Marxistbooks> Βιβλιοθήκη > Τροτσκι> Τα Εγκλήματα του Στάλιν


ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ

ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ
ΤΟΥ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΥ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ

[ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ
ΣΤΟΥΣ ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΥΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΕΣ ΤΗΣ «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ»
ΠΟΥ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ 75 ΧΡΟΝΙΑ ΑΝΑΛΑΒΑΝΕ ΝΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΥΝ
ΤΟΥΣ ΣΤΑΛΙΝΙΚΟΥΣ ΦΟΝΙΑΔΕΣ ΤΩΝ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΩΝ ΗΓΕΤΩΝ]

ΔΕΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΙ ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ


Γράφτηκε: Το Βιβλίο αυτό γράφτηκε κομματιαστά:
–Αύγουστος 1936 (Δίκη Ζινόβιεφ - Κάμενεφ) και Γενάρης 1937 (Δίκη Πιατάκοβ - Ράντεκ - Σερεμπριάκοβ)
–Απρίλης 1937 (Υλικό για την Επιτροπή Έρευνας της Νέας Υόρκης και Ιούλης 1937 (Δίκη των στρατηγών: Τουχατσέβσκι -Γιακίρ - Γκαμάρνικ)
Πηγή: Εκδόσεις «Προμηθέας» 1962 – «Νέοι Στόχοι» 1973 – «Αλλαγή» 1984 – «Παρασκήνιο» 2004
Επιμέλεια - Σύνταξη: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, 15 Φλεβάρη 2011



Στις 9 Φλεβάρη 1937 είτανε να μιλήσω από το τηλέφωνο σε μια συγκέντρωση της Νέας Υόρκης, αφιερωμένη στις Δίκες της Μόσχας. Οι φίλοι μου με προειδοποίησαν πως έπρεπε να περιμέ­νουμε σαμποτάζ από μέρους των «φίλων» της Μόσχας που, αν δεν έχουν τη συμπάθεια των μαζών, έχουν αντίθετα καταφέρει να εγ­κατασταθούν σε ορισμένες διοικητικές και τεχνικές υπηρεσίες. Όπως κ’ έγινε. Δυνάμεις σκοτεινές παρεμβλήθηκαν ανάμεσα στις εφτά χιλιάδες Νεοϋορκέζους ακροατές μου και μένα. Οι μπερδε­μένες εξηγήσεις που μου είχαν δοθεί από τους ενδιαφερόμενους τεχνικούς ανασκευάστηκαν ολότελα από σοβαρούς ειδικούς. Η πραγματική εξήγηση βρίσκεται σε λίγα γράμματα: Γκε-Πε-Ου. Προ­βλέποντας το σαμποτάζ, είχα αποστείλει προκαταβολικά το κεί­μενο του λόγου μου στους οργανωτές της συγκέντρωσης. Διαβα­σμένο μπροστά σ’ ένα προσεκτικό ακροατήριο, αυτό το κείμενο δε θά ’μενε χωρίς αποτέλεσμα. Η συγκέντρωση στον Ιππόδρομο της Νέας Υόρκης οργανώθηκε σε μεγάλο μέρος από την Επιτροπή Έρευνας.

* * *

«Αγαπητοί ακροατές, σύντροφοι και φίλοι! Ο πρώτος μου λόγος θα είναι για να σας παρακαλέσω να με συγχωρήσετε για την αξιοθρήνητη αγγλική προφορά μου. Ο δεύ­τερος λόγος μου, για να ευχαριστήσω την επιτροπή που μού ’δοσε τη δυνατότητα να σας μιλήσω για τις δίκες της Μόσχας. Δε θα βγω ούτε μια στιγμή από το θέμα μου, πάρα πολύ πλατύ από μόνο του. Δε θα αποταθώ ούτε στα πάθη, ούτε στα νεύρα, μα μόνο στο λογικό, μην αμφιβάλλοντας πως το λογικό είναι με το μέρος της αλήθειας.

Η δίκη Ζινόβιεφ – Κάμενεφ προκάλεσε ένα αίσθημα φρίκης, αναστάτωσης, αγανάκτησης ή τουλάχιστο κατάπληξης. Η δίκη Ράντεκ – Πιατάκοβ αύξησε μόνο αυτά τα αισθήματα. Να τι είναι αδιαφιλονίκητο. Να αμφιβάλλεις για τη δικαιοσύνη σ’ αυτή την περίπτωση είναι σα να, υποπτεύεσαι την απάτη. Μπορεί να φαντα­στεί κανείς υποψία πιο επιβαρυντική απέναντι σε μια κυβέρνηση που τοποθετείται κάτω από την αιγίδα του σοσιαλισμού; Η σοβιετι­κή κυβέρνηση δε θά ’πρεπε να ζητήσει να διαλύσει αυτές τις υποψίες; Το χρέος των αληθινών φίλων της ΕΣΣΔ δε θά ’πρεπε να είναι να πούνε σταθερά στους κυβερνήτες της Μόσχας να διαλύσουν με κάθε τρόπο τη δυσπιστία που προκαλεί η δικαιοσύνη της Μόσχας στη Δύση;

Αν απαντήσεις: “Έχουμε τη δικαιοσύνη μας, τα αλλά δε μας ενδιαφέρουν”, δε διαφωτίζεις έτσι τις μάζες με πνεύμα σοσιαλιστικό, αυτό είναι σα να κάνεις μια πολιτική γοήτρου με βάση τη μπλόφα με τον τρόπο του Χίτλερ ή του Μουσολίνι.

Οι “φίλοι της ΕΣΣΔ”, που έχουν πειστεί για την εγκυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας της Μόσχας (και, πόσοι είναι αυτοί; Τί κρίμα να μη μπορεί κανείς να κάνει απογραφή των συνειδήσεων!), ακόμα κι αυτοί οι ακλόνητοι “φίλοι” της γραφειοκρα­τίας πρέπει να απαιτήσουν μαζί μας το σχηματισμό μιας ερευνη­τικής επιτροπής με κύρος. Οι κυβερνήτες της Μόσχας θά ’πρεπε να προσφέρουν σε μια τέτοια επιτροπή όλες τις αποδείξεις που διαθέτουν. Δε μπορεί βέβαια να μη υπάρχουν, μια και οι δίκες Κίροφ οδήγησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα 49 πρόσωπα –χωρίς να λογαριάσουμε κάπου εκατόν πενήντα άλλους που τουφεκίστηκαν χωρίς δίκη.

Ας υπενθυμίσουμε ότι οι δυο δικηγόροι, ο Πριτ από το Λον­δίνο και ο Ροζανμάρκ από το Παρίσι, εγγυήθηκαν απέναντι στην παγκόσμια κοινή γνώμη για την εγκυρότητα της μοσχοβίτικης ετυμηγορίας. Αυτά, για να μη λογαριάσουμε σαν εγγυητή το δη­μοσιογράφο Ντιούραντι. Μα ποιός θα εγγυηθεί γι’ αυτούς τους εγγυητές; Οι δυο δικηγόροι ευχαριστούν τη σοβιετική κυβέρνηση που έθεσε στη διάθεση τους όλα τα αναγκαία διαφωτιστικά στοιχεία. Ας προσθέσουμε ότι ο Πριτ, “σύμβουλος της Βρετανικής Αυτού Μεγαλειότητας”, προσκλήθηκε στη Μόσχα έγκαιρα, ενώ η ημερομηνία έναρξης της δίκης κρατιόταν αυστηρά μυστική. Η σοβιετική κυβέρνηση λοιπόν δε θεώρησε ανάξιο από μέρους της να καταφύγει με πλάγια μέσα στη βοήθεια ξένων δικηγόρων και δημοσιογράφων που δεν αξίζουν καμιάν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Μα όταν η Σοσιαλιστική Διεθνής και η Συνδικαλιστική Διεθνής πρότειναν να στείλουν δικηγόρους στη Μόσχα, ο σοβιετικός τύπος τις κατηγόρησε –ούτε λίγο ούτε πολύ!– ότι υπερασπίζουν τους δολοφόνους και τη Γκεστάπο. Θα ξέρετε βέβαια πως δεν είμαι οπαδός αυτών των Διεθνών. Μα δεν είναι φανερό πως το ηθικό τους κύρος είναι άπειρα ανώτερο από το κύρος δικηγόρων με ευλύγιστη ραχοκοκκαλιά; Δε δικαιούμαστε να διαπιστώσουμε ότι η κυβέρνηση της Μόσχας δέχεται να παραμε­λήσει το γόητρο της προβάλλοντας εμπειρογνώμονες και εξοχότητες που έχει προεξασφαλίσει την επιδοκιμασία τους; Είναι έτοιμη να κάνει τον Πριτ, τον “σύμβουλο της Α.Μ.”, σύμβουλο της Γκε-Πε-Ου. Απαντάει με χυδαίες βρισιές σε κάθε απόπειρα για επανε­ξέταση που να περικλείνει κάποιαν εγγύηση αντικειμενικότητας και αμεροληψίας. Το γεγονός δε μπορεί να αμφισβητηθεί και είναι επιβαρυντικό.

Αυτό το συμπέρασμα μήπως είναι λαθεμένο; Τίποτα πιο εύκολο να το διαψεύσουν: ας θέσει λοιπόν η κυβέρνηση της Μόσχας στη διάθεση μιας διεθνούς επιτροπής έρευνας, δεδομένα σοβαρά, συγ­κεκριμένα, ακριβή πάνω σε όλα τα σκοτεινά σημεία των δικών Κίροφ. Δεν υπάρχει τίποτα σ’ αυτές τις δίκες, αλλοίμονο, έξω απ’ αυτά τα σκοτεινά σημεία... Ίσα - ίσα γι’ αυτό η Μόσχα κάνει τ’ αδύνατα δυνατά για να με κάνει να σωπάσω, εμένα τον κύριο κατηγορούμενο. Κάτω από τη φοβερή οικονομική πίεση της Μό­σχας, η νορβηγική κυβέρνηση με είχε περιορίσει, παίρνοντας για πρόφαση ένα άρθρο για τη Γαλλία που το είχα δημοσιεύσει στην αμερικανική επιθεώρηση «Δη Ναίησιον»! Ποιός θα το πιστέψει; Τί ευτυχία που η μεγαλόψυχη φιλοξενία του Μεξικού, παραχωρη­μένη με πρωτοβουλία του προέδρου του, του στρατηγού Κάρντενας, μας επέτρεψε στη γυναίκα μου και μένα ν’ αντιμετωπίσουμε τη δεύτερη δίκη ελεύθεροι! Και πάλι ωστόσο, όλοι οι μοχλοί μπήκαν σε κίνηση για να με αναγκάσουν να σωπάσω. Γιατί φοβούνται τόσο στη Μόσχα τη φωνή ενός μόνον ανθρώπου; Γιατί εγώ ξέρω την αλήθεια, όλη την αλήθεια. Γιατί δεν έχω τίποτα να κρύψω. Γιατί είμαι έτοιμος να εμφανιστώ μπροστά σε μιαν επιτροπή έρευνας αμερόληπτη και δημόσια, με πειστήρια και γεγονότα, για να της αποκαλύψω όλη την αλήθεια. Και δηλώνω: Αν αυτή η επιτροπή με βρει στο παραμικρό ένοχο για τα εγκλήματα που μου κατα­λογίζει ο Στάλιν, αναλαβαίνω προκαταβολικά την υποχρέωση να παραδοθώ στους δήμιους της Γκε-Πε-Ου. Αυτό είναι ξάστερο, ελ­πίζω. Όλοι το ακούσατε. Το δηλώνω μπροστά σ’ όλο τον κόσμο. Ζητώ από τον τύπο να φέρει αυτά τα λόγια στις πιο απόμακρες γωνιές του πλανήτη. Μα αν η επιτροπή αποδείξει –με ακούτε καλά;– ότι οι δίκες της Μόσχας είναι συνειδητές και προμελε­τημένες απάτες, χτισμένες πάνω στα νεύρα και στους σκελετούς των ανθρώπων, δε θα ζητήσω από τους κατήγορους μου να προσ­φέρουν εθελοντικά τον εαυτό τους στις σφαίρες. Τους φτάνει η αιώ­νια καταισχύνη στη μνήμη των γενεών! Οι εισαγγελείς του Κρεμλίνου με ακούνε; Τους ρίχνω κατάμουτρα την πρόσκληση. Περιμένω την απάντησή τους!

Κι απαντώ παρεκβατικά στους επιπόλαιους σκεπτικιστές που θα ρωτούσαν: “Γιατί θα πρέπει να πιστέψουμε τον Τρότσκι περισσότερο από το Στάλιν;”. Να παραδοθώ εδώ σε ψυχολογικούς στοχα­σμούς θα ’ταν άτοπο. Δε γίνεται λόγος για προσωπική εμπιστοσύνη. Μιλάμε για επανεξέταση! Προτείνω την επανεξέταση! Απαιτώ την επανεξέταση!

* * *

Η δίκη Ζινόβιεφ – Κάμενεφ είχε για άξονα της την “τρομοκρατία”. Η δίκη Πιατάκοβ – Ράντεκ έβαλε σε πρώτο πλάνο, όχι την τρομοκρατία, μα τη συνεννόηση των τροτσκιστών με τη Γερμανία και την Ιαπωνία για την προετοιμασία του πολέμου, το διαμελισμό της ΕΣΣΔ, το σαμποτάρισμα της βιομηχανίας, την εξόντωση των εργατών... Πώς να εξηγήσουμε αυτή τη χτυπητή ασυμφωνία; Μας είχαν πει, ύστερα από την εκτέλεση των Δεκάξι, πως οι ομολογίες του Ζινόβιεφ, του Κάμενεφ και των άλλων του­φεκισμένων είταν ειλικρινείς και ανταποκρίνονταν στα γεγονότα. Ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ είχαν ζητήσει άλλωστε εναντίον του εαυτού τους τη θανατική ποινή! Γιατί δεν είπαν τίποτα για το κυ­ριότερο: για τη συμμαχία των τροτσκιστών με την Ιαπωνία και τη Γερμανία και για το σχέδιο διαμελισμού της ΕΣΣΔ; Μπορούσαν να παραλείψουν τέτοιες “λεπτομέρειες”; Μπορούσαν, αυτοί που είταν οι ηγέτες του υποτιθέμενου “κέντρου”, να αγνοούν αυτό που ήξεραν οι κατηγορούμενοι της δεύτερης δίκης, πρόσωπα δεύτερης σειράς; Αυτό το αίνιγμα είναι απλό: το καινούργιο αμάλγαμα επι­νοήθηκε ύστερα από την εκτέλεση των Δεκάξι, μέσα στους τε­λευταίους πέντε μήνες, σαν απάντηση στις δυσμενείς απηχήσεις που είχε στον ξένο τύπο. Το πιο αδύνατο σημείο της δίκης των Δεκάξι βρισκόταν στην κατηγορία που διατυπώθηκε εναντίον των παλιών μπολσεβίκων ότι είχαν έρθει σε συνεννόηση με τη Γκεστάπο. Ούτε ο Ζινόβιεφ, ούτε ο Κάμενεφ, ούτε ο Σμίρνοφ, κανένας από τους κατηγορούμενους που είχαν ένα πολιτικό όνομα, δεν πα­ραδέχτηκε αυτό το σύνδεσμο: Σταμάτησαν όλοι σ’ αυτό το ακραίο όριο της κατάπτωσης! Ήρθε λοιπόν η επαφή με τη Γκεστάπο με τη μεσολάβηση ύποπτων αγνώστων, όπως ο Όλμπεργκ, ο Μπέρμαν, ο Φριτς Ντάβιντ, για σκοπούς τόσο σπουδαίους όσο η επίτευξη ε­νός διαβατηρίου της Ονδούρας για τον Όλμπεργκ! Όλα φαινόνταν πάρα πολύ κουτά. Κανείς δε μπορούσε να τα πιστέψει. Ο­λόκληρη η δίκη διακυβεύονταν. Έπρεπε με κάθε θυσία να διορθω­θεί το λάθος του σκηνοθέτη, να γεμιστεί το άνοιγμα. Ο Γιέζοφ αν­τικατέστησε το Γιάγκοντα. Μια καινούργια δίκη μπήκε στην ημε­ρήσια διάταξη. Ο Στάλιν αποφάσιζε να απαντήσει πάνω - κάτω μ’ αυτά τα λόγια στους επικριτές! Δεν πιστεύετε ότι ο Τρότσκι ήρθε σε σχέσεις με τη Γκεστάπο διαμέσου του Όλμπεργκ για ένα δια­βατήριο της Ονδούρας; Έ, λοιπόν, θα σας αποδείξω πως ο σκο­πός της συμμαχίας του με το Χίτλερ είναι να προκαλέσει τον πό­λεμο για το ξαναμοίρασμα του κόσμου.

Μα γι’ αυτή τη δεύτερη σκηνοθεσία έλειπαν οι κυριότεροι ηθοποιοί αφού ο Στάλιν τους είχε κιόλας σφάξει. Έτσι δεν τού ’μενε παρά να δόσει τους πρώτους ρόλους σε πρόσωπα δεύτερης σειράς. Δε θεωρώ περιττό να καταδείξω ότι ο Στάλιν επιθυμούσε τη συνεργασία του Ράντεκ και του Πιατάκοβ. Ωστόσο δεν έμεναν πια άνθρωποι γνωστοί που μπορούν, έστω και στο μακρινό παρελθόν, να συνδεθούν με τον “τροτσκισμό”. Ο κλήρος έπεσε πάλι στον Πιατάκοβ και στο Ράντεκ. Η εκδοχή αναφορικά με τις σχέσεις μου με τη Γκεστάπο δια μέσου ασήμαντων υπόπτων προσώπων παραμερί­στηκε. Το ζήτημα τοποθετήθηκε παρευθύς σε παγκόσμια κλίμακα. Δεν είταν πια για το διαβατήριο της Ονδούρας, μα για το διαμε­λισμό της ΕΣΣΔ κι ακόμα για την ήττα των Ενωμένων Πολιτειών! Σε πέντε μήνες, είταν σαν ένα παράδοξο ασανσέρ να ανάσερνε τη συνωμοσία απ’ τα βρόμικα υπόγεια της αστυνομίας για να την φέρει στα ύψη όπου κρίνονται τα πεπρωμένα των μεγάλων δυνάμεων. Ο Ζινόβιεφ, ο Κάμενεφ, ο Σμίρνοφ, ο Μρατσκόβσκι είχαν κατέβει στον τάφο χωρίς να υποπτεύονται αυτά τα μεγαλεπήβολα σχέδια, αυτές τις συμμαχίες, αυτή την προοπτική... Τέτοιο είναι το θεμελιακό ψέμα του τελευταίου αμαλγάματος!

Για να σκεπάσουν έστω και λίγο αυτή την κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα στις δυο δίκες, ο Πιατάκοβ και ο Ράντεκ κατάθεσαν ότι σχημάτισαν ίνα “παράλληλο” κέντρο... λόγω της δυσπιστίας του Τρότσκι απέναντι στο Ζινόβιεφ και στον Κάμενεφ. Δύσκολα θα επινοούσε κανείς εξήγηση πιο παράλογη και πιο κίβδηλη! Το γεγονός είναι πως δεν είχα καμιά εμπιστοσύνη στο Ζινόβιεφ και στον Κάμενεφ ύστερα από τη συνθηκολόγησή τους· και πως από τα τέλη του 1927 δεν είχα μαζί τους καμιά σχέση. Μα είχα ακόμα λι­γότερη εμπιστοσύνη στον Ράντεκ και στον Πιατάκοβ. Κιόλας το 1929 ο Ράντεκ είχε παραδόσει στη Γκε-Πε-Ου τον αντιπολιτευόμενο Μπλούμκιν, που τουφεκίστηκε χωρίς δίκη, μυστικά. Έγραφα τότε από το εξωτερικό στο “Δελτίο της Αντιπολίτευσης”: “Ο Ράντεκ, έχοντας χάσει τα τελευταία λείψανα της ηθικής ισορροπίας, δε σταματά πια μπροστά σε καμιάν ατιμία”. Δεν εκφραζόμουν πολύ καλύτερα για λογαριασμό του Πιατάκοβ στον τύπο και στα ιδιωτι­κά μου γράμματα. Το δίχως άλλο είναι οδυνηρό να παραθέσω αυ­τές τις κρίσεις για τα τραγικά θύματα του Στάλιν, μα θά ’ταν εγκλη­ματικό να σκεπάσουμε εδώ την αλήθεια για λόγους συναισθηματικούς... Ο Ράντεκ και ο Πιατάκοβ κοίταζαν πάντα το Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ απ’ τα κάτω προς τα πάνω και δεν πέφταν έξω. Και δεν είναι μόνον αυτό. Στη δίκη των Δεκάξι ο εισαγγελέας απο­κάλεσε το Σμίρνοφ “ηγέτη” των τροτσκιστών στην ΕΣΣΔ. Ο κα­τηγορούμενος Μρατσκόβσκι, για ν’ αποδείξει πόσο είταν δικός μου, δήλωσε ότι δεν επικοινωνούσαν μαζί μου παρά μόνο με τη μεσολά­βηση του, και ο εισαγγελέας υποστήριξε αυτή τη βεβαίωση. Πως γίνεται ούτε ο Ζινόβιεφ, ούτε ο Κάμενεφ, ούτε ο “τροτσκιστής ηγέ­της” Σμίρνοφ, ούτε ο Μρατσκόβσκι, ο δικός μου, να μην ήξεραν τίποτα για τα σχέδια για τα οποία πληροφόρησα τον Ράντεκ, κείνο τον Ράντεκ που τον μαστίγωσα δημόσια σαν προδότη; Να το βασικό ψέμα της πρόσφατης δίκης. Φανερώνεται με την πρώτη ματιά. Γνωρίζουμε την προέλευσή του. Βλέπουμε τα κρυφά του νήματα. Βλέπουμε το άξεστο χέρι που τα τραβάει.

Ο Ράντεκ και ο Πιατάκοβ δήλωσαν μετάνοια για τα φοβερά εγκλήματα που κάνανε. Αυτά τα εγκλήματα, ωστόσο, για τους κατηγορούμενους – και όχι για τους κατήγορους – δεν έχουν κα­νένα νόημα. Με την τρομοκρατία, το σαμποτάζ, και τη συμμαχία με τους ιμπεριαλιστές, εννοούσαν, φαίνεται, να παλινορθώσουν τον καπιταλισμό στην ΕΣΣΔ. Γιατί; Σ’ όλη τους τη ζωή είχαν πολεμήσει τον καπιταλισμό. Κινήθηκαν τάχα από προσωπικά κίνητρα; Από τη δίψα της εξουσίας; Από το πνεύμα του κέρδους; Μα κάτω από κανένα καθεστώς ο Πιατάκοβ και ο Ράντεκ δε μπορούσαν να περι­μένουν θέσεις ανώτερες από κείνες που κατείχαν πριν από την σύλληψή τους. Μήπως θυσιάστηκαν τόσο ανόητα από φιλία για μένα; Υπόθεση χωρίς νόημα. Όλες οι συζητήσεις τους, οι λόγοι τους, τα γραφτά τους, οι πράξεις τους, τα οκτώ τελευταία χρόνια απέναντί μου δείχνουν πωρωμένους εχθρούς. Η τρομοκρατία; Μα οι αντιπολιτευόμενοι ύστερα από την επαναστατική πείρα της Ρω­σίας μπορούσαν να μην προβλέπουν ότι η τρομοκρατία θα χρησίμευε μόνο σαν το πρόσχημα για την εξόντωση των καλύτερων αγωνιστών; Αυτό το ήξεραν, το πρόβλεπαν, το είχαν διακηρύξει εκατοντάδες φορές. Δεν είχαμε ανάγκη από την τρομοκρατία. Αντίθετα η διευ­θύνουσα φατρία είχε την πιο μεγάλη ανάγκη απ’ αυτήν. Στις 4 Μάρ­τη 1929 – εδώ και οκτώ χρόνια – έγραφα σ’ ένα άρθρο μου πάνω στην πολιτική του Στάλιν: “Δεν του μένει πια (του Στάλιν) παρά να χωρίσει με αίμα το επίσημο κόμμα απ’ την αντιπολίτευση. Πρέ­πει με κάθε θυσία να συνδέσει την αντιπολίτευση με τρομοκρα­τικές επιθέσεις, με προετοιμασία εξέγερσης κλπ.”. Θυμηθείτε ότι ο βοναπαρτισμός ποτέ δεν έκανε χωρίς αστυνομική κατασκευή συ­νωμοσιών!

Η αντιπολίτευση θά ’πρεπε να αποτελείται από ηλίθιους για να φαντάζεται πως η συμμαχία με το Χίτλερ ή το Μικάδο, που κ’ οι δυο τους είναι καταδικασμένοι να ηττηθούν στον ερχόμενο πόλεμο, συμφωνία ολότελα ανόητη, θα μπορούσε να δόσει στους μαρξιστές άλλο από την καταισχύνη και τη συμφορά. Αντίθετα, η συμμαχία των τροτσκιστών με το Χίτλερ είναι υπεραναγκαία στο Στάλιν. Ο Βολταίρος έλεγε ότι θά ’πρεπε να επινοήσει κανείς το θεό αν δεν υπήρχε. Η Γκε-Πε-Ου σκέπτεται πως αν δεν υπάρχει συνεννόη­ση με τον εχθρό, πρέπει να την επινοήσει.

Οι δίκες της Μόσχας είναι θεμελιωμένες στον παραλογισμό. Κατά την επίσημη εκδοχή, από το 1931 οι τροτσκιστές οργανώνουν μια τερατώδη συνωμοσία και όλοι κάνουν το αντίθετο από ό,τι λένε, σαν από διαταγή. Εκατοντάδες πρόσωπα έχουν μυηθεί στη συνωμοσία, μα μέσα σε χρόνια δε θα παρουσιαστούν ανάμεσα τους ούτε διχογνωμίες, ούτε σχίσματα, ούτε καταγγελίες κι ακόμα ούτε ένα γράμμα δε θα πέσει στα χέρια των άρχων –ως την ώρα των ομόφωνων ομολογιών! Τότε γίνεται ένα άλλο θαύμα. Άνθρωποι που προετοίμασαν τις δολοφονίες, τον πόλεμο, το διαμελισμό της ΕΣΣΔ, εγκληματίες πωρωμένοι, μετανιώνουν ξαφνικά τον Αύγου­στο του 1936, κι αυτό όχι κάτω από το βάρος των αποδείξεων, γιατί δεν υπάρχουν αποδείξεις εναντίον τους, μα για λόγους μυστικοπά­θειας που οι ψυχολόγοι υποκριτές χαρακτηρίζουν σαν ιδιαίτερο γνώ­ρισμα της “ρωσικής ψυχής”. Στοχασθείτε αυτό: χθες εκτροχίαζαν τραίνα, δηλητηρίαζαν εργάτες σ’ ένα ασύλληπτο νεύμα του Τρότσκι. Σήμερα, κυριευμένοι από το μίσος εναντίον του Τρότσκι, τον καθιστούν υπεύθυνο για τα εγκλήματά τους. Χτες δε σκέφτονταν παρά πώς να σκοτώσουν τον Στάλιν. Σήμερα πλέκουν το εγκώμιο του. Βρισκόμαστε λοιπόν σε τρελοκομείο; Όχι, λένε οι κύριοι Ντιούραντι. Τρελοκομείο; Καθόλου. Η “ρωσική ψυχή”. Ψεύ­τες! Συκοφαντείτε τη ρωσική ψυχή! Συκοφαντείτε την ανθρώπινη ψυχή!

Το ταυτόχρονο και το ομόφωνο στις ομολογίες δεν είναι εδώ η μόνη τερατωδία. Η χειρότερη τερατωδία είναι ότι με την ίδια τους ομολογία οι συνωμότες έκαναν στην πολιτική ακριβώς εκείνο που θα τους χαντάκωνε, εκείνο που είταν απόλυτα αναγκαίο στη διευθύνουσα φατρία. Μπροστά στο δικαστήριο λένε κείνο που θα μπορούσαν να πουν οι πιο πειθήνιοι πράκτορες του Στάλιν. Άνθρωποι ομαλοί, υπακούοντας στη δική τους βούληση, δε θα μπο­ρούσαν ποτέ να φερθούν στην ανάκριση και μπροστά στους δικα­στές, όπως φέρθηκαν ο Ζινόβιεφ, ο Κάμενεφ, ο Ράντεκ, ο Πιατά­κοβ και άλλοι. Η πίστη στις πεποιθήσεις, το αίσθημα της πολιτι­κής τους αξιοπρέπειας, άλλα και μόνο το ένστικτο της αυτοσυντή­ρησης θα τους ανάγκαζε να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, να υπερασπίσουν τα συμφέροντα τους, τη ζωή τους. Το μόνο λογικό ερώ­τημα μπορεί να τεθεί έτσι : “Ποιός έφερε αυτούς τους ανθρώπους σε κατάσταση όπου όλα τα φυσιολογικά αντανακλαστικά ατόνησαν και με ποιά μέσα;”. Η νομική γνωρίζει μια πολύ απλή αρχή που δίνει το κλειδί σε πολλά μυστικά: Is fecit cui prodest, ψάξε να βρεις ποιόν ωφελεί το έγκλημα. Ολόκληρη η στάση των κατη­γορουμένων υπαγορεύεται όχι από τα συμφέροντα τους και τις ι­δέες τους, μα από τα συμφέροντα των διευθυνόντων. Ψευτοσυνωμοσία, ομολογίες, δίκη θεατρική, εκτελέσεις ολότελα πραγματικές – ένα μόνο χέρι τά ’κανε όλα αυτά. Ποιό; Cui prodest? Το χέρι του Στάλιν! Φτάνουν οι φλυαρίες, οι ψευτιές, οι αγυρτείες για τη ρω­σική ψυχή! Είδαμε να δικάζονται όχι αγωνιστές, όχι συνωμότες, μα αντρείκελα στα χέρια της Γκε-Πε-Ου! Έπαιζαν ρόλους πού ’χαν μάθει από τα πριν. Αντικείμενο αυτών των επαίσχυντων παρα­στάσεων: να συντριβεί κάθε αντιπολίτευση, να δηλητηριαστεί στην ίδια την πηγή της κάθε κριτική σκέψη, να καθιερωθεί για πάντα το ολοκληρωτικό καθεστώς του Στάλιν.

Θα μπορούσα να παρουσιάσω εδώ πάμπολλες μαρτυρίες και ντοκουμέντα που να ανατρέπουν συθέμελα τις καταθέσεις διαφό­ρων κατηγορουμένων: Σμίρνοφ, Μρατσκόβκι, Ντρέϊτσερ, Ράντεκ, Βλαντίμιρ Ρομ, όλων εκείνων με μια λέξη που επιχείρησαν να προσδιορίσουν γεγονότα ή περιστάσεις χρόνου και τόπου. Μα αυτή η δουλειά μπορεί να γίνει καρποφόρα μόνο μπροστά σε μιαν επι­τροπή έρευνας στην οποία θα συμμετείχαν νομομαθείς και η οποία θα διέθετε αρκετό χρόνο για να γνωρίσει τις μαρτυρίες και να με­λετήσει τα ντοκουμέντα.

Τα λίγα που λέω εδώ επιτρέπουν, ελπίζω, να προβλέψει κα­νείς την πορεία που θα ακολουθήσει η έρευνα. Από το ένα μέρος η κατηγορία είναι καθαυτή φανταστική: Όλη η παλιά μπολσεβίκικη γενιά κατηγορείται για μια βδελυρή προδοσία που δεν έχει ούτε σκοπό ούτε έννοια. Για την υποστήριξη αυτής της κα­τηγορίας ο εισαγγελέας δε διαθέτει ούτε μια υλική απόδειξη μ’ όλο που έγιναν δεκάδες χιλιάδες έρευνες και συλλήψεις. Η ολο­κληρωτική απουσία αποδείξεων είναι η πιο τρομερή απόδειξη εναντίον του Στάλιν! Οι εκτελέσεις στηρίχτηκαν μόνο πάνω σε ομολογίες που αποσπάστηκαν με καταναγκασμό. Μόλις ένα γε­γονός αναφερθεί σ’ αυτές τις ομολογίες, καταρρέει με την πρώτη εξέταση. Η Γκε-Πε-Ου δεν είναι μόνο ένοχη για παραχάραξη, είναι ακόμα ένοχη για ηλιθιότητα, για αδεξιότητα, για χοντροκοπιά στην επεξεργασία της παραχάραξης. Η ατιμωρησία διαφθείρει. Η απουσία ελέγχου παραλύει την κριτική. Οι παραχαράκτες μπλαστρώνουν όπως-όπως τη δουλειά τους, υπολογίζοντας στο συνοπτικό αποτέλεσμα των ομολογιών και των τουφεκισμών. Αν αντιπαραβάλουμε προσεκτικά τις φανταστικές κατηγορίες στο σύνολό τους και τις ολοφάνερα ψεύτικες δηλώσεις των κατηγορου­μένων πάνω στα πραγματικά ζητήματα, τί μένει από όλες αυτές τις μονότονες ομολογίες; Η αποπνιχτική μπόχα, μιας ιεροεξεταστικής δικαστικής κουζίνας και τίποτ’ άλλο.

Πολλοί ακροατές επαναλαβαίνουν χωρίς άλλο πρόθυμα: “Ότι οι ομολογίες είναι ψεύτικες, αυτό είναι φανερό, μα πως κατάφερε ο Στάλιν να τις αποσπάσει; Ιδού το μυστήριο”. Πραγματικά το μυστήριο δεν είναι τόσο βαθύ όσο φαίνεται. Με πιο απλή τεχνική η Ιερή Εξέταση αποσπούσε από τα θύματα της όλες τις επιθυ­μητές ομολογίες. Το ποινικό δίκαιο των δημοκρατικών χωρών απαρνήθηκε ίσα - ίσα τις μεσαιωνικές αυτές μέθοδες γιατί αυτές οδηγούσαν όχι στην αλήθεια, μα στην υπαγόρευση των ιεροεξεταστών. Οι δίκες της Γκε-Πε-Ου έχουν χαρακτήρα βαθιά ιεροεξεταστικό: κι αυτό είναι όλο το μυστήριο των ομολογιών.

Υπάρχουν ίσως σ’ αυτό τον κόσμο όχι λίγοι ήρωες που μπο­ρούν να αντέξουν σ’ όλα τα σωματικά και ψυχικά μαρτύρια και να υπομείνουν τα ίδια μαρτύρια στις γυναίκες τους και στα παι­διά τους... Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό... Οι προσωπικές μου παρα­τηρήσεις μου διδάσκουν ότι η ικανότητα αντίστασης των νεύρων του ανθρώπου έχει τα όριά της. Με τη Γκε-Πε-Ου ο Στάλιν μπορεί να φέρει το θύμα του σε τέτοια φρίκη και απελπισία, σε τέτοια ταπείνωση και ντροπή ώστε η παραδοχή και του πιο ειδεχθούς εγκλήματος, ανοίγοντας μια προοπτική εκτέλεσης ή αφήνοντας μιαν αμυδρή πιθανότητα ζωής, καταντάει η μόνη λύση. Για να μη λογαριάσουμε την αυτοκτονία που προτίμησε ο Τόμσκι! Ο Γιόφε είχε καταφύγει σ’ αυτήν προτήτερα, καθώς και δυο συνεργάτες της γραμματείας μου, ο Γκλάζμαν και ο Μπούτοβ, καθώς και ο γραμματέας του Ζινόβιεφ, Μπόγκνταν, καθώς και η κόρη μου Ζινάϊντα και πολλοί άλλοι. Η αυτοκτονία ή το ηθικό γονάτισμα, καμιά άλλη εκλογή. Και μην ξεχνάτε πως στις φυλακές της Γκε-Πε-Ου η αυτοκτονία είναι τις πιο πολλές φορές απρόσιτη πολυτέλεια!

Οι δίκες της Μόσχας δεν ατιμάζουν την επανάσταση, γιατί είναι οι καρποί της αντίδρασης. Δεν ατιμάζουν την παλιά μπολσεβίκικη γενιά. Επιμαρτυράνε μόνο ότι οι μπολσεβίκοι είναι φτια­γμένοι από σάρκα και αίμα και δεν αντέχουν απεριόριστα κάτω από την απειλή του θανάτου. Οι δίκες της Μόσχας ατιμάζουν το πολιτικό καθεστώς που τις γέννησε: βοναπαρτισμός ασυνείδητος και ανενδοίαστος! Οι τουφεκισμένοι έπεσαν αναθεματίζοντάς τον.

Ας καταριώνται όσοι θέλουν, με δάκρυα στα μάτια, το διστακτικό βάδισμα της Ιστορίας: δυο βήματα μπρος, ένα βήμα πίσω. Tα δάκρυα δε χρησιμεύουν σε τίποτα. Σύμφωνα με τη ρήση του Σπινόζα πρέπει να καταλαβαίνουμε και όχι να γελάμε ή να κλαίμε. Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε! Ποιοί είναι οι κυ­ριότεροι κατηγορούμενοι; Παλιοί μπολσεβίκοι, οικοδόμοι του κόμ­ματος, του σοβιετικού κράτους και του Κόκκινου Στρατού, της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ποιός αγόρευε στο δικαστήριο εναντίον τους; Ο Βισίνσκι, αστός δικηγόρος, που μεταβαπτίστηκε σε μενσεβίκο ύστερα από τη Φεβρουαριανή Επανάσταση του 1917 και συμφιλιώθηκε με το μπολσεβικισμό ύστερα από τη στερέωση της νίκης. Ποιος έβριζε τους κατηγορούμενους από την «Πράβδα»; Ο Ζασλάβσκι, ο παλιός συνεργάτης της εφημερίδας των Τραπεζών της Πετρούπολης, ο Ζασλάβσκι που ο Λένιν στα άρθρα του χαρα­κτήριζε αμετάβλητα “αχρείο”. Ο παλιός συντάκτης της «Πράβδα», ο παλιός μπολσεβίκος Μπουχάριν, έχει συλληφθεί. Σημερινός εμ­ψυχωτής της «Πράβδα» είναι ο Μιχαήλ Κόλτσοβ, αστός χρονο­γράφος που πέρασε κοντά στους Λευκούς το πιο μεγάλο μέρος του εμφυλίου πολέμου. Ο Σοκόλνικοβ, μαχητής της Οκτωβρια­νής Επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου, καταδικάστηκε σαν προδότης. Ο Ρακόβσκι περιμένει να δικαστεί. Και οι δυο τους αντιπροσώπευσαν την ΕΣΣΔ στο Λονδίνο. Αντικαταστάθηκαν εκεί από το Μαΐσκι, δεξιό μενσεβίκο, που στον εμφύλιο πόλεμο ανήκε σε μια λευκή κυβέρνηση στην επικράτεια του Κολτσάκ. Ο Τρογιανόβσκι, πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον, χαρακτηρίζει τους τροτσκιστές αντεπαναστάτες. Ο ίδιος, τα πρώτα χρόνια της Ο­κτωβριανής Επανάστασης, ανήκε στην Κεντρική Επιτροπή του μενσεβίκικου κόμματος και συμφιλιώθηκε με τους μπολσεβίκους μονάχα όταν αυτοί άρχιζαν να μοιράζουν επικερδείς θέσεις. Προτού γίνει πρεσβευτής, ο Σοκόλνικοβ είταν επίτροπος του λάου στα Οικονομικά. Αυτή τη θέση την κατέχει σήμερα ο Γκρίνκο, που στα 1917-1918 είταν μέλος της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας των Λευκών που σχηματίστηκε για να πολεμήσει το Σοβιέτ. Ο Γιόφε, πρώτος πρεσβευτής των Σοβιέτ στο Βερολίνο, υ­πήρξε ένας από τους καλύτερους σοβιετικούς διπλωμάτες. Αργότερα οι διωγμοί τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Ποιός πήρε τη θέση του στο Βερολίνο; Στην αρχή ένας μετανοιωμένος αντι­πολιτευόμενος, ο Κρεστίνσκι, έπειτα ο Χίντσουκ, παλιός μενσεβίκος, μέλος της αντεπαναστατικής Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας και τέλος ο Σούριτζ, που πέρασε κι αυτός το 1917 από την άλλη μεριά του οδοφράγματος. Αυτές οι απαριθμήσεις θα μπορού­σαν να προεκταθούν δίχως τέλος.

Η ανανέωση σε μεγάλη κλίμακα των στελεχών, ιδιαίτε­ρα χτυπητή στην επαρχία, έχει βαθιές κοινωνικές αιτίες. Ποιες; Είναι καιρός να αντιληφτούμε επιτέλους ότι μια καινούργια α­ριστοκρατία έχει σχηματιστεί στην ΕΣΣΔ. Η Οκτωβριανή Ε­πανάσταση ξετυλιγόταν κάτω από το έμβλημα της ισότητας. Η γραφειοκρατία εγκαθίδρυσε μια τερατώδη ανισότητα. Η επα­νάσταση εξάλειψε τους ευγενείς. Η γραφειοκρατία δημιούργησε προύχοντες. Η επανάσταση κατάργησε τους βαθμούς και τις διακρίσεις. Η γραφειοκρατία ανασταίνει τους στρατάρχες, τους στρατηγούς, τους συνταγματάρχες. Η καινούργια αριστοκρα­τία καταβροχθίζει ένα τεράστιο μέρος του εθνικού εισοδήματος. Η θέση της μπροστά στο λαό είναι κάλπικια και ψεύτικια. Οι αρχηγοί της φροντίζουν να κρύβουν την πραγματικότητα, να ε­ξαπατούν τις μάζες, να μασκαρεύονται, να κάνουν το άσπρο μαύρο. Έτσι ολόκληρη η πολιτική της καινούργιας αριστοκρατίας δεν είναι παρά απάτη. Απάτη και το καινούργιο Σύνταγμα.

Ο φόβος από την κριτική είναι φόβος από τις μάζες. Η γρα­φειοκρατία φοβάται το λαό. Η επαναστατική λάβα δεν έχει α­κόμα κρυώσει ολότελα. Η γραφειοκρατία δε μπορεί να χύσει το αίμα των δυσαρεστημένων που την επικρίνουν για μόνο το λόγο ότι απαιτούν τον περιορισμό των προνομίων της. Οι ψεύ­τικες κατηγορίες εναντίον της αντιπολίτευσης δεν είναι λοιπόν περι-στασιακές, μα συστηματικές και υπαγορεύονται από την υπόσταση της κυβερνητικής κάστας. Ας θυμηθούμε τη στάση των θερμιδοριανών απέναντι στους γιακομπίνους. Ο Ωλάρ γράφει στο έργο του «Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης»: “Δεν τους έφτασε που σκότωσαν το Ροβιεσπέρο και τους φίλους του, τους συκοφάντησαν παρουσιάζοντάς τους στα μάτια της Γαλλίας σαν μοναρχικούς και προδότες πουλημένους στους ξένους”. Ο Στάλιν δεν ανακάλυψε τίποτα. Το μόνο που έκανε είταν να αντι­καταστήσει τη λέξη μοναρχικός με τη λέξη φασίστας.

Όταν οι σταλινικοί μας χαρακτηρίζουν “προδότες” δεν υ­πάρχει μόνο μίσος, υπάρχει και κάποια ειλικρίνεια στη βρισιά. Είναι που προδόσαμε τα συμφέροντα της ιερής κάστας των στρα­τηγών και των στραταρχών, της μόνης ικανής, κατά τη γνώμη τους, να οικοδο-μήσει το σοσιαλισμό –και που στην πραγματικό­τητα δεν κάνει άλλο παρά να ξευτελίζει τη σοσιαλιστική ιδέα. Από τη μεριά μας, θεωρούμε τους σταλινικούς σαν προδότες των συμφερόντων των σοβιετικών λαϊκών μαζών και του παγκόσμι­ου προλεταριάτου, θά ’ταν άτοπο να εξηγήσει κανείς μια διαμάχη τόσο πλατιά με προσωπικά κίνητρα. Δεν πρόκειται μονάχα για διαφορετικά προγράμματα, μα για αντιτιθέμενα κοινωνικά συμ­φέροντα που χτυπιούνται ολοένα και πιο αδυσώπητα.

* * *

Μα ποιά είναι η γενική σας διάγνωση; –θα με ρωτήσετε.– Ποιά είναι η προοπτική σας; Σας προειδοποίησα πως δε θα σας μιλήσω παρά μόνο για τις δίκες της Μόσχας. Το τελευταίο μου βιβλίο «Προδομένη Επανάσταση» είναι αφιερωμένο στην κοινωνική ανάλυση και στις προοπτικές. Με δυο λόγια: οι βα­σικές κατάκτήσεις της Οκτωβριανής Επανάστασης, δηλαδή οι καινούργιες μορφές ιδιοκτησίας, δεν έχουν ακόμα καταργηθεί. Μα έχουν κιόλας έρθει σε σύγκρουση με τον πολιτικό δεσποτι­σμό. Ο σοσιαλισμός είναι ακατανόητος χωρίς την αυθόρμητη δρά­ση των μαζών και την ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότη­τας. Ο σταλινισμός εμποδίζει και το ένα και το άλλο. Μια α­νοιχτή σύγκρουση ανάμεσα στο λαό και την καινούργια τυραννία είναι αναπόφευκτη. Γι’ αυτό το σταλινικό καθεστώς είναι καταδικασμένο. Θα ακολουθήσει η καπιταλιστική αντεπανάσταση ή η εργατική δημοκρατία; Η Ιστορία δεν έλυσε ακόμα το ζή­τημα. Η λύση του εξαρτιέται επίσης από τη δράση του παγκό­σμιου προλεταριάτου. Αν υποθέταμε για μια στιγμή ότι ο φα­σισμός θριάμβευε στην Ισπανία, στην κυκλωμένη Γαλλία, η σο­βιετική χώρα θά ’ταν καταδικασμένη σε μιαν αποσύνθεση πιο βαθιά που από το πολιτικό εποικοδόμημα θά ’φτανε τελικά στα θε­μέλια της κοινωνίας. Με άλλα λόγια: η ήττα του ευρωπαϊκού προ­λεταριάτου θα σήμαινε αλάθευτα το ναυάγιο της ΕΣΣΔ. Αν αν­τίθετα οι εργαζόμενοι της Ισπανίας νικήσουν το φασισμό, αν η εργατική τάξη μπει στο δρόμο της χειραφέτησής της, οι κατα­πιεζόμενες μάζες της ΕΣΣΔ θα ανορθωθούν και θα ξανασηκώ­σουν κεφάλι. Η τελευταία ώρα του σταλινικού δεσποτισμού θα σημάνει.

Μα η σοβιετική δημοκρατία δε θα θριαμβεύσει αυτόματα. Αυτό εξαρτιέται λίγο κι από σας. Πρέπει να βοηθήσουμε τις μάζες. Και πρώτα-πρώτα να τους πούμε την αλήθεια. Ή θα βοη­θήσουμε την εξαχρειωμένη γραφειοκρατία εναντίον του λάου, ή θα βοηθήσουμε τις δυνάμεις της προόδου, τις δυνάμεις του λάου εναντίον της γραφειοκρατίας. Οι δίκες της Μόσχας μας δίνουν το σύνθημα. Αλλοίμονο σε κείνον που δεν το καταλαβαίνει αυτό! Η δίκη της Λειψίας, υστέρα από την πυρκαγιά του Ράϊχσταγ, είχε δίχως άλλο μεγάλη σημασία. Μα έβαζε σε έλεγχο το φα­σισμό που καταφρονούμε γιατί ενσαρκώνει το σκοτάδι και τη βαρβαρότητα. Οι δίκες της Μόσχας γίνονται κάτω από την αι­γίδα του σοσιαλισμού. Δε θα εγκαταλείψουμε τη σημαία του σοσιαλισμού στους αρχιπλαστογράφους. Αν η γενιά μας αποδειχτεί πάρα πολύ αδύναμη για να χτίσει το σοσιαλισμό πάνω στη γη θ’ αφήσουμε τουλάχιστο στα παιδιά μας μια ακηλίδωτη σημαία. Η πάλη που ανοίγεται μπροστά μας ξεπερνάει πολύ σε σπουδαιότητα τα πρόσωπα, τις φράξιες και τα κόμματα. Απ’ αυτά κρίνεται το μέλλον της ανθρωπότητας. Αυτή η πάλη θα είναι σκληρή. Και μακρόχρονη. Όσοι αναζητούν την ησυχία και την άνεση ας κάνουν πέρα. Στις εποχές της αντίδρασης εί­ναι βέβαια πιο βολικό να συμφωνεί κανείς με τη γραφειοκρατία παρά να αναζητά την αλήθεια. Μα για όσους ο σοσιαλισμός δεν είναι μάταιος λόγος, για κείνους που είναι το περιεχόμενο της ηθι­κής τους υπόστασης, εμπρός! Ούτε οι φοβέρες, ούτε οι διωγ­μοί, ούτε οι βιαιότητες θα μας σταματήσουν. Θα γίνει ίσως πάνω στα κόκαλά μας, μα η αλήθεια θα υπερισχύσει, θα της ανοί­ξουμε το δρόμο, θα νικήσει. Και κάτω από τα αδυσώπητα πλήγ­ματα της μοίρας θά ’νιωθα ευτυχισμένος όπως στις καλύτερες μέρες της νιότης μου αν συντελούσα στο θρίαμβο της αλήθειας. Για­τί η υπέρτατη ανθρώπινη ευτυχία δε βρίσκεται στην εκμετάλ­λευση του παρόντος μα στην προετοιμασία του μέλλοντος».

Δες επίσης Aποσπάσματα στο CRIMEDESTALIN

Λεόν Τρότσκι: «Τα Εγκλήματα του Στάλιν», Εκδόσεις «Προμηθέας», σελ. 117-129 και Εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ».