Η ΤΡΙΤΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ
Β΄ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ Η ΤΑΚΤΙΚΗ
ΣΤΗΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
(Μέρος Πρώτο)
Στο Σχέδιο Προγράμματος υπάρχει ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στα προβλήματα της επαναστατικής στρατηγικής. Το λιγότερο που θα μπορούσε κανείς να κάνει θα ήταν να χαρακτηρίσει την πρόθεση αυτή σαν σωστή και ανταποκρινόμενη πέρα για πέρα στους σκοπούς και το πνεύμα ενός διεθνιστικού προγράμματος του προλεταριάτου στη διάρκεια της ιμπεριαλιστικής εποχής.
Ο όρος «επαναστατική στρατηγική» γεννήθηκε μεταπολεμικά, στην αρχή, βέβαια, χάρη στην επίδραση της στρατιωτικής ορολογίας. Δεν είναι όμως καθόλου τυχαίο που επικράτησε. Πριν από τον πόλεμο δεν μιλούσαμε παρά για την τακτική του προλεταριακού κόμματος. Κι αυτή η αντίληψη ανταποκρινόταν με αρκετή ακρίβεια στις κοινοβουλευτικές και συνδικαλιστικές μέθοδες που κυριαρχούσαν τότε, και που δεν ξεπερνούσαν τα πλαίσια των διεκδικήσεων και των καθημερινών καθηκόντων. Η τακτική περιορίζεται σ’ ένα σύστημα μέτρων που αφορούν ένα ιδιαίτερο πρόβλημα που μπαίνει στην ημερήσια διάταξη ή έναν ειδικό τομέα της πάλης των τάξεων, ενώ η επαναστατική στρατηγική εκτείνεται σ’ ένα σύστημα συνδυασμένων δραστηριοτήτων που στη σχέση τους και στη διαδοχή τους, στην ανάπτυξή τους, πρέπει να οδηγούν το προλεταριάτο στην κατάκτηση της εξουσίας.
Δεν χρειάζεται να πούμε πώς οι θεμελιώδεις αρχές της επαναστατικής στρατηγικής διατυπώθηκαν από τη στιγμή που ο μαρξισμός έθεσε στα επαναστατικά κόμματα του προλεταριάτου το πρόβλημα της κατάκτησης της εξουσίας πάνω στη βάση της ταξικής πάλης. Στο βάθος όμως η Πρώτη Διεθνής[1] δεν κατόρθωσε παρά να διατυπώσει θεωρητικά αυτές τις αρχές και να τις ελέγξει ως ένα βαθμό χάρη στην εμπειρία διαφόρων χωρών. Η εποχή ανάγκασε τη Δεύτερη Διεθνή[2] να καταφύγει σε τέτοιες μέθοδες κι αντιλήψεις ώστε στη συνέχεια να ακολουθήσει την περιβόητη έκφραση του Μπέρνσταϊν «το κίνημα είναι το πάν, ο τελικός σκοπός τίποτε». Με άλλα λόγια, το στρατηγικό καθήκον περιοριζόταν τόσο πολύ ώστε να μην αντιπροσωπεύει πια τίποτε, διαλυόταν μέσα στο καθημερινό «κίνημα» με τα καθημερινά συνθήματα τακτικής. Μονάχα η Τρίτη Διεθνής[3] αποκατέστησε τα δικαιώματα της επαναστατικής στρατηγικής του κομμουνισμού υποτάσσοντας σ’ αυτήν πέρα για πέρα τις μέθοδες της τακτικής. Χάρη στην ανεκτίμητη εμπειρία των δύο πρώτων Διεθνών, που πάνω στους ώμους τους ορθώθηκε η Τρίτη, χάρη στον επαναστατικό χαρακτήρα της σημερινής εποχής και την πλούσια ιστορική εμπειρία της Επανάστασης του Οκτώβρη, η στρατηγική της Τρίτης Διεθνούς απόκτησε αμέσως μια μαχητικότητα, που της έδινε μεγάλο σφρίγος, και μια τεράστια ιστορική πείρα. Ταυτόχρονα, η πρώτη δεκαετία της καινούριας Διεθνούς, ξετυλίγει μπροστά μας ένα πανόραμα όπου δεν υπάρχουν μόνο μεγάλες μάχες, αλλά και σκληρές ήττες του προλεταριάτου, αρχίζοντας από το 1918. Να γιατί τα προβλήματα της στρατηγικής και της τακτικής πρέπει με μια ορισμένη έννοια να καταλάβουν τη βασική θέση μέσα στο πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Στην πραγματικότητα όμως το κεφάλαιο του Σχεδίου το αφιερωμένο στη στρατηγική και την τακτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που φέρει τον υπότιτλο «Ο Δρόμος προς τη Δικτατορία του Προλεταριάτου», είναι το κεφάλαιο το πιο αδύνατο, ένα κεφάλαιο σχεδόν χωρίς βάθος. Όσο για το μέρος που αφορά την Ανατολή, αυτό αποτελείται από μια γενίκευση των σφαλμάτων που έγιναν και από την προετοιμασία καινούριων λαθών.
Το μέρος που χρησιμεύει σαν εισαγωγή σ’ αυτό το κεφάλαιο ασχολείται με την κριτική του αναρχισμού, του επαναστατικού συνδικαλισμού, του εποικοδομητικού σοσιαλισμού, του γκιλντιστικού[4] σοσιαλισμού, κλπ. Πρόκειται για μια απομίμηση καθαρά φιλολογική του Κομμουνιστικού Μανιφέστου (1847) που εγκαινίασε την εποχή μιας προλεταριακής πολιτικής βασισμένης πάνω στην επιστήμη με μια συνετή και μεγαλοφυή κριτική των διαφόρων ποικιλιών του ουτοπικού σοσιαλισμού. Με την ευκαιρία της 10ης Επετείου της Κομμουνιστικής Διεθνούς προσπαθεί να κριτικάρει γρήγορα και φτωχά «τις θεωρίες» του Κορνέλιζεν, του Άρθουρ Λαμπριόλα, του Μπέρναντ Σω ή τους ελάχιστα γνωστούς γκιλντιστές. Κι αυτή η κριτική δεν ανταποκρίνεται σε μια πολιτική ανάγκη, αλλά είναι θύμα μιας σχολαστικότητας αυστηρά φιλολογικής. Θα μπορούσε κανείς άφοβα να πετάξει τα νεκρά αυτά σημεία έξω από το Πρόγραμμα, στον τομέα της προπαγανδιστικής φιλολογίας.
Σ’ ότι αφορά τα συγκεκριμένα προβλήματα στρατηγικής το Σχέδιο περιορίζεται στη συνέχεια στο να δώσει πρότυπα αντάξια των δημοτικών σχολείων:
«Να επιδράσει στην πλειοψηφία των μελών της ίδιας της τάξης του...».
«Να επιδράσει σε πλατιά στρώματα εργατών γενικά...».
«Η εργασία που πραγματοποιείται καθημερινά για να κατακτήσουμε τα συνδικάτα, έχει μια αξία ιδιαίτερης σπουδαιότητας...».
«Η κατάκτηση πλατιών στρωμάτων ανάμεσα στους φτωχούς αγρότες, έχει επίσης (;) μια τεράστια σπουδαιότητα...».
Όλες αυτές οι στοιχειώδεις αλήθειες, που από μόνες τους είναι ασυζήτητες, απλά και μόνο απαριθμούνται η μια ύστερα από την άλλη, δηλαδή παρουσιάζονται χωρίς να είναι δεμένες με τον χαρακτήρα της ιστορικής εποχής μας. Με τη σχολική και αφηρημένη μορφή που σήμερα παρουσιάζονται, θα μπορούσαν χωρίς δυσκολία να μπουν σε μια απόφαση της Δεύτερης Διεθνούς.
Το θεμελιώδες πρόβλημα του Προγράμματος, δηλαδή η στρατηγική της επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας (οι όροι και οι μέθοδες για το φτάσιμο ως την εξέγερση, η ίδια η εξέγερση, η κατάκτηση της εξουσίας) εξετάζεται με στείρο και φτωχό τρόπο σ’ ένα σχηματικό απόσπασμα, που πιάνει λιγότερο χώρο από το χώρο που είναι αφιερωμένος στον «εποικοδομητικό» και «γκιλντιστικό» σοσιαλισμό. Η εξέταση αυτή γίνεται μ’ έναν τρόπο αφηρημένο, σχολαστικό, χωρίς καθόλου να ανατρέξει στη ζωντανή εμπειρία της εποχής μας.
Δεν αναφέρεται στις μεγάλες μάχες του προλεταριάτου στη Φιλανδία, στη Γερμανία, στην Αυστρία, στη Δημοκρατία των Σοβιέτ της Ουγγαρίας, στις μέρες του Σεπτέμβρη της Ιταλίας, στα γεγονότα του 1923 στη Γερμανία, στη γενική απεργία της Αγγλίας, παρά με τη μορφή μιας άχαρης χρονολογικής απαρίθμησής τους, κι όχι στο Έκτο κεφάλαιο που εξετάζει τη στρατηγική του προλεταριάτου, μα στο Δεύτερο κεφάλαιο που εκθέτει «την κρίση του καπιταλισμού και την πρώτη φάση της παγκόσμιας επανάστασης». Με άλλα λόγια οι μεγάλες μάχες του προλεταριάτου αντιμετωπίζονται σαν αντικειμενικά γεγονότα, σαν έκφραση της «γενικής κρίσης του καπιταλισμού», κι όχι σαν στρατηγική εμπειρία του προλεταριάτου. Θα ήταν αρκετό να πούμε πως η αποκήρυξη της νοοτροπίας του «πουτσιστικού» επαναστατικού τυχοδιωκτισμού –που από μόνη της αποτελεί ένα καθήκον– γίνεται μέσα στο Σχέδιο χωρίς ούτε καν να δοκιμάσουν να απαντήσουν στο ερώτημα: Το ξεσήκωμα στην Εσθονία, η έκρηξη στον καθεδρικό ναό της Σόφιας το 1924 ή η τελευταία εξέγερση της Καντόνας[5] ήταν ηρωικές εκδηλώσεις επαναστατικού τυχοδιωκτισμού ή αντίθετα μεθοδικές ενέργειες της επαναστατικής στρατηγικής του προλεταριάτου; Ένα Σχέδιο, που εξετάζοντας το πρόβλημα «του πουτσισμού», δεν δίνει απάντηση στο φλέγον αυτό ερώτημα, αποτελεί απλούστατα μια διπλωματική υπεκφυγή μιας καγκελαρίας κι όχι ένα ντοκουμέντο κομμουνιστικής στρατηγικής.
Είναι φανερό πως στο δοσμένο Σχέδιο, δεν είναι τυχαίος ο αφηρημένος τρόπος με τον οποίο τοποθετούν τα προβλήματα της επαναστατικής πάλης του προλεταριάτου, αφού οι ίδιοι τοποθετούνται πάνω από την ιστορία. Κοντά στο φιλολογικό, σχολαστικό, απολογητικό, μπουχαρινικό τρόπο αντιμετώπισης των ζητημάτων, χωρίς να τοποθετούνται οι ίδιοι από την άποψη της επαναστατικής δράσης, υπάρχει ακόμα κι άλλο ένα αίτιο: οι συγγραφείς του Σχεδίου, για λόγους που τους κατανοούμε πολύ καλά, προτιμούν γενικά να μην αγγίξουν από πολύ κοντά τα στρατηγικά διδάγματα των τελευταίων πέντε χρόνων.
Δεν μπορεί όμως κανείς να αντιμετωπίζει ένα πρόγραμμα επαναστατικής δράσης σαν μια συλλογή αφηρημένων θέσεων, που είναι ανεξάρτητες απ’ αυτά, που συνέβηκαν στη διάρκεια των ιστορικών αυτών χρόνων. Είναι φανερό πως το Πρόγραμμα δεν μπορεί να εξιστορήσει όλα εκείνα που έγιναν, οφείλει όμως να τα πάρει σαν αφετηρία του, να στηριχτεί πάνω τους, να αγκαλιάσει όλα αυτά, να αναφερθεί σ’ αυτά. Πρέπει το Πρόγραμμα να επιτρέπει διαμέσου των θέσεών του να γίνουν κατανοητά όλα τα μεγάλα γεγονότα της πάλης του προλεταριάτου κι όλα τα σημαντικά περιστατικά της πάλης των ιδεών στους κόλπους της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Αν αυτό ισχύει για το σύνολο του Προγράμματος, ισχύει ακόμα πιο πολύ για το μέρος εκείνο του Προγράμματος που είναι ειδικά αφιερωμένο στα προβλήματα της στρατηγικής και της τακτικής. Πρέπει εδώ, ακολουθώντας την έκφραση του Λένιν, να καταγράψουμε τόσο αυτό που κατακτήσαμε όσο κι αυτό που αφήσαμε να μας ξεφύγει. Και θα μπορέσει κανείς να το μετατρέψει σε «κατάκτηση», αν το κατανοήσει και το αφομοιώσει καλά. Η προλεταριακή πρωτοπορία χρειάζεται όχι έναν κατάλογο κοινοτοπιών, μα ένα εγχειρίδιο δράσης. Θα εξετάσουμε λοιπόν τα προβλήματα του κεφαλαίου «στρατηγική» συνδέοντάς τα όσο το δυνατό πιο στενά με την πείρα της μεταπολεμικής πάλης, και προπαντός με την εμπειρία που αποκομίσαμε τα πέντε τελευταία χρόνια –χρόνια τραγικών σφαλμάτων της ηγεσίας.
Το κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στη στρατηγική και την ταχτική δεν χαρακτηρίζει ούτε καν από «στρατηγική» άποψη μ’ έναν τρόπο κάπως σύμφυτο: την ιμπεριαλιστική εποχή, ως εποχή των προλεταριακών επαναστάσεων, παραβάλλοντας την με την προπολεμική εποχή.
Είναι αλήθεια πως στο Πρώτο κεφάλαιο το Σχέδιο χαρακτηρίζει την περίοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού στο σύνολό της ως «μια περίοδο σχετικά συνεχούς εξέλιξης, εξάπλωσης του καπιταλισμού πάνω σ’ ολόκληρη τη γήινη σφαίρα χάρη στο μοίρασμα των αποικιών που δεν είχαν ακόμα καταληφθεί και που κατακτήθηκαν με το όπλο στο χέρι...».
Είναι αλήθεια πως αυτός ο τρόπος καθορισμού των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων είναι αρκετά αντιφατικός, ωστόσο καλλωπίζει έκδηλα την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού που ήταν η εποχή των μεγάλων κλονισμών, των πολέμων και των επαναστάσεων –εποχή που ξεπέρασε απ’ αυτή την άποψη ολόκληρο το παρελθόν της ανθρωπότητας. Φαίνεται πως θα έπρεπε να την χαρακτηρίσουν σαν ένα ειδύλλιο, για να δικαιολογήσουν κάπως την πρόσφατη αστεία διαβεβαίωση των συγγραφέων του Σχεδίου, που μας λέει με σιγουριά πως στην εποχή του Μαρξ και του Έγκελς «δεν μπορούσε ούτε καν να γίνει λόγος» για το νόμο της ανισόμερης εξέλιξης[6]. Μα αν είναι λάθος να χαρακτηρίζουμε ολόκληρη την ιστορία του βιομηχανικού καπιταλισμού σαν μια «συνεχή εξέλιξη» είναι πολύ σημαντικό να φωτίσουμε σ’ αυτή την ιστορία την εποχή που έζησε ιδιαίτερα η Ευρώπη από το 1871 μέχρι το 1914 ή το λιγότερο μέχρι το 1905. Αυτή ήταν μια εποχή συσσώρευσης των αντιφάσεων που στις εσωτερικές σχέσεις των τάξεων στην Ευρώπη δεν ξεπερνούσαν σχεδόν τα όρια της νόμιμης πάλης. Από διεθνική άποψη, οι αντιφάσεις αυτές συσσωρεύονταν μέσα στα πλαίσια μιας ένοπλης ειρήνης. Τότε εμφανίστηκε, αναπτύχθηκε και απολιθώθηκε η Δεύτερη Διεθνής που ο προοδευτικός ιστορικός ρόλος της έληξε με την έναρξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Η πολιτική που θεωρείται σαν μαζική ιστορική δύναμη καθυστερεί πάντα σε σχέση με την οικονομία. Αν η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου και των μονοπωλιακών τραστ εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο τέλος κιόλας του 19ου αιώνα, η καινούρια εποχή που αντανακλά αυτό το γεγονός άρχισε στην παγκόσμια πολιτική από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, από την Επανάσταση του Οκτώβρη και τη δημιουργία της Τρίτης Διεθνούς.
Στο βάθος του εκρηκτικού χαραχτήρα της καινούριας εποχής, με την απότομη εναλλαγή των πολιτικών πλημμυρίδων και αμπώτιδων της, με τους συνεχείς σπασμούς της τής πάλης των τάξεων ανάμεσα στο φασισμό και τον κομμουνισμό, υπάρχει το γεγονός ότι από ιστορική άποψη το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα έχει εξαντληθεί. Δεν είναι πια ικανό να προοδεύσει γενικά. Αυτό δεν σημαίνει πως ορισμένοι κλάδοι της βιομηχανίας και ορισμένες χώρες δεν αναπτύσσονται και δεν θα αναπτυχθούν ακόμα με βήματα άγνωστα ως τα σήμερα. Μα αυτή η ανάπτυξη συντελείται και θα συντελείται σε βάρος της ανάπτυξης άλλων κλάδων και άλλων χωρών. Τα έξοδα παραγωγής του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος καταβροχθίζουν ολοένα και πιο πολύ το παγκόσμιο εισόδημα που αποφέρει αυτό το σύστημα. Η Ευρώπη λοιπόν που ήταν συνηθισμένη να κυριαρχεί στον κόσμο, με τη δύναμη της αδράνειας, που απόκτησε εξαιτίας της γοργής ανάπτυξής της πριν από τον πόλεμο –ανάπτυξη που συντελέστηκε σχεδόν χωρίς διακοπή– προσέκρουσε πιο βίαια απ’ όλα τα άλλα μέρη του κόσμου πάνω στην καινούρια σχέση δυνάμεων, πάνω στην καινούρια κατανομή της παγκόσμιας αγοράς, πάνω στις αντιφάσεις που έγιναν πιο βαθιές ύστερα από τον πόλεμο. Και είναι αυτή ακριβώς που υποβλήθηκε στην πιο βίαιη μετάβαση από την προπολεμική «οργανική» εποχή στην εποχή των επαναστάσεων.
Είναι αλήθεια πως θεωρητικά δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως δεν θα ήταν δυνατό να έχουμε ακόμα ένα καινούριο κεφάλαιο γενικής προόδου του καπιταλισμού, που θα εκτυλισσόταν στις χώρες τις πιο δυναμικές, τις πιο κυρίαρχες και ζωογόνες. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει πρώτα ο καπιταλισμός να πηδήξει πάνω από τεράστια φράγματα στον ταξικό τομέα και στον τομέα των σχέσεων ανάμεσα στα κράτη: Να συντρίψει για μεγάλο χρονικό διάστημα την προλεταριακή επανάσταση, να υποδουλώσει οριστικά την Κίνα, να ανατρέψει τη Δημοκρατία των Σοβιέτ, κλπ. Όλα αυτά όμως βρίσκονται ακόμα πολύ μακριά. Ένα θεωρητικό ενδεχόμενο άλλωστε μοιάζει τόσο λίγο με μια πολιτική πιθανότητα. Δεν χρειάζεται να πούμε πως γι’ αυτό το λόγο πολλά πράγματα εξαρτώνται από μας τους ίδιους, δηλαδή από την επαναστατική στρατηγική της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Σε τελευταία ανάλυση το ζήτημα θα καθοριστεί από την παγκόσμια πάλη των δυνάμεων. Μα στη σημερινή εποχή, για την οποία ακριβώς καταστρώνουμε το Πρόγραμμα, η γενική ανάπτυξη του καπιταλισμού βρίσκεται μπροστά σε ανυπέρβλητα εμπόδια που παρεμβάλλουν οι αντιφάσεις ανάμεσα στις οποίες σφαδάζει παράφορα αυτή η εξέλιξη. Είναι αυτό ακριβώς που δίνει στην εποχή μας έναν χαρακτήρα επαναστατικό, και στην επανάσταση έναν διαρκή χαρακτήρα.
Ο επαναστατικός χαρακτήρας της εποχής δεν συνίσταται στο γεγονός ότι επιτρέπει να πραγματοποιήσουμε την επανάσταση, δηλαδή να καταλάβουμε την εξουσία, σε κάθε δοσμένη στιγμή. Μα αποτελείται από βαθιές και απότομες μεταβολές, από συχνές και βίαιες μεταβάσεις, περνώντας από μια άμεσα επαναστατική κατάσταση, με άλλα λόγια από μια κατάσταση που το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να επιχειρήσει να αποσπάσει την εξουσία, στη νίκη της φασιστικής ή μισοφασιστικής αντεπανάστασης, κι από την τελευταία, σε ένα προσωρινό μεσοβέζικο καθεστώς («συνασπισμό της αριστεράς», μπάσιμο της σοσιαλδημοκρατίας στη συμμαχία, άνοδο στην εξουσία του Κόμματος του Μακ Ντόναλντ, κλπ.) για να ξανακάνει στη συνέχεια τις αντιφάσεις κοφτερές σαν το ξυράφι και να θέσει πάλι καθαρά το πρόβλημα της εξουσίας.
Τί παρατηρήσαμε στην Ευρώπη στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών που προηγήθηκαν του πολέμου; Στον οικονομικό τομέα: μια δυναμική άνοδο των παραγωγικών δυνάμεων διαμέσου «ομαλών» ταλαντεύσεων της συγκυρίας. Στον πολιτικό τομέα: ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας, που αναγκαζόταν να κάνει ζιγκ ζαγκ δευτερεύουσας σημασίας, σε βάρος του φιλελευθερισμού και της «δημοκρατίας». Με άλλα λόγια, ένα προτσές μεθοδικό μέσα στο οποίο μεγάλωνε η όξυνση των οικονομικών και πολιτικών αντιφάσεων. Μ’ αυτή την έννοια δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την προλεταριακή επανάσταση.
Μπροστά σε τί βρισκόμαστε στην Ευρώπη μετά τον πόλεμο; Στην οικονομία: πιέσεις και ακανόνιστες, σπασμωδικές ανάπαυλες στην παραγωγή, που βρισκόταν γενικά, παρά τις μεγάλες πρόοδες της τεχνικής σε ορισμένους κλάδους, γύρω στο προπολεμικό επίπεδο. Στην πολιτική: βίαιες ταλαντεύσεις της πολιτικής κατάστασης προς τα αριστερά και προς τα δεξιά. Είναι ολοφάνερο πως οι απότομες μεταβολές που θα συντελεστούν σ’ αυτή την κατάσταση μέσα σ’ ένα, δυο ή τρία χρόνια καθορίζονται όχι από τις τροποποιήσεις των θεμελιακών συντελεστών της οικονομίας, αλλά από αίτια ή πιέσεις που προέρχονται αποκλειστικά από τον τομέα του εποικοδομήματος, συμβολίζοντας έτσι την εξαιρετική αστάθεια ολόκληρου του συστήματος, που τα θεμέλιά του έχουν διαβρωθεί από ασυμβίβαστε αντιφάσεις.
Από εδώ ακριβώς βγαίνει ολόκληρη η σημασία της επαναστατικής στρατηγικής σ’ αντίθεση με την τακτική. Απ’ αυτά επίσης απορρέει η καινούρια σημασία του Κόμματος και της ηγεσίας του.
Το Σχέδιο περιορίζεται στο να δώσει ένα τυπικό ορισμό του Κόμματος (πρωτοπορία, θεωρία του μαρξισμού, ενσάρκωση της εμπειρίας, κλπ.) που δεν θα δημιουργούσε καμιά παραφωνία στο πρόγραμμα της προπολεμικής αριστερής σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα αυτό δεν είναι αρκετό.
Μπροστά σ’ έναν καπιταλισμό που αναπτύσσεται η πιο καλή κομματική ηγεσία δεν θα μπορούσε παρά μονάχα να επισπεύσει το σχηματισμό του εργατικού κόμματος. Αντίθετα τα λάθη της ηγεσίας δεν μπορεί παρά να καθυστερήσουν αυτόν τον σχηματισμό. Οι αντικειμενικές προϋποθέσεις της προλεταριακής επανάστασης ωρίμαζαν σιγά σιγά. Η εργασία του Κόμματος διατηρούσε τον προπαρασκευαστικό της χαρακτήρα.
Σήμερα κάθε νέα απότομη μεταβολή της πολιτικής κατάστασης προς τα αριστερά θέτει ξανά τη λύση στα χέρια του επαναστατικού κόμματος. Αν το κόμμα αφήσει να περάσει το κρίσιμο σημείο από όπου η κατάσταση αρχίζει να αλλάζει, αυτή μεταβάλλεται στο αντίθετό της. Σε παρόμοιες συνθήκες ο ρόλος της ηγεσίας του κόμματος αποκτά μια εξαιρετική σπουδαιότητα. Τα λόγια του Λένιν που βεβαιώνουν ότι δυο ή τρεις μέρες μπορούν να αποφασίσουν για την τύχη της παγκόσμιας επανάστασης δεν θα μπορούσαν να γίνουν κατανοητά την εποχή της Δεύτερης Διεθνούς. Αντίθετα στην εποχή μας επιβεβαιώθηκαν πάρα πολλές φορές και πάντα με την αρνητική τους έννοια αν εξαιρέσουμε τον Οκτώβρη. Μονάχα το σύνολο αυτών των συνθηκών κάνει κατανοητή την πολύ εξαιρετική θέση που κατέχει η Κομμουνιστική Διεθνής και η ηγεσία της στο γενικό μηχανισμό της σημερινής ιστορικής εποχής.
Πρέπει να καταλάβουμε καθαρά πως το βασικό, το πρωταρχικό αίτιο της λεγόμενης «σταθεροποίησης» είναι η αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στον γενικό κλονισμό που έχει υποστεί το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον της καπιταλιστικής Ευρώπης και της αποικιακής Ανατολής, από τη μια, στην αδυναμία, την έλλειψη προετοιμασίας, την αναποφασιστικότητα των Κομμουνιστικών Κομμάτων, τα βαριά σφάλματα της ηγεσίας τους, από την άλλη.
Δεν είναι η λεγόμενη σταθεροποίηση –που κανείς δεν ξέρει από που ήρθε– που φρενάρισε την ανάπτυξη της επαναστατικής κατάστασης στην περίοδο 1918-1919 ή στα κατοπινά χρόνια, μα αυτή η ίδια η κατάσταση, που δεν την εκμεταλλεύτηκε κανείς, μεταμορφωνόταν στο αντίθετό της και εξασφάλιζε στην μπουρζουαζία τη δυνατότητα να αντιπαλέψει με σχετική επιτυχία προς όφελος της σταθεροποίησης. Οι ολοένα και πιο οξυμένες αντιφάσεις αυτής της πάλης για «σταθεροποίηση», ή για να το πούμε καλύτερα αυτής της πάλης για τη συνέχιση της ύπαρξης και της ανάπτυξης του καπιταλισμού, προετοιμάζουν σε κάθε καινούριο στάδιο τις προϋποθέσεις για καινούριους κλονισμούς στον τομέα των τάξεων και των διεθνικών σχέσεων, δηλαδή καινούριες επαναστατικές καταστάσεις που η ανάπτυξή τους εξαρτάται αποκλειστικά από το προλεταριακό κόμμα.
Ο ρόλος του υποκειμενικού παράγοντα μπορεί να παραμείνει τελείως υποταγμένος στην εποχή της αργής οργανικής εξέλιξης, όπου βλέπει κανείς να παρουσιάζονται οι διάφορες παροιμίες των σταδίων: «Όποιος πάει σιγά, πάει μακριά», «Το αδύνατο κανείς δεν το κατόρθωσε», που αντανακλούν την εγκράτεια της τακτικής στην οργανική εποχή –εποχή που δεν μπορεί κανείς να «πηδήξει πάνω από τα στάδια». Ενώ όταν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις είναι ώριμες, τότε το κλειδί ολόκληρου του ιστορικού προτσές περνάει στα χέρια του υποκειμενικού παράγοντα, δηλαδή στα χέρια του κόμματος. Ο οπορτουνισμός που ζει συνειδητά ή ασυνείδητα κάτω από την υποβολή της περασμένης εποχής έχει την τάση να υποτιμάει πάντα το ρόλο του υποκειμενικού παράγοντα, δηλαδή τη σπουδαιότητα του κόμματος και της επαναστατικής ηγεσίας. Αυτό έγινε αισθητό σε όλη του την έκταση στη συζήτηση που έγινε για τα διδάγματα του γερμανικού Οκτώβρη, στις συζητήσεις για την Αγγλορωσική Επιτροπή, και για την Κινέζικη Επανάσταση. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όπως και σε άλλες λιγότερο σημαντικές, η οπορτουνιστική τάση επέμβηκε ακολουθώντας μια γραμμή που υπολόγιζε άμεσα πάνω στις «μάζες» και κατά συνέπεια παραμελούσε τα προβλήματα της «κορυφής», της επαναστατικής ηγεσίας. Αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης του ζητήματος, που γενικά είναι λαθεμένος από θεωρητική άποψη, γίνεται ολέθριος στην ιμπεριαλιστική εποχή.
Η επανάσταση του Οκτώβρη ήταν το αποτέλεσμα της ειδικής σχέσης των ταξικών δυνάμεων στη Ρωσία και σε ολόκληρο τον κόσμο, και της ιδιαίτερης ανάπτυξης που είχαν πάρει αυτές οι δυνάμεις στο προτσές του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Η γενική αυτή θέση είναι στοιχειώδης για έναν μαρξιστή. Ωστόσο δεν θα εναντιωνόταν καθόλου στο μαρξισμό αν έθετε κανείς το παρακάτω, λόγου χάρη, ερώτημα: θα είχαμε κατακτήσει την εξουσία τον Οκτώβρη, αν ο Λένιν δεν κατόρθωνε να φτάσει στη Ρωσία την κατάλληλη στιγμή: Πολλά σημάδια δείχνουν πως δεν θα μπορούσαμε να την κατακτήσουμε. Η αντίσταση ήταν σθεναρή ακόμα και μπροστά στον Λένιν, στα ανώτατα στρώματα του Κόμματος (στρώματα που, ας το πούμε με την ευκαιρία, ήταν ως ένα μεγάλο βαθμό τα ίδια μ’ αυτά που καθορίζουν σήμερα την πολιτική). Η αντίσταση αυτή θα ήταν άπειρα πιο ισχυρή αν δεν ήταν εκεί ο Λένιν. Το Κόμμα δεν θα είχε μπορέσει να υιοθετήσει την απαιτούμενη πολιτική και να πάρει έγκαιρα τα αναγκαία μέτρα –και είχαμε στη διάθεσή μας πολύ λίγο χρόνο. Σε παρόμοιες περίοδες λίγες μέρες είναι καμιά φορά αποφασιστικές. Οι εργατικές μάζες θα εξασκούσαν την πίεσή τους από τα κάτω με μεγάλο ηρωισμό, αλλά χωρίς μια ηγεσία που θα προχωρούσε συνειδητά και με αποφασιστικότητα προς το σκοπό, η νίκη θα είχε πολύ λίγες πιθανότητες επιτυχίας. Στο μεταξύ, αφού θα εγκατέλειπε την Πετρούπολη στους Γερμανούς και θα τσάκιζε τις σποραδικές προλεταριακές εξεγέρσεις, η μπουρζουαζία θα μπορούσε να σταθεροποιήσει την εξουσία της, παίρνοντας πιθανότητα μια βοναπαρτιστική μορφή, κλείνοντας χωριστή ειρήνη με τη Γερμανία και υιοθετώντας άλλα μέτρα. Έτσι, ολόκληρη η πορεία των γεγονότων θα μπορούσε για μια ολόκληρο σειρά χρόνια να ακολουθήσει άλλο δρόμο.
Στη γερμανική επανάσταση του 1918, στην ουγγρική επανάσταση του 1919, στο κίνημα του ιταλικού προλεταριάτου το Σεπτέμβρη του 1920, στη γενική αγγλική απεργία του 1926, στη βιενέζικη εξέγερση του 1927, στην κινέζικη επανάσταση του 1925-27, σε διαφορετικό βαθμό και κάτω από διαφορετικές μορφές, φανερώνεται η ίδια πολιτική αντίφαση που καλύπτει ολόκληρη τη δεκαετία: μπροστά σε μια ώριμη επαναστατική κατάσταση, κι όχι μονάχα από την άποψη των κοινωνικών της βάσεων, αλλά συχνά κι από την άποψη της μαχητικότητας των μαζών, λείπει πάντα ο υποκειμενικός παράγοντας, δηλαδή το μαζικό επαναστατικό κόμμα, ή αυτό το κόμμα δεν έχει θαρραλέα και διορατική ηγεσία.
Δεν χρειάζεται να πούμε πως η αδυναμία των Κομμουνιστικών Κομμάτων και της ηγεσίας τους δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά είναι το προϊόν ολόκληρου του παρελθόντος της Ευρώπης. Είναι φανερό πως με την ωριμότητα που έχουν σήμερα οι αντικειμενικές επαναστατικές αντιφάσεις, τα επαναστατικά κόμματα θα μπορούσαν να αναπτυχθούν με ταχύ ρυθμό, αν υπήρχε μια ηγεσία στη Διεθνή που να ενεργεί με σύνεση, επισπεύδοντας αντί να επιβραδύνει το προτσές ωρίμανσής τους. Αν γενικά η αντίφαση αποτελεί το ελατήριο το πιο σημαντικό της προόδου, τότε για την Κομμουνιστική Διεθνή ή το λιγότερο για το ευρωπαϊκό τμήμα της, το βασικό ελατήριο της ιστορικής κίνησης που ωθεί μπροστά πρέπει να είναι η πλήρης κατανόηση της αντίφασης που υπάρχει ανάμεσα στη γενική ωριμότητα (παρά τις πλημμυρίδες και τις αμπώτιδες) της αντικειμενικής κατάστασης και την έλλειψη ωριμότητας του Παγκόσμιου Κόμματος του προλεταριάτου.
Άν δεν κατανοήσουμε πλατιά, γενικευμένα, διαλεκτά, τη σημερινή εποχή, ως εποχή απότομων μεταβολών, δεν είναι δυνατόν να διαπαιδαγωγήσουμε σωστά τα νεαρά κόμματα, να διευθύνουμε με σύνεση από την άποψη της στρατηγικής την ταξική πάλη, να συνδυάσουμε με ακρίβεια τις μέθοδες της τακτικής τους, ούτε, προπαντός, να αλλάζουμε όπλα απότομα, άφοβα, αποφασιστικά, σε κάθε καινούρια κατάσταση. Όταν μάλιστα δυο ή τρεις μέρες απότομης αλλαγής αποφασίζουν καμιά φορά για την τύχη της παγκόσμιας επανάστασης για πολλά χρόνια.
Το κεφάλαιο του Σχεδίου που είναι αφιερωμένο στη στρατηγική και την τακτική μιλάει για την πάλη του Κόμματος και για το προλεταριάτο γενικά, για τη γενική απεργία και την εξέγερση γενικά, μα δεν αποκαλύπτει καθόλου τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και τον εσωτερικό ρυθμό της σημερινής εποχής –χαραχτήρα που αν δεν τον κατανοήσουμε θεωρητικά, αν δεν τον «μυριστούμε» στην πολιτική, είναι αδύνατο να έχουμε μια καθοδήγηση πραγματικά επαναστατική.
Να γιατί αυτό το κεφάλαιο είναι από την αρχή μέχρι το τέλος τόσο σχολαστικό, τόσο φτωχό, τόσο ανακόλουθο.
Στην εξέλιξη που ακολούθησε η Ευρώπη μετά τον πόλεμο μπορεί κανείς να διακρίνει 3 περίοδες: η πρώτη περίοδος καλύπτει από το 1917 μέχρι το 1921, η δεύτερη από το Μάρτη του 1921 μέχρι τον Οκτώβρη του 1923, και η τρίτη από τον Οκτώβρη του 1923 μέχρι τη γενική αγγλική απεργία, και ίσως μάλιστα μέχρι σήμερα.
Το μεταπολεμικό επαναστατικό κίνημα των μαζών ήταν αρκετά ισχυρό για να ανατρέψει την μπουρζουαζία. Μα δεν υπήρχε κανείς για να το κάνει. Η σοσιαλδημοκρατία που ήταν επικεφαλής των παλιών οργανώσεων της εργατικής τάξης συγκέντρωσε όλες της τις δυνάμεις για να σώσει το αστικό καθεστώς. Εμείς που περιμέναμε αυτή την περίοδο το προλεταριάτο να κατακτήσει αμέσως την εξουσία, προεξοφλούσαμε ότι το επαναστατικό κόμμα θα ωρίμαζε πάρα πολύ γρήγορα μέσα στη φωτιά του εμφυλίου πολέμου. Μα οι προθεσμίες δεν συνέπεσαν καθόλου. Το μεταπολεμικό κύμα υποχώρησε προτού τα Κομμουνιστικά Κόμματα, που πάλευαν ενάντια στη σοσιαλδημοκρατία, να ανδρωθούν και να γίνουν ικανά να κατευθύνουν την εξέγερση.
Το Μάρτη του 1921 το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας έκανε μια προσπάθεια να χρησιμοποιήσει το κύμα που υποχωρούσε και να γκρεμίσει μ’ ένα χτύπημα το αστικό κράτος. Η σκέψη που κατεύθυνε την Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας ήταν να σώσει τη Δημοκρατία των Σοβιέτ (η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα δεν είχε ακόμα διακηρυχθεί). Αποδείχτηκε, ωστόσο, ότι για τη νίκη, δεν αρκούσαν η αποφασιστικότητα της ηγεσίας και η δυσαρέσκεια των μαζών. Χρειαζόταν ολόκληρη μια σειρά από άλλους όρους και προπαντός μια στενή σχέση ανάμεσα στην ηγεσία και τις μάζες, καθώς και η εμπιστοσύνη των μαζών απέναντι στην ηγεσία. Ο όρος αυτός έλλειπε.
Το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι το ορόσημο που χωρίζει την πρώτη από τη δεύτερη περίοδο. Το Συνέδριο αυτό απόδειξε πως τα πολιτικά και οργανωτικά μέσα των Κομμουνιστικών Κομμάτων ήταν ανεπαρκή για την κατάκτηση της εξουσίας και προώθησε το σύνθημα: «Προς τις Μάζες», δηλαδή προς την κατάκτηση της εξουσίας διαμέσου της κατάκτησης των μαζών, βασιζόμενοι στην πάλη τους και στην καθημερινή τους ζωή. Γιατί ακόμα και μέσα στις συνθήκες μια επαναστατικής εποχής οι μάζες ζουν την καθημερινή ζωή τους έστω κι αν το κάνουν μ’ έναν διαφορετικό τρόπο.
Αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος πρόσκρουσε στο Συνέδριο σε μια παράφορη αντίσταση που θεωρητικός εμπνευστής της ήταν ο Μπουχάριν. Ξεκινούσε από τη δική του άποψη για τη διαρκή επανάσταση κι όχι από την άποψη του Μαρξ: αφού ο καπιταλισμός έχει ξοφλήσει, έλεγε, τότε για να πετύχουμε τη νίκη, πρέπει να διεξάγουμε χωρίς διακοπή την επαναστατική επίθεση. Οι απόψεις του Μπουχάριν περιορίζονταν πάντα σε τέτοιου είδους συλλογισμούς.
Δεν χρειάζεται να πω πως ποτέ δεν συμμερίστηκα τη θεωρία της «διαρκούς» επανάστασης του Μπουχάριν, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να υπάρξει καμιά διακοπή στο επαναστατικό προτσές: περίοδες λιμνάσματος, υποχωρήσεις, μεταβατικές διεκδικήσεις, κλπ. Αντίθετα, από τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη πάλεψα την καρικατούρα αυτή της διαρκούς επανάστασης.
Όταν μιλούσα, όπως ο Λένιν, για το ασυμβίβαστο που υπάρχει ανάμεσα στη Σοβιετική Ρωσία και τον ιμπεριαλιστικό κόσμο, είχα υπόψη μου τη μεγάλη στροφή της στρατηγικής κι όχι τους τακτικούς ελιγμούς της. Αντίθετα, ο Μπουχάριν, πριν ακόμα μεταμορφωθεί στο αντίθετό του, ανάπτυξε αδιάλλακτα τη σχολαστική καρικατούρα του της μαρξιστικής αντίληψης της συνεχούς επανάστασης. Ολόκληρη την περίοδο του «αριστερού κομμουνισμού[7]», ο Μπουχάριν υπολόγιζε ότι η επανάσταση δεν επιδεχόταν ούτε υποχωρήσεις ούτε προσωρινούς συμβιβασμούς με τον εχθρό. Πολύ καιρό μετά το πρόβλημα που τέθηκε στο Μπρεστ-Λιτόβσκ, απέναντι στο οποίο η στάση μου δεν είχε τίποτε το κοινό με τη συμπεριφορά του Μπουχάριν, ο τελευταίος, μαζί με ολόκληρη την τότε υπεραριστερή πτέρυγα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, υιοθέτησε τη γραμμή των ημερών[8] του Μάρτη του 1921 στη Γερμανία, υπολογίζοντας πως αν δεν «γαλβανιζόταν» το προλεταριάτο της Ευρώπης, αν δεν παρουσιαζόταν ασταμάτητα καινούριες επαναστατικές αναφλέξεις, η εξουσία των Σοβιέτ θα οδηγούνταν αναπόφευκτα σε συντριβή. Αν και είχα συνείδηση των αναμφισβήτητων κινδύνων που ορθώνονταν ενάντια σε αυτή την εξουσία, αυτό δεν με εμπόδισε να παλέψω χέρι χέρι με τον Λένιν, στη διάρκεια του Τρίτου Συνεδρίου, ενάντια στην πουτσιστική αυτή παρωδία της μαρξιστικής αντίληψης για τη διαρκή επανάσταση. Δεκάδες φορές επαναλάβαμε στη διάρκεια αυτού του Συνεδρίου, απευθυνόμενοι στους ανυπόμονους αριστερούς: Μη βιάζεστε να μας σώσετε. Έτσι δεν θα κάνετε άλλο από το να συντριβείτε και κατά συνέπεια να συντριβούμε κι εμείς μαζί σας. Ακολουθείστε το δρόμο της συστηματικής πάλης για να κατακτήσετε τις μάζες, για να φθάσετε έτσι στην κατάκτηση της εξουσίας. Έχουμε ανάγκη τη νίκη σας, κι όχι να δώσετε τη μάχη για μας κάτω από δυσμενείς συνθήκες. Εμείς στη Σοβιετική Ρωσία βασιζόμενοι στη Ν.Ε.Π., θα διατηρήσουμε τις θέσεις μας και θα προχωρήσουμε λίγο μπροστά, θα έχετε ακόμα τον καιρό να έρθετε σε βοήθειά μας την κατάλληλη στιγμή, προετοιμάζοντας τις δυνάμεις σας και εκμεταλλευόμενοι μια ευνοϊκή κατάσταση.
Αν κι αυτό έγινε μετά το 10ο Συνέδριο που είχε απαγορέψει το σχηματισμό ομάδων μέσα στο Κόμμα, ο Λένιν ωστόσο πήρε την πρωτοβουλία και δημιούργησε τον πυρήνα μιας καινούριας ομάδας για να παλέψει ενάντια στους υπεραριστερούς που ήταν ισχυροί αυτή την περίοδο. Στις πολύ στενές αυτές συσκέψεις μας ο Λένιν έθετε καθαρά το ζήτημα να καθορίσουμε σε ποιους δρόμους θα έπρεπε να οδηγήσουμε αργότερα την πάλη μας, αν το Τρίτο Συνέδριο υιοθετούσε τις απόψεις του Μπουχάριν. Η τότε «φράξια» μας δεν απλώθηκε γιατί οι αντίπαλοι, στη διάρκεια κιόλας του Συνεδρίου, «περιόρισαν» εσπευσμένα το «μέτωπό τους».
Ο Μπουχάριν φυσικά παρέκκλινε αριστερά του μαρξισμού περισσότερα από τους άλλους. Στο ίδιο το Τρίτο Συνέδριο, και ύστερα απ’ αυτό, πάλεψε μια ιδέα που εγώ ανάπτυξα: την ιδέα μιας αναπόφευκτης ανόδου της οικονομικής συγκυρίας στην Ευρώπη. Απομέρους μου περίμενα ότι ύστερα από μια σειρά ήττες του προλεταριάτου η αναπόφευκτη αυτή άνοδος θα φέρει όχι ένα χτύπημα στην επανάσταση, μα αντίθετα θα καθορίσει μια καινούρια ώθηση της επαναστατικής πάλης. Ο Μπουχάριν που τοποθετούνταν στη σχολαστική άποψή του της διάρκειας όχι μονάχα της οικονομικής κρίσης, μα και της επανάστασης στο σύνολό της, με πάλεψε πολύ καιρό στηριγμένος πάνω σ’ αυτή την άποψη, μέχρι που τον ανάγκασαν τα γεγονότα να αναγνωρίσει, με πολύ καθυστέρηση όπως πάντα, ότι είχε κάνει λάθος.
Στο Τρίτο και στο Τέταρτο Συνέδριο ο Μπουχάριν πάλεψε ενάντια στην πολιτική του Ενιαίου Μετώπου και των μεταβατικών διεκδικήσεων, ξεκινώντας από τη μηχανιστική αντίληψή του της διάρκειας του επαναστατικού προτσές.
Θα μπορούσε κανείς να ακολουθήσει την πάλη των δυο αυτών τάσεων, την τάση της μαρξιστικής, της σύνθετης αντίληψης του αδιάκοπου χαρακτήρα της προλεταριακής επανάστασης και την τάση της παρωδίας του μαρξισμού, που δεν αποτελεί καθόλου ένα ιδιαίτερο προσωπικό γνώρισμα του Μπουχάριν, σε ολόκληρη μια σειρά άλλων ζητημάτων τόσο μικρής όσο και μεγάλης σημασίας. Μα αυτό είναι ανώφελο: στο βάθος η στάση που υιοθετεί σήμερα ο Μπουχάριν είναι ο ίδιος σχολαστικός υπεραριστερισμός «της διαρκούς επανάστασης» με τη διαφορά πως παρουσιάζεται ανάποδα. Αν λόγου χάρη μέχρι το 1923 ο Μπουχάριν υπολόγιζε ότι χωρίς διαρκή οικονομική κρίση και διαρκή εμφύλιο πόλεμο στην Ευρώπη η Δημοκρατία των Σοβιέτ θα συντριβόταν, αντίθετα τώρα ανακάλυψε μια ρετσέτα που επιτρέπει γενικά την οικοδόμηση του σοσιαλισμού πέρα και ξέχωρα από την παγκόσμια επανάσταση. Η μπουχαρινική διάρκεια, που αναστράφηκε μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν έγινε καλύτερη τη στιγμή μάλιστα που πολύ συχνά οι τωρινοί ηγέτες της Κομμουνιστικής Διεθνούς συνδυάζουν το σημερινό οπορτουνισμό τους με το τυχοδιωκτικό πνεύμα που υιοθετούσαν χθες, και vice-versa (αντίστροφα).
Το Τρίτο Συνέδριο ήταν ένα ορόσημα μεγάλης σπουδαιότητας. Τα διδάγματά του είναι ζωντανά και γόνιμα μέχρι τις μέρες μας. Το Τέταρτο Συνέδριο συγκεκριμενοποίησε ακόμα περισσότερο αυτά τα διδάγματα. Το σύνθημα του Τρίτου Συνεδρίου δεν έλεγε απλά: προς τις μάζες, αλλά προς την εξουσία καταχτώντας προηγούμενα τις μάζες. Σ’ ολόκληρη τη διάρκεια του Συνεδρίου, η ομάδα που κατευθυνόταν από τον Λένιν (και που ειρωνικά την αποκαλούσε η «δεξιά» πτέρυγα) καλούσε με επιμονή τους συντρόφους να δείξουν μεγαλύτερη προσοχή. Στο τέλος του Συνεδρίου ο Λένιν συγκάλεσε μια μικρή σύσκεψη όπου έκανε μια προφητική προειδοποίηση.
«Μην ξεχνάτε πως απλά πρόκειται να πάρετε καλά τον παλμό για να κάνετε το επαναστατικό άλμα. Η πάλη για την κατάκτηση των μαζών είναι η πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας».
Τα γεγονότα του 1923 απόδειξαν πως όχι μονάχα οι «καθοδηγούμενοι» αλλά ακόμα και πολλοί καθοδηγητές δεν είχαν κάνει δική τους αυτή τη θέση του Λένιν.
Τα γεγονότα του 1923 στη Γερμανία αποτέλεσαν το κρίσιμο σημείο που εγκαινίασε την καινούρια περίοδο εξέλιξης της Κομμουνιστικής Διεθνούς μετά τον Λένιν. Η κατάληψη του Ρουρ από τα γαλλικά στρατεύματα (στις αρχές του 1923) σήμαινε πως προκαλούνταν μια υποτροπή του πολεμικού χάους στην Ευρώπη. Ο δεύτερος αυτός παροξυσμός της αρρώστιας ήταν ασύγκριτα πιο αδύνατος από τον πρώτο. Επειδή όμως χτυπούσε τον εντελώς εξαντλημένο οργανισμό της Γερμανίας έπρεπε να περιμένουμε από την αρχή βίαιες επαναστατικές αντιδράσεις. Αυτό δεν το έλαβε υπόψη της η ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς την κατάλληλη στιγμή. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας συνέχιζε ακόμα να ακολουθεί το σύνθημα του Τρίτου Συνεδρίου –σύνθημα που το κρατούσε σταθερά μακριά από το δρόμο του επικίνδυνου πουτσισμού, αλλά που είχε αφομοιωθεί με μονόπλευρο τρόπο. Έχουμε κιόλας πει πως στην εποχή μας των απότομων εναλλαγών, αυτό που είναι πιο δύσκολο για μια επαναστατική ηγεσία, είναι να ξέρει να σφυγμομετρά την απότομη καμπή της και να στρίβει έγκαιρα και με σταθερότητα το τιμόνι. Μια επαναστατική ηγεσία δεν αποκτά αυτές τις ιδιότητες απλά με το να ορκίζεται στην τελευταία εγκύκλιο της Κομμουνιστικής Διεθνούς: αυτές κατακτούνται, αν υπάρχουν οι απαραίτητες θεωρητικές προϋποθέσεις, με την εμπειρία που η ίδια έχει αποκτήσει και με μια αληθινή αυτοκριτική. Δεν κατορθώθηκε χωρίς κόπο η απότομη μεταβολή που οδήγησε από την τακτική των ημερών του Μάρτη 1921 στη συστηματική επαναστατική δραστηριότητα με τον Τύπο, τις συγκεντρώσεις, τα συνδικάτα και το κοινοβούλιο. Αφού ξεπεράστηκε η κρίση που προήλθε από τη στροφή αυτή μεγάλωσε ο κίνδυνος να δούμε να αναπτύσσεται μια καινούρια μονόπλευρη παρέκκλιση καθαρά αντίθετου χαρακτήρα. Η καθημερινή πάλη για την κατάκτηση των μαζών απορροφά ολόκληρη την προσοχή, επεξεργάζεται την ίδια της τη ρουτίνα στην τακτική, παρεμποδίζει να ιδωθούν τα στρατηγικά προβλήματα που βγαίνουν σαν συμπεράσματα από τις αλλαγές της αντικειμενικής κατάστασης.
Το καλοκαίρι του 1923 η εσωτερική κατάσταση της Γερμανίας, προπαντός σε σχέση με τη χρεοκοπία της τακτικής της παθητικής αντίστασης, πήρε το χαρακτήρα μιας καταστροφής. Γινόταν όλο και πιο καθαρό πως η γερμανική μπουρζουαζία δεν θα κατόρθωνε να βγει απ’ αυτή τη «χωρίς διέξοδο» κατάσταση παρά μόνο αν το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν την κατανοούσε σωστά και δεν έβγαζε για τον εαυτό του όλα τα αναγκαία επαναστατικά συμπεράσματα. Μα το Κομμουνιστικό Κόμμα ακριβώς που κρατούσε το κλειδί της κατάστασης το χρησιμοποίησε για να ανοίξει τις πόρτες στην μπουρζουαζία.
Γιατί η γερμανική επανάσταση δεν κατάληξε στη νίκη; Τα αίτια αυτού του γεγονότος πρέπει να αναζητηθούν στην τακτική κι όχι σε δευτερεύοντες όρους. Εδώ έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας επαναστατικής κατάστασης που χάθηκε. Δεν θα ήταν δυνατό να οδηγηθεί το γερμανικό προλεταριάτο στη μάχη αν δεν είχε πειστεί πως αυτή τη φορά το ζήτημα έμπαινε καθαρά, πως το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν έτοιμο να δώσει τη μάχη και ικανό να εξασφαλίσει τη νίκη. Το Κομμουνιστικό Κόμμα όμως έκανε αυτή τη μεταβολή χωρίς αυτοπεποίθηση και με μια πρωτάκουστη καθυστέρηση. Όχι μονάχα οι δεξιοί, μα και οι υπεραριστεροί, παρά τη λυσσασμένη πάλη που διεξήγαγαν, αντιμετώπισαν, μέχρι το Σεπτέμβρη-Οκτώβρη, με έναν αρκετά μεγάλο φαταλισμό το προτσές ανάπτυξης της επανάστασης.
Είναι δουλειά σχολαστικού, κι όχι επαναστάτη να αναλύσει τώρα, post-factum (εκ των υστέρων), και να δει μέχρι ποιο σημείο θα ήταν «εγγυημένη» η κατάκτηση της εξουσίας, αν υπήρχε μια σωστή πολιτική. Θα αρκεστούμε να παραθέσουμε πάνω σ’ αυτό το θέμα μια θαυμάσια μαρτυρία της «Πράβντα», μαρτυρία ωστόσο συμπτωματική, αφού ήταν εντελώς απομονωμένη και αντέφασκε μ’ όλες τις άλλες κρίσεις που έκανε αυτή η εφημερίδα.
«Αν το Μάη του 1924, μπροστά σε μια ορισμένη σταθεροποίηση του μάρκου, σε μια κάποια στερέωση της μπουρζουαζίας, σ’ ένα πέρασμα των μεσαίων και μικροαστικών στρωμάτων στους εθνικιστές, ύστερα από μια βαθιά κρίση του Κόμματος, ύστερα από μια σκληρή ήττα του προλεταριάτου, αν ύστερα από όλα αυτά οι κομμουνιστές κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν 3.700.000 ψήφους, είναι φανερό πως τον Οχτώβρη του 1923, μπροστά σε μια χωρίς προηγούμενο κρίση της οικονομίας, σε μια πλήρη αποσύνθεση των μεσαίων τάξεων, σε μια τεράστια σύγχυση που κυριαρχούσε στις γραμμές της σοσιαλδημοκρατίας πάνω σε μια βάση ισχυρών και βίαιων αντιφάσεων στους ίδιους τους κόλπους της μπουρζουαζίας και μιας κατάστασης πνευμάτων πρωτοφανούς μαχητικότητας των προλεταριακών μαζών στα βιομηχανικά κέντρα, το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε μαζί του την πλειοψηφία του πληθυσμού. Μπορούσε και όφειλε να δώσει τη μάχη, κι είχε όλες τις δυνατότητες να πετύχει», («Πράβντα», 25 του Μάη 1924).
Ας παραθέσουμε ακόμα τα λόγια ενός γερμανού αντιπροσώπου που μίλησε στο Πέμπτο Συνέδριο και που το όνομά του μας είναι άγνωστο:
«Δεν υπάρχει στη Γερμανία ούτε ένας συνειδητός εργάτης που να μην ξέρει πως το Κόμμα θα έπρεπε τότε να δώσει τη μάχη αντί να την αποφύγει.
Οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας έχουν ξεχάσει πως ο ρόλος του Κόμματος έχει τη δική του ιδιαίτερη αξία. Αυτό είναι ένα από τα βασικά αίτια της ήττας του Οκτώβρη», («Πράβντα», 24 του Ιούνη 1924).
Σε συζητήσεις έχουν ειπωθεί πολλά πράγματα σχετικά μ’ αυτό που έγινε το 1923, προπαντός στο δεύτερο μισό αυτού του χρόνου, στις ανώτατες σφαίρες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας και της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ωστόσο, όσα έχουν ειπωθεί πάνω σ’ αυτό το θέμα συνήθως απέχουν πολύ από το να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Βασικά είναι ο Κούουζινεν που σκόρπισε τη σύγχιση σ’ αυτό το ζήτημα. Στα 1924-1926 πάσχιζε να αποδείξει πως η ηγεσία Ζινόβιεφ υπήρξε σωτήρια, το ίδιο όπως από μια ορισμένη ημερομηνία του 1926 και ύστερα βάλθηκε να αποδείξει πως η ηγεσία αυτή ήταν ολέθρια. Το απαραίτητο κύρος, για να μπορεί να κάνει παρόμοιες υπεύθυνες κρίσεις, ο Κούουζινεν το αντλούσε από το γεγονός ότι ο ίδιος το 1918 έκανε κάθετι που ήταν στο μέτρο των ταπεινών δυνατοτήτων του για να οδηγήσει στη συντριβή την επανάσταση του φιλανδικού προλεταριάτου[9].
Μετά τα γεγονότα δοκίμασαν πάνω από μια φορά να με παρουσιάσουν σαν αλληλέγγυο με τη γραμμή του Μπράντλερ: στην ΕΣΣΔ αυτό γινόταν μ’ έναν καμουφλαρισμένο τρόπο, γιατί ήταν πάρα πολλοί εκείνοι που ήξεραν πως έγιναν τα πράγματα. Στη Γερμανία όμως ενεργούσαν ανοιχτά, γιατί εκεί κανείς δεν ήξερε τίποτε. Εντελώς τυχαία έχω στα χέρια μου ένα τυπωμένο χαρτί που μιλάει για την έντονη ιδεολογική πάλη που διεξάχθηκε στην Κεντρική Επιτροπή μας πάνω στα προβλήματα της γερμανικής επανάστασης. Στα ντοκουμέντα της Συνδιάσκεψης του Γενάρη 1924, το Πολιτικό Γραφείο με κατηγόρησε ανοιχτά πως κράτησε μια δύσπιστη και εχθρική στάση απέναντι στην Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας στη διάρκεια της περιόδου που προηγήθηκε της συνθηκολόγησής της. Να τι εξιστορούν σ’ αυτό το ντοκουμέντο:
«... Ο σύντροφος Τρότσκι πριν να αφήσει τη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής (Ολομέλεια του Σεπτέμβρη 1923) έκανε μια επέμβαση που συντάραξε όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής –επέμβαση στην οποία ισχυρίστηκε ότι η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας δεν άξιζε τίποτε, πως η Κεντρική Επιτροπή αυτού του Κόμματος ήταν διαβρωμένη από φαταλισμό και δεν έκανε τίποτε άλλο από το να χάφτει μύγες, κλπ. Κατά συνέπεια, δήλωσε ο σύντροφος Τρότσκι, η γερμανική επανάσταση είναι καταδικασμένη να συντριβεί. Αυτή η ομιλία προξένησε σ’ όλους τους παρευρισκόμενους καταθλιπτική εντύπωση. Μα η τεράστια πλειοψηφία των συντρόφων κατάληξε στο συμπέρασμα ότι αυτός ο φιλιππικός ήταν συνδεμένος μ’ ένα επεισόδιο (;) που δεν είχε καμιά σχέση με τη γερμανική επανάσταση, επεισόδιο που έγινε στην Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής, κι ότι αυτή η ομιλία δεν ανταποκρινόταν στην αντικειμενική κατάσταση» («Ντοκουμέντα της Συνδιάσκεψης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας», Γενάρης 1924, σελ. 14, η υπογράμμιση είναι δική μου –Λ.Τ.).
Όποιος κι αν είναι ο τρόπος με τον οποίο τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής διερμήνευσαν την έκκλησή μου για επαγρύπνηση, που δεν ήταν φυσικά η πρώτη, αυτή είχε υπαγορευτεί αποκλειστικά από την έγνοια μου για την τύχη της γερμανικής επανάστασης. Δυστυχώς η πορεία των γεγονότων με δικαίωσε πέρα για πέρα, γιατί η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής του ηγετικού Κόμματος, σύμφωνα με την ίδια την ομολογία της, δεν είχε, ανάμεσα σ’ άλλα, καταλάβει έγκαιρα πως η προειδοποίησή μου «ανταποκρινόταν» πλέρια «στην αντικειμενική κατάσταση». Βέβαια, δεν πρότεινα να αντικατασταθεί εσπευσμένα η μπραντλερική Κεντρική Επιτροπή με κάποια άλλη (μια παρόμοια ενέργεια που θα πραγματοποιούνταν την παραμονή αποφασιστικών γεγονότων θα ήταν απλούστατα ένας τυχοδιωκτισμός. Από το καλοκαίρι του 1923 είχα προτείνει έναν πιο επίκαιρο και αποφασιστικό τρόπο για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα του περάσματος στην εξέγερση και κατά συνέπεια το ζήτημα της κινητοποίησης των δυνάμεών μας για να βοηθήσουμε την Κεντρική Επιτροπή του γερμανικού Κόμματος. Η προσπάθεια που έγινε αργότερα να με παρουσιάσουν σαν αλληλέγγυο με τη γραμμή της μπραντλερικής Κεντρικής Επιτροπής, που τα λάθη της δεν ήταν παρά η αντανάκλαση των γενικών σφαλμάτων της ηγεσίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς, οφειλόταν προπαντός στο γεγονός ότι, αμέσως μετά την συνθηκολόγηση του γερμανικού Κόμματος αντιτάχθηκα στην προσπάθεια να μεταβάλουν τον Μπράντλερ σε αποδιοπομπαίο τράγο, αν και (ή καλύτερα γιατί) έκρινα τη γερμανική ήττα άπειρα πιο σοβαρή απ’ ότι την έκρινε η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής. Σ’ αυτή την περίπτωση όπως και σ’ άλλες ορθώθηκα ενάντια σ’ ένα απαράδεκτο σύστημα, που σύμφωνα μ’ αυτό, εκθρόνιζαν, περιοδικά, τα εθνικά κέντρα που υποβάλλονταν τότε σε απηνείς διωγμούς κι ακόμα κυνηγούνταν από το Κόμμα, μόνο και μόνο για να αναβαπτίσουν το αλάνθαστο της κεντρικής ηγεσίας.
Στο βιβλίο Τα Μαθήματα του Οκτώβρη που το έγραψα κάτω από την επίδραση της συνθηκολόγησης της γερμανικής Κεντρικής Επιτροπής ανάπτυξα την ιδέα ότι μέσα στις σημερινές συνθήκες μια επαναστατική κατάσταση μπορεί μέσα σε λίγες μέρες να χαθεί για πολλά χρόνια. Είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς, αλλά αυτή η άποψη χαρακτηρίστηκε «μπλανκισμός»[10] και «ατομικισμός». Τα αμέτρητα άρθρα που γράφτηκαν ενάντια στα Μαθήματα του Οκτώβρη μαρτυρούσαν ότι στην ουσία είχε ξεχαστεί η εμπειρία της εξέγερσης του Οκτώβρη, κι ότι τα διδάγματά της πολύ λίγο είχαν συνειδητοποιηθεί. Το να κατηγορείς τις «μάζες» ρίχνοντάς τους την ευθύνη των λαθών της ηγεσίας, ή το να μειώνεις γενικά τη σημασία της ηγεσίας, για να κάνεις έτσι πιο μικρή την ενοχή της, είναι μια νοοτροπία καθαρά μενσεβίκικη που απορρέει από την ανικανότητα να κατανοήσεις διαλεκτικά: το «εποικοδόμημα» γενικά, το εποικοδόμημα της τάξης που είναι το κόμμα, το εποικοδόμημα του κόμματος που είναι το διευθυντικό κέντρο του. Υπάρχουν εποχές που ο ίδιος ο Μαρξ ή ο Έγκελς δεν μπορούν να προωθήσουν ούτε κατά ένα πόντο την ιστορική εξέλιξη όσο κι αν την χτυπούν με το μαστίγιο. Υπάρχουν όμως άλλες εποχές όπου άνθρωποι πολύ μικρότερου αναστήματος καθισμένοι στο πηδάλιο μπορούν να καθυστερήσουν την ανάπτυξη της παγκόσμιας επανάστασης για πολλά χρόνια.
Οι προσπάθειες που έγιναν τον τελευταία καιρό να παρουσιάσουν τα πράγματα σαν να είχα αποκηρύξει Τα Μαθήματα του Οκτώβρη είναι τελείως παράλογες. Είναι αλήθεια πως «αναγνώρισα» ένα επουσιώδες «λάθος»: όταν έγραφα Τα Μαθήματα του Οκτώβρη, δηλαδή το καλοκαίρι του 1924, μου φαινόταν πως ο Στάλιν είχε κρατήσει το φθινόπωρο του 1923 μια στάση που ήταν πιο αριστερή (δηλ. αριστεροκεντριστική) από τη στάση του Ζινόβιεφ. Δεν γνώριζα την εσωτερική ζωή της ομάδας που έπαιζε το ρόλο του μυστικού κέντρου στη φράξια του μηχανισμού της πλειοψηφίας. Τα ντοκουμέντα που δημοσιεύτηκαν ύστερα από τη διάσπαση της φραξιονιστικής αυτής ομάδας και προπαντός το καθαρά μπραντλερικό γράμμα του Στάλιν[11] προς τον Ζινόβιεφ και τον Μπουχάριν, με έπεισαν πως η κρίση που είχα κάνει σχετικά με τη συγκρότηση των προσώπων δεν ήταν ακριβής. Αυτή ωστόσο η ανακρίβεια δεν έχει καμιά σχέση με την ουσία των προβλημάτων που έθεταν Τα Μαθήματα του Οκτώβρη. Το λάθος άλλωστε από την άποψη των προσώπων δεν ήταν τόσο μεγάλο. Ο κεντρισμός είναι ικανός, αυτό είναι αλήθεια, να διαγράφει μεγάλα ζιγκ ζαγκ προς τα αριστερά, είναι όμως τελείως ανίκανος, όπως το απόδειξε ξανά η εξέλιξη του Ζινόβιεφ να ακολουθήσει μια επαναστατική γραμμή λίγο πολύ συστηματική.
Οι ιδέες που είχα αναπτύξει στα Μαθήματα του Οκτώβρη διατηρούν ακόμα και σήμερα ολόκληρη τη δύναμή τους. Κι όχι μόνο αυτό: μετά το 1924 έχουν επικυρωθεί πολλές φορές.
Ανάμεσα στις πολυάριθμες δυσκολίες της προλεταριακής εξέγερσης υπάρχει μια δυσκολία που είναι εντελώς καθορισμένη, συγκεκριμένη, ειδική –δυσκολία που απορρέει από την κατάσταση και τα καθήκοντα της επαναστατικής διεύθυνσης του Κόμματος. Σε μια απότομη μεταβολή των γεγονότων και τα πιο επαναστατικά κόμματα κινδυνεύουν να ξεπεραστούν και να αντιπαρατάξουν χθεσινά συνθήματα ή μέθοδες πάλης στα καινούρια καθήκοντα και τις καινούριες ανάγκες. Γενικά λοιπόν δεν μπορεί να υπάρξει πιο απότομη μεταβολή απ’ αυτήν που δημιουργεί η αναγκαιότητα της εξέγερσης του προλεταριάτου. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται ο κίνδυνος να μην ανταποκρίνεται η ηγεσία του κόμματος, η πολιτική του κόμματος στο σύνολό της, στη συμπεριφορά της τάξης και στις απαιτήσεις της κατάστασης. Όταν η πολιτική ζωή εκτυλίσσεται σχετικά αργά, παρόμοιες ασυμφωνίες αφομοιώνονται τελικά, προξενώντας βέβαια ζημιές, αλλά χωρίς να προκαλούν καταστροφές. Ενώ σε περίοδες οξυμένων επαναστατικών κρίσεων, λείπει ακριβώς ο χρόνος για να εξαλειφθεί η ανισορροπία και κατά κάποιο τρόπο να διορθωθεί το μέτωπο μέσα στη φωτιά. Οι περίοδες που στη διάρκειά τους η επαναστατική κρίση ανεβαίνει στο μάξιμουμ της όξυνσής της έχουν, από την ίδια τους τη φύση, ένα γοργό ρυθμό. Η ασυμφωνία ανάμεσα στην επαναστατική ηγεσία (δισταγμοί, ταλαντεύσεις, ελπίδες, τη στιγμή που η αστική τάξη εξασκεί μια λυσσασμένη πίεση) και τα αντικειμενικά καθήκοντα, μπορεί μέσα σε λίγες βδομάδες κι ακόμα μέσα σε λίγες μέρες να στοιχίσει μια καταστροφή, κάνοντας έτσι να χαθεί το κέρδος πολλών χρόνων εργασίας.
Είναι φανερό πως η ανισορροπία ανάμεσα στην ηγεσία και το κόμμα, ή ανάμεσα στο κόμμα και την τάξη μπορεί να έχει κι αντίθετο χαρακτήρα: όταν η ηγεσία προηγείται της ανάπτυξης της επανάστασης, παίρνοντας τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης για τον ένατο. Το πιο εξόφθαλμο παράδειγμα μιας ανισορροπίας αυτού του είδους το είχαμε στη Γερμανία το Μάρτη του 1921. Εκεί είχαμε μια ακραία εκδήλωση της «παιδικής αρρώστιας του κομμουνισμού» στο Κόμμα και κατά συνέπεια: τον πουτσισμό (πνεύμα επαναστατικού τυχοδιωκτισμού). Αυτός ο κίνδυνος είναι πέρα για πέρα πραγματικός, ακόμα και για το μέλλον. Έτσι τα διδάγματα του Τρίτου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς διατηρούν στο ακέραιο την αξία τους. Μα η γερμανική πείρα του 1923 μας έχει δείξει με ωμό τρόπο και στην πράξη έναν κίνδυνο αντίθετου χαρακτήρα: ενώ η κατάσταση ήταν ώριμη, η ηγεσία αργοπόρησε. Όταν η ηγεσία αυτή κατόρθωσε να ευθυγραμμιστεί με την κατάσταση, η κατάσταση είχε ήδη αλλάξει: οι μάζες αποσύρθηκαν και η σχέση των δυνάμεων χειροτέρεψε απότομα.
Στη γερμανική αποτυχία του 1923 υπήρξαν προφανώς πολλές εθνικές ιδιομορφίες, μα υπήρξαν επίσης χαρακτηριστικά γνωρίσματα ολότελα κλασικά που συμβόλιζαν έναν γενικό κίνδυνο. Θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει κρίση της επαναστατικής ηγεσίας την παραμονή του περάσματος στην εξέγερση. Η βάση του προλεταριακού κόμματος, από την ίδια της τη φύση, είναι πολύ πιο λίγο επιρρεπής στο να υποταχτεί στην πίεση της αστικής κοινής γνώμης. Ορισμένα όμως στοιχεία των ανώτερων και μεσαίων στρωμάτων του κόμματος αναπόφευκτα θα υποταχτούν σε μεγάλο μάλλον βαθμό στην επίδραση της υλικής και πνευματικής τρομοκρατίας που εξασκείται από την μπουρζουαζία την αποφασιστική στιγμή. Δεν μπορεί να κλείνει κανείς τα μάτια για να μη βλέπει αυτό τον κίνδυνο. Βέβαια δεν υπάρχει μια κάποια σωτήρια συνταγή καταπολέμησής του, κατάλληλη για όλες τις περιπτώσεις. Το πρώτο όμως βήμα στην πάλη ενάντια σε έναν κίνδυνο είναι να κατανοήσουμε την πηγή και το χαρακτήρα του. Η αναπόφευκτη εμφάνιση και η επέκταση μιας δεξιάς ομάδας σε κάθε Κομμουνιστικό Κόμμα στη διάρκεια της «προ-Οκτωβριανής» περιόδου, αντανακλάει, από τη μια μεριά, τις τεράστιες αντικειμενικές δυσκολίες και τους κινδύνους για να γίνει το «πήδημα», κι από την άλλη, τη λυσσασμένη πίεση της αστικής κοινής γνώμης. Εδώ βρίσκεται η ουσία και η σημασία της δεξιάς ομάδας. Γι’ αυτό είναι αναπόφευκτο να εμφανίζονται στα Κομμουνιστικά Κόμματα δισταγμοί και παρασιωπήσεις ακριβώς τη στιγμή που είναι περισσότερο επικίνδυνοι. Στη χώρα μας το 1917 οι δισταγμοί κυρίεψαν μια μειοψηφία, στα ανώτερα στρώματα του Κόμματος, και κατανικήθηκαν χάρη στην εξαιρετική ενεργητικότητα του Λένιν. Στη Γερμανία δίστασε η ηγεσία στο σύνολό της, κι ο δισταγμός αυτός μεταδόθηκε στο Κόμμα και διαμέσου του Κόμματος στην τάξη. Αποτέλεσμα: άφησαν να ξεφύγει από τα χέρια τους μια επαναστατική κατάσταση. Στην Κίνα το κέντρο αντιστάθηκε στην πάλη της εργατικής τάξης και των φτωχών χωρικών για την εξουσία. Κι αυτές δεν είναι οι τελευταίες κρίσεις ηγεσίας σε αποφασιστικές ιστορικές στιγμές. Ένα από τα πιο σπουδαία καθήκοντα κάθε Κομμουνιστικού Κόμματος και της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο σύνολό της, είναι να περιορίσουν στο μίνιμουμ τις αναπόφευκτες αυτές κρίσεις. Δεν μπορούν όμως να το κατορθώσουν αν δεν αφομοιώσουν την εμπειρία του Οκτώβρη 1917, αν δεν κατανοήσουν την πολιτική ουσία της δεξιάς αντιπολίτευσης της εποχής εκείνης στους κόλπους του Κόμματός μας παραβάλλοντάς την με την πείρα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας το 1923.
Σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται η σημασία των Μαθημάτων του Οκτώβρη.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————
[1]. Η Διεθνής Οργάνωση Εργατών ή η Πρώτη Διεθνής, ιδρύθηκε στο Σεν Μαρτέν Χολ, στο Λονδίνο, στις 28 του Σεπτέμβρη 1864, από αντιπροσώπους βρετανικών συνδικάτων, γαλλικών εργατικών οργανώσεων, από Ιταλούς Ματσινιστές, και διάφορους Πολωνούς και Γερμανούς. Ο Καρλ Μαρξ πήρε μέρος στο Συνέδριο, έγινε μέλος του πρώτου Γενικού Συμβουλίου της και έγραψε το σχέδιο για το πρώτο δημόσιο κάλεσμά της. Ο Μαρξ και ο Έγκελς όχι μόνο την υποστήριξαν, παρά την ετερογενή σύνθεσή της, αλλά και με τη δύναμη της επιμονής τους και χάρη στην ασυναγώνιστη πνευματική τους ανωτερότητα, γρήγορα έγιναν οι ηγέτες και οι εκπρόσωποί της. Η ήττα, όμως, της Κομμούνας του Παρισιού το 1871, ήταν το προμήνυμα της κατάρρευσης της Πρώτης Διεθνούς, που επιταχύνθηκε από την όλο και πιο βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στους οπαδούς του Μαρξ και τους υποστηριχτές του ρώσου αναρχικού, Μικαέλ Μπακούνιν. Η Συνδιάσκεψη της Διεθνούς στη Χάγη το 1872 σφραγίστηκε από τη νίκη των μαρξιστών ενάντια στους μπακουνικούς, και αποφάσισε να μεταφέρει την έδρα της Διεθνούς στις Ενωμένες Πολιτείες, όπου και έγινε το τελευταίο Συνέδριο της στις 15 του Ιούλη 1876 στη Φιλαδέλφεια. Οι μπακουνικοί συνέχισαν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, πιστεύοντας ότι εκείνοι αποτελούσαν τη Διεθνή. Έκαναν μερικά άγονα Συνέδρια, και τελικά διαλύθηκαν κι αυτοί – (Σελ. 92).
[2]. Σε αντίθεση με την ξεκάθαρη επαναστατική τάση της Πρώτης Διεθνούς, και τον συγκεντρωτικό της χαρακτήρα, η Δεύτερη Διεθνής ήταν μια χαλαρή οργάνωση εθνικών σοσιαλιστικών κομμάτων κάθε είδους. Σαν χρόνος της ίδρυσής της είναι γενικά παραδεχτό το 1889 όταν η γαλλική και η γερμανική μαρξιστική ομάδα, μαζί με μερικές άλλες, συγκεντρώθηκαν σ’ ένα Συνέδριο στο Παρίσι. Το Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο, το μόνο κεντρικό όργανο της Δεύτερης Διεθνούς, ιδρύθηκε μόλις το 1900 με κεντρικά γραφεία στις Βρυξέλλες. Το υψηλότερο επαναστατικό σημείο της Δεύτερης Διεθνούς ήταν το Συνέδριο του Άμστερνταμ το 1904, όπου πραγματικά καταδικάστηκαν ο ρεβιζιονισμός του Μπέρνσταϊν και ο μινιστεριαλισμός των Μιλεράν-Ζορές. Παρά τις τυπικές καταδίκες και την αναγνώριση του επαναστατικού μαρξισμού, η πράξη και η θεωρία του ρεφορμισμού κέρδιζαν βαθμιαία το πάνω χέρι στη Δεύτερη Διεθνή και έφτασαν στο θριαμβευτικό απόγειό τους, όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Διεθνής διαλύθηκα στα εθνικά συστατικά της μέρη, που τα περισσότερα υποστήριξαν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Μετά τον πόλεμο και την ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς, έγιναν προσπάθειες να ξαναζωντανέψει η Δεύτερη Διεθνής. Αυτό κατορθώθηκε τελικά το 1923 στο Αμβούργο, όπου η Διεθνής των ρεφορμιστικών κομμάτων ενοποιήθηκε με τη λεγόμενη «Διεθνή της Βιέννης», τη 2,1/2 Διεθνή, στην οποία ηγούνταν η αυστριακή Σοσιαλδημοκρατία, που είχε μείνει έξω και αριστερά των βασικών ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων. Η ενοποίηση του Αμβούργου πραγματοποιήθηκε στη βάση των κλασικών ρεφορμιστικών θέσεων –(Σελ. 92).
[3]. Η Κομμουνιστική ή Τρίτη Διεθνής, ιδρύθηκε από το Συνέδριο που έγινε στη Μόσχα το Μάρτη του 1919, ύστερα από το κάλεσμα των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Ρωσίας, της Πολωνίας, της Λετονίας, της Ουκρανίας και άλλων. Ο αντιπρόσωπος των γερμανών Κομμουνιστών (Ένωση Σπάρτακος), με εντολή του Κόμματός του, έφερε αντιρρήσεις στην άμεση ίδρυση της Διεθνούς, στη βάση ότι ήταν πρόωρη και ότι η αντιπροσώπευση στη Μόσχα ήταν ελλιπής. Παρόλα αυτά η Διεθνής ιδρύθηκε σαν το «γενικό επιτελείο της Παγκόσμιας Επανάστασης», και ο «κληρονόμος της Πρώτης Διεθνούς», δεχόμενη σαν αρχές τις αρχές εκείνες που εκλαΐκευσαν μετά την νίκη τους οι ρώσοι μπολσεβίκοι. Η αντιπροσώπευση σ’ αυτό το Συνέδριο ήταν πραγματικά ασήμαντη, αν εξαιρεθούν το ρωσικό και το γερμανικό Κόμμα. Όμως, την εποχή του Τρίτου Συνεδρίου της, το 1921, η νέα Διεθνής είχε κερδίσει την πλειοψηφία του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας, της τσέχικης Σοσιαλ-δημοκρατίας, του νορβηγικού Εργατικού Κόμματος, του βρετανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, του αμερικάνικου Σοσιαλιστικού Κόμματος και αξιόλογες μειοψηφίες σοσιαλιστικών κομμάτων, όπως της Ιταλίας, της Ισπανίας κλπ. –(Σελ. 92)
[4]. Ο αναρχισμός είναι η θεωρία της κοινωνικής οργάνωσης που βασίζεται πάνω σε ελεύθερες, αυτόνομες, χαλαρά συνδεμένες κοινότητες ισότιμων παραγωγών, που εκλαΐκευσαν οι Μικαέλ Μπακούνιν και ο Πίτερ Κροπότκιν. Όποιες κι αν είναι οι διαφορές μέσα στις γραμμές των αναρχικών, η γενική τους διαφορά από το μαρξισμό είναι η αντίθεσή τους σε κάθε κοινοβουλευτική δραστηριότητα, σε κάθε πολιτικό κόμμα, σε κάθε συγκεντρωτικό ή «αυταρχικό» πολιτικό και κυβερνητικό σώμα, ακόμα και στη διάρκεια της επανάστασης όταν οι εξεγερμένοι αντιμετωπίζουν την ανάγκη της συντονισμένης αντίστασης στην αντεπανάσταση. Ο επαναστατικός συνδικαλισμός, μια εκδήλωση αναρχισμού στον συνδικαλιστικό τομέα (ιδιαίτερα στη Γαλλία και την Ισπανία και ως ένα μέρος στις Ενωμένες Πολιτείες με τη μορφή των Ι.Μ.Μ.), είναι αντίθετος επίσης στην κοινοβουλευτική δραστηριότητα και σε όλα τα πολιτικά κόμματα και τονίζει την «πλήρη ανεξαρτησία» των συνδικάτων (γαλλικά συνδικάτα) και την αντίληψη ότι είναι αναγκαία και αρκετά στην πάλη της εργατικής τάξης για να χειραφετηθεί από τον καπιταλισμό, που πρέπει να αντικατασταθεί από ένα μη κερδοσκοπικό κοινωνικό σύστημα διοικούμενο από τα σωματεία ή τα εργοστασιακά συνδικάτα. Ο εποικοδομητικός σοσιαλισμός αγκαλιάζει τις αντιλήψεις που ανάπτυξε η άκρα Δεξιά πτέρυγα της Δεύτερης Διεθνούς (Μακντόναλντ, Βαντερβέλντε, Ουέλς) για το βαθμιαίο, μη βίαιο πέρασμα του καπιταλισμού στο σοσιαλιστικό σύστημα, με την αποφυγή της ταξικής πάλης και με τη «διάβρωση» του καπιταλιστικού κρατικού μηχανισμού. Ο συντεχνιακός σοσιαλισμός είναι μια αντίληψη που αναπτύχθηκε κυρίως στην Αγγλία (από τους Χόμπσον, Κόουλ κλπ.) σύμφωνα με την οποία η «κοινότητα θα έχει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αλλά τα συνδικάτα πρέπει να αναγνωριστούν οριστικά από το κράτος, σαν φυσικοί ελεγκτές της βιομηχανίας», δηλαδή το «εκδημοκρατισμένο κράτος» θα έχει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής στο όνομα των «καταναλωτών» με τη συνεργασία του εθνικού Κοινοβουλίου των «Συντεχνιών» όλων των κλάδων και επαγγελμάτων, που θα εκτελούν διοικητικές λειτουργίες –(Σελ. 93).
[5]. Η εξέγερση της Εσθονίας ήταν ένα πουτς, δηλαδή στην κυριολεξία μια συνωμοτική περιπέτεια πίσω από τις πλάτες των μαζών. Νωρίς το πρωί της 1ης του Δεκέμβρη 1924, συνολικά 227 ένοπλοι κομμουνιστές συγκεντρώθηκαν σε προκαθορισμένα σημεία στην πρωτεύουσα Ρεβάλ για να επιτεθούν στη σχολή αξιωματικών, στις αποθήκες όπλων, στο αεροδρόμιο, στο σιδηροδρομικό σταθμό, σε κυβερνητικά κτίρια, κλπ. Η επίθεση άρχισε στις 5.15 π.μ., και στις 9 το ίδιο πρωί το πραξικόπημα είχε ολοκληρωτικά συντριβεί από τις κυβερνητικές δυνάμεις. «Αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση της εξέγερσης έπαιξε το γεγονός ότι οι μικρές ομάδες των επαναστατών εργατών, που ήταν στρατιωτικά οργανωμένες, κάλεσαν σε εξέγερση, αλλά έμειναν απομονωμένες από τη μάζα του προλεταριάτου... Η εργατική τάξη του Ρεβάλ, στο μεγαλύτερο μέρος της, παράμεινε απλά αδιάφορος θεατής στη μάχη», (Α.Νόιμπεργκ: Ένοπλη Εξέγερση, Λονδίνο). Στη Βουλγαρία, το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε μείνει τελείως «ουδέτερο», το Σεπτέμβρη του 1923, όταν η ακροδεξιά του Τσανκόφ ανάτρεψε τη «ριζοσπαστική» κυβέρνηση του αγροτικού ηγέτη Σταμπουλίσκι. Χάνοντας κυριολεκτικά την ευκαιρία να επέμβει ενεργητικά στην πάλη, το Κομμουνιστικό Κόμμα δέχτηκε την επίδραση τυχοδιωχτικών διαθέσεων που στην πιο απελπισμένη τους έκφραση πήραν τη μορφή πράξεων ατομικής τρομοκρατίας. Η δολοφονία διάσημων αντιδραστικών και, τελικά, η ανατίναξη του καθεδρικού ναού της Σόφιας, τον Απρίλη του 1925, ήταν μερικά από τα σημάδια της αντίδρασης των επαναστατών που, αγανακτισμένοι από την παθητικότητα και τον οπορτουνισμό των βουλγάρων κομμουνιστών ηγετών την κρίσιμη περίοδο του 1923, αποπροσανατολισμένοι, προσπαθούσαν να επανορθώσουν μέσω της ατομικής δράσης. Για την εξέγερση της Καντόνας, το Δεκέμβρη του 1927, βλ. τη Σημείωση 56 –(Σελ. 94).
[6]. Στο ραπόρτο του στο Δέκατο Πέμπτο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, το Νοέμβρη του 1926, ο Στάλιν είπε: «Πώς βλέπανε οι προηγούμενοι μαρξιστές αυτό το ζήτημα (της δυνατότητας του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα) στη δεκαετία του ’40 του περασμένου αιώνα, για παράδειγμα, και στη δεκαετία του ’50 και του ’60; Εκείνη την εποχή δεν είχε ακόμα πραγματοποιηθεί η μονοπωλιακή ανάπτυξη του καπιταλισμού, δεν είχε ακόμα ανακαλυφτεί ο νόμος της ανισόμερης εξέλιξης του καπιταλισμού, και έτσι, το ζήτημα της νίκης του σοσιαλισμού σε μια χώρα δεν ήταν τόσο σημαντικό όσο είναι σήμερα. Όλοι οι μαρξιστές, από τον Μαρξ και τον Έγκελς και μετά, ήταν τότε της γνώμης ότι είναι αδύνατο ο σοσιαλισμός να είναι νικηφόρος σε μια μόνη χώρα. Θεωρούσαν αναγκαίο να γίνει η επανάσταση ταυτόχρονα σε μερικές χώρες. Και για κείνη την εποχή αυτό ήταν σωστό», («Ανταπόκριση Διεθνούς Τύπου», τόμ. 6ος, Νο 77, 20 του Νοέμβρη 1926, σελ. 1320) –(Σελ. 96).
[7]. Στους πρώτους μήνες του 1918, ο Μπουχάριν και η ομάδα του, επικαλούμενοι τις αρχές τους, αντιτάχτηκαν στην υπογραφή της συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόβσκ με τους γερμανούς ιμπεριαλιστές, και πρότειναν τη συνέχιση του επαναστατικού πολέμου μέχρι το τέλος. Οι Αριστεροί Κομμουνιστές, που ανάμεσά τους ήταν και οι Ράντεκ, Κρεστίνσκι, Οσίνσκι, Σαπρόνοφ, Γιάκοβλεφ, Μ.Ν.Ποκρόβσκι, Πιατάκοφ, Πρεομπραζένσκι, Β.Σμιρνόφ, Μπουμπνόφ, ο Γιαροσλάβσκι και άλλοι, εκδώσανε ένα δικό τους περιοδικό (τον «Κομμουνιστή της Μόσχας») από το οποίο επιτίθενταν με βιαιότητα ενάντια στον Λένιν και τους οπαδούς του γιατί είχαν τάχα προδώσει την επανάσταση στους Γερμανούς και τους κουλάκους. Ο Μπουχάριν, όχι μόνο έγραφε ότι η σοβιετική κυβέρνηση ήταν (μετά το Μπρεστ-Λιτόβσκ) ένα φάντασμα, μα και είχαν, φαίνεται, επεξεργαστεί σχέδια, μαζί με τους Αριστερούς Σοσιαλεπαναστάτες, που κι αυτοί ήταν κατά της υπογραφής της συνθήκης, οι Αριστεροί Κομμουνιστές να φυλακίσουν τον Λένιν, να συγκροτήσουν ένα νέο Συμβούλιο Επιτρόπων του Λαού και να ξεκινήσουν έναν επαναστατικό πόλεμο ενάντια στους Γερμανούς. Ένα γράμμα που δημοσιεύτηκε στην «Πράβντα», στις 21 του Δεκέμβρη 1923, από εννιά πρώην ηγέτες των Αριστερών Κομμουνιστών, στηρίζει αυτό τον ισχυρισμό, εξιστορώντας τις συναντήσεις που είχαν οι Σοσιαλεπαναστάτες Κάμκοφ και Πρόσιαν με τον Ράντεκ και τον Πιατάκοφ το 1918 με στόχο την απομάκρυνση του Λένιν και την εγκαθίδρυση μιας πιο «Αριστερής» κυβέρνησης. Παρόλο που, όπως δείχνει αυτό το περιστατικό, η σύγκρουση ήταν οξύτατη, η αντίθεση στο Μπρεστ-Λιτόβσκ εξαφανίστηκε μέσα σ’ ένα χρόνο –(Σελ. 104).
[8]. Το κάλεσμα του γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το Μάρτη του 1921, σε ένοπλη εξέγερση για την κατάληψη της εξουσίας, σε συνδυασμό με τους αγώνες στην Κεντρική Γερμανία, ήταν η άμεση εκδήλωση της λεγόμενης «θεωρίας της επίθεσης», που οι κύριοι εμπνευστές και θεωρητικοί της στην Κομμουνιστική Διεθνή ήταν ο Μπουχάριν και σ’ ένα μικρότερο κάπως βαθμό ο Ζινόβιεφ. Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, όχι μόνο έσπρωξε τα μέλη της σε μια από τα πριν καταδικασμένη άσκοπη στρατιωτική επιχείρηση μιας μικρής μειοψηφίας της εργατικής τάξης, αλλά και δήλωσε αμέσως μετά την κατάρρευση της ένοπλης εξέγερσης του Μάρτη ότι με την πρώτη ευκαιρία θα επαναλάβει την επιχείρηση. Αυτές οι επιχειρήσεις, διακήρυξαν οι υπερ-αριστεριστές, ηλεκτρίζουν την εργατική τάξη και θα την κάνουν να ανατρέψει την καπιταλιστική κυριαρχία. «Αν ρωτήσει κανείς τι το πραγματικά καινούριο υπάρχει στην επιχείρηση του Μάρτη, πρέπει να απαντήσουμε: ακριβώς αυτό που κατακρίνουν οι αντίπαλοί μας, δηλαδή ότι το Κόμμα μπήκε στην πάλη χωρίς να ενδιαφερθεί για το ποιος θα το ακολουθήσει», (Α.Μάσλοβ: «Η Διεθνής», Βερολίνο, 1921, σελ. 254). «Η επιχείρηση του Μάρτη σαν απομονωμένη επιχείρηση του Κόμματος θα ήταν –και μ’ αυτήν την έννοια έχουν δίκιο οι αντίπαλοί μας– ένα έγκλημα ενάντια στο προλεταριάτο. Αλλά η επίθεση του Μάρτη σαν μια εισαγωγή σε μια σειρά διαρκώς ανώτερες επιχειρήσεις, ήταν μια πράξη απελευθέρωσης», (Α.Ταλχάιμερ: «Ταχτική και Οργάνωση της Επαναστατικής Επίθεσης», Βερολίνο 1921, σελ. 6). «Το σύνθημα του Κόμματος, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να είναι: επίθεση, επίθεση με κάθε θυσία, με όλα τα μέσα, σε κάθε κατάσταση που προσφέρει σοβαρές δυνατότητες για επιτυχία». Το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αντιμέτωπο μ’ αυτό το πρόβλημα, βρέθηκε στα πρόθυρα σχεδόν μιας διάσπασης. Η πτέρυγα του Μπουχάριν υποστηρίχτηκε από την πλειοψηφία των αντιπροσώπων και των ηγετών, κι εδώ περιλαβαίνονται ο Πέπερ (Πογκάνι) και ο Ρακόζι, που είχε κατευθύνει την επιχείρηση του Μάρτη, ο Μπέλα Κουν, ο Μούντζενμπεργκ, ο Ταλχάιμερ, ο Φρέλιχ, οι περισσότεροι Ιταλοί κτλ. Ο Λένιν που τοποθέτησε επιδεικτικά τον εαυτό του στη «δεξιά πτέρυγα του Συνεδρίου», απείλησε με διάσπαση αν υπερίσχυαν οι υποστηριχτές του Μπουχάριν και της «επίθεσης». Με την υποστήριξη του Τρότσκι, και διαμέσου του Ράντεκ, που έπαιζε το ρόλο του συμφιλιωτή, ο Ζινόβιεφ και ο Μπουχάριν μειοψήφησαν στη ρωσική αντιπροσωπία, με αποτέλεσμα να υπερισχύσουν, τελικά, οι απόψεις του Λένιν. Οι θέσεις του Τρίτου Συνεδρίου και το σύνθημα «Προς τις μάζες!» που εισήγαγε την ευρεία πολιτική του Ενιαίου Μετώπου που υιοθετήθηκε λίγο αργότερα, ήταν ένα αποφασιστικό χτύπημα ενάντια στους αριστεριστές και για μια ορισμένη περίοδο βάλανε, ουσιαστικά, τέλος στις πουτσιστικές διαθέσεις στη Διεθνή –(Σελ. 104).
[9]. Η επανάσταση στη Φινλανδία, που άρχισε στα μέσα του Γενάρη του 1918, συντρίφτηκε τελικά τον Απρίλη του ίδιου χρόνου. Οι επαναστάτες ήταν συγκεντρωμένοι στο Νότο (Χέλσιγκφορς, Βίμποργκ), οι αντεπαναστάτες στο Βορά. Οι τελευταίοι νίκησαν με τη βοήθεια των γερμανικών, σουηδικών και ρωσικών Λευκών δυνάμεων. Οι γερμανικές δυνάμεις, 20.000 άντρες κάτω από τη διοίκηση του στρατηγού Μανερχάιμ, άφησαν όνομα ειδικά για την πλατιά Λευκή Τρομοκρατία που εξαπολύσανε στη συνέχεια. Οι σοσιαλιστές ηγέτες της επανάστασης κήρυσσαν τον πατσιφισμό και τη νομιμότητα στους εργάτες και δεν πήραν κανένα μέτρο απ’ αυτά που είχαν εξασφαλίσει την επιτυχία της μπολσεβίκικης επανάστασης στη γειτονική Ρωσία. Ο Κούουζινεν, ένας από τους Φιλανδούς ηγέτες, μπόρεσε να ξεφύγει από την τρομοκρατία, δραπετεύοντας στη Ρωσία. Αργότερα έγινε ένας από τους βασικούς υπαλλήλους της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Με την άφιξή του στη Ρωσία, έγραψε ένα «δοκίμιο αυτοκριτικής» μετά από τη συμβουλή του Λένιν, στο οποίο κατάκρινε τολμηρά τη δική του συμπεριφορά όπως και τη συμπεριφορά των άλλων ηγετών. «Εμείς που κάλπικα αποκαλούσαμε τον εαυτό μας “μαρξιστή”, δεν θέλαμε μια επαναστατική κινητοποίηση και χωρίς εμάς οι “επαναστάτες” της Κεντρικής Ομοσπονδίας των συνδικάτων δεν θα κινητοποιούνταν... Στην πραγματικότητα ήμασταν “σοσιαλδημοκράτες” κι όχι “μαρξιστές”. Σαν τέτοιοι, υιοθετήσαμε την άποψη μιας ειρηνικής και σταδιακής ταξικής πάλης, με κανέναν τρόπο επαναστατική... Δεν πιστεύαμε στην επανάσταση, δεν δίναμε καμιά ελπίδα σ’ αυτήν και δεν την επιδιώκαμε. Μ’ αυτή την έννοια ήμασταν κλασικοί σοσιαλδημοκράτες». (Ο.Β.Κούουζινεν: Η Επανάσταση στη Φινλανδία -Δοκίμιο Αυτοκριτικής Πάνω στους Αγώνες του 1918, Πετρούπολη, 1920, σελ. 12) –(Σελ. 109).
[10]. Από τον Λουί Ογκούστ Μπλανκί, τον γάλλο επαναστάτη του 19ου αιώνα, που στάθηκε στην άκρα αριστερή πτέρυγα του θυελλώδικου παρισινού κινήματος των ημερών του. Σε αντίθεση με το μαρξισμό, ο μπλανκισμός ήταν υπέρ ενός επαναστατικού κινήματος οργανωμένου συνωμοτικά και που θα οδηγούνταν από μια μικρή δραστήρια μειοψηφία που, χωρίς να βασίζεται σε ένα πλατύ κίνημα της εργατικής τάξης, θα καταλάμβανε την εξουσία μ’ ένα και μόνο ξαφνικό χτύπημα, και, αφού θα εγκαθίδρυε μια δικτατορία του προλεταριακού κόμματος, θα εγκαινίαζε το νέο κοινωνικό σύστημα διαμέσου των κομμουνιστικών μέτρων που θα διάταζε η επαναστατική κυβέρνηση. Ο Λένιν, που κατηγορήθηκε το 1917 για μπλανκισμό, ακόμα κι από πολλούς κομματικούς φίλους του, ασχολήθηκε πολύ στα γραπτά του με τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον μπλανκισμό και τη μαρξιστική αντίληψη της «επανάστασης σαν τέχνη» που βασίζεται στην προετοιμασία, την καθοδήγηση και την δραστήρια συμμετοχή ενός πλατιού κινήματος των μαζών –(Σελ. 111).
[11]. Μια αναφορά στο γράμμα του Στάλιν προς τον Ζινόβιεφ και τον Μπουχάριν, που ήταν οι ηγέτες ρώσοι αντιπρόσωποι αυτή την εποχή (1923) στην Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το γράμμα διαβάστηκε στην Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής και της Κεντρικής Επιτροπής Ελέγχου, το 1927, από τον Ζινόβιεφ και μπήκε στα επίσημα αρχεία του Κόμματος. Ο Στάλιν έγραφε: «Αν οι Κομμουνιστές (στο δοσμένο στάδιο) προσπαθήσουν να καταλάβουν την εξουσία χωρίς τους σοσιαλ-δημοκράτες, είναι αρκετά ώριμοι για να το κάνουν; Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το ζήτημα. Όταν εμείς καταλάβαμε την εξουσία, είχαμε στη Ρωσία τέτοια αποθέματα όπως (α) την ειρήνη, (β) τη γη στους αγρότες, (γ) την υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας της εργατικής τάξης, (δ) τη συμπάθεια της αγροτιάς. Οι γερμανοί κομμουνιστές αυτή τη στιγμή δεν έχουν τίποτε τέτοιο. Βέβαια, έχουν το σοβιετικό έθνος δίπλα τους, που δεν είχαμε εμείς, αλλά τί μπορούμε να τους προσφέρουμε αυτή τη στιγμή; Αν σήμερα η εξουσία στη Γερμανία, ας πούμε, έπεφτε, και οι Κομμουνιστές την καταλάβαιναν, θα κατάρρεαν παταγωδώς. Αυτό στην “καλύτερη” περίπτωση. Και στη χειρότερη θα συντρίβονταν και θα ρίχνονταν πίσω. Όλο το ζήτημα δεν είναι ότι ο Μπράντλερ θέλει να “μορφώσει τις μάζες”, αλλά ότι η μπουρζουαζία μαζί με τους δεξιούς σοσιαλδημοκράτες σίγουρα θα μεταμορφώσουν τα μαθήματα –τη διαδήλωση– σε μια γενική μάχη (κι αυτή τη στιγμή όλες οι δυνατότητες βρίσκονται με το μέρος τους) και θα τους εξοντώσουν. Βέβαια οι φασίστες δεν κοιμούνται, αλλά μας συμφέρει να επιτεθούν πρώτοι: αυτό θα συσπειρώσει ολόκληρη την εργατική τάξη γύρω από τους Κομμουνιστές (η Γερμανία δεν είναι Βουλγαρία). Πέρα απ’ αυτό, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες, οι φασίστες είναι αδύνατοι στη Γερμανία. Κατά τη γνώμη μου, οι Γερμανοί πρέπει να αναχαιτιστούν και όχι να ενθαρρύνονται», («Arbeiter-politik», Λάιπζιγκ 9 του Φλεβάρη 1929) –(Σελ. 111).