ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ
ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
Καρλ Μαρξ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ ΑΠΟ ΤΟ 1845
Γράφτηκαν: το 1886 και 1845
αντίστοιχα
Πηγή: Εκδόσεις «Θεμέλιο», 1967
Σύνταξη: Θεοδόσης Θωμαδάκης
HTML
Markup: Θ. Θωμαδάκης – Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο
INTERNET, Απρίλης 2005
|
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: l ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ l ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ l ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ l ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ο Κ. ΜΑΡΞ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ |
|
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Στον πρόλογο της Κριτικής της Πολιτικής Oικονομίας, (Βερολίνο 1859), ο Καρλ Μαρξ αφηγείται με τι τρόπο, το 1845 στις Βρυξέλλες, καταπιαστήκαμε και οι δυο μαζί να ξεκαθαρίσουμε «την αντίθεση ανάμεσα στην άποψη μας –την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, που την επεξεργάστηκε ειδικά ο Μαρξ– και την ιδεαλιστική άποψη της γερμανικής φιλοσοφίας, ουσιαστικά, να ξεκαθαρίσουμε τους λογαριασμούς μας με την προηγούμενη φιλοσοφική μας συνείδηση. Η πρόθεση πραγματοποιήθηκε με τη μορφή μιας κριτικής της μεταχεγκελιανής φιλοσοφίας. Το χειρόγραφο[2], δυο χονδροί τόμοι σε όγδοο, είχε από καιρό φτάσει στον τόπο της έκδοσης του, στη Βεστφαλία, όταν λάβαμε την είδηση πως οι αλλαγμένες συνθήκες δεν επιτρέπουν την εκτύπωση. Εγκαταλείψαμε το χειρόγραφο στην τρωκτική κριτική των ποντικών πολύ πρόθυμα, μια που είχαμε πετύχει τον κύριο σκοπό μας –την κατανόηση από μας τους ίδιους».
Από τότε πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια και ο Μαρξ πέθανε χωρίς να έχει δοθεί σε κανένα από μας η ευκαιρία να ξαναγυρίσει στό θέμα. Για τις σχέσεις μας με το Χέγκελ έχουμε εκφραστεί σε διάφορα μέρη, πουθενά όμως με μια περιεχτική συνοχή. Στον Φόιερμπαχ, που αποτελεί, ωστόσο, από πολλές απόψεις ενδιάμεσο κρίκο ανάμεσα στη χεγκελιανή φιλοσοφία και τη δική μας αντίληψη, δεν ξαναγυρίσαμε ποτέ.
Στο μεταξύ η μαρξιστική κοσμοθεωρία βρήκε εκπροσώπους πολύ πέρα από τα σύνορα της Γερμανίας και της Ευρώπης και σε όλες τις καλλιεργημένες γλώσσες του κόσμου. Από το άλλο μέρος, η κλασική γερμανική φιλοσοφία ζει ένα είδος αναγέννησης στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στην Αγγλία και τις Σκανδιναβικές χώρες, και φαίνεται πως και στην ίδια τη Γερμανία χόρτασαν από τα εκλεκτικά νεροζούμια που σερβίρονται στα πανεπιστήμια εκεί με το όνομα φιλοσοφία.
Κάτω από τις συνθήκες αυτές μου φάνηκε πως επιβαλλόταν όλο και πιο πολύ μια σύντομη, περιεκτική έκθεση για τις σχέσεις μας με τη χεγκελιανή φιλοσοφία, για την έξοδο μας και το χωρισμό μας απ’ αυτήν. Παρόμοια μια πλήρης αναγνώριση της επίδρασης που, περισσότερο απ’ όλους τους άλλους μεταχεγκελιανούς φιλοσόφους, είχε επάνω μας ο Φόιερμπαχ στην περίοδο της δικής μας «Sturm und Drang» (της θύελλας και ορμής), μου φάνηκε σαν οφειλόμενο χρέος τιμής. Πιάστηκα λοιπόν πρόθυμα από την ευκαιρία, όταν η σύνταξη της «Neue Ζeit» με παρακάλεσε για μια κριτική στο βιβλίο του Στάρκε για το Φόιερμπαχ. H εργασία μου δημοσιεύτηκε στα τεύχη 4 και 5 του 1886 του περιοδικού αυτού και παρουσιάζεται τώρα σε ξεχωριστή αναθεωρημένη έκδοση.
Πριν να στείλω τις γραμμές τούτες στο τυπογραφείο ξέθαψα άλλη μια φορά το παλιό χειρόγραφο του 1845-46 και το ξανακοίταξα. Το μέρος για το Φόιερμπαχ δεν είναι αποτελειωμένο. Το μέρος που είναι έτοιμο αποτελείται από μια έκθεση για την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, που αποδείχνει μόνο πόσο ατελείς είταν οι τοτινές μας γνώσεις για την οικονομική ιστορία. Η ίδια η κριτική της φοϊερμπαχικής διδασκαλίας λείπει απ’ αυτό· είταν λοιπόν για τον τωρινό σκοπό άχρηστο. Αντίθετα, σε ένα παλιό τετράδιο του Μαρξ βρήκα τις έντεκα θέσεις για το Φόιερμπαχ που δημοσιεύονται στο παράρτημα. Είναι σημειώσεις για κατοπινή επεξεργασία, ριγμένες βιαστικά στο χαρτί, χωρίς καθόλου να προορίζονται για δημοσίευση, ανεχτίμητες όμως σαν το πρώτο ντοκουμέντο, όπου έχει ριχτεί ο μεγαλοφυής σπόρος της καινούργιας κοσμοθεωρίας.
ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΓΚΕΛΣ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Το έργο τούτο[3] μας γυρίζει ξανά σε μια περίοδο, που χρονικά βρίσκεται μια ολόκληρη γενεά πίσω από μας, μα που έχει γίνει τόσο ξένη στη σημερινή γενεά της Γερμανίας, σαν να είταν κιόλας ένα ολόκληρο αιώνα παλιά. Και όμως είταν η περίοδος που η Γερμανία ετοιμαζόταν για την επανάσταση του 1848, και όλα όσα έγιναν από τότε και υστέρα σε μας είναι μόνο συνέχεια του 1848, η εκτέλεση μόνο της διαθήκης που άφησε η επανάσταση.
Όπως στη Γαλλία το δέκατο όγδοο και στη Γερμανία το δέκατο ένατο αιώνα, η φιλοσοφική επανάσταση προπαρασκεύασε την πολιτική κατάρρευση. Μα πόσο διαφορετικές φαίνονται οι δυο! Οι Γάλλοι –σε ανοιχτό αγώνα με ολόκληρη την επίσημη επιστήμη, την εκκλησία, συχνά και με το κράτος. Τα έργα τους τυπωμένα έξω από τα σύνορα, στην Ολλανδία ή την Αγγλία, και αυτοί οι ίδιοι, αρκετά συχνά, έτοιμοι να πάρουν το δρόμο για τη Βαστίλη. Αντίθετα, οι Γερμανοί –καθηγητές, διορισμένοι από το κράτος δάσκαλοι της νεολαίας, τα έργα τους αναγνωρισμένα διδαχτικά βιβλία και το σύστημα, που επισφραγίζει όλη την ανάπτυξη, το χεγκελιανό, ανεβασμένο μάλιστα στην τάξη, κατά ένα τρόπο, βασιλικής πρωσικής κρατικής φιλοσοφίας! Και έπρεπε η επανάσταση να κρύβεται πίσω από αυτούς τους καθηγητές, πίσω από τις σχολαστικά σκοτεινές λέξεις τους, τις βαριές ανιαρές περίοδές τους; Δεν είταν, λοιπόν, ίσα-ίσα, οι άνθρωποι που περνούσαν τότε για εκπρόσωποι της επανάστασης, οι φιλελεύθεροι, οι πιο σφοδροί αντίπαλοι της φιλοσοφίας αυτής που μπέρδευε τα μυαλά; Αυτό όμως που δεν είδαν ούτε οι κυβερνήσεις ούτε οι φιλελεύθεροι, το είδε από το 1833 κιόλας ένας τουλάχιστο άνθρωπος και αυτός, βέβαια, ονομαζόταν Ερρίκος Χάινε[4].
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Καμιά φιλοσοφική φράση δεν προκάλεσε τόσο πολύ την ευγνωμοσύνη στις στενοκέφαλες κυβερνήσεις και την οργή σε άλλο τόσο στενοκέφαλους φιλελεύθερους, όσο η περίφημη φράση του Χέγκελ:
«Κάθετι που είναι πραγματικό, είναι λογικό, και κάθετι που είναι λογικό, είναι και πραγματικό»[5].
Αυτό όμως είναι, χειροπιαστά, ο καθαγιασμός για το κάθετι που υπάρχει, η φιλοσοφική ευλογία στο δεσποτισμό, το αστυνομικό κράτος, τις μυστικές δίκες, τη λογοκρισία. Έτσι το πήρε ο Γουλιέλμος, έτσι και οι υπήκοοι του. Στον Χέγκελ όμως με κανένα τρόπο δεν είναι το κάθετι που υπάρχει, δίχως άλλο, και πραγματικό. Η ιδιότητα της πραγματικότητας αρμόζει, σύμφωνα μ’ αυτόν, μόνο σε κείνο που είναι μαζί και αναγκαίο.
«Η πραγματικότητα στο ξεδίπλωμά της αποδείχνεται σαν αναγκαιότητα».
Ένα οποιοδήποτε μέτρο της κυβέρνησης –και ο ίδιος ο Χέγκελ φέρνει το παράδειγμα: «μια φορολογική διάταξη»[6]– δεν είναι, κατά συνέπεια, γι’ αυτόν καθόλου δίχως και κάτι άλλο αληθινό. Αυτό όμως που είναι αναγκαίο, αποδείχνεται σε τελευταία ανάλυση και λογικό και αν εφαρμοστεί στο τοτινό πρωσικό κράτος, η φράση, του Χέγκελ, σημαίνει μόνο: το κράτος τούτο είναι λογικό, συμφωνεί με τη λογική, όσο καιρό είναι αναγκαίο, και αν παρ’ όλα αυτά γίνει κακό και παρά τη φαυλότητα του εξακολουθεί να υπάρχει, τότε η φαυλότητα της κυβέρνησης βρίσκει τη δικαίωση της και την ερμηνεία της στην αντίστοιχη φαυλότητα των υπηκόων. Οι τοτινοί Πρώσοι είχαν την κυβέρνηση που τους άξιζε.
H πραγματικότητα, τώρα, δεν είναι, σύμφωνα με το Χέγκελ, με κανένα τρόπο μια ιδιότητα που αρμόζει σε μια δοσμένη κοινωνική ή πολιτική κατάσταση πραγμάτων κάτω από όλες τις περιπτώσεις και σε όλες τις εποχές. Το αντίθετο. Η ρωμαϊκή δημοκρατία είταν πραγματική, το ίδιο πραγματική όμως είταν και η ρωμαϊκή αυτοκρατορία που την εκτόπισε. Η γαλλική μοναρχία είχε γίνει, το 1789, τόσο μη-πραγματική, δηλαδή τόσο απογυμνωμένη από κάθε αναγκαιότητα, τόσο παράλογη, που έπρεπε να εξαφανιστεί από τη Μεγάλη Επανάσταση, που γι’ αυτήν ο Χέγκελ μιλάει πάντα με τον πιο μεγάλο ενθουσιασμό. Εδώ λοιπόν η μοναρχία είταν το μη-πραγματικό, η επανάσταση το πραγματικό. Και έτσι στην πορεία της εξέλιξης κάθετι που πρώτα είταν πραγματικό γίνεται μη-πραγματικό, χάνει την αναγκαιότητα του, το δικαίωμα του στη ζωή, τη λογικότητά του. Το πραγματικό που πεθαίνει το διαδέχεται μια καινούργια, βιώσιμη πραγματικότητα –ειρηνικά, αν το παλιό είναι αρκετά γνωστικό να πεθάνει δίχως αντίσταση, βίαια, αν εναντιώνεται στην αναγκαιότητα αύτη. Και έτσι η φράση του Χέγκελ γυρίζει με την ίδια τη χεγκελιανή διαλεκτική στο αντίθετο της: κάθετι, που στην περιοχή της ανθρώπινης ιστορίας είναι πραγματικό, γίνεται με τον καιρό παράλογο, είναι λοιπόν από τον προορισμό του κιόλας παράλογο, στιγματισμένο από τα πριν με παραλογισμό και κάθετι, που στα μυαλά των ανθρώπων είναι λογικό, είναι προορισμένο να γίνει πραγματικό, όσο και αν ακόμα έρχεται σε αντίθεση με τη φαινομενική πραγματικότητα που υπάρχει. Η φράση για τη λογικότητα του κάθε πραγματικού αναλύεται σύμφωνα με όλους τους κανόνες της χεγκελιανής μεθόδου σκέψης σε τούτη την άλλη: Όλα όσα υπάρχουν, αξίζει κιόλας να χαθούν[7].
Μα σε τούτο, ίσα-ίσα, βρισκόταν η αληθινή σημασία και ο επαναστατικός χαραχτήρας της χεγκελιανής φιλοσοφίας (που σ’ αυτήν, σαν το επισφράγισμα ολόκληρης της κίνησης από τον καιρό του Καντ, πρέπει να περιοριστούμε εδώ), πως έδοσε, μια για πάντα, το τελειωτικό χτύπημα στον οριστικό χαρακτήρα σ’ όλες τις συνέπειες της ανθρώπινης σκέψης και δράσης. Η αλήθεια, που έργο της φιλοσοφίας είναι να την γνωρίσει, δεν είταν πια για τον Χέγκελ μια συλλογή από έτοιμες δογματικές φράσεις, που μια και τις βρούμε πρέπει μόνο να τις μάθουμε απ’ έξω. Η αλήθεια τώρα βρισκόταν σ’ αυτή την ίδια τη διαδικασία της γνώσης στη μακριά ιστορική εξέλιξη της επιστήμης, που ανεβαίνει από κατώτερες όλο και σε πιο ανώτερες βαθμίδες γνώσης, χωρίς όμως ποτέ να φτάσει, με την ανακάλυψη μιας λεγόμενης απόλυτης αλήθειας, στο σημείο που να μην μπορεί να κάνει τίποτα περισσότερο, που να μην της υπολείπεται τίποτα περισσότερο παρά να σταυρώσει τα χέρια και να βλέπει με θαυμασμό την αποχτημένη απόλυτη αλήθεια. Και όπως στην περιοχή της φιλοσοφικής, έτσι και στην περιοχή κάθε άλλης γνώσης και πραχτικής δράσης. Όσο η γνώση τόσο και η ιστορία δεν είναι δυνατό να βρει ένα τέλειο τέρμα σε μια τέλεια ιδανική κατάσταση της ανθρωπότητας. Τέλεια κοινωνία, τέλειο «κράτος» είναι πράγματα που μόνο στη φαντασία μπορούν να υπάρχουν. Αντίθετα, όλες οι διαδοχικές ιστορικές καταστάσεις είναι μόνο πρόσκαιρες βαθμίδες στην ατελείωτη εξελικτική πορεία της ανθρώπινης κοινωνίας από το κατώτερο στο ανώτερο. Κάθε βαθμίδα είναι απαραίτητη, κατά συνέπεια δικαιωμένη, για την εποχή και για τις συνθήκες, που σ’ αυτές χρωστάει τη γέννησή της. Γίνεται, όμως, αβέβαιη και χάνει τη δικαίωσή της μπροστά σε καινούργιες, ανώτερες συνθήκες, που αναπτύσσονται βαθμιαία μέσα στους ίδιους της τους κόλπους. Πρέπει να κάνει θέση για μια ανώτερη βαθμίδα, που κι αυτή με τη σειρά της πάλι φτάνει στην παρακμή και το χαμό. Όπως η αστική τάξη με τη μεγάλη βιομηχανία, το συναγωνισμό και την παγκόσμια αγορά διαλύει στην πράξη κάθε σταθερό κι απ’ τα χρόνια σεβαστό θεσμό, έτσι και η διαλεχτική αυτή φιλοσοφία διαλύει κάθε αντίληψη για μια οριστική απόλυτη αλήθεια και τις αντίστοιχες μ’ αυτήν απόλυτες ανθρώπινες καταστάσεις. Μπροστά σ’ αυτή δεν υπάρχει τίποτα οριστικό, απόλυτο, καθαγιασμένο. Φανερώνει τον παροδικό χαραχτήρα όλων και σε όλα, και τίποτα δεν στέκεται μπροστά της, έξω από την αδιάκοπη διαδικασία της γέννησης και του χαμού, το δίχως τέλος ανέβασμα από το κατώτερο στο ανώτερο, και αυτή η ίδια δεν είναι τίποτα άλλο παρά το απλό αντικαθρέφτισμα της διαδικασίας αυτής στο σκεπτόμενο μυαλό. Ωστόσο, έχει και μια συντηρητική πλευρά: αναγνωρίζει τη δικαίωση σε ορισμένες βαθμίδες της γνώσης και της κοινωνίας για την εποχή τους και τις περιστάσεις τους. Μα τόσο μόνο. Ο συντηρητικός χαραχτήρας του τρόπου αυτού αντίληψης είναι σχετικός, ο επαναστατικός του χαραχτήρας απόλυτος –το μοναδικό απόλυτο που αφήνει να ισχύει.
Δεν είναι ανάγκη να μπούμε στο ζήτημα κατά πόσο ο τρόπος αυτός αντίληψης συμφωνεί ολοκληρωτικά με την τωρινή κατάσταση της φυσικής επιστήμης, που προλέγει για την ίδια τη γη ένα πιθανό, μα για το κατοικήσιμό της ένα αρκετά βέβαιο τέλος και που, κατά συνέπεια, προδικάζει στην ανθρώπινη ιστορία όχι μόνο ένα ανοδικό μα και ένα καθοδικό κλάδο. Ωστόσο, βρισκόμαστε αρκετά μακριά ακόμα από το σημείο καμπής, απ’ όπου η ιστορία της κοινωνίας παίρνει τον κάτω δρόμο, και δεν μπορούμε να έχουμε την αξίωση από τη χεγκελιανή φιλοσοφία να ασχοληθεί με ένα αντικείμενο που στον καιρό της δεν το είχε καθόλου θέσει στην ημερησία της διάταξη η φυσική επιστήμη.
Μα αυτό που πραγματικά πρέπει να πούμε εδώ, είναι τούτο: η παραπάνω ανάπτυξη δεν βρίσκεται στο Χέγκελ με την ακρίβεια αυτή. Το παραπάνω είναι αναγκαστικό συμπέρασμα της μεθόδου του, που ποτέ, όμως, δεν το έβγαλε με τη σαφήνεια αυτή. Και μάλιστα για τον απλούστατο τούτο λόγο, γιατί είταν αναγκασμένος να κάνει ένα σύστημα, και ένα σύστημα φιλοσοφίας πρέπει, σύμφωνα με τις καθιερωμένες απαιτήσεις, να κλείνει με ένα οποιοδήποτε είδος απόλυτης αλήθειας. Όσο λοιπόν και αν τονίζει ο Χέγκελ, και ιδιαίτερα στη Λογική, πως η αιώνια αυτή αλήθεια δεν είναι τίποτα άλλο παρά η λογική, δηλαδή, η ίδια η ιστορική εξελικτική κίνηση, βρίσκεται ωστόσο αναγκασμένος να βάλει ένα τέρμα στην εξελικτική αυτή κίνηση, γιατί ίσα-ίσα το σύστημα του πρέπει να τελειώσει κάπου. Στη Λογική μπορεί το τέλος αυτό να το κάνει ξανά αρχή με το να «αποξενώνει», δηλαδή, να μετατρέπει εδώ το τελικό σημείο, την απόλυτη ιδέα –που είναι κατά τούτο απόλυτη, πως δεν ξέρει να πει απόλυτα τίποτα γι’ αυτή– σε Φύση και αργότερα σε πνεύμα, δηλαδή, να ξαναγυρίζει πίσω στον εαυτό της στη σκέψη και στην ιστορία. Όμως, στο τέλος ολόκληρης της φιλοσοφίας ένα παρόμοιο ξαναγύρισμα από την αρχή είναι με ένα μόνο τρόπο μπορετό. Με το να τοποθετήσουμε, δηλαδή, το τέλος της ιστορίας σε τούτο: στο πώς η ανθρωπότητα φτάνει στη γνώση ίσα-ίσα της απόλυτης ιδέας και δηλώνει πως η γνώση αυτή της απόλυτης ιδέας κατορθώθηκε με τη χεγκελιανή φιλοσοφία. Έτσι όμως κηρύσσει ολόκληρο το δογματικό περιεχόμενο του χεγκελιανού συστήματος σαν απόλυτη αλήθεια, σε αντίφαση με τη διαλεκτική του μέθοδο που διαλύει κάθετι το δογματικό. Έτσι η επαναστατική πλευρά πνίγεται κάτω από την υπερτροφικά αναπτυγμένη συντηρητική. Και αυτό που ισχύει για τη φιλοσοφική γνώση, ισχύει και για την ιστορική πράξη. Η ανθρωπότητα, που στο πρόσωπο του Χέγκελ κατόρθωσε να επεξεργαστεί την απόλυτη ιδέα, πρέπει και πρακτικά να φτάσει ως το σημείο να μπορεί να μεταφέρει την απόλυτη αυτή ιδέα στην πραγματικότητα. Οι πρακτικές πολιτικές απαιτήσεις της απόλυτης ιδέας στους σύγχρονους δεν επιτρέπεται, κατά συνέπεια, να είναι πάρα πολύ εξογκωμένες. Και έτσι βρίσκουμε στο τέλος της Φιλοσοφίας του Δικαίου πως η απόλυτη ιδέα οφείλει να πραγματοποιηθεί στην αντιπροσωπευτική εκείνη μοναρχία που ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος ο III τόσο επίμονα, μα μάταια[8], υπόσχονταν στους υπηκόους του, σε μια λοιπόν περιορισμένη και μετριοπαθή έμμεση κυριαρχία από τις ιδιοκτήτριες τάξεις, προσαρμοσμένη στις τοτινές γερμανικές μικροαστικές συνθήκες και όπου αποδείχνεται σε μας, με θεωρητικό τρόπο, η αναγκαιότητα και των ευγενών ακόμα.
Οι εσωτερικές, κατά συνέπεια, αναγκαιότητες του συστήματος είναι και από μόνες τους αρκετές να εξηγήσουν τη γέννηση ενός πολύ άτονου πολιτικού συμπεράσματος, με τη βοήθεια μιας πέρα-πέρα επαναστατικής μεθόδου σκέψης. Η ειδική μορφή του συμπεράσματος αυτού προέρχεται, εννοείται, από τούτο: ο Χέγκελ είταν Γερμανός και, όπως στο σύγχρονό του Γκέτε, κρεμόταν και σ’ αυτόν από πίσω ένα κομμάτι κοτσίδας φιλισταίου. Ο Γκέτε, όπως και ο Χέγκελ, είταν ο καθένας στον τομέα του ένας Ολύμπιος Δίας, μα από το γερμανικό φιλισταϊσμό δεν απαλλάχτηκαν ποτέ ολοκληρωτικά.
Όλα αυτά δεν εμπόδισαν, ωστόσο, το χεγκελιανό σύστημα να περιλάβει μια ασύγκριτα μεγαλύτερη περιοχή από κάθε άλλο προηγούμενο σύστημα και να αναπτύξει στην περιοχή αυτή ένα πλούτο από σκέψεις, που ακόμα και σήμερα προκαλούν το θαυμασμό. Φαινομενολογία του Πνεύματος (που θα μπορούσε κανείς να την ονομάσει παράλληλο με την εμβρυολογία και την παλαιοντολογία του πνεύματος, ανάπτυξη της ατομικής συνείδησης μέσα από τις διάφορες βαθμίδες της, που τη νοούμε σαν συνοπτική επανάληψη των βαθμίδων που πέρασε ιστορικά η συνείδηση του άνθρωπου), Λογική, Φιλοσοφία της Φύσης, Φιλοσοφία του Πνεύματος και η τελευταία αυτή πάλι επεξεργασμένη σε ξεχωριστές ιστορικές υποδιαιρέσεις: Φιλοσοφία της Ιστορίας, του Δικαίου, της Θρησκείας, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αισθητική κ.τ.λ. –σε όλες αυτές τις διαφορετικές ιστορικές περιοχές εργάστηκε ο Χέγκελ για να βρει και να δείξει το νήμα της ανάπτυξης που περνάει μέσα απ’ αυτές και επειδή δεν είταν μόνο δημιουργική ιδιοφυΐα, μα και ένας άνθρωπος με εγκυκλοπαιδική πολυμάθεια, όπου παρουσιάζεται αφήνει εποχή. Είναι αυτονόητο πως από τις αναγκαιότητες του «συστήματος» υποχρεώνεται να καταφεύγει εδώ αρκετά συχνά στα βεβιασμένα εκείνα κατασκευάσματα, που γι’ αυτά, ως τα σήμερα, βγάζουν τόσο φριχτές κραυγές οι νάνοι εχθροί του. Μα τα κατασκευάσματα αυτά είναι μόνο τα πλαίσια και οι σκαλωσιές στο έργο του. Αν δεν σταθούμε σ’ αυτά χωρίς ανάγκη, αν προχωρήσουμε βαθύτερα στο επιβλητικό οικοδόμημα, θα βρούμε αμύθητους θησαυρούς, που ακόμα και σήμερα διατηρούν ολόκληρη την αξία τους. Σε κάθε φιλόσοφο το «σύστημα» είναι ίσα-ίσα το φθαρτό, και μάλιστα, επειδή προέρχεται ίσα-ίσα από τη μόνιμη ανάγκη να υπερνικηθούν όλες οι αντιφάσεις. Μα αν παραμεριστούν οι αντιφάσεις μια για πάντα, τότε φτάνουμε στη λεγόμενη απόλυτη αλήθεια, η παγκόσμια ιστορία τελειώνει και όμως οφείλει να προχωρήσει, παρ’ όλο που δεν της απομένει πια τίποτα να κάνει –μια καινούργια, λοιπόν, άλυτη αντίφαση. Μόλις κατανοήσουμε μια φορά –και γι’ αυτή την κατανόηση κανένας δεν μας βοήθησε τελικά περισσότερο από τον ίδιο το Χέγκελ– πως το πρόβλημα της φιλοσοφίας, που τέθηκε μ’ αυτό τον τρόπο, δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά πως ένας μόνος φιλόσοφος οφείλει να κατορθώσει αυτό που μόνο ολόκληρη η ανθρωπότητα μπορεί στην προοδευτική της εξέλιξη να κατορθώσει –μόλις κατανοήσουμε αυτό, ξεμπερδεύουμε μ’ ολόκληρη τη φιλοσοφία, με την ως τα τώρα έννοια της λέξης. Παρατούμε την «απόλυτη αλήθεια», που από το δρόμο αυτό είναι ασύλληπτη για κάθε μοναχό άτομο, να τραβάει το δρόμο της και κυνηγούμε αντί γι’ αυτή τις σχετικές αλήθειες που μπορούμε να τις φθάσουμε από το δρόμο των θετικών επιστημών και τη συγκεφαλαίωση των αποτελεσμάτων τους με τη βοήθεια της διαλεκτικής σκέψης. Με το Χέγκελ κλείνει γενικά η φιλοσοφία, από το ένα μέρος γιατί συγκεφαλαιώνει στο σύστημα του ολόκληρη την εξέλιξη της με τον πιο μεγαλόπρεπο τρόπο και, από το άλλο μέρος, γιατί μας δείχνει, αν και χωρίς να έχει συνείδηση γι’ αυτό, το δρόμο για να βγούμε έξω από το λαβύρινθο αυτό του «συστήματος» προς την πραγματική θετική γνώση του κόσμου.
Καταλαβαίνει κανείς ποιά τεράστια επίδραση έπρεπε να έχει το χεγκελιανό αυτό σύστημα στη φιλοσοφικά χρωματισμένη ατμόσφαιρα της Γερμανίας. Είταν μια θριαμβευτική πορεία που βάσταξε δεκάδες χρόνια και δεν σταμάτησε καθόλου με το θάνατο του Χέγκελ. Αντίθετα, από το 1830 ίσα-ίσα ως το 1840 κυριαρχούσαν αποκλειστικά οι «απόψεις του Χέγκελ» και είχαν μεταδοθεί, περισσότερο ή λιγότερο, και στους αντιπάλους του ακόμα. Ίσα-ίσα την εποχή αυτή εισχώρησαν σε αφθονία χεγκελιανές ιδέες, συνειδητά ή όχι, στις διάφορες επιστήμες διαποτίζοντας με τη ζύμη τους και τη λαϊκή ακόμα φιλολογία καθώς και τον καθημερινό τύπο, απ’ όπου προμηθεύεται η κοινή «μορφωμένη συνείδηση» τη διανοητική της τροφή. Μα η νίκη αυτή σε όλη τη γραμμή είταν μόνο το προοίμιο εσωτερικής πάλης.
Στο σύνολο της η διδασκαλία του Χέγκελ άφηνε, όπως είδαμε, πλούσιο χώρο για να βρουν θέση οι πιο διαφορετικές πρακτικές κομματικές απόψεις. Και στην τοτινή θεωρητική Γερμανία, πραχτικά είταν, πριν απ’ όλα, δυο πράγματα: η θρησκεία και η πολιτική. Όποιος τοποθετούσε το κύριο βάρος στο σύστημα του Χέγκελ, μπορούσε να είναι και στις δυο περιοχές αρκετά συντηρητικός. Όποιος έβλεπε το ουσιαστικό στη διαλεκτική μέθοδο, μπορούσε θρησκευτικά όπως και πολιτικά να ανήκει στην πιο άκρα αντιπολίτευση. Ο ίδιος ο Χέγκελ φαίνεται πως, παρ’ όλες τις αρκετά συχνές επαναστατικές εκρήξεις οργής στα έργα του, γενικά κλίνει πιο πολύ προς τη συντηρητική πλευρά. Πραγματικά το σύστημα του κόστισε πολύ περισσότερη «πικρή διανοητική εργασία» απ’ ό,τι η μέθοδος του. Προς το τέλος της τρίτης δεκαετίας το ρήγμα στη σχολή παρουσιαζόταν όλο και πιο πολύ. Η αριστερή πτέρυγα[9], οι λεγόμενοι νέοι χεγκελιανοί, παράτησαν στη μάχη με τους ψευτο-ευλαβείς ορθόδοξους και αντιδραστικούς φεουδάρχες το ένα κομμάτι υστέρα από το άλλο από τη φιλοσοφικο-διακριτική εκείνη επιφύλαξη σχετικά με τα φλέγοντα ζητήματα της ημέρας, που τους είχε ως τότε εξασφαλίσει την κρατική ανοχή, και την προστασία μάλιστα στη διδασκαλία τους, και, όταν ανέβηκε στο θρόνο η ορθόδοξη ψευτο-ευλάβεια και η φεουδαρχο-απολυταρχική αντίδραση με το Γεώργιο τον IV, έγινε αναπόφευκτος ο ανοιχτός κομματισμός. Η μάχη διεξαγόταν ακόμα με φιλοσοφικά όπλα, μα όχι πια για αφηρημένους-φιλοσοφικούς σκοπούς. Το ζήτημα έμπαινε άμεσα για την καταστροφή της πατροπαράδοτης θρησκείας και του τοτινού κράτους. Και αν στα «Γερμανικά Χρονικά»[10] οι πραχτικοί τελικοί σκοποί παρουσιάζονταν ακόμα, πριν απ’ όλα, με φιλοσοφική μεταμφίεση, στην «Εφημερίδα του Ρήνου»[11] το 1842 ξεσκεπάστηκε η νεοχεγκελιανή σχολή άμεσα σαν φιλοσοφία της ανερχόμενης ριζοσπαστικής αστικής τάξης και χρειαζόταν ακόμα το φιλοσοφικό ψευτο-μανδύα μόνο για να ξεγελάει τη λογοκρισία.
Η πολιτική είταν τότε πολύ αγκαθωτή περιοχή και γι’ αυτό η κύρια μάχη στρεφόταν ενάντια στη θρησκεία. Αυτό βέβαια είταν, ιδιαίτερα από το 1840 και υστέρα, έμμεσα και πολιτική μάχη. Την πρώτη αφορμή την έδοσε το 1835 ο Βίος του Ιησού[12] του Στράους. Ενάντια στη θεωρία που αναπτύσσεται εκεί για το σχηματισμό των ευαγγελικών μύθων, παρουσιάστηκε αργότερα ο Μπρούνο Μπάουερ να αποδείξει πως μια ολόκληρη σειρά από ευαγγελικές διηγήσεις φτιάχτηκαν από τους ίδιους τους συγγραφείς. Η πάλη ανάμεσα στους δυο γινόταν με τη φιλοσοφική μεταμφίεση μιας μάχης της «αυτοσυνείδησης»[13] ενάντια στην «ουσία». Το ζήτημα αν οι ευαγγελικές ιστορίες για τα θαύματα γεννήθηκαν από την ασυνείδητο-παραδοσιακή μυθοπλαστική δύναμη μέσα στους κόλπους των κοινοτήτων ή φτιάχτηκαν από τους ίδιους τους ευαγγελιστές, εξογκώθηκε στο ζήτημα αν στην ιστορία του κόσμου η «ουσία» ή η «αυτοσυνείδηση» είναι η δύναμη που δρα αποφασιστικά. Και στο τέλος ήλθε ο Στίρνερ, ο προφήτης τού σημερινού αναρχισμού –ο Μπακούνιν πήρε πάρα πολλά απ’ αυτόν– και επιστέγασε την κυρίαρχη «αυτοσυνείδηση» με το κυριαρχικό «εγώ» του[14].
Δεν θα προχωρήσουμε άλλο από την πλευρά αυτή στην πορεία της αποσύνθεσης της χεγκελιανής σχολής. Σπουδαιότερο για μας είναι τούτο: η μάζα των πιο αποφασιστικών νέων χεγκελιανών, από τις πραχτικές ανάγκες της πάλης της ενάντια στη θετική θρησκεία, ξαναγύρισε στον άγγλο-γαλλικό υλισμό[15]. Και εκεί ήλθε σε σύγκρουση με το σύστημα της σχολής της. Ενώ ο υλισμός θεωρεί τη Φύση σαν το μοναδικό πραγματικό, στο χεγκελιανό σύστημα η Φύση παριστάνει μόνο την «αποξένωση» της απόλυτης ιδέας, ένα υποβιβασμό σαν να πούμε της ιδέας. Οπωσδήποτε η σκέψη και το προϊόν της σκέψης, η ιδέα, είναι εδώ το πρωταρχικό, η Φύση το παράγωγο, που γενικά υπάρχει μόνο χάρη στη συγκατάβαση της ιδέας. Και μέσα σ’ αυτή την αντίφαση στριφογύριζαν όσο καλά ή άσχημα μπορούσαν.
Τότε ήλθε η Ουσία του Χριστιανισμού του Φόιερμπαχ. Με ένα χτύπημα έκανε σκόνη την αντίφαση στήνοντας ξανά, χωρίς περιστροφές, τον υλισμό στο θρόνο. Η Φύση υπάρχει ανεξάρτητα από κάθε φιλοσοφία, είναι η βάση που πάνω σ’ αυτή εμείς οι άνθρωποι, προϊόντα και οι ίδιοι της Φύσης, μεγαλώσαμε. Έξω από τη Φύση και τους ανθρώπους δεν υπάρχει τίποτα, και τα ανώτερα όντα που έφτιασε η θρησκευτική μας φαντασία είναι μόνο ο φανταστικός αντικαθρεφτισμός της δικής μας ουσίας. Τα μάγια έσπασαν. Το «σύστημα» ανατινάχτηκε και παραμερίστηκε, η αντίφαση λύθηκε, μια που βρισκόταν στη φαντασία μας μόνο –πρέπει να έζησε κανείς την απελευθερωτική επίδραση του βιβλίου αυτού ο ίδιος για να σχηματίσει μια ιδέα γι’ αυτό. Ο ενθουσιασμός είταν γενικός: όλοι για μια στιγμή είμαστε φοιερμπαχιανοί. Με τί ενθουσιαστικό τρόπο χαιρέτισε ο Μαρξ την καινούργια αντίληψη και ως ποιο σημείο –παρ’ όλες τις επιφυλάξεις– επηρεάστηκε απ’ αυτή, μπορεί κανείς να το διαβάσει στην Άγια Οικογένεια[16].
Και τα λάθη ακόμα του βιβλίου συνετέλεσαν για την ακαριαία του επίδραση. Το λογοτεχνικό, και σε πολλά μέρη μάλιστα πομπώδικο ύφος τού εξασφάλιζε ένα μεγαλύτερο κοινό και είταν, οπωσδήποτε, μια αναψυχή ύστερα από τόσα χρόνια αφηρημένο και δυσνόητο χεγκελιανισμό. Το ίδιο ισχύει και για την υπερβολική θεοποίηση της αγάπης, που μπροστά στην κυριαρχία της «καθαρής σκέψης» που είχε καταντήσει ανυπόφορη, βρήκε μια συγχώρεση, αν όχι δικαίωση. Αυτό όμως που δεν επιτρέπεται να ξεχάσουμε είναι τούτο: μ’ αυτές ίσα-ίσα τις αδυναμίες του Φόιερμπαχ συνδέεται ο «αληθινός σοσιαλισμός»[17], που από το 1844 διαδόθηκε σαν επιδημία στη «μορφωμένη» Γερμανία, που έβαζε στη θέση της επιστημονικής γνώσης την ωραία φρασεολογία, στη θέση της χειραφέτησης του προλεταριάτου με τον οικονομικό μετασχηματισμό της παραγωγής την απελευθέρωση της ανθρωπότητας με τη βοήθεια της «αγάπης», κοντολογίς, που πλανιόνταν μέσα στην ανούσια ωραία φρασεολογία και στη φλόγα της αγάπης και που υπόδειγμα του είναι ο κύριος Κάρολος Γκριν.
Κάτι άλλο που δεν πρέπει από δω και μπρος να ξεχνούμε: η χεγκελιανή σχολή διαλύθηκε μα η χεγκελιανή φιλοσοφία δεν κατανικήθηκε με την κριτική. Ο Στράους και ο Μπάουερ πήραν ο καθένας τους από μια πλευρά της και την έστρεψαν πολεμικά ενάντια στην άλλη. Ο Φόιερμπαχ έσπασε απλά ολόκληρο το σύστημα και το πέταξε στη μπάντα. Μα δεν μπορεί κανείς να ξοφλήσει με μια φιλοσοφία αν την κηρύξει απλά και μόνο για λαθεμένη. Και ένα τόσο ισχυρό έργο, όπως η χεγκελιανή φιλοσοφία, που είχε μια τόσο τεράστια επίδραση στην πνευματική ανάπτυξη του έθνους, δεν μπορεί να παραμεριστεί μόνο με το να την αγνοήσουμε.
Έπρεπε να «αναιρεθεί» με τη δική της έννοια, δηλαδή με την έννοια πως πρέπει να εξαφανισθεί με την κριτική η μορφή της, μα να διατηρηθεί το καινούργιο περιεχόμενο, που αποχτήθηκε με τη φιλοσοφία αύτη. Με ποιο τρόπο κατορθώθηκε αυτό θα το δούμε παρακάτω.
Στο μεταξύ η επανάσταση του 1848 παραμέρισε, ωστόσο, ολόκληρη τη φιλοσοφία με τον ίδιο χωρίς τσιριμόνιες τρόπο, που παραμέρισε και ο Φόιερμπαχ το Χέγκελ του. Μ’ αυτό πέρασε και ο ίδιος ο Φόιερμπαχ στο βάθος της σκηνής.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————–
[1]. Το έργο του Φρίντριχ Έγκελς Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το
Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1886
στο «Neue Ζeit» και το 1888 κυκλοφόρησε, θεωρημένο από τον Έγκελς
και με πρόλογο από τον ίδιο, σε ιδιαίτερο τεύχος. Το 1889 το ρωσικό
περιοδικό «Sewerny Westik» έδοσε μια πλατιά περίληψη του Λουδοβίκου
Φόιερμπαχ και το 1892 μεταφράστηκε ολόκληρο στα ρωσικά από τον Πλεχάνοφ, αν
και, όπως λέει ο Λένιν στον Εμπειριοκριτικισμό, η μετάφραση αυτή δεν
είταν πετυχημένη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε και μια βουλγαρική
μετάφραση.
Το 1894 δημοσιεύτηκε στα φύλλα 4 και 5 του παρισινού περιοδικού
«L’ Ere Nouvelle» («Νέα Εποχή»), μια μετάφραση του έργου στα
γαλλικά από την κόρη του Μαρξ, Λάουρα Λαφάργκ, θεωρημένη από τον ίδιο τον
Έγκελς. Αυτή είταν και η τελευταία μετάφραση που έγινε όσο ζούσε ο
Έγκελς.
Στο Λουδοβίκο Φόιερμπαχ ο Έγκελς δίνει με εξαιρετική σαφήνεια
την ουσία του μαρξισμού. Το έργο αυτό είταν τότε απαραίτητο για να βοηθήσει το
επαναστατικό προλεταριάτο της Γερμανίας και των άλλων χωρών στην πάλη του
ενάντια στις ρεβιζιονιστικές ιδεαλιστικές τάσεις πού παρουσιάστηκαν μέσα στους
κύκλους των διανοουμένων της σοσιαλδημοκρατίας. Πολλοί από αυτούς ζητούσαν να
αναθεωρήσουν το μαρξισμό με βάση το νεοκαντιανισμό και διάφορες άλλες ιδέες
«νεότερων» φιλοσόφων.
Ο Έγκελς, στο Λουδοβίκο Φόιερμπαχ, εξετάζει
περιληπτικά, μα συστηματικά, τις σχέσεις της μαρξιστικής φιλοσοφίας με την
κλασική φιλοσοφία και ιδιαίτερα με τη φιλοσοφία του Χέγκελ και του Φόιερμπαχ,
ξεσκεπάζει όλες τις αδυναμίες και τις εσωτερικές αντιφάσεις και τονίζει τα
προοδευτικά στοιχεία στη φιλοσοφία αυτή, που τα παρέλαβε ο μαρξισμός και τα
ανάπτυξε ακόμα πιο πολύ. Στο ίδιο έργο εκθέτει το βασικό πρόβλημα της
φιλοσοφίας –τη σχέση ανάμεσα στο Είναι και τη σκέψη– και δείχνει πως στη
φιλοσοφία υπάρχει και η άλλη πλευρά, το γνωσιολογικό πρόβλημα, το πρόβλημα
δηλαδή αν είναι δυνατό ο άνθρωπος να γνωρίσει τον εξωτερικό κόσμο. Ο Έγκελς
απαντώντας καταφατικά στο ζήτημα αυτό αποδείχνει πως όλες οι προσπάθειες για ένα
συμβιβασμό ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό, λ.χ., ο αγνωστικισμός ή ο
ντουαλισμός, είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.
Η πιο μεγάλη όμως υπηρεσία του
Έγκελς είναι πως ξεσκεπάζει, στο έργο του αυτό, μια για πάντα τον κομματικό
χαραχτήρα της φιλοσοφίας. Οι δυο κύριες τάσεις στη φιλοσοφία, ο υλισμός και
ο ιδεαλισμός, είναι η αντανάκλαση στον ιδεολογικό τομέα, στο ιδεολογικό
εποικοδόμημα της αντίθεσης πού υπάρχει στην υλική βάση, της αντίθεσης ανάμεσα σε
κείνους πού έχουν στην κατοχή τους τα παραγωγικά μέσα και σε κείνους πού
δεν έχουν τίποτε άλλο έξω από την παραγωγική τους δύναμη. Η φιλοσοφία δεν μπορεί
λοιπόν να είναι ακομμάτιστη, να στέκει πάνω από την κοινωνία και την πάλη
των τάξεων. Η εργασία τούτη του Έγκελς είναι ένα αριστούργημα προλεταριακής
κομματικότητας στη φιλοσοφία, ένα έξοχο παράδειγμα μαχητικής αντίκρουσης κάθε
αντιδραστικού ιδεαλιστικού ρεύματος.
[2]. Πρόκειται για τη Γερμανική Ιδεολογία του Κ. Μαρξ και του Φρ. Έγκελς που πρωτοδημοσιεύτηκε (εκτός από λίγα κεφάλαια που είχαν χαθεί) το 1932 στη Μόσχα.
[3]. C. N. Starke: Ludwig Feuerbach, Dr. Phie - Stuttgart, Ferd. Eucke 1885 (σημείωση του Έγκελς)
[4]. Ο Έγκελς εννοεί τα άρθρα του Χάινε: Για τη Γερμανία, όπου εκθέτει την ιστορία του πολιτισμού του γερμανικού λαού για να πληροφορήσει το γαλλικό κοινό. Χωρίζονται σε τρία μέρη: 1) πριν από το Λούθηρο, 2) από το Λούθηρο ως τον Καντ και 3) από τον Καντ ως το Χέγκελ. Στα άρθρα αυτά βρίσκεται ο χαραχτηρισμός της γερμανικής φιλοσοφίας και του ρόλου πού έπαιξε στον καιρό της.
[5]. Το απόσπασμα αυτό, που το τροποποιεί κάπως ο Έγκελς εδώ, είναι από τον πρόλογο στο έργο του Χέγκελ: Grundlinien der Philosophie des Rechts oder Naturrecht und Staatswissenschaft in Grundrisse, 1820. Στον πρόλογο αυτό γράφει ο Χέγκελ : «ό,τι είναι λογικό, αυτό είναι αληθινό και ό,τι είναι αληθινό, αυτό είναι λογικό». Η θέση αυτή είναι βασική σε ολόκληρη τη φιλοσοφία του Χέγκελ.
[6]. Χέγκελ: Enzyclopaedie der Philosophischen Wissenschaften in Grundrisse. Μέρος πρώτο: Λογική, § 147 § 142.
[7]. Γκέτε: Φάουστ, Μέρος πρώτο. Σκηνή στο σπουδαστήριο: «Alles was besteht, ist wert, dass es zugrunde geht».
[8]. Όσον καιρό διαρκούσαν οι πόλεμοι της Γερμανίας με τον Ναπολέοντα –οι λεγόμενοι απελευθερωτικοί πόλεμοι– ο βασιλιάς της Πρωσίας Γουλιέλμος ο III υπόσχονταν στους υπηκόους του πως θα τους παραχωρούσε σύνταγμα. Οι υποσχέσεις αυτές, όπως είταν φυσικό, δεν τηρήθηκαν ποτέ.
[9]. Σε αντίθεση με τους δεξιούς χεγκελιανούς, που υπεράσπιζαν
τις συντηρητικές απόψεις του δασκάλου τους και υποστήριζαν την αριστοκρατία, τα
προνόμια των ευγενών, την επίσημη θρησκεία, οι νέοι ή αριστεροί χεγκελιανοί
(τρίτη και τέταρτη δεκαετία του περασμένου αιώνα) ζητούσαν να βγάλουν από
τη χεγκελιανή φιλοσοφία μεταρυθμιστικά, αντιθρησκευτικά, αθεϊστικά, δημοκρατικά,
ακόμα και αστικοεπαναστατικά συμπεράσματα. Οι νέοι χεγκελιανοί δέχονταν τη
διαλεχτική μέθοδο της χεγκελιανής φιλοσοφίας και απόριπταν το σύστημα του
και όλες τις μυστικιστικές θέσεις που στηρίζονταν σ’ αυτό.
Η κοινωνική βάση
των αριστερών χεγκελιανών είταν το ριζοσπαστικά αστικό στρώμα στα χρόνια που
προηγήθηκαν από την επανάσταση του 1848/49 και γι’ αυτό δεν κατόρθωσαν να
φτάσουν πιο πέρα από έναν έντονο κάπως πολιτικό φιλελευθερισμό.
[10]. «Hallische Zahrbucher» και «Deuetsche Jahrbuecher»: φιλολογικό και φιλοσοφικό περιοδικό των νεοχεγκελιανών που έβγαινε στη Λιψία από το Γενάρη του 1838 ως τον Ιούνη του 1841 με τον πρώτο τίτλο και διευθυντές τον Ρούγκε και τον Ερχτερμάγιερ και από τον Ιούλη του 1841 ως το Γενάρη του 1843 με το δεύτερο τίτλο και διευθυντή τον Ρούγκε μόνο. Το περιοδικό άλλαξε τον τίτλο του και κατά ένα μέρος και τη διεύθυνση του για να αποφύγει την απαγόρεψη της κυκλοφορίας του από τη λογοκρισία. Ωστόσο, και με τον καινούργιο τίτλο δεν μπόρεσε να σωθεί. Το Γενάρη του 1843 απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του, στην αρχή στη Σαξονία και ύστερα σε όλη τη Γερμανία.
[11]. «Rheinische Zeitung fuer Politik, Handel und Gewerbe»: εφημερίδα που εκδιδόταν στην Κολωνία από την 1η του Γενάρη 1842 ως τις 31 του Μάρτη 1843. Η εφημερίδα ιδρύθηκε από εκπρόσωπους της αστικής τάξης της Ρηνανίας που αντιπολιτεύονταν τον πρωσικό απολυταρχισμό. Στο φύλλο συνεργάζονταν και μερικοί αριστεροί χεγκελιανοί. Τον Απρίλη του 1842 έγινε και ο Μαρξ συνεργάτης του φύλλου και από τον Οχτώβρη του ίδιου χρόνου αρχισυντάχτης. Στην εφημερίδα δημοσιεύτηκαν και μερικά άρθρα του Έγκελς. Όταν πήρε ο Μαρξ τη διεύθυνση της εφημερίδας στα χέρια του το φύλλο έγινε ανοιχτά επαναστατικό-δημοκρατικό, πράγμα που είχε σαν συνέπεια όχι μόνο την τεράστια, για την εποχή και τις συνθήκες, αύξηση της κυκλοφορίας μα και την άγρυπνη παρακολούθηση του φύλλου από την κυβέρνηση. Η κυβέρνηση υπόβαλε την εφημερίδα σε διπλή λογοκρισία, μα παρ’ όλ’ αυτά ο Μαρξ κατάφερνε να περνάει στα άρθρα τη γραμμή που ήθελε. Γι’ αυτό και η πρωσική κυβέρνηση αποφάσισε στις 19 του Γενάρη 1843 να κλείσει το φύλλο. Τον Απρίλη του 1843 απαγορεύτηκε η κυκλοφορία της εφημερίδας παρ’ όλο που στο μεταξύ παραιτήθηκε ο Μαρξ από αρχισυντάχτης, με την ελπίδα πως αυτό θα την έσωζε.
[12]. Ο Στράους παρουσιάζει στό βιβλίο του το Χριστό σαν μια ιστορική μεγάλη προσωπικότητα και όχι σαν θεό. Ο Στράους νομίζει πως οι ιστορίες των Ευαγγελίων είναι μύθοι που διαμορφώθηκαν σιγά-σιγά, ασυνείδητα, μέσα στις χριστιανικές κοινότητες. Ο Μπάουερ στην κριτική που κάνει στο έργο του Στράους λέει πως ο Στράους δεν αποδίδει στη συνείδηση το ρόλο που πραγματικά παίζει αυτή στη ζωή. Σύμφωνα με τον Μπάουερ οι μύθοι των Ευαγγελίων έγιναν συνειδητά από αυτούς που έγραψαν τα Ευαγγέλια επιδιώκοντας να πετύχουν τον ένα η τον άλλο θρησκευτικό σκοπό.
[13]. «Η αυτοσυνείδηση» που τονίζουν οι αριστεροί χεγκελιανοί στα έργα και τα άρθρα τους αντικαθρεφτίζει την αυτοσυνείδηση των διανοουμένων αστών, τον καιρό που προετοιμαζόταν η Γερμανία για την επανάσταση του 1848-49.
[14]. Ο Έγκελς εννοεί το έργο του Μαξ Στίρνερ (ψευδώνυμο του Γάσπαρ Σμιτ) Der Einjige und sein Eigentum που βγήκε το 1845. O Μαρξ και ο Έγκελς έκαναν κριτική αυτού του βιβλίου στη Γερμανική Ιδεολογία.
[15]. Το 17ο αιώνα στην Αγγλία και το 18ο στη Γαλλία άρχισαν να αναπτύσσονται οι φυσικές επιστήμες και η υλιστική φιλοσοφία παράλληλα με την ανάπτυξη του αστικού τρόπου παραγωγής στις χώρες αυτές. (ο Μπάκον, ο Χόμπς, ο Λοκ είταν οι εκπρόσωποι του αγγλικού υλισμού, και στη Γαλλία ο Ντιντερό, ο Ελβέτιος, ο Χόλμπαχ και οι άλλοι εκπρόσωποι του γαλλικού υλισμού).
[16]. Ο τίτλος αυτού του βιβλίου του Μαρξ και του Έγκελς είναι: Η Άγια Οικογένεια ή μια Κριτική της Κριτικής Κριτικής. Ενάντια στο Μπρούνο Μπάουερ και Σία. Η φράση «Άγια Οικογένεια» είναι μια ειρωνική έκφραση για τους αδελφούς Μπάουερ και τους οπαδούς τους. Αυτοί –όπως λέει ο Λένιν– κήρυτταν μια κριτική πάνω από κάθε πραγματικότητα, πάνω από κόμματα, πάνω από την πολιτική και δεν παραδέχονταν καμιά πραχτική δράση. Οι ίδιοι περιφρονούσαν το προλεταριάτο που το θεωρούσαν σαν όχλο χωρίς κριτική ικανότητα.
[17]. «Αληθινός ή γερμανικός σοσιαλισμός»: αντιδραστικό ρεύμα στη Γερμανία, που παρουσιάστηκε την τέταρτη δεκαετία του περασμένου αιώνα ανάμεσα στους μικροαστούς διανοούμενους. Εκπρόσωποι του «αληθινού σοσιαλισμού» είταν ο Κ. Γκριν, ο Μωυσής Ες, ο Χέρμαν Κρίγκε κ.ά. Ο «αληθινός σοσιαλισμός» μετάτρεψε το σοσιαλισμό σε ένα κήρυγμα αγάπης του πλησίον και γενικής αδελφοσύνης. Δεν είταν ανάγκη να γίνει καμιά επανάσταση γιατί όλα τα κακά θα εξαλειφθούν από την κοινωνία ειρηνικά, αρκεί να επικρατήσει στον κόσμο η αγάπη. Ο Μαρξ και ο Έγκελς πολέμησαν τις ιδέες αυτές σε μια σειρά από άρθρα καθώς και στα έργα τους : Γερμανική Ιδεολογία και Κομμουνιστικό Μανιφέστο.