Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι>Η Τρίτη Δεθνής Μετά τον Λένιν_c


Λεόν Τρότσκι

Η ΤΡΙΤΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ

Προηγούμενο: Παγκόσμια Επανάσταση ή Σοσιαλισμός σε μια Μόνη Χώρα; (Μέρος Πρώτο)
Επόμενο: Παγκόσμια Επανάσταση ή Σοσιαλισμός σε μια Μόνη Χώρα; (Μέρος Τρίτο)

Α΄ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Ή ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΝΗ ΧΩΡΑ;
(Μέρος Δεύτερο)

5. Η Θεωρητική Παράδοση του Κόμματος

Στο απόσπασμα που παραθέσαμε πιο πάνω, το Σχέδιο Προγράμματος χρησιμοποιεί την έκφραση «θρίαμβος του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» με έκδηλη πρόθεση να φτάσει σε μια επιφανειακή ταύτιση, καθαρά βερμπαλιστική, με το κείμενο του άρθρου του Λένιν το 1915, που το μεταχειρίστηκαν μ’ έναν τρόπο ωμό, για να μην πούμε εγκληματικό, στη διάρκεια των συζητήσεων γύρω από την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας σε μια μόνη χώρα. Το Σχέδιο καταφεύγει στην ίδια μέθοδο σε μια άλλη περίπτωση, όπου «υπαινίσσεται» τα λόγια του Λένιν για να στερεώσει τη θέση του. Να ποια είναι η επιστημονική «μεθοδολογία» του Σχεδίου.

Από ολόκληρη την πλούσια μαρξιστική φιλολογία, από το θησαυρό των εργασιών του Λένιν –περνώντας πάνω απ’ όλα εκείνα που ο Λένιν έγραψε, είπε και έκανε, περνώντας πάνω από τα προγράμματα του Κόμματος και της Κομμουνιστικής Νεολαίας, αδιαφορώντας για κείνα που όλοι οι αγωνιστές ηγέτες του Κόμματος, χωρίς καμιά εξαίρεση, είχαν εκφράσει στην εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης, τότε που το ζήτημα τέθηκε καθαρά (και πόσο καθαρά!), περνώντας πάνω από εκείνα που οι ίδιοι οι συγγραφείς του Σχεδίου, Στάλιν και Μπουχάριν, έλεγαν μέχρι και το 1924– δεν παρουσιάζουν τίποτε άλλο για να υπερασπίσουν τη θεωρία του εθνικού σοσιαλισμού, που γεννήθηκε στο τέλος του 1924 ή στις αρχές του 1925 από την ανάγκη της πάλης ενάντια στο λεγόμενο «τροτσκισμό», παρά δυο τσιτάτα του Λένιν: το ένα που είναι παρμένο από το άρθρο του για τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, που γράφτηκε το 1915, και το άλλο που έχει αντληθεί από τη μισοτελειωμένη εργασία του πάνω στο θέμα του συνεταιρισμού. Κάθετι που εναντιώνεται σ’ αυτά τα δυο τσιτάτα των λίγων γραμμών, ολόκληρος ο μαρξισμός, ολόκληρος ο λενινισμός, τέθηκαν απλά στην άκρη. Όσο για τα δυο τσιτάτα, που, τεχνητά, έχουν αποκοπεί από τα κείμενα και πού διερμηνεύοντάς τα οι επίγονοι πέφτουν σε χοντρά λάθη, αυτά αποτέλεσαν τη βάση μιας καινούριας θεωρίας, καθαρά ρεβιζιονιστικής, που οδηγεί σε αποτελέσματα που δεν μπορεί κανείς ακόμα να προβλέψει τις πολιτικές επιπτώσεις τους. Έτσι, επιχειρούν μπροστά στα μάτια μας, ανατρέχοντας σε σχολαστικές και σοφιστικές μέθοδες, να μπολιάσουν πάνω στο μαρξιστικό κορμό ένα κλαρί εντελώς διαφορετικού είδους: κι αν αυτό το μπόλι πιάσει, θα μολύνει και θα ξεράνει ολόκληρο το δέντρο.

Στην Έβδομη Ολομέλεια ο Στάλιν δήλωσε (κι όχι για πρώτη φορά):
«Το ζήτημα της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής οικονομίας σε μια μόνη χώρα τέθηκε για πρώτη φορά στο Κόμμα από τον Λένιν το 1915», (Στενογραφημένα Πρακτικά, σελ. 14, η υπογράμμιση είναι δική μας –Λ.Τ.).

Έτσι, δέχονται εδώ πως, πριν από το 1915, δεν υπήρχε ζήτημα σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα. Επομένως, ο Στάλιν και ο Μπουχάριν δεν ισχυρίζονται ότι βρίσκονται μέσα στα πλαίσια ολόκληρης της προηγούμενης παράδοσης του μαρξισμού και του Κόμματος απέναντι στο πρόβλημα του διεθνιστικού χαρακτήρα της προλεταριακής επανάστασης. Ας το σημειώσουμε αυτό.

Τί δήλωσε λοιπόν ο Λένιν «για πρώτη φορά» το 1915, που εναντιώνεται σ’ εκείνα που ο Μαρξ, ο Έγκελς και ο ίδιος ο Λένιν είχαν πει μέχρι τότε;

Το 1915 ο Λένιν έγραφε:
«Η ανισομέρεια της οικονομικής και πολιτικής εξέλιξης είναι ένας απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Απ’ αυτό προκύπτει πως ο θρίαμβος του σοσιαλισμού είναι δυνατός αρχικά σε ορισμένες χώρες, κι ακόμα σε μια μόνο καπιταλιστική χώρα, παρμένη χωριστά. Το νικηφόρο προλεταριάτο αυτής της χώρας, αφού απαλλοτριώσει τους καπιταλιστές και οργανώσει στη χώρα του τη σοσιαλιστική παραγωγή, θα ορθωθεί ενάντια στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο, θα τραβήξει μαζί του τις καταπιεζόμενες τάξεις των άλλων χωρών, εξεγείροντάς τες ενάντια στους καπιταλιστές, επεμβαίνοντας ακόμα σε περίπτωση ανάγκης με τη στρατιωτική του δύναμη ενάντια στις εκμεταλλεύτριες τάξεις και τα κράτη τους», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 13ος, σελ. 133, «Σοσιαλδημοκράτης», 23 του Αυγούστου 1915, η υπογράμμιση είναι δική μας –Λ.Τ.).

Τί εννοούσε ο Λένιν γράφοντας αυτά; Απλούστατα, πως ο θρίαμβος του σοσιαλισμού, με την έννοια της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι δυνατός αρχικά σε μια μόνη χώρα, που θα βρεθεί, έτσι, σ’ αντίθεση με τον καπιταλιστικό κόσμο. Το προλεταριακό κράτος, για να αποκρούσει τις επεμβάσεις και να περάσει το ίδιο στην επαναστατική επίθεση, θα πρέπει προηγούμενα να «οργανώσει στη χώρα του τη σοσιαλιστική παραγωγή» δηλαδή να διευθύνει το ίδιο την εργασία στα εργοστάσια που απόσπασε από τους καπιταλιστές. Αυτό είναι όλο. Όπως είναι γνωστό, ο «θρίαμβος του σοσιαλισμού» αυτού του είδους κατακτήθηκε για πρώτη φορά στη Ρωσία. Το πρώτο εργατικό κράτος, για να αποκρούσει την παγκόσμια επέμβαση, όφειλε, πρώτα απ’ όλα, να «οργανώσει στη χώρα του τη σοσιαλιστική παραγωγή» ή καλύτερα τα «τραστ του συνεπή σοσιαλιστικού τύπου». Με το θρίαμβο του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα ο Λένιν εννοούσε, επομένως, όχι μια φαντασμαγορία, όχι μια κοινωνία σοσιαλιστική που έχει κάνει την ύπαρξή της αυτοσκοπό –προπαντός σε μια καθυστερημένη χώρα– μα κάτι το πιο ρεαλιστικό, δηλαδή: αυτό που η Επανάσταση του Οκτώβρη πραγματοποίησε στη χώρα μας από την πρώτη περίοδο της ύπαρξής της.

Χρειάζεται μήπως να παραθέσουμε ακόμα κι άλλα αποσπάσματα για να το αποδείξουμε: Υπάρχουν τόσα πολλά ώστε μονάχα η εκλογή τους είναι δύσκολη.

Στις θέσεις του πάνω στον πόλεμο και την ειρήνη (7 του Γενάρη 1918), ο Λένιν έγραφε πως χρειαζόμαστε «ένα ορισμένο χρονικό διάστημα στη Ρωσία, όχι λιγότερο από μερικούς μήνες για την επιτυχία του σοσιαλισμού...», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 64).

Στις αρχές του ίδιου χρόνου (1918) σ’ ένα άρθρο του που κατευθυνόταν ενάντια στον Μπουχάριν και που είχε τον τίτλο: «Παιδικός Αριστερισμός και Μικροαστοί», ο Λένιν έγραφε:

«Αν λόγου χάρη, μέσα σε έξι μήνες ο καπιταλισμός του κράτους εγκαθιδρυόταν στη χώρα μας αυτό θα ήταν μια επιτυχία και η πιο βέβαιη εγγύηση πως ύστερα από ένα χρόνο ο σοσιαλισμός θα στερεωνόταν οριστικά στη χώρα μας και θα γινόταν ακατανίκητος», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 263, η υπογράμμιση είναι δική μας –Λ.Τ.).

Πώς ήταν δυνατό ο Λένιν να καθορίζει μια προθεσμία τόσο μικρή για «να στερεώσουμε οριστικά» το σοσιαλισμό; Ποιά έννοια υλική, κοινωνική, σχετική με την παραγωγή, έδινε σ’ αυτά τα λόγια;

Το ζήτημα αυτό θα παρουσιαστεί εντελώς διαφορετικά αν θυμηθούμε πως στις 29 του Απρίλη του ίδιου χρόνου (1918) ο Λένιν έλεγε στην έκθεσή του προς την Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ:

«Είναι δύσκολο αν η γενιά που άμεσα θα ακολουθήσει τη δική μας, και που θα είναι πιο αναπτυγμένη, θα περάσει τελείως στο σοσιαλισμό», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 240).

Στις 3 του Δεκέμβρη 1919, στο Συνέδριο των Αρτέλ και των Συλλογικών Εκμεταλλεύσεων, ο Λένιν μίλησε με μεγαλύτερη ακόμα ακρίβεια:

«Γνωρίζουμε πως από τώρα δεν μπορούμε να εισάγουμε μια σοσιαλιστική τάξη στη χώρα μας. Μακάρι να εγκαθιδρυθεί από τα παιδιά μας, ίσως μάλιστα από τα εγγόνια μας...», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 16ος, σελ. 398).

Σε ποιά απ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις είχε λοιπόν δίκιο ο Λένιν; Μήπως όταν προσδιόριζε δώδεκα μήνες προθεσμία για να «στερεώσουμε οριστικά το σοσιαλισμό», ή μήπως όταν επιφόρτιζε όχι τα παιδιά μας, αλλά τα εγγόνια μας να «εγκαθιδρύσουν τη σοσιαλιστική τάξη;».

Ο Λένιν είχε δίκιο και στις δυο περιπτώσεις, γιατί λέγοντας αυτά είχε υπόψη του διαφορετικά στάδια, ολότελα ασύμμετρα, της οικοδόμησης του σοσιαλισμού.

Στην πρώτη περίπτωση, με το «να στερεώσουμε οριστικά το σοσιαλισμό», ο Λένιν εννοούσε όχι την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας μέσα σ’ ένα χρόνο, ή ακόμα μέσα σε «μερικούς μήνες», δηλαδή, όχι την εξάλειψη των τάξεων, όχι το θρίαμβο πάνω στις αντιφάσεις που υπήρχαν ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, μα την επανάληψη της εργασίας στις φάμπρικες και τα εργοστάσια που πέρασαν στα χέρια του προλεταριακού κράτους, εξασφαλίζοντας έτσι τη δυνατότητα ανταλλαγής προϊόντων ανάμεσα στις πόλεις και τα χωριά. Η μικρή προθεσμία αποτελεί από μόνη της το κλειδί, που επιτρέπει να κατανοήσουμε σωστά το νόημα ολόκληρης της προοπτικής.

Βέβαια, ακόμα και για το πιο στοιχειώδες αυτό καθήκον, είχε καθοριστεί στις αρχές του 1918 μια προθεσμία πάρα πολύ μικρή. Για το καθαρά πρακτικό αυτό «λάθος», ο Λένιν αστειευόμενος στο Τέταρτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς έλεγε: «Προηγούμενα εμείς είμαστε πιο ηλίθιοι απ’ ότι τώρα». Μα «εμείς» χαράξαμε σωστά τη γενική προοπτική, χωρίς να περάσει ποτέ από το μυαλό μας πως θα μπορούσε κανείς σε δώδεκα μήνες να εγκαθιδρύσει την πλήρη «σοσιαλιστική τάξη», κι αυτό σε μια καθυστερημένη χώρα. Ο Λένιν υπολόγιζε τρεις γενιές για να φτάσει στο βασικό, στον τελικό σκοπό: την ίδια τη γενιά τη δική μας, τη γενιά των παιδιών μας και τη γενιά των εγγονιών μας.

Δεν είναι μήπως καθαρό, πως στο άρθρο του 1915 ο Λένιν με την «οργάνωση της σοσιαλιστικής παραγωγής» εννοούσε όχι τη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, μα ένα καθήκον άπειρα πιο μικρό, που εμείς το έχουμε κιόλας εκπληρώσει στην ΕΣΣΔ: Αλλιώτικα θα έπρεπε να φτάσουμε στο ακατανόητο συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με τον Λένιν, το προλεταριακό κόμμα, αφού κατακτήσει την εξουσία, θα «αναβάλει» τον επαναστατικό πόλεμο μέχρι την τρίτη γενιά.

Να τι απομένει, σε κατάσταση πραγματικά αξιοθρήνητη, από το βασικό στήριγμα της καινούριας θεωρίας: από το τσιτάτο του 1915. Μα αυτό που είναι πιο αξιοθρήνητο ακόμα, είναι ότι, σύμφωνα με τον Λένιν, αυτό το απόσπασμα δεν αφορούσε καθόλου τη Ρωσία. Μιλούσε για την Ευρώπη, σ’ αντίθεση με τη Ρωσία. Αυτό απορρέει όχι μονάχα από το περιεχόμενο του άρθρου, που είναι αφιερωμένο στις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, μα κι από ολόκληρη τη στάση που κρατούσε τότε ο Λένιν. Μερικούς μήνες αργότερα, το Νοέμβρη του 1915, ο Λένιν έγραφε ειδικά για τη Ρωσία:

«Το καθήκον του προλεταριάτου καθορίζεται ξεκάθαρα απ’ αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Τολμηρή επαναστατική πάλη, χωρίς δισταγμούς, ενάντια στη μοναρχία (σύνθημα της Συνδιάσκεψης του Γενάρη 1912, “Οι Τρεις Κολώνες”[1]), πάλη που θα συμπαρασύρει όλες τις δημοκρατικές μάζες, δηλαδή κυρίως την αγροτιά. Και ταυτόχρονα, ανελέητη πάλη ενάντια στο σωβινισμό, πάλη για τη σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη σε συμμαχία με το προλεταριάτο της... Η στρατιωτική κρίση έχει ενδυναμώσει τους οικονομικούς και πολιτικούς συντελεστές που την σπρώχνουν (τη μικροαστική τάξη) προς τα αριστερά, όπως και την αγροτιά. Αυτό αποτελεί την αντικειμενική βάση, που κάνει πέρα για πέρα δυνατή τη νίκη της δημοκρατικής επανάστασης, στη Ρωσία. Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να αποδείξουμε εδώ, πως οι αντικειμενικές συνθήκες για τη σοσιαλιστική επανάσταση είναι εντελώς ώριμες στη Δυτική Ευρώπη. Όλοι οι φτασμένοι σοσιαλιστές σ’ όλες τις προχωρημένες χώρες, το αποδέχονταν πριν τον πόλεμο», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 13ος, σελ. 212-213, οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας –Λ.Τ.).

Έτσι το 1915, ο Λένιν μιλούσε καθαρά για δημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία και για σοσιαλιστική επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη. Με την ευκαιρία σημείωνε, σαν κάτι που είναι αυτονόητο, πως στη Δυτική Ευρώπη, διαφορετικά από τη Ρωσία, αντίθετα από τη Ρωσία, οι συνθήκες για τη σοσιαλιστική Επανάσταση «είναι εντελώς ώριμες». Οι ιδρυτές όμως της καινούριας θεωρίας, που είναι παράλληλα και οι συγγραφείς του Προγράμματος, αντιπαρέρχονται αυτό το απόσπασμα (ένα ανάμεσα σε τόσα άλλα), που αναφέρεται άμεσα στη Ρωσία. Κι ενεργούν με τον ίδιο τρόπο για εκατοντάδες άλλα άρθρα, για το σύνολο των έργων του Λένιν. Αντίθετα, όπως είδαμε, αρπάζουν ένα άλλο τσιτάτο που αναφέρεται στη Δυτική Ευρώπη, του αποδίδουν μια έννοια που δεν έχει κι ούτε μπορούσε να έχει, και το κρεμούν σαν ταμπέλα πάνω στη Ρωσία, ενώ δεν αναφέρεται σ’ αυτήν. Και πάνω σ’ αυτά τα «θεμέλια» οικοδομούν την καινούρια θεωρία τους.

Πώς αντιμετώπιζε ο Λένιν αυτό το ζήτημα την περίοδο που άμεσα προηγήθηκε του Οκτώβρη; Εγκαταλείποντας την Ελβετία ύστερα από την επανάσταση του Φλεβάρη, ο Λένιν απευθύνθηκε μ’ ένα γράμμα του στους Ελβετούς εργάτες, όπου τους εξηγούσε ότι:

«Η Ρωσία είναι μια αγροτική χώρα, μια από τις πιο καθυστερημένες χώρες της Ευρώπης. Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να θριαμβεύσει εκεί απευθείας. Ο αγροτικός όμως χαρακτήρας της χώρας, παίρνοντας υπόψη τα τεράστια αγροκτήματα που έχουν διατηρηθεί από τους ευγενείς, τους γαιοκτήμονες, μπορεί, αν βασιστούμε στην πείρα του 1905, να δώσει στην αστική και δημοκρατική επανάσταση της Ρωσίας μια τεράστια έκταση. Μπορεί να κάνει την επανάστασή μας πρόλογο της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, αποτελώντας ένα στάδιο που θα οδηγήσει σ’ αυτήν... Το ρώσικο προλεταριάτο δεν μπορεί με τις δικές του μόνο δυνάμεις να ολοκληρώσει νικηφόρα τη σοσιαλιστική επανάσταση. Μα μπορεί να δώσει στην επανάσταση μια τέτοια έκταση, ώστε να δημιουργήσει τις καλύτερες συνθήκες για τη σοσιαλιστική επανάσταση, αυτό θα την αρχίσει, κατά κάποιο τρόπο. Μπορεί να κάνει την κατάσταση πιο ευνοϊκή, για να μπει σε αποφασιστικές μάχες ο βασικός, ο πιο σίγουρος συνεργάτης του, το ευρωπαϊκό και το αμερικάνικο σοσιαλιστικό προλεταριάτο», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 14ος, μέρ. ΙΙ, σελ. 407-408).

Αυτές οι γραμμές περιλαβαίνουν όλα τα στοιχεία του ζητήματος. Αν ο Λένιν το 1915, σε μια περίοδο πολέμου και αντίδρασης υπολόγιζε, όπως προσπαθούν να μας κάνουν να πιστέψουμε, πως το προλεταριάτο της Ρωσίας μπορούσε μόνο του να οικοδομήσει το σοσιαλισμό και σε συνέχεια, αφού θα έχει εκπληρώσει αυτό το καθήκον, να κηρύξει τον πόλεμο στα αστικά κράτη, πώς τότε ο Λένιν στις αρχές του 1917, τότε που είχε κιόλας γίνει η επανάσταση του Φλεβάρη, μπορούσε να εκφραστεί τόσο κατηγορηματικά για την αδυναμία της αγροτικής Ρωσίας να οικοδομήσει το σοσιαλισμό με τις δικές της δυνάμεις; Θα έπρεπε να είμαστε τουλάχιστο κάπως λογικοί και, ας το πούμε καθαρά, να σεβόμαστε λιγάκι τον Λένιν.

Είναι περιττό να παραθέσουμε κι άλλα αποσπάσματα. Μια έκθεση που θα συγκέντρωνε τις απόψεις του Λένιν πάνω στον οικονομικό και πολιτικό χαρακτήρα της σοσιαλιστικής επανάστασης, που έχει σαν όρο τη διεθνική επέκτασή της, θα απαιτούσε μια ειδική μελέτη. Και θα περιλάβαινε πάρα πολλά θέματα, εκτός εκείνου της οικοδόμησης σε μια μόνη χώρα μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας που θα έχει κάνει αυτοσκοπό την ύπαρξή της. Ο Λένιν δεν γνώριζε αυτό το θέμα.

Είμαστε ωστόσο, υποχρεωμένοι να σταματήσουμε ακόμα σ’ ένα άλλο άρθρο του Λένιν. Πραγματικά, το Σχέδιο Προγράμματος φαίνεται να παραθέτει αποσπάσματα από το τελευταίο άρθρο του Λένιν: «Για το Συνεταιρισμό», χρησιμοποιώντας μια απομονωμένη έκφρασή του για σκοπούς που δεν έχουν τίποτε το κοινό με το ίδιο το άρθρο. Έχουμε υπόψη μας το κεφάλαιο 5 του Σχεδίου Προγράμματος που λέει ότι οι εργάτες των σοβιετικών δημοκρατιών «διαθέτουν μέσα στη χώρα τις αναγκαίες και επαρκείς υλικές προϋποθέσεις... για να οικοδομήσουν τον πλήρη σοσιαλισμό», (η υπογράμμιση είναι δική μας –Λ.Τ.).

Αν αυτό το άρθρο, που υπαγορεύτηκε από τον Λένιν στη διάρκεια της αρρώστιας του και που δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του, έλεγε πραγματικά ότι το σοβιετικό κράτος διαθέτει τις υλικές προϋποθέσεις, δηλαδή πρώτα-πρώτα τις αναγκαίες και επαρκείς παραγωγικές προϋποθέσεις, για να οικοδομήσει από μόνο του τον πλήρη σοσιαλισμό, δεν θα έμενε πια παρά να υποθέσουμε πως ήταν ή ένα λάθος που ξέφυγε του Λένιν στη διάρκεια της υπαγόρευσης ή ένα σφάλμα της αποστενογράφησης. Όπως και νά ’χει το ένα ή το άλλο είναι πιο πιθανό παρά το ότι ο Λένιν απαρνείται μέσα σε δυο αράδες το μαρξισμό κι όλα εκείνα που ο ίδιος μας δίδαξε σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Δεν χρειάζεται ευτυχώς να ανατρέξουμε σ’ αυτή την εξήγηση. Το αξιοσημείωτο άρθρο, «Για το Συνεταιρισμό», αν και ατελείωτο, είναι συνδεμένο με μια ενότητα σκέψης με άλλα άρθρα, όχι λιγότερο αξιοσημείωτα, που εκδόθηκαν την τελευταία περίοδο της ζωής του Λένιν. Αυτά σχηματίζουν, κατά κάποιο τρόπο, τα κεφάλαια ενός ανολοκλήρωτου βιβλίου, που πραγματεύεται τη θέση που κατέχει η Επανάσταση του Οκτώβρη στη σειρά των επαναστάσεων της Δύσης και της Ανατολής. Το άρθρο «Για το Συνεταιρισμό» δεν λέει καθόλου αυτά που με τόση ελαφρότητα του αποδίδουν οι αναθεωρητές της διδασκαλίας του Λένιν.

Ο Λένιν εξηγεί εκεί ότι ο «κερδοσκοπικός» συνεταιρισμός μπορεί και πρέπει να τροποποιήσει εντελώς τον κοινωνικό του ρόλο στο εργατικό κράτος. Χάρη σε μια σωστή πολιτική μπορεί να προσανατολίσει στο σοσιαλιστικό δρόμο το συνδυασμό των ιδιαιτέρων συμφερόντων του αγρότη και των γενικών συμφερόντων του κράτους. Ο Λένιν εκθέτει στις παρακάτω γραμμές τις βάσεις της αδιαμφισβήτητης αυτής σκέψης:

«Πραγματικά, η εξουσία του κράτους που απλώνεται πάνω σ’ όλα τα μέσα παραγωγής, η κρατική εξουσία που βρίσκεται στα χέρια του προλεταριάτου, η συμμαχία του προλεταριάτου και των πολλών εκατομμυρίων μικρών αγροτών, η εγγύηση ότι το προλεταριάτο θα διατηρήσει την ηγεμονία σε σχέση με την αγροτιά, κλπ., μήπως όλα αυτά δεν είναι ότι χρειάζεται κανείς για να μπορεί, με τη βοήθεια του συνεταιρισμού, του συνεταιρισμού μονάχα, που άλλοτε τον αποκαλούσαμε κερδοσκοπικό, και πού έχουμε ακόμα ως ένα σημείο το δικαίωμα να τον χαρακτηρίζουμε έτσι, τώρα που έχουμε τη Ν.Ε.Π., μήπως όλα αυτά δεν είναι ότι χρειάζεται για να οικοδομήσουμε την πλήρη σοσιαλιστική κοινωνία; Αυτό δεν είναι ακόμα η οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, είναι όμως ότι αναγκαίο και επαρκές γι’ αυτήν», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 18ος, μέρ. ΙΙ, σελ. 140).

Και μόνο το κείμενο του αποσπάσματος, που περιέχει την ανολοκλήρωτη φράση («του συνεταιρισμού μονάχα») αποδείχνει αναντίρρητα πως βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα αδιόρθωτο δοκίμιο, και επιπλέον σε ένα δοκίμιο που δεν γράφτηκε από το χέρι του συγγραφέα, μα υπαγορεύτηκε απ’ αυτόν. Το να πιανόμαστε από μεμονωμένες λέξεις του κειμένου, αντί να μελετούμε τη γενική έννοια του άρθρου, αυτό είναι ακόμα πιο ασυγχώρητο. Ωστόσο, ευτυχώς που το ίδιο το γράμμα του παρατιθέμενου αποσπάσματος, κι όχι μονάχα το πνεύμα του δεν δίνουν καθόλου το δικαίωμα να διαπράξουμε την αυθαιρεσία στην οποία καταφεύγουν οι συγγραφείς του Σχεδίου. Μιλώντας για τις «αναγκαίες και επαρκείς» προθέσεις, ο Λένιν καθορίζει αυστηρά τα πλαίσια του θέματός του σ’ αυτό το άρθρο. Εκεί εξετάζει μονάχα με ποιες μέθοδες και τρόπους θα κατορθώσουμε να φτάσουμε μέχρι το σοσιαλισμό, ξεπερνώντας το διασκορπισμό και τη διασπορά των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, χωρίς να περάσουμε από καινούριες ταξικές αναστατώσεις, δεδομένου ότι έχουμε σαν προϋπόθεση το σοβιετικό σύστημα. Το άρθρο είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στις κοινωνικές μορφές οργάνωσης για τη μετάβαση από τη μικρή ιδιωτική οικονομία στη συλλογική οικονομία. Δεν αναφέρεται καθόλου στους υλικούς όρους, στους όρους παραγωγής αυτής της μετάβασης. Αν, σήμερα, το ευρωπαϊκό προλεταριάτο νικούσε κι ερχόταν να μας βοηθήσει με την τεχνική του, το ζήτημα του συνεταιρισμού, που τέθηκε από τον Λένιν ως μέθοδος κοινωνικής οργάνωσης που συνδυάζει το ιδιωτικό συμφέρον με το συμφέρον του συνόλου, θα διατηρούσε ολόκληρη τη σπουδαιότητά του. Ο συνεταιρισμός δείχνει το δρόμο διαμέσου του οποίου η σύγχρονη τεχνική, κι εδώ περιλαβαίνεται κι ο εξηλεκτρισμός, θα μπορέσει να αναδιοργανώσει εκατομμύρια αγροτικές εκμεταλλεύσεις, αν το σοβιετικό καθεστώς υπάρχει. Μα ο συνεταιρισμός δεν υποκαθιστά την καινούρια αυτή τεχνική κι ούτε τη δημιουργεί στους κόλπους του. Ο Λένιν, όπως έχουμε δει, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μιλάει για τις «αναγκαίες και επαρκείς» προϋποθέσεις γενικά. Και τις απαριθμεί με ακρίβεια. Αυτές είναι: 1) «η εξουσία του κράτους που απλώνεται σ’ όλα τα μέσα παραγωγής φυσικού μεγέθους» (η φράση δεν είναι διορθωμένη). 2) «η κρατική εξουσία που βρίσκεται στα χέρια του προλεταριάτου». 3) «η συμμαχία του προλεταριάτου και πολλών εκατομμυρίων... αγροτών». 4) «η εγγύηση ότι το προλεταριάτο θα διατηρήσει την ηγεμονία σε σχέση με την αγροτιά...». Και μονάχα αφού έχει απαριθμήσει αυτούς τους όρους τους καθαρά πολιτικούς (εδώ δεν τίθεται καν θέμα υλικών όρων), ο Λένιν βγάζει το συμπέρασμά του: Αυτά εδώ (δηλαδή όλοι οι όροι που απαριθμήθηκαν) είναι όλα εκείνα που είναι «αναγκαία και επαρκή» για να οικοδομήσουμε τη σοσιαλιστική κοινωνία. «Όλα εκείνα που είναι αναγκαία και επαρκή» στον πολιτικό τομέα –τίποτε παραπάνω. Και γι’ αυτό το λόγο ο Λένιν συμπληρώνει επίσης: «Αυτό δεν είναι ακόμα η οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας». Γιατί; Γιατί οι πολιτικοί όροι μονάχα, ακόμα κι αν είναι επαρκείς, δεν λύνουν ολόκληρο το πρόβλημα. Μένει ακόμα το ζήτημα της κουλτούρας. «Μονάχα» αυτό –λέει ο Λένιν. Υπογραμμίζει τη λέξη «μονάχα» και την κλείνει σε εισαγωγικά, για να δείξει την τεράστια σπουδαιότητα της προϋπόθεσης που μας λείπει. Ο Λένιν γνώριζε τόσο καλά, όσο κι εμείς, πως η κουλτούρα είναι δεμένη με την τεχνική: «για να είναι κανείς πολιτισμένος –λέει, αναγκάζοντας τους ρεβιζιονιστές να ξανακατεβούν στη γη– χρειάζεται μια ορισμένη υλική βάση», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 18ος, μέρ. ΙΙ, σελ. 145).

Αρκεί να υπενθυμίσουμε το πρόβλημα του εξηλεκτρισμού που ο Λένιν το συνέδεε πάντα, ας το πούμε παρεκβατικά, με το ζήτημα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Η πάλη για την κουλτούρα, τη στιγμή που υπάρχουν οι «αναγκαίες και επαρκείς» πολιτικές προϋποθέσεις (όχι όμως και οι υλικές), θα απορροφούσε ολόκληρη τη δραστηριότητά μας, αν δεν υπήρχε το πρόβλημα της αδιάκοπης και αμείλικτης, οικονομικής, πολιτικής, στρατιωτικής και πολιτιστικής πάλης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, που οικοδομείται πάνω σε μια καθυστερημένη βάση, και του παγκόσμιου καπιταλισμού που προχωρεί προς τη δύση του, μα που είναι ισχυρός με την τεχνική του.

«Θα έλεγα –τονίζει ο Λένιν, στο τέλος του ίδιου άρθρου– πως για μάς το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στην πολιτιστική δουλειά, αν δεν υπήρχαν οι διεθνείς σχέσεις, αν δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να παλέψουμε για τις θέσεις μας στο διεθνή τομέα», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 18ος, μέρ. ΙΙ, σελ. 144).

Έτσι, παρουσιάζεται η πραγματική σκέψη του Λένιν, ακόμα κι αν πάρει κανείς το άρθρο το σχετικό με το συνεταιρισμό αποκομμένο από όλα τα άλλα έργα του. Πώς λοιπόν να μη χαρακτηρίσουμε πλαστή τη διατύπωση των συγγραφέων του Σχεδίου Προγράμματος, που παίρνοντας σκόπιμα από τον Λένιν τις λέξεις που αφορούν την ύπαρξη ορισμένων «αναγκαίων και επαρκών» προϋποθέσεων στη χώρα μας, προσθέτουν κι αυτοί τη βασική προϋπόθεση, δηλαδή την υλική, τη στιγμή που ο Λένιν απόδειχνε καθαρά πως αυτή ακριβώς έλλειπε από τη χώρα μας, κι ακόμα πως έπρεπε να κατακτηθεί σε συνδυασμό με την πάλη «για τις θέσεις μας στο διεθνή τομέα», δηλαδή σε συνδυασμό με την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση: Να τι απομένει από το δεύτερο και τελευταίο στήριγμα της θεωρίας τους.

Συνειδητά δεν παραθέσαμε εδώ τα αναρίθμητα άρθρα και ομιλίες από το 1905 μέχρι το 1923, μέσα στα οποία ο Λένιν βεβαιώνει και επαναλαμβάνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο πως χωρίς τη νικηφόρα παγκόσμια επανάσταση απειλούμαστε με συντριβή, πως δεν μπορεί κανείς να νικήσει την μπουρζουαζία από οικονομική άποψη σε μια μόνη χώρα, και προπαντός σε μια χώρα καθυστερημένη, πως το καθήκον της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας είναι διεθνιστικό, από την ίδια τη φύση του. Ο Λένιν βγάζει απ’ αυτά, συμπεράσματα που θα φαίνονται ίσως «πεσιμιστικά» στους δημιουργούς της καινούριας εθνικιστικής και αντιδραστικής ουτοπίας, είναι όμως αρκετά αισιόδοξα αν τα κρίνει κανείς από τη σκοπιά του επαναστατικού διεθνισμού. Συγκεντρώσαμε την προσοχή μας πάνω στα τσιτάτα που διάλεξαν οι ίδιοι οι συγγραφείς του Σχεδίου, για να δημιουργήσουν τις «αναγκαίες και επαρκείς» προϋποθέσεις για την οικοδόμηση της ουτοπίας τους. Και βλέπουμε πως ολόκληρο το οικοδόμημά τους καταρρέει μόλις το ακουμπήσει κανείς με το μικρό του δάχτυλο.

Ωστόσο πιστεύουμε πως είναι σωστό να παραθέσουμε εδώ, σαν άμεση μαρτυρία του Λένιν πάνω στο αμφισβητούμενο ζήτημα, ένα μονάχα απόσπασμα που δεν χρειάζεται καμιά εξήγηση και δεν μπορεί να διαστρεβλωθεί:

«Έχουμε υπογραμμίσει σε μια ολόκληρη σειρά έργα, σ’ όλες μας τις ομιλίες, σ’ όλο μας τον Τύπο, πως στη Ρωσία, όπου έχουμε μια μειοψηφία εργατών που ασχολείται με τη βιομηχανία και μια τεράστια πλειοψηφία μικρών καλλιεργητών, δεν είναι το ίδιο, (όπως στις καπιταλιστικές χώρες). Σε μια τέτοια χώρα η κοινωνική επανάσταση δεν μπορεί να νικήσει οριστικά, παρά με δυο όρους: πρώτο, με τον όρο ότι η επανάσταση υποστηρίζεται την κατάλληλη στιγμή από την κοινωνική επανάσταση μιας ή πολλών προχωρημένων χωρών... Ο άλλος όρος είναι η συμμαχία ανάμεσα στο προλεταριάτο που εξασκεί τη δικτατορία του, ή που κρατάει γερά στα χέρια του την κρατική εξουσία, και την πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού... Γνωρίζουμε πως μονάχα με τη συμμαχία της αγροτιάς μπορεί κανείς να σώσει τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία όσο καιρό η επανάσταση δεν ξεσπάει στις άλλες χώρες...», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 18ος, μέρ. Ι, σελ. 137-138, οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας –Λ.Τ.).

Πιστεύουμε πως αυτό το απόσπασμα είναι αρκετά εποικοδομητικό: πρώτο, ο ίδιος ο Λένιν υπογραμμίζει ότι οι ιδέες που εκθέτει εδώ έχουν αναπτυχθεί από τον ίδιο «σε μια ολόκληρη σειρά έργα, σ’ όλες μας τις ομιλίες, σ’ όλο μας τον Τύπο». Δεύτερο, η παραπάνω προοπτική διατυπώθηκε από τον Λένιν όχι το 1915, δυο χρόνια πριν τον Οκτώβρη, μα το 1921, τέσσερα χρόνια ύστερα απ’ αυτόν.

Τολμούμε να πιστεύουμε πως για τον Λένιν το ζήτημα είναι αρκετά καθαρό. Μένει όμως να διερωτηθούμε: οι ίδιοι οι συγγραφείς του Σχεδίου Προγράμματος, πως αντιμετώπιζαν άλλοτε το ζήτημα που μας ενδιαφέρει;

Ο Στάλιν έγραφε πάνω σ’ αυτό το θέμα το Νοέμβρη του 1926:
«Το Κόμμα δεχόταν πάντα σαν αφετηρία πως ο θρίαμβος του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα είναι η δυνατότητα οικοδόμησης του σοσιαλισμού σ’ αυτή τη χώρα, και πως αυτό το καθήκον μπορεί να εκπληρωθεί με τις δυνάμεις μιας μόνο χώρας», («Πράβντα», 12-11-26).

Εμείς γνωρίζουμε κιόλας πως το Κόμμα δεν το αποδέχτηκε ποτέ αυτό σαν αφετηρία. Αντίθετα, «σε μια ολόκληρη σειρά έργα, σ’ όλες μας τις ομιλίες, σ’ όλο μας τον Τύπο», όπως λέει ο Λένιν, το Κόμμα βασίστηκε ακριβώς στην αντίθετη θέση που βρήκε τη θεμελιώδη έκφρασή της στο Πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ. Πρέπει όμως να ελπίζουμε πως ο ίδιος ο Στάλιν, τουλάχιστο ξεκινούσε «πάντα» από τη λαθεμένη ιδέα ότι «ο σοσιαλισμός μπορεί να οικοδομηθεί με τις δυνάμεις μιας μόνο χώρας». Ας το εξακριβώσουμε.

Αγνοούμε εντελώς το πως ο Στάλιν αντιμετώπιζε αυτό το ζήτημα το 1905 ή το 1915, γιατί μας λείπουν τελείως τα ντοκουμέντα που αναφέρονται στο θέμα αυτό. Το 1924, όμως, ο Στάλιν διατύπωσε ως εξής τις απόψεις του Λένιν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού:

«Η ανατροπή της εξουσίας της μπουρζουαζίας σε μια χώρα και η εγκαθίδρυση της εξουσίας του προλεταριάτου, δεν σημαίνει και εξασφάλιση της ολοκληρωτικής νίκης του σοσιαλισμού. Μένει ακόμα να εκπληρώσουμε το βασικό καθήκον του σοσιαλισμού: τη σοσιαλιστική οργάνωση της παραγωγής. Μπορεί να λυθεί αυτό το πρόβλημα, μπορεί κανείς να πετύχει την οριστική νίκη του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα χωρίς τις συνδυασμένες προσπάθειες των προλεταρίων πολλών προχωρημένων χωρών; Όχι αυτό είναι αδύνατο. Για την ανατροπή της μπουρζουαζίας οι δυνάμεις μιας μόνο χώρας είναι αρκετές, η ιστορία της επανάστασής μας το αποδείχνει. Για τον οριστικό όμως θρίαμβο του σοσιαλισμού, για την οργάνωση της σοσιαλιστικής παραγωγής οι δυνάμεις μιας μόνο χώρας, και μάλιστα μιας χώρας τόσο αγροτικής όσο η Ρωσία, δεν είναι πια αρκετές. Για αυτό το έργο χρειάζονται οι δυνάμεις των προλεταρίων πολλών προχωρημένων χωρών...

Αυτά είναι γενικά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της λενινιστικής θεωρίας της προλεταριακής επανάστασης», (Ι.Στάλιν: «Για τον Λένιν και το Λενινισμό», Κρατικές Εκδόσεις, Μόσχα, 1924, σελ. 40-41).

Πρέπει να το προσέξουμε καλά: «τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της λενινιστικής θεωρίας» έχουν διατυπωθεί εδώ με μεγάλη ακρίβεια. Ωστόσο, στις επόμενες εκδόσεις του βιβλίου του Στάλιν αυτό το απόσπασμα μετασχηματίστηκε ακριβώς στο αντίθετό του, κι ένα χρόνο αργότερα «τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της λενινιστικής θεωρίας» αποκηρύχτηκαν σαν... τροτσκισμός. Η Έβδομη Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς υιοθέτησε την απόφασή της στηριγμένη, όχι στην έκδοση του 1924, μα στην έκδοση του 1926.

Να σε ποια κατάσταση βρίσκεται ο Στάλιν. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο αξιοθρήνητη. Είναι αλήθεια πως και πάλι θα μπορούσε κανείς να παρηγορηθεί, αν τα πράγματα δεν εξελίσσονταν τόσο αξιοθρήνητα στην Έβδομη Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Μένει μια τελευταία ελπίδα, ο Μπουχάριν. Αυτός τουλάχιστο, που είναι ο πραγματικός συγγραφέας του Σχεδίου Προγράμματος, «δεχόταν πάντα σαν αφετηρία» τη δυνατότητα πραγματοποίησης του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα: Ας το εξακριβώσουμε.

Να τι έγραφε ο Μπουχάριν πάνω σ’ αυτό το θέμα το 1917:
«Οι επαναστάσεις είναι η ατμομηχανή της ιστορίας. Μονάχα το προλεταριάτο μπορεί να είναι ο αναντικατάστατος μηχανοδηγός αυτής της ατμομηχανής ακόμα και στην καθυστερημένη Ρωσία. Μα το προλεταριάτο ήδη δεν μπορεί πια να μείνει στα όρια των σχέσεων ιδιοκτησίας της αστικής κοινωνίας. Προχωρεί προς την εξουσία και προς το σοσιαλισμό. Ωστόσο αυτό το καθήκον που, και στη Ρωσία, “πέρασε στην ημερήσια διάταξη”, δεν μπορεί να εκπληρωθεί “στο εσωτερικό των εθνικών συνόρων”. Εδώ η εργατική τάξη προσκρούει σ’ ένα αδιαπέραστο τείχος (σημειώστε το καλά: «σ’ ένα αδιαπέραστο τείχος» –Λ.Τ.), που δεν μπορεί να προσβληθεί παρά με τον κριό της παγκόσμιας εργατικής τάξης», (Ν. Μπουχάριν: «Η Πάλη των Τάξεων και η Επανάσταση στη Ρωσία», 1917, σελ. 3-4).

Είναι αδύνατο να εκφραστεί κανείς πιο καθαρά. Να ποια ήταν η άποψη του Μπουχάριν το 1917, δυο χρόνια ύστερα από τη λεγόμενη «στροφή» του Λένιν το 1915. Μα μήπως η Επανάσταση του Οκτώβρη δίδαξε τίποτε το καινούριο στον Μπουχάριν; Ας το δούμε.

Στα 1919, ο Μπουχάριν έγραφε τα παρακάτω στο άρθρο του: «Η Δικτατορία του Προλεταριάτου στη Ρωσία και η Παγκόσμια Επανάσταση», που δημοσιεύτηκε στο θεωρητικό όργανο της Κομμουνιστικής Διεθνούς:

«Παίρνοντας υπόψη την ύπαρξη της παγκόσμιας οικονομίας και τη συνάφεια που υπάρχει στα διάφορα μέρη της, καθώς και την αλληλεξάρτηση των διαφόρων συγκροτημάτων της μπουρζουαζίας που είναι οργανωμένα σε κράτη βγαίνει από μόνο του (η υπογράμμιση είναι δική μας –Λ.Τ.), πως η πάλη σε μια απομονωμένη χώρα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς να κερδηθεί μια αποφασιστική μάχη από πολλές πολιτισμένες χώρες».

Τότε, αυτό έβγαινε, μάλιστα, «από μόνο του». Και συνεχίζει:

«Η προλεταριακή μαρξιστική και μισομαρξιστική φιλολογία έθεσε περισσότερο από μια φορά το πρόβλημα τού να γνωρίζει αν η νίκη του σοσιαλισμού ήταν δυνατή σε μια μόνη χώρα. Η πλειοψηφία των συγγραφέων απαντούσε σ’ αυτό αρνητικά (κι ο Λένιν τότε το 1915; –Λ.Τ.), μα απ’ αυτό δεν πρέπει να συμπεράνουμε καθόλου πως είναι αδύνατο ή απαράδεκτο να αρχίσουμε την επανάσταση και να καταλάβουμε την εξουσία σε μια μεμονωμένη χώρα».

Πολύ σωστά!

Το ίδιο άρθρο έλεγε πιο κάτω:
«Η περίοδος ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δεν μπορεί να εγκαινιαστεί παρά με το θρίαμβο του προλεταριάτου σε πολλές χώρες μεγάλης σημασίας... Απ’ όπου συμπεραίνεται: είναι αναγκαίο να επεκτείνουμε μ’ όλα τα μέσα την παγκόσμια επανάσταση και να σχηματίσουμε ένα στέρεο οικονομικό συνασπισμό ανάμεσα στις βιομηχανικές χώρες και τη σοβιετική Ρωσία», (Ν. Μπουχάριν: «Η Δικτατορία του Προλεταριάτου στη Ρωσία και η Παγκόσμια Επανάσταση», «Κομμουνιστική Διεθνής», Νο 5, Σεπτέμβρης 1919, σελ. 614).

Η επιβεβαίωση του Μπουχάριν ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή η πραγματική σοσιαλιστική πρόοδος δεν θα εγκαινιαστεί στη χώρα μας παρά ύστερα από τη νίκη του προλεταριάτου των προχωρημένων χωρών της Ευρώπης, είναι ακριβώς η φράση που βρίσκεται στη βάση όλων των κατηγοριών που εκτοξεύτηκαν ενάντια στον «τροτσκισμό» από διάφορες πλευρές και από την Έβδομη Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Εκείνο μονάχα που είναι περίεργο, είναι ότι ο Μπουχάριν, που οφείλει τη σωτηρία του στην ανεπαρκή του μνήμη, επενέβη σαν κατήγορος. Δίπλα στην κωμική αυτή όψη του θέματος υπάρχει μια άλλη, τραγική: είναι ο Λένιν που κάθεται στο σκαμνί του κατηγορουμένου, αυτός, που έχει εκφράσει δεκάδες φορές την ίδια αυτή στοιχειώδη σκέψη.

Τέλος, το 1921, έξι χρόνια ύστερα από τη δήθεν στροφή του Λένιν του 1915, τέσσερα χρόνια ύστερα από την εξέγερση του Οκτώβρη, η Κεντρική Επιτροπή, με επικεφαλής τον Λένιν, ενέκρινε το Πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Νεολαίας, που είχε επεξεργαστεί μια Επιτροπή, που διευθυνόταν από τον Μπουχάριν. Η παράγραφος 4 αυτού του Προγράμματος λέει:

«Η κρατική εξουσία στην ΕΣΣΔ βρίσκεται ήδη στα χέρια της εργατικής τάξης. Ύστερα από τρία χρόνια ηρωικής πάλης ενάντια στο παγκόσμιο κεφάλαιο, το προλεταριάτο διατήρησε και δυνάμωσε τη σοβιετική εξουσία του. Αν και η Ρωσία διαθέτει τεράστια φυσικά πλούτη, είναι ωστόσο, από βιομηχανική άποψη, μια καθυστερημένη χώρα, όπου υπερέχει ο μικροαστικός πληθυσμός. Αυτή δεν μπορεί να φτάσει στο σοσιαλισμό παρά διαμέσου της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Έχουμε μπει στην περίοδο ανάπτυξης αυτής της επανάστασης».

Από μόνη της αυτή η παράγραφος του Προγράμματος της Κομμουνιστικής Νεολαίας (όχι ενός οποιουδήποτε άρθρου, αλλά ενός Προγράμματος!), κάνει να φαίνονται γελοίες και πραγματικά αισχρές οι προσπάθειες των συγγραφέων του Σχεδίου να αποδείξουν, πως το Κόμμα δεχόταν «πάντα» σαν δυνατή την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα, και επιπλέον, ακριβώς στη Ρωσία. Αν αυτό ήταν «πάντα» έτσι, γιατί ο Μπουχάριν διατύπωσε μ’ αυτό τον τρόπο την παράγραφο αυτή του Προγράμματος της Κομμουνιστικής Νεολαίας; Πού είχε ο Στάλιν τότε τα μάτια; Πώς ο Λένιν κι ολόκληρη η Κεντρική Επιτροπή μπόρεσαν να επιδοκιμάσουν μια παρόμοια αίρεση; Πώς είναι δυνατό κανείς μέσα στο Κόμμα να μην προσέξει αυτή τη «λεπτομέρεια», και να μη θέσει ερωτήσεις πάνω σ’ αυτό το ζήτημα; Όλ’ αυτά δεν μοιάζουν πάρα πολύ με μια απαίσια φάρσα, με την οποία χλευάζεται ολοένα και πιο πολύ το Κόμμα, η ιστορία του, η Κομμουνιστική Διεθνής; Δεν είναι καιρός να θέσουμε τέρμα σ’ όλα αυτά; Δεν είναι καιρός να πούμε στους ρεβιζιονιστές: δεν σας επιτρέπουμε πια να κρύβεστε πίσω από τον Λένιν, πίσω από τη θεωρητική παράδοση του Κόμματός μας!

Στην Έβδομη Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο Μπουχάριν, που απαλλάσσεται χάρη στην ανεπαρκή του μνήμη, επιχειρηματολογώντας υπέρ της απόφασης που καταδίκαζε τον «τροτσκισμό», δήλωσε:

«Η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης του συντρόφου Τρότσκι (και ο σύντροφος Τρότσκι πρεσβεύει ακόμα και τώρα αυτή τη θεωρία), λέει επίσης πως εξαιτίας της καθυστερημένης οικονομικής μας κατάστασης, θα συντριβούμε αναπόφευκτα χωρίς την παγκόσμια επανάσταση», (Στενογραφημένα πρακτικά, σελ. 115).

Μίλησα στην Έβδομη Ολομέλεια για τα λάθη που υπήρχαν στη θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης έτσι όπως την είχα διατυπώσει το 1905-1906. Δεν χρειάζεται όμως να πω ότι δεν είχα ούτε καν ονειρευτεί να αποκηρύξω τις θεμελιώδεις αρχές αυτής της θεωρίας, αρχές που με προσέγγιζαν και με προσεγγίζουν στον Λένιν, και που δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τώρα την αναθεώρηση του λενινισμού.

Στη θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης υπήρχαν δυο θεμελιώδης θέσεις:
Πρώτο: παρά την ιστορική καθυστέρηση της Ρωσίας η επανάσταση μπορεί να δώσει την εξουσία στο ρωσικό προλεταριάτο προτού να την δώσει στο προλεταριάτο των προχωρημένων χωρών. Δεύτερο: για να ξεπεράσει τις αντιφάσεις πάνω στις οποίες θα σκοντάψει η δικτατορία του προλεταριάτου σε μια καθυστερημένη χώρα, περικυκλωμένη από έναν εχθρικό καπιταλιστικό κόσμο, θα έπρεπε να περάσει στην αρένα της παγκόσμιας επανάστασης. Η πρώτη απ’ αυτές τις θέσεις βασίζεται πάνω σε μια σωστή αντίληψη του νόμου της ανισόμερης εξέλιξης. Η δεύτερη πάνω σε μια πλήρη κατανόηση των άρρηκτων δεσμών, οικονομικών και πολιτικών, που ενώνουν τις καπιταλιστικές χώρες. Ο Μπουχάριν έχει δίκιο όταν λέει πως συνεχίζω να πρεσβεύω ακόμα και τώρα αυτές τις δυο θεμελιώδεις θέσεις της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης. Και τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Γιατί τώρα τις υπολογίζω σαν πέρα για πέρα επαληθευμένες και ελεγμένες: στο θεωρητικό τομέα, με τα «Άπαντα» του Μαρξ και του Λένιν, και στον πρακτικό τομέα, από την πείρα της Επανάστασης του Οκτώβρη.

6. Πού Βρίσκεται Λοιπόν
«η Σοσιαλδημοκρατική Παρέκκλιση»;

Τα αποσπάσματα που παραθέσαμε είναι υπεραρκετά για να χαρακτηρίσουν τη χθεσινή και τη σημερινή θεωρητική κατάσταση των Στάλιν και Μπουχάριν. Για να προσδιορίσουμε όμως το χαρακτήρα της πολιτικής μεθοδολογίας τους, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι, αφού συγκέντρωσαν από τα γραφτά της Αντιπολίτευσης[2] δηλώσεις ολότελα ανάλογες με κείνες που έκαναν οι ίδιοι μέχρι το 1925 (κι ως τότε σε πλήρη συμφωνία με τον Λένιν), ο Στάλιν και ο Μπουχάριν, βασισμένοι σ’ αυτά τα αποσπάσματα, έστησαν στα πόδια της τη θεωρία της «σοσιαλδημοκρατικής παρέκκλισής» μας. Αποφάνθηκαν πως απέναντι στο βασικό πρόβλημα των σχέσεων της εξέγερσης του Οκτώβρη και της παγκόσμιας επανάστασης, η Αντιπολίτευση σκέπτεται τάχα όπως ο Ότο Μπάουερ, που δεν δέχεται πως είναι δυνατή η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Ρωσία. Θα μπορούσε κανείς πραγματικά να πιστέψει πως το τυπογραφείο επινοήθηκε το 1924, κι ότι όλα όσα προηγήθηκαν αυτού του χρόνου, είναι καταδικασμένα στη λήθη. Υπολογίζουν στην ανεπάρκεια της μνήμης.

Ωστόσο, στο ζήτημα του χαρακτήρα της Επανάστασης του Οκτώβρη, η Κομμουνιστική Διεθνής ρύθμισε κιόλας με το Τέταρτο Συνέδριο της τους λογαριασμούς της με τον Ότο Μπάουερ και τους άλλους φιλισταίους της Δεύτερης Διεθνούς. Η έκθεση που παρουσίασα, με εντολή της Κεντρικής Επιτροπής πάνω στη Νέα Οικονομική Πολιτική[3] και τις προοπτικές της παγκόσμιας επανάστασης, περιλάβαινε μια κριτική που έκφραζε τις απόψεις της τότε Κεντρικής Επιτροπής μας για τη στάση του Ότο Μπάουερ. Η έκθεση αυτή δεν βρήκε καμιά αντίρρηση στο Συνέδριο, και νομίζω πως έχει πέρα για πέρα διατηρήσει την ισχύ της ως τα σήμερα. Όσο για τον Μπουχάριν, παραιτήθηκε από το να φωτίσει την πολιτική πλευρά του προβλήματος, αφού «πολλοί σύντροφοι, κι ανάμεσά τους ο Λένιν και ο Τρότσκι» μίλησαν ήδη πάνω σ’ αυτό. Με άλλα λόγια, ο Μπουχάριν τάχθηκε άμεσα αλληλέγγυος με την έκθεσή μου. Να αυτά που είπα σχετικά με τον Ότο Μπάουερ στο Τέταρτο Συνέδριο:

«Οι σοσιαλδημοκράτες θεωρητικοί, από τη μια μεριά, δέχονται, στα κυριακάτικα άρθρα τους, ότι ο καπιταλισμός, προπαντός στην Ευρώπη, ζει τρώγοντας τις σάρκες του κι ότι κατάντησε να γίνει φρένο στην ιστορική εξέλιξη. Από την άλλη, εκφράζουν τη βεβαιότητα πως η εξέλιξη της Σοβιετικής Ρωσίας την οδηγεί αναπόφευκτα προς το θρίαμβο της αστικής δημοκρατίας. Έτσι πέφτουν σε μια αντίφαση από τις πιο χυδαίες, ολότελα αντάξια των εκφυλισμένων και υπερφίαλων αυτών κομφουζιονιστών. Η Νέα Οικονομική Πολιτική έχει υπολογιστεί για συνθήκες καθορισμένου χρόνου και χώρου: είναι ένας ελιγμός του Εργατικού Κράτους που ζει ακόμα σε μια καπιταλιστική περικύκλωση, και πού υπολογίζει σταθερά στην επαναστατική ανάπτυξη της Ευρώπης. Δεν μπορεί κανείς στους πολιτικούς υπολογισμούς να αφήνει στην άκρη ένα συντελεστή τόσο σημαντικό όπως ο χρόνος. Πραγματικά, αν δεχτεί κανείς ότι ο καπιταλισμός θα διατηρηθεί ακόμα στην Ευρώπη έναν ή μισό αιώνα, κι ότι η Σοβιετική Ρωσία θα πρέπει να προσαρμόσει σ’ αυτό την οικονομική πολιτική της, τότε το ζήτημα λύνεται από μόνο του. Γιατί σε μια τέτοια περίπτωση, υποθέτουμε a priori πως η προλεταριακή επανάσταση στην Ευρώπη θα αποτύχει και πως θα ανοίξει μια καινούρια εποχή καπιταλιστικής αναγέννησης. Πάνω σε τί θα στηριζόμασταν για να αποδεχτούμε αυτό το πράγμα; Αν ο Ότο Μπάουερ έχει ανακαλύψει στη ζωή της σημερινής Αυστρίας θαυματουργά συμπτώματα καπιταλιστικής νεκρανάστασης, τότε η τύχη της Σοβιετικής Ρωσίας είναι καθορισμένη εκ των προτέρων. Μα στο μεταξύ, εμείς δεν βλέπουμε θαύματα, και δεν πιστεύουμε σ΄ αυτά. Αν κατά τη γνώμη μας η ευρωπαϊκή μπουρζουαζία εξασφάλιζε την εξουσία για μια ολόκληρη σειρά δεκαετιών, μέσα στις σημερινές συνθήκες που ζει ο κόσμος, αυτό θα ισοδυναμούσε όχι με μια καινούρια άνθηση του καπιταλισμού, μα με την οικονομική αποσύνθεση και την πολιτιστική κατάπτωση της Ευρώπης. Αν μιλήσουμε γενικά, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί πως ένα παρόμοιο προτσές θα μπορούσε να συμπαρασύρει εξίσου στην άβυσσο τη Σοβιετική Ρωσία. Θα έπρεπε μήπως σ΄ αυτή την πορεία να περάσει από το στάδιο της “δημοκρατίας” ή θα αποσυντίθενταν παίρνοντας άλλα σχήματα; Αυτό πια είναι δευτερεύον ζήτημα. Εμείς όμως δεν έχουμε κανένα λόγο να προσχωρήσουμε στη φιλοσοφία του Σπέγκλερ. Υπολογίζουμε σταθερά στην επαναστατική ανάπτυξη της Ευρώπης. Η Νέα Οικονομική Πολιτική δεν είναι παρά μια προσαρμογή στο ρυθμό αυτής της ανάπτυξης», (Λεόν Τρότσκι: Τα Πέντε Χρόνια της Κομμουνιστικής Διεθνούς. «Για την Κριτική της Σοσιαλδημοκρατίας», σελ. 491-492).

Αυτός ο τρόπος τοποθέτησης του ζητήματος μας επαναφέρει στο σημείο απ’ όπου αρχίσαμε να κριτικάρουμε το Σχέδιο Προγράμματος: στην εποχή του ιμπεριαλισμού δεν μπορεί κανείς να εξετάσει την τύχη μιας απομονωμένης χώρας παρά παίρνοντας σαν αφετηρία τις τάσεις της παγκόσμιας εξέλιξης, ως ενιαίο σύνολο, μέσα στο οποίο είναι ενσωματωμένη αυτή η χώρα, με τις εθνικές ιδιομορφίες της, και από το οποίο εξαρτάται. Οι θεωρητικοί της Δεύτερης Διεθνούς απομονώνουν την ΕΣΣΔ από το σύνολο του κόσμου κι από την ιμπεριαλιστική εποχή. Εφαρμόζουν στην ΕΣΣΔ, που την αντικρίζουν σαν απομονωμένη χώρα, το στείρο κριτήριο της οικονομικής «ωριμότητας», και αποδείχνουν πως η ΕΣΣΔ δεν είναι προετοιμασμένη για να οικοδομήσει το σοσιαλισμό με τις δικές της δυνάμεις, και από αυτό συμπεραίνουν το αναπόφευκτο του καπιταλιστικού εκφυλισμού του εργατικού κράτους.

Οι συγγραφείς του Σχεδίου Προγράμματος τοποθετούνται στην ίδια βάση από θεωρητική άποψη. Δέχονται πέρα για πέρα τη μεταφυσική μεθοδολογία των θεωρητικών της σοσιαλδημοκρατίας: όπως ακριβώς οι σοσιαλδημοκράτες, «αφαιρούν» κι αυτοί το σύνολο του κόσμου και την ιμπεριαλιστική εποχή, παίρνουν σαν αφετηρία το μύθο της απομονωμένης εξέλιξης, και εφαρμόζουν στο εθνικό στάδιο της παγκόσμιας επανάστασης το στείρο οικονομικό κριτήριο. Απεναντίας, η «ετυμηγορία» τους είναι αντίθετη από των σοσιαλδημοκρατών. Η «αριστερή» τοποθέτηση των συγγραφέων του Σχεδίου συνίσταται στο γεγονός ότι αυτοί αναπαράγουν σε μορφή γρίφου τη σοσιαλδημοκρατική εκτίμηση. Ωστόσο, όποια κι αν είναι η μέθοδος με την οποία οι θεωρητικοί της Δεύτερης Διεθνούς θέτουν το ζήτημα, αυτή δεν αξίζει τίποτε. Πρέπει να υιοθετήσουμε τη μέθοδο του Λένιν, που διαγράφει το κριτήριο και τη διάγνωση του Μπάουερ σαν να ήταν ασκήσεις αντάξιες ενός μαθητή δημοτικού.

Να που βρίσκεται λοιπόν η «σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση». Δεν είμαστε επομένως εμείς, μα οι συγγραφείς του Σχεδίου που θα έπρεπε να καταταχθούν ανάμεσα στους συγγενείς του Μπάουερ.

7. Η Εξάρτηση της ΕΣΣΔ από την Παγκόσμια Οικονομία

Ο ίδιος ο Βόλμαρ ήταν ο πρόδρομος των ιεροκηρύκων της εθνικοσοσιαλιστικής κοινωνίας. Το 1878, σ’ ένα άρθρο του[4], με τίτλο «Το Μεμονωμένο Σοσιαλιστικό Κράτος», που χάραζε την προοπτική της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Γερμανία με μόνες τις δυνάμεις του προλεταριάτου αυτής της χώρας –που έχει αφήσει πολύ πίσω της την προχωρημένη Αγγλία– ο Βόλμαρ αναφερόταν με μια απόλυτη σαφήνεια και ακρίβεια στο νόμο της ανισόμερης εξέλιξης –νόμος που, σύμφωνα μ’ αυτά που πιστεύει ο Στάλιν, ήταν άγνωστος για τον Μαρξ και τον Έγκελς. Ο Βόλμαρ έβγαλε (το 1878) απ’ αυτό το νόμο το παρακάτω αναμφισβήτητο συμπέρασμα:

«Κάτω από τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα, και που θα διατηρήσουν την ισχύ τους για ολόκληρη την περίοδο που μπορούμε να προβλέψουμε, η πιθανότητα μιας ταυτόχρονης νίκης του σοσιαλισμού σ’ όλες τις πολιτισμένες χώρες αποκλείεται εντελώς... ».

Αναπτύσσοντας αυτή την άποψη, ο γράφει:
«Έτσι, φτάνουμε στο μεμονωμένο σοσιαλιστικό κράτος, για το οποίο ελπίζω να έχω αποδείξει πως αν δεν είναι το μόνο δυνατό, είναι τουλάχιστο το πιο πιθανό... ».

Στο ποσοστό που με τις λέξεις «μεμονωμένο κράτος» μπορεί κανείς να κατανοήσει εδώ αποκλειστικά το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, ο Βόλμαρ εκφράζει μιαν αναμφισβήτητη σκέψη αρκετά γνωστή στον Μαρξ και τον Έγκελς και πού ο Λένιν την έκφρασε στο άρθρο του τού 1915 που παραθέσαμε πιο πάνω.

Στη συνέχεια όμως ακολουθούν ευρήματα, κατασκευασμένα από τον ίδιο τον Βόλμαρ, που δεν είναι άλλωστε διατυπωμένα μ’ έναν τρόπο τόσο μονόπλευρο και λαθεμένο όσο είναι τα ευρήματα των θεωρητικών μας του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα. Για να κατασκευάσει την επιχειρηματολογία του, ο Βόλμαρ παίρνει σαν αφετηρία τον υπολογισμό πως η σοσιαλιστική Γερμανία θα διατηρούσε τις πιο τακτικές οικονομικές σχέσεις με την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, συνδυάζοντας έτσι τα πλεονεκτήματα μιας εξαιρετικά αναπτυγμένης τεχνικής με το πλεονέκτημα μικρών εξόδων παραγωγής. Μια τέτοια οικοδόμηση στηρίζεται πάνω στην προοπτική της ειρηνικής συνύπαρξης του σοσιαλιστικού και του καπιταλιστικού συστήματος. Αφού λοιπόν ο σοσιαλισμός θα πρέπει, όσο περισσότερο προχωρεί, να εκδηλώνει τα τεράστια πλεονεκτήματά του από την άποψη της παραγωγής, η αναγκαιότητα της παγκόσμιας επανάστασης θα εξαφανιστεί από μόνη της: ο σοσιαλισμός θα νικήσει τον καπιταλισμό διαμέσου της αγοράς, με τις χαμηλές τιμές του.

Ο Μπουχάριν, o συγγραφέας του πρώτου Σχεδίου Προγράμματος κι ένας από τους συγγραφείς του δεύτερου Σχεδίου, στηρίζεται αποκλειστικά για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού του σε μια μόνη χώρα πάνω στην ιδέα της μεμονωμένης οικονομίας που έχει γίνει αυτοσκοπός. Στο άρθρο του Μπουχάριν που τιτλοφορείται: «Για το Χαρακτήρα της Επανάστασής μας και τη Δυνατότητα της Νικηφόρας Οικοδόμησης του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», («Μπολσεβίκος», Νο19-20, 1926), και που αποτελεί τη μεγαλοπρεπέστερη έκφραση του σχολαστικισμού παραγεμισμένη με σοφίσματα, ολόκληρος ο συλλογισμός του εκτυλίσσεται μέσα στα πλαίσια μιας μεμονωμένης οικονομίας. Το βασικό και μοναδικό επιχείρημά του είναι το ακόλουθο:

«Αφού έχουμε όλα εκείνα που είναι αναγκαία και επαρκή, για να οικοδομήσουμε το σοσιαλισμό, τότε, κατά συνέπεια, στο ίδιο το προτσές αυτής της οικοδόμησης δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή που από κει και πέρα αυτή η οικοδόμηση να γίνεται αδύνατη. Αν στο εσωτερικό της χώρας μας έχουμε έναν τέτοιο συνδυασμό δυνάμεων, που σε σχέση με κάθε χρόνο που περνάει, η υπεροχή του σοσιαλιστικού τομέα της οικονομίας μας μεγαλώνει, αν οι κοινωνικοποιημένοι τομείς της οικονομίας μας αυξάνουν πιο γρήγορα από τους τομείς του καπιταλιστικού ιδιωτικού τομέα, αρχίζουμε κάθε καινούριο χρόνο με περισσότερες δυνάμεις».

Αυτός είναι ένας συλλογισμός αναντίρρητος, συλλογισμός που δεν αναιρείται: «Αφού έχουμε όλα εκείνα που είναι αναγκαία και επαρκή», τότε... τα έχουμε. Παίρνοντας για αφετηρία αυτό που πρέπει να αποδειχτεί, ο Μπουχάριν στήνει ένα αποπερατωμένο σύστημα μιας σοσιαλιστικής οικονομίας που έχει σαν στόχο της τον ίδιο τον εαυτό της, που δεν έχει ούτε εισόδους ούτε εξόδους που επικοινωνούν με το εξωτερικό. Ο Μπουχάριν, το ίδιο όπως ο Στάλιν, δεν βλέπει το εξωτερικό περιβάλλον, δηλαδή τον κόσμο ολόκληρο, παρά μόνο από τη σκοπιά της επέμβασης. Όταν ο Μπουχάριν μιλάει σε αυτό το άρθρο για την αναγκαιότητα «να κάνουμε αφαίρεση» του διεθνικού παράγοντα, έχει υπόψη του τη στρατιωτική επέμβαση και όχι την παγκόσμια αγορά. Αυτή δεν έχει ανάγκη να την αφαιρέσει, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει καθόλου στη δομή της σκέψης του. Σύμφωνα μ’ αυτό το σχήμα, ο Μπουχάριν υπερασπίστηκε στο Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο την ιδέα, ότι αν μια επέμβαση δεν γινόταν εμπόδιο, θα οικοδομούσαμε το σοσιαλισμό «έστω και με βήματα χελώνας». Το ζήτημα της ασταμάτητης πάλης ανάμεσα στα δυο συστήματα, το γεγονός ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να βασιστεί παρά μόνο πάνω σε ανώτερες παραγωγικές δυνάμεις, με μια λέξη ο μαρξιστικός δυναμισμός της αντικατάστασης ενός κοινωνικού σχηματισμού μ’ έναν άλλο, που βασίζεται πάνω στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, όλα αυτά πετάχτηκαν στην άκρη. Η επαναστατική και ιστορική διαλεκτική πορεία αντικαταστάθηκε από μια αντιδραστική ουτοπία, από το ροκάνισμα ενός σοσιαλισμού που είναι κλεισμένος στον εαυτό του, που οικοδομείται χάρη σε μια κατώτερη τεχνική, που εξελίσσεται με «βήματα χελώνας», μέσα στα εθνικά πλαίσια, και που δεν έχει με τον εξωτερικό κόσμο καμιά άλλη σχέση, εκτός από το φόβο μιας επέμβασης. Το γεγονός ότι δεν αποδεχτήκαμε την αξιοθρήνητη αυτή καρικατούρα του συστήματος των ιδεών του Μαρξ και του Λένιν χαρακτηρίστηκε «σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση». Στο άρθρο αυτό του Μπουχάριν, που πιο πάνω αναφέραμε, αποσαφηνίστηκε για πρώτη φορά και υποστηρίχτηκε με «επιχειρήματα», αυτός ο χαρακτηρισμός των απόψεών μας. Η ιστορία θα γράψει πως καταδικαστήκαμε για «σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση», γιατί δεν θελήσαμε να δεχτούμε την αντιστροφή της θεωρίας του Βόλμαρ για το σοσιαλισμό σε μια μόνη χώρα, που την έκανε ακόμα πιο αποκρουστική.

Το προλεταριάτο της τσαρικής Ρωσίας δεν θα είχε καταλάβει την εξουσία τον Οκτώβρη, αν η Ρωσία δεν ήταν ένας κρίκος, ο πιο αδύνατος, μα παρ’ όλα αυτά κρίκος, της παγκόσμιας οικονομικής αλυσίδας. Η κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο δεν απομόνωσε καθόλου τη Δημοκρατία των Σοβιέτ από το σύστημα του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας, που δημιούργησε ο καπιταλισμός.

Όπως η σοφή κουκουβάγια φτερουγίζει μονάχα το σούρουπο, το ίδιο και η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα εμφανίζεται σε μια στιγμή που η βιομηχανία μας, εξαντλώντας ολοένα και περισσότερο το παλιό πάγιο κεφάλαιό της, που ουσιαστικά έκφραζε τα δύο τρίτα της εξάρτησης της βιομηχανίας μας από την παγκόσμια βιομηχανία, είχε μια επείγουσα ανάγκη να ανανεώσει και να επεκτείνει τους δεσμούς της με τον εξωτερικό κόσμο, και τη στιγμή που τα προβλήματα του εξωτερικού εμπορίου έμπαιναν καθαρά μπροστά στη διεύθυνση της οικονομίας.

Στο Ενδέκατο Συνέδριο, δηλαδή στο τελευταίο Συνέδριο όπου ο Λένιν μπόρεσε να μιλήσει στο Κόμμα, το προειδοποίησε έγκαιρα πως θα είχε να αντιμετωπίσει μια καινούρια δοκιμασία, «μια δοκιμασία που θα οργάνωναν η ρωσική αγορά και η παγκόσμια αγορά στην οποία είμαστε υποταγμένοι, με την οποία είμαστε δεμένοι, κι από την οποία δεν μπορούμε να αποσπαστούμε».

Τίποτε δεν χτυπάει τόσο ανελέητα τη θεωρία του μεμονωμένου «πλήρους σοσιαλισμού» όσο το απλό γεγονός, ότι οι αριθμοί του εξωτερικού μας εμπορίου έχουν γίνει στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου ο ακρογωνιαίος λίθος των οικονομικών πλάνων μας. «Το πιο αδύνατο σημείο» ολόκληρης της οικονομίας μας, κι εδώ περιλαβαίνεται και η βιομηχανία μας, είναι οι εισαγωγές, που εξαρτώνται αποκλειστικά από τις εξαγωγές. Κι αφού λοιπόν η αντίσταση μιας αλυσίδας εξαρτάται από τον πιο αδύνατο κρίκο της, τα μεγέθη των οικονομικών πλάνων μας προσαρμόστηκαν στα μεγέθη των εισαγωγών.

Σε ένα άρθρο αφιερωμένο στο σύστημα κατάστρωσης του πλάνου, που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Planovοϊé Khoziaistvo». («Η Σχεδιασμένη Οικονομία», Θεωρητικό όργανο του Κρατικού Σχεδίου[5], διαβάζουμε:

«Καθορίζοντας τους αριθμούς ελέγχου αυτού του χρόνου, έπρεπε, από μεθοδολογία, να πάρουμε σαν αφετηρία τα πλάνα εξαγωγών και εισαγωγών μας, να προσανατολιστούμε σύμφωνα μ’ αυτά, για να καταστρώσουμε ολόκληρη μια σειρά από σχέδια για τους διάφορους κλάδους της βιομηχανίας, και κατά συνέπεια κάθε βιομηχανικό σχέδιο γενικά, και ιδιαίτερα να συνδυάσουμε μ’ αυτά τα σχέδια το χτίσιμο καινούριων εργοστασίων, κλπ», (Γενάρης 1927, σελ. 27).

Αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης του ζητήματος σύμφωνα με τη μέθοδο του Κρατικού Σχεδίου, χωρίς αμφιβολία, σημαίνει: οι αριθμοί ελέγχου καθορίζουν την κατεύθυνση και το ρυθμό της οικονομικής μας εξέλιξης, μα ο έλεγχος των αριθμών αυτών έχει ήδη μετατοπιστεί προς την παγκόσμια οικονομία. Και είναι έτσι, όχι γιατί έχουμε γίνει πιο αδύνατοι, μα γιατί, αφού γίναμε πιο ισχυροί, αποσπαστήκαμε από το φαύλο κύκλο της απομόνωσης.

Με τους αριθμούς των εξαγωγών και των εισαγωγών, ο καπιταλιστικός κόσμος μάς δείχνει πως έχει κι άλλα μέσα για να αντιδράσει εκτός από τη στρατιωτική επέμβαση. Αφού η παραγωγικότητα της εργασίας και του κοινωνικού συστήματος στο σύνολό του μετριέται στους όρους της αγοράς με βάση τις τιμές, η σοβιετική οικονομία απειλείται περισσότερο από μια επέμβαση φτηνών καπιταλιστικών εμπορευμάτων παρά από μια στρατιωτική επέμβαση. Και μόνο γι’ αυτόν το λόγο, το θέμα δεν είναι να κερδίσει κανείς μια μεμονωμένη νίκη, από οικονομική άποψη, ενάντια στη «δική του» την μπουρζουαζία.

«Η σοσιαλιστική επανάσταση, που προχωράει σ’ ολόκληρο τον κόσμο δεν θα συνίσταται μονάχα στο γεγονός ότι το προλεταριάτο κάθε χώρας θα θριαμβεύσει ενάντια στην μπουρζουαζία του», (Λένιν: To 1919, τόμ. 16ος, σελ. 488).

Πρόκειται για μια μάχη, για μια πάλη μέχρι θανάτου, ανάμεσα σε δυο κοινωνικά συστήματα, που το ένα έχει αρχίσει να οικοδομείται στηριζόμενο πάνω σε καθυστερημένες παραγωγικές δυνάμεις, ενώ το άλλο βασίζεται ακόμα και σήμερα πάνω σε παραγωγικές δυνάμεις μιας άπειρα πιο μεγάλης δυναμικότητας.

Αυτός που αντιμετωπίζει σαν «πεσιμισμό» το γεγονός ότι αναγνωρίζουμε πως είμαστε εξαρτημένοι από την παγκόσμια αγορά (ο Λένιν έλεγε καθαρά πως είμαστε υποταγμένοι σ’ αυτήν) προδίδει σ’ όλο τους το μέγεθος, από τη μια, τη μικροαστική επαρχιώτικη μικροψυχία του, που φοβάται την παγκόσμια αγορά, και, από την άλλη, τη μιζέρια της τοπικιστικής αισιοδοξίας του, ελπίζοντας να ξεφύγει απ’ αυτήν την αγορά κρυμμένος πίσω από τα βάτα και βολεύοντάς την με τις δικές του πηγές.

Η καινούρια θεωρία υπολογίζει σαν ζήτημα τιμής την αλλόκοτη ιδέα πως η ΕΣΣΔ μπορεί να συντριβεί ύστερα από μια στρατιωτική επέμβαση, μα σε καμιά περίπτωση εξαιτίας της οικονομικής της καθυστέρησης. Αφού όμως σε μια σοσιαλιστική κοινωνία οι εργαζόμενες μάζες πρέπει να είναι περισσότερο διατεθειμένες να υπερασπίσουν τη χώρα απ’ όσο οι σκλάβοι του κεφαλαίου να επιτεθούν ενάντιά της, τότε διερωτάται κανείς: είναι δυνατό να συντριβούμε από μια στρατιωτική επέμβαση; Ναι, γιατί ο εχθρός είναι άπειρα πιο ισχυρός από τεχνική άποψη. Ο Μπουχάριν δεν αποδέχεται την υπεροχή των παραγωγικών δυνάμεων παρά μόνο από την τεχνικο-στρατιωτική τους πλευρά. Δεν θέλει να καταλάβει ότι το τρακτέρ του Φορντ είναι το ίδιο επικίνδυνο όσο και το κανόνι του Κρεζό, με τη διαφορά ότι το τελευταίο δεν μπορεί να δράσει παρά από χρόνο σε χρόνο, ενώ το πρώτο εξασκεί μια αδιάκοπη πίεση πάνω μας. Κι επιπλέον το τρακτέρ γνωρίζει πως έχει πίσω του σαν τελευταία εφεδρεία το κανόνι.

Εμείς, το πρώτο Εργατικό Κράτος, είμαστε ένα τμήμα του παγκόσμιου προλεταριάτου και, μαζί μ’ αυτό εξαρτιόμαστε από τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Η μικρή ωραία λέξη «σχέση», η αδιάφορη, η ουδέτερη, η ευνουχισμένη από τους γραφειοκράτες, δεν τέθηκε στην κυκλοφορία παρά για να σκεπάσει τον εξαιρετικά δυσάρεστο και επικίνδυνο για μας χαρακτήρα αυτών των «σχέσεων». Αν παράγαμε στις τιμές της παγκόσμιας αγοράς, η εξάρτησή μας απ’ αυτήν, ενώ θα παράμενε μια εξάρτηση, θα ήταν άπειρα λιγότερο βαριά απ’ ότι είναι τώρα. Δυστυχώς όμως δεν είναι έτσι. Το ίδιο το μονοπώλιο του εξωτερικού μας εμπορίου μαρτυράει τον ωμό κι επικίνδυνο χαρακτήρα της εξάρτησής μας. Η αποφασιστική σπουδαιότητα που έχει για μας αυτό το μονοπώλιο στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού βγαίνει ακριβώς από τη σχέση των δυνάμεων που είναι σε βάρος μας. Δεν μπορεί όμως κανείς ούτε για μια στιγμή να ξεχάσει πως το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου μας ρυθμίζει μονάχα τις σχέσεις μας με την παγκόσμια αγορά, μα δεν τις εξαλείφει.

«Όσο η Δημοκρατία των Σοβιέτ μας –έγραφε ο Λένιν– παραμένει μια απομονωμένη αγορά απ’ όλο τον καπιταλιστικό κόσμο, το να πιστεύουμε στην πλήρη οικονομική ανεξαρτησία μας, στην εξαφάνιση ορισμένων κινδύνων, θα ήταν σαν να δείχναμε χιμαιρικό και ουτοπιστικό πνεύμα», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 17ος, σελ. 409, η υπογράμμιση είναι δική μας –Λ.Τ.).

Επομένως, ο βασικός κίνδυνος προέρχεται από την αντικειμενική κατάσταση της ΕΣΣΔ, σαν «αγορά απομονωμένη» από την καπιταλιστική οικονομία, που είναι εχθρική για μας. Ωστόσο αυτός ο κίνδυνος μπορεί να μεγαλώσει ή να μειωθεί. Αυτό εξαρτάται από τη δράση δυο παραγόντων: τη σοσιαλιστική οικοδόμησή μας, από τη μια, και την εξέλιξη της καπιταλιστικής οικονομίας, από την άλλη. Είναι φανερό πως, σε τελευταία ανάλυση, είναι ο δεύτερος συντελεστής, δηλαδή η πορεία του συνόλου της παγκόσμιας οικονομίας, που έχει την αποφασιστική σπουδαιότητα.

Μπορεί να συμβεί, και σε ποια συγκεκριμένη περίπτωση, να καθυστερεί ολοένα και περισσότερο η παραγωγικότητα του δικού μας κοινωνικού συστήματος σε σχέση με την παραγωγικότητα του καπιταλισμού; Γιατί στο τέλος του λογαριασμού, αυτό θα επιφέρει αναπόφευκτα την κατάρρευση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Αν διευθύνουμε επιστημονικά την οικονομία στη διάρκεια της καινούριας αυτής φάσης, στην οποία είμαστε υποχρεωμένοι να δημιουργήσουμε μόνοι μας τη βάση της βιομηχανίας, πράγμα που απαιτεί πολύ πιο μεγάλες ικανότητες απομέρους της ηγεσίας, η παραγωγικότητα της εργασίας μας θα μεγαλώσει. Μπορεί ωστόσο κανείς να υποθέσει πως η παραγωγικότητα της εργασίας στις καπιταλιστικές χώρες, ή για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα, στις κυριαρχούσες καπιταλιστικές χώρες, θα αυξάνει πιο γοργά από τη δική μας παραγωγικότητα; Αν σ’ αυτή την ερώτηση δεν δώσει κανείς μιαν απάντηση που παίρνει υπόψη της τις προοπτικές, οι καυχησιάρικες επιβεβαιώσεις σύμφωνα με τις οποίες ο ρυθμός ανάπτυξής μας θα είναι «αφ’ εαυτού» επαρκής (χωρίς να μιλήσουμε για τη γελοία φιλοσοφία τού «με βήματα χελώνας»), δεν ανταποκρίνονται απολύτως σε τίποτε. Μα και μόνη η προσπάθεια να απαντήσουμε στο πρόβλημα της πάλης ανάμεσα στα δυο συστήματα, μας συμπαρασύρει στην αρένα της παγκόσμιας οικονομίας και πολιτικής. Σ’ αυτήν όμως την αρένα είναι η επαναστατική Διεθνής, που περιλαμβάνει και τη Δημοκρατία των Σοβιέτ, που δρα και αποφασίζει, και καθόλου μια Σοβιετική Δημοκρατία που έχει γίνει αυτοσκοπός και που καταφεύγει πότε πότε στη βοήθεια της Διεθνούς

Το Σχέδιο Προγράμματος, γράφει για την κρατικοποιημένη οικονομία της ΕΣΣΔ ότι «αναπτύσσει τη βαριά βιομηχανία μ’ ένα ρυθμό, που ξεπερνάει το ρυθμό ανάπτυξης που πετυχαίνουν οι καπιταλιστικές χώρες». Σ’ αυτή την απόπειρα σύγκρισης των δυο ρυθμών ανάπτυξης, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι γίνεται ένα βήμα μπροστά στον τομέα των αρχών, σε σχέση με την περίοδο όπου οι συγγραφείς του Προγράμματος αρνούνταν κατηγορηματικά ότι υπάρχει πρόβλημα συντελεστή σύγκρισης ανάμεσα στην ανάπτυξής μας και την ανάπτυξη του κόσμου. Είναι ανώφελο «να ανακατεύουμε στην ανάπτυξή μας τον παγκόσμιο συντελεστή» έλεγε ο Στάλιν. Θα οικοδομήσουμε το σοσιαλισμό «έστω και με βήματα χελώνας» διακήρυσσε ο Μπουχάριν. Πάνω ακριβώς σ’ αυτή τη γραμμή εκτυλίχτηκαν οι συζητήσεις αρχών για πολλά χρόνια. Από τυπική άποψη –η γραμμή αυτή ηττήθηκε. Μα αν κανείς δεν αρκείται στο να εισάγει στο κείμενο μια σύγκριση ανάμεσα στους διαφορετικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, μα διεισδύει στην ουσία του προβλήματος, θα δει καθαρά ότι δεν μπορεί να μιλάει σε ένα άλλο κεφάλαιο του Σχεδίου για «ένα επαρκές μίνιμουμ της βιομηχανίας», βασιζόμενος μονάχα στις εσωτερικές σχέσεις, χωρίς επαφή με τον καπιταλιστικό κόσμο. Δεν μπορεί κανείς όχι μονάχα να λύσει, a priori μα και να θέσει το ερώτημα αν είναι «δυνατό» ή «αδύνατο» στο προλεταριάτο της χώρας να αντιμετωπίσει την οικοδόμηση του σοσιαλισμού με τις δικές του δυνάμεις. Το ζήτημα θα λυθεί από το δυναμισμό της πάλης ανάμεσα στα δυο συστήματα, ανάμεσα στις δυο παγκόσμιες τάξεις. Παρά τους υψηλούς συντελεστές ανάπτυξής μας στη διάρκεια της περιόδου ανασυγκρότησης, ένα βασικό κι αναμφισβήτητο γεγονός παραμένει:

«Ο καπιταλισμός, αν τον υπολογίσει κανείς σε παγκόσμια κλίμακα, συνεχίζει να είναι πιο ισχυρός από την εξουσία των Σοβιέτ, κι όχι μονάχα από στρατιωτική, μα κι από οικονομική άποψη. Από τη βασική αυτή θέση πρέπει πάντα να ξεκινάμε και να μην την ξεχνάμε ποτέ», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 17ος, σελ. 102).

Το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στους διάφορους ρυθμούς ανάπτυξης παραμένει άλυτο. Δεν εξαρτάται μονάχα από την ικανότητά μας να αντιμετωπίσουμε πραγματικά τη «σμίτκα»[6], να εξασφαλίσουμε την προμήθεια σταριού, να διευρύνουμε τις εξαγωγές και τις εισαγωγές. Με άλλα λόγια δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις επιτυχίες μας στο εσωτερικό, που είναι βέβαια, ένας παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας σ’ αυτή την πάλη, μα είναι επίσης δεμένο με την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και της παγκόσμιας επανάστασης. Κατά συνέπεια το πρόβλημα θα λυθεί όχι μέσα στα όρια ενός έθνους, μα πάνω στην αρένα της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής πάλης. Έτσι, σε κάθε σχεδόν παράγραφο του Σχεδίου Προγράμματος βλέπουμε μια άμεση ή καμουφλαρισμένη παραχώρηση στην κριτική της Αντιπολίτευσης. Αυτές οι «παραχωρήσεις» εκδηλώνονται μ’ ένα πλησίασμα, από θεωρητική άποψη, στον Μαρξ και τον Λένιν, μα τα ρεβιζιονιστικά συμπεράσματα παραμένουν ολότελα ανεξάρτητα από τις επαναστατικές θέσεις.

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————

[1]. Τα τρία κύρια συνθήματα των Μπολσεβίκων, ιδιαίτερα την περίοδο ανάμεσα στις δύο πρώτες επαναστάσεις, ήταν η Δημοκρατία, το Οκτάωρο και η Δήμευση της Γης προς όφελος των αγροτών. Τα τρία δημοφιλή αυτά συνθήματα, αναφέρονταν σαν «Οι Τρεις Κολώνες του Μπολσεβικισμού» και μερικές φορές σαν «Οι Τρεις Φάλαινες του Μπολσεβικισμού», σύμφωνα με τον παλιό μύθο που έλεγε ότι ο κόσμος στηριζόταν πάνω σε τρεις φάλαινες. Οι μπολσεβίκοι αντιλαμβάνονταν την πραγματοποίηση αυτών των συνθημάτων μόνο διαμέσου της ανατροπής του Τσαρισμού. Η πάλη πάνω σ’ αυτά τα τρία συνθήματα, περιστρεφόταν σε μεγάλο βαθμό γύρω από τη διαμάχη με τους λεγόμενους «λικβινταριστές» που ήταν αντίθετοι μ’ αυτά τα συνθήματα και πρότειναν αντί γι’ αυτά, αιτήματα για το δικαίωμα της οργάνωσης, για το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και του Τύπου κλπ., που θεωρούσαν πραγματοποιήσιμα ακόμα και μέσα στα πλαίσια του τσαρισμού –(Σελ. 47).

[2]. Η Αντιπολίτευση, (Αριστερή Αντιπολίτευση, Αντιπολίτευση της Μόσχας, Αντιπολίτευση του 1923, Μπολσεβίκοι-Λενινιστές, «Τροτσκιστές»), εμφανίστηκε στη Μόσχα το 1923 γύρω από τα ζητήματα της εργατικής δημοκρατίας στο Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα και του αποφασιστικού ρόλου ενός κρατικού σχεδίου εκβιομηχάνισης στην κοινωνική ζωή της Σοβιετικής Δημοκρατίας. Ύστερα από μια σκληρή και μακρόχρονη πάλη στο Πολιτικό Γραφείο του Κόμματος, που στη διάρκειά της ο Τρότσκι υποστήριξε σθεναρά την εγκαθίδρυση της εργατικής δημοκρατίας και την πάλη ενάντια στη γραφειοκρατία, ο Τρότσκι συνόψισε τελικά τη θέση του ενάντια στη θέση της κυρίαρχης τριανδρίας (Στάλιν, Ζινόβιεφ, Μπουχάριν) σ’ ένα γράμμα του προς την Κεντρική Επιτροπή και την Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή, στις 8 Οκτώβρη του 1923. Αυτό το γράμμα υπογράφτηκε από 46 εξέχοντες κομμουνιστές συμπεριλαμβανομένων των Πιατάκοφ, Πρεομπραζένσκι, Σερεμπριάκοφ, Ι. Σμιρνόφ, Αντόνοφ-Οβσέγενκο, Οσίνσκι, Μπουμπνόφ, Σαπρόνοφ, Β. Σμιρνόφ, Μπουγκοσλάβσκι, Στούγκχοφ, Γιακοβλέβα, Β. Κοσιόρ, Ραφαέλ, Μαξιμόφσκι, Μπελομπορόντοφ, Άλσκι, Μουράλοφ, Ρέζιγκολτζ, Σοσνόφσκι, Βορόνσκι, Ε. Μπος, Ντρόμπνις, Έλστιν, κλπ. Οι Ρακόβσκι και Κρεστίνσκι δεν υπόγραψαν γιατί βρίσκονταν σε διπλωματική αποστολή στο εξωτερικό. Ο Ράντεκ έστειλε ένα χωριστό γράμμα που καλούσε σε συμφιλίωση με τον Τρότσκι μέσα στο Πολιτικό Γραφείο. Αυτή η ομάδα των διακεκριμένων παλιών μπολσεβίκων, σχημάτισε τη βάση και την καρδιά της Μοσχοβίτικης Αντιπολίτευσης του 1923. Το 1926, ενώθηκε μαζί της η λεγόμενη Αντιπολίτευση του Λένινγκραντ, κάτω από την ηγεσία των Ζινόβιεφ-Κάμενεφ, Σοκόλνικοφ, Κρούπσκαγια, Ζαλούτσκι και άλλων, που γεννήθηκε το 1925 σαν αποτέλεσμα του κινδύνου που ένοιωσαν οι εργάτες του Λένινγκραντ, λόγω της πολιτικής των Στάλιν, Μπουχάριν απέναντι στους κουλάκους, και λόγω της θεωρίας του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα». Σαν αποτέλεσμα της ένωσης, δημιουργήθηκε το Μπλοκ της Αντιπολίτευσης των Μπολσεβίκων-Λενινιστών. Το Μπλοκ που συνόψισε τις απόψεις του στην περίφημη «Πλατφόρμα», που παρουσιάστηκε στο Δέκατο Πέμπτο Συνέδριο του Κόμματος, το 1927, κηρύχτηκε παράνομο από το Συνέδριο. Οι πιο πολλοί από τους ηγέτες του Λένινγκραντ, με επικεφαλής τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ, συνθηκολόγησαν με τον Στάλιν και ξανάγιναν δεχτοί στο Κόμμα. Χιλιάδες που δεν υποτάχτηκαν, διαγράφτηκαν, φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν. Οι γενικές απόψεις, που αναπτύχθηκαν από την Αντιπολίτευση, στα πέντε πρώτα χρόνια της ύπαρξής της, εκθέτονται σ’ αυτό εδώ το έργο. Για λεπτομέρειες γύρω από την προέλευση αυτής της ομάδας, δες το «Από το Θάνατο του Λένιν» του Μαξ Ίστμαν και το «Δέκα Χρόνια» του Μαξ Σάχτμαν –(Σελ. 58).

[3]. Η Νέα Οικονομική Πολιτική υιοθετήθηκε, με πρωτοβουλία του Λένιν, από το Δέκατο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, στις αρχές του 1921, και παγιώθηκε στη Δέκατη Κομματική Συνδιάσκεψη, το Μάη της ίδιας χρονιάς. Το μεταπολεμικό επαναστατικό κύμα στην Ευρώπη, όχι μόνο είχε κοπάσει, ιδιαίτερα μετά την αποτυχία της Κόκκινης επέμβασης στη Βαρσοβία, αλλά και είχαν οξυνθεί σε σημείο ρήξης οι σχέσεις με την αγροτιά στην Ρωσία. Οι εξαιρετικά αυστηροί κανονισμοί του λεγόμενου Πολεμικού Κομμουνισμού (επίταξη και δήμευση των σιτηρών του αγρότη), συνοδευόμενοι από την κατάρρευση της βιομηχανίας, σαν συνέπεια των καταστροφών του εμφυλίου πολέμου (η βιομηχανική παραγωγή του 1920 ήταν το 18% του προπολεμικού επίπεδου, στη βαριά βιομηχανία ιδιαίτερα, η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη) είχαν προκαλέσει τρομερή ένταση στη συμμαχία εργατών και αγροτών. Το Δέκατο Συνέδριο συνήλθε στη διάρκεια της εξέγερσης της Κρονστάνδης, που αντανακλούσε την έντονη δυσαρέσκεια της αγροτιάς. Ο Λένιν πρότεινε να αντικατασταθεί η επίταξη, με το φόρο σε είδος. Να επιτραπεί στον αγρότη να διαθέτει το πλεόνασμά του μέσα στα όρια του τοπικού εμπορίου. Να επιτραπεί, σε περιορισμένη έκταση, η ανάπτυξη των καπιταλιστικών παραχωρήσεων και του κρατικού καπιταλισμού, στη βάση τού ότι ο κρατικός καπιταλισμός ήταν μια ανώτερη οικονομική μορφή από αυτήν που επικρατούσε στο μεγαλύτερο τμήμα της αγροτικής Ρωσίας. Η υποχώρηση που σάλπισε ο Λένιν, είχε σαν σκοπό να πάρει η Ρωσία μια ανάσα, που στη διάρκειά της, περιμένοντας την αποφασιστική βοήθεια της Ευρωπαϊκής Επανάστασης, θα μπορούσε να ξαναχτίσει τις βιομηχανίες της, να τις εξηλεκτρίσει, να τις εκσυγχρονίσει και να εγκαθιδρύσει μια αρμονικότερη σχέση στη γεωργία, θα αποκτούσε ένα σημαντικό πεδίο δυνατοτήτων ανάπτυξης, με την προϋπόθεση, όμως, ότι το εργατικό κράτος θα διατηρούσε τον έλεγχο των λεγόμενων «διευθυντικών κορυφών», δηλαδή των εθνικοποιημένων βασικών βιομηχανιών, του κρατικού τραπεζικού συστήματος, της εθνικοποίησης της γης, του μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου. Η Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ), παρά τους εγγενείς κινδύνους καπιταλιστικής παλινόρθωσης, διευκόλυνε πολύ, όχι μόνο την επανεγκαθίδρυση καλών σχέσεων μεταξύ των εργατών και των αγροτών, αλλά και την ανοικοδόμηση της βιομηχανικής ζωής στη Ρωσία –(Σελ. 58).

[4]. Το άρθρο αυτό βρίσκεται στο «Jahrbuch für Sozialwissenschaft und Sozialpolitik», που έχει εκδοθεί από τον Δρ. Λούντβιχ Ρίχτερ, Ζυρίχη 1879, σελ. 54-75, με τίτλο «Το απομονωμένο Σοσιαλιστικό Κράτος» του G.V(ollmar). Προβάλλοντας αυτή την άποψη, ο Βόλμαρ, διακεκριμένος εκπρόσωπος, στην εποχή του, της δεξιάς πτέρυγας της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας, έγραφε: «Πιστεύω, και θα προσπαθήσω να το αποδείξω στις επόμενες σελίδες, ότι η ιστορική νίκη του σοσιαλισμού όχι μόνο είναι πιθανότερο να προηγηθεί, ιστορικά, σ’ ένα μόνο κράτος, αλλά και ότι τίποτε δεν μπαίνει εμπόδιο στην ύπαρξη και την ευημερία ενός απομονωμένου σοσιαλιστικού κράτους», (σελ. 55) –(Σελ. 61).

[5]. Η Επιτροπή Κρατικού Σχεδιασμού (Gosplan) είναι ένα εθνικό σώμα επιφορτισμένο με την σύνταξη, τον συντονισμό και την επεξεργασία των μονοετών και πενταετών σχεδίων για την εκβιομηχάνιση της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι, βασικά, μια τεχνική επιτροπή, αποτελούμενη από κομμουνιστές και μη-κομμουνιστές, που το γενικό αποτέλεσμα της δουλειάς της εγκρίνεται από το Πολιτικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος, που έχει και το βέτο πάνω στα συμπεράσματά της –(Σελ. 64).

[6]. «Smychka», ρωσική λέξη που σημαίνει συμμαχία ή ένωση, και χρησιμοποιείται πλατιά στη ρωσική πολιτική ορολογία, αναφερόμενη στη συμμαχία ανάμεσα στην εργατική τάξη και τη μάζα της αγροτιάς. Ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι έδιναν μεγάλη έμφαση στην ανάγκη της διατήρησης αυτής της συμμαχίας, για όσο καιρό, τουλάχιστον, ο σοσιαλισμός δεν θα είχε ακόμα εγκαθιδρυθεί, και, κατά συνέπεια, οι τάξεις –κι εδώ περιλαβαίνεται και η αγροτιά– δεν θα είχαν καταργηθεί. Η «smychka» θεωρούνταν, λοιπόν, ένα από τα κύρια στηρίγματα της δικτατορίας του προλεταριάτου στη Ρωσία –(Σελ. 67).