(Ανέκδοτα Κείμενα από το Χάρβαρντ)
Γράφτηκαν: το 1933-1935
Εκδόθηκαν: από τις Εκδόσεις ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ το 2005
Μετάφραση - Επιμέλεια: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, 12 Ιούνη 2010
| ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: l ΠΡΟΛΟΓΟΣ του Τριαντ. Μηταφίδη l Μια Παρουσίαση του Ζαβιέ Αούμπια l ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΠΡΩΤΟ l ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ l ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΤΡΙΤΟ |
![]() Ο Τρότσκι το 1939 |
Στην εβδομαδιαία «Σοσιαλιστική Αλλαγή», όργανο της Κ.Ε. του Εργατικού Επαναστατικού Κόμματος –Ελληνικό Τμήμα της Διεθνούς Επιτροπής της Τέταρτης Διεθνούς, δημοσιεύθηκαν, από τις 11 Απριλίου μέχρι τις 30 Μαΐου 1992, στα φύλλα 1452-1458, μια σειρά από κείμενα του Λεόν Τρότσκι, ανέκδοτα μέχρι τότε στα ελληνικά.
Ήταν ένα μικρό μόνο μέρος από τα Αρχεία του που είχαν κατατεθεί στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και που, σύμφωνα με την επιθυμία του συγγραφέα τους, έμειναν κλειστά μέχρι το 1980 –σαράντα ολόκληρα χρόνια ύστερα από τη δολοφονία του Τρότσκι στο Κογιοακάν του Μεξικού από τον σταλινικό πράκτορα Ραϊμόν Μερκαντέρ, στις 20 Αυγούστου του 1940.
Η μετάφραση αυτών των κειμένων έγινε από την αμερικανική έκδοση του 1986 του πανεπιστημίου Κολούμπια με τίτλο «Τα Τετράδια του Τρότσκι 1933-1935».
Τα κείμενα αυτά περιέχονται σε τρία «Τετράδια Σημειώσεων»: Το πρώτο «Τετράδιο» περιλαμβάνει ένα μικρό μόνο κείμενο του Λεόν Τρότσκι, ορισμένες σημειώσεις από τον Χέγκελ –κυρίως αποσπάσματα από το πρώτο μέρος της Επιστήμης της Λογικής– και διάφορα σχόλια του συγγραφέα. Το δεύτερο «Τετράδιο», με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Για τον Λένιν, τη Διαλεκτική και τη Θεωρία της Εξέλιξης», είναι εκτεταμένο και αναφέρεται στον Λένιν και τους μπολσεβίκους. Σύμφωνα με το γράμμα που έστειλε στις 6/11/1933 στον Ίστμαν, προοριζόταν ως υλικό «ενός βιβλίου για τον Λένιν», που ο Λ. Τρότσκι είχε αρχίσει να συγκεντρώνει από τα μέσα της δεκαετίας του ’20 αλλά που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ[1]. Τα ίδια αυτά προβλήματα κι ακόμα πιο οξυμένα συνέχισαν να υπάρχουν και στη δεκαετία του 1930. Όπως εξηγούσε ο Τρότσκι στο Ημερολόγιο της Εξορίας, στις 4 Απριλίου του 1935, «είναι δύσκολο ίσα-ίσα τώρα να εργασθώ πάνω στο βιβλίο μου για τον Λένιν: οι σκέψεις μου απλούστατα δεν θέλουν να συγκεντρωθούν στο χρόνο 1893!»[2].
Το τρίτο «Τετράδιο», που εμπεριέχει επίσης λίγες σημειώσεις, χαρακτηρίστηκε από τους εκδότες του ως «Συμπληρωματικές Σημειώσεις» και βρέθηκε σε χωριστό φάκελο, μαζί με ένα πλήθος αποσπάσματα από έργα των Έγκελς, Πλεχάνοφ, Άξελροντ ανάκατα με αποκόμματα επιστημονικών εφημερίδων και περιοδικών σχολιασμένων από τον Τρότσκι.
Με την απέλαση του ως «εχθρού του λαού» από την ΕΣΣΔ το 1929, ο Λεόν Τρότσκι αρχίζει το μεγάλο ταξίδι χωρίς επιστροφή σ’ έναν «πλανήτη δίχως διαβατήριο». Όλες οι προσπάθειες για βίζα, για άσυλο, ακόμα και για ιατρική περίθαλψη σε κάποια χώρα, συναντούσαν το αόρατο τείχος που είχαν ορθώσει ο διεθνής σταλινισμός και οι σοσιαλδημοκράτες «φίλοι της ΕΣΣΔ». Από παντού και πάντα ερχόταν η ίδια απάντηση της πλήρους απομόνωσης και καταδίωξης του μεγάλου επαναστάτη.
«Η ποικιλία των αιτίων, που επικαλούνταν η δημοκρατία για να μου αρνηθεί το διαβατήριο, θα γράψει τότε ο Τρότσκι, είναι μεγάλη. Η νορβηγική κυβέρνηση, φανταστείτε, το έκανε για τη δική μου την ασφάλεια. Δεν είχα ποτέ μου σκεφτεί πως είχα στο Όσλο τόσο αφοσιωμένους προστάτες και σε τόσο υψηλά πόστα. Η νορβηγική κυβέρνηση, φυσικά, είναι υπέρ του δικαιώματος του ασύλου, όπως κ’ η γερμανική, η γαλλική και η αγγλική κυβέρνηση, καθώς κι όλες οι άλλες. Το δικαίωμα του άσυλου, όπως ξέρουμε, είναι μια ιερή, ακλόνητη αρχή.
Ο εξόριστος όμως πρέπει προηγουμένως να προσκομίσει στο Όσλο πιστοποιητικό, ότι δεν θα τον σκοτώσει κανένας»[3].
Ο Τρότσκι βρέθηκε, έτσι, αποκλεισμένος στην Πρίγκιπο, στο τουρκικό αυτό νησάκι της Θάλασσας του Μαρμαρά, μέχρι το 1933 –για τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Μόνο το Φθινόπωρο του 1932 μπόρεσε ν’ αφήσει για λίγο την «πέτρινη» βάρκα του, όταν ο Σύνδεσμος Σοσιαλδημοκρατικών Φοιτητών της Δανίας τον κάλεσε για μια διάλεξη στην Κοπεγχάγη με θέμα τη Ρωσική Επανάσταση.
Η σοσιαλδημοκρατική όμως κυβέρνηση της Δανίας –μέσα στο γενικό κλίμα της εποχής– φρόντισε να θεωρήσει το διαβατήριο του Τρότσκι ως «τράνζιτ» και με άδεια παραμονής μόνο μιας εβδομάδας, ώστε να έχει το δικαίωμα να τον απελάσει σε περίπτωση που δεν εγκαταλείψει τη χώρα αμέσως μετά τη –μνημειώδη– διάλεξη του στην Κοπεγχάγη.
Αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο οι κίνδυνοι από την παραμονή του στο τουρκικό έδαφος γίνονταν πιο απειλητικοί. Για τον Τρότσκι και τους οπαδούς του ήταν καθαρό ότι η απέλαση του στην Τουρκία έγινε ύστερα από μυστικές επαφές και συμφωνία του Στάλιν με τον Κεμάλ Ατατούρκ. Παρά την άψογη στάση των τουρκικών αρχών απέναντι του, ο Τρότσκι καταλάβαινε πως το γεγονός ότι καμιά κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να δυσαρεστήσει τους αυθέντες του Κρεμλίνου –αυτό έδειχνε η άρνηση όλων των χωρών να του χορηγήσουν βίζα– έστρωνε το δρόμο να απελαθεί ή να εκδοθεί πίσω στους θανάσιμους αντιπάλους του: στη γραφειοκρατική κάστα της Σοβιετικής Ένωσης.
Γι’ αυτό ξεκίνησε μια μεγάλη καμπάνια για βίζα σε κάποια άλλη χώρα. Και οι σύντροφοι και φίλοι του διάλεξαν τη Γαλλία όπου ο Τρότσκι είχε ζήσει παλιά, είχε ασχοληθεί με το επαναστατικό της κίνημα και είχε τη μεγαλύτερη επιρροή και τους περισσότερους φίλους και οπαδούς.
Έτσι κάτω από την πίεση της γαλλικής διανόησης του δόθηκε άδεια παραμονής στη Γαλλία. Ο «φασίστας» (ΚΚΓ) Νταλαντιέ, ηγέτης του Ριζοσπαστικού Κόμματος και πρωθυπουργός της Γαλλίας το 1933-1934, του παραχώρησε άδεια εισόδου και παραμονής στη Γαλλία τον Ιούλιο του 1933 –θέτοντας του, βέβαια, αφόρητους περιοριστικούς όρους, όπως: Διαμονή σε απόσταση τουλάχιστον 300 χιλιομέτρων από το Παρίσι και 30 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα του νομού όπου επρόκειτο να εγκατασταθεί, μακριά από τα σύνορα και από κάθε βιομηχανική περιοχή, να μην συμμετέχει στα πολιτικά δρώμενα της χώρας, κλπ., κλπ. Έτσι, η παραχώρηση αυτή των γαλλικών αρχών στην ουσία ήταν μια καλοστημένη παγίδα, κι αυτό αποκαλύφθηκε όταν ύστερα από λίγο η «φιλοξενία» μετατράπηκε σε «διαμονή υπό επιτήρηση».
Την ίδια στιγμή η «Ουμανιτέ» και το Κ.Κ.Γαλλίας τον υποδέχονται μ’ έναν κατακλυσμό από βρισιές και απειλές: «Ο Τρότσκι μπορεί απ’ αυτό το ορμητήριο του αντισοβιετικού αγώνα, να χτυπάει τη Σοβιετική Ένωση, να χτυπάει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ισπανίας. Στρατηγικό σχέδιο. Να γιατί έρχεται ο κ. Τρότσκι».
Οι αντιδραστικές αλλαγές στην Ευρώπη, η άνοδος του φασισμού στη Γερμανία, το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία, και, γενικά, οι προετοιμασίες για πόλεμο επιδείνωσαν αφάνταστα την ήδη δύσκολη θέση του.
«Τον τελευταίο καιρό της παραμονής μου στη Γαλλία, ήμουν πιο απομονωμένος από τον κόσμο και από τότε που βρισκόμουν στην Πρίγκιπο», θα τονίσει αργότερα ο Λ. Τρότσκι[4].
Μετά την ανταρσία των φασιστών και τα γεγονότα στην Πλας Ντε Λα Κονκόρντ, ο υπουργός Εσωτερικών Λαρού της κυβέρνησης Ντουμέργκ υπέγραψε μια διαταγή απέλασης του Λεόν Τρότσκι. Ταυτόχρονα, η βίζα που του χορήγησε με μεγάλη απροθυμία η νορβηγική κυβέρνηση των Εργατικών εξέπνεε σε έξι μήνες, μα παρ’ όλα αυτά προκάλεσε τις αντιδράσεις των Νορβηγών φασιστών, που οργάνωσαν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας με το σύνθημα: «Τι θέλει στο Όσλο ο αρχηγός της Παγκόσμιας Επανάστασης;».
Οι Δίκες της Μόσχας και η σύλληψη και δολοφονία στο Κρασνογιάρσκ του μικρότερου γιου του Τρότσκι, Σεργκέι, «φωτογράφιζαν» και τη δική του μοίρα. Τον Αύγουστο του 1936, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν 13 μπολσεβίκοι ηγέτες, που εκπροσωπούσαν τη μάχιμη γενιά του 1917-23. Στην ίδια δίκη ο Λεόν Τρότσκι και ο γιος του, Σεντόφ, καταδικάζονται ερήμην σε θάνατο με την κατηγορία της «τρομοκρατίας». Τις καταδικαστικές αυτές αποφάσεις ανέλαβε η Γκε Πε Ου, ενώ ο Στάλιν συνέχισε και πύκνωσε τις δικαστικές σκηνοθεσίες του ενάντια στην μπολσεβίκικη πρωτοπορία.
Παρά τη βασανιστική κατάσταση της υγείας του, που τον έκανε να νιώθει σαν «δύο διαφορετικοί άνθρωποι, ακόμα και στην εξωτερική εμφάνιση», ο Τρότσκι θα γράψει στο Βέκσαλ της Νορβηγίας την Προδομένη Επανάσταση, την πιο ολοκληρωμένη διαλεκτική ανάλυση του «σοβιετικού βοναπαρτισμού» ως καθεστώτος κρίσης, τονίζοντας ότι το «πεπρωμένο της Οκτωβριανής Επανάστασης συνδέεται σήμερα με εκείνο της Ευρώπης και του Κόσμου» κι ότι μια νέα, «πολιτική επανάσταση» πρέπει να θέσει τέρμα στη γραφειοκρατική αυθαιρεσία και να αποκαταστήσει τη Σοβιετική Δημοκρατία.
Σύμφωνα με το στρατηγό Βολκογκόνοφ, μόλις ο Στάλιν διάβασε αυτό το βιβλίο, έδοσε εντολή να δολοφονηθεί «ο δαίμονας της Επανάστασης», («Πράβδα», 9/9/1988).
Και μόνο από τον απαράμιλλο «ορισμό» του για το «μεταβατικό ή ενδιάμεσο σοβιετικό καθεστώς» προκύπτει ότι η ενασχόληση του Τρότσκι με τη διαλεκτική δεν ήταν ούτε ευκαιριακή ούτε συμπληρωματική της γενικότερης δράσης του, αλλά ζωτική πλευρά της πάλης του εναντίον κάθε τυπικού προσδιορισμού ενός πρωτόγνωρου, αντιφατικού κοινωνικού φαινομένου με «τελειωμένες κοινωνικές κατηγορίες όπως είναι καπιταλισμός, (και απ’ αυτό “κρατικός καπιταλισμός”) και επίσης σοσιαλισμός. Αλλά, ένας τέτοιος προσδιορισμός, πέρα από το γεγονός ότι καθεαυτός είναι εντελώς ανεπαρκής, μπορεί να δημιουργήσει τη λαθεμένη ιδέα ότι από το τωρινό σοβιετικό καθεστώς μόνο μια μετάβαση στο σοσιαλισμό είναι δυνατή. Στην πραγματικότητα, ένα πισωγύρισμα στον καπιταλισμό είναι πέρα για πέρα δυνατό»[5]. Της προφητικής αυτής ανάλυσης –που τόσο τραγικά επιβεβαιώθηκε με την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ και στις χώρες του κατ’ ευφημισμόν «υπαρκτού σοσιαλισμού»– είχε προηγηθεί μια βαθυστόχαστη ανάλυση των «έμφυτων ιδεαλιστικών τάσεων του γραφειοκρατισμού..., της απομάκρυνσής του από το μαρξισμό στο χώρο της θεωρίας και της κίνησής του προς μια μεταφυσική ολιγαρχία παραγόντων, όπως εκφράστηκε με ιδιαίτερη καθαρότητα στα γραπτά του Στάλιν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα “Προβλήματα Λενινισμού”, που γράφτηκε το 1924 και επανεκδόθηκε το 1928»[6].
Μπροστά στη απειλητική διακοίνωση της Μόσχας προς το Όσλο για «οικονομικά αντίποινα» και διακοπή των διπλωματικών σχέσεων, ο υπουργός δικαιοσύνης Τρίγκβε Λι απαιτεί από τον Τρότσκι να απέχει από την ανάπτυξη θεμάτων σύγχρονης πολιτικής στα κείμενα του, να μην καταγγέλλει, δηλαδή, τα εγκλήματα του Στάλιν, και ταυτόχρονα επιβάλλει λογοκρισία στην αλληλογραφία του! Για να αποκλειστεί κάθε επαφή του με τον έξω κόσμο, μεταφέρεται και εγκλείεται σε ένα σπίτι, στην όχθη ενός φιόρδ στο Σούντμπι, που στο ισόγειο του είχαν εγκατασταθεί δέκα αστυνομικοί. Έφτασε μάλιστα στο σημείο η νορβηγική κυβέρνηση να δημοσιεύσει ειδική ρύθμιση, που παραβίαζε το σύνταγμα της χώρας, για να «νομιμοποιήσει» τον εγκλεισμό του Λ. Τρότσκι. Του στέρησαν δια νόμου ακόμα και το δικαίωμα να προσφύγει στις δικαστικές αρχές εναντίον των φασιστών που αποπειράθηκαν να εισβάλουν στο σπίτι του.
Την ίδια περίοδο, η γκαγκστερική κλοπή ενός μέρους των αρχείων του που φυλάσσονταν στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας στο Παρίσι, έφερε τη σφραγίδα της Γκε Πε Ου, ενώ ο γιος του Λ. Σεντόφ ένιωθε να τον κυκλώνει η θανάσιμη σκιά της. Το Φεβρουάριο του 1938, θα πεθάνει στα 29 του χρόνια στο Παρίσι, μετά από μια εγχείριση ρουτίνας, από επιπλοκές που προκλήθηκαν σκόπιμα, μέρες μετά, από ελεγχόμενα από την Γκε Πε Ου μέλη του νοσηλευτικού προσωπικού. Τα αποτελέσματα της νεκροψίας δεν ανακοινώθηκαν ποτέ. Στη μνήμη του ο Τρότσκι θα αφιερώσει την εξαιρετική μπροσούρα του Η Ηθική τους και η Ηθική μας.
Είναι κάτω από αυτές τις συνθήκες εγκλεισμού και απομόνωσης που ο Λεόν Τρότσκι αναγκάζεται να «καταφύγει» στις «Σημειώσεις» και στο «Ημερολόγιο»: «Ξεκομμένος από την πολιτική δράση», θα γράψει, αρχίζοντας Το Ημερολόγιο της Εξορίας του, το Φεβρουάριο του 1935, «είμαι υποχρεωμένος να καταφύγω σε ένα τέτοιο υποκατάστατο της δημοσιογραφίας όπως είναι το ιδιωτικό ημερολόγιο».
Θα ήταν όμως ανιστόρητο λάθος να συμπεράνει κανείς, όπως ο Ισαάκ Ντόιτσερ, πως ο Τρότσκι ήταν ένας «άοπλος προφήτης», ένας πολιτικός αιχμάλωτος που προσπαθούσε απεγνωσμένα να γλιτώσει ή να αναβάλει το μοιραίο, χωρίς βέβαια να τρέφει αυταπάτες για τις ήδη εκδηλωμένες δολοφονικές διαθέσεις των άσπονδων εχθρών του:
«Ο Στάλιν θά ’δίνε τώρα πολλά για να μπορέσει ν’ ανακαλέσει την απόφαση της εκτόπισής μου: πόσο ελκυστικό θα του ήταν να σκαρώσει μια “θεαματική” δίκη! Μα το παρελθόν δεν γυρίζει πίσω. Τώρα είναι υποχρεωμένος να εφαρμόσει άλλες μέθοδες... σύμφωνα με το πνεύμα των προειδοποιήσεων του Κάμενεφ και του Ζινόβιεφ (δολοφονία)... Ο Στάλιν, αναντίρρητα, θα καταφύγει σε μια τρομοκρατική ενέργεια σε δυο περιπτώσεις (το πιθανότερο με τη συνεργασία Λευκών οργανώσεων, όπου η Γκε Πε Ου έχει πολλούς πράκτορες...): αν απειληθεί πόλεμος... ή αν η θέση του χειροτερέψει σοβαρά...»[7].
Και κάτι τέτοιο, τονίζει στη συνέχεια ο Τρότσκι, θά ’ταν ένα σοβαρό πλήγμα για την Τέταρτη Διεθνή. Όμως, παράλληλα θα τίναζε στον αέρα την Τρίτη (Κομμουνιστική) Διεθνή.
«Τα Φιλοσοφικά Τετράδια» ήταν προϊόν και ταυτόχρονα μια επίμονη προσπάθεια να απαντηθούν στο ανώτερο επίπεδο της θεωρίας οι τρομακτικές αντιφάσεις που «τράφηκαν» από τις ήττες του διεθνούς προλεταριάτου, οι οποίες έσπειραν τον σκεπτικισμό και γέννησαν ποικίλα ρεβιζιονιστικά ρεύματα στους κόλπους της επαναστατικής πρωτοπορίας. Γι’ αυτό, «παρά την εξαιρετικά λειψή και κομματιαστή φύση αυτής της δουλειάς», την αξιολογεί ως τη «σημαντικότερη της ζωής του –πολύ πιο σημαντική από το 1917, πολύ πιο σημαντική από την περίοδο του εμφυλίου πολέμου ή όποια άλλη» και με ιδιαίτερη ικανοποίηση σημειώνει τους πολιτικούς καρπούς της:
«Τα χρόνια της καινούριας εξορίας μου, που είναι γεμάτα, από συγγραφική εργασία και αλληλογραφία, έχουν δημιουργήσει χιλιάδες συνειδητούς και δραστήριους οπαδούς σε διάφορες χώρες και μέρη του κόσμου. Η πάλη για την Τέταρτη Διεθνή ξεσπάει ενάντια στη σοβιετική γραφειοκρατία. Απ’ αυτού, υστέρα από μακρόχρονη διακοπή, μια καινούρια εκστρατεία ενάντια στον τροτσκισμό»[8].
Χωρίς ίχνος προσωπικής αλαζονείας αλλά έχοντας πλήρη επίγνωση της ιστορικής του ευθύνης, δεν διστάζει να πει ότι οι εναλλαγές της προσωπικής του μοίρας τον έχουν εξοπλίσει με σημαντική πείρα και τον έχουν φέρει αντιμέτωπο με την «αποστολή του εξοπλισμού μιας νέας γενιάς με την επαναστατική μέθοδο, πάνω από τα κεφάλια των ηγετών της Δεύτερης και Τρίτης Διεθνούς». Γιατί «η διαλεκτική εξάσκηση του νου είναι τόσο απαραίτητη σ’ έναν επαναστάτη αγωνιστή όσο οι ασκήσεις των δακτύλων σ’ έναν πιανίστα», έγραφε Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού, στην τελευταία όσο και κορυφαία του ιδεολογική μάχη για την ταξική φύση της ΕΣΣΔ και την υπεράσπισή της σε περίπτωση ιμπεριαλιστικής επίθεσης εναντίον της[9]. Ο ίδιος έδινε στον εαυτό του περιθώριο «αδιάκοπης δουλειάς» μόλις πέντε χρόνων για να εξασφαλίσει τη «διαδοχή». Και δεν έπεσε έξω παρά μερικούς μήνες. Όχι, βέβαια, γιατί «το χειρότερο ελάττωμα είναι νά ’σαι πάνω από 55 χρόνων», όπως έλεγε –χαριτολογώντας και συμφωνώντας με τον Λένιν και τον Τουργκένιεφ. Αλλά γιατί οι δήμιοι του Κρεμλίνου δεν μπορούσαν να ανεχτούν την παρουσία στον πλανήτη ενός ανθρώπου και μιας χούφτας οπαδών του που «μπορούσαν να μας καταστρέψουν», σύμφωνα με τη μαρτυρία του πράκτορα της NKVD Σουντοπλάτοφ[10], που εκπόνησε και ανέλαβε να εκτελέσει με την έγκριση του ίδιου του Στάλιν το «εναλλακτικό σχέδιο» δολοφονίας του Τρότσκι, ύστερα από την αποτυχημένη απόπειρα του πιστολά ζωγράφου Νταβίντ Σικουέιρος στις 23 Μαΐου του 1940.
Όσο υπερβολικοί, σχεδόν παρανοϊκοί, κι αν ακούγονται οι φόβοι των Στάλιν-Μπέρια απέναντι στη νεοσύστατη και καθημαγμένη Τέταρτη Διεθνή, από ιστορική άποψη δεν ήταν καθόλου αβάσιμοι. Στην πραγματικότητα, ο Στάλιν είχε βγάλει ένα σπουδαίο μάθημα από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο:
«Τον Φεβρουάριο του 1917, οι μπολσεβίκοι ήταν ένα μικρό κόμμα 4000 έως 5000 μελών, που είχε αρκετά χαλαρούς δεσμούς σε μισή περίπου ντουζίνα ευρωπαϊκές χώρες. Αν ο Λένιν δεν είχε πάρει στα χέρια του αυτό το κόμμα, το μπολσεβίκικο κόμμα δεν θα είχε οργανώσει την εξέγερση του Οκτώβρη, την οποία δεν ήθελε η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής του... Ο Στάλιν ξέρει ότι ο πόλεμος που έρχεται θα προκαλέσει επαναστατικό κύμα. Το όνομα του Τρότσκι συνοψίζει γι’ αυτόν την απειλή, όπως την είχε διατυπώσει ένα χρόνο νωρίτερα, στις 25 Αυγούστου 1939, ο γάλλος πρεσβευτής Κουλόντρ στον Χίτλερ: “Φοβάμαι επίσης ότι με την έκβαση του πολέμου θα υπάρχει μόνο ένας νικητής: ο κ. Τρότσκι”. Ο Χίτλερ δεν είχε αρνηθεί τον κίνδυνο, αλλά δήλωνε πως υπεύθυνοι θα ήταν οι Γάλλοι. Ο Στάλιν θα τους καθησυχάσει όλους. Έχοντας εμπιστοσύνη στο νέο του σχέδιο, προσκαλεί σε δείπνο τον Μπέρια και τον Σουντοπλάτοφ και επιδεικνύει ευχάριστη διάθεση»[11].
Λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του, που η «Πράβδα» την απέδοσε στους «τρομοκράτες οπαδούς του που έχουν μάθει να σκοτώνουν στη σκιά»(!), ο Στάλιν αντικαθιστά το διεθνιστικό όρκο του Κόκκινου Στρατού, που είχε συντάξει ο Τρότσκι, με έναν στρατιωτικό πειθαρχικό κανονισμό. Μ’ αυτή την αλλαγή ήθελε να δείξει στον Χίτλερ ότι «ο εβραιο-μπολσεβικισμός» και τα σχέδια του για παγκόσμια επανάσταση ανήκαν οριστικά στο παρελθόν κι ότι ο Κόκκινος Στρατός από εδώ κι εμπρός θα αφοσιωνόταν στα καθαρά εθνικά καθήκοντά του. Η ειρωνεία της Ιστορίας ήταν πως ο Στάλιν είχε εξοντώσει τον ιδρυτή και στρατηλάτη του Κόκκινου Στρατού «που είχε αναλύσει, το φαινόμενο του φασισμού, την άνοδο στην εξουσία του ναζισμού και, προπαντός, είχε προβλέψει με μεγάλη ακρίβεια την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την επίθεση της χιτλερικής Γερμανίας εναντίον της ΕΣΣΔ», γράφει ο Ρώσος απόστρατος στρατηγός Γιούρι Γιάκοβλεφ Κίρσιν, πρόεδρος της οργάνωσης Στρατηγοί για τη Δημοκρατία και τον Ουμανισμό, μέλος της Στρατιωτικής Ακαδημίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, στο βιβλίο του, Λεόν Τρότσκι, ο Θεωρητικός του Πολέμου (2003), στηριγμένος και στα αδημοσίευτα αρχεία του Γενικού Επιτελείου του σοβιετικού στρατού.
Η απόκρουση της ναζιστικής επίθεσης και η νικηφόρα προέλαση του Κόκκινου Στρατού στο Βερολίνο, το Μάη του 1945, ήταν η αναίρεση στην πράξη του «σλαβομοσχοβίτικου εθνικισμού», από τον οποίο κάθε άλλο παρά ξέκοψε ο Στάλιν ακόμα και τις παραμονές «της μεγάλης αντιφασιστικής νίκης των λαών». Αδιάψευστος μάρτυρας η ομιλία του στους Τσέχους κομμουνιστές στις 28/3/1945: «εμείς οι νέοι σλαβόφιλοι-λενινιστές, οι σλαβόφιλοι-μπολσεβίκοι, ένωση όλων των σλαβικών λαών εναντίον του κοινού εχθρού, των Γερμανών, που προκάλεσαν δυο παγκόσμιους πολέμους, επειδή ήθελαν να υποδουλώσουν τους Σλάβους»[12].
Μ’ αυτή την αντιδιεθνιστική του πολιτική και τις Συμφωνίες της Γιάλτας ο Στάλιν εμπόδισε τους εργάτες, τους αγρότες, τους πληβείους της Ευρώπης, που κατά εκατομμύρια είχαν συσπειρωθεί γύρω από τα Κομμουνιστικά Κόμματα στην πάλη κατά του φασισμού, να καταλάβουν την εξουσία και να δόσουν ένα οριστικό τέλος στο καπιταλιστικό καθεστώς των πολέμων και της εκμετάλλευσης. Γι’ αυτό τον κυνηγούσε πάντοτε το φάντασμα του Τρότσκι και των οπαδών του, των πιο αδιάλλακτων αντιπάλων του σοσιαλπατριωτισμού, που υπερασπίστηκαν και συνέχισαν να παλεύουν για τις διεθνιστικές παραδόσεις του εργατικού κινήματος. Γι’ αυτό στις 27 Μαρτίου του 1948, επέτειο της εξέγερσης του 1941 εναντίον της κατοχικής κυβέρνησης του Βελιγραδίου, οι Στάλιν-Μόλοτοφ κατήγγειλαν την ηγεσία του Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας για «τροτσκισμό», επειδή αρνήθηκε να εφαρμόσει τις συμφωνίες τους με τον Τσόρτσιλ για τις «σφαίρες επιρροής» και επειδή προωθούσε την ιδέα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Γι’ αυτό εξόντωσε την «Εβραϊκή Αντιφασιστική Επιτροπή» στα πλαίσια της σοβινιστικής-αντισημιτικής του εκστρατείας κατά του «κοσμοπολιτισμού».
Η έκδοση των «Φιλοσοφικών Τετραδίων» στη γλώσσα μας αφιερώνεται συμβολικά στην ηρωική μνήμη των εκατομμυρίων μαχητών του Κόκκινου Στρατού –που, παρά τη μαζική εξόντωση των ιστορικών στελεχών του κατά τις σταλινικές εκκαθαρίσεις[13], συνέτριψαν τις ναζιστικές ορδές– καθώς και στον ιδρυτή και στρατηλάτη του, Λεόν Νταβίντοβιτς Τρότσκι.
Θεσσαλονίκη, 20 Αυγούστου 2005
Τριαντάφυλλος Μηταφίδης
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————
[1]. Η πρώτη προσπάθεια που έκανε ο Τρότσκι ήταν αμέσως μετά το θάνατο του Λένιν το 1924-1925, συγκεντρώνοντας κάποιο υλικό για μια βιογραφία που κυκλοφόρησε με τον τίτλο: Ο Λένιν. Αλλά, ουσιαστικά, δεν ήταν παρά «υλικό» για χρήση, «ένας σκελετός, ας πούμε, ένα σκίτσο, μιας μελλούμενης εργασίας», όπως ο ίδιος έγραφε στον πρόλογο αυτής της έκδοσης τον Απρίλιο του 1925. Στα ελληνικά το βιβλίο αυτό εκδόθηκε από το Αρχείο του Μαρξισμού και αργότερα από τους «Νέους Στόχους» και τις εκδόσεις «Θεωρία» σε μετάφραση πάντα του Αρχειομαρξιστή Π. Πικρού.
[2]. Λεόν Τρότσκι: Το Ημερολόγιο της Εξορίας, σελ. 78, εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», 1985, μτφρ. Μιχάλη Λίλλη.
[3]. Λεόν Τρότσκι: Αυτοβιογραφία, σελ. 542, εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», 1986.
[4]. Βίκτορ Σερζ: Λεόν Τρότσκι, εκδόσεις «Κοχλίας», σελ. 237.
[5]. Λεόν Τρότσκι: Η Προδομένη Επανάσταση, σελ. 206-207, εκδ. «ΑΛΛΑΓΗ».
[6]. Λεόν Τρότσκι: «Φιλοσοφία και Σταλινική Γραφειοκρατία», «Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση», No 55, σελ. 45, 1987.
[7]. Λεόν Τρότσκι: Το Ημερολόγιο της Εξορίας, σελ. 36, εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», 1985, μτφρ. Μιχάλης Λίλλης.
[8]. Λεόν Τρότσκι: Το Ημερολόγιο της Εξορίας, όπ.π., σελ. 36.
[9]. Λεόν Τρότσκι: Στην Υπεράσπιση τον Μαρξισμού, σελ. 100, εκδ. «ΑΛΛΑΓΗ».
[10]. Ζαν Ζακ Μαρί: ΣΤΑΛΙΝ, σελ. 567-568, εκδόσεις «ΟΔΥΣΣΕΑΣ», 2003, βλ. Soudoplatov: Missions speciales, σελ. 109.
[11]. Ζαν Ζακ Μαρί: ΣΤΑΛΙΝ, σελ. 567-568, εκδόσεις «ΟΔΥΣΣΕΑΣ», 2003.
[12]. Ζαν Ζακ Μαρί: όπ.π., σελ. 679.
[13]. Ο ίδιος ο στρατάρχης Βοροσίλοφ, σε ομιλία του τον Οκτώβριο του 1938, μιλάει για 40.000 δολοφονημένα στελέχη του Κόκκινου Στρατού με την κατηγορία «της προδοσίας» και «της κατασκοπίας», (Istoricheski Archiv, τεύχος 4, 1997, σελ. 67.
«Η διαλεκτική του Λένιν είχε ένα μαζικό χαρακτήρα, γράφει ο Λεόν Τρότσκι. Η σκέψη του –οι αντίπαλοί του συχνά τον κατηγορούσαν γι’ αυτό– “απλοποιούσε” την πραγματικότητα: έβαζε πράγματι το δευτερεύον και το επεισοδιακό στην άκρη για να ασχοληθεί με το βασικό. Έτσι “απλοποίησε” ο Έγκελς την πραγματικότητα όταν όρισε το κράτος σαν σώματα ενόπλων με υλικά συμπληρώματα [που έπαιρναν] τη μορφή των φυλακών. Αλλά αυτή ήταν μια σωτήρια απλοποίηση: πράγματι, ανεπαρκής καθεαυτή για μια αξιολόγηση των συγκυριών της ημέρας, ήταν αποφασιστική σε τελική ιστορική ανάλυση.
Η σκέψη του Λένιν λειτουργούσε με τις ζωντανές τάξεις σαν τους βασικούς παράγοντες της κοινωνίας και έτσι αποκάλυπτε όλη τη δύναμή της σ’ εκείνες τις περιόδους όπου οι μεγάλες μάζες έμπαιναν στο προσκήνιο, δηλαδή, σε περιόδους βαθιών αναστατώσεων, πολέμων και επαναστάσεων. Η λενινιστική διαλεκτική ήταν η διαλεκτική της μεγάλης κλίμακας».
«Η πολιτική μιας μικρότερης κλίμακας (οι εσωτερικές ομαδοποιήσεις μέσα στα κόμματα, τα κοινοβουλευτικά παιχνίδια κλπ.) διατηρεί τη σχετική της ανεξαρτησία ενόσω οι (σχετικά) μεγάλοι παράγοντες, δηλαδή οι τάξεις, μένουν αμετάβλητοι».
«Η σκέψη τον Λένιν ανέλυε όλα τα δευτερεύοντα φαινόμενα, όλα τα στοιχεία του εποικοδομήματος πιο διεισδυτικά, όσο πιο άμεσα ήταν αυτά εξαρτημένα από τις κινήσεις των τάξεων που λάβαιναν χώρα. Από το ένα στάδιο στο άλλο η σκέψη του Λένιν γινόταν πιο δυνατή, πιο θαρραλέα και, ταυτόχρονα, πιο λεπτή και πιο ευέλικτη».
«Τα πολιτικά λάθη του Λένιν ήταν πάντα στα αριστερά της γραμμής ανάπτυξης, έτσι όσο πιο μακριά [κατά μήκος της γραμμής ανάπτυξης] βρίσκονταν, τόσο πιο σπάνια γίνονταν, όσο πιο μικρή ήταν η γωνία της απόκλισης, τόσο πιο σύντομα αναγνωρίζονταν και διορθώνονταν. Και γι’ αυτόν το λόγο, η σχέση ανάμεσα στη στρατηγική και την τακτική αποκτούσε μια ανώτερη και πιο τέλεια αντιστοιχία».
«Ο Λένιν, κατά καιρούς, έσφαλε όχι μόνο σε μικρότερα μα και σε μεγαλύτερα ζητήματα. Αλλά διόρθωνε τον εαυτό του εγκαίρως και χρησιμοποιούσε τα λάθη των αντιπάλων του. Ένας ισολογισμός των ορθών και των μη ορθών αποφάσεών του, αφήνει ένα τεράστιο ενεργητικό. Μια ολόκληρη σειρά προσώπων μπορεί, πολύ δικαιολογημένα, να δείξουν τη δική τους ορθότητα και τα σφάλματα του Λένιν σε ορισμένα δεδομένα, μερικές φορές πολύ σπουδαία, ζητήματα.
Η ομάδα Μπορμπά [Η Πάλη] είχε δίκιο στην κριτική που έκανε στο πρώτο αγροτικό πρόγραμμα του Λένιν (τα “αποκοπέντα”). Ο Πλεχάνοφ είχε δίκιο στην κριτική που έκανε στη θεωρία του Λένιν για την ανάπτυξη του σοσιαλισμού “από τα έξω”. Ο συγγραφέας αυτών των γραμμών είχε δίκιο στη γενική πρόγνωση για τον χαρακτήρα της Ρωσικής Επανάστασης.
Αλλά στην πάλη των τάσεων, των ομάδων, των προσώπων, όλοι βρίσκονταν πολύ μακριά από το να φέρουν ένα λογαριασμό τόσο πιστωτικό όσο ήταν του Λένιν. Σ’ αυτό βρίσκεται το μυστικό της επιρροής του, της δύναμής του, και όχι σε κάποιο απατηλό αλάθητο, του είδους που περιγράφεται στην ιστοριογραφία των επίγονων».
Όλες αυτές οι παραθέσεις είναι από τα «Τετράδια» του Λεόν Τρότσκι. Τα «Τετράδια» είναι μια συλλογή σημειώσεων που κράτησε ο Τρότσκι μεταξύ του 1933 και του 1935 και βρίσκονται σήμερα αρχειοθετημένα στη Βιβλιοθήκη Χάουτον του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ.
Το πρώτο τετράδιο, από το οποίο χρησιμοποιήθηκαν μόνο οι 5 σελίδες, περιέχει υλικό σχετικό με τον Χέγκελ, το δεύτερο έχει σημειώσεις για μια βιογραφία του Λένιν και τέλος υπάρχουν οι «Συμπληρωματικές Σημειώσεις» που αναφέρονται στη διαλεκτική και στην εξέλιξη και περιέχονται σε ένα χωριστό φάκελο.
Το δεύτερο τετράδιο, με 81 χρησιμοποιημένα φύλλα, είναι το πιο σημαντικό· και το ενδιαφέρον του δεν βρίσκεται αποκλειστικά στο περιεχόμενό του, αλλά επίσης στο γεγονός ότι οι βιογραφικές σημειώσεις για τον Λένιν σχηματίζουν ένα ενιαίο όλο με τις σημειώσεις του για την υλιστική διαλεκτική, δείχνοντας έτσι την εκτίμηση του συγγραφέα ότι ο άνθρωπος και η κοσμοθεωρία του δεν μπορούν να χωριστούν αν θέλει κανείς να κατανοήσει την αποφασιστική συνεισφορά του στην ιστορία της Ρωσίας και της ανθρωπότητας. Στην ίδια τη σύνθεση του τετραδίου εμφανίζεται σχεδόν με μια φυσική μορφή η σημασία του διαλεκτικού υλισμού σε κάθε πλευρά της δραστηριότητας του Λένιν.
Τα «Τετράδια» του Τρότσκι γράφτηκαν όταν τα Φιλοσοφικά Τετράδια του Λένιν είχαν ήδη δημοσιευτεί στην ΕΣΣΔ και είναι φανερή η επίδραση των δεύτερων στα πρώτα, αλλά αυτό που είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι οι χρονολογίες οπού γράφτηκαν και τα δύο έργα. Ο Λένιν έγραψε τις σημειώσεις του πάνω στη φιλοσοφία, δηλαδή μελέτησε και ανέπτυξε την υλιστική διαλεκτική τα χρόνια 1914-1915. Ο Τρότσκι το έκανε το 1933-35. Και στις δύο περιπτώσεις οι χρονολογίες αντιστοιχούν σε στιγμές αποφασιστικής ιστορικής καμπής, όταν οι παλιές προοπτικές, έχοντας επιβεβαιωθεί είναι ανεπαρκείς και απαιτούν δημιουργικές αναπτύξεις της θεωρίας σε εντελώς νέες συνθήκες που, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να τις συναντήσει κανείς ερμηνευμένες σε κανένα εγχειρίδιο –συνθήκες που, με τη σειρά τους, οδήγησαν στην πολιτική χρεοκοπία των παλιών ηγεσιών του μαρξιστικού κινήματος.
Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου έφερε ολόκληρη την ανθρωπότητα αντιμέτωπη με το πιο υψηλό σημείο της βαρβαρότητας στο οποίο οδήγησε ο καπιταλισμός στη μετάβαση του σε ιμπεριαλισμό.
Σ’ αυτές τις συνθήκες οι ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς βυθίστηκαν στο βάλτο του πατριωτισμού (από τον οποίο κανένας δεν σώθηκε) και συνεργάστηκαν με τις αντίστοιχες εθνικές κυρίαρχες τάξεις για να οδηγήσουν εκατομμύρια εργάτες στο θάνατο στα χαρακώματα. Δεν αναγνώρισαν την επαναστατική κατάσταση που άνοιξε σε παγκόσμια κλίμακα και μετατράπηκαν, από εκείνη τη στιγμή, στο κύριο στήριγμα των δικών τους εθνικών αστικών τάξεων (μέχρι του σημείου της δολοφονίας του Λίμπκνεχτ και της Λούξεμπουργκ) ενάντια στην επαναστατική δραστηριότητα της εργατικής τάξης στην Δυτική Ευρώπη.
Ο Λένιν, στην ηγεσία του Μπολσεβίκικου Κόμματος, στάθηκε ικανός να αξιοποιήσει όλο το δυναμικό της νέας κατάστασης και η συνέχεια ήταν η εγκαθίδρυση του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο. Η ανάγκη της ανάπτυξης μιας νέας προοπτικής ήταν η δύναμη που τον έσπρωξε να μελετήσει την υλιστική διαλεκτική.
Στην περίπτωση του Τρότσκι, η αναγνώριση της αναγκαιότητας να προετοιμάσει τη βιογραφία του Λένιν, που είχε διαστρεβλωθεί από τους σταλινικούς, διαμέσου και σε ενότητα με τη μελέτη της υλιστικής διαλεκτικής, συνέβη αμέσως μετά την οριστική διαγραφή της Αριστερής Αντιπολίτευσης από το ΚΚΣΕ, την ήττα της γερμανικής εργατικής τάξης στα χέρια του Χίτλερ και την πλήρη σταλινοποίηση του ΚΚΣΕ και της Κόμιντερν.
Επίσης αυτά τα γεγονότα είναι μια ποιοτική αλλαγή στην κατάσταση, άνοιξαν μια εντελώς νέα περίοδο για το μαρξιστικό επαναστατικό κίνημα σε παγκόσμια κλίμακα.
Με τον ίδιο τρόπο, όπως το 1914-15, εμφανίστηκε η αναγκαιότητα της δημιουργίας μιας νέας διεθνούς που θα πάλευε για την επαναστατική συνέχεια, ενάντια στον σταλινικό εκφυλισμό. Οι μαζικές δολοφονίες αντιπολιτευόμενων από τον Στάλιν, που αποκορυφώθηκαν με τη δολοφονία του Λεόν Τρότσκι το 1940, συγκρίνονται ως προς το περιεχόμενό τους, αν και όχι ως προς το μέγεθός τους, με τη δραστηριότητα της σοσιαλδημοκρατίας που δολοφόνησε τον Λίμπκνεχτ και τη Λούξεμπουργκ.
Όπως ο Λένιν, μέχρι και μετά την επανάσταση του Οκτώβρη επίσης, επέμενε στη σημασία που έχει η κοσμοθεωρία και δημοσίευσε έργα όπως το «Στην Υπεράσπιση του Μαχόμενου Υλισμού», έτσι και ο Τρότσκι δεν εγκατέλειψε τη δουλειά του πάνω στον διαλεκτικό υλισμό, μέχρι τη δολοφονία του, και σε άρθρα όπως «Η Διαλεκτική και το Αμετάλλακτο του Συλλογισμού» και σ’ όλο το περιεχόμενο της Υπεράσπισης του Μαρξισμού επέμενε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σ’ αυτό που θεωρούσε, συμφωνώντας με τον Χέρτσεν, «την άλγεβρα της επανάστασης».
Είναι σημαντικό να θυμηθούμε εδώ ότι ο Μαρξ μπόρεσε να αναπτύξει Το Κεφάλαιο και την αντίληψή του για τον επιστημονικό σοσιαλισμό μόνο μετά την εργασία σε βάθος πάνω στον Χέγκελ, τη ρήξη του με τους νεοχεγκελιανούς (βλέπε: Τα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τον 1844) και την ανάπτυξη από κοινού με τον Έγκελς της υλιστικής διαλεκτικής, καθήκον που αμέσως συνέχισε και συστηματοποίησε ο Έγκελς σε τόσο σημαντικά έργα όπως το Αντιντίριγκ και οι σημειώσεις που συγκέντρωσε στη Διαλεκτική της Φύσης.
Ο Τρότσκι επιμένει στα «Τετράδιά» του στον συντηρητικό χαρακτήρα της έννοιας. Και η ταυτότητα της έννοιας με τον εαυτό της, με ή χωρίς απόλυτη ισχύ βρίσκεται στη βάση της τυπικής λογικής.
«Η εννοιοποίησή μας αντανακλά προτσές, που τα μεταμορφώνει σε “αντικείμενα”. Δεν είναι κάθε παρόν κατάλληλο για το σχηματισμό μιας έννοιας. Είναι αναγκαία μια ορισμένη σταθεροποίηση του προτσές για να σχηματιστεί μια διαρκούσα αναπαράσταση. Άρα, αυτή η πράξη της συνείδησης είναι μια ρήξη με το παρελθόν, που προετοίμαζε τη σταθεροποίηση.
Η έννοια της γης που έχουμε, “η πιο διαρκής” από τις αντιλήψεις μας, “το πιο διαρκές” από τα αντικείμενα του καθημερινού μας περιβάλλοντος, βασίζεται πάνω σε μια ολοκληρωτική ρήξη με τον επαναστατικό σχηματισμό του ηλιακού συστήματος. Η έννοια είναι συντηρητική. Ο συντηρητισμός της προέρχεται: α) από τον ωφελιμιστικό της σκοπό, β) από το γεγονός ότι η μνήμη ενός προσώπου, όπως η μνήμη της ανθρωπότητας, είναι ανεπαρκής».
Αυτή η «συντηρητική» έννοια πέφτει σε κρίση σε στιγμές οξείας κοινωνικής αλλαγής, η οποία ήδη υπάρχει με ανοιχτή και γενικευμένη μορφή (η λεγόμενη «κρίση αξιών»), όταν η αλλαγή και η κοινωνική κρίση είναι φανερή σε όλους, ενώ ήδη υπήρχε σε τμήματα της διανόησης, όταν η κρίση υπάρχει ακόμα και σε άλλους τομείς μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας (επανάσταση στη Φυσική στις αρχές του αιώνα στο πεδίο της επιστήμης, εγκαθίδρυση του σταλινισμού στο επίπεδο της πολιτικής).
Ταυτόχρονα, η συνέχιση της αλλαγής, κατά τη διάρκεια της περιόδου της επανάστασης, είτε είναι κοινωνική, είτε επιστημονική, ή άλλου τύπου, επιβάλλει στη λογική της αφηρημένης ταυτότητας, στην τυπική ή αριστοτέλεια λογική, το σχηματισμό νέων εννοιών που αντικαθιστούν τις προηγούμενες.
Στα «Τετράδιά» του ο Τρότσκι επιστρέφει στο πρόβλημα: «Η σκέψη που γνωρίζει, ξεκινά από τη διαφοροποίηση, με τη στιγμιαία φωτογραφία, με την εγκαθίδρυση των όρων-εννοιών, στους οποίους τίθενται οι ξεχωριστές στιγμές ενός προτσές, αλλά από τους οποίους διαφεύγει το προτσές ως όλο. Αυτοί οι όροι-έννοιες, που δημιουργούνται από τη σκέψη που γνωρίζει, μετατρέπονται έπειτα σε δεσμά της. Η διαλεκτική εξαλείφει αυτά τα δεσμά, αποκαλύπτοντας τη σχετικότητα των ακίνητων εννοιών, τη μετάβαση της μιας στην άλλη».
Μόνο η λογική που εξετάζει τη μετάβαση και την ίδια στιγμή αναγνωρίζει το στοιχείο του απόλυτου μέσα στο σχετικό σε κάθε μια από τις έννοιες που έχει σχηματίσει η ανθρωπότητα στην ανάπτυξή της και που αναπτύσσονται μαζί της, μπορεί να αγκαλιάσει την κίνηση.
Η επεξεργασία μιας προοπτικής κοινωνικής αλλαγής, επαναστατικής, απαιτεί μια αντίληψη του κόσμου σε βάθος και επιστημονικά κριτική, που απορρίπτει την αιώνια αξία αυτού που υπάρχει σήμερα, που αναγνωρίζει το άλμα, την αλλαγή, που επιτρέπει να επεξεργαστούμε, ξεκινώντας από το σήμερα, έναν συνεκτικό και δυνατό προσανατολισμό προς ένα μέλλον κοινωνικών μεταβολών, κι αυτό, όπως είδαμε, γίνεται απαραίτητο σε στιγμές ποιοτικών αλλαγών που καθορίζουν μεγάλες περιόδους στην ανάπτυξη της πάλης των τάξεων σε παγκόσμια κλίμακα.
Αυτή η αντίληψη του κόσμου που έχει οριστεί και έχει αναπτυχθεί από όλους τους μεγάλους μαρξιστές, ξεκίνησε από τον Μαρξ και τον Έγκελς, ως η διαλεκτική υλιστική φιλοσοφία. «Η διαλεκτική είναι η λογική του δαρβινισμού (σε αντίθεση ...προς τον Λιναίο...), η λογική του μαρξισμού (σε αντίθεση προς τις ορθολογιστικές, ιδεαλιστικές θεωρίες του ιστορικού προτσές), η λογική του φιλοσοφικού υλισμού (σε αντίθεση προς τον καντιανισμό, κλπ.)».
Ο Τρότσκι στα «Τετράδιά» του επιμένει διαρκώς στη σημασία του διαλεκτικού νόμου της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα και αντίστροφα:
«Πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο θεμελιώδης νόμος της διαλεκτικής είναι η μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα, επειδή [μας] δίνει τη γενική διατύπωση όλων των εξελικτικών προτσές –τόσο της Φύσης όσο και της κοινωνίας».
«Ο νόμος της μετάβασης της ποσότητας σε ποιότητα είναι (πολύ πιθανόν) ο θεμελιώδης νόμος της διαλεκτικής... Αναμφίβολα ο ίδιος ο Χέγκελ δεν έδοσε στο νόμο της μετάβασης της ποσότητας σε ποιότητα την πρώτιστη σπουδαιότητα που του αξίζει».
Το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο γράφτηκαν τα «Τετράδια» δεν είναι απόλυτα ξένο με αυτό το συμπέρασμα. Ο βαθμιαίος γραφειοκρατικός σταλινικός έλεγχος της σοβιετικής κοινωνίας είναι το κύριο ιστορικό πρόβλημα της στιγμής. Η περιγραφή της στιγμής του μέτρου, της μετατροπής της ποσοτικής συσσώρευσης σε νέα ποιότητα είναι αποφασιστικής πολιτικής σημασίας.
Ο Τρότσκι πρώτα όρισε τον γραφειοκρατικό εκφυλισμό της ΕΣΣΔ ως «γραφειοκρατικό κεντρισμό» ή «Θερμιδόρ» και προσδιόρισε την πολιτική του δραστηριότητα στη βάση του μόνιμου αιτήματος να ανήκει στο ΚΚΣΕ, από το οποίο είχε διαγραφεί η Αριστερή Αντιπολίτευση. Την περίοδο από το 1933 και μετά, η ποσοτική συσσώρευση είχε μετατραπεί σε μια νέα ποιότητα και ο Τρότσκι όρισε το γραφειοκρατικό καθεστώς ως «βοναπαρτιστικό» και τη σταλινική γραφειοκρατία ως την «κύρια αντεπαναστατική δύναμη σε παγκόσμια κλίμακα».
Από τον προσδιορισμό αυτής της στιγμής του μέτρου, της μετατροπής, εξαρτάται όλη η πολιτική προοπτική και γι’ αυτό και η σημασία του. Ενώ σε άλλα πεδία της επιστήμης αυτή η στιγμή του μέτρου είναι εύκολο να αναγνωριστεί (η συσσώρευση ενέργειας που προκαλεί τη μετάβαση από τη στερεή κατάσταση σε υγρή και αέρια, μετριέται σε θερμοκρασίες πλήρως εγκαθιδρυμένες για όλα τα στοιχεία), στο έδαφος της πολιτικής και στο πεδίο της ιστορίας, αυτή η στιγμή του μέτρου μπορεί να περάσει απαρατήρητη κι έτσι να οδηγήσει σε πλήρη σύγχυση κάθε προσανατολισμού.
Στην πραγματικότητα, στο παρόν υπάρχει ακόμα η θεωρία σύμφωνα με την οποία ο Στάλιν διέπραξε «πολλά λάθη» αλλά δεν προκλήθηκε μια ουσιαστική αλλαγή στο περιεχόμενο της δραστηριότητας του και ήταν πάντα υπερασπιστής των προοδευτικών αρχών που ενέπνευσαν την Επανάσταση του Οκτώβρη, μια θεωρία βασισμένη στον διαρκή ισχυρισμό απομέρους του ίδιου του Στάλιν της διαστρεβλωμένης και παραποιημένης εκδοχής των αρχών που καθοδηγούσαν την πάλη του 1917. Με τον ίδιο τρόπο, όταν οι αντιδραστικές συνέπειες του σταλινισμού εμφανίζονται ως αυτονόητες για την πλειοψηφία, κατασκευάζεται η αντίθετη θεωρία, που ισχυρίζεται ότι τα «σπέρματα» του σταλινισμού βρίσκονται στα Έργα του Μαρξ.
Μια τέτοια αντίληψη, όπως και η προηγούμενη, απορρίπτει αυτόν το «θεμελιακό νόμο της διαλεκτικής» στον οποίον επιμένει ο Τρότσκι, και προσποιείται ότι δεν υπάρχει η διακοπή του βαθμιαίου, το άλμα, η μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα. Το πρόβλημα στην πολιτική είναι ότι η παραγνώριση του διαλεκτικού άλματος δένει πάντα στο παρελθόν και μπλοκάρει κάθε εποικοδομητική επαναστατική δραστηριότητα. Στα «Τετράδιά» του ο Τρότσκι γράφει:
«Ο Λένιν δημιούργησε το μηχανισμό. Ο μηχανισμός δημιούργησε τον Στάλιν». Για να συνεχίσει στην επόμενη γραμμή:
«Το α = α είναι μόνο μια μερική περίπτωση του νόμου. Το α ¹ α. Η διαλεκτική είναι η λογική της κίνησης, της ανάπτυξης, της εξέλιξης».
Μόνο η κατανόηση της μετάβασης, της ποιοτικής αλλαγής μπορεί να αποφύγει τα εύκολα και τεχνητά συμπεράσματα που κατασκευάζονται απλά στη βάση του λογικού φορμαλισμού και που αγνοούν την υλική κίνηση της πραγματικότητας που είναι πάντα ένας συνδυασμός αλληλοσυνδεμένων προτσές.
Αυτός ο φορμαλισμός καταλήγει να λέει ότι ο σταλινισμός είναι το προϊόν της «μεταφυσικής» κοσμοθεωρίας που ανέπτυξε ο Λένιν, εννοώντας μ’ αυτό ότι ο διαλεκτικός υλισμός είναι μεταφυσική (χωρίς να εξηγεί τι εννοεί λέγοντας μεταφυσική) και προσπαθεί να μετατρέψει τον μαρξισμό σε ιδεολογικό πατέρα του σταλινισμού.
Θα μπορούσαμε να στηριχτούμε σε όλα τα έργα του Λένιν για να αποκρούσουμε αυτόν τον ισχυρισμό και να δείξουμε το αληθινό περιεχόμενο της κοσμοθεωρίας του Λένιν. Γι’ αυτό τα «Τετράδια» του Τρότσκι, και είναι κρίμα που είναι λίγο γνωστά, είναι βαθιά διαφωτιστικά, γιατί δείχνουν ανάγλυφα τόσο τις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Λένιν και του Τρότσκι όσο και την αντίθεση και των δυο στον χυδαίο υλισμό, στον εκλεκτικισμό και στον πραγματισμό του Στάλιν και των επιγόνων του.
Ο χαρακτηρισμός του διαλεκτικού υλισμού, του μαρξισμού ως «μεταφυσικού», δεν είναι μια σημερινή ανακάλυψη. Ο επίσκοπος Μπέρκλεϊ, πριν ακόμα από τη γέννηση του μαρξισμού, για να υποστηρίξει την ιδεαλιστική του άποψη στη φιλοσοφία, κατηγόρησε τον μηχανιστικό υλισμό του 18ου αιώνα ως «μεταφυσικό», εξηγώντας ότι η αναγνώριση της αντικειμενικής ύπαρξης του υλικού κόσμου υπερβαίνει την εμπειρία ή τα δεδομένα των αισθήσεων.
Πολύ αργότερα, ο Καντ αναγνώρισε έμμεσα την αρχή του Μπέρκλεϊ, βεβαιώνοντας ότι «το πράγμα καθεαυτό» είναι μη γνώσιμο με αφετηρία τα δεδομένα της εμπειρίας. Την ίδια στιγμή που αναγνώριζε την ύπαρξη του, ισχυριζόταν ότι ήταν πέρα από την εμπειρία και κατά συνέπεια πρόσφερε νέα στοιχεία σ’ αυτούς που χαρακτηρίζουν τον υλισμό σαν «μεταφυσική». Στη συνέχεια, ο εμπειριοκριτικισμός και ο θετικισμός στην αρχή του αιώνα βιάστηκαν να πάρουν τα επιχειρήματα του Μπέρκλεϊ για να κριτικάρουν τον διαλεκτικό υλισμό. Ο Τρότσκι επεξεργάζεται αυτό το σημείο στο δεύτερο τετράδιο του:
«Ο Έγκελς, μετά τον Χέγκελ, ονόμαζε εκείνους που σκέπτονται, με απόλυτες και αμετάβλητες κατηγορίες, εκείνους δηλαδή που φαντάζονται τον κόσμο σαν ένα άθροισμα από αμετάβλητες ποιότητες, μεταφυσικούς».
Και αντιτάσσει σ’ αυτό τη διαλεκτική υλιστική αντίληψη:
«Η διαλεκτική είναι η λογική της ανάπτυξης. Εξετάζει τον κόσμο –εξολοκλήρου και χωρίς καμιά εξαίρεση– όχι σαν αποτέλεσμα της δημιουργίας, μιας ξαφνικής αρχής, σαν την πραγματοποίηση ενός σχεδίου, αλλά ως αποτέλεσμα της κίνησης, της μετατροπής. Καθετί που είναι, έγινε έτσι που είναι ως αποτέλεσμα νομοτελειακής ανάπτυξης».
Στο ίδιο τετράδιο και ακολουθώντας τον προσανατολισμό του Λένιν στην πάλη του ενάντια στον εμπειριοκριτικισμό, ο Τρότσκι απευθύνεται στον «σύγχρονο θετικιστή».
«Ποιος είναι ο στόχος εδώ; Λέει ο σύγχρονος “θετικιστής”: εγώ μπορώ να κάνω μια έξοχη ανάλυση του κόσμου των φαινομένων χωρίς αυτές τις επινοήσεις και τις σχολαστικές λεπτολογίες... Στον εκπρόσωπο του θετικισμού, με την περιορισμένη του άποψη, λέμε ότι όλες οι σύγχρονες επιστήμες [(με επικεφαλής, εκείνες που αφορούν την ύλη, την υπόσταση)] χρησιμοποιούν τους νόμους της διαλεκτικής σκέψης σε κάθε βήμα, ακριβώς όπως ο μαγαζάτορας χρησιμοποιεί το συλλογισμό ή όπως ο Μεσιέ Ζουρντέν χρησιμοποιεί την πρόζα: χωρίς ποτέ να το γνωρίζει...».
«Η διαλεκτική δεν απαλλάσσει τον ερευνητή από την προσεκτική μελέτη των γεγονότων, εντελώς το αντίθετο: την απαιτεί. Αλλά σε ανταπόδοση δίνει στην ερευνητική σκέψη ελαστικότητα, την βοηθάει να τα βγάζει πέρα με τις αποστεωμένες προκαταλήψεις, την εξοπλίζει με εξαιρετικά πολύτιμες αναλογίες, και την εκπαιδεύει στο πνεύμα της τόλμης, που είναι θεμελιωμένη στην περίσκεψη».
Στις μέρες μας και σαν μέρος του κυρίαρχου εκλεκτικισμού στο έδαφος της φιλοσοφίας, παρ’ όλο που η διαλεκτική χρησιμοποιείται σε πολλά πεδία της επιστημονικής, τεχνικής και κοινωνικής δραστηριότητας, απορρίπτεται στο φιλοσοφικό πεδίο ως κοσμοθεωρία. Ο εκλεκτικισμός ισχυρίζεται ότι η διαλεκτική προσπαθεί να επιβάλει τη σκέψη (τους διαλεκτικούς νόμους) πάνω στην κοινωνία και τον κόσμο, αποκαλώντας την «μεταφυσική», «ντετερμινισμό» ή «ανιμισμό». Έτσι ο Ντιούι βεβαίωνε ότι η διαλεκτική είναι ισοδύναμη με τη θρησκεία καθώς εξετάζει το ιστορικό προτσές σαν την εκπλήρωση των θεϊκών επιταγών (λογικών στην περίπτωση της διαλεκτικής). Στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι παρά μια απλή επιστροφή στον Χέγκελ ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, μια χρησιμοποίηση της ιδεαλιστικής διαλεκτικής του Χέγκελ για να προσπεραστεί η κοσμοθεωρία του Λένιν και των μαρξιστών γενικά.
Ο Τρότσκι στις σημειώσεις του για τον Χέγκελ, στο πρώτο τετράδιο, εξηγεί: «Ο υλισμός δέχεται την αντιστοιχία του υποκειμενικού και του αντικειμενικού, την ενότητα τους, όχι όμως την ταυτότητα τους, με άλλα λόγια δεν απελευθερώνει την ύλη από την υλικότητά της, προκείμενου να κρατήσει μόνο το λογικό πλαίσιο της κανονικότητας, που έκφρασή της είναι η επιστημονική σκέψη (συνείδηση)...».
Εδώ έχουμε το δεύτερο μεγάλο στοιχείο απόκλισης ανάμεσα στην τυπική λογική και την υλιστική διαλεκτική. Αναγνωρίζοντας την υλικότητά του κόσμου, ο μαρξισμός αναζητά μια λογική με υλικό περιεχόμενο, όχι μια λογική αφηρημένων μορφών, ικανή να εξηγήσει την πραγματική κίνηση των προτσές, όχι να επιβάλει σ’ αυτά τις λογικές κατηγορίες. Γι’ αυτό μπορούμε να βεβαιώσουμε, όπως ο Τρότσκι, ότι «στην πραγματικότητα η διαλεκτική σχετίζεται με τη λογική (την τυπική) όπως τα ανώτερα μαθηματικά σχετίζονται με τα κατώτερα».
«Έτσι, “η υλιστική διαλεκτική” (ή “ο διαλεκτικός υλισμός”) δεν είναι ένας αυθαίρετος συνδυασμός δύο ανεξάρτητων όρων, αλλά μια διαφοροποιημένη ενότητα –μια σύντομη φόρμουλα για μια πλήρη και αδιαίρετη κοσμοθεωρία, που στηρίζεται αποκλειστικά στη συνολική ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης, σε όλους τους κλάδους της, και είναι η μόνη που χρησιμεύει ως επιστημονική στήριξη της ανθρώπινης πρακτικής δράσης».
Να προσποιείται κανείς ότι στην πραγματικότητα κριτικάρει την υλιστική κοσμοθεωρία βασισμένος στο ότι περιέχει το ένα ή το άλλο λάθος λεπτομέρειας στην ανάπτυξη της από τους κλασικούς του μαρξισμού, αντιστοιχεί στην ίδια τάση που προσποιείται ότι κριτικάρει τον δαρβινισμό για τις αναπόφευκτες αδυναμίες συγκεκριμένων πλευρών της θεωρίας του, απορρίπτοντας τον σαν όλο και ξεχνώντας συνειδητά ότι το ουσιαστικό περιεχόμενό του (η ιδέα της εξέλιξης στο μέτωπο των σταθερών και αιώνιων ειδών) υπήρξε η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης των Φυσικών Επιστημών από τον ίδιο τον Δαρβίνο.
Η διαλεκτική είναι η θεωρία της κίνησης, της ανάπτυξης, απαραίτητη για την ανάλυση όλων των φυσικών και κοινωνικών προτσές, στη διαρκή τους αλλαγή και μεταμόρφωση. Την ίδια στιγμή το περιεχόμενο των κατηγοριών της διαλεκτικής καθορίζεται ιστορικά και, κατά συνέπεια, υπόκειται αναγκαία σε αλλαγή και ανάπτυξη.
Ο Τρότσκι εξηγεί: «Είναι δυνατό να το αναγνωρίσει κανείς αυτό (την ύπαρξη, δηλαδή, της αλλαγής και της ανάπτυξης –Ζ.Α.), αλλά να μην καταφέρει να το κάνει θεμελιώδη αρχή της σκέψης του. Υπάρχουν εκείνοι που ενώνουν την κοσμοθεωρία των Καντ-Λαπλάς με βιβλικές πεποιθήσεις ή δήθεν πεποιθήσεις και, ενώ διαφημίζουν τον εαυτό τους σαν δαρβινιστή, πιστεύουν στις ανώτερες αρχές, τις ηθικές αρχές τις εγγενείς στην ανθρωπότητα».
«Ανάμεσα στους πολιτισμένους ανθρώπους ο εκλεκτικισμός έχει την κυριαρχία. Οι νόμοι της “εξέλιξης”, της “προόδου” γενικά αναγνωρίζονται, αλλά ανεξάρτητα απ’ αυτούς είναι αποδεκτές αρκετές απόλυτες κατηγορίες –στο πεδίο της οικονομίας (η ατομική ιδιοκτησία), στην πολιτική (η δημοκρατία, ο πατριωτισμός), στις ηθικές αρχές (η κατηγορική προσταγή)».
Το εκλεκτικιστικό μίγμα των αρχών και θεωριών που εμφανίζονται ότι «υπερβαίνουν τις κάθε είδους μονόπλευρες απόψεις» είναι σήμερα της μόδας μεταξύ αυτών που ψάχνουν εύκολες εξηγήσεις, αλλά ταυτόχρονα είναι ασυμβίβαστο με την επιστημονική δουλειά που βασίζεται στην ανακάλυψη των αντικειμενικών νόμων οι οποίοι δεν εφαρμόζονται αυθαίρετα σύμφωνα με τη θέληση του υποκειμένου, αλλά είναι καθολικοί.
«Η αρχή της μετάβασης της ποσότητας σε ποιότητα έχει καθολική σημασία, στο βαθμό που θεωρούμε ολόκληρο το σύμπαν –χωρίς καμία εξαίρεση– ως ένα προϊόν σχηματισμού και μετατροπής και όχι σαν τον καρπό της συνειδητής δημιουργίας».
Η πολιτική και θεωρητική συνεισφορά του Λένιν και του Τρότσκι στον επιστημονικό σοσιαλισμό στηρίζονται σταθερά στην στερεότητα και στη συνέπεια της κοσμοθεωρίας τους, που βασίζεται και στις δυο περιπτώσεις στην υλιστική διαλεκτική, τη φιλοσοφία του μαρξισμού.
Ζ. Α.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————
[1]. Ανακοίνωση του Ζαβιέ Αούμπια στο «Συμπόσιο ’90» (Β' Σύνοδος, Αθήνα 22-27 Οκτώβρη 1991).