Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι>Η Διαρκής Επανάσταση_k
Λεόν Τρότσκι

Η Διαρκής Επανάσταση

Προηγούμενο:: 7. Τι Σημαίνει για την Ανατολή... η Δημοκρατική Δικτατορία;
Επόμενο: 9. Επίλογος


8. ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΞΙΣΜΟ
ΣΤΟΝ ΠΑΤΣΙΦΙΣΜΟ

Το πιο ανησυχητικό, σαν σύμπτωμα, είναι ένα απόσπασμα στο άρθρο του Ράντεκ που, βέβαια, φαίνεται απομακρυσμένο από το κεντρικό θέμα που μας ενδιαφέρει, αλλά που είναι στενά δεμένο μ’ αυτό το θέμα λόγω της ομοιογένειας της στροφής του Ράντεκ προς τους σημερινούς θεωρητικούς του κεντρισμού. Αναφέρομαι στα κάπως μεταμφιεσμένα ανοίγματα που κάνει ο Ράντεκ προς τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα. Πρέπει να σταθούμε σ’ αυτό, γιατί αυτή η «παράπλευρη γραμμή» των λαθών του Ράντεκ μπορεί, να ξεπεράσει όλες τις άλλες διαφορές, στην παραπέρα ανάπτυξή της, αποκαλύπτοντας ότι η ποσότητα τους έχει οριστικά μετατραπεί σε ποιότητα.

Συζητώντας για τους κινδύνους που απειλούν την επανάσταση από τα έξω, ο Ράντεκ γράφει ότι ο Λένιν «είχε συνείδηση του γεγονότος ότι με το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης της Ρωσίας στα 1905, αυτή η (προλεταριακή) δικτατορία μπορεί να διατηρηθεί μονάχα αν το Δυτικοευρωπαϊκό προλεταριάτο έρθει σε βοήθεία της», (η υπογράμμιση είναι δική μου –Λ.Τ.).

Το ένα λάθος ακολουθεί το άλλο. Και πάνω απ’ όλα, μια πολύ χοντροκομμένη παραβίαση της ιστορικής προοπτικής. Στην πραγματικότητα, ο Λένιν είπε, παραπάνω από μια φορά, ότι η δημοκρατική δικτατορία (και καθόλου η προλεταριακή) στη Ρωσία, θα ήταν ανίκανη να διατηρηθεί χωρίς τη σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη. Αυτή η ιδέα διαπερνάει σαν κόκκινη κλωστή όλα τα άρθρα και τις ομιλίες του Λένιν τις μέρες του Συνεδρίου του Κόμματος στη Στοκχόλμη, στα 1906 (πολεμική ενάντια στον Πλεχάνοφ, ζητήματα εθνικοποίησης, κλπ.). Αυτήν την περίοδο, ο Λένιν δεν έθετε καθόλου το ζήτημα της προλεταριακής δικτατορίας στη Ρωσία πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη. Αλλά, για την ώρα, δεν είναι εδώ που βρίσκεται το σημαντικότερο. Τί σημαίνει: «με το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης της Ρωσίας στα1905»; Και πώς είναι τα πράγματα σ’ ότι αφορά το επίπεδο στα 1917; Είναι πάνω σ’ αυτή τη διαφορά στα επίπεδα που στήθηκε η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα. Το πρόγραμμα της Κόμιντερν έχει διαιρέσει ολόκληρη την υδρόγειο σε τετράγωνα που είναι «επαρκή» σε επίπεδο για την ανεξάρτητη οικοδόμηση του σοσιαλισμού, και σ’ άλλα που είναι «ανεπαρκή». Και, έτσι, δημιούργησε μια σειρά απελπιστικά αδιέξοδα για την επαναστατική στρατηγική. Οι διαφορές στα οικονομικά επίπεδα μπορεί αναμφίβολα να έχουν αποφασιστική σημασία για την πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης. Στα 1905, δεν μπορούσαμε να υψωθούμε μέχρι τη δικτατορία του προλεταριάτου, όπως ακριβώς, άλλωστε, δεν ήμασταν ικανοί να υψωθούμε μέχρι τη δημοκρατική δικτατορία. Στα 1917, εγκαθιδρύσαμε τη δικτατορία του προλεταριάτου, που κατάπιε τη δημοκρατική δικτατορία. Αλλά, είτε με το οικονομικό επίπεδο του 1917 είτε με εκείνο του 1905, η δικτατορία δεν μπορεί να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί σε σοσιαλισμό παρά μόνο αν το προλεταριάτο της Δύσης έρθει έγκαιρα σε βοήθειά της. Φυσικά, αυτό το «έγκαιρα» δεν μπορεί να καθοριστεί από τα πριν: αυτό καθορίζεται από την πορεία της ανάπτυξης και της πάλης. Απέναντι στο θεμελιακό αυτό ζήτημα, που καθορίζεται από τον παγκόσμιο συσχετισμό των δυνάμεων και που έχει την τελευταία και αποφασιστική λέξη, η διαφορά ανάμεσα στα επίπεδα ανάπτυξης της Ρωσίας του 1905 και του 1917, όσο σημαντική κι αν είναι καθεαυτή, είναι ένας παράγοντας δευτερεύουσας σημασίας.

Αλλά ο Ράντεκ δεν ικανοποιείται με τη διφορούμενη αυτή αναφορά, στη διαφορά των επιπέδων. Αφού αναφέρεται στο γεγονός ότι ο Λένιν έβλεπε τη σύνδεση ανάμεσα στα εσωτερικά προβλήματα της επανάστασης και τα παγκόσμια προβλήματά της (καλά τώρα!) ο Ράντεκ προσθέτει:

«Αλλά ο Λένιν δεν τόνιζε μόνο την ιδέα αυτή της σύνδεσης ανάμεσα στη διατήρηση της σοσιαλιστικής δικτατορίας στη Ρωσία και τη βοήθεια του προλεταριάτου της Δυτικής Ευρώπης, όπως την τόνιζε υπέρμετρα η διατύπωση του Τρότσκι, δηλαδή, ότι πρέπει να είναι μια κρατική βοήθεια, μ’ άλλα λόγια η βοήθεια του ήδη νικηφόρου προλεταριάτου», (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου –Λ.Τ.).

Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, ειλικρινά δεν πίστευα στα μάτια μου. Για ποιό σκοπό χρειάστηκε ο Ράντεκ αυτό το ανάξιο όπλο, από το οπλοστάσιο των επιγόνων; Εδώ δεν έχουμε παρά μια ντροπαλή επανάληψη των κοινοτοπιών του Στάλιν, τις οποίες πάντα χλευάζαμε. Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, το απόσπασμα δείχνει ότι ο Ράντεκ έχει μια πολύ ελλιπή ιδέα για τα θεμελιακά ορόσημα στο δρόμο του Λένιν. Ο Λένιν δεν αντέταξε ποτέ, όπως το κάνει ο Στάλιν, την πίεση του ευρωπαϊκού προλεταριάτου πάνω στην αστική εξουσία στην κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο. Αντίθετα, έχει διατυπώσει το ζήτημα της επαναστατικής βοήθειας από το εξωτερικό μ’ έναν τρόπο πολύ πιο οξύ από μένα. Την εποχή της πρώτης επανάστασης, επαναλάμβανε ακούραστα ότι δεν θα μπορούσαμε να διατηρήσουμε τη δημοκρατία (ούτε καν τη δημοκρατία!) χωρίς τη σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη. Γενικά μιλώντας, στα 1917-1918, και στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Λένιν πάντα εκτιμούσε και αντίκριζε την τύχη της επανάστασής μας σε σχέση με τη σοσιαλιστική επανάσταση που είχε αρχίσει στην Ευρώπη. Έλεγε, λόγου χάρη, καθαρά: «Χωρίς τη νίκη της επανάστασης στη Γερμανία είμαστε καταδικασμένοι». Το έλεγε αυτό το 1918, δηλαδή, όχι με το «οικονομικό επίπεδο» του 1905. Και είχε στο μυαλό του, όχι τις μελλοντικές δεκαετίες, αλλά την αμέσως επόμενη περίοδο, που ήταν ζήτημα λίγων χρόνων, αν όχι μηνών.

Ο Λένιν διακήρυξε δεκάδες φορές: αν κρατήσαμε «ο λόγος... ήταν, ότι ένας ευνοϊκός συνδυασμός μας προστάτευε για ένα σύντομο διάστημα από το διεθνή ιμπεριαλισμό» (για ένα σύντομο διάστημα! –Λ.Τ.). Και πιο κάτω: «Ο διεθνής ιμπεριαλισμός δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, με κανέναν όρο, να ζει δίπλα δίπλα με τη Σοβιετική Δημοκρατία... Σ’ αυτή τη σφαίρα η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη». Και ποιό είναι το συμπέρασμα; Είναι μήπως η πατσιφιστική ελπίδα στην «πίεση» του προλεταριάτου ή στην «ουδετεροποίηση» της μπουρζουαζίας; Όχι, το συμπέρασμα είναι: «Εδώ βρίσκεται η πιο μεγάλη δυσκολία για τη Ρωσική Επανάσταση... η αναγκαιότητα να καλέσουμε σε διεθνή επανάσταση», (Ν.Λένιν: «Άπαντα», τόμ. XV, σελ. 126)[1]. Πότε ειπώθηκε και γράφτηκε αυτό; Όχι το 1905, όταν ο Νικόλαος ο ΙΙ διαπραγματευόταν με τον Γουλιέλμο το ΙΙ για να συντρίψουν την επανάσταση και όταν εγώ πρόβαλα την «τονισμένη» διατύπωση μου, αλλά το 1918 και το 1919 και στα επόμενα χρόνια.

Να τι είπε ο Λένιν, ρίχνοντας μια ματιά πίσω, στο ΙΙΙ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς:
«Ήταν καθαρό σε μας ότι, χωρίς την υποστήριξη της διεθνούς παγκόσμιας επανάστασης, ο θρίαμβος της προλεταριακής επανάστασης (στη Ρωσία –Λ.Τ.) ήταν αδύνατος. Ήδη πριν από την επανάσταση, όπως και ύστερα απ’ αυτήν, σκεπτόμασταν: η επανάσταση, ή θα ξεσπάσει άμεσα, ή, το λιγότερο, πολύ σύντομα, στις άλλες χώρες, στις καπιταλιστικά πιο αναπτυγμένες χώρες, ή είμαστε καταδικασμένοι να χαθούμε. Παρόλη την πεποίθησή μας αυτή, κάναμε ότι μπορούσαμε για να διατηρήσουμε το σοβιετικό σύστημα, σ’ όλες τις συνθήκες, ότι και να γινόταν, επειδή ξέραμε ότι δουλεύουμε όχι μονάχα για τον εαυτό μας, αλλά και για την παγκόσμια επανάσταση. Το ξέραμε αυτό, επανειλημμένα εκφράσαμε αυτήν την πεποίθηση, πριν από την Επανάσταση του Οκτώβρη, αμέσως μετά, και την εποχή που υπογράψαμε τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Και γενικά, αυτό ήταν σωστό. Στην πραγματικότητα, όμως, τα γεγονότα δεν ακολούθησαν μια τόσο ευθεία γραμμή όσο περιμέναμε», («Πραχτικά του ΙΙΙ Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς», σελ. 354 της ρωσικής έκδοσης)[2].

Από το 1921 και μετά, το κίνημα άρχισε να ακολουθεί μια γραμμή που δεν ήταν τόσο ευθεία όσο εγώ μαζί με τον Λένιν ελπίζαμε το 1917-1919 (κι όχι μονάχα το 1905). Αλλά, παρόλα αυτά, ακολούθησε τη γραμμή των ασυμφιλίωτων αντιφάσεων ανάμεσα στο Εργατικό Κράτος και τον αστικό κόσμο. Το ένα από τα δυο πρέπει να εξαφανιστεί! Μονάχα η νικηφόρα ανάπτυξη της προλεταριακής επανάστασης στη Δύση μπορεί να προστατέψει το Εργατικό Κράτος από τους θανάσιμους κινδύνους, όχι μόνο τους στρατιωτικούς, αλλά και τους οικονομικούς. Το να προσπαθείς να ανακαλύψεις δυο θέσεις, πάνω σ’ αυτό το ζήτημα –τη δικιά μου και τη θέση του Λένιν– αυτό είναι το αποκορύφωμα της θεωρητικής νωθρότητας. Ξαναδιαβάστε τουλάχιστο τον Λένιν, μην τον συκοφαντείτε, μη μας σερβίρετε το μπαγιάτικο κουρκούτι του Στάλιν!

Αλλά το κατρακύλισμα δεν σταματάει ούτε εδώ. Αφού ανακάλυψε την ιστορία ότι ο Λένιν θεωρούσε επαρκή την «απλή» βοήθεια (στην ουσία ρεφορμιστική, α λα Πάρσελ) του παγκόσμιου προλεταριάτου, ενώ ο Τρότσκι, «υπερβάλλοντας απαιτούσε» μονάχα κρατική βοήθεια, δηλαδή μια επαναστατική βοήθεια, ο Ράντεκ συνεχίζει:

«Η εμπειρία έχει αποδείξει ότι, και πάνω σ’ αυτό το σημείο, ο Λένιν είχε δίκιο. Το ευρωπαϊκό προλεταριάτο δεν ήταν ακόμα ικανό να κατακτήσει την εξουσία, αλλά ήταν αρκετά δυνατό για να εμποδίσει την παγκόσμια μπουρζουαζία από το να ρίξει ενάντιά μας σημαντικές δυνάμεις στη διάρκεια της επέμβασης. Μ’ αυτόν τον τρόπο μας βοήθησε να διατηρήσουμε τη σοβιετική εξουσία. Ο φόβος του εργατικού κινήματος, μαζί με τους ανταγωνισμούς στον ίδιο τον καπιταλιστικό κόσμο, ήταν η κύρια δύναμη που εξασφάλιζε τη διατήρηση της ειρήνης, για οχτώ χρόνια, μετά το τέλος της επέμβασης».

Το απόσπασμα αυτό, παρότι δεν λάμπει με την πρωτοτυπία του, είναι παρόλα αυτά, μπροστά στις ασκήσεις των λογοτεχνικών υπαλλήλων της εποχής μας, αξιοσημείωτο από την άποψη του συνδυασμού των ιστορικών αναχρονισμών, της πολιτικής σύγχυσης και των χοντροκομμένων λαθών σ’ ότι αφορά τις αρχές.

Τα λόγια του Ράντεκ σημαίνουν ότι ο Λένιν, το 1905, προείπε στην μπροσούρα του «Οι Δυο Τακτικές» (αυτό είναι το μόνο έργο στο οποίο παραπέμπει ο Ράντεκ), ότι ο συσχετισμός των δυνάμεων ανάμεσα στα κράτη και στις τάξεις, μετά το 1917, θα ήταν τέτοιος που θα αποκλείει, για μεγάλο χρονικό διάστημα, τη δυνατότητα μιας μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επέμβαση ενάντιά μας. Αντίθετα, στα 1905, ο Τρότσκι δεν πρόβλεψε την κατάσταση που αναγκαστικά θα δημιουργούνταν με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αλλά υπολόγιζε μόνο τις πραγματικότητες εκείνης της εποχής, όπως ο πανίσχυρος στρατός των Χοεντζόλερν, ο πολύ δυνατός στρατός των Αψβούργων, το πανίσχυρο γαλλικό χρηματιστήριο, κλπ. Εδώ έχουμε έναν τερατώδη αναχρονισμό που γίνεται ακόμα πιο πολύπλοκος από τις γελοίες εσωτερικές του αντιφάσεις. Γιατί, σύμφωνα με τον Ράντεκ, το κύριο λάθος μου ήταν ακριβώς το γεγονός ότι πρόβαλα την προοπτική της δικτατορίας του προλεταριάτου «με το επίπεδο ανάπτυξης του 1905». Τώρα, το δεύτερο λάθος γίνεται καθαρό: δεν εξέτασα την προοπτική της δικτατορίας του προλεταριάτου, που διατύπωσα την παραμονή της Επανάστασης του 1905, στο φως της διεθνούς κατάστασης που δημιουργήθηκε μόνο μετά το 1917. Δεν αισθανόμαστε καμιά έκπληξη όταν τα συνηθισμένα επιχειρήματα του Στάλιν είναι σαν κι αυτά. Γιατί ξέρουμε αρκετά καλά το «επίπεδο ανάπτυξής» του, το 1917 όπως και το 1928. Αλλά πώς ο Ράντεκ έμπλεξε σε μια τέτοια παρέα;

Κι αυτό δεν είναι το χειρότερο. Το χειρότερο βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Ράντεκ έχει πηδήσει πάνω από τα όρια που χωρίζουν το μαρξισμό από τον οπορτουνισμό, την επαναστατική από την πατσιφιστική θέση. Ούτε λίγο ούτε πολύ, πρόκειται για την πάλη ενάντια στον πόλεμο, δηλαδή, πώς και με ποιές μέθοδες μπορεί ο πόλεμος να αποφευχθεί ή να σταματήσει: με την πίεση του προλεταριάτου πάνω στην μπουρζουαζία ή με τον εμφύλιο πόλεμο για την ανατροπή της μπουρζουαζίας; Ο Ράντεκ εισήγαγε, άθελά του, ένα θεμελιακό ζήτημα προλεταριακής πολιτικής στη μεταξύ μας διαμάχη.

Θέλει να πει ο Ράντεκ ότι εγώ «αγνοώ», όχι μονάχα την αγροτιά, αλλά και την πίεση του προλεταριάτου πάνω στην μπουρζουαζία και ότι λαβαίνω υπόψη μου την προλεταριακή επανάσταση αποκλειστικά; Δύσκολα μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα υποστηρίξει έναν τέτοιο παραλογισμό, αντάξιο ενός Τέλμαν, ενός Ζέρμαντ ή ενός Μονμουσό. Στο ΙΙΙ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, οι υπεραριστεροί εκείνης της εποχής (Ζινόβιεφ, Ταλχάιμερ, Τέλμαν, Μπέλα Κουν, κλπ.) υποστήριζαν μια τακτική «πουτσισμού» στη Δύση σαν τη σωτηρία για την ΕΣΣΔ. Μαζί με τον Λένιν, τους εξήγησα, με τον πιο προσιτό τρόπο, ότι το καλύτερο μέσο για να μας βοηθήσουν θα ήταν να σταθεροποιήσουν συστηματικά και σχεδιασμένα τις θέσεις τους και να προετοιμαστούν για την κατάκτηση της εξουσίας, αντί να αυτοσχεδιάζουν επαναστατικούς τυχοδιωκτισμούς για χάρη μας. Δυστυχώς, ο Ράντεκ δεν ήταν τότε με τη μεριά του Λένιν και του Τρότσκι: ήταν με τη μεριά του Ζινόβιεφ και του Μπουχάριν. Αλλά ο Ράντεκ θυμάται βέβαια –όπως και νά ’χει τα πρακτικά του ΙΙΙ Συνεδρίου τού το υπενθυμίζουν– πως η ουσία των επιχειρημάτων του Λένιν και μένα, ήταν ακριβώς η επίθεση στην παράλογα «τονισμένη διατύπωση» των υπεραριστερών. Αφού τους εξηγήσαμε ότι η ισχυροποίηση του Κόμματος και η πίεση του προλεταριάτου είναι πολύ σοβαροί παράγοντες στις εσωτερικές και διεθνείς σχέσεις, εμείς οι μαρξιστές προσθέσαμε πως η «πίεση» δεν είναι παρά μια λειτουργία της επαναστατικής πάλης για την εξουσία και εξαρτάται ολοκληρωτικά από την ανάπτυξη αυτής της πάλης. Γι’ αυτό, ο Λένιν εκφώνησε ένα λόγο, σε μια μεγάλη κλειστή συγκέντρωση των αντιπροσώπων, που κατευθυνόταν ενάντια στις τάσεις της παθητικότητας και της προσαρμογής στα γεγονότα, και κατάληγε περίπου στο εξής δίδαγμα: Μην μπλέκετε σε τυχοδιωκτισμούς, αλλά, αγαπητοί φίλοι, παρακαλούμε μη χρονοτριβείτε, με την πίεση μονάχα δεν μπορούμε να κρατήσουμε για πολύ.

Ο Ράντεκ αναφέρεται στο γεγονός ότι μετά τον πόλεμο, το ευρωπαϊκό προλεταριάτο, δεν μπόρεσε να πάρει την εξουσία, αλλά εμπόδισε την μπουρζουαζία να μας τσακίσει. Κι εγώ ο ίδιος έχω μιλήσει γι’ αυτό πολλές φορές. Το ευρωπαϊκό προλεταριάτο, όμως, πέτυχε να εμποδίσει την καταστροφή μας μόνο επειδή η πίεση του προλεταριάτου συνέπεσε με τις πολύ σοβαρές αντικειμενικές συνέπειες του ιμπεριαλιστικού πολέμου και τους παγκόσμιους ανταγωνισμούς που ο πόλεμος είχε οξύνει. Είναι αδύνατο να πούμε ποιο απ’ αυτά τα στοιχεία –η ενδοϊμπεριαλιστική πάλη, η οικονομική κατάρρευση ή η πίεση του προλεταριάτου– είχε την πιο αποφασιστική σημασία. Αλλά το ζήτημα δεν μπορεί να τεθεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Το ότι η ειρηνική πίεση από μόνη της είναι ανεπαρκής, αυτό αποδείχτηκε ξεκάθαρα από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, που ξέσπασε παρ’ όλες τις «πιέσεις». Και, τέλος, κι αυτό είναι το πιο σημαντικό: αν, η πίεση του προλεταριάτου, τα πρώτα, τα πιο κρίσιμα χρόνια της Σοβιετικής Δημοκρατίας, αποδείχτηκε αρκετά αποτελεσματική, είναι αποκλειστικά γιατί, για τους εργάτες της Ευρώπης, δεν ήταν τότε ζήτημα άσκησης πίεσης, αλλά πάλης για εξουσία –κι αυτή η πάλη επανειλημμένα πήρε τη μορφή του εμφυλίου πολέμου.

Στα 1905, δεν υπήρχε ούτε πόλεμος ούτε οικονομική κατάρρευση στην Ευρώπη. Και ο καπιταλισμός και ο μιλιταρισμός βρίσκονταν σε πλήρη έξαρση. Η «πίεση» των σοσιαλδημοκρατών εκείνης της εποχής ήταν απόλυτα ανίκανη να εμποδίσει τον Γουλιέλμο το ΙΙ ή τον Φραντζίσκο-Ιωσήφ να βαδίσουν με τα στρατεύματά τους στο Βασίλειο της Πολωνίας, ή, γενικά, να έρθουν σε βοήθεια του τσάρου. Ακόμα και το 1918, η πίεση του γερμανικού προλεταριάτου δεν εμπόδισε τον Χοεντζόλερν να καταλάβει τις επαρχίες της Βαλτικής και την Ουκρανία. Αν δεν έφτασε μέχρι τη Μόσχα, αυτό οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην έλλειψη στρατιωτικών δυνάμεων. Αλλιώς, πώς και γιατί κλείσαμε την ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ; Με πόση μεγάλη ευκολία ξεχνάει κανείς το χθες! Ο Λένιν, δεν περιοριζόταν να ελπίζει στην «πίεση» του προλεταριάτου, αλλά επανειλημμένα βεβαίωνε ότι θα χαθούμε οπωσδήποτε χωρίς τη γερμανική επανάσταση. Αυτό, στην ουσία, ήταν σωστό, αν και μεσολάβησε μια μεγαλύτερη χρονική περίοδος. Ας μην έχουμε αυταπάτες: δεν έχουμε πετύχει παρά μια εκεχειρία αόριστης διάρκειας. Ζούμε όπως και πριν σε συνθήκες μιας «ανάπαυλας».

Μια κατάσταση μέσα στην οποία το προλεταριάτο, χωρίς να είναι ακόμα ικανό να καταλάβει την εξουσία, μπορεί, παρόλα αυτά, να παρεμποδίζει την μπουρζουαζία να χρησιμοποιήσει την εξουσία της για έναν πόλεμο, είναι μια κατάσταση ασταθούς ταξικής ισορροπίας στην υψηλότερη έκφρασή της. Μια ισορροπία ονομάζεται ασταθής, ακριβώς όταν δεν μπορεί να κρατήσει πολύ. Πρέπει να κλίνει προς τη μια ή την άλλη πλευρά. Ή το προλεταριάτο θα έρθει στην εξουσία, ή αλλιώς η μπουρζουαζία, με μια σειρά συντριπτικά χτυπήματα, θα αδυνατίσει την επαναστατική πίεση σε σημείο που να ξανακερδίσει την ελευθερία δράσης, πάνω απ’ όλα, στο ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης.

Μονάχα ένας ρεφορμιστής μπορεί να φαντάζεται ότι η πίεση του προλεταριάτου πάνω στο αστικό κράτος είναι ένας συντελεστής που μεγαλώνει διαρκώς, και μια εγγύηση ενάντια στην επέμβαση. Είναι αυτή ακριβώς η αντίληψη που γέννησε τη θεωρία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα, –αρκεί να ουδετεροποιηθεί η μπουρζουαζία (Στάλιν). Όπως ακριβώς η κουκουβάγια βγαίνει το σούρουπο, έτσι και η σταλινική θεωρία για την ουδετεροποίηση της μπουρζουαζίας με την πίεση του προλεταριάτου εμφανίστηκε μόνο τη στιγμή που οι όροι που την γέννησαν είχαν αρχίσει να εξαφανίζονται.

Η παγκόσμια κατάσταση, μέσα από απότομες αλλαγές, πέρασε στην περίοδο που η μεταπολιτική εμπειρία, που διερμηνευόταν λάθος, οδήγησε στην απατηλή ελπίδα ότι μπορούσαμε να τα καταφέραμε χωρίς την επανάσταση του ευρωπαϊκού προλεταριάτου, υποκαθιστώντας την με την «υποστήριξή» του γενικά. Οι ήττες του προλεταριάτου άνοιξαν το δρόμο στην καπιταλιστική σταθεροποίηση. Η κατάρρευση του καπιταλισμού μετά τον πόλεμο έχει ξεπεραστεί. Νέες γενιές, που δεν έχουν γευθεί τη φρίκη του ιμπεριαλιστικού μακελειού, έχουν μεγαλώσει. Το αποτέλεσμα είναι ότι αυτή τη στιγμή η μπουρζουαζία μπορεί να διαθέσει τον στρατιωτικό μηχανισμό της πολύ πιο ελεύθερα απ’ ότι πέντε η οχτώ χρόνια πριν.

Καθώς οι εργαζόμενες μάζες κινούνται προς τα αριστερά, αυτό το προτσές, που αναμφίβολα θα αναπτυχθεί παραπέρα, θα μεγαλώσει ξανά την πίεσή τους πάνω στο αστικό κράτος. Αλλά, αυτό είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Είναι ακριβώς η αυξανόμενη απειλή της εργατικής τάξης που μπορεί, σ’ ένα κατοπινό στάδιο, να σπρώξει την μπουρζουαζία στο να πάρει δραστήρια μέτρα, για να αποδείξει πως μένει πάντα αφέντης στο σπίτι της, και να επιχειρήσει να συντρίψει τη Σοβιετική Δημοκρατία, την κύρια αυτή εστία μόλυνσης. Η πάλη ενάντια στον πόλεμο δεν αποφασίζεται από την πίεση πάνω στην κυβέρνηση, αλλά μόνο από την επαναστατική πάλη για εξουσία. Τα «πατσιφιστικά» αποτελέσματα της ταξικής πάλης του προλεταριάτου όπως και τα «ρεφορμιστικά» της αποτελέσματα δεν είναι παρά υποπροϊόντα της επαναστατικής πάλης για την εξουσία. Δεν έχουν παρά μια σχετική δύναμη και μπορούν εύκολα να μετατραπούν στο αντίθετό τους, δηλαδή να σπρώξουν την μπουρζουαζία στο δρόμο του πολέμου. Ο φόβος που έχει η μπουρζουαζία για το εργατικό κίνημα, στον οποίο αναφέρεται ο Ράντεκ τόσο μονόπλευρα, είναι η πιο ουσιαστική ελπίδα των σοσιαλ-πατσιφιστών. Αλλά ο «φόβος» της επανάστασης από μόνος του, δεν αποφασίζει τίποτε. Είναι η επανάσταση που αποφασίζει. Γι’ αυτό το λόγο, ο Λένιν έλεγε ότι η μόνη εγγύηση ενάντια στην παλινόρθωση της μοναρχίας (το 1905) και ενάντια στην παλινόρθωση του καπιταλισμού (το 1918) δεν ήταν η πίεση του προλεταριάτου, αλλά η επαναστατική του νίκη στην Ευρώπη. Αυτός είναι ο μόνος σωστός τρόπος να θέσουμε το ζήτημα. Παρά τη μακριά διάρκεια της «ανάπαυλας», η διατύπωση του Λένιν διατηρεί όλη της την ισχύ ακόμα και σήμερα. Κι εγώ επίσης διατύπωσα το ζήτημα με τον ίδιο τρόπο. Στα 1906, έγραφα στο Αποτελέσματα και Προοπτικές:

«Είναι ακριβώς ο φόβος της εξέγερσης του προλεταριάτου που αναγκάζει τα αστικά κόμματα, ακόμα και όταν ψηφίζουν τερατώδη ποσά για στρατιωτικές δαπάνες, να κάνουν επίσημες διακηρύξεις υπέρ της ειρήνης, να ονειρεύονται Διεθνή Διαιτητικά Δικαστήρια ή ακόμα μια οργάνωση των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Αυτές οι ελεεινές δημαγωγίες δεν μπορούν, φυσικά, να καταργήσουν ούτε τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα κράτη ούτε τις ένοπλες συγκρούσεις», (Λ.Τρότσκι: Η Επανάστασή μας, «Αποτελέσματα και Προοπτικές», σελ. 283, αγγλική έκδοση, σελ. 244).

Το βασικό λάθος του Έκτου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς βρίσκεται στο εξής: για να σώσει τις πατσιφιστικές και εθνικορεφορμιστικές προοπτικές του Στάλιν και του Μπουχάριν, έτρεχε πίσω από επαναστατικο-τεχνικές συνταγές ενάντια στον κίνδυνο του πολέμου, χωρίζοντας την πάλη ενάντια στον πόλεμο από την πάλη για την εξουσία.

Οι εμπνευστές του Έκτου Συνεδρίου, αυτοί οι ταραγμένοι οικοδόμοι του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα –στην ουσία τρομαγμένοι πατσιφιστές– αποπειράθηκαν να διαιωνίσουν την «ουδετεροποίηση» της μπουρζουαζίας με τη βοήθεια ενισχυμένων μεθόδων «πίεσης». Αλλά, μια και δεν μπορούσαν παρά να ξέρουν ότι η ηγεσία τούς είχε μέχρι τότε οδηγήσει στην ήττα της επανάστασης σε μια σειρά από χώρες και είχε ρίξει πολύ πίσω τη διεθνή πρωτοπορία του προλεταριάτου, προσπάθησαν, πρώτα απ’ όλα, να ξεφορτωθούν την «τονισμένη διατύπωση» του μαρξισμού, που ενώνει αδιάσπαστα το πρόβλημα του πολέμου με το πρόβλημα της επανάστασης. Μετάτρεψαν την πάλη ενάντια στον πόλεμο σ’ ένα αυτόνομο καθήκον. Και για να μην ξεφύγει η αποφασιστική στιγμή από τα εθνικά κόμματα, ανακήρυξαν σε διαρκή, επικείμενο, άμεσο, τον κίνδυνο του πολέμου. Ό,τι γίνεται στον κόσμο δεν γίνεται παρά με σκοπό τον πόλεμο. Ο πόλεμος δεν είναι τώρα πια ένα όπλο του αστικού καθεστώτος: είναι το αστικό καθεστώς που έγινε ένα όπλο του πολέμου. Κατά συνέπεια, η πάλη της Κομμουνιστικής Διεθνούς ενάντια στον πόλεμο μετατράπηκε σ’ ένα σύστημα από τελετουργικές φόρμουλες που επαναλαμβάνονται αυτόματα, σε κάθε περίπτωση, και χάνοντας την αποτελεσματικότητά τους εξατμίζονται. Ο σταλινικός εθνικός σοσιαλισμός έχει την τάση να μεταμορφώσει την Κομμουνιστική Διεθνή σ’ ένα βοηθητικό μέσο «πίεσης» πάνω στην μπουρζουαζία. Είναι αυτή ακριβώς την τάση, κι όχι το μαρξισμό, που βοηθάει ο Ράντεκ με τη βιαστική, πρόχειρη και επιφανειακή κριτική του. Έχει χάσει την πυξίδα του, και έχει πέσει σ’ ένα παράξενο ρεύμα που μπορεί να τον παρασύρει σε πολύ διαφορετικές ακτές.

Άλμα-Άτα, Οκτώβρης του 1928

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————

[1]. «Ομιλία για το Ζήτημα του Πολέμου και της Ειρήνης», 7 του Μάρτη 1918, (Ν.Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 36, σελ. 36, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).

[2]. «Ομιλία του Λένιν στις 5 του Ιούλη 1921 στο ΙΙΙ Συνέδριο της Κόμιντερν», («Άπαντα», τόμ. 44, σελ. 36, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).