του Κερένσκι. Κατά συνέπεια, η εξόρμηση του Ράντεκ στο παρελθόν μας, με σκοπό να λύσει το οξύτερο πρόβλημα της ημέρας, το κινέζικο πρόβλημα, είναι πέρα για πέρα παράλογη. Το ζήτημα δεν είναι να ερευνήσουμε το τι κατάλαβε ή δεν κατάλαβε ο Τρότσκι το 1905, αλλά, μάλλον, το τι δεν κατάλαβαν ο Στάλιν, ο Μόλοτοφ, και, προπαντός, ο Ρίκοφ και ο Κάμενεφ (δεν ξέρω ποια ήταν η θέση του Ράντεκ εκείνες τις ημέρες) το Φλεβάρη-Μάρτη του 1917. Γιατί, αν πιστεύει κανείς ότι η δημοκρατική δικτατορία είχε «πραγματοποιηθεί» με τη δυαδική εξουσία, στο σημείο που να απαιτεί την άμεση αλλαγή του κεντρικού συνθήματος, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι στην Κίνα η «δημοκρατική δικτατορία» πραγματοποιήθηκε, με τρόπο πολύ πιο πλήρη και πιο οριστικό κάτω από το καθεστώς του Κουόμινταγκ, δηλαδή, κάτω από την κυριαρχία του Τσιαγκ Κάι-σεκ και του Βαγκ Τσιγκ-βέι συμπληρωμένους με τον Ταγκ Πιγκ-σαν[1]. Επομένως, η αλλαγή του συνθήματος επιβαλλόταν για έναν λόγο παραπάνω στην Κίνα.

Αλλά, στο κάτω-κάτω, «η κληρονομιά των προηγούμενων κοινωνικο-πολιτικών σχηματισμών» έχει μήπως εξαλειφθεί κιόλας στην Κίνα; Όχι, δεν έχει εξαλειφθεί. Αλλά στη Ρωσία, είχε μήπως εξαλειφθεί στις 4 Απρίλη του 1917, όταν ο Λένιν κήρυξε τον πόλεμο σ’ ολόκληρο το ανώτερο στρώμα των «παλιών μπολσεβίκων»; Ο Ράντεκ αντιφάσκει απελπιστικά με τον εαυτό του, πελαγώνει και κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις. Ας σημειώσουμε σχετικά πως δεν είναι εντελώς τυχαίο που χρησιμοποιεί την μπερδεμένη αυτή έκφραση: «η κληρονομιά των σχηματισμών», παίζει παραλλαγές πάνω σ’ αυτήν και αποφεύγει προφανώς να χρησιμοποιήσει έναν όρο πιο καθαρό, όπως «τα κατάλοιπα του φεουδαλισμού ή της δουλοπαροικίας». Γιατί; Γιατί χθες ακόμα ο Ράντεκ αρνιόταν πολύ αποφασιστικά αυτά τα κατάλοιπα και, έτσι, αποστερούσε από κάθε βάση το σύνθημα της δημοκρατικής δικτατορίας. Στην ομιλία του στην Κομμουνιστική Ακαδημία, ο Ράντεκ είπε:

«Οι πηγές της Κινέζικης Επανάστασης δεν είναι λιγότερο βαθιές από τις πηγές της δικής μας επανάστασης του 1905. Μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι η συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά θα είναι εκεί πιο ισχυρή απ’ ότι σε μας το 1905, για τον απλό λόγο ότι δεν θα κατευθυνθεί ενάντια σε δυο τάξεις, αλλά μόνο ενάντια σε μια: την μπουρζουαζία».

Ναι, «για τον απλό λόγο». Όταν το προλεταριάτο, μαζί με την αγροτιά, κατευθύνει την πάλη του ενάντια σε μια μόνο τάξη, την μπουρζουαζία –όχι ενάντια στα κατάλοιπα του φεουδαλισμού, αλλά ενάντια στην μπουρζουαζία– πως ονομάζεται, παρακαλώ, μια τέτοια επανάσταση; Μήπως δημοκρατική επανάσταση; Ας σημειώσουμε ότι ο Ράντεκ τα έλεγε όλα αυτά όχι το 1905, ούτε ακόμα τα 1909, αλλά το μήνα Μάρτη του έτους 1927.

Τι πρέπει να βγάλουμε απ’ αυτό; Είναι πολύ απλό. Το Μάρτη του 1927, ο Ράντεκ ξέφυγε κι αυτός από το σωστό δρόμο, αλλά προς μια άλλη κατεύθυνση. Οι θέσεις της Αντιπολίτευσης πάνω στο κινέζικο πρόβλημα φέρανε μια πολύ σημαντική διόρθωση στη μονόπλευρη άποψη του Ράντεκ εκείνης της εποχής. Στα λόγια που έχω παραθέσει, υπήρχε, ωστόσο, ένας κόκκος αλήθειας: η τάξη των γαιοκτημόνων σχεδόν δεν υπάρχει στην Κίνα, οι γαιοκτήμονες εκεί είναι δεμένοι με τους καπιταλιστές μ’ έναν τρόπο πολύ πιο σφιχτό απ’ ό,τι ήταν στην τσαρική Ρωσία. Και το ειδικό βάρος του αγροτικού ζητήματος είναι εκεί πολύ πιο μικρό απ’ ό,τι ήταν στην τσαρική Ρωσία. Αλλά, από την άλλη, το ζήτημα της εθνικής απελευθέρωσης κατέχει στην Κίνα μια τεράστια θέση. Σύμφωνα μ’ αυτό, η κινέζικη αγροτιά δεν μπορεί, βέβαια, να είναι πιο ικανή για ανεξάρτητη επαναστατική πολιτική πάλη για τη δημοκρατική ανακαίνιση της χώρας απ’ ότι ήταν η ρωσική αγροτιά. Αυτό εκφράστηκε ανάμεσα σ’ άλλα, στο γεγονός ότι, ούτε πριν το 1925, ούτε στη διάρκεια των τριών χρόνων της Κινέζικης Επανάστασης, δεν εμφανίστηκε κανέναν ναρόντνικο (λαϊκιστικό) κόμμα στην Κίνα που να βαδίζει κάτω από τη σημαία της αγροτικής επανάστασης. Όλα αυτά μαζί δείχνουν ότι η φόρμουλα της δημοκρατικής δικτατορίας αντιπροσωπεύει για την Κίνα, που έχει ήδη περάσει μέσα από την εμπειρία του 1925-1927, μια πολύ πιο επικίνδυνη και αντιδραστική παγίδα απ’ ότι ήταν για τη Ρωσία μετά την επανάσταση του Φλεβάρη.

Και μια άλλη εξόρμηση του Ράντεκ, σ’ ένα ακόμα πιο μακρινό παρελθόν, στρέφεται το ίδιο ανελέητα ενάντιά του. Αυτή τη φορά, πρόκειται για το σύνθημα της διαρκούς επανάστασης, που διατυπώθηκε από τον Μαρξ το 1850:

«Στα έργα του Μαρξ –γράφει ο Ράντεκ– δεν βρίσκει κανείς το σύνθημα της δημοκρατικής δικτατορίας, ενώ για τον Λένιν ήταν ο πολιτικός άξονας από το 1905 μέχρι το 1917, και αποτέλεσε συστατικό μέρος της αντίληψής του για την επανάσταση σ’ όλες (;!) τις χώρες της νεογέννητης (;) καπιταλιστικής ανάπτυξης».

Βασισμένος σ’ ορισμένες γραμμές του Λένιν, ο Ράντεκ εξηγεί τη διαφορά αυτή θέσεων με το γεγονός ότι το κεντρικό καθήκον της γερμανικής επανάστασης ήταν η εθνική ενοποίηση, ενώ στη Ρωσία ήταν για την αγροτική επανάσταση. Αν δεν δώσει κανείς ένα μηχανιστικό χαρακτήρα σ’ αυτή την αντιπαράθεση, κι αν τηρηθούν οι αναλογίες, τότε, είναι σωστή μέχρι ένα σημείο. Αλλά, τότε πώς έχει το ζήτημα της Κίνας; Το ειδικό βάρος του εθνικού προβλήματος σε σχέση με το αγροτικό πρόβλημα είναι άπειρα πιο μεγάλο στην Κίνα, που είναι μια χώρα μισοαποικιακή, παρά στη Γερμανία του 1848-1850, γιατί στην Κίνα πρόκειται ταυτόχρονα για ένα ζήτημα ενοποίησης και απελευθέρωσης. Ο Μαρξ διατύπωσε την προοπτική του για τη διαρκή επανάσταση τη στιγμή που υπήρχαν ακόμα όλοι οι θρόνοι στη Γερμανία, που οι Γιούνκερς κατείχαν τη γη και που οι ηγέτες της μπουρζουαζίας ήταν ανεκτοί μόνο στον προθάλαμο της κυβέρνησης. Στην Κίνα, η μοναρχία δεν υπάρχει πια από το 1911, δεν υπάρχει ανεξάρτητη τάξη γαιοκτημόνων, το εθνικο-αστικό Κουόμινταγκ βρίσκεται στην εξουσία και οι σχέσεις δουλοπαροικίας έχουν, χημικά, ας το πούμε έτσι, ενοποιηθεί με την αστική εκμετάλλευση. Η αντιπαραβολή των θέσεων του Μαρξ και του Λένιν, που κάνει ο Ράντεκ, στρέφεται έτσι πέρα για πέρα ενάντια στο σύνθημα της δημοκρατικής δικτατορίας στην Κίνα.

Ωστόσο, ο Ράντεκ δεν αναλύει καν τη θέση του Μαρξ μ’ έναν τρόπο σοβαρό, αλλά μόνο επιφανειακά, επεισοδιακά, περιοριζόμενος στην εγκύκλιο του 1850, όπου ο Μαρξ θεωρεί ακόμα την αγροτιά σαν τον φυσικό σύμμαχο της μικροαστικής δημοκρατίας των πόλεων. Ο Μαρξ περίμενε τότε ένα ανεξάρτητο στάδιο της δημοκρατικής επανάστασης στη Γερμανία, δηλαδή την προσωρινή άνοδο στην εξουσία των ριζοσπαστών μικροαστών των πόλεων που θα στηρίζονταν στην αγροτιά. Αυτό είναι το κουμπί της υπόθεσης! Μα αυτό ακριβώς είναι που δεν συνέβη. Και όχι τυχαία. Στα μέσα κιόλας του τελευταίου αιώνα, η μικροαστική δημοκρατία αποδείχτηκε ανίκανη να εκπληρώσει την ανεξάρτητη επανάστασή της. Ο Μαρξ κατάγραψε αυτό το μάθημα. Στις 16 Απρίλη 1856, έξι χρόνια μετά την εγκύκλιο που εξετάζουμε, γράφει στον Έγκελς:

«Στη Γερμανία όλα θα εξαρτηθούν από τη δυνατότητα να καλυφθούν τα νώτα της προλεταριακής επανάστασης από μια δεύτερη έκδοση του Πολέμου των Χωρικών. Τότε, η υπόθεση θα είναι υπέροχη!».

Τα αξιοσημείωτα αυτά λόγια, που ο Ράντεκ τα έχει εντελώς ξεχάσει, αποτελούν ένα εξαιρετικά πολύτιμο κλειδί για την Επανάσταση του Οκτώβρη και για το συνολικό πρόβλημα που μας απασχολεί. Ο Μαρξ πηδούσε πάνω από την αγροτική επανάσταση; Όχι, όπως βλέπουμε δεν το έκανε. Θεωρούσε σαν αναγκαία τη συνεργασία του προλεταριάτου και της αγροτιάς στην επερχόμενη επανάσταση; Ναι, την θεωρούσε. Δεχόταν τη δυνατότητα του ηγετικού ρόλου ή ακόμα ενός ανεξάρτητου ρόλου της αγροτιάς στην επανάσταση; Όχι, δεν την δεχόταν. Ξεκινούσε από το γεγονός ότι η αγροτιά, που δεν κατόρθωσε να υποστηρίξει την αστική δημοκρατία στην ανεξάρτητη δημοκρατική επανάσταση (κι αυτό από λάθος της αστικής δημοκρατίας, κι όχι της αγροτιάς), θα μπορούσε να υποστηρίξει το προλεταριάτο στην προλεταριακή επανάσταση. «Τότε η υπόθεση θα είναι υπέροχη». Φαίνεται ότι ο Ράντεκ δεν θέλει να δει ότι είναι αυτό ακριβώς που έγινε τον Οκτώβρη, και καθόλου άσχημα μάλιστα.

Τα συμπεράσματα που μπορεί κανείς να βγάλει απ’ όλα αυτά, σε ότι αφορά την Κίνα, είναι εντελώς καθαρά. Η διαμάχη γίνεται, όχι πάνω στον αποφασιστικό ρόλο της αγροτιάς ως συμμάχου, ούτε πάνω στη μεγάλη σπουδαιότητα της αγροτικής επανάστασης, αλλά πάνω στο ζήτημα, αν μια ανεξάρτητη αγροτική δημοκρατική επανάσταση είναι δυνατή στην Κίνα ή αν «μια δεύτερη έκδοση του Πολέμου των Χωρικών» θα υποστηρίξει την προλεταριακή δικτατορία. Το πρόβλημα δεν μπορεί να τεθεί αλλιώτικα. Εκείνος που επιχειρεί, ωστόσο, να το θέσει αλλιώτικα δεν έχει μάθει τίποτε και δεν έχει καταλάβει τίποτε, αλλά απλά συγχίζει το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας και το βγάζει από τη σωστή κατεύθυνση.

Για να μπορέσει το προλεταριάτο των χωρών της Ανατολής να ανοίξει το δρόμο προς τη νίκη, πρέπει, από τη στιγμή που θα ξεκινήσει, να εξαφανίσει, να πετάξει, να συντρίψει και να σαρώσει με μια σκούπα την αντιδραστική και σχολαστική θεωρία των «σταδίων» και των «βημάτων» του Στάλιν και του Μαρτίνοφ. Ο Μπολσεβικισμός ωρίμασε στη διάρκεια της πάλης ενάντια σ’ αυτόν το χυδαίο εξελικτισμό. Δεν πρέπει να προσαρμοζόμαστε σε μια γραμμή πορείας χαραγμένη από τα πριν, αλλά στην πραγματική πορεία της ταξικής πάλης. Είναι αναγκαίο να απορρίψουμε την ιδέα του Στάλιν και του Κούουζινεν –την ιδέα του καθορισμού μιας σειράς προτεραιότητας για τις χώρες που βρίσκονται σε διάφορα επίπεδα ανάπτυξης, δίνοντάς τους από τα πριν δελτία για διαφορετικές μερίδες επανάστασης. Πρέπει να προσαρμοζόμαστε στην πραγματική πορεία της ταξικής πάλης. Σ’ αυτό, ο Λένιν είναι ένας ανεκτίμητος οδηγός, αλλά πρέπει να παίρνουμε υπόψη ολόκληρο τον Λένιν.

Όταν το 1919, ιδιαίτερα σε σχέση με την οργάνωση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο Λένιν ενοποιούσε τα συμπεράσματα της περιόδου που είχε κυλήσει, και τους έδινε μια όλο και πιο ολοκληρωμένη θεωρητική διατύπωση, διερμήνευε την εμπειρία του κερενσκισμού και του Οκτώβρη ως εξής: σε μια αστική κοινωνία όπου οι ταξικοί ανταγωνισμοί έχουν ήδη αναπτυχθεί, δεν μπορεί να υπάρχει παρά η δικτατορία, ανοιχτή ή καλυμμένη, της μπουρζουαζίας ή η δικτατορία του προλεταριάτου. Κανένα ενδιάμεσο καθεστώς δεν είναι δυνατό. Κάθε δημοκρατία, κάθε «δικτατορία της δημοκρατίας» (τα ειρωνικά εισαγωγικά είναι του Λένιν) είναι απλά ένα προπέτασμα της κυριαρχίας της μπουρζουαζίας όπως το έχει αποδείξει η εμπειρία της πιο καθυστερημένης ευρωπαϊκής χώρας, της Ρωσίας, στη διάρκεια της αστικής της επανάστασης, δηλαδή, στην εποχή την πιο ευνοϊκή για τη «δικτατορία της δημοκρατίας». Αυτό το συμπέρασμα αποτελεί τη βάση των θέσεων του Λένιν πάνω στη δημοκρατία, που δεν ήταν παρά το άθροισμα των εμπειριών της Επανάστασης του Φλεβάρη και της Επανάστασης του Οκτώβρη.

Όπως πολλοί άλλοι, ο Ράντεκ χωρίζει μηχανιστικά το πρόβλημα της δημοκρατίας από το πρόβλημα της δημοκρατικής δικτατορίας. Αυτή είναι η πηγή των μεγαλύτερων λαθών. Η «δημοκρατική δικτατορία» δεν μπορεί να είναι παρά μια μεταμφίεση της κυριαρχίας της μπουρζουαζίας στη διάρκεια της επανάστασης. Η εμπειρία μας της δυαδικής εξουσίας (1917) μάς το διδάσκει τόσο καλά όσο και η εμπειρία του Κουόμινταγκ στην Κίνα.

Οι επίγονοι είναι σε απελπιστική κατάσταση: αυτό εκφράζεται με τον πιο καθαρό τρόπο στο γεγονός ότι, ακόμα και τώρα, επιχειρούν να αντιτάξουν τη δημοκρατική δικτατορία τόσο στη δικτατορία της μπουρζουαζίας όσο και στη δικτατορία του προλεταριάτου. Αλλά αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατική δικτατορία πρέπει να έχει έναν ενδιάμεσο χαρακτήρα, δηλαδή, να έχει ένα μικροαστικό περιεχόμενο. Η συμμετοχή του προλεταριάτου σ’ αυτήν, δεν αλλάζει τίποτε, γιατί στη Φύση δεν υπάρχει αριθμητικός μέσος όρος των διαφόρων ταξικών γραμμών. Αν δεν είναι ούτε η δικτατορία της μπουρζουαζίας ούτε η δικτατορία του προλεταριάτου, αυτό σημαίνει πως η μικρομπουρζουαζία πρέπει να παίζει εδώ τον καθοριστικό και αποφασιστικό ρόλο. Αλλά, αυτό μας ξαναγυρίζει στο ίδιο αυτό ερώτημα στο οποίο τρεις ρωσικές επαναστάσεις και δυο κινεζικές έχουν ήδη δώσει την απάντησή τους στην πράξη, δηλαδή: η μικρομπουρζουαζία είναι μήπως ικανή να παίξει σήμερα, μέσα στις συνθήκες της παγκόσμιας κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού, έναν ηγετικό επαναστατικό ρόλο στις καπιταλιστικές χώρες, ακόμα κι αν αυτές οι χώρες είναι καθυστερημένες και έχουν ακόμα να εκπληρώσουν τα δημοκρατικά τους καθήκοντα;

Υπήρξαν εποχές όπου τα κατώτερα στρώματα της μικρομπουρζουαζίας μπόρεσαν να εγκαθιδρύσουν τη δική τους επαναστατική δικτατορία. Αυτό το ξέρουμε. Αλλά αυτές ήταν εποχές όπου το προλεταριάτο εκείνου του καιρού, ή οι πρόδρομοί του, δεν είχε ακόμα διαφοροποιηθεί από τη μικρομπουρζουαζία, αλλά, αντίθετα, στην υπανάπτυκτη κατάστασή του, αποτελούσε το μαχητικό πυρήνα της. Σήμερα, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Δεν μπορούμε να μιλάμε για την ικανότητα της μικρομπουρζουαζίας να κατευθύνει τη ζωή της σύγχρονης έστω και καθυστερημένης, αστικής κοινωνίας, στο βαθμό που το προλεταριάτο έχει ήδη αποσπαστεί από τη μικρομπουρζουαζία και έχει ορθωθεί ανταγωνιστικά ενάντια στη μεγάλη μπουρζουαζία που, στη βάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, καταδικάζει τη μικρομπουρζουαζία με αφανισμό και θέτει αναπόφευκτα την αγροτιά μπροστά στην πολιτική επιλογή να εκλέξει ανάμεσα στην μπουρζουαζία και το προλεταριάτο. Κάθε φορά που η αγροτιά, αποφασίζει να υποστηρίζει ένα κόμμα που στην επιφάνεια φαίνεται μικροαστικό, στην πραγματικότητα προσφέρει την πλάτη της σαν στήριγμα για το χρηματιστικό κεφάλαιο. Ενώ στην περίοδο της πρώτης Ρωσικής Επανάστασης ή στην περίοδο ανάμεσα στις δυο πρώτες επαναστάσεις, μπορούσαν ακόμα να υπάρχουν διαφορές για το βαθμό ανεξαρτησίας (το βαθμό μονάχα!) της αγροτιάς και της μικρομπουρζουαζίας στη δημοκρατική επανάσταση, τώρα αυτό το ζήτημα έχει ξεκαθαριστεί, από ολόκληρη την πορεία των γεγονότων των τελευταίων δώδεκα χρόνων, και έχει ξεκαθαριστεί αμετάκλητα.

Μετά το Οκτώβρη, το ζήτημα τέθηκε ξανά στην πράξη σε πολλές χώρες και με όλες τις δυνατές μορφές και συνδυασμούς, και παντού λύθηκε με τον ίδιο τρόπο. Ύστερα από την εμπειρία του κερενσκισμού, μια θεμελιακή εμπειρία, όπως το έχουμε κιόλας πει, ήταν η εμπειρία του Κουόμινταγκ. Αλλά δεν είναι λιγότερο σημαντική η εμπειρία του φασισμού στην Ιταλία, όπου η μικρομπουρζουαζία, με το όπλο στο χέρι, άρπαξε την εξουσία από τα παλιά αστικά κόμματα για να την παραδώσει αμέσως, διαμέσου των ηγετών της, στη χρηματιστική ολιγαρχία. Το ίδιο ζήτημα μπήκε στην Πολωνία, όπου το κίνημα του Πιλσούδσκι, κατευθυνόταν άμεσα ενάντια στην αντιδραστική κυβέρνηση των αστών και των γαιοκτημόνων, και αντικαθρέφτιζε τις ελπίδες των μικροαστικών μαζών κι ακόμα πλατιών στρωμάτων του προλεταριάτου. Δεν είναι τυχαίο που ο παλιός πολωνός σοσιαλδημοκράτης Βάρσκι, φοβούμενος μην «υποτιμήσει την αγροτιά», ταύτισε την επανάσταση του Πιλσούδσκι με τη «δημοκρατική δικτατορία των εργατών και των αγροτών». Θα πηγαίναμε πολύ μακριά αν αναλύαμε εδώ τη βουλγάρικη εμπειρία, δηλαδή, την ατιμωτικά συγχυσμένη πολιτική των Κολάροφ και των Καμπάκτσιεφ απέναντι στο Κόμμα του Σταμπουλίσκι, ή το επαίσχυντο πείραμα με το Αγροτο-Εργατικό Κόμμα στις Ενωμένες Πολιτείες ή του ρομάντζου του Ζινόβιεφ με τον Ράντιτς, ή την εμπειρία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρουμανίας, κλπ. Στις βασικές τους γραμμές, ορισμένα απ’ αυτά τα γεγονότα έχουν αναλυθεί στο έργο μου «Η Κριτική του Σχεδίου Προγράμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς». Τα θεμελιακά συμπεράσματα απ’ όλες αυτές τις εμπειρίες επιβεβαιώνουν και ενισχύουν πλήρως τα μαθήματα του Οκτώβρη –δηλαδή το ότι η μικρομπουρζουαζία, κι εδώ περιλαμβάνεται και η αγροτιά, είναι ανίκανη να παίξει το ρόλο του ηγέτη στη σύγχρονη, έστω και καθυστερημένη, αστική κοινωνία, τόσο σε επαναστατικές όσο και σε αντιδραστικές εποχές. Η αγροτιά μπορεί είτε να υποστηρίξει τη δικτατορία της μπουρζουαζίας ή να γίνει ο στυλοβάτης της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οι ενδιάμεσες μορφές είναι μονάχα μεταμφιέσεις μιας δικτατορίας της μπουρζουαζίας που έχει αρχίσει να παραπαίει, ή που δεν έχει ξαναβρεί την ισορροπία της μετά από διάφορες ταραχές (κερενσκισμός, φασισμός, καθεστώς του Πιλσούδσκι).

Η αγροτιά μπορεί να ακολουθήσει ή την μπουρζουαζία ή το προλεταριάτο. Αλλά όταν το προλεταριάτο προσπαθεί να βαδίσει με κάθε τίμημα, μαζί με μια αγροτιά που δεν το ακολουθεί, στην πραγματικότητα το προλεταριάτο αποδείχνει ότι είναι δεμένο στην ουρά του χρηματιστικού κεφαλαίου: οι εργάτες ως υπερασπιστές της πατρίδας, στη Ρωσία, το 1917, οι εργάτες –μαζί και οι κομμουνιστές– στο Κουόμινταγκ, στην Κίνα, οι εργάτες στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Πολωνίας, και επίσης, ως ένα βαθμό, οι κομμουνιστές στην Πολωνία το 1926, κλπ.

Εκείνος που δεν το έχει σκεφτεί αυτό, μέχρι την τελευταία του συνέπεια και που δεν έχει καταλάβει τα γεγονότα από τα φρέσκα ίχνη που έχουν αφήσει πίσω τους, θα έκανε καλύτερα να μην ανακατεύεται στην επαναστατική πολιτική.

Το πιο θεμελιακό συμπέρασμα που ο Λένιν έβγαλε από τα μαθήματα των Επαναστάσεων του Φλεβάρη και του Οκτώβρη, και το έβγαλε εξαντλητικά και εμπεριστατωμένα, απορρίπτει ολοκληρωτικά την ιδέα της «δημοκρατικής δικτατορίας». Τα παρακάτω ο Λένιν τα έχει επαναλάβει πολλές φορές από το 1918:

«Ολόκληρη η πολιτική οικονομία, αν κάτι έχει μάθει κανείς απ’ αυτήν, ολόκληρη η ιστορία της επανάστασης, ολόκληρη η ιστορία της πολιτικής εξέλιξης το 19ο αιώνα, μας διδάσκουν ότι ο αγρότης ακολουθεί τον εργάτη ή τον αστό... Αν δεν ξέρετε γιατί, εγώ θα έλεγα σε τέτοιους πολίτες... εξετάσετε την ανάπτυξη μιας οποιασδήποτε από τις μεγάλες επαναστάσεις του 18ου και του 19ου αιώνα, την πολιτική ιστορία οποιασδήποτε χώρας στον 19ο αιώνα. Αυτά θα σας πουν το γιατί. Η οικονομική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι τέτοια, ώστε οι κυρίαρχες δυνάμεις σ’ αυτήν, μπορεί να είναι μόνο το κεφάλαιο ή το προλεταριάτο που το ανατρέπει. Δεν υπάρχουν άλλες δυνάμεις στην οικονομική δομή αυτής της κοινωνίας», (Ν.Λένιν: «Άπαντα», τόμ. ΧVI, σελ. 217)[2].

Εδώ δεν πρόκειται για τη σύγχρονη Αγγλία ή Γερμανία. Βασισμένος στα μαθήματα κάθε μεγάλης επανάστασης του 18ου ή του 19ου αιώνα, δηλαδή, των αστικών επαναστάσεων στις καθυστερημένες χώρες, ο Λένιν έφτασε στο συμπέρασμα ότι μόνο η δικτατορία της μπουρζουαζίας ή η δικτατορία του προλεταριάτου είναι δυνατές. Δεν μπορεί να έχουμε εδώ μια «δημοκρατική», δηλαδή, μια ενδιάμεση δικτατορία.

* * * *

Όπως βλέπουμε, ο Ράντεκ συνοψίζει το θεωρητικό και ιστορικό οδοιπορικό του σ’ έναν αφορισμό αρκετά φτωχό: πρέπει να διακρίνουμε την αστική επανάσταση από τη σοσιαλιστική επανάσταση. Φτάνοντας σ’ αυτό το «στάδιο», ο Ράντεκ άπλωσε αμέσως το χέρι στον Κούουζινεν, ο οποίος ξεκινώντας από το μόνο του εφόδιο, δηλαδή, την «κοινή λογική», θεωρεί απίθανο το ότι μπορεί κανείς να διακηρύσσει το σύνθημα της δικτατορίας του προλεταριάτου τόσο στις αναπτυγμένες χώρες όσο και στις καθυστερημένες χώρες. Με τη σοβαρότητα ενός ανθρώπου που δεν καταλαβαίνει τίποτε, ο Κούουζινεν καταδικάζει τον Τρότσκι, που «δεν έμαθε τίποτε» από το 1905. Ακολουθώντας τον Κούουζινεν, ο Ράντεκ γίνεται κι αυτός ειρωνικός: για τον Τρότσκι, «η ιδιομορφία της Κινέζικης και της Ινδικής Επανάστασης συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν διαφέρουν καθόλου από τις δυτικό-ευρωπαϊκές επαναστάσεις και πρέπει, κατά συνέπεια, στα πρώτα βήματά τους (;!) να οδηγήσουν στη δικτατορία του προλεταριάτου».

Ο Ράντεκ ξεχνάει μια λεπτομέρεια σε σχέση μ’ αυτά: η δικτατορία του προλεταριάτου έχει πραγματοποιηθεί ακριβώς σε μια καθυστερημένη χώρα της Ανατολικής Ευρώπης, κι όχι στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Είναι μήπως λάθος του Τρότσκι το αν το ιστορικό προτσές παράβλεψε την «ιδιομορφία» της Ρωσίας; Ο Ράντεκ ξεχνάει, επιπλέον, ότι η μπουρζουαζία –ακριβέστερα το χρηματιστικό κεφάλαιο– κυριαρχεί σ’ όλες τις καπιταλιστικές χώρες, μ’ όλη τους την ποικιλία στο επίπεδο ανάπτυξης, την κοινωνική δομή, τις παραδόσεις, κλπ., δηλαδή, με όλες τους τις «ιδιομορφίες». Εδώ, πάλι η έλλειψη σεβασμού γι’ αυτή την ιδιομορφία ξεκινάει από την ιστορική ανάπτυξη και καθόλου από τον Τρότσκι.

Αλλά τότε, που βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στις αναπτυγμένες και τις καθυστερημένες χώρες; Η διαφορά είναι μεγάλη, αλλά παραμένει ακόμα μέσα στα όρια της κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων. Οι μορφές και οι μέθοδες κυριαρχίας της μπουρζουαζίας διαφέρουν πολύ στις διάφορες χώρες. Στον έναν πόλο, η κυριαρχία έχει έναν έντονο και απόλυτο χαρακτήρα: οι Ενωμένες Πολιτείες. Στον άλλο πόλο, το χρηματιστικό κεφάλαιο προσαρμόζεται στους απαρχαιωμένους θεσμούς του ασιατικού μεσαιωνισμού, που τους υποτάσσει, και τους επιβάλλει τις μέθοδές του: η Ινδία. Αλλά η μπουρζουαζία κυριαρχεί και στις δυο. Από δω βγαίνει ότι η δικτατορία του προλεταριάτου, επίσης, θα πάρει, στις διάφορες καπιταλιστικές χώρες, ένα χαρακτήρα εξαιρετικά ποικίλο σ’ ό,τι αφορά την κοινωνική βάση, τις πολιτικές μορφές, τα άμεσα καθήκοντα και τους ρυθμούς δουλειάς. Αλλά δεν θα είναι παρά η επαναστατική ηγεμονία του προλεταριάτου, μεταμορφωνόμενη σε δικτατορία του προλεταριάτου μετά την κατάκτηση της εξουσίας που θα μπορεί να δώσει στις λαϊκές μάζες τη νίκη ενάντια στο μπλοκ των ιμπεριαλιστών, των φεουδαρχών και των εθνικών αστικών τάξεων.

Ο Ράντεκ φαντάζεται ότι λαμβάνει υπόψη του την υποτιθέμενη «ιδιομορφία» των διαφόρων χωρών, αντίθετα με μένα, επειδή απλά έχει διαιρέσει την ανθρωπότητα σε δυο ομάδες –μια που έχει «ωριμάσει» για τη σοσιαλιστική δικτατορία, και μια άλλη που έχει «ωριμάσει» μόνο για τη δημοκρατική δικτατορία. Στην πραγματικότητα παρουσιάζει ένα νεκρό κλισέ που μόνο να αποπροσανατολίσει μπορεί τους κομμουνιστές από μια γνήσια μελέτη της ιδιομορφίας μιας δοσμένης χώρας, δηλαδή της ζωντανής αλληλοδιείσδυσης των διαφόρων βημάτων και σταδίων της ιστορικής ανάπτυξης αυτής της χώρας.

Οι ιδιομορφίες μιας χώρας που δεν έχει κάνει ή που δεν έχει ολοκληρώσει τη δημοκρατική της επανάσταση, έχουν τόσο μεγάλη σημασία που πρέπει να παρθούν σαν η βάση του προγράμματος της προλεταριακής πρωτοπορίας. Μόνο πάνω στη βάση ενός τέτοιου εθνικού προγράμματος μπορεί ένα κομμουνιστικό κόμμα να αναπτύξει τον πραγματικό και πετυχημένο αγώνα του για να κερδίσει με το μέρος του την πλειοψηφία της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων, γενικά, ενάντια στην μπουρζουαζία και τους δημοκράτες πράκτορές της.

Είναι βέβαιο ότι οι δυνατότητες επιτυχίας αυτής της πάλης καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από το ρόλο του προλεταριάτου στην οικονομία της χώρας και κατά συνέπεια, από το επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξής της. Αυτό δεν είναι, ωστόσο, το μοναδικό κριτήριο. Δεν είναι λιγότερο σπουδαίο το ζήτημα αν υπάρχει στη χώρα ένα καυτό και με πολλές προεκτάσεις πρόβλημα «για το λαό», ένα πρόβλημα, που η λύση του να ενδιαφέρει την πλειοψηφία του έθνους και να απαιτεί τα πιο τολμηρά επαναστατικά μέτρα. Ανάμεσα στα προβλήματα αυτού του είδους είναι το αγροτικό ζήτημα και το εθνικό ζήτημα, στους ποικίλους συνδυασμούς τους. Με το οξύ αγροτικό πρόβλημα και την αβάστακτη εθνική καταπίεση στις αποικιακές χώρες, το νεαρό και σχετικά μικρό προλεταριάτο μπορεί να έρθει στην εξουσία, στη βάση μιας εθνικής δημοκρατικής επανάστασης, νωρίτερα απ’ ό,τι το προλεταριάτο μιας αναπτυγμένης χώρας στη βάση μιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Μπορεί να φαίνεται ότι, ύστερα από τον Οκτώβρη, δεν υπήρχε πια ανάγκη να το αποδείξουμε αυτό. Αλλά, μέσα από τα χρόνια της ιδεολογικής αντίδρασης, μέσα από τη θεωρητική διαφθορά των επιγόνων, οι πιο στοιχειώδεις έννοιες της επανάστασης έχουν γίνει τόσο χοντροκομμένες, τόσο σάπιες και τόσο κουουζινοποιημένες, που αναγκάζεται κανείς κάθε φορά να ξαναρχίζει από την αρχή.

Αυτά που ειπώθηκαν πιο πάνω σημαίνουν πως όλες οι χώρες του κόσμου είναι ήδη σήμερα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ώριμες για τη σοσιαλιστική επανάσταση; Όχι, αυτός είναι ένας λαθεμένος, νεκρός, σχολαστικός, σταλινομπουχαρινικός τρόπος τοποθέτησης του ζητήματος. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η παγκόσμια οικονομία είναι, στο σύνολό της, ώριμη για το σοσιαλισμό. Αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου ότι κάθε χώρα, παρμένη χωριστά, είναι ώριμη. Τότε τί θα γίνει με τη δικτατορία του προλεταριάτου στις διάφορες καθυστερημένες χώρες όπως στην Κίνα, την Ινδία, κλπ.; Απαντάμε: η Ιστορία δεν γίνεται με διαταγές. Μια χώρα μπορεί να γίνει «ώριμη» για τη δικτατορία του προλεταριάτου, όχι μόνο πριν να είναι ώριμη για την ανεξάρτητη οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αλλά ακόμα και πριν να είναι ώριμη για πλατιά μέτρα κοινωνικοποίησης. Δεν πρέπει να ξεκινάει κανείς από μια προκατασκευασμένη αρμονία στην κοινωνική ανάπτυξη. Ο νόμος της ανισόμερης ανάπτυξης ζει ακόμα, παρά τον τρυφερό θεωρητικό εναγκαλισμό του από τον Στάλιν. Η δύναμη αυτού του νόμου λειτουργεί, όχι μόνο στις σχέσεις των χωρών μεταξύ τους, αλλά και στις αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα σε διάφορα προτσές στο εσωτερικό μιας και μόνης χώρας. Μόνο σε παγκόσμια κλίμακα μπορούν να συμφιλιωθούν τα ανισόμερα προτσές της οικονομίας και της πολιτικής. Αυτό σημαίνει, ιδιαίτερα, ότι δεν μπορεί κανείς να εξετάζει το πρόβλημα της δικτατορίας του προλεταριάτου στην Κίνα μόνο μέσα στα όρια της κινέζικης οικονομίας και πολιτικής. Εδώ ακριβώς καταλήγουμε σε δυο αλληλοαποκλειόμενες απόψεις: τη διεθνιστική επαναστατική θεωρία της διαρκούς επανάστασης και την εθνικορεφορμιστική θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα. Όχι μονάχα η καθυστερημένη Κίνα, αλλά, γενικά, καμιά χώρα του κόσμου δεν μπορεί να οικοδομήσει το σοσιαλισμό μέσα στα δικά της εθνικά όρια: οι υψηλά αναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, που ξεχειλίζουν από τα εθνικά σύνορα, αντιστέκονται σ’ αυτό, όπως ακριβώς και εκείνες οι δυνάμεις που δεν είναι αρκετά αναπτυγμένες για να εθνικοποιηθούν. Η δικτατορία του προλεταριάτου στη Βρετανία, λόγου χάρη, θα προσκρούσει σε δυσκολίες και αντιφάσεις, διαφορετικού χαρακτήρα είναι αλήθεια, αλλά ίσως όχι μικρότερες από εκείνες που θα αντιμετωπίσει η δικτατορία του προλεταριάτου στην Κίνα. Και στις δυο περιπτώσεις, οι αντιφάσεις δεν θα μπορούν να υπερπηδηθούν παρά διαμέσου της διεθνούς επανάστασης. Αυτή η άποψη δεν αφήνει χώρο για το ζήτημα της «ωριμότητας» ή της «ανωριμότητας» της Κίνας για το σοσιαλιστικό ανασχηματισμό. Εκείνο που παραμένει αναμφισβήτητο εδώ είναι ότι η καθυστέρηση της Κίνας κάνει εξαιρετικά δύσκολα τα καθήκοντα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αλλά ας το ξαναπούμε γι’ άλλη μια φορά: η Ιστορία δεν γίνεται με διαταγές, και το κινέζικο προλεταριάτο δεν έχει να εκλέξει.

Αυτό σημαίνει, τουλάχιστο, ότι κάθε χώρα, και η πιο καθυστερημένη αποικιακή χώρα, είναι ώριμη, αν όχι για το σοσιαλισμό, για τη δικτατορία του προλεταριάτου; Όχι, δεν σημαίνει αυτό. Τότε, τι γίνεται με τη δημοκρατική επανάσταση, γενικά –και στις αποικίες ιδιαίτερα; Πού είναι γραμμένο –απαντάω σ’ αυτή την ερώτηση με μια άλλη ερώτηση– ότι κάθε αποικιακή χώρα είναι ώριμη για την άμεση και ολοσχερή εκπλήρωση των εθνικών δημοκρατικών καθηκόντων της; Θα πρέπει να προσεγγίσουμε το ζήτημα αντίστροφα. Μέσα στις συνθήκες της ιμπεριαλιστικής εποχής η εθνική δημοκρατική επανάσταση μπορεί να φτάσει στη νίκη μόνο όταν οι κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις της χώρας είναι ώριμες για να φέρουν στην εξουσία το προλεταριάτο σαν ηγέτη των λαϊκών μαζών. Κι αν αυτό δεν συμβαίνει ακόμα; Τότε η πάλη για την εθνική απελευθέρωση δεν θα καταλήξει παρά σε πολύ λειψά αποτελέσματα που θα κατευθύνονται ολοκληρωτικά ενάντια στις εργαζόμενες μάζες. Το 1905, το ρωσικό προλεταριάτο δεν αποδείχτηκε αρκετά δυνατό για να ενώσει γύρω του τις αγροτικές μάζες και να κατακτήσει την εξουσία. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η επανάσταση σταμάτησε στη μέση του δρόμου και μετά βούλιαξε όλο και πιο βαθιά. Στην Κίνα, όπου το προλεταριάτο, παρά την εξαιρετικά ευνοϊκή κατάσταση, εμποδίστηκε από τη ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς να παλέψει για την εξουσία, τα εθνικά καθήκοντα βρήκαν μια άθλια, ασταθή και μίζερη λύση στο καθεστώς του Κουόμινταγκ.

Δεν μπορεί κανείς να προβλέψει πότε και μέσα σε ποιες συνθήκες μια αποικιακή χώρα θα γίνει ώριμη για την πραγματική επαναστατική λύση του εθνικού και αγροτικού προβλήματος. Αλλά, όπως και νά ’χει, μπορούμε σήμερα, με κάθε σιγουριά, να βεβαιώσουμε ότι, όχι μόνο η Κίνα, αλλά και η Ινδία, δεν θα μπορέσουν να φτάσουν σε μια γνήσια λαϊκή δημοκρατία, δηλαδή τη δημοκρατία των εργατών και των αγροτών, παρά μόνο διαμέσου της δικτατορίας του προλεταριάτου. Σ’ αυτό το δρόμο μπορεί να υπάρχουν ακόμα πολλά στάδια, βήματα και φάσεις. Κάτω από την πίεση των λαϊκών μαζών, η μπουρζουαζία θα κάνει ακόμα βήματα προς τα αριστερά, για να χτυπήσει στη συνέχεια το λαό με έναν τρόπο πιο ανελέητο. Περίοδες δυαδικής εξουσίας είναι δυνατές και πιθανές. Αλλά αυτό που δεν θα γίνει, αυτό που δεν μπορεί να γίνει, είναι μια γνήσια δημοκρατική δικτατορία που δεν είναι η δικτατορία του προλεταριάτου. Μια «ανεξάρτητη» δημοκρατική δικτατορία δεν μπορεί να πάρει παρά το χαρακτήρα του Κουόμινταγκ, πράγμα που σημαίνει ότι αυτή θα κατευθύνεται εξολοκλήρου ενάντια στους εργάτες και τους αγρότες. Πρέπει να το καταλάβουμε από την αρχή, και να το διδάξουμε στις μάζες, χωρίς να κρύβουμε τις ταξικές πραγματικότητες πίσω από αφηρημένες φόρμουλες.

Ο Στάλιν και ο Μπουχάριν διακήρυξαν ότι, χάρη στο ζυγό του ιμπεριαλισμού, η εθνική επανάσταση στην Κίνα μπορούσε να εκπληρωθεί από την μπουρζουαζία. Η απόπειρα έγινε. Ποιό ήταν το αποτέλεσμα; Το προλεταριάτο βρέθηκε κάτω από το τσεκούρι του δήμιου. Στη συνέχεια είπαν: Τώρα είναι η σειρά της δημοκρατικής δικτατορίας. Η μικροαστική δικτατορία αποδείχτηκε απλά μια μεταμφιεσμένη δικτατορία του κεφαλαίου. Αυτό ήταν τυχαίο; Καθόλου: «Ο αγρότης ακολουθεί ή τον εργάτη ή τον αστό». Στην πρώτη περίπτωση έχουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου, στη δεύτερη τη δικτατορία της μπουρζουαζίας. Θα έλεγε κανείς ότι το κινέζικο μάθημα είναι αρκετά καθαρό, έστω κι αν το μελετάμε από μακριά. «Όχι, μας απαντάνε, αυτό ήταν απλά ένα αποτυχημένο πείραμα. Θα ξαναρχίσουμε τα πάντα από την αρχή και αυτή τη φορά θα δημιουργήσουμε τη “γνήσια” δημοκρατική δικτατορία». «Με ποιά μέσα;». «Πάνω στην κοινωνική βάση της συνεργασίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Την τελευταία αυτή ανακάλυψη μάς την προσφέρει ο Ράντεκ. Αλλά, επιτρέψτε μας, το Κουόμινταγκ αναπτύχθηκε στην ίδια αυτή βάση: οι εργάτες και οι αγρότες «συνεργάστηκαν» –για να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά για την μπουρζουαζία. Πέστε μας λοιπόν ποιός θα είναι ο πολιτικός μηχανισμός αυτής της συνεργασίας; Τι τοποθετείτε στη θέση του Κουόμινταγκ; Ποιά κόμματα θα είναι στην εξουσία; Υποδείξτε τα τουλάχιστο κατά προσέγγιση, τουλάχιστο περιγράψτε τα! Σ’ όλα αυτά, ο Ράντεκ απαντά (το 1928!) ότι μονάχα άνθρωποι ολοκληρωτικά ξοφλημένοι, ανίκανοι να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα του μαρξισμού, μπορούν να ενδιαφέρονται για ένα τέτοιο δευτερεύον τεχνικό ζήτημα όπως το να ρωτούν ποια τάξη θα κάνει το άλογο και ποια τάξη θα είναι ο καβαλάρης. Ενώ ένας μπολσεβίκος, πρέπει να «αποσπαστεί» από το πολιτικό υπεροικοδόμημα και να επικεντρώσει την προσοχή του στις ταξικές βάσεις. Όχι, επιτρέψτε μου, ας τελειώνουμε με το αστείο σας. Έχετε ήδη «αποσπαστεί» αρκετά. Περισσότερο από αρκετά! Στην Κίνα «αποσπαστήκατε» από το ζήτημα τού πως η ταξική συνεργασία εκφραζόταν στις κομματικές υποθέσεις, σύρατε το προλεταριάτο στο Κουόμινταγκ, ενθουσιαστήκατε με το Κουόμινταγκ σε τέτοιο σημείο που χάσατε τα λογικά σας, αντισταθήκατε με λύσσα στην αποχώρηση από το Κουόμινταγκ, αποφύγατε τα πολιτικά ζητήματα της πάλης, επαναλαμβάνοντας αφηρημένες φόρμουλες. Και όταν η μπουρζουαζία, πολύ συγκεκριμένα, έσπασε το κεφάλι του προλεταριάτου, μας προτείνατε: Ας δοκιμάσουμε ακόμα μια φορά, και, για να ξαναρχίσουμε, «ας αποσπαστούμε» γι’ άλλη μια φορά, από τα ζητήματα των κομμάτων και της επαναστατικής εξουσίας. Όχι! Αυτά είναι πολύ άσχημα αστεία. Δεν θα επιτρέψουμε να μας ξανατραβήξουν προς τα πίσω!

Όλους αυτούς τους ακροβατισμούς, όπως έχουμε αντιληφθεί, τους παρουσιάζουν σαν να συμφέρουν τη συμμαχία των εργατών και των χωρικών. Ο Ράντεκ προειδοποιεί την Αντιπολίτευση ενάντια στην υποτίμηση της αγροτιάς και επικαλείται την πάλη του Λένιν ενάντια στους μενσεβίκους. Μερικές φορές, όταν παρατηρεί κανείς τι γίνεται με τα αποσπάσματα του Λένιν λυπάται πικρά για τέτοιου είδους προσβολές ενάντια στην αξιοπρέπεια της ανθρώπινης σκέψης. Ναι, ο Λένιν έχει πει πολλές φορές ότι η άρνηση του επαναστατικού ρόλου της αγροτιάς ήταν ένα χαρακτηριστικό των μενσεβίκων. Κι αυτό ήταν σωστό. Αλλά δεν υπάρχουν μόνο αυτά τα αποσπάσματα, υπήρξε και το 1917, στο οποίο οι μενσεβίκοι ξόδεψαν τους οχτώ μήνες ανάμεσα στην Επανάσταση του Φλεβάρη και την Επανάσταση του Οκτώβρη, σ’ ένα αδιάσπαστο μπλοκ με τους σοσιαλεπαναστάτες. Εκείνη την περίοδο, οι σοσιαλεπαναστάτες αντιπροσώπευαν τη συντριπτική πλειοψηφία της αγροτιάς που είχε αφυπνιστεί από την επανάσταση. Οι μενσεβίκοι, μαζί με τους σοσιαλεπαναστάτες, αποκαλούσαν τον εαυτό τους επαναστατική δημοκρατία και μας αντιλέγανε ότι ήταν αυτοί ακριβώς που στηρίζονταν πάνω στη συμμαχία των εργατών και των αγροτών (των στρατιωτών). Έτσι, μέσα στην Επανάσταση του Φλεβάρη, οι μενσεβίκοι απαλλοτρίωσαν, ας το πούμε έτσι, τη μπολσεβίκικη φόρμουλα της συμμαχίας των εργατών και των αγροτών. Κατηγορούσαν, τους Μπολσεβίκους ότι θέλανε να αποσπάσουν την προλεταριακή πρωτοπορία από την αγροτιά και, έτσι, να καταστρέψουν την επανάσταση. Με άλλα λόγια, οι μενσεβίκοι κατηγορούσαν τον Λένιν ότι αγνοεί ή, τουλάχιστο, ότι υποτιμάει την αγροτιά. Η κριτική που ο Κάμενεφ, ο Ζινόβιεφ και άλλοι κατεύθυναν ενάντια στον Λένιν δεν ήταν παρά ο αντίλαλος της μενσεβίκικης κριτικής. Και η σημερινή κριτική του Ράντεκ δεν είναι παρά ένας καθυστερημένος αντίλαλος της κριτικής του Κάμενεφ.

Η πολιτική των επιγόνων στην Κίνα, κι εδώ περιλαμβάνεται και η πολιτική του Ράντεκ, είναι η συνέχιση και η παραπέρα ανάπτυξη της μενσεβίκικης μασκαράτας του 1917. Ο Ράντεκ, το ίδιο όπως ο Στάλιν, υπεράσπισε την παραμονή του Κομμουνιστικού Κόμματος μέσα στο Κουόμινταγκ, αναφερόμενος κι αυτός στην αναγκαιότητα της συμμαχίας των εργατών και των αγροτών. Όταν «τυχαία» ανακάλυψαν ότι το Κουόμινταγκ ήταν ένα αστικό κόμμα, επανέλαβαν την προσπάθειά τους με την «αριστερή» πτέρυγα του Κουόμινταγκ. Τα αποτελέσματα ήταν τα ίδια. Τότε η αφαίρεση της δημοκρατικής δικτατορίας, σε διάκριση με τη δικτατορία του προλεταριάτου, ανυψώθηκε πάνω από τη θλιβερή αυτή πραγματικότητα που πρόδωσε τις μεγάλες ελπίδες –μια φρέσκια επανάληψη εκείνου που ήδη είχαμε. Στα 1917 ακούσαμε εκατοντάδες φορές τον Τσερετέλι, τον Νταν και άλλους να λένε: «Έχουμε ήδη τη δικτατορία της επαναστατικής δημοκρατίας, αλλά εσείς πηγαίνετε προς τη δικτατορία του προλεταριάτου, δηλαδή, προς την καταστροφή». Αλήθεια, οι άνθρωποι έχουν τόσο αδύνατη μνήμη. Η «επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία» των Στάλιν-Ράντεκ δεν διαφέρει σε τίποτε απολύτως από τη «δικτατορία της επαναστατικής δημοκρατίας» των Τσερετέλι-Νταν. Κι όμως αυτή η φόρμουλα, όχι μόνο διαπερνάει όλες τις αποφάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αλλά και έχει εισχωρήσει στο πρόγραμμά της. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί μια πιο δόλια μασκαράτα, και, ταυτόχρονα, μια πιο σκληρή εκδίκηση του μενσεβικισμού για όλες τις προσβολές που ο Μπολσεβικισμός του φόρτωσε το 1917.

Όμως, οι επαναστάτες της Ανατολής έχουν ακόμα το δικαίωμα να απαιτούν μια συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα για το χαρακτήρα της «δημοκρατικής δικτατορίας» –απάντηση βασισμένη όχι πάνω στα παλιά, ακόμα a priori αποσπάσματα, αλλά πάνω στα γεγονότα και στην πολιτική εμπειρία. Στο ερώτημα: «Τί είναι η δημοκρατική δικτατορία;», ο Στάλιν έχει δώσει πολλές φορές την παρακάτω πραγματικά κλασική απάντηση: για την Ανατολή, είναι περίπου όπως «την συνέλαβε ο Λένιν σε σχέση με την Επανάσταση του 1905». Αυτό έχει γίνει, κατά κάποιο τρόπο, η επίσημη φόρμουλα. Την βρίσκει κανείς στα βιβλία και στις αποφάσεις τις αφιερωμένες στην Κίνα, την Ινδία ή την Πολυνησία. Παραπέμπουν τους επαναστάτες στις «συλλήψεις» του Λένιν που αφορούν γεγονότα του μέλλοντος, που από πολύ καιρό έχουν γίνει γεγονότα του παρελθόντος, και, επιπλέον, ερμηνεύουν τις υποθετικές «συλλήψεις» του Λένιν με τούτο ή εκείνο τον τρόπο, αλλά ποτέ με τον τρόπο που ο Λένιν της ερμήνευε μετά τα γεγονότα.

Εντάξει, λέει ο κομμουνιστής της Ανατολής, σκύβοντας το κεφάλι, εμείς θα προσπαθήσουμε να την συλλάβουμε όπως ακριβώς την συνέλαβε ο Λένιν, σύμφωνα με τα λόγια σας, πριν από την επανάσταση. Αλλά, πέστε μου, σας παρακαλώ, πώς είναι στην πραγματικότητα αυτό το σύνθημα; Πώς πραγματοποιήθηκε στη χώρα σας;

Στη χώρα μας, πραγματοποιήθηκε με τη μορφή του καθεστώτος του Κερένσκι στην εποχή της δυαδικής εξουσίας.

Μπορούμε να πούμε στους εργάτες μας πως το σύνθημα της δημοκρατικής δικτατορίας θα πραγματοποιηθεί στη χώρα μας με τη μορφή του δικού μας εθνικού κερενσκισμού;

Μα τι λέτε τώρα! Καθόλου! Κανείς εργάτης δεν θα υιοθετήσει ένα τέτοιο σύνθημα: ο κερενσκισμός είναι δουλοφροσύνη μπροστά στην μπουρζουαζία και προδοσία του εργαζόμενου λαού.

Αλλά, τότε, τι πρέπει να πούμε στους εργάτες μας;, ρωτάει απελπισμένος ο κομμουνιστής της Ανατολής.

Πρέπει να τους πείτε –απαντάει ανυπόμονα ο Κούουζινεν, που είναι της υπηρεσίας– ότι η δημοκρατική δικτατορία είναι εκείνη που συνέλαβε ο Λένιν σε σχέση με τη μελλοντική δημοκρατική επανάσταση.

Αν ο κομμουνιστής της Ανατολής δεν έχει χάσει το λογικό του, θα προσπαθήσει να απαντήσει:

Αλλά, δεν εξήγησε ο Λένιν το 1918 πως ο δημοκρατική δικτατορία δεν βρήκε τη γνήσια και αληθινή της πραγματοποίηση παρά στην Επανάσταση του Οκτώβρη, που εγκαθίδρυσε τη δικτατορία του προλεταριάτου; Δεν θα ήταν καλύτερα να προσανατολίσουμε το Κόμμα και την εργατική τάξη, ακριβώς σ’ αυτή την προοπτική;

Σε καμιά περίπτωση. Μην τολμήσετε καν να το σκεφτείτε. Αυτή είναι η διαρ-ρ-ρκής επ-π-π-ανάσταση! Αυτός είναι ο τρ-ρ-ρ-ροτσκισμός!

Ύστερα από αυτή τη σκληρή επίπληξη, ο κομμουνιστής της Ανατολής, γυρίζει πιο άσπρος κι από το χιόνι της πιο υψηλής κορυφής των Ιμαλαΐων, και εγκαταλείπει κάθε παραπέρα επιθυμία για γνώση. Ας γίνει ότι είναι να γίνει!

Και το αποτέλεσμα; Το ξέρουμε καλά: ή η αισχρή ταπείνωση μπροστά στον Τσιαγκ Κάι-σεκ, ή οι ηρωικοί τυχοδιωκτισμοί.

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————

[1].Ο Τσιαγκ Κάι-σεκ είναι ο αρχηγός της δεξιάς και ο Βαγκ Τσιγκ-βέι της Αριστεράς του Κουόμινταγκ. Ο Ταγκ Πιγκ-σαν υπηρέτησε ως κομμουνιστής υπουργός, εφαρμόζοντας τη γραμμή των Στάλιν-Μπουχάριν στην Κίνα –Λ.Τ.

[2]. «Η Παραπλάνηση του Λαού με τα Συνθήματα της Ελευθερίας και της Ισότητας», Μάης 1919 (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 38, σελ. 362-363, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).