Η ΤΡΙΤΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ
Α΄ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Ή ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΝΗ ΧΩΡΑ;
(Μέρος Τρίτο)
Η επιχειρηματολογία της θεωρίας του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα περιορίζεται, όπως έχουμε δει, από τη μια μεριά, στη σοφιστική ερμηνεία ορισμένων γραμμών του Λένιν, κι από την άλλη, στη σχολαστική εξήγηση «του νόμου της ανισόμερης εξέλιξης». Διερμηνεύοντας με φρόνηση τόσο τον ιστορικό αυτό νόμο όσο και τα αποσπάσματα του Λένιν, φτάσαμε σ’ ένα συμπέρασμα εντελώς αντίθετο, δηλαδή στο συμπέρασμα που έβγαζε ο Μαρξ, ο Έγκελς, ο Λένιν κι εμείς όλοι, συμπεριλαμβανομένων του Στάλιν και του Μπουχάριν, μέχρι το 1925.
Από την ανισόμερη, τη σπασμωδική εξέλιξη του καπιταλισμού πηγάζει ο ανισόμερος, ο σπασμωδικός χαρακτήρας της σοσιαλιστικής επανάστασης. Ενώ από την αμοιβαία αλληλεξάρτηση των διαφόρων χωρών, που έχει φτάσει σ’ έναν πολύ προχωρημένο βαθμό, απορρέει όχι μονάχα η πολιτική, μα και η οικονομική αδυναμία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα.
Ας εξετάσουμε ακόμα μια φορά κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, κι από πιο κοντά, το κείμενο του Προγράμματος. Έχουμε ήδη διαβάσει στην εισαγωγή:
«Ο ιμπεριαλισμός... οξύνει, εντείνοντας στο έπακρο την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της παγκόσμιας οικονομίας και τα φράγματα που χωρίζουν έθνη και κράτη».
Έχουμε κιόλας πει πως αυτή η θέση ήταν ή καλύτερα θα έπρεπε να είναι ο ακρογωνιαίος λίθος ενός διεθνιστικού προγράμματος. Αυτή όμως αποκλείει, αναιρεί και σαρώνει a priori τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα, σαν θεωρία αντιδραστική, γιατί βρίσκεται σε κατάφορη αντίφαση όχι μονάχα με τη θεμελιώδη τάση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μα και με τα υλικά αποτελέσματα που έχει ήδη αποφέρει αυτή η ανάπτυξη. Οι παραγωγικές δυνάμεις είναι ασυμβίβαστες με τα εθνικά σύνορα. Από κει ακριβώς πηγάζουν όχι μονάχα το εξωτερικό εμπόριο, η εξαγωγή ανθρώπων και κεφαλαίων, η κατάκτηση εδαφών, η αποικιακή πολιτική, ο τελευταίος ιμπεριαλιστικός πόλεμος, μα και η έλλειψη κάθε δυνατότητας να ζήσει, από οικονομική άποψη, ένα σοσιαλιστικό κράτος που έχει κάνει την ύπαρξή του αυτοσκοπό. Από πολλά χρόνια τώρα, οι παραγωγικές δυνάμεις των καπιταλιστικών χωρών ασφυκτιούν μέσα στα όρια του εθνικού κράτους. Όσο για τη σοσιαλιστική κοινωνία, αυτή δεν μπορεί να οικοδομηθεί παρά βασισμένη πάνω στις πιο σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις, πάνω στον εξηλεκτρισμό, στη «χημειοποίηση» των προτσές παραγωγής κι εδώ περιλαβαίνεται και η γεωργία, πάνω στο συνδυασμό, τη γενίκευση, των ανώτερων στοιχείων της σύγχρονης τεχνικής προωθημένα στο μάξιμουμ της ανάπτυξής τους. Από την εποχή του Μαρξ δεν σταματήσαμε να επαναλαβαίνουμε πως ο καπιταλισμός είναι ανίκανος να ελέγξει το πνεύμα της καινούριας τεχνικής, που ο ίδιος γέννησε –πνεύμα που έκανε να εκραγεί όχι μονάχα το περίβλημα της αστικής ιδιοκτησίας, ιδιωτικής από νομική άποψη, μα κι έσπασε, όπως το έδειξε ο πόλεμος του 1914, τα εθνικά πλαίσια του αστικού κράτους. Όσο για το σοσιαλισμό, αυτός οφείλει όχι μονάχα να πάρει από τον καπιταλισμό τις πιο προηγμένες παραγωγικές δυνάμεις, μα και άμεσα να τις ωθήσει πιο μακριά, μπροστά, να τις ανεβάσει, δίνοντάς τους μια ανάπτυξη που δεν ήταν ποτέ δυνατή κάτω από τον καπιταλισμό. Πώς λοιπόν, διερωτάται κανείς, ο σοσιαλισμός θα στρέψει προς τα πίσω τις παραγωγικές δυνάμεις, αναγκάζοντάς τες να ξαναμπούν στα όρια του εθνικού κράτους από το οποίο προσπαθούν ήδη με λύσσα να αποσπαστούν, τώρα που βρίσκονται ακόμα κάτω από τον καπιταλισμό; Ή μήπως πρέπει να απαρνηθούμε τις «ακαταδάμαστες» παραγωγικές δυνάμεις που ασφυκτιούν μέσα στα εθνικά πλαίσια, και κατά συνέπεια και στα πλαίσια της θεωρίας του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα; Πρέπει να αρκεστούμε στις κατά κάποιο τρόπο εξημερωμένες παραγωγικές δυνάμεις, μ’ άλλα λόγια σε μια τεχνική καθυστερημένης οικονομίας; Μα τότε οφείλουμε από τώρα όχι μόνο να μην προχωρήσουμε άλλο σε μια ολόκληρη σειρά από κλάδους, μα και να υποχωρήσουμε πιο κάτω ακόμα κι από το άθλιο σημερινό τεχνικό επίπεδο που βρισκόμαστε, που έδεσε αδιάσπαστα την αστική Ρωσία στην παγκόσμια οικονομία και την ανάγκασε να συμμετάσχει στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο για να μεγαλώσει το έδαφος για τις παραγωγικές δυνάμεις της που ξεχειλίζουν πάνω από τα σύνορα του εθνικού κράτους.
Το εργατικό κράτος που κληρονόμησε αυτές τις δυνάμεις, αφού τις αναστήλωσε είναι αναγκασμένο να κάνει εξαγωγές και εισαγωγές.
Το δυστύχημα είναι που το Σχέδιο Προγράμματος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να εισάγει μηχανικά στο κείμενό του τη θέση του ασυμβίβαστου της σημερινής καπιταλιστικής τεχνικής και των εθνικών συνόρων. Στη συνέχεια μιλάει σαν να μην υπήρχε καθόλου αυτό το ασυμβίβαστο. Στο βάθος, ολόκληρο το Σχέδιο αποτελεί ένα συνδυασμό από πασίγνωστες επαναστατικές θέσεις του Μαρξ και του Λένιν και συμπεράσματα οπορτουνιστικά ή κεντριστικά τελείως ασυμβίβαστα μ΄ αυτές τις θέσεις. Να γιατί είναι αναγκαίο, χωρίς να παραπλανηθούμε από τις μεμονωμένες επαναστατικές φόρμουλες του Σχεδίου, να παρακολουθήσουμε άγρυπνα για να διαπιστώσουμε προς τα πού κατευθύνονται οι βασικές τάσεις του.
Έχουμε ήδη παραθέσει το απόσπασμα του πρώτου κεφαλαίου, που μιλάει για τη δυνατότητα θριάμβου του σοσιαλισμού, σε «μια μόνη καπιταλιστική χώρα, παρμένη χωριστά». Αυτή η ιδέα έχει εκφραστεί πιο καθαρά και πιο κυνικά στο τέταρτο κεφάλαιο όπου διαβάζουμε, ότι:
«Η δικτατορία (;) του παγκόσμιου προλεταριάτου... δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά ύστερα από το θρίαμβο του σοσιαλισμού (;) σε διάφορες χώρες, τότε που οι νεοϊδρυμένες προλεταριακές δημοκρατίες θα συγκροτήσουν κοινή ομοσπονδία μ’ αυτές που ήδη υπάρχουν».
Αν ερμηνεύσει κανείς τις λέξεις «θρίαμβο του σοσιαλισμού» σαν μια άλλη μονάχα ονομασία της δικτατορίας του προλεταριάτου τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοινοτοπία, που δεν χρειάζεται να την συζητήσουμε και που θα μπορούσε μονάχα να διατυπωθεί καλύτερα στο Πρόγραμμα, για να αποφευχθεί μια ερμηνεία με διπλή έννοια. Μα δεν είναι αυτή η σκέψη των συγγραφέων του Σχεδίου. Με την έκφραση «θρίαμβο του σοσιαλισμού» δεν εννοούν απλώς την κατάκτηση της εξουσίας και την εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής, μα την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας σε μια μόνη χώρα. Αν δεχτούμε αυτή την ερμηνεία τότε βρισκόμαστε όχι μπροστά σε μια παγκόσμια σοσιαλιστική οικονομία, που βασίζεται πάνω στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας, μα μπροστά σε μια ομοσπονδία από σοσιαλιστικές κομμούνες όπως μας τις περιέγραψε ο μακαρίτης ο αναρχισμός, φαρδαίνοντας μονάχα τα πλαίσιά τους μέχρι τα όρια του εθνικού κράτους. Το Σχέδιο Προγράμματος, πασχίζοντας να καλύψει, όπως συνήθως, τον καινούριο τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος με μια επιλογή από παλιές διατυπώσεις, προσέφυγε στην παρακάτω θέση:
«Μονάχα ύστερα από την πλήρη νίκη του προλεταριάτου στον κόσμο, όταν θα έχει στερεώσει την παγκόσμια εξουσία του, θα έρθει μια εποχή σταθερής και εντατικής οικοδόμησης της παγκόσμιας σοσιαλιστικής οικονομίας», (Κεφάλαιο 4).
Αυτή η θέση, προορισμένη να χρησιμέψει για καμουφλάζ στον θεωρητικό τομέα, αποκαλύπτει στην πραγματικότητα τη θεμελιώδη αντίφαση. Αν, μ’ αυτή τη θέση, θέλουν να πουν πως η εποχή της πραγματικής σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δεν μπορεί να αρχίσει παρά ύστερα από τη θριαμβευτική νίκη του προλεταριάτου το λιγότερο σε πολλές προχωρημένες χώρες, τότε απλώς απαρνούνται τη θεωρία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα, και υιοθετούν την άποψη του Μαρξ και του Λένιν. Αν όμως πάρει κανείς ως αφετηρία την καινούρια θεωρία των Στάλιν-Μπουχάριν, που είναι ριζωμένη στα διάφορα μέρη του Προγράμματος, διαγράφεται σαν προοπτική, ότι πριν από την ολοκληρωτική παγκόσμια νίκη του προλεταριάτου, μια σειρά διαφορετικές χώρες πραγματοποιούν στον τόπο τους τον πλήρη σοσιαλισμό. Στη συνέχεια, με τις σοσιαλιστικές αυτές χώρες θα οικοδομηθεί η παγκόσμια σοσιαλιστική οικονομία, όπως τα παιδιά οικοδομούν ένα σπίτι με ολοέτοιμους κύβους. Στην πραγματικότητα η παγκόσμια σοσιαλιστική οικονομία, δεν θα είναι καθόλου το άθροισμα των εθνικών σοσιαλιστικών οικονομιών. Και δεν θα μπορέσει να αποκτήσει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματά της παρά μόνο πάνω στη βάση του ίδιου παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας που δημιουργήθηκε από ολόκληρη την προηγούμενη εξέλιξη του καπιταλισμού. Στη βάση της θα σχηματιστεί και θα ξαναχτιστεί όχι σύμφωνα με την οικοδόμηση του «πλήρους σοσιαλισμού» σε μια σειρά διαφορετικές χώρες, μα μέσα στις λαίλαπες και τις θύελλες της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης, που θα καλύψει μια σειρά δεκαετιών. Οι οικονομικές επιτυχίες που θα καταφέρνουν οι πρώτες χώρες της προλεταριακής δικτατορίας δεν θα μετριούνται ανάλογα με το πόσο πλησιάζουν στον «πλήρη σοσιαλισμό» που έχει γίνει αυτοσκοπός, μα σύμφωνα με τις επιτυχίες τους στην προετοιμασία των στοιχείων της μελλοντικής παγκόσμιας σοσιαλιστικής οικονομίας.
Η ρεβιζιονιστική σκέψη εκφράζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια, και κατά συνέπεια, με ακόμα πιο μεγάλη χοντροκοπιά (αν αυτό είναι δυνατό) στο πέμπτο κεφάλαιο. Περιχαρακωμένοι πίσω από μιάμιση γραμμή του τελευταίου άρθρου του Λένιν, που την παραποιούν, οι συγγραφείς του Σχεδίου Προγράμματος βεβαιώνουν πως η ΕΣΣΔ «διαθέτει μέσα στη χώρα τις υλικές προϋποθέσεις τις αναγκαίες και επαρκείς, όχι μονάχα για να συντρίψει τους γαιοκτήμονες και την μπουρζουαζία, μα και για να οικοδομήσει τον πλήρη σοσιαλισμό».
Χάρη σε ποιές περιστάσεις έχουμε λοιπόν κληρονομήσει ιστορικά προνόμια τόσο εξαιρετικά; Πάνω σ’ αυτό το θέμα διαβάζουμε στο δεύτερο κεφάλαιο του Σχεδίου: «Το ιμπεριαλιστικό μέτωπο έσπασε, (με την επανάσταση του 1917) στον πιο αδύνατο κρίκο του, στην τσαρική Ρωσία», (η υπογράμμιση είναι δική μας –Λ.Τ.).
Εδώ μας παραθέτουν μια περίφημη λενινιστική διατύπωση. Στο βάθος η θέση αυτή σημαίνει πως η Ρωσία ήταν το πιο καθυστερημένο και το πιο αδύνατο από οικονομική άποψη ιμπεριαλιστικό κράτος. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι κυρίαρχες τάξεις της Ρωσίας κατάρρευσαν πρώτες μια και είχαν φορτώσει τις ανεπαρκείς παραγωγικές δυνάμεις της χώρας τους μ’ ένα βάρος που δεν μπόρεσαν να υποφέρουν. Η ανισόμερη, η σπασμωδική εξέλιξη, υποχρέωσε έτσι το προλεταριάτο της πιο καθυστερημένης ιμπεριαλιστικής δύναμης να καταλάβει πρώτο την εξουσία. Άλλοτε αυτό μας δίδασκε πως ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο η εργατική τάξη «του πιο αδύνατου κρίκου» θα συναντήσει μεγαλύτερες δυσκολίες στο δρόμο προς το σοσιαλισμό από το προλεταριάτο των προοδευμένων χωρών. Το τελευταίο θα βρει περισσότερες δυσκολίες στην κατάκτηση της εξουσίας. Κατακτώντας την, όμως, πολύ καιρό πριν να έχουμε εμείς κατανικήσει την καθυστέρησή μας, όχι μονάχα θα μας ξεπεράσει, μα και θα μας ρυμουλκήσει για να μας σύρει στην πραγματική οικοδόμηση του σοσιαλισμού, που βασίζεται πάνω σε μια ανώτερη παγκόσμια τεχνική και στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας. Να, η σκέψη με την οποία μπήκαμε στην Επανάσταση του Οκτώβρη, σκέψη που το Κόμμα μας διατύπωσε δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες φορές στον Τύπο και στις συγκεντρώσεις, που από το 1925, όμως, επιχειρούν να αντικαταστήσουν με μια έννοια εντελώς αντίθετη. Τώρα ανακάλυψαν πως το γεγονός ότι η παλιά τσαρική Ρωσία ήταν «ο κρίκος ο πιο αδύνατος» ξαναδίνει στο προλεταριάτο της ΕΣΣΔ, που κληρονόμησε την τσαρική Ρωσία και τις αδυναμίες της, ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα, το πλεονέκτημα, δηλαδή, να διαθέτει τις δικές του εθνικές προϋποθέσεις για «να οικοδομήσει τον πλήρη σοσιαλισμό».
Η δύστυχη Αγγλία δεν διαθέτει ένα παρόμοιο προνόμιο, εξαιτίας της υπερβολικής ανάπτυξης των παραγωγικών της δυνάμεων, που έχουν ανάγκη σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο για να προμηθεύονται πρώτες ύλες και να εξάγουν τα προϊόντα τους. Αν οι παραγωγικές δυνάμεις της Αγγλίας ήταν πιο «μέτριες», διατηρώντας μια σχετική ισορροπία ανάμεσα στη βιομηχανία και τη γεωργία, τότε χωρίς αμφιβολία, το αγγλικό προλεταριάτο θα μπορούσε να οικοδομήσει τον πλήρη σοσιαλισμό πάνω στο νησί του «παρμένο χωριστά», προστατευόμενο από το στόλο ενάντια σε μια ξένη επέμβαση.
Στο Σχέδιο Προγράμματος, στο τέταρτο κεφάλαιό του, χωρίζει τα καπιταλιστικά κράτη σε τρεις ομάδες: 1) «Τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (Ενωμένες Πολιτείες, Γερμανία, Αγγλία, κλπ.)». 2) «Τις χώρες όπου ο καπιταλισμός έχει φτάσει σ’ ένα μέσο επίπεδο ανάπτυξης (Ρωσία πριν το 1917, Πολωνία, κλπ.». 3) «Τις αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες (Κίνα, Ινδία, κλπ.)».
Παρά το γεγονός ότι η «πριν το 1917 Ρωσία» ήταν άπειρα πιο κοντά στη σημερινή Κίνα παρά στις σημερινές Ενωμένες Πολιτείες θα μπορούσε κανείς να μην φέρει ιδιαίτερες αντιρρήσεις στο σχηματικό αυτό χωρισμό, αν δεν γινόταν, σε συνδυασμό με άλλα μέρη του Σχεδίου, μια πηγή λαθεμένων συμπερασμάτων. Δεδομένου ότι το Σχέδιο υπολογίζει πως οι χώρες «μέσης ανάπτυξης» διαθέτουν «ένα μίνιμουμ βιομηχανίας επαρκές» για να οικοδομήσουν με τις δικές τους δυνάμεις το σοσιαλισμό, για ένα λόγο παραπάνω, αυτό ισχύει για τις χώρες του ανώτερου καπιταλισμού. Έτσι λοιπόν φαίνεται πως μονάχα οι αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες έχουν ανάγκη από εξωτερική βοήθεια. Σ’ αυτό ακριβώς, το Σχέδιο Προγράμματος βλέπει, όπως θα το δούμε σ’ ένα άλλο κεφάλαιο, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματά τους.
Αν όμως αντικρίσουμε τα προβλήματα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού χρησιμοποιώντας μονάχα αυτό το κριτήριο, παραγνωρίζοντας τα φυσικά πλούτη της χώρας, τις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στη βιομηχανία και τη γεωργία, τη θέση που η χώρα κατέχει μέσα στο παγκόσμιο σύστημα της οικονομίας, θα πέσουμε σε καινούρια λάθη και αντιφάσεις, κι όχι λιγότερο χοντροκομμένα. Λίγο πιο πάνω μιλήσαμε για την Αγγλία. Δεν χωράει καμιά αμφιβολία πως επειδή είναι μια χώρα ανώτερου καπιταλισμού, γι’ αυτό ακριβώς δεν έχει καμιά δυνατότητα να οικοδομήσει με επιτυχία το σοσιαλισμό μέσα στα πλαίσια των νησιώτικων συνόρων τους. Μια αποκλεισμένη Αγγλία θα πάθαινε ασφυξία μέσα σε λίγους μήνες.
Βέβαια, οι ανώτερες παραγωγικές δυνάμεις, αν όλοι οι άλλοι όροι παράμεναν ίσοι, παρουσιάζουν ένα τεράστιο πλεονέκτημα για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αυτές προσδίδουν στην οικονομία μια εξαιρετική ευλυγισία, ακόμα κι όταν βρίσκεται αποκλεισμένη, πράγμα που συνέβη στην αστική Γερμανία στη διάρκεια του πολέμου. Μα για τις προοδευμένες αυτές χώρες, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού πάνω σε εθνικές βάσεις θα σήμαινε γενικά την πτώση, τη μείωση του συνόλου των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή θα αποτελούσε τον αντίποδα των επιδιώξεων του σοσιαλισμού. Το Σχέδιο Προγράμματος ξεχνάει τη θεμελιώδη θέση του ασυμβίβαστου των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων και των εθνικών συνόρων. Απ’ αυτή τη θέση συνάγεται, πως οι ανώτερες παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι μικρότερο εμπόδιο στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα απ’ ότι είναι οι κατώτερες παραγωγικές δυνάμεις αν κι αυτές επενεργούν ξεκινώντας από το αντίθετο άκρο: αν οι δεύτερες είναι ανεπαρκείς σ’ ότι αφορά τη βάση τους, αντίθετα, είναι η βάση που είναι πολύ περιορισμένη για τις πρώτες. Ο νόμος της ανισόμερης εξέλιξης λησμονήθηκε ακριβώς τη στιγμή που τον έχει κανείς περισσότερο ανάγκη και που έχει μεγαλύτερη σπουδαιότητα.
Το πρόβλημα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού δεν λύνεται μόνο από τη βιομηχανική «ωριμότητα» ή «ανωριμότητα» της χώρας. Η ανωριμότητα αυτή είναι και η ίδια ανισόμερη. Στην ΕΣΣΔ ορισμένοι κλάδοι της βιομηχανίας (ιδιαίτερα ο κλάδος μηχανοκατασκευών) δεν μπορούν να ικανοποιήσουν ούτε τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες της χώρας. Αντίθετα, άλλοι κλάδοι, δεν μπορούν, στις δοσμένες συνθήκες, να αναπτυχθούν χωρίς μια πλατιά και αυξανόμενη εξαγωγή. Ανάμεσα στους τελευταίους υπάρχουν πολλοί κλάδοι πρώτης σειράς, όπως: οι δασικές εκμεταλλεύσεις, η άντληση πετρελαίου, η εξόρυξη μαγγανίου, για να μη μιλήσουμε για τη γεωργία. Από μια άλλη πλευρά οι «ανεπαρκείς» κλάδοι δεν θα μπορέσουν να αναπτυχθούν σοβαρά αν οι κλάδοι που παράγουν «υπερ-πλεονασματικά» (σχετικά) δεν μπορούν να εξάγουν. Η έλλειψη δυνατοτήτων για την οικοδόμηση μιας απομονωμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας, όχι μιας ουτοπικής κοινωνίας στην Ατλαντίδα, μα μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες, γεωγραφικές και ιστορικές, της γήινης οικονομίας μας, είναι καθορισμένη στις διάφορες χώρες σε διάφορο βαθμό, τόσο από την ανεπαρκή επέκταση ορισμένων κλάδων όσο και από την «υπερβολική» ανάπτυξη ορισμένων άλλων κλάδων. Στο σύνολό του αυτό ακριβώς σημαίνει πως οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις είναι ασυμβίβαστες με τα εθνικά σύνορα.
«Τί ήταν ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος; Μια εξέγερση των παραγωγικών δυνάμεων όχι μονάχα ενάντια στις αστικές μορφές ιδιοκτησίας, μα και ενάντια στα σύνορα των καπιταλιστικών κρατών. Πραγματικά, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος σήμαινε ότι οι παραγωγικές δυνάμεις βρίσκονται ανυπόφορα στριμωγμένες μέσα στα όρια των εθνικών κρατών. Πάντα βεβαιώναμε πως ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ελέγξει τις παραγωγικές δυνάμεις που ο ίδιος έχει αναπτύξει, πως μονάχα ο σοσιαλισμός είναι ικανός να τις ενσωματώσει σ’ ένα ανώτερο οικονομικό σύνολο όταν με την ανάπτυξή τους ξεπερνούν τα πλαίσια των εθνικών κρατών. Δεν υπάρχουν πια δρόμοι επιστροφής στο απομονωμένο κράτος...», («Στενογραφημένα Πρακτικά της Έβδομης Ολομέλειας της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Ομιλία του Τρότσκι, σελ. 100)
Θέλοντας να δικαιολογήσει τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα το Σχέδιο Προγράμματος κάνει ένα διπλό, τριπλό, τετραπλό λάθος: υπερτιμάει το επίπεδο που βρίσκονται οι παραγωγικές δυνάμεις της ΕΣΣΔ. Κλείνει τα μάτια για να μην βλέπει το νόμο της ανισόμερης εξέλιξης των διάφορων κλάδων της βιομηχανίας. Δεν λαβαίνει υπόψη του τον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας. Και, τέλος, ξεχνάει τη θεμελιώδη αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τα εθνικά φράγματα στην ιμπεριαλιστική εποχή. Για να μην αφήσουμε έξω από την έρευνά μας ούτε ένα μονάχα επιχείρημα, μένει ακόμα να υπενθυμίσουμε μια σκέψη, την πιο γενική άλλωστε, που διατυπώνει ο Μπουχάριν όταν υπερασπίζεται την καινούρια θεωρία. Στον κόσμο σαν όλο, λέει ο Μπουχάριν, η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αγροτιά δεν είναι περισσότερο ευνοϊκή απ’ ότι είναι στην ΕΣΣΔ. Αν λοιπόν δεν μπορεί κανείς να οικοδομήσει το σοσιαλισμό στην ΕΣΣΔ λόγω της καθυστέρησής της, ο σοσιαλισμός είναι εξίσου απραγματοποίητος, επεκτείνοντάς τον στην παγκόσμια οικονομία σαν όλο. Αυτό το επιχείρημα θα έπρεπε να έχει εισαχθεί σ’ όλα τα εγχειρίδια της διαλεκτικής σαν κλασικό παράδειγμα σχολαστικού τρόπου σκέψης. Πρώτο: είναι πολύ πιθανό η σχέση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αγροτιά στο σύνολο του κόσμου να μην διαφέρει πολύ από τη σχέση που υπάρχει στην ΕΣΣΔ. Μα η παγκόσμια επανάσταση, όπως άλλωστε και η εθνική επανάσταση, δεν εκπληρώνεται καθόλου σύμφωνα με τη μέθοδο του μέσου αριθμητικού όρου. Έτσι, η εξέγερση του Οκτώβρη έγινε και οχυρώθηκε πριν απ’ όλα στο προλεταριακό Πέτρογκραντ. Δεν διάλεξε μια περιοχή όπου η σχέση ανάμεσα στους εργάτες και τους αγρότες ανταποκρίνεται στο μέσο όρο ολόκληρης της Ρωσίας. Αφού το Πέτρογκραντ και αργότερα η Μόσχα δημιούργησαν την επαναστατική εξουσία και τον επαναστατικό στρατό, μπόρεσαν ύστερα από πολλά χρόνια να συντρίψουν την μπουρζουαζία σ’ ολόκληρη τη χώρα. Μονάχα διαμέσου αυτού του προτσές που ονομάζεται Επανάσταση, επικράτησε στα όρια της ΕΣΣΔ η σχέση που υπάρχει σήμερα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αγροτιά. Η επανάσταση δεν πραγματοποιείται ακολουθώντας τη μέθοδο του μέσου αριθμητικού όρου. Μπορεί μάλιστα να αρχίσει σ’ έναν τομέα λιγότερο ευνοϊκό, μα όσο δεν είναι οχυρωμένη στα αποφασιστικά σημεία τόσο του εθνικού όσο και του παγκόσμιου μετώπου, δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για την οριστική νίκη της.
Δεύτερο: η σχέση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αγροτιά, μέσα στα πλαίσια ενός «μέσου» επιπέδου τεχνικής, δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που λύνει το πρόβλημα. Υπάρχει ακόμα η ταξική πάλη ανάμεσα στο προλεταριάτο και την μπουρζουαζία. Η ΕΣΣΔ είναι περικυκλωμένη όχι από έναν κόσμο εργατών και αγροτών, μα από μια καπιταλιστική υφήλιο. Αν η αστική τάξη είχε ανατραπεί σ’ ολόκληρο τον κόσμο, δεν χρειάζεται να πούμε πως αυτό, από μόνο του, δεν θα τροποποιούσε ακόμα ούτε τη σχέση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αγροτιά ούτε το μέσο επίπεδο τεχνικής στην ΕΣΣΔ και σε ολόκληρο τον κόσμο. Όμως η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ θα έβλεπε να ανοίγονται μπροστά της άμεσα άλλες δυνατότητες και θα έπαιρνε ένα άλλο πλάτος, που δεν θα συγκρινόταν καθόλου με το σημερινό. Τρίτο: αφού οι παραγωγικές δυνάμεις κάθε προχωρημένης χώρας έχουν ξεπεράσει σ’ έναν οποιονδήποτε βαθμό τα εθνικά σύνορα, θα έπρεπε, σύμφωνα με τον Μπουχάριν, να συμπεράνουμε απ’ αυτό, πως οι παραγωγικές δυνάμεις όλων των χωρών, έχουν ξεπεράσει τα όρια της γήινης σφαίρας και κατά συνέπεια ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να οικοδομηθεί παρά αν επεκταθεί σ’ ολόκληρο το ηλιακό σύστημα. Ας το ξαναπούμε: το μπουχαρινικό επιχείρημα που βασίζεται στον μέσο όρο των εργατών και αγροτών θα έπρεπε να έχει εισαχθεί στα αλφαβητάρια της πολιτικής, όχι για να υπερασπίσει τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα, όπως αυτό γίνεται ενδεχομένως σήμερα, μα σαν δείγμα του ολοκληρωτικά ασυμβίβαστου που υπάρχει ανάμεσα στην κανονιστική θεολογία και τη μαρξιστική διαλεκτική.
Το ζήτημα δεν μπορεί να λυθεί παρά στην αρένα της παγκόσμιας επανάστασης.
Το καινούριο δόγμα λέει: ο σοσιαλισμός μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη βάση του εθνικού κράτους, φτάνει να μην προκαλέσει επέμβαση. Από δω μπορεί και πρέπει να απορρέει μια πολιτική συμφιλιωτική προς την αστική τάξη του εξωτερικού, παρόλες τις μεγαλόστομες διακηρύξεις του Σχεδίου Προγράμματος. Ο σκοπός είναι να αποφευχθεί η επέμβαση: πραγματικά, αυτό θα εξασφαλίσει την οικοδόμηση του σοσιαλισμού κι έτσι το βασικό ιστορικό πρόβλημα θα βρει τη λύση του. Το έργο των Κομμάτων της Κομμουνιστικής Διεθνούς αποκτάει έτσι έναν επουσιώδη χαρακτήρα: να προφυλάξουν την ΕΣΣΔ από επεμβάσεις, κι όχι να παλέψουν για την κατάκτηση της εξουσίας. Είναι ολοφάνερο πως δεν πρόκειται εδώ για υποκειμενικές προθέσεις, μα για την αντικειμενική λογική της πολιτικής σκέψης.
«Η διαφορά απόψεων συνίσταται –γράφει ο Στάλιν– στο γεγονός ότι το Κόμμα υπολογίζει πως μπορούμε να κατανικήσουμε αυτές τις αντιφάσεις (εσωτερικές) και τις ενδεχόμενες διενέξεις βασισμένοι πάνω στις ίδιες τις δυνάμεις της επανάστασής μας, ενώ ο σύντροφος Τρότσκι και η Αντιπολίτευση υπολογίζουν πως δεν μπορεί κανείς να θριαμβεύσει ενάντιά τους παρά μόνο στον παγκόσμιο τομέα, πάνω στην αρένα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης», («Πράβντα», Νο 262, 12 του Νοέμβρη 1926).
Ναι, η διαφορά απόψεων βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό. Δεν θα μπορούσε κανείς να εκφράσει καλύτερα, με μεγαλύτερη ακρίβεια, την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στον εθνικό ρεφορμισμό και τον επαναστατικό διεθνισμό. Αν οι δυσκολίες, τα εμπόδια, οι εσωτερικές αντιφάσεις μας, που βασικά είναι η αντανάκλαση των παγκόσμιων αντιφάσεων, μπορούν να ξεπεραστούν απλά και μόνο με «τις δυνάμεις της επανάστασής μας», χωρίς να βγούμε «στη σκηνή της παγκόσμιας επανάστασης», τότε η Διεθνής είναι ένας θεσμός μισοβοηθητικός, μισοδιακοσμητικός, που μπορεί κανείς να συγκαλεί τα Συνέδριά της κάθε τέσσερα χρόνια, κάθε δέκα χρόνια ή ακόμα να μην τα συγκαλεί και καθόλου[1]. Αν σ’ αυτό προσθέσει κανείς, πως το προλεταριάτο των άλλων χωρών οφείλει να προστατέψει την οικοδόμησή μας ενάντια σε μια στρατιωτική επέμβαση, η Διεθνής θα έπρεπε, σύμφωνα μ’ αυτό το σχήμα, να παίζει το ρόλο ενός πατσιφιστικού οργάνου. Ο βασικός ρόλος της, δηλαδή ο ρόλος του εργαλείου της παγκόσμιας επανάστασης, περνάει τότε αναπόφευκτα σε δεύτερη μοίρα. Και το επαναλαβαίνουμε: αυτό δεν είναι αποτέλεσμα συνειδητών προθέσεων που προέρχονται απ’ οπουδήποτε (αντίθετα, ολόκληρη μια σειρά από σελίδες του Προγράμματος μαρτυρούν τις καλύτερες προθέσεις των συγγραφέων), αλλά σαν αποτέλεσμα της εσωτερικής λογικής που περικλείεται στον καινούριο τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος από θεωρητική άποψη. Κι αυτό είναι χίλιες φορές πιο επικίνδυνο από τις χειρότερες υποκειμενικές προθέσεις.
Πραγματικά, από την Έβδομη κιόλας Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο Στάλιν είχε το θάρρος να αναπτύξει και να αποδείξει την παρακάτω σκέψη:
«Το Κόμμα μας δεν έχει το δικαίωμα να εξαπατήσει (!) την εργατική τάξη. Θα όφειλε λοιπόν να πει ειλικρινά πως η έλλειψη βεβαιότητας (!) σ’ ότι αφορά τη δυνατότητα οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη χώρα μας οδηγεί στην εγκατάλειψη της εξουσίας, στη μεταμόρφωση του Κόμματός μας, που εγκαταλείπει τη θέση του κυβερνητικού κόμματος, για να γίνει κόμμα της αντιπολίτευσης», («Στενογραφημένα Πρακτικά», τόμ. 2ος, σελ. 10, η υπογράμμιση είναι δική μας –Λ.Τ.). Αυτό σημαίνει: δεν έχεις το δικαίωμα να στηρίξεις τις ελπίδες σου παρά στις ισχνές πηγές της εθνικής οικονομίας. Μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να ελπίζει ποτέ από τις ανεξάντλητες πηγές του παγκόσμιου προλεταριάτου. Αν δεν μπορείς να περάσεις στην παγκόσμια επανάσταση, παραχώρησε την εξουσία, την ίδια την εξουσία του Οκτώβρη που κατακτήσαμε μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της παγκόσμιας επανάστασης. Να, μέχρι ποια κατάπτωση μπορεί να φτάσει κανείς, στον τομέα των ιδεών, όταν τοποθετεί μ’ έναν τόσο λαθεμένο τρόπο το ζήτημα!
Το Σχέδιο εκφράζει μια αναμφισβήτητη σκέψη, όταν λέει πως οι οικονομικές επιτυχίες της ΕΣΣΔ αποτελούν ένα μέρος αδιάσπαστα δεμένο με την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση. Μα ο πολιτικός κίνδυνος της καινούριας θεωρίας βρίσκεται στη σφαλερή σύγκριση που γίνεται ανάμεσα στους δυο κατευθυντήριους μοχλούς του παγκόσμιου σοσιαλισμού: το μοχλό των οικονομικών μας επιτυχιών και το μοχλό της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Χωρίς το θρίαμβο της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης δεν θα οικοδομήσουμε το σοσιαλισμό. Οι εργάτες της Ευρώπης κι ολόκληρου του κόσμου πρέπει να το καταλάβουν αυτό καλά. Ο μοχλός της οικονομικής ανάπτυξής μας έχει μια τεράστια σπουδαιότητα. Αν η ηγεσία κάνει λάθη, η δικτατορία του προλεταριάτου αδυνατίζει. Η πτώση αυτής της δικτατορίας, θα έδινε ένα τέτοιο χτύπημα στην παγκόσμια επανάσταση, που θα χρειαζόταν πολλά χρόνια για να θεραπευτεί. Η λύση όμως που θα δοθεί στο θεμελιώδες ιστορικό προτσές, που ταλαντεύεται ανάμεσα στον σοσιαλιστικό και τον καπιταλιστικό κόσμο, εξαρτάται από το δεύτερο μοχλό, δηλαδή από την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση. Η τεράστια σπουδαιότητα της Σοβιετικής Ένωσης βρίσκεται στο γεγονός ότι αποτελεί τη βάση που πάνω της στηρίζεται η παγκόσμια επανάσταση και καθόλου στο γεγονός ότι η Σοβιετική Ένωση θα είναι ικανή να οικοδομήσει το σοσιαλισμό ανεξάρτητα απ’ αυτή την επανάσταση.
Μ’ ένα περισπούδαστο ύφος, τελείως αδικαιολόγητο, ο Μπουχάριν, μας ρώτησε πολλές φορές:
«Αν υπάρχουν ήδη οι προϋποθέσεις, αυτά τα σημεία αναχώρησης, μια επαρκής βάση κι ακόμα ορισμένες επιτυχίες στο έργο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, που είναι τότε το όριο, το σημείο καμπής που από κει και πέρα “όλα γίνονται με αντίθετη φορά”; Δεν υπάρχει τέτοιο σημείο καμπής», («Στενογραφημένα Πρακτικά της Έβδομης Ολομέλειας της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς», σελ. 116).
Όλ’ αυτά είναι άθλια γεωμετρία κι όχι ιστορικός υλισμός. Μπορεί να έχουμε ένα παρόμοιο «σημείο καμπής». Μπορεί να υπάρχουν πολλά στο εσωτερικό, στον παγκόσμιο, στον πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό τομέα. Το «σημείο καμπής» το πιο σημαντικό, το πιο απειλητικό θα ήταν μια σοβαρή και μεγάλης διάρκειας σταθεροποίηση του παγκόσμιου καπιταλισμού –μια καινούρια άνοδός του. Κατά συνέπεια από πολιτική και οικονομική άποψη το ζήτημα καταλήγει τελικά στην παγκόσμια αρένα. Μπορεί μήπως η αστική τάξη να εξασφαλίσει μια καινούρια εποχή καπιταλιστικής ανάπτυξης; Το να αρνηθούμε μια παρόμοια πιθανότητα, υπολογίζοντας στη «χωρίς διέξοδο» κατάσταση του καπιταλισμού, αυτό θα ήταν, απλούστατα, ένας επαναστατικός βερμπαλισμός. «Δεν υπάρχουν καταστάσεις χωρίς διέξοδο» (Λένιν). Η σημερινή κατάσταση της ασταθούς ταξικής ισορροπίας που υπάρχει στις ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορεί να διαρκέσει επ’ άπειρον, ακριβώς γιατί είναι ασταθής.
Όταν ο Στάλιν και ο Μπουχάριν αποδείχνουν πως η ΕΣΣΔ μπορεί να σταθεί σαν κράτος με τη βοήθεια του προλεταριάτου των άλλων χωρών, δηλαδή χωρίς να νικήσει την μπουρζουαζία, γιατί η σημερινή ενεργητική συμπάθεια των εργατικών μαζών μας προφυλάσσει από την επέμβαση, αποδείχνουν την ίδια τύφλωση που δείχνουν κι απέναντι σε όλες τις συνέπειες του βασικού λάθους τους.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως ύστερα από το σοσιαλδημοκρατικό σαμποτάζ της μεταπολεμικής εξέγερσης του ευρωπαϊκού προλεταριάτου, που ορθώθηκε ενάντια στην αστική τάξη, η ενεργητική συμπάθεια των εργατικών μαζών έσωσε τη Σοβιετική Δημοκρατία. Στη διάρκεια αυτών των χρόνων, η ευρωπαϊκή μπουρζουαζία δεν βρήκε αρκετές δυνάμεις για να εξαπολύσει έναν μεγάλο πόλεμο ενάντια στο εργατικό κράτος. Το να πιστεύουμε, όμως, πως μια παρόμοια σχέση δυνάμεων μπορεί να διατηρηθεί για πολλά χρόνια, μέχρι λόγου χάρη την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, είναι σαν να δίνουμε δείγματα της πιο μεγάλης τύφλωσης, κρίνοντας ολόκληρη την καμπύλη από τις ιδιότητες ενός μικρού τμήματός της. Μια παρόμοια κατάσταση αστάθειας, που το προλεταριάτο δεν μπορεί να πάρει την εξουσία, ενώ η αστική τάξη δεν αισθάνεται σίγουρη στο σπίτι της, πρέπει αργά ή γρήγορα, σ’ ένα από τα επόμενα χρόνια, να κλίνει βίαια προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση: ή προς τη δικτατορία του προλεταριάτου ή προς μια σοβαρή και διαρκή σταθεροποίηση της μπουρζουαζίας που θα θρονιαστεί στην πλάτη των λαϊκών μαζών, πάνω στα κόκαλα των αποικιακών λαών και ποιος ξέρει... ίσως και πάνω στα δικά μας κόκαλα. «Δεν υπάρχουν καταστάσεις απόλυτα αδιέξοδες». Η αστική τάξη μπορεί να ξεπεράσει για ένα μεγάλο διάστημα τις βασανιστικές αντιφάσεις της, ακολουθώντας αποκλειστικά το δρόμο που της άνοιξαν οι ήττες του προλεταριάτου και τα λάθη της επαναστατικής ηγεσίας. Μα το ίδιο αληθινό είναι και το αντίθετο. Δεν θα υπάρξει πια καινούρια άνοδος του παγκόσμιου καπιταλισμού (αντίθετα, θα έχει προφανώς να αντιμετωπίσει την προοπτική μιας καινούριας εποχής μεγάλων κλονισμών) μόνο στην περίπτωση που το προλεταριάτο θα μπορέσει να βρει μια διέξοδο που θα του επιτρέψει να βγει με τον επαναστατικό δρόμο από τη σημερινή ασταθή ισορροπία.
«Τα επαναστατικά κόμματα πρέπει να αποδείξουν τώρα με την πρακτική τους δουλειά –έλεγε ο Λένιν, στις 19 του Ιούλη 1920, στο Δεύτερο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς– ότι έχουν αρκετά αναπτυγμένη συνείδηση και οργανωτικό πνεύμα, άρρηκτους δεσμούς με τις εκμεταλλευόμενες μάζες, αποφασιστικότητα και γνώσεις, για να χρησιμοποιήσουν αυτή την κρίση προς όφελος μιας νικηφόρας επανάστασης, καταλήγοντας στην επιτυχία», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 17ος, σελ. 264).
Όσο για τις εσωτερικές μας αντιφάσεις, που άμεσα εξαρτώνται από την πορεία της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας πάλης, αυτές μπορούν να ρυθμιστούν με σύνεση και να εξομαλυνθούν χάρη σε μια σωστή εσωτερική πολιτική, που θα βασίζεται πάνω σε μια μαρξιστική πρόβλεψη. Δεν θα μπορέσουμε όμως να τις κατανικήσουμε παρά εξαλείφοντας τις ταξικές αντιφάσεις, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει πριν από το ξέσπασμα της νικηφόρας ευρωπαϊκής επανάστασης. Ο Στάλιν έχει δίκιο: υπάρχει διαφορά απόψεων ακριβώς πάνω σ’ αυτό το σημείο, και είναι η θεμελιώδης διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον εθνικό ρεφορμισμό και τον επαναστατικό διεθνισμό.
Η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα οδηγεί αναπόφευκτα στην υποτίμηση των δυσκολιών που πρέπει να κατανικηθούν και στην υπερεκτίμηση των κατακτήσεων που πραγματοποιήθηκαν. Δεν θα μπορούσε να βρει κανείς πιο αντισοσιαλιστική και αντεπαναστατική διαβεβαίωση από τη δήλωση του Στάλιν ότι τα 9/10 του σοσιαλισμού έχουν κιόλας πραγματοποιηθεί στη χώρα μας[2]. Αυτό φαίνεται να είναι υπολογισμένο στα μέτρα του κενόδοξου γραφειοκράτη. Λέγοντας κανείς αυτά μπορεί να εκθέσει αθεράπευτα την ιδέα της σοσιαλιστικής κοινωνίας στα μάτια των εργαζόμενων μαζών. Οι επιτυχίες του σοβιετικού προλεταριάτου είναι λαμπρές αν λάβει κανείς υπόψη του τις συνθήκες κάτω από τις οποίες σημειώθηκαν, καθώς και το χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο που κληρονόμησε από το παρελθόν. Οι πραγματοποιήσεις, όμως, αυτές έχουν πολύ μικρό βάρος αν τις ζυγίσει κανείς στην πλάστιγγα των σοσιαλιστών ιδανικών. Για να μην κόψουμε τα χέρια του εργάτη, του μεροκαματιάρη αγρότη, του φτωχού χωρικού, που στον ενδέκατο χρόνο της επανάστασης βλέπουν γύρω τους την αθλιότητα, τη φτώχεια, την ανεργία, τις ουρές μπροστά στους φούρνους, τον αναλφαβητισμό, τα απροστάτευτα παιδιά, την κραιπάλη, την πορνεία, θα πρέπει να πούμε την ωμή αλήθεια κι όχι να λέμε ξεδιάντροπα ψέματα. Αντί να τους λέμε ψέματα, βεβαιώνοντάς τους πως τα 9/10 του σοσιαλισμού έχουν τάχα οικοδομηθεί κιόλας, πρέπει να τους πούμε πως σήμερα, σύμφωνα με το οικονομικό μας επίπεδο, με τις βιοτικές και πολιτιστικές συνθήκες ζωής μας, είμαστε ακόμα πολύ πιο κοντά στον καπιταλισμό, και μάλιστα σ’ έναν καθυστερημένο και απολίτιστο καπιταλισμό, παρά στη σοσιαλιστική κοινωνία. Πρέπει να τους πούμε πως δεν θα μπούμε στο δρόμο της πραγματικής οικοδόμησης του σοσιαλισμού, παρά ύστερα από την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο των πιο προχωρημένων χωρών, πως πρέπει να δουλέψουμε ακούραστα προς αυτή την κατεύθυνση, χρησιμοποιώντας και τους δυο μοχλούς: το μικρό –το μοχλό των οικονομικών μας προσπαθειών στο εσωτερικό, και το μεγάλο –το μοχλό της παγκόσμιας επανάστασης του προλεταριάτου.
Με δυο λόγια, αντί για τη φράση του Στάλιν, ότι έχουμε κιόλας οικοδομήσει τα 9/10 του σοσιαλισμού, πρέπει να τους επαναλάβουμε τα λόγια του Λένιν:
«Η (φτωχή) Ρωσία δεν θα γίνει τέτοια (εύπορη) παρά μόνο αν απορρίψει κάθε αποθάρρυνση, κάθε δημοκοπία, παρά μόνο αν, σφίγγοντας τα δόντια, συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της και τεντώσει κάθε νεύρο και κάθε μυώνα της, παρά μόνο αν καταλάβει πως η σωτηρία είναι δυνατή, μονάχα διαμέσου του δρόμου της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, στην οποία ήδη έχουμε μπει», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 165).
Βρεθήκαμε στην ανάγκη να ακούσουμε αγωνιστές της Κομμουνιστικής Διεθνούς να εκφράζουν το παρακάτω επιχείρημα: είναι φανερό πως η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα δεν αντέχει σε μια κριτική, προσφέρει όμως μέσα σε δύσκολες συνθήκες μια προοπτική στους ρώσους εργάτες, κι έτσι τους δίνει κουράγιο. Είναι δύσκολο να μετρήσει κανείς το μέγεθος του θεωρητικού ξεπεσμού όλων εκείνων που δεν αναζητούν μέσα στο πρόγραμμα τα μέσα προσανατολισμού τους –μέσα ταξικά που έχουν επιστημονικές βάσεις– μα καταφεύγουν σε μια ηθική παρηγοριά. Οι παρηγορητικές θεωρίες εναντιώνονται στα γεγονότα, είναι τομέας της θρησκείας κι όχι της επιστήμης, και «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού».
Το Κόμμα μας πέρασε την πιο ηρωική περίοδό του με ένα πρόγραμμα που ήταν αποκλειστικά προσανατολισμένο προς την παγκόσμια επανάσταση, κι όχι προς το σοσιαλισμό σε μια μόνη χώρα. Η Κομμουνιστική Νεολαία, κρατώντας ένα λάβαρο που έγραφε πως η καθυστερημένη Ρωσία δεν θα οικοδομήσει το σοσιαλισμό με τις δικές της μονάχα δυνάμεις, πέρασε μέσα από τα πιο σκληρά χρόνια του εμφυλίου πολέμου, μέσα από πείνα και ανυπόφορο κρύο, μέσα από τα επίπονα Κομμουνιστικά Σαββατοκύριακα, τις επιδημίες, τις σπουδές με άδειο στομάχι, μέσα από αναρίθμητα θύματα που έπεφταν σε κάθε βήμα. Τα μέλη του Κόμματος και της Κομμουνιστικής Νεολαίας πολεμούσαν σε όλα τα μέτωπα ή κουβαλούσαν δοκούς στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, όχι γιατί ελπίζανε πως μ’ αυτά οικοδομούν το μέγαρο του εθνικού σοσιαλισμού, μα γιατί υπηρετούσαν την παγκόσμια επανάσταση, που απαιτούσε να κρατάει γερά το σοβιετικό κάστρο. Και για το σοβιετικό κάστρο είχε μεγάλη σπουδαιότητα κάθε καινούρια δοκός. Να πως αντιμετωπίζαμε το ζήτημα. Οι προθεσμίες άλλαξαν, μετατοπίστηκαν (άλλωστε όχι και τόσο πολύ), μα ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος, από την άποψη των αρχών, διατηρεί ακόμα και σήμερα, όλη του την αξία. Ο προλετάριος, ο εξεγερμένος φτωχός χωρικός, ο νέος κομμουνιστής έχουν κιόλας αποδείξει με ολόκληρη τη συμπεριφορά τους μέχρι το 1925, που για πρώτη φορά κηρύχτηκε το καινούριο ευαγγέλιο, πως δεν το είχαν ανάγκη. Ήταν όμως ότι έπρεπε για τον κομματικό υπάλληλο, που κοιτάζει «αφ’ υψηλού» τις μάζες, για το διοικητικό υπάλληλο που παλεύει για τα ψίχουλα και δεν θέλει να ενοχληθεί, για τον άνθρωπο του μηχανισμού που θέλει να διατάζει κρυμμένος πίσω από τη σωτήρια και παρηγορητική φόρμουλα. Αυτοί είναι εκείνοι που πιστεύουν πως ο αφανής λαός έχει ανάγκη από ένα «καλό νέο», πως δεν μπορεί κανείς να κατευθύνει το λαό χωρίς παρηγορητικά δόγματα. Είναι ακριβώς εκείνοι που αρπάζονται από τα ψεύτικα λόγια για «τα 9/10 του σοσιαλισμού», γιατί η φόρμουλα αυτή καθιερώνει την προνομιούχα θέση τους, το δικαίωμά τους στην ιεραρχία, στη διοίκηση, την επιθυμία τους να απελευθερωθούν από την κριτική των «ανθρώπων κακής πίστης» και των «σκεπτικιστών».
Οι μομφές και οι κατηγορίες, σύμφωνα με τις οποίες η άρνηση τάχα της δυνατότητας οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα θα έσβηνε την ελπίδα και θα σκότωνε την ενεργητικότητα, έχουν συμπεθεριάσει, παρά τις εντελώς διαφορετικές συνθήκες, με τις κατηγορίες που πάντα διατύπωναν οι ρεφορμιστές ενάντια στους επαναστάτες: Λέτε στους εργάτες πως δεν μπορούν να πετύχουν αποφασιστική καλυτέρεψη της κατάστασής τους μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας και μ’ αυτό δολοφονείτε, μας αντέτειναν οι ρεφορμιστές, την επιθυμία τους για πάλη. Στην πραγματικότητα, μονάχα κάτω από την ηγεσία των επαναστατών οι εργάτες πάλεψαν αληθινά για οικονομικές κατακτήσεις και κοινοβουλευτικές μεταρρυθμίσεις.
Ο εργάτης που καταλαβαίνει πως δεν μπορεί κανείς να οικοδομήσει τον σοσιαλιστικό παράδεισο σαν μια όαση μέσα στην κόλαση του παγκόσμιου καπιταλισμού, πως το μέλλον της Σοβιετικής Δημοκρατίας και, κατά συνέπεια, το ίδιο το μέλλον του, εξαρτάται πέρα για πέρα από την παγκόσμια επανάσταση, θα εκπληρώσει το καθήκον του απέναντι στην ΕΣΣΔ με πολύ περισσότερο δυναμισμό από ότι ο εργάτης που θα του πει κανείς πως αυτό που υπάρχει τώρα είναι ήδη τα 9/10 του σοσιαλισμού. Αν είναι έτσι, θα μας απαντήσει, αξίζει τότε τον κόπο να προχωρήσουμε προς το σοσιαλισμό; Ο ρεφορμιστικός τρόπος αντιμετώπισης του ζητήματος χτυπάει, εδώ όπως παντού, όχι μονάχα την επανάσταση, μα και τη μεταρρύθμιση.
Στο άρθρο του 1915 το αφιερωμένο στο σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, που ήδη έχουμε αναφέρει πιο πάνω, γράφαμε:
«Το να εξετάζεις τις προοπτικές της κοινωνικής επανάστασης στα πλαίσια ενός έθνους, είναι σαν να πέφτεις θύμα της ίδιας εθνικής στενοκεφαλιάς που αποτελεί την ουσία του σοσιαλπατριωτισμού. Ο Βαγιάν πίστευε μέχρι το θάνατό του πως η Γαλλία ήταν η γη της επαγγελίας για την κοινωνική επανάσταση. Και γι’ αυτό ακριβώς ήθελε να την υπερασπίσει ως το τέλος. Ο Λένς και Σία (άλλοι υποκριτικά και άλλοι ειλικρινά) υπολόγιζαν πως η ήττα της Γερμανίας θα ισοδυναμούσε πρώτα απ’ όλα με την καταστροφή της βάσης της κοινωνικής επανάστασης... Γενικά δεν πρέπει να ξεχνούμε πως μέσα στον σοσιαλπατριωτισμό, υπάρχει ακόμα, εκτός από τον πιο απαίσιο ρεφορμισμό, κι ένας επαναστατικός μεσσιανισμός που υμνολογεί τα κατορθώματά του. Αυτός λοιπόν υπολογίζει πως το εθνικό κράτος του έχει κληθεί να οδηγήσει την ανθρωπότητα στο σοσιαλισμό ή στη “δημοκρατία”, είτε εξαιτίας της βιομηχανικής του ανάπτυξης, είτε εξαιτίας της “δημοκρατικής” του μορφής και των επαναστατικών του κατακτήσεων. Αν η νικηφόρα επανάσταση μπορούσε πραγματικά να κυοφορηθεί μέσα στα πλαίσια ενός έθνους καλύτερα προετοιμασμένου, ο μεσσιανισμός αυτός, δεμένος με το πρόγραμμα της εθνικής άμυνας, θα είχε προς όφελός του μια σχετική ιστορική δικαιολόγηση. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Το να παλεύεις για τη διατήρηση της εθνικής βάσης της επανάστασης, με μέθοδες που υποσκάπτουν τους διεθνιστικούς δεσμούς του προλεταριάτου, είναι στην πραγματικότητα σαν να υποσκάπτεις την ίδια την επανάσταση. Η επανάσταση δεν μπορεί να αρχίσει παρά μόνο σε εθνική βάση, μα αν λάβουμε υπόψη μας την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική αλληλεξάρτηση των ευρωπαϊκών κρατών, που ποτέ άλλοτε δεν εκδηλώθηκε με τόση δύναμη απ’ όση στη διάρκεια του τωρινού πολέμου, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πάνω σ’ αυτά τα θεμέλια. Αυτήν ακριβώς την αλληλεξάρτηση, που θα καθορίσει απευθείας και άμεσα το συντονισμό των ενεργειών του ευρωπαϊκού προλεταριάτου στη διάρκεια της επανάστασης, εκφράζει το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», (Λ.Τρότσκι: «Πρόγραμμα Ειρήνης», τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 90-91).
Ξεκινώντας από τη λαθεμένη ερμηνεία που έδωσε στην πολεμική του 1915, ο Στάλιν επιχείρησε, περισσότερο από μια φορά, να παρουσιάσει τα πράγματα σαν η έκφραση «εθνική στενοκεφαλιά» να σκόπευε τον Λένιν. Θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς πιο μεγάλη απάτη. Όταν συγκρουόμουνα με τον Λένιν, το έκανα πάντα ανοιχτά, γιατί πάντα τα κίνητρά μου ήταν ιδεολογικά. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν επρόκειτο καθόλου για τον Λένιν. Το άρθρο κατονομάζει καθαρά αυτούς που ενάντιά τους στρέφονταν οι κατηγορίες: Βαγιάν, Λένς, κλπ. Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως το 1915 ήταν η χρονιά των σοσιαλπατριωτικών οργίων, και επομένως η πάλη μας ενάντιά τους είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Μ’ αυτό το κριτήριο αντιμετωπίζαμε όλα τα ζητήματα.
Το βασικό πρόβλημα που πραγματεύεται το παραπάνω απόσπασμα, παρουσιάζεται αναμφισβήτητα μ’ ένα σωστό τρόπο: Το να προετοιμάζεσαι για να οικοδομήσεις το σοσιαλισμό σε μια μόνη χώρα είναι μια συμπεριφορά σοσιαλπατριωτική.
Ο πατριωτισμός των γερμανών σοσιαλδημοκρατών ξεκίνησε από τον ακραιφνή πατριωτισμό που αισθάνονταν απέναντι στο Κόμμα τους –το πιο ισχυρό ανάμεσα στα Κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς. Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία σκόπευε να οικοδομήσει τη σοσιαλιστική κοινωνία «της», βασισμένη πάνω στην υψηλή γερμανική τεχνική και στις ανώτερες οργανωτικές ικανότητες του γερμανικού λαού. Αν αφήσει κανείς στην άκρη τους πωρωμένους γραφειοκράτες, τους αριβίστες, τους κερδοσκόπους του Κοινοβουλίου και γενικά τους πορτοφολάδες της πολιτικής, ο σοσιαλπατριωτισμός του απλού σοσιαλδημοκράτη πήγαζε ακριβώς από την ελπίδα του να οικοδομήσει το γερμανικό σοσιαλισμό.
Οπωσδήποτε δεν μπορεί κανείς ούτε να σκεφτεί πως οι εκατοντάδες χιλιάδες αγωνιστές που αποτελούσαν τα στελέχη της σοσιαλδημοκρατίας (χωρίς να μιλήσουμε για τα εκατομμύρια τους απλούς εργάτες), επιδίωκαν να υπερασπίσουν τους Χοεντζόλερν ή την μπουρζουαζία. Όχι, ήθελαν να προφυλάξουν τη γερμανική βιομηχανία, τους δρόμους και τους γερμανικούς σιδηροδρόμους, τη γερμανική τεχνική και τον πολιτισμό, και προπαντός τις οργανώσεις της γερμανικής εργατικής τάξης σαν «αναγκαίες και επαρκείς» εθνικές προϋποθέσεις του σοσιαλισμού.
Και στη Γαλλία ξετυλίχτηκε ένα παρόμοιο προτσές. Ο Γκεσντ, ο Βαγιάν και μαζί μ’ αυτούς χιλιάδες από τους καλύτερους αγωνιστές –στελέχη του Κόμματος, εκατοντάδες χιλιάδες απλοί εργάτες, πίστευαν πως η Γαλλία, με τις επαναστατικές παραδόσεις της, με το ηρωικό προλεταριάτο της, με τον πειθαρχικό, τον προικισμένο με χαρίσματα και ανώτερη καλλιέργεια πληθυσμό της, είναι η γη της επαγγελίας για το σοσιαλισμό. Ο γέρο-Γκεσντ, ο κομμουνάρος Βαγιάν, και μαζί με αυτούς χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες τίμιοι εργάτες δεν υπεράσπιζαν ούτε τους τραπεζίτες ούτε τους ραντιέρηδες. Πίστευαν ειλικρινά πως υπεράσπιζαν τη βάση και τη δημιουργική δύναμη της μελλοντικής σοσιαλιστικής κοινωνίας. Υιοθετούσαν πέρα για πέρα σαν αφετηρία τους τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα. Θυσίαζαν «προσωρινά», έτσι πίστευαν, τη διεθνιστική αλληλεγγύη προς όφελος αυτής της ιδέας.
Η σύγκριση αυτή με τους σοσιαλπατριώτες θα παρότρυνε βέβαια κανέναν να απαντήσει πως απέναντι στο κράτος των Σοβιέτ o πατριωτισμός είναι ένα επαναστατικό καθήκον, ενώ απέναντι στο αστικό κράτος αποτελεί προδοσία. Αυτό είναι αναμφισβήτητα αληθινό. Ταιριάζει τότε σε ώριμους επαναστάτες έστω και να συζητούν ένα τέτοιο ζήτημα; Μα όσο προχωράει κανείς τόσο και πιο πολύ μια αδιαφιλονίκητη θέση χρησιμεύει για να καμουφλάρει με σχολαστικά μέσα μια λαθεμένη άποψη της οποίας δεν είναι θύμα. Ο επαναστατικός πατριωτισμός δεν μπορεί παρά να έχει ταξικό χαρακτήρα. Ξεκινάει από πατριωτισμό του Κόμματος, του συνδικάτου κι ανυψώνεται μέχρι που να γίνει πατριωτισμός του κράτους, όταν πια το προλεταριάτο κατακτήσει την εξουσία. Εκεί όπου το κράτος βρίσκεται στα χέρια των εργατών, ο πατριωτισμός είναι επαναστατικό καθήκον. Μα ο πατριωτισμός αυτός πρέπει να είναι ένα αδιάσπαστο τμήμα του επαναστατικού διεθνισμού. Ο μαρξισμός δίδασκε πάντα τους εργάτες, πως ακόμα και η πάλη για το μεροκάματο και τον περιορισμό της εργάσιμης ημέρας δεν μπορεί να καρποφορήσει παρά μόνο αν διεξάγεται σαν διεθνιστική πάλη. Να όμως που σήμερα, ξαφνικά, ανακάλυψαν πως το ιδανικό της σοσιαλιστικής κοινωνίας μπορεί να πραγματοποιηθεί με τις δυνάμεις ενός μονάχα έθνους. Αυτό είναι ένα θανάσιμο πλήγμα ενάντια στη Διεθνή. Η ακλόνητη πεποίθηση πως ο βασικός ταξικός σκοπός δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί, ακόμα λιγότερο από τους επιμέρους σκοπούς, με εθνικά μέσα ή μέσα στα πλαίσια ενός έθνους, αποτελεί την ουσία του διεθνισμού. Αν μπορεί κανείς να φτάσει στον τελικό σκοπό μέσα στα πλαίσια των εθνικών συνόρων με τις προσπάθειες του προλεταριάτου ενός έθνους, τότε συντρίβεται η ραχοκοκαλιά του διεθνισμού. Η θεωρία της δυνατότητας πραγματοποίησης του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα τσακίζει την εσωτερική συνοχή που υπάρχει ανάμεσα στον πατριωτισμό του νικηφόρου προλεταριάτου και το ντεφετισμό του προλεταριάτου των αστικών χωρών. Μέχρι τώρα, το προλεταριάτο των προοδευμένων καπιταλιστικών χωρών, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προχωρεί προς την εξουσία. Πώς θα προχωρήσει προς την εξουσία; Ποιούς δρόμους θα ακολουθήσει σ’ αυτήν του την πορεία; Όλα αυτά θα εξαρτηθούν, από την αρχή μέχρι το τέλος, από το αν υπολογίζει το καθήκον της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας σαν πρόβλημα εθνικό ή διεθνικό.
Αν, γενικά, είναι δυνατή η πραγματοποίηση του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα, τότε, μπορεί κανείς να αποδεχτεί αυτή τη θεωρία όχι μονάχα ύστερα από την κατάκτηση της εξουσίας, αλλά ακόμα και πριν απ’ αυτήν. Αν ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα στα εθνικά πλαίσια της καθυστερημένης ΕΣΣΔ, τότε, για ένα λόγο παραπάνω, μπορεί να πραγματοποιηθεί και στην αναπτυγμένη Γερμανία. Αύριο, οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, θα αναπτύξουν αυτή τη θεωρία. Το Σχέδιο Προγράμματος τους δίνει αυτό το δικαίωμα. Μεθαύριο θα είναι η σειρά του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας. Αυτή θα είναι η απαρχή της αποσύνθεσης της Κομμουνιστικής Διεθνούς που θα ακολουθήσει τα χνάρια του σοσιαλ-πατριωτισμού. Το Κομμουνιστικό Κόμμα μιας οποιασδήποτε καπιταλιστικής χώρας, αφού διαβρωθεί από την ιδέα ότι υπάρχουν μέσα στα πλαίσια του κράτους του όλες οι «αναγκαίες και επαρκείς» προϋποθέσεις για να οικοδομήσει με τις δικές του τις δυνάμεις «την πλήρη σοσιαλιστική κοινωνία», δεν θα διαφέρει ουσιαστικά σε τίποτε από την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία, που και αυτή δεν άρχισε με τον Νόσκε, αλλά σκόνταψε οριστικά πάνω σ’ αυτό το ζήτημα στις 4 του Αυγούστου 1914. Όταν λένε πως το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης της ΕΣΣΔ είναι μια εγγύηση ενάντια στο σοσιαλπατριωτισμό, γιατί ο πατριωτισμός, απέναντι στην εργατική δημοκρατία είναι ένα επαναστατικό καθήκον, εκφράζουν, με τη μονόπλευρη αυτή χρησιμοποίηση μιας σωστής ιδέας, την εθνικιστική στενοκεφαλιά τους: δεν βλέπουν παρά μόνο την ΕΣΣΔ και κλείνουν τα μάτια για ολόκληρο το παγκόσμιο προλεταριάτο. Δεν μπορεί κανείς να παροτρύνει το παγκόσμιο προλεταριάτο να κρατήσει ντεφετιστική στάση απέναντι στο αστικό κράτος, παρά μόνο αν αντιμετωπίσει το βασικό αυτό πρόβλημα διεθνιστικά μέσα στο Πρόγραμμα, παρά μόνο αν καταγγείλει χωρίς οίκτο το σοσιαλπατριωτικό λαθρεμπόριο, που για την ώρα καμουφλάρεται ακόμα, προσπαθώντας να φωλιάσει στον θεωρητικό τομέα του Προγράμματος της λενινιστικής Διεθνούς.
Δεν είναι ακόμα πολύ αργά για να γυρίσουμε πίσω, για να ξαναπάρουμε το δρόμο του Μαρξ και του Λένιν. Η αναγκαία αυτή επιστροφή θα ανοίξει το μοναδικό δρόμο που μπορεί κανείς να κατανοήσει σαν δρόμο που οδηγεί προς τα μπρος. Για να διευκολύνουμε επομένως αυτή τη στροφή προς τη σωτηρία, παρουσιάζουμε στο Έκτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς την κριτική αυτή του Σχεδίου Προγράμματος.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————
[1]. Στην εποχή του Λένιν τα Συνέδρια της Τρίτης Διεθνής γίνονταν κατά μέσο όρο μια φορά το χρόνο, παρά την εξαιρετικά δύσκολη εσωτερική και εξωτερική κατάσταση της Σοβιετικής Δημοκρατίας. Το Πρώτο Συνέδριο έγινε το Μάρτη του 1919. Το Δεύτερο τον Ιούλη του 1920. Το Τρίτο τον Ιούνη του 1921. Και το Τέταρτο Συνέδριο τον Νοέμβρη του 1922. Όταν ο Λένιν αποχώρησε από την ηγεσία, τα διαστήματα ανάμεσα στα Συνέδρια άρχισαν να αυξάνονται σταθερά. Έτσι το Πέμπτο Συνέδριο έγινε τον Ιούνη του 1924. Από τότε, πέρασαν τέσσερα χρόνια μέχρι να συγκληθεί το Έκτο Συνέδριο τον Ιούνη του 1928. Η παράγραφος 8 του άρθρου ΙΙ του Καταστατικού της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που υιοθετήθηκε στο Συνέδριο του 1928, έλεγε καθαρά ότι «Το Παγκόσμιο Συνέδριο θα συγκαλείται μια φορά κάθε δυο χρόνια». Παρόλα αυτά το Έβδομο Συνέδριο δεν συνήλθε παρά τον Αύγουστο του 1935 στη Μόσχα, δηλαδή πάνω από εφτά χρόνια μετά το Έκτο Συνέδριο. Καμιά επίσημη εξήγηση δεν δόθηκε ποτέ γι’ αυτή την κατάφωρη παραβίαση, από την ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς, του Καταστατικού που η ίδια υιοθέτησε το 1928 –(Σελ. 79).
[2]. Στις συμπερασματικές παρατηρήσεις του πάνω στο ραπόρτο: «Το Μπλοκ της Αντιπολίτευσης και η Εσωκομματική Κατάσταση», στο Δέκατο Πέμπτο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, τον Νοέμβρη του 1926, ο Στάλιν αναφέρθηκε στο πρώτο Σχέδιο του Φ. Έγκελς του Κομμουνιστικού Μανιφέστου που στη συνέχεια εκδόθηκε με τίτλο Grundsätze des Kommunismus. Ο Έγκελς, παραθέτοντας τα σημεία του προγράμματος του κομμουνιστικού κόμματος της εποχής του, που η πραγμάτωσή τους θα οδηγούσε στη νέα τάξη, τόνισε ότι αυτά τα σημεία δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν ολοκληρωτικά παρά μόνο κάτω από συνθήκες προλεταριακής επανάστασης, και της νίκης της σε μια σειρά χώρες. Παραθέτοντας αυτά τα σημεία, ο Στάλιν δοκίμασε να στηρίξει τη θεωρία του «του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» με το επιχείρημα ότι η Σοβιετική Ρωσία είχε πρακτικά φέρει σε πέρας όλα αυτά τα σημεία. «Αυτό, σύντροφοι, είναι το πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης, όπως εκτέθηκε από τον Έγκελς στις “Βασικές Αρχές του Κομμουνισμού”. Βλέπετε ότι τα εννέα δέκατα αυτού του προγράμματος τα έχει ήδη φέρει σε πέρας η επανάστασή μας... Ο Έγκελς είπε ότι με το παραπάνω πρόγραμμα, η προλεταριακή επανάσταση δεν θα μπορούσε να πετύχει σε μια μόνη χώρα. Τα γεγονότα, όμως, δείξανε ότι, κάτω από τις νέες συνθήκες του ιμπεριαλισμού, μια τέτια επανάσταση, έχει κιόλας ολοκληρωθεί στα πιο βασικά της σημεία, σε μια μόνη χώρα, γιατί έχουμε ήδη φέρει σε πέρας τα εννέα δέκατα αυτού του προγράμματος στη χώρα μας», («Ανταπόκριση Διεθνούς Τύπου», τόμ. 6ος, Νο 78, 25 Νοέμβρη. 1926, σελ. 1350) –(Σελ. 83).