Η ΤΡΙΤΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ
(Κριτική των Βασικών Θέσεων)
ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ
ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΜΟΥ
ΝΙΝΑ
ΠΟΥ ΕΠΕΣΕ
ΣΤΟ ΠΟΣΤΟ ΤΗΣ
ΣΤΑ 26 ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑ
Το Σχέδιο Προγράμματος, δηλαδή το ντοκουμέντο με την κεφαλαιώδη σημασία που πρέπει να καθορίσει ολόκληρη τη δραστηριότητα της Κομμουνιστικής Διεθνούς για μια ολόκληρη σειρά χρόνων, δημοσιεύτηκε λίγες βδομάδες πριν από τη σύγκληση του Έκτου Συνεδρίου, που συνέρχεται τέσσερα χρόνια μετά το Πέμπτο Συνέδριο. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το ότι το πρώτο Σχέδιο[1] έχει ήδη δημοσιευτεί πριν από το προηγούμενο Συνέδριο, ακριβώς γιατί πέρασαν πολλά χρόνια από τότε: το δεύτερο Σχέδιο, είναι σ’ ολόκληρη τη δομή του, διαφορετικό από το πρώτο και επιχειρεί να κάνει τον απολογισμό της πορείας που διανύσαμε τα τελευταία χρόνια. Θα ήταν όμως πολύ μεγάλη απερισκεψία και αφροσύνη να υιοθετηθεί, στο Έκτο Συνέδριο, αυτό το Σχέδιο, που ολοφάνερα φέρνει τα σημάδια μιας εργασίας που έγινε όχι μόνο βιαστικά, μα και χωρίς επιμέλεια, χωρίς να υπάρξει προηγούμενα μια σοβαρή κριτική στον Τύπο, χωρίς να συζητηθεί πλατιά απ’ όλα τα τμήματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Στις λίγες μέρες που είχαμε στη διάθεσή μας από τη στιγμή που λάβαμε το Σχέδιο μέχρι τη στιγμή που αποστείλαμε αυτό το γράμμα, δεν μπορέσαμε να σταματήσουμε παρά σε ορισμένα μόνο βασικά ζητήματα που πραγματεύεται το Πρόγραμμα.
Από έλλειψη χρόνου, κατά συνέπεια, αφήσαμε ουσιαστικά στην άκρη, χωρίς να τις εξετάσουμε, ολόκληρη μια σειρά από θέσεις πολύ μεγάλης σημασίας, που μπορεί σήμερα να μην είναι επίκαιρες, αλλά που αύριο μπορεί να αποκτήσουν μια εξαιρετική οξύτητα. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως η κριτική τους είναι λιγότερο αναγκαία από την κριτική των θέσεων του Σχεδίου στις οποίες είναι αφιερωμένο αυτό το έργο.
Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε πως αναγκαστήκαμε να δουλέψουμε πάνω στο καινούριο Σχέδιο κάτω από τέτοιες συνθήκες, που δεν μας επέτρεπαν να έχουμε στη διάθεσή μας ούτε τις πιο απαραίτητες πληροφορίες. Θα ήταν αρκετό να αναφέρουμε πως δεν μπορέσαμε ούτε καν να προμηθευτούμε το πρώτο Σχέδιο του Προγράμματος. Έτσι, αναγκαστήκαμε να εμπιστευτούμε τη μνήμη μας σ’ ότι αφορά το πρώτο Σχέδιο όπως και σε δυο ή τρία άλλα σημεία. Δεν χρειάζεται να πούμε πως όλα τα αποσπάσματα που παραθέτουμε είναι παρμένα από τα πρωτότυπα κείμενα και ελεγμένα με επιμέλεια.
Α΄ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Ή ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΕ ΜΙΑ
ΜΟΝΗ ΧΩΡΑ;
(Μέρος Πρώτο)
Το πιο σπουδαίο ζήτημα της ημερήσιας διάταξης του Έκτου Συνεδρίου είναι η υιοθέτηση του Προγράμματος. Ο χαρακτήρας του Προγράμματος μπορεί να καθορίσει, και να σταθεροποιήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, τη φυσιογνωμία της Διεθνούς. Η σπουδαιότητα ενός προγράμματος δεν συνίσταται τόσο στο γεγονός ότι διατυπώνει γενικές θεωρητικές θέσεις (αυτό, στο τέλος του λογαριασμού, περιορίζεται σε μια «κωδικοποίηση», δηλαδή σε μια σύντομη έκθεση αληθειών και γενικεύσεων που έχουν σταθερά και μια για πάντα κατακτηθεί). Βασικά, πρόκειται να κάνει τον απολογισμό της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής εμπειρίας της τελευταίας περιόδου, ιδιαίτερα της επαναστατικής πάλης των πέντε τελευταίων χρόνων, που είναι τόσο πλούσια σε γεγονότα και σε λάθη. Από τον τρόπο με τον οποίο το Πρόγραμμα θα κατανοήσει και θα κρίνει αυτά τα γεγονότα, τα λάθη και τις διαφορές, εξαρτάται αποκλειστικά η τύχη της Κομμουνιστικής Διεθνούς για μια ολόκληρη σειρά χρόνων που άμεσα θα ακολουθήσουν.
Στην εποχή μας, που είναι η εποχή του ιμπεριαλισμού, δηλαδή της παγκόσμιας οικονομίας και πολιτικής που κατευθύνονται από το χρηματιστικό κεφάλαιο, δεν υπάρχει ούτε ένα κομμουνιστικό κόμμα που θα μπορούσε να επεξεργαστεί το πρόγραμμά του, παίρνοντας μονάχα ή πρωταρχικά σαν αφετηρία τις συνθήκες ή τις τάσεις εξέλιξης της χώρας του. Αυτό ισχύει απόλυτα και για το Κόμμα που κατέχει την εξουσία μέσα στα όρια της ΕΣΣΔ.
Ξεκινώντας απ’ αυτές τις σκέψεις, γράφαμε το Γενάρη αυτού του χρόνου: «Πρέπει να περάσουμε στην επεξεργασία του Προγράμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς (το Πρόγραμμα του Μπουχάριν δεν είναι παρά ένα άθλιο πρόγραμμα ενός εθνικού τμήματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς κι όχι το Πρόγραμμα του Παγκόσμιου Κομμουνιστικού Κόμματος)», («Πράβντα», 15 του Γενάρη 1928).
Δεν σταματήσαμε ούτε λεπτό να επιμένουμε πάνω στις ίδιες αυτές σκέψεις από το 1923-24, όταν το ζήτημα των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής ορθώθηκε σ’ όλο του το μέγεθος, τόσο σαν πρόβλημα της παγκόσμιας πολιτικής όσο και της ευρωπαϊκής πολιτικής, με την ουσιαστική έννοια αυτής της λέξης.
Η ώρα της εξαφάνισης των εθνικών προγραμμάτων σήμανε οριστικά στις 4 του Αυγούστου 1914[2]. Τα επαναστατικά κόμματα του προλεταριάτου δεν μπορούν να βασίζονται παρά σ’ ένα διεθνιστικό πρόγραμμα που ανταποκρίνεται στο χαρακτήρα της σημερινής εποχής, που είναι εποχή αποκορύφωσης και κατάρρευσης του καπιταλισμού. Ένα διεθνιστικό κομμουνιστικό πρόγραμμα δεν είναι καθόλου το άθροισμα των εθνικών προγραμμάτων ή ένα αμάλγαμα των κοινών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους. Οφείλει άμεσα να πάρει για αφετηρία την ανάλυση των συνθηκών και των τάσεων της οικονομίας και της πολιτικής κατάστασης του κόσμου, και να τα πάρει ως ένα όλο, με τις σχέσεις και αντιφάσεις[3] τους, δηλαδή με την αμοιβαία εξάρτηση που αντιθέτει μεταξύ τους τα μέρη που συνθέτουν αυτό το σύνολο. Στη σημερινή εποχή, άπειρα πιο πολύ απ’ όσο στην προηγούμενη, η διεύθυνση προς την οποία κατευθύνεται το προλεταριάτο από εθνική άποψη, πρέπει να ξαναχαρακτεί και δεν μπορεί να ξαναχαρακτεί παρά προς τη διεύθυνση που έχει ήδη πάρει, δηλαδή προς το διεθνιστικό τομέα και όχι αντίστροφα. Σ’ αυτό συνίσταται η θεμελιώδης διαφορά που χωρίζει, από την αφετηρία τους ακόμα, τον διεθνιστικό κομμουνισμό από τις διάφορες ποικιλίες του εθνικού σοσιαλισμού.
Συνηγορώντας υπέρ του καινούριου Σχεδίου η «Πράβντα» έγραφε πως το κομμουνιστικό πρόγραμμα: «διαφέρει ριζικά από το πρόγραμμα της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, όχι μονάχα στην ουσία του, στις βασικές θέσεις του, μα και στα διεθνιστικά χαρακτηριστικά της δομής του», («Πράβντα», 29 του Μάη 1928).
Αυτή η διατύπωση, αν και κάπως ασαφής, εκφράζει προφανώς την ίδια ιδέα με εκείνη που εκθέσαμε πιο πάνω και που στο παρελθόν την απόκρουαν με πείσμα. Δεν μπορεί κανείς παρά να επιδοκιμάσει το γεγονός του σπασίματος με το πρώτο Σχέδιο που παρουσίασε ο Μπουχάριν και που δεν έδινε άλλωστε τη δυνατότητα για μια σοβαρή ανταλλαγή απόψεων. Δεν πρόσφερε μάλιστα ούτε ένα υλικό, αρκετό για να μπορέσει κανείς να προσδιορίσει αυτό που σκεπτόταν γι’ αυτό το Σχέδιο. Ενώ το πρώτο Σχέδιο παρουσίαζε μια άχαρη και σχηματική εικόνα μιας αφηρημένης χώρας που εξελίσσεται μόνη της προς το σοσιαλισμό, αντίθετα το καινούριο Σχέδιο επιχειρεί (δυστυχώς χωρίς επιτυχία και χωρίς συνέπεια, όπως θα δούμε παρακάτω) να πάρει σαν βάση την παγκόσμια οικονομία στο σύνολό της, για να καθορίσει την τύχη των διαφόρων μερών της.
Συνδέοντας χώρες και ηπείρους, που έχουν φθάσει σε διαφορετικά επίπεδα εξέλιξης, μ’ ένα σύστημα εξαρτήσεων και αντιφάσεων, πλησιάζοντας τα διάφορα επίπεδα ανάπτυξής τους και απομακρύνοντάς τα αμέσως ύστερα, αντιθέτοντας ανελέητα όλες τις χώρες μεταξύ τους, η παγκόσμια οικονομία έχει γίνει μια δυναμική πραγματικότητα που κυριαρχεί πάνω στις διάφορες χώρες και ηπείρους. Το θεμελιώδες αυτό γεγονός, από μόνο του, δίνει στην ίδια την ιδέα του Παγκόσμιου Κομμουνιστικού Κόμματος τον πιο ρεαλιστικό χαρακτήρα. Οδηγώντας την παγκόσμια οικονομία χοντρικά στο ανώτατο σημείο ανάπτυξης που μπορεί να φτάσει βασισμένη στην ατομική ιδιοκτησία, ο ιμπεριαλισμός, όπως ακριβώς το λέει το Σχέδιο στην εισαγωγή του: «οξύνει, εντείνοντας στο έπακρο, την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της παγκόσμιας οικονομίας και τα φράγματα που χωρίζουν έθνη και κράτη».
Δεν είναι δυνατό να κάνει κανείς ούτε ένα μονάχα βήμα μπροστά, στη λύση των μεγάλων προβλημάτων της παγκόσμιας πολιτικής και της επαναστατικής πάλης, αν δεν αφομοιώσει αυτή τη θέση, που εμφανίστηκε για πρώτη φορά σ’ όλο της το μεγαλείο στη διάρκεια του τελευταίου ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Η ριζική μετατόπιση του ίδιου του άξονα του Προγράμματος, που εγκαινιάζει το καινούριο Σχέδιο δεν θα μπορούσε παρά να επιδοκιμαστεί αν δεν είχε εισαγάγει στο Σχέδιο τις πιο ανιαρές αντιφάσεις, επιθυμώντας να συμβιβάσει την παραπάνω θέση, που είναι η μόνη σωστή, με τάσεις ολότελα αντίθετου χαρακτήρα, αφαιρώντας έτσι κάθε αρχή από τον καινούριο τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος.
Για να χαρακτηρίσουμε το πρώτο Σχέδιο, που ευτυχώς εγκαταλείφτηκε από τότε, θα ήταν αρκετό να πούμε πως, όσο μπορούμε να θυμόμαστε, ούτε καν μνημόνευε τις Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής. Τα θεμελιώδη προβλήματα της ιμπεριαλιστικής εποχής, από τον ίδιο το χαρακτήρα της, δεν πρέπει να αντικρίζονται μονάχα μέσα από το πρίσμα της αφηρημένης έννοιας και της θεωρίας, μα και να εξετάζεται το υλικό και ιστορικό περιεχόμενό τους. Στο πρώτο Σχέδιο, λοιπόν, αυτά χάνονταν μέσα στο αναιμικό σχήμα μιας καπιταλιστικής χώρας υπολογίσιμης «γενικά». Το καινούριο Σχέδιο (και υπάρχει προφανώς εδώ ένα σοβαρό βήμα μπροστά) μιλάει κιόλας για τη «μετατόπιση του οικονομικού κέντρου του κόσμου προς τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής», για τη «μεταμόρφωση της δημοκρατίας του δολαρίου, που γίνεται ο παγκόσμιος εκμεταλλευτής», για το ότι οι Ενωμένες Πολιτείες «έχουν κιόλας κατακτήσει την ηγεμονία του κόσμου», και τέλος λέει πως ο ανταγωνισμός (το Σχέδιο χρησιμοποιεί την άστοχη έκφραση «διένεξη») που υπάρχει ανάμεσα στις Ενωμένες Πολιτείες και τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, με τον βρετανικό καπιταλισμό στην πρώτη γραμμή, «γίνεται ο άξονας των παγκόσμιων διενέξεων». Από τώρα έχει γίνει ολοφάνερο πως ένα πρόγραμμα που δεν καθορίζει καθαρά και με ακρίβεια τα βασικά αυτά γεγονότα και συντελεστές της παγκόσμιας κατάστασης δεν έχει τίποτε το κοινό με το Πρόγραμμα του Κόμματος της Παγκόσμιας Επανάστασης.
Δυστυχώς, τα γεγονότα και οι βασικές τάσεις της παγκόσμιας εξέλιξης που παρουσιάστηκαν στη διάρκεια της καινούριας εποχής, σημειώνονται μονάχα με το όνομά τους, θα έλεγε κανείς πως είναι καρφιτσωμένα πάνω στο κείμενο του Σχεδίου, και παραθέτονται με μια μέθοδο θεωρητικής υπεκφυγής, χωρίς να είναι αδιάσπαστα δεμένα με ολόκληρη τη δομή του Προγράμματος, χωρίς να οδηγούν σε συμπεράσματα από την άποψη των προοπτικών και της στρατηγικής.
Ο καινούριος ρόλος που παίζει η Αμερική στην Ευρώπη από τότε που συνθηκολόγησε το γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, καθώς και η ήττα του γερμανικού προλεταριάτου το 1923, δεν γίνονται αντικείμενα καμιάς εκτίμησης. Δεν έχει καθόλου εξηγηθεί ότι η περίοδος της «σταθεροποίησης», της «ομαλότητας» και της «ειρήνευσης» της Ευρώπης όπως και της «αναγέννησης» της σοσιαλδημοκρατίας, παρατάθηκε γιατί βρίσκεται σε άμεσο συσχετισμό, από υλική και πνευματική άποψη, με τα πρώτα βήματα της αμερικάνικης επέμβασης στις ευρωπαϊκές υποθέσεις.
Κι ακόμα δεν αποδείχνεται ότι η εξέλιξη που αναπόφευκτα θα ακολουθήσει την αμερικάνικη επέκταση, τον περιορισμό των αγορών του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, ακόμα και στην ίδια την Ευρώπη, θα φέρει μαζί της τόσο μεγάλες στρατιωτικές, οικονομικές και επαναστατικές αναταραχές, που όμοιές τους δεν έχουμε γνωρίσει ποτέ μέχρι σήμερα.
Επίσης δεν προσδιορίζεται ότι αφού οι Ενωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν οπωσδήποτε να εξασκούν πίεση πάνω στην καπιταλιστική Ευρώπη, αυτή θα βλέπει να περιορίζεται ολοένα και περισσότερο η συμμετοχή της στην παγκόσμια οικονομία, πράγμα που προφανώς σημαίνει πως οι σχέσεις ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη όχι μονάχα δεν θα καλυτερέψουν, μα, αντίθετα, θα αποκτήσουν μια υπέρμετρη ένταση που θα συνοδεύεται από βίαιους παροξυσμούς που θα διαλύουν αυτά τα κράτη μέσα σε πολεμικές συγκρούσεις. Πραγματικά, τα κράτη, το ίδιο όπως και οι τάξεις, παλεύουν με μεγαλύτερη μανία όταν πρόκειται να αποσπάσουν μια ισχνή μερίδα που θα ελαττώνεται διαρκώς, παρά όταν είναι πλουσιοπάροχα εφοδιασμένα.
Το Σχέδιο δεν εξηγεί ότι το εσωτερικό χάος, που οφείλεται στους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα κράτη της Ευρώπης, αφαιρεί απ’ αυτά κάθε ελπίδα να αντισταθούν κάπως σοβαρά και με επιτυχία στη Δημοκρατία της Βόρειας Αμερικής, που η συγκεντροποίηση της μεγαλώνει ασταμάτητα. Να κυριαρχήσει πάνω στην ευρωπαϊκή σύγχυση με τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, να ποιο είναι το πρωταρχικό καθήκον της προλεταριακής επανάστασης, που είναι άπειρα πιο κοντά στην Ευρώπη παρά στην Αμερική[4](κι ένας από τους λόγους, κι όχι ο μικρότερος, είναι ακριβώς η ύπαρξη των συνόρων ανάμεσα στα κράτη). Η προλεταριακή επανάσταση θα έχει λοιπόν, πιθανότατα, να υπερασπίσει τον εαυτό της ενάντια στην μπουρζουαζία της Βόρειας Αμερικής.
Από την άλλη μεριά, δεν σημειώθηκε (κι αυτό είναι μια όψη το ίδιο σπουδαία του ίδιου παγκόσμιου προβλήματος) πως ακριβώς η δύναμη των Ενωμένων Πολιτειών στον κόσμο και η ακαταμάχητη επέκταση που απορρέει απ’ αυτήν, τις αναγκάζει να συσσωρεύουν στα θεμέλια του οικοδομήματός τους τις μπαρουταποθήκες ολόκληρου του κόσμου: όλους τους ανταγωνισμούς της Δύσης και της Ανατολής, την πάλη των τάξεων της γέρικης Ευρώπης, τις εξεγέρσεις των αποικιακών λαών, όλους τους πολέμους και όλες τις επαναστάσεις. Από τη μια μεριά, αυτό κάνει τον καπιταλισμό της Βόρειας Αμερικής, στη διάρκεια της καινούριας εποχής, τη βασική δύναμη της αντεπανάστασης που ενδιαφέρεται ολοένα και περισσότερο να διατηρηθεί «η τάξη» σ’ όλες τις γωνιές της γήινης σφαίρας. Από την άλλη, είναι εκεί που προετοιμάζεται η τεράστια επαναστατική έκρηξη της παγκόσμιας αυτής ιμπεριαλιστικής δύναμης που κυριαρχεί ήδη και μεγαλώνει ασταμάτητα. Η λογική των σχέσεων που υπάρχουν στον κόσμο δείχνει πως αυτή η ανάφλεξη δεν θα μπορούσε να καθυστερήσει πολύ καιρό ύστερα από το ξέσπασμα της προλεταριακής επανάστασης στην Ευρώπη.
Επειδή είχαμε προσδιορίσει τη διαλεκτική των αμοιβαίων σχέσεων που συνδέουν την Ευρώπη και την Αμερική, είδαμε να εκτοξεύονται ενάντιά μας οι πιο διαφορετικές κατηγορίες: η κατηγορία ότι αρνούμαστε, σαν πατσιφιστές, τις αντιφάσεις που υπάρχουν στην Ευρώπη, η κατηγορία ότι αποδεχόμαστε τη θεωρία του υπεριμπεριαλισμού του Κάουτσκι, και πολλές άλλες. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να σταματήσουμε σ’ αυτές τις «κατηγορίες», που στην καλύτερη περίπτωση προέρχονται από μια πλήρη άγνοια των πραγματικών προτσές, όπως και της δικής μας στάσης απέναντι σ’ αυτά. Ωστόσο, είναι κανείς υποχρεωμένος να σημειώσει πως θα ήταν δύσκολο να καταναλωθούν περισσότερες δυνάμεις, για να μπερδευτεί και να θολώσει το παγκόσμιο αυτό πρόβλημα με την τεράστια σημασία, απ’ όσες κατανάλωσαν, ανάμεσα σ΄ άλλους, οι συγγραφείς του Σχεδίου Προγράμματος στη μικροπρεπή πάλη τους που στρεφόταν ενάντια στον τρόπο που θέταμε το ζήτημα. Βλέπουμε, όμως, πως αυτός επιβεβαιώνεται πέρα για πέρα από την πορεία των γεγονότων.
Τον τελευταίο καιρό μάλιστα έγιναν προσπάθειες στα βασικά όργανα του κομμουνιστικού Τύπου να μειωθεί, στα χαρτιά βέβαια, η σπουδαιότητα της ηγεμονίας της Αμερικής. Έκαναν υπαινιγμούς για την εμπορική και βιομηχανική κρίση που αναγγελλόταν στις Ενωμένες Πολιτείες. Δεν μπορούμε να σταματήσουμε εδώ για να εξετάσουμε το ειδικό ζήτημα το σχετικό με τη διάρκεια της αμερικάνικης κρίσης και το βάθος που θα μπορούσε ίσως να πάρει. Αυτό είναι ένα πρόβλημα συγκυρίας κι όχι προγράμματος. Είναι ολοφάνερο και δεν αμφιβάλλουμε καθόλου πως η κρίση είναι αναπόφευκτη. Δεν αρνιόμαστε καθόλου πως είναι δυνατόν η κρίση να είναι από τώρα κιόλας πολύ βαθιά και πολύ τραχιά, σε σχέση με την παγκόσμια έκταση που έχει αποκτήσει τώρα ο αμερικάνικος καπιταλισμός. Η προσπάθεια όμως που γίνεται να συμπεράνουν απ’ αυτό πως η ηγεμονία των Ενωμένων Πολιτειών περιορίζεται ή αδυνατίζει δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην πραγματικότητα. Αυτό δεν μπορεί παρά να γεννήσει χοντροκομμένα σφάλματα στρατηγικής σημασίας, γιατί είναι ακριβώς το αντίθετο που αληθεύει. Στην εποχή της κρίσης η ηγεμονία των Ενωμένων Πολιτειών θα γίνει πιο αισθητή, πιο πλήρης, πιο καθαρή, πιο ανελέητη απ’ ότι ήταν στην περίοδο της ανάπτυξης. Η Αμερική θα κατανικήσει και θα ξεπεράσει τις δυσκολίες και τις αναταραχές της πριν απ’ όλα σε βάρος της Ευρώπης. Λίγο ενδιαφέρει αν αυτό γίνει στην Ασία, τον Καναδά, τη Λατινική Αμερική ή στην ίδια την Ευρώπη, αν αυτό γίνει με «ειρηνικό» ή στρατιωτικό τρόπο.
Πρέπει να καταλάβουμε καθαρά πως αν η πρώτη περίοδος της αμερικάνικης επέμβασης έφερε στην Ευρώπη τη σταθεροποίηση και την ειρήνευση, που ως ένα μεγάλο βαθμό υπάρχουν ακόμα και τώρα και μπορούν μάλιστα επεισοδιακά να αναγεννιούνται και να ξαναδυναμώνουν, (προπαντός σε περιπτώσεις καινούριων ηττών του προλεταριάτου), αντίθετα η γενική γραμμή της αμερικάνικης πολιτικής, προπαντός αν η οικονομία της σκοντάψει σε δυσκολίες και σε κρίσεις, θα προκαλέσει στην Ευρώπη όπως και σ’ ολόκληρο τον κόσμο μεγάλους κλονισμούς.
Απ’ αυτό βγαίνει το πολύ σπουδαίο συμπέρασμα πως οι επαναστατικές καταστάσεις δεν θα λείψουν στη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας, όπως δεν έλειψαν από τη δεκαετία που πάει να κλείσει. Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο είναι να κατανοήσουμε τα βασικά αίτια του ξετυλίγματος των γεγονότων, για να μην μας αιφνιδιάσουν με το ξέσπασμά τους. Αν στη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας η βασική πηγή των επαναστατικών καταστάσεων ήταν τα άμεσα αποτελέσματα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, αντίθετα, στη διάρκεια της καινούριας μεταπολεμικής δεκαετίας, τέτοιες καταστάσεις θα γεννηθούν κυρίως από τις αμοιβαίες σχέσεις Ευρώπης και Αμερικής. Μια μεγάλη κρίση στις Ενωμένες Πολιτείες θα σήμαινε ξανά το εγερτήριο σάλπισμα των πολέμων και των επαναστάσεων. Το επαναλαμβάνουμε: οι επαναστατικές καταστάσεις δεν θα λείψουν. Όλο το ζήτημα εξαρτάται από το διεθνιστικό κόμμα του προλεταριάτου, από την ωριμότητα και την ικανότητα για πάλη της Κομμουνιστικής Διεθνούς, από την κατανόηση που αυτή θα δείξει στην επεξεργασία της τακτικής της.
Ολόκληρη αυτή η σειρά των ιδεών δεν έχει καθόλου εκφραστεί στο Σχέδιο Προγράμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ένα τόσο σπουδαίο γεγονός όπως «η μετατόπιση του οικονομικού κέντρου του κόσμου προς τις Ενωμένες Πολιτείες» φαίνεται να σημειώθηκε ευκαιριακά, σαν μια δημοσιογραφική παρατήρηση, τίποτε παραπάνω. Είναι εντελώς αδύνατο να δικαιολογηθεί αυτό με το επιχείρημα της έλλειψης χώρου: πραγματικά, τα θεμελιώδη προβλήματα δεν είναι εκείνα ακριβώς που πρέπει να αναπτυχθούν σ’ ένα πρόγραμμα; Με την ευκαιρία πρέπει να σημειώσουμε πως το Σχέδιο επεκτείνεται πάρα πολύ σε προβλήματα δεύτερης και τρίτης σειράς, αν μάλιστα αφήσουμε στην άκρη το σκοτεινό του ύφος και τις πολυάριθμες επαναλήψεις του. Θα μπορούσε κανείς εξαλείφοντάς τες να περιορίσει το Πρόγραμμα το λιγότερο κατά το ένα του τρίτο.
Τίποτε δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εξάλειψη, από το καινούριο Σχέδιο Προγράμματος, του συνθήματος των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης, που είχε ήδη υιοθετηθεί από την Κομμουνιστική Διεθνή το 1923, ύστερα από μια αρκετά μακρόχρονη εσωτερική πάλη[5]. Ή μήπως οι συγγραφείς θέλουν να «επανέλθουν» στη στάση που κράτησε ο Λένιν στα 1915 απέναντι σ’ αυτό το ζήτημα; Μα γι’ αυτό πρέπει να το καταλάβουμε καλά[6].
Όπως καθένας ξέρει, στην πρώτη περίοδο του πολέμου, ο Λένιν δίσταζε να χρησιμοποιήσει αυτό το σύνθημα. Αρχικά πέρασε στις θέσεις του «Σοσιαλδημοκράτη», (το κεντρικό όργανο του Κόμματος εκείνη την εποχή), σε συνέχεια ο Λένιν το απόρριψε. Αυτό μονάχα, δείχνει ότι δεν το απόκρουε γενικά για λόγους αρχής, μα θα έπρεπε να το κρίνει αυστηρά από την άποψη της τακτικής. Ότι ζύγιζε τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές του αντικρίζοντας το από τη σκοπιά του δοσμένου σταδίου. Είναι περιττό να πούμε πως ο Λένιν δεν δεχόταν ότι οι καπιταλιστικές Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα. Κι εγώ αντιμετώπιζα τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο, αφού προωθούσα το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών αποκλειστικά σαν μορφή του μελλοντικού κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου στην Ευρώπη.
Έγραφα:
«Η σχετικά πλήρης οικονομική ένωση της Ευρώπης από τα πάνω, που θα ήταν το αποτέλεσμα μιας συμμαχίας ανάμεσα στις καπιταλιστικές κυβερνήσεις, είναι μια ουτοπία. Έτσι τα πράγματα δεν μπορούν να πάνε πιο μακριά από επιμέρους συμβιβασμούς και ημίμετρα. Κατά συνέπεια η ίδια η οικονομική ένωση της Ευρώπης, που υπόσχεται τεράστια πλεονεκτήματα στους παραγωγούς και τους καταναλωτές, όπως και στην ανάπτυξη γενικά της κουλτούρας, γίνεται το επαναστατικό καθήκον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου που παλεύει ενάντια στον ιμπεριαλιστικό προτεξιονισμό και το όργανό του το μιλιταρισμό», (Λεόν Τρότσκι: «Πρόγραμμα Ειρήνης», τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 85).
Και πιο κάτω:
«Οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης αποτελούν πριν απ’ όλα μια μορφή, τη μοναδική μορφή που θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει, της δικτατορίας του ευρωπαϊκού προλεταριάτου», (Λεόν Τρότσκι: «Πρόγραμμα Ειρήνης», τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 92).
Σ’ αυτήν όμως την περίοδο ο Λένιν έβλεπε ορισμένους κινδύνους ακόμα και σ’ αυτόν τον τρόπο παρουσίασης του ζητήματος. Δεδομένου ότι δεν είχε ακόμα αποκτηθεί η εμπειρία της δικτατορίας του προλεταριάτου σε μια μόνη χώρα, κι ότι έλλειπε η θεωρητική σαφήνεια σ’ ότι αφορά αυτό το ζήτημα, ακόμα και από την αριστερή πτέρυγα της τότε Σοσιαλδημοκρατίας, το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης μπορούσε να γεννήσει μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η προλεταριακή επανάσταση θα έπρεπε να αρχίσει ταυτόχρονα το λιγότερο πάνω σ’ ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Απέναντι σ’ αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο ο Λένιν μας καθιστούσε προσεκτικούς. Πάνω όμως σ’ αυτό το ζήτημα δεν είχα ούτε μια σκιά διαφωνίας με τον Λένιν.
Έγραφα από τότε:
«Το ότι καμιά χώρα δεν πρέπει “να περιμένει” τις άλλες στην πάλη της, αυτό είναι μια στοιχειώδης σκέψη, που είναι χρήσιμο και αναγκαίο να την επαναλαβαίνουμε, για να μην μπορεί κανείς να αντικαταστήσει την ιδέα της παράλληλης διεθνιστικής δράσης με την ιδέα της διεθνιστικής αδράνειας μέσα στη συμμαχία. Χωρίς να περιμένουμε τους άλλους, αρχίζουμε και συνεχίζουμε την πάλη πάνω στο εθνικό έδαφος έχοντας την πλήρη βεβαιότητα ότι η πρωτοβουλία μας θα δώσει μιαν έξαρση στην πάλη των άλλων χωρών», (Λεόν Τρότσκι: Το 1917, τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 90).
Σε συνέχεια ακολουθούν εκείνα ακριβώς τα λόγια μου που ο Στάλιν παράθεσε στην Έβδομη Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς σαν την πιο επικίνδυνη έκφραση του «τροτσκισμού», δηλαδή της «δυσπιστίας» απέναντι στις εσωτερικές δυνάμεις της επανάστασης και στην ελπίδα μιας βοήθειας από το εξωτερικό.
«Κι αν αυτό δεν γινόταν (δηλαδή, η επέκταση της επανάστασης στις άλλες χώρες Λ.Τ.), δεν υπήρχε καμιά ελπίδα που να μας κάνει να πιστεύουμε (όπως το μαρτυράει η ιστορική πείρα και οι θεωρητικοί υπολογισμοί) πως μια επαναστατική Ρωσία θα μπορούσε να αντισταθεί μπροστά σε μια συντηρητική Ευρώπη, ή πως μια σοσιαλιστική Γερμανία θα μπορούσε να επιζήσει απομονωμένη μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο», (Λεόν Τρότσκι: Το 1917, τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 90).
Πάνω σ’ αυτό το τσιτάτο και σε δυο ή τρία άλλα του ίδιου είδους βασίστηκε η καταδίκη που απαγγέλθηκε από την Έβδομη Ολομέλεια ενάντια στον «τροτσκισμό», που κράτησε τάχα σ’ αυτό το «βασικό ζήτημα» μια στάση «που δεν έχει τίποτε το κοινό με το λενινισμό». Ας σταματήσουμε λοιπόν ένα λεπτό για να ακούσουμε τον ίδιο τον Λένιν.
Στις 7 του Μάρτη 1918 έλεγε απ’ αφορμή την ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόβσκ:
«Αυτό είναι ένα μάθημα, γιατί είναι απόλυτα αληθινό πως χωρίς τη γερμανική επανάσταση θα συντριβούμε», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 132).
Μια βδομάδα αργότερα:
«Ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός και δίπλα του η θριαμβευτική πορεία της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν μπορούν να συνυπάρχουν», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 175).
Μερικές βδομάδες αργότερα, ο Λένιν έλεγε πάλι:
«Το γεγονός ότι είμαστε καθυστερημένοι μας έσπρωξε μπροστά. Αν δεν ξέρουμε να κρατήσουμε μέχρι τη στιγμή που θα συναντήσουμε το δυναμικό στήριγμα των εξεγερμένων εργατών των άλλων χωρών, θα συντριβούμε», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 187, η υπογράμμιση είναι δική μας –Λ.Τ.).
Μήπως όμως όλα αυτά ειπώθηκαν κάτω από την ιδιαίτερη επίδραση της κρίσης του Μπρεστ-Λιτόβσκ: Όχι, το Μάρτη του 1919 ο Λένιν επαναλαμβάνει για άλλη μια φορά:
«Ζούμε όχι μονάχα σε ένα κράτος, μα σ’ ένα σύστημα κρατών. Δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί ότι μια Σοβιετική Δημοκρατία υπάρχει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δίπλα στα ιμπεριαλιστικά κράτη. Στο τέλος του λογαριασμού ο ένας από τους δύο θα νικήσει», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 16ος, σελ. 102).
Ένα χρόνο μετά, στις 7 του Απρίλη 1920, ο Λένιν υπενθύμιζε ακόμα:
«Ο καπιταλισμός, αν τον υπολογίσει κανείς σε παγκόσμια κλίμακα, συνεχίζει να είναι πιο ισχυρός από την εξουσία των Σοβιέτ, κι όχι μονάχα από στρατιωτική, μα κι από οικονομική άποψη. Από τη βασική αυτή θέση πρέπει πάντα να ξεκινάμε και να μην την ξεχνάμε ποτέ», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 17ος, σελ. 102).
Στις 27 του Νοέμβρη 1920, απ’ αφορμή το πρόβλημα των παραχωρήσεων, ο Λένιν έλεγε:
«Για την ώρα περάσαμε από τον πόλεμο στην ειρήνη, δεν ξεχνούμε όμως πως ο πόλεμος θα ξανάρθει πάλι. Όσο καιρό επιζούν ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός δεν μπορούμε να ζήσουμε ειρηνικά: στο τέλος του λογαριασμού, ο ένας από τους δυο θα νικήσει. Θα ψάλλει κανείς τη νεκρώσιμη ακολουθία είτε της Δημοκρατίας των Σοβιέτ, είτε του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αυτό είναι μια αναβολή του πολέμου», (Λένιν: «Άπαντα», τομ. 17ος, σελ. 398).
Μήπως όμως η κατοπινή ύπαρξη της Δημοκρατίας των Σοβιέτ ανάγκασε τον Λένιν «να αναγνωρίσει το λάθος του» και να απαρνηθεί «τη δυσπιστία του απέναντι στις εσωτερικές δυνάμεις» της Οκτωβριανής Επανάστασης;
Ο Λένιν στο Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, δηλαδή τον Ιούλη του 1921, επανέλαβε ότι:
«Έτσι δημιουργήθηκε μια ισορροπία εξαιρετικά επισφαλής, εξαιρετικά ασταθής, μα τελικά μια ισορροπία τέτοια που επιτρέπει στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία να υπάρχει, βέβαια όχι για πολύ καιρό, μέσα σε μια καπιταλιστική περικύκλωση», (Λένιν: «Θέσεις Πάνω στην Τακτική του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας»).
Κι όχι μόνο αυτό: στις 5 του Ιούλη 1921 ο Λένιν δήλωσε ανοιχτά στο Συνέδριο:
«Για μας ήταν ξεκάθαρο πως χωρίς την υποστήριξη της παγκόσμιας διεθνιστικής επανάστασης ο θρίαμβος της προλεταριακής μας επανάστασης ήταν αδύνατος. Ήδη πριν από την επανάσταση, όπως κι ύστερα απ’ αυτήν, σκεπτόμασταν: στη συνέχεια ή το πολύ πολύ μέσα σ’ ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα θα εκραγεί η επανάσταση στις καθυστερημένες χώρες και σ’ αυτές που είναι περισσότερο αναπτυγμένες από καπιταλιστική άποψη, ή σε αντίθετη περίπτωση θα συντριβούμε. Αν και είχαμε πλήρη συνείδηση αυτού του γεγονότος, κάναμε το παν, μέσα σ’ οποιεσδήποτε περιστάσεις, για να διατηρήσουμε με κάθε θυσία το σοβιετικό σύστημα, γιατί ξέραμε πως δουλεύουμε όχι μονάχα για τους εαυτούς μας, μα και για την παγκόσμια επανάσταση», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 18ος, μέρ. Ι, σελ. 321).
Πόσο αυτά τα λόγια, μεγάλα στην απλότητά τους, ολότελα διαποτισμένα από το διεθνιστικό πνεύμα, απέχουν από τα σημερινά ευρήματα των περιαυτολόγων επιγόνων!
Όπως και νά ’χει, έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε: σε τί διαφέρουν όλες αυτές οι δηλώσεις του Λένιν από την πεποίθηση που έκφραζα το 1915, ότι η μελλοντική επαναστατική Ρωσία ή η σοσιαλιστική Γερμανία δεν θα μπορούσαν να επιζήσουν «απομονωμένες μέσα σ’ έναν καπιταλιστικό κόσμο»; Οι προθεσμίες παρουσιάζονται διαφορετικές από ότι είχαν προσδιοριστεί στις προβλέψεις, όχι μονάχα στις δικές μου, μα και στις προβλέψεις του Λένιν. Η βασική ιδέα, όμως, διατηρεί όλη της την αξία, και σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ. Αντί να την καταδικάζουμε, λοιπόν, όπως το έκανε η Έβδομη Ολομέλεια, βασισμένη σε μια έκθεση, που δεν είχε τέτοια δικαιοδοσία και της έλλειπε η καλή πίστη, είναι απαραίτητο να την εισάγουμε στο Πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Για να υπερασπίσουμε το σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης σημειώναμε στα 1915 πως ο νόμος της ανισόμερης εξέλιξης δεν αποτελεί από μόνος του ένα επιχείρημα ενάντια σε αυτό το σύνθημα. Πραγματικά, η ανισότητα της ιστορικής ανάπτυξης είναι με τη σειρά της άνιση σε σχέση με τα διάφορα κράτη και ηπείρους: οι Ευρωπαϊκές χώρες αναπτύσσονται συγκριτικά άνισα η μια με την άλλη, ωστόσο μπορεί κανείς να πει με απόλυτη βεβαιότητα πως από ιστορική άποψη δεν υπάρχει προηγούμενο, τουλάχιστον στη διάρκεια της ιστορικής εποχής που μπορεί κανείς να εξετάσει, που μια απ’ αυτές τις χώρες, να ξεπέρασε τις άλλες τόσο, όσο η Αμερική ξεπέρασε την Ευρώπη. Υπάρχει μια κλίμακα ανισότητας για την Αμερική και μια άλλη για την Ευρώπη. Οι ιστορικές και γεωγραφικές συνθήκες καθόρισαν από τα πριν ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης μια οργανική συνάφεια τόσο ουσιώδη ώστε δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να ξεφύγουν απ’ αυτήν. Οι σημερινές αστικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μοιάζουν με δολοφόνους δεμένους στο ίδιο άρμα. Όπως έχουμε κιόλας πει η επανάσταση στην Ευρώπη θα έχει σε τελευταία ανάλυση μια αποφασιστική σπουδαιότητα για την Αμερική. Μα άμεσα, με τον πιο κοντινό ιστορικό υπολογισμό, η επανάσταση στη Γερμανία θα έχει πολύ πιο μεγάλη σπουδαιότητα για τη Γαλλία παρά για τις Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής. Από αυτή τη σχέση που δημιούργησε η Ιστορία, βγαίνει η πολιτική ζωτικότητα του συνθήματος της Ομοσπονδίας των Σοβιέτ της Ευρώπης. Μιλάμε για ζωτικότητα σχετική γιατί από μόνο του βγαίνει πως αυτή η Ομοσπονδία θα απλωθεί διαμέσου της τεράστιας γέφυρας της Σοβιετικής Ένωσης προς την Ασία και θα μπει στη συνέχεια στην Ένωση των παγκόσμιων σοσιαλιστικών δημοκρατιών. Μα αυτή θα είναι πια η δεύτερη εποχή ή το δεύτερο κεφάλαιο που θα ακολουθήσει την ιμπεριαλιστική περίοδο. Όταν θα φτάσουμε εκεί θα βρούμε τις φόρμουλες που θα τους ταιριάζουν.
Μπορεί να αποδειχτεί και με άλλα αποσπάσματα πως η διαφωνία του 1915 με τον Λένιν ανήκε αυστηρά στον τομέα της τακτικής και είχε από την ίδια τη φύση της έναν προσωρινό χαρακτήρα. Μα η πορεία που ακολούθησαν τα γεγονότα είναι η καλύτερη απόδειξη: το 1923, η Κομμουνιστική Διεθνής υιοθέτησε το αμφισβητούμενο σύνθημα. Αν το 1915 δεν γινόταν δεκτό για λόγους αρχής, όπως προσπαθούν να εξηγήσουν τώρα οι συγγραφείς του Σχεδίου Προγράμματος, η Κομμουνιστική Διεθνής δεν θα μπορούσε να το υιοθετήσει οκτώ χρόνια αργότερα. Πιστεύουμε πως ο νόμος της ανισόμερης εξέλιξης δεν έπαψε να λειτουργεί στο μικρό αυτό χρονικό διάστημα.
Κάθε τρόπος τοποθέτησης του ζητήματος που σκιαγραφήθηκε πιο πάνω ξεκινάει από το δυναμισμό του επαναστατικού προτσές, αντικρισμένο στο σύνολό του. Η παγκόσμια επανάσταση υπολογίζεται ως μια διαδικασία που έχει το δικό της αυτοδυναμισμό, που δεν μπορεί να προβλεφθεί στο σύνολό της, καθορίζοντας από τα πριν τη διαδοχή όλων των φάσεών της, μα που τα γενικά ιστορικά χαρακτηριστικά της είναι ολότελα καθαρά. Αν αυτό δεν το κατανοήσουμε, είναι τελείως αδύνατο να προσανατολιστούμε σωστά στην πολιτική.
Τα πράγματα όμως αλλάζουν ριζικά αν πάρει κανείς σαν αφετηρία την ιδέα της σοσιαλιστικής εξέλιξης που πραγματοποιείται κι ακόμα ολοκληρώνεται σε μια μόνη χώρα. Υπάρχει τώρα μια «θεωρία» που υποστηρίζει πως η πλήρης οικοδόμηση του σοσιαλισμού είναι τάχα δυνατή σε μια μόνη χώρα, και πως οι σχέσεις ανάμεσα σ’ αυτή τη χώρα και τον καπιταλιστικό κόσμο μπορούν να βασίζονται στην «ουδετεροποίηση» της παγκόσμιας μπουρζουαζίας (Στάλιν). Αν υιοθετήσει κανείς αυτή την άποψη, που στο βάθος είναι εθνικο-ρεφορμιστική κι όχι επαναστατικο-διεθνιστική, η αναγκαιότητα του συνθήματος των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης εξαφανίζεται, ή το λιγότερο εξασθενίζει. Απεναντίας, μας φαίνεται σπουδαίο και αναγκαίο να επιζήσει, γιατί περιέχει την καταδίκη της ιδέας της σοσιαλιστικής εξέλιξης που περιορίζεται σε μια μόνη χώρα. Για το προλεταριάτο κάθε ευρωπαϊκής χώρας, σε πολύ πιο μεγάλο βαθμό απ’ όσο για την ΕΣΣΔ (εδώ όμως δεν υπάρχει παρά μια διαφορά βαθμού), η επέκταση της επανάστασης στις γειτονικές χώρες, η βοήθεια που θα του δοθεί μέσα σ’ αυτές τις χώρες με τη δύναμη των όπλων, είναι μια από τις πιο επείγουσες αναγκαιότητες. Κι αυτό βγαίνει όχι από υπολογισμούς μιας αφηρημένης διεθνιστικής αλληλεγγύης, που από μόνη της δεν είναι σε θέση να κινητοποιήσει τις τάξεις, μα από ένα επιχείρημα που διατυπώθηκε εκατοντάδες φορές από τον Λένιν: εμείς δεν θα μπορέσουμε να κρατηθούμε αν η παγκόσμια επανάσταση δεν μας βοηθήσει την κατάλληλη στιγμή. Το σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών ανταποκρίνεται σ’ αυτόν το δυναμισμό της προλεταριακής επανάστασης. Η προλεταριακή επανάσταση δεν ξεσπάει ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες, μα απλώνει από τη μια χώρα στην άλλη, κι απαιτεί να υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτές η πιο στενή σχέση, και πρώτα απ’ όλα πάνω στο ευρωπαϊκό έδαφος, τόσο για να υπερασπιστεί τον εαυτό της ενάντια στους ισχυρούς εξωτερικούς εχθρούς, όσο και για τις ανάγκες οργάνωσης της οικονομίας.
Είναι αλήθεια πως θα μπορούσε κανείς να επιχειρήσει να αντιτάξει το γεγονός ότι ύστερα από την κρίση του Ρουρ, που ήταν η τελευταία ακριβώς ώθηση που συνέτεινε στην υιοθέτηση αυτού του συνθήματος, το σύνθημα αυτό δεν έπαιξε πια σπουδαίο ρόλο στην αγκιτάτσια των ευρωπαϊκών Κομμουνιστικών Κομμάτων και δεν μπόρεσε, κατά κάποιο τρόπο, να ριζώσει. Μα συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με τα συνθήματα της Κυβέρνησης Εργατών, των Σοβιέτ, κλπ., με άλλα λόγια με όλα τα συνθήματα που πρέπει να προηγούνται άμεσα της επανάστασης. Αυτό βρίσκει την εξήγησή του στο γεγονός ότι, αντίθετα με τις εσφαλμένες από πολιτική άποψη εκτιμήσεις του Πέμπτου Συνεδρίου, το επαναστατικό κίνημα βρίσκεται σε παρακμή από το τέλος του 1923 στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Και γι’ αυτό ακριβώς θα ήτανε ολέθριο να επεξεργαστούμε ένα πρόγραμμα ή ορισμένα μέρη του επηρεασμένοι από αυτή την περίοδο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης υιοθετήθηκε, ενάντια σ’ όλες τις προκαταλήψεις, ακριβώς το 1923, τότε που περιμέναμε το ξέσπασμα της επανάστασης στη Γερμανία και που τα προβλήματα των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στα κράτη της Ευρώπης είχαν αποκτήσει μια ιδιαίτερη τραχύτητα. Κάθε νέα επιδείνωση της εσωτερικής κρίσης της Ευρώπης, και για ένα λόγο παραπάνω της παγκόσμιας κρίσης, αν αυτή είναι αρκετά βαθιά για να θέσει ξανά τα θεμελιώδη προβλήματα της πολιτικής, θα δημιουργεί συνθήκες απόλυτα ευνοϊκές για την υιοθέτηση του συνθήματος των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης. Είναι επομένως ριζικό λάθος να το παρασιωπούμε στο Πρόγραμμα, χωρίς ωστόσο να το απορρίπτουμε, μ’ άλλα λόγια να το κρατάμε κατά κάποιο τρόπο σαν εφεδρεία, «για κάθε ενδεχόμενο» Στα ζητήματα αρχών η πολιτική της ρεζέρβας δεν αξίζει τίποτε.
Όπως ήδη γνωρίζουμε το Σχέδιο κάνει μια προσπάθεια που οπωσδήποτε αξίζει να επαινεθεί: την προσπάθεια να πάρει στη δομή του ως αφετηρία την παγκόσμια οικονομία και τις τάσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό της. Η «Πράβντα» έχει ολότελα δίκιο όταν γράφει πως σ’ αυτό βασικά διαφέρουμε από την εθνικιστική και πατριωτική σοσιαλδημοκρατία. Μονάχα όταν ξεκινήσει κανείς από την παγκόσμια οικονομία που κυριαρχεί στα διάφορα μέρη της μπορεί να επεξεργαστεί το πρόγραμμα του διεθνιστικού κόμματος του προλεταριάτου. Μα ακριβώς κρίνοντας τις θεμελιώδεις τάσεις εξέλιξης του κόσμου, το Σχέδιο όχι μονάχα αποκαλύπτει τα κενά που το εξευτελίζουν, πράγμα που σημειώσαμε πιο πάνω, μα και καταντάει σε ορισμένα μέρη φοβερά μονόπλευρο, οδηγώντας έτσι σε χοντροκομμένα λάθη.
Επανειλημμένα, κι όχι πάντα ευκαιριακά, το Σχέδιο αναφέρεται στο νόμο της ανισόμερης εξέλιξης του καπιταλισμού, παρουσιάζοντάς τον σαν θεμελιώδη νόμο του και καθοριστικό σχεδόν για όλα. Μια σειρά από λάθη του Σχεδίου, κι ανάμεσα σ’ αυτά ένα που είναι ουσιώδες από θεωρητική άποψη, βασίζονται πάνω στην εσφαλμένη και μονόπλευρη αντίληψη, ούτε μαρξιστική ούτε λενινιστική, του νόμου της ανισόμερης εξέλιξης.
Στο πρώτο του κεφάλαιο το Σχέδιο γράφει:
«Η ανισομέρεια της οικονομικής και πολιτικής εξέλιξης είναι ένας απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Η ανισομέρεια αυτή αυξάνει και εντείνεται ακόμα περισσότερο στην εποχή του ιμπεριαλισμού».
Ακριβώς. Αυτή η διατύπωση καταδικάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Στάλιν έθεσε τελευταία το ζήτημα, βεβαιώνοντας πως ο νόμος τάχα της ανισόμερης εξέλιξης ήταν άγνωστος για τον Μαρξ και τον Έγκελς, πως διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Λένιν. Στις 15 του Σεπτέμβρη 1925 ο Στάλιν έγραφε πως ο Τρότσκι δεν κάνει καθόλου καλά που βασίζεται πάνω στον Έγκελς που έγραφε σε μια εποχή «όπου δεν μπορούσε ούτε καν να γίνει λόγος (!!!) για το νόμο της ανισόμερης εξέλιξης των καπιταλιστικών χωρών». Αν και αυτά τα λόγια φαίνονται απίθανα, ωστόσο ο Στάλιν, ένας από τους συγγραφείς του Σχεδίου, τα επανέλαβε περισσότερο από μια φορά. Το κείμενο του Σχεδίου κάνει σε αυτό το σημείο ένα βήμα μπροστά όπως βλέπουμε. Αν ωστόσο αφήσει κανείς στην άκρη αυτή την επανόρθωση που μπαλώνει ένα στοιχειώδες λάθος, αυτό που το Σχέδιο λέει για το νόμο της ανισόμερης εξέλιξης εμφανίζεται πραγματικά μονόπλευρο και ακρωτηριασμένο.
Πρώτα πρώτα θα ήτανε πιο σωστό να πούμε πως ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας εκτυλίσσεται κάτω από το σχήμα της ανισόμερης εξέλιξης. Ο καπιταλισμός βρίσκει ήδη τα διάφορα μέρη της ανθρωπότητας σε διαφορετικούς βαθμούς εξέλιξης, που καθένα περιέχει βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις. Η τεράστια ποικιλία των επιπέδων και η ασυνήθιστη ανισότητα του ρυθμού ανάπτυξης των διαφόρων μερών της ανθρωπότητας στη διάρκεια διαφορετικών περιόδων αποτελούν τη θέση αναχώρησης του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός μονάχα βαθμιαία κυριαρχεί πάνω στην ανισότητα που κληρονόμησε, την διαθλά και την τροποποιεί με τις δικές του μέθοδες και προχωρώντας στους δικούς του δρόμους. Διακρινόμενος σ’ αυτό από τα προηγούμενα οικονομικά συστήματα, ο καπιταλισμός έχει σαν ιδιότητα να τείνει συνεχώς προς την οικονομική επέκταση, να διεισδύει σε καινούριες περιοχές, να κατανικά τις οικονομικές διαφορές, να μεταμορφώνει τις περιφερειακές και εθνικές οικονομίες, που ήταν κλεισμένες στον εαυτό τους, σ’ ένα σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων, να πλησιάζει έτσι, να εξισώνει τα οικονομικά και πολιτιστικά επίπεδα των πιο προχωρημένων και των πιο καθυστερημένων χωρών. Χωρίς το βασικό αυτό προτσές δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει τη σχετική ισοπέδωση πρώτα της Ευρώπης και της Αγγλίας, σε συνέχεια της Αμερικής και της Ευρώπης, την εκβιομηχάνιση των αποικιών, που ελαττώνει την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στην Ινδία και τη Μεγάλη Βρετανία όπως κι όλες τις συνέπειες των διαδικασιών που απαριθμήσαμε και που πάνω τους βασίζεται όχι μονάχα το Πρόγραμμα, μα και η ίδια η ύπαρξη της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Μα πλησιάζοντας τις χώρες και εξισώνοντας τα επίπεδα ανάπτυξής τους, ο καπιταλισμός ενεργεί με τις δικές του μέθοδες, δηλαδή με τις αναρχικές μέθοδες, που υποσκάπτουν συνεχώς την ίδια την εργασία του, αντιθέτοντας τη μια χώρα στην άλλη, τον ένα κλάδο παραγωγής στον άλλο, ευνοώντας την ανάπτυξη ορισμένων μερών της παγκόσμιας οικονομίας, φρενάροντας και ρίχνοντας πίσω άλλα μέρη της. Μονάχα ο συνδυασμός αυτών των δυο θεμελιακών τάσεων, κεντρόφυγων και κεντρομόλων, ισοπέδωσης και ανισότητας, που και οι δυο είναι αποτέλεσμα της ίδιας της φύσης του καπιταλισμού, μας εξηγεί τη ζωντανή περιπλοκή του ιστορικού προτσές.
Εξαιτίας της καθολικότητας, της ευκινησίας, της διασποράς του χρηματιστικού κεφαλαίου, της ζωογόνας αυτής δύναμης του ιμπεριαλισμού, που διεισδύει παντού, ο ιμπεριαλισμός τονίζει ακόμα περισσότερο τις δυο αυτές τάσεις. Ξανασυνδέει με πολύ μεγάλη ταχύτητα και βάθος σε ένα και μόνο σύνολο τις διάφορες εθνικές και ηπειρωτικές δεξαμενές. Δημιουργεί ανάμεσά τους μια στενή εξάρτηση ζωτικής σημασίας. Πλησιάζει τις οικονομικές μέθοδές τους, τις κοινωνικές μορφές τους και τα επίπεδα εξέλιξής τους. Ταυτόχρονα επιδιώκει αυτό το «σκοπό» που είναι δικός του, με μέθοδες ολότελα ανταγωνιστικές, κάνοντας τέτοια άλματα, εξαπολύοντας τέτοιες επιδρομές στις καθυστερημένες χώρες και περιοχές, που η ενοποίηση και η ισοπέδωση της παγκόσμιας οικονομίας που πραγματοποιεί συγκλονίζονται από τον ίδιο με τόση βία και σπασμούς που όμοιό τους δεν έχει υπάρξει στη διάρκεια των προηγούμενων εποχών. Μονάχα η διαλεκτική αυτή αντίληψη, κι όχι η αφηρημένη και μηχανιστική, του νόμου της ανισόμερης εξέλιξης, επιτρέπει να αποφευχθούν τα ριζικά λάθη από τα οποία δεν μπόρεσε να ξεφύγει το Σχέδιο Προγράμματος που προτάθηκε για το Έκτο Συνέδριο.
Αμέσως ύστερα από το χαρακτηρισμό αυτού του νόμου με το μονόπλευρο τρόπο που σημειώσαμε πιο πάνω, το Σχέδιο γράφει:
«Απ’ αυτό βγαίνει πως η διεθνική επανάσταση του προλεταριάτου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μια πράξη που πραγματοποιείται ταυτόχρονα, την ίδια στιγμή παντού. Από αυτό προκύπτει πως ο θρίαμβος του σοσιαλισμού είναι δυνατός πρώτα σ’ ορισμένες χώρες, σε λίγες κι ακόμα σε μια μόνη καπιταλιστική χώρα, παρμένη χωριστά».
Δεν χρειάζεται να πούμε πως δεν υπάρχει άνθρωπος που μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι είναι αδύνατο η διεθνική επανάσταση του προλεταριάτου να γίνει με μια ταυτόχρονη πράξη. Προπαντός ύστερα από την πείρα της Επανάστασης του Οκτώβρη που πραγματοποίησε η εργατική τάξη μιας καθυστερημένης χώρας κάτω από την πίεση της ιστορικής αναγκαιότητας, χωρίς να περιμένει να «ανασυγκροτήσει το μέτωπό» του το προλεταριάτο των προχωρημένων χωρών. Είναι πέρα για πέρα σωστό και επίκαιρο να καταφεύγουμε στο νόμο της ανισόμερης εξέλιξης μέσα σ΄ αυτά τα όρια. Μα είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα το δεύτερο μισό του συμπεράσματος, η αβάσιμη διαβεβαίωση, που εγγυάται πως ο θρίαμβος του σοσιαλισμού είναι δυνατός σε «μια μόνη καπιταλιστική χώρα, παρμένη χωριστά». Σαν απόδειξη το Σχέδιο λέει απλά: «Απ’ αυτό προκύπτει», με άλλα λόγια, αυτό βγαίνει δήθεν σαν συμπέρασμα από το νόμο της ανισόμερης εξέλιξης. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι. «Από αυτό προκύπτει» ακριβώς το αντίθετο. Αν το ιστορικό προτσές συνίστατο στο ότι οι διάφορες χώρες εξελίσσονται όχι μονάχα άνισα, μα και ανεξάρτητα η μια από την άλλη, παραμένοντας απομονωμένες η μια από την άλλη, τότε θα έπρεπε χωρίς καμιά αμφιβολία να συμπεράνουμε από το νόμο της ανισόμερης εξέλιξης τη δυνατότητα οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα, παρμένη χωριστά: πρώτα πρώτα στις πιο προχωρημένες χώρες, ύστερα στις πιο καθυστερημένες στο μέτρο που θα έφταναν σε μια ωριμότητα. Αυτή ήταν η συνηθισμένη, η κατά κάποιο τρόπο κοινή αντίληψη του περάσματος στο σοσιαλισμό, που υπήρχε στην πριν από τον πόλεμο σοσιαλδημοκρατία. Αυτή ακριβώς αποτελούσε τη θεωρητική πεμπτουσία του σοσιαλπατριωτισμού. Το Σχέδιο βέβαια δεν υιοθετεί αυτή την άποψη γλιστράει όμως προς τα κει.
Το θεωρητικό λάθος που κάνει είναι ότι επιχειρεί να βγάλει από το νόμο της ανισόμερης εξέλιξης αυτό που ο νόμος δεν περιέχει και δεν μπορεί να περιέχει. Η ανισομέρεια, ή η σπασμωδική πορεία εξέλιξης των διαφόρων χωρών, υποσκάπτει συνεχώς τους δεσμούς και την αυξανόμενη οικονομική αλληλεξάρτησή τους. Μα δεν τα εξαλείφει καθόλου. Την επομένη ενός απαίσιου μακελειού που κράτησε τέσσερα χρόνια, αυτές οι χώρες βρέθηκαν υποχρεωμένες να ανταλλάξουν κάρβουνο, στάρι, πετρέλαιο, μπαρούτι και τιράντες. Πάνω στο βασικό αυτό θέμα το Σχέδιο παρουσιάζει τα πράγματα σαν η ιστορική εξέλιξη να πραγματώνονταν με άλματα, μα το οικονομικό πεδίο που τα προκαλεί και που πάνω του πραγματώνονται, χάνεται εντελώς από το οπτικό πεδίο των συγγραφέων του Σχεδίου ή εξαφανίζεται ταχυδακτυλουργικά από τους ίδιους. Κι ενεργούν έτσι μόνο και μόνο για να υπερασπίσουν την ανυπεράσπιστη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα.
Ύστερα απ’ όσα ειπώθηκαν, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως ο μόνος σωστός τρόπος να τεθεί το ζήτημα θα ήταν ο παρακάτω: στην προϊμπεριαλιστική εποχή ο Μαρξ και ο Έγκελς είχαν ήδη φτάσει στο συμπέρασμα ότι από τη μια μεριά η ανωμαλία, δηλαδή οι σπασμοί της ιστορικής εξέλιξης προεκτείνουν την προλεταριακή επανάσταση, σε μια ολόκληρη εποχή που στη διάρκειά της τα έθνη θα μπουν στον επαναστατικό χείμαρρο το ένα ύστερα από το άλλο. Από την άλλη, όμως, η οργανική αλληλεξάρτηση των διαφόρων χωρών, που αναπτύχθηκε σε τέτοιο σημείο ώστε να γίνει ένας παγκόσμιος καταμερισμός της εργασίας, αποκλείει τη δυνατότητα οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα. Επομένως για ένα λόγο παραπάνω σήμερα, στη διάρκεια της καινούριας εποχής, όπου ο ιμπεριαλισμός έχει επεκτείνει, βαθύνει και οξύνει τις δυο αυτές ανταγωνιστικές τάσεις, το σύστημα ιδεών του Μαρξ, που μας διδάσκει πως δεν μπορεί κανείς να αρχίσει τη σοσιαλιστική επανάσταση παρά πάνω σε εθνική βάση, μα που δεν μπορεί να οικοδομήσει τη σοσιαλιστική κοινωνία στα πλαίσια ενός έθνους, είναι δυο και τρεις φορές πιο αληθινό ακόμα. Σ’ αυτό το πρόβλημα ο Λένιν δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επεκτείνει και να συγκεκριμενοποιεί τον τρόπο με τον οποίο ο Μαρξ έθεσε το πρόβλημα και τη λύση που του έδωσε.
Το Πρόγραμμα του Κόμματός μας αποδέχεται ανεπιφύλαχτα σαν αφετηρία την ιδέα πως η Επανάσταση του Οκτώβρη και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού έχουν καθοριστεί από την παγκόσμια κατάσταση. Για να το αποδείξουμε θα αρκούσε απλά και μόνο να αντιγράψουμε ολόκληρο το θεωρητικό μέρος του Προγράμματός μας. Εδώ θα σημειώσουμε μονάχα πως όταν στο Όγδοο Συνέδριο του Κόμματος ο αλησμόνητος Ποντμπιέλσκι υποπτευόταν ότι ορισμένες εκφράσεις του Προγράμματος είχαν σχέση μόνο με την επανάσταση στη Ρωσία, ο Λένιν του απάντησε στο κλείσιμο της συζήτησης πάνω σ’ αυτό το ζήτημα με τα παρακάτω λόγια, (19 του Μάρτη 1919):
«Ο Ποντμπιέλσκι επιτέθηκε σε μια από τις παραγράφους που μιλούν για την κοινωνική επανάσταση που πλησιάζει... Είναι φανερό πως το επιχείρημά του δεν είναι θεμελιωμένο γιατί στο Πρόγραμμά μας μιλάμε για την παγκόσμια κοινωνική επανάσταση», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 16ος, σελ. 131).
Δεν είναι περιττό να υπενθυμίσουμε πως την ίδια περίπου εποχή ο Λένιν πρότεινε να αποκαλούμε το Κόμμα μας, όχι Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας, μα Κομμουνιστικό Κόμμα, για να υπογραμμιστεί ακόμα καλύτερα πως είναι το κόμμα της παγκόσμιας επανάστασης. Στην Κεντρική Επιτροπή, ο Λένιν δεν πήρε παρά μόνο τη δική μου ψήφο υπέρ της πρότασής του. Δεν έφερε ωστόσο το ζήτημα στο Συνέδριο, δεδομένου ότι εκείνη τη στιγμή οργανωνόταν η Τρίτη Διεθνής. Κάτω από τέτοιες συνθήκες ούτε η ίδια η ιδέα του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα δεν μπορούσε να εμφανιστεί. Γι’ αυτό το λόγο, το πρόγραμμα του Κόμματος δεν καταδικάζει αυτή τη θεωρία, μα απλώς την αποκλείει.
Το πρόγραμμα όμως της Κομμουνιστικής Νεολαίας που υιοθετήθηκε δυο χρόνια αργότερα, έπρεπε, για να διαπαιδαγωγεί διεθνιστικά τους νέους, να τους καλέσει σ’ επιφυλακή ενάντια στις εθνικιστικές αυταπάτες όπως κι ενάντια στην εθνικιστική στενοκεφαλιά απέναντι στα προβλήματα της προλεταριακής επανάστασης. Ωστόσο, θα ξαναμιλήσουμε γι’ αυτό το ζήτημα πιο κάτω.
Το θέμα τίθεται πολύ διαφορετικά στο καινούριο Σχέδιο Προγράμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Σύμφωνα με τη ρεβιζιονιστική[7] εξέλιξη στην οποία έχουν υποταγεί οι συγγραφείς του ύστερα από το 1924, το θέμα μπαίνει, όπως το βλέπουμε, σ’ ένα δρόμο ολότελα αντίθετο. Ωστόσο, η θετική ή η αρνητική απάντηση που θα δοθεί στο πρόβλημα του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα, καθορίζει την αξία ολόκληρου του Σχεδίου, σαν μαρξιστικό ή ρεβιζιονιστικό ντοκουμέντο.
Είναι ολοφάνερο πως το Σχέδιο με επιμέλεια, με επιμονή και επανειλημμένα, διασαφηνίζει, υπογραμμίζει, εξηγεί τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στον κομμουνιστικό και το ρεφορμιστικό τρόπο προβολής των ζητημάτων. Μα οι διαβεβαιώσεις αυτές δεν λύνουν το πρόβλημα. Είναι σαν ένα καράβι πολύ καλά αρματωμένο, με πολυάριθμες μαρξιστικές συσκευές και μηχανισμούς, που έχει ορθάνοιχτα τα πανιά του σ’ όλους τους ρεβιζιονιστικούς και ρεφορμιστικούς ανέμους. Εκείνος που έμαθε, χρησιμοποιώντας τη γόνιμη πείρα που αποχτήθηκε στη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών και προπαντός τη θαυμάσια εμπειρία της Κίνας στα τελευταία χρόνια, να κατανοεί τη δυναμική διαλεκτική αλληλεξάρτηση που υπάρχει ανάμεσα στην πάλη των τάξεων και τα προγράμματα των κομμάτων, εκείνος μονάχα θα μας καταλάβει, όταν λέμε πως τα καινούρια ρεβιζιονιστικά πανιά μπορούν να σταματήσουν κάθε λειτουργία των μαρξιστικο-λενινιστικών συσκευών ασφαλείας και διάσωσης. Να, γιατί είμαστε υποχρεωμένοι να επεκταθούμε πιο λεπτομερειακά πάνω στο βασικό αυτό θέμα, που θα καθορίσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα την ανάπτυξη και την ίδια την τύχη της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————
[1]. Το πρώτο Σχέδιο Προγράμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς υποβλήθηκε στο Τέταρτο Συνέδριο (Νοέμβρη-Δεκέμβρη 1922) από τον Μπουχάριν. Εκείνη την εποχή υποβλήθηκαν κι άλλα σχέδια: ένα υπόβαλε ο Ταλχάιμερ απομέρους του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που σαν ντοκουμέντο διέφερε από εκείνο του Μπουχάριν γιατί συνηγορούσε υπέρ της θεωρίας της συσσώρευσης του κεφαλαίου της Ρόζα Λούξεμπουργκ. Ένα άλλο υπόβαλε ο Καμπάτσκιεφ απομέρους του Βουλγάρικου Κομμουνιστικού Κόμματος. Και ένα κριτικό πρόγραμμα δράσης υποβλήθηκε από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Το Συνέδριο στις συνόδους του ψήφισε ενάντια στην αποδοχή ενός Προγράμματος και υπέρ της κατάθεσης όλων των Σχεδίων και των Ντοκουμέντων σε μια Επιτροπή Προγράμματος για επεξεργασία και μελέτη, με την προοπτική το Πέμπτο Συνέδριο να πάρει μια τελική απόφαση πάνω στο ζήτημα. Στο Πέμπτο Συνέδριο (Ιούνης 1924) ψηφίστηκαν αποφάσεις πάνω στο προγραμματικό ραπόρτο του Μπουχάριν, που καλούσαν για την αποδοχή του Σχεδίου που είχε παρουσιάσει η Επιτροπή Προγράμματος, σαν βάση για παραπέρα συζήτηση στα Κόμματα, για τη συγκρότηση μιας Επιτροπής επιφορτισμένης με την τελική έκδοση του ντοκουμέντου, για τη συγκρότηση μιας μόνιμης Επιτροπής Προγράμματος που θα κοινοποιούσε το Σχέδιο και θα καθοδηγούσε τη διεθνή συζήτηση πάνω σ’ αυτό, και τέλος, για την τελική αποδοχή του Προγράμματος από το ερχόμενο Συνέδριο. Στο Έκτο Συνέδριο (Ιούλης-Σεπτέμβρης του 1928) όλα τα παλιά σχέδια είχαν εξαφανιστεί και παρουσιάστηκε ένα καινούριο, που είχε γραφτεί κυρίως από τον Μπουχάριν και είχε υποβληθεί με το δικό του όνομα και το όνομα του Στάλιν και που τελικά έγινε δεκτό από το Συνέδριο, με μικρές μετατροπές, σαν το Πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Αυτό το Σχέδιο κριτικάρει ο Λεόν Τρότσκι σ’ αυτό εδώ το έργο του. Στα Ελληνικά, αυτό το ντοκουμέντο κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Πρόγραμμα και Καταστατικό της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς, β΄ έκδοση» στις αρχές της μεταπολίτευσης (1975;) από τις «Εκδόσεις Ειρήνη» (Σόλωνος 77 –Αθήνα). Οι εκδότες του, βέβαια, δεν μας δίνουν κανένα στοιχείο –πότε εκδόθηκε για πρώτη φορά, ποιος το μετάφρασε– δεν αναφέρουν ούτε καν τη χρονολογία της δικής τους έκδοσης! Ίσως (σκεπτόμαστε) να είναι ανατύπωση από κάποια παλιά έκδοση, της δεκαετίας του 1930, του ΚΚΕ. Ωστόσο, από έναν εσωτερικό τίτλο του μαθαίνουμε ότι το: «Πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Ψηφίστηκε στο VI παγκόσμιο Συνέδριο στην 46η συνεδρίαση την 1η του Σεπτέμβρη 1928 στη Μόσχα)». Όσο για το «Καταστατικό της Κομμουνιστικής Διεθνούς», αυτό «(Ψηφίστηκε στην 44η συνεδρίαση του VI Συνεδρίου της Κ.Δ., 29 Αυγούστου 1928, Μόσχα)». Με την ίδια μέθοδο, και πιθανόν την ίδια περίοδο, (κι εδώ δεν δίνεται καμιά πληροφορία), έχει κάνει την εμφάνισή της μια «Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς» –ένας ογκώδης τόμος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, που έχει μεταφραστεί από κάποιον Θ.Κ. και έχει εκδοθεί από τη «Σύγχρονη Εποχή». Από μια λακωνική υποσημείωση του μεταφραστή στη σελίδα 579 μαθαίνουμε ότι το βιβλίο αυτό «δόθηκε για εκτύπωση (στα ρωσικά) τις παραμονές της Σύσκεψης της Μόσχας του 1969 που ήταν η τρίτη κατά σειρά σύσκεψη των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων». Σύμφωνα με την πλαστογραφημένη αυτή «Ιστορία» ο Τρότσκι εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Κομμουνιστική Διεθνή τον Απρίλη του 1925 (!!!), μετά το Πέμπτο Συνέδριο, κι έτσι στη σελίδα 239 του έργου, όπου οι σταλινικοί αναλαμβάνουν την πάλη για τη συντριβή του Τροτσκισμού που αρνείται το «βασικό λενινιστικό συμπέρασμα για τη δυνατότητα της νίκης του σοσιαλισμού σε μια χώρα». Αργότερα, γράφουν στη σελίδα 297, «ο Τρότσκι, έστειλε στο (Έκτο) Συνέδριο το δικό του Σχέδιο Προγράμματος, στο οποίο τασσόταν ενάντια στη θέση για τη δυνατότητα της νίκης του σοσιαλισμού σε μια ξεχωριστή χώρα. Ο Τρότσκι αποκάλεσε το Σχέδιο Προγράμματος που επεξεργάστηκε η ΕΕ της ΚΔ “ρεβιζιονιστικό ντοκουμέντο” και πρότεινε να περιληφθεί στο Πρόγραμμα μια παράγραφος “για το αδύνατο της νίκης της προλεταριακής επανάστασης σε μια χώρα, χωρίς την υποστήριξη της παγκόσμιας επανάστασης”» –(Σελ. 19).
[2]. Η 4η Αυγούστου του 1914 θεωρείται γενικά στους επαναστατικούς κύκλους ως η ημέρα που σημαδεύει την κατάρρευση της Δεύτερης Διεθνούς. Εκείνη τη μέρα η σοσιαλδημοκρατική φράξια μέσα στο γερμανικό Ράιχσταγ ψήφισε τα πολεμικά κονδύλια που ζήτησαν ο Κάιζερ και ο Καγκελάριος, δίνοντας μ’ αυτή της την πράξη υποστήριξη όχι μόνο στον πόλεμο της καπιταλιστικής πατρίδας, μα και στην εγκαθίδρυση της Burgfrieden (της ειρήνης των πολιτών). Το ίδιο ακριβώς πράγμα έκανε την ίδια μέρα η σοσιαλιστική ομάδα στη γαλλική βουλή, εγκαθιδρύοντας την Ιερή Ένωση με την κυρίαρχη τάξη. Τα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα του Βελγίου, της Αυστροουγγαρίας, της Βρετανίας και εν μέρει της Ιταλίας, της Βουλγαρίας και της Ρωσίας, ακολούθησαν την ίδια πορεία. Το Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο, ανίκανο, φυσικά, να διευθετήσει τη διαμάχη, που αποφασίζονταν στο πεδίο της μάχης, έπαψε, από κάθε άποψη, να υπάρχει στη διάρκεια του πολέμου –(Σελ. 22).
[3]. Ακολουθώντας τη μέθοδο του «πατερούλη» Στάλιν, οι σταλινικοί του ΚΚΕ έχουν δημιουργήσει ένα πραγματικό κομφούζιο γύρω από τους όρους Αντίφαση (Contradiction) και Αντίθεση (Opposition) –και η πιο ολοκληρωμένη έκφραση αυτής της σύγχυσης φώλιασε στα «Άπαντα» του Λένιν και προπαντός στα Φιλοσοφικά Τετράδιά του. Η «παράδοση» αυτή εκφράστηκε και στη δική μας μετάφραση, οδηγώντας στη λαθεμένη απόδοση του όρου Contradiction (σαν Αντίθεση) σ’ ολόκληρο αυτό το βιβλίο. Αργότερα εγκαθιδρύσαμε ότι στη διαδικασία της Φύσης και της ανθρώπινης κοινωνίας όπως και στο προτσές της αντανάκλασης Contradiction είναι η Αντίφαση και Opposition η Αντίθεση που πολλές φορές στις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες εμφανίζεται με την ελληνική της παραλλαγή ως Antithesis (Αντί-θεση). Πρέπει, όμως, να είναι καθαρό ότι η Αντίθεση είναι μια μη αναπτυγμενη Αντίφαση –μια στιγμή, μια φάση στην αυτο-ανάπτυξη της Αντίφασης που ενυπάρχει ως έμβρυο σε κάθε Ταυτότητα του αντικειμενικού κόσμου και αναπτύσσεται σε Διαφορά και σε Αντίθεση πριν να ολοκληρωθεί σε καθαυτή Αντίφαση και να λυθεί. Είναι αυτό το προτσές που αντανακλάται και στη σκέψη του ανθρώπου. Γι’ αυτό ο αναγνώστης, διαβάζοντας τη νέα (φωτοτυπική) έκδοση του έργου, πρέπει να αντικαταστήσει τον όρο Αντίθεση με τον όρο Αντίφαση –(Σελ. 22).
[4]. Η άποψη ότι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι «άπειρα πιο κοντά στην Ευρώπη απ’ ότι στην Αμερική», κατά κάποιο τρόπο προσδιορίστηκε από τον Τρότσκι και τροποποιήθηκε δυο χρόνια αργότερα. Το 1930, ο Τρότσκι έγραφε: «Στο έργο μου για τη Ρωσική Επανάσταση του 1905, έκανα ορισμένες παρατηρήσεις σ’ αυτό που ο Μαρξ είχε γράψει, για το ότι ο καπιταλισμός περνάει από τη φεουδαρχία μέσω του συντεχνιακού συστήματος στο εργοστάσιο. Στη Ρωσία, ωστόσο, δεν γνωρίσαμε ποτέ το συντεχνιακό σύστημα με εξαίρεση ίσως τους κουστάρι (χειροτέχνες). Επομένως, μπορεί κανείς να συγκρίνει την ανάπτυξη της εργατικής τάξης στην Αγγλία και τη Γερμανία, με την ανάπτυξη της εργατικής τάξης στη Ρωσία. Στις δυο πρώτες χώρες, το προλεταριάτο πέρασε μέσα από μια μακριά περίοδο κοινοβουλευτικής εμπειρίας. Στη Ρωσία, από την άλλη, το κοινοβουλευτικό σύστημα δεν έλεγε πολλά πράγματα για τους εργάτες. Αυτό σημαίνει ότι στη Ρωσία το προλεταριάτο έμαθε την κοινοβουλευτική του ιστορία από ένα συνοπτικό εγχειρίδιο. Από πολλές απόψεις, η ιστορία της ανάπτυξης των Ενωμένων Πολιτειών, συγγενεύει με κείνη της εργατικής τάξης της Ρωσίας. Δεν είναι πουθενά γραμμένο και δεν μπορεί να στηριχτεί θεωρητικά, ότι οι αμερικανοί εργάτες θα περάσουν αναγκαστικά, και για μια μεγάλη περίοδο, από το σχολείο του ρεφορμισμού. Ζουν και αναπτύσσονται σε μια άλλη περίοδο, ωριμάζουν κάτω από διαφορετικές συνθήκες, απ’ ότι η εργατική τάξη της Αγγλίας για παράδειγμα... Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι οι ΕΠΑ θα είναι οι τελευταίες στην επαναστατική σειρά, καταδικασμένες να φτάσουν στην προλεταριακή επανάσταση μετά από τις χώρες της Ευρώπης και της Ασίας. Είναι δυνατό να υπάρξει μια τέτια κατάσταση και ένας τέτοιος συσχετισμός των δυνάμεων, που η σειρά αυτή να αλλάξει και να επιταχυνθεί τρομερά ο ρυθμός ανάπτυξης στις Ενωμένες Πολιτείες. Αλλά αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαίο να προετοιμαζόμαστε», («Μίλιταντ», 10 του Μάη 1930) –(Σελ. 26).
[5]. Από το 1926 ακόμα, ο εκδοτικός οίκος της Κομμουνιστικής Διεθνούς έβγαλε επίσημα ένα φυλλάδιο πάνω στις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης, που έλεγε: «Είναι πολύ σημαντικό όχι μόνο να έχουμε μια κριτική στάση απέναντι στο αστικό-σοσιαλιστικό σύνθημα (“Πάν-Ευρώπη”) συντρίβοντας το απατηλό πατσιφιστικό του περιεχόμενο, αλλά και να του αντιτάξουμε, ταυτόχρονα, ένα ενεργητικό σύνθημα που να μπορεί πραγματικά να είναι ένα περιεκτικό πολιτικό σύνθημα, για τα μεταβατικά μας αιτήματα. Την επόμενη περίοδο, το σύνθημα των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Ευρώπης, πρέπει να χρησιμεύσει στα ευρωπαϊκά Κομμουνιστικά Κόμματα, σαν περιεκτικό πολιτικό σύνθημα», (Τζον Πέπερ: «Die Vereinigten Staaten des Sozialistischen Europa», σελ. 67, Αμβούργο, 1926). Παρόλα αυτά, η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και τα ευρωπαϊκά Κόμματα πρόβαλαν αυτό το σύνθημα όλο και πιο αραιά, και τελικά το απόρριψαν ολοκληρωτικά, όταν το απαίτησαν οι ανάγκες της φραξιονιστικής πάλης ενάντια στον κύριο υποστηρικτή του συνθήματος: τον Τρότσκι –(Σελ. 30).
[6]. Και για να το καταλάβει καλά ο αναγνώστης θα πρέπει να διαβάσει το άρθρο «ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΤΩΝ ΕΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ» από τα «Άπαντα» του Λένιν [τόμ. 26, σελ. 359-363], απορρίπτοντας την κατά λέξη μετάφραση που παρουσιάζει ο σύντροφος Λεωνίδας στο «Ελληνικό Τμήμα του Αρχείου των Μαρξιστών στο Ιντερνέτ» στις 23/06/2003 –μια μετάφραση που μόνο σύγχυση (και οργή για την παραποίηση του Λένιν) μπορεί να προσφέρει στον αναγνώστη. Ας δώσουμε, όμως, ένα απόσπασμα του άρθρου, για να μην νομίσει κανείς ότι αδικούμε τον «μεταφραστή», που η απειρία του τον οδηγεί να υιοθετεί τις σταλινικές πλαστογραφίες (βλ., λόγου χάρη, την παράκληση του Λένιν και την «άρνηση» του Τρότσκι να υπερασπιστεί το Γεωργιανό ζήτημα ενάντια στους σταλινικούς!).
Στο τέλος, λοιπόν, της σελίδας 361, ο Λένιν γράφει:
«Το μοίρασμα δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά παρά “σύμφωνα με τη δύναμη”. Η δύναμη όμως αλλάζει με την πορεία της οικονομικής εξέλιξης. Ύστερα από το 1871 η Γερμανία δυνάμωσε 3-4 φορές πιο γρήγορα από την Αγγλία και τη Γαλλία. Η Ιαπωνία δυνάμωσε δέκα φορές πιο γρήγορα από τη Ρωσία... Στις συνθήκες του καπιταλισμού είναι αδύνατη μια ισόμετρη οικονομική ανάπτυξη των διαφόρων οικονομιών και των διαφόρων κρατών... ».
Να τώρα πώς ο σ. Λεωνίδας μεταφράζει (δηλαδή διαστρέφει) τα ...μεταφρασμένα:
«Καμιά μοιρασιά δεν μπορεί να επηρεαστεί ειδάλλως από την “αναλογία στην δύναμη”, και τις αλλαγές της δύναμης με την πορεία της οικονομικής ανάπτυξης. Μετά από το 1871, το ποσοστό της Γερμανίας σε άνοδο δύναμης ήταν τρεις ή τέσσερις φορές γρηγορότερο από αυτό της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, και της Ιαπωνίας και δέκα φορές τόσο γρήγορο όσο της Ρωσίας... Κάτω από τον καπιταλισμό η ομαλή οικονομική ανάπτυξις ατομικών επιχειρήσεων ή ατομικών κρατών είναι αδύνατη... »!!!
Αυτά με «τα ατομικά κράτη» στον καπιταλισμό. Κι εδώ δεν έχουμε μια εξαίρεση. Αυτό γίνεται συστηματικά σε όλα τα άρθρα ή και τα σχόλια που παρουσιάζει –δες, λόγου χάρη, «Το Γράμμα (του Λένιν) προς τον Στάλιν» της 15/12/1922 και σύγκρινε τα σχόλια του μεταφραστή με την υποσημείωση 206 στη σελ. 588-589 του τόμου 45 των «Απάντων» του Λένιν. Και με την ευκαιρία πρέπει να πούμε, τελειώνοντας, ότι το γράμμα είναι «Για τα Μέλη της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ρωσίας (μπ.)» κι όχι «Για τα Μέλη του Κ.Κ., Ρ.Κ.Κ.» –(Σελ.30).
[7]. Ο ρεβιζιονισμός είναι η τάση μέσα στο σοσιαλιστικό κίνημα που για πρώτη φορά εμφανίστηκε και προωθήθηκε στα τέλη του περασμένου αιώνα. Το 1897 ο Έντουαρντ Μπέρνσταϊν, ένας από τους εξέχοντες ηγέτες του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, στενός φίλος του Έγκελς μέχρι το θάνατό του, έγραψε μια σειρά άρθρα για τους «Νέους Καιρούς», το θεωρητικό όργανο του Κόμματος, όπου επιχειρούσε μια αναθεώρηση (revision, και από κει ρεβιζιονιστές και ρεβιζιονισμός) της μαρξιστικής θεωρίας. Στις θέσεις του Μπέρνσταϊν σύντομα αντεπιτέθηκαν διακεκριμένοι μαρξιστές όπως ο Πλεχάνοφ, ο Πάρβους, ο Κάουτσκι και η Λούξεμπουργκ, που υπεράσπισαν τη θέση του επαναστατικού σοσιαλισμού. Ο Μπέρνσταϊν, αφού στη συνέχεια απορρίφτηκαν τα άρθρα του από τον Κάουτσκι, τον εκδότη των «Νέων Καιρών», παρουσίασε τις απόψεις του, συστηματοποιημένες, το 1899 σ’ ένα βιβλίο του με τον τίτλο: Die Voraussetzungen des Sozialismus und die Aufgaben der Sozialdemokratie, (στα αγγλικά έχει κυκλοφορήσει με τον τίτλο: Εξελικτικός Σοσιαλισμός). Ο Μπέρνσταϊν αμφισβητούσε την αξία της μαρξιστικής «Θεωρίας της Κατάρρευσης» του καπιταλισμού, της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, του φθίνοντα ρόλου των μεσαίων τάξεων, της αυξανόμενης αθλιότητας του προλεταριάτου. Πρότεινε σαν υποκατάστατο της πολιτικής της ταξικής πάλης την ταξική συνεργασία του προλεταριάτου, το ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό, μέσω της προοδευτικής διάβρωσης του εκδημοκρατισμένου καπιταλισμού. Απόρριψε το διαλεκτικό υλισμό και είχε μια έντονη κλίση προς τον νέο-καντιανό ιδεαλισμό. Η Συνδιάσκεψη του Γερμανικού Κόμματος στο Ανόβερο, τον Οκτώβρη του 1899, μετά το ειδικό ραπόρτο του Αυγούστου Μπέμπελ, που επιτέθηκε στις απόψεις του Μπέρνσταϊν (ο τελευταίος, που ζούσε στην Αγγλία λόγω των παλιών αντισοσιαλιστικών νόμων του Βίσμαρκ, παρουσίασε τις απόψεις του μέσω του Νταβίντ) αποφάσισε με συντριπτική πλειοψηφία να απορρίψει τις θέσεις του Μπέρνσταϊν, διακηρύσσοντας ότι «η μέχρι τώρα ανάπτυξη της αστικής κοινωνίας, δεν αποτελεί αιτία για να αλλάξει το Κόμμα τις βασικές του απόψεις γι’ αυτήν», ότι δεν υπάρχει κανείς «λόγος να αλλάξει το Κόμμα ούτε τις αρχές και τα βασικά του αιτήματα ούτε το όνομά του, να γίνει δηλαδή Κόμμα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατικής Μεταρρύθμισης, αντί Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα». Η Συνδιάσκεψη του Λούμπεκ το 1901, καταδίκασε επίσης το ρεβιζιονισμό του Μπέρνσταϊν, υιοθετώντας την απόφαση που είχαν παρουσιάσει ο Μπέμπελ και ο Κάουτσκι –απόφαση, ωστόσο, που ήταν τόσο μαλθακή ώστε να δικαιωθούν απόλυτα οι ανησυχίες της αδιάλλακτης αριστερής πτέρυγας, κάτω από την ηγεσία της Λούξεμπουργκ και του Πάρβους. Παρόλο που και η ίδια η Δεύτερη Διεθνής στο Συνέδριό της στο Άμστερνταμ, το 1904, καταδίκασε τον Μπερνσταϊνισμό, με το πέρασμα του χρόνου γινόταν όλο και πιο φανερό ότι οι θεωρίες και σε ακόμα μεγαλύτερη έκταση η πράξη του ρεβιζιονισμού, αναπτύσσονταν, στην πραγματικότητα, σε θεωρίες και πράξη των περισσότερων και των πιο σημαντικών Σοσιαλιστικών Κόμματων στον κόσμο. Αυτή η εξέλιξη αποκορυφώθηκε με την κατάρρευση της Δεύτερης Διεθνούς τη στιγμή που ξεσπούσε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο ρεβιζιονισμός είναι τώρα η επίσημη θεωρία της Δεύτερης Διεθνούς, υπογραμμένος ακόμα κι από τον Κάουτσκι, έναν από τους πρώτους του αντίπαλους, που τυπικά διόρθωνε τον κύριο υποστηριχτή του, λίγο πριν πεθάνει –(Σελ. 41).