ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ
ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ
ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
Ο πραγματικός ιδεαλισμός του Φόιερμπαχ παρουσιάζεται μόλις φτάσουμε στη φιλοσοφία του για τη θρησκεία και στην ηθική. Δεν θέλει με κανένα τρόπο να καταργήσει τη θρησκεία, θέλει να την τελειοποιήσει. Η ίδια η φιλοσοφία πρέπει να απορροφηθεί από τη θρησκεία.
«Οι περίοδες της ανθρωπότητας ξεχωρίζουν η μια από την άλλη μόνο με θρησκευτικές αλλαγές. Μόνο τότε ένα ιστορικό κίνημα είναι βασικό, όταν εισχωρεί ως την καρδιά του ανθρώπου. Η καρδιά δεν είναι μια μορφή της θρησκείας, έτσι όπως αύτη θα έπρεπε να υπάρχει στην καρδιά, η καρδιά είναι η ουσία της θρησκείας», (αναφέρεται από τον Στάρκε, σελ. 168).
Η θρησκεία, σύμφωνα με το Φόιερμπαχ, είναι η αισθηματική σχέση, η σχέση της καρδιάς ανάμεσα σε άνθρωπο με άνθρωπο, που ως τώρα ζητούσε την αλήθεια της σε ένα φανταστικό αντικαθρέφτισμα της πραγματικότητας –στη μεσολάβηση ενός ή πολλών θεών, φανταστικό αντικαθρέφτισμα ανθρώπινων ιδιοτήτων– που τώρα όμως την βρίσκει άμεσα και χωρίς μεσολάβηση στην αγάπη ανάμεσα στο Εγώ και το Εσύ. Και έτσι τελικά, στον Φόιερμπαχ ο σεξουαλικός έρωτας γίνεται μια από τις πιο ανώτερες, αν όχι η ανώτατη μορφή άσκησης της νέας του θρησκείας.
Οι συναισθηματικές σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, και ιδιαίτερα ανάμεσα στα δύο φύλα, υπάρχουν τώρα, από τότε που υπάρχουν άνθρωποι. Ο σεξουαλικός έρωτος, ιδιαίτερα στα τελευταία οκτακόσια χρόνια, πήρε μια τέτια ανάπτυξη και κατάχτησε μια τέτια θέση, που στο διάστημα αυτό έγινε ο υποχρεωτικός άξονας κάθε ποίησης. Οι σημερινές θετικές θρησκείες περιορίστηκαν στο να δίνουν την ανώτερη ευλογία στην κρατική ρύθμιση του σεξουαλικού έρωτα, δηλαδή στη νομοθεσία του γάμου, και μπορούν αύριο να εξαφανισθούν όλες, χωρίς να αλλάξει το παραμικρό στην πραχτική της αγάπης και της φιλίας. Όπως και η χριστιανική θρησκεία είχε σε τέτοιο σημείο εξαφανιστεί από τη Γαλλία από το 1793 ως το 1798, που και ο Ναπολέων ακόμα δεν μπόρεσε να την ξαναφέρει χωρίς αντίσταση και δυσκολίες, χωρίς ωστόσο στο διάστημα που μεσολάβησε να παρουσιαστεί η ανάγκη για ένα υποκατάστατο με την έννοια του Φόιερμπαχ.
Ο ιδεαλισμός στον Φόιερμπαχ βρίσκεται σε τούτο: πως τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, που στηρίζονται στην αμοιβαία κλίση, στο σεξουαλικό έρωτα, στη φιλία, στη συμπόνια, στη θυσία κ.τ.λ. δεν τις παραδέχεται απλά σαν αυτές που είναι χωρίς την ανάμνηση μιας ιδιαίτερης θρησκείας, που και για τον ίδιο τον Φόιερμπαχ ανήκει στο παρελθόν, μα ισχυρίζεται πως αποχτούν όλη τους την αξία μόνο μόλις καθαγιαστούν με το όνομα της θρησκείας. Το κύριο γι’ αυτόν δεν είναι πως υπάρχουν αυτές οι καθαρά ανθρώπινες σχέσεις, μα πως παίρνονται σαν την καινούργια, την πραγματική θρησκεία. Όλη τους την αξία οφείλουν να την αποχτήσουν μόνο όταν πάρουν τη θρησκευτική σφραγίδα. Η λέξη θρησκεία (religion) προέρχεται από το religare[1] που αρχικά σημαίνει ένωση. Κάθε ένωση λοιπόν δυο ανθρώπων είναι θρησκεία. Κάτι τέτια ετυμολογικά τεχνάσματα αποτελούν την τελευταία διέξοδο της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Εκείνο που λογαριάζεται δεν είναι αυτό που σημαίνει η λέξη σύμφωνα με την ιστορική εξέλιξη της πραγματικής της χρήσης, μα το τί όφειλε να σημαίνει σύμφωνα με την ετυμολογία της. Και έτσι ο σεξουαλικός έρωτας και η σεξουαλική ένωση ανυψώνονται σε «θρησκεία» μόνο και μόνο για να μη χαθεί από τη γλώσσα η πολύτιμη για την ιδεαλιστική ανάμνηση λέξη θρησκεία. Έτσι ίσα-ίσα μιλούσαν την τέταρτη δεκαετία οι Παρισινοί μεταρρυθμιστές με τις τάσεις του Λουί Μπλαν, που κι αυτοί έβλεπαν παρόμοια τον άνθρωπο, που δεν είχε θρησκεία, σαν τέρας και μας έλεγαν: Donc, l’ atheisme s’ est notre religion! (ώστε ο αθεϊσμός είναι η θρησκεία σας!). Αν ο Φόιερμπαχ θέλει να ιδρύσει την αληθινή θρησκεία πάνω στη βάση μιας ουσιαστικά υλιστικής αντίληψης για τη Φύση, αυτό είναι σαν να θεωρούμε τη σύγχρονη χημεία σαν αληθινή αλχημεία. Αν η θρησκεία μπορεί να υπάρχει χωρίς το θεό της, τότε μπορεί να υπάρχει και η αλχημεία χωρίς τη φιλοσοφική της λίθο. Υπάρχει άλλωστε ένας πολύ στενός δεσμός ανάμεσα στην αλχημεία και τη θρησκεία. Η φιλοσοφική λίθος έχει πολλές ιδιότητες που μοιάζουν με θεϊκές και οι ελληνοαιγύπτιοι αλχημιστές των δυο πρώτων αιώνων της χρονολογίας μας βάλαν κι αυτοί το χεράκι τους στη διαμόρφωση του χριστιανικού δόγματος, όπως αποδείχνουν τα στοιχεία που δίνουν ο Κοπ και ο Μπερτελό.
Οριστικά λαθεμένος είναι ο ισχυρισμός του Φόιερμπαχ πως οι:
«περίοδες της ανθρωπότητας ζεχωρίζουν μεταζύ τους μόνο με θρησκευτικές μεταβολές».
Μεγάλα ιστορικά σημεία καμπής συνοδεύονται από θρησκευτικές μεταβολές, μόνο όταν παίρνουμε υπ’ όψη μας τις τρεις παγκόσμιες θρησκείες που είχαμε ως τώρα: το βουδισμό, το χριστιανισμό και το μωαμεθανισμό. Οι παλιές θρησκείες των γενών και των εθνών, που γεννήθηκαν αυθόρμητα, δεν είταν προπαγανδιστικές και έχαναν κάθε δύναμη αντίστασης μόλις εξαφανίζονταν η ανεξαρτησία των γενών και των λαών. Στους αρχαίους Γερμανούς μάλιστα αρκούσε γι’ αυτό η απλή επαφή με τη διαλυόμενη ρωμαϊκή κοσμοκρατορία και τη χριστιανική παγκόσμια θρησκεία, που μόλις τότε είχε γίνει δεχτή απ’ αυτή, που ανταποκρίνονταν στην οικονομική, πολιτική και ιδεολογική της κατάσταση. Μόνο σ’ αυτές τις παγκόσμιες θρησκείες, που αναπτύχθηκαν περισσότερο η λιγότερο τεχνητά, και ιδιαίτερα στο χριστιανισμό και το μωαμεθανισμό, βρίσκουμε γενικότερες ιστορικές κινήσεις να παίρνουν θρησκευτικό χαραχτήρα. Μα και στην περιοχή ακόμα του χριστιανισμού ο θρησκευτικός αυτός χαραχτήρας περιορίζεται, για τις επαναστάσεις με πραγματικά παγκόσμια σημασία, στις πρώτες βαθμίδες του αγώνα της αστικής τάξης για χειραφέτηση, από το δέκατο τρίτο ως το δέκατο έβδομο αιώνα και δεν εξηγείται, όπως νομίζει ο Φόιερμπαχ, από την καρδιά του ανθρώπου και τη θρησκευτική του ανάγκη, μα από ολόκληρη τη μεσαιωνική προϊστορία που δεν εγνώριζε καμιά άλλη μορφή ιδεολογίας παρά ίσα-ίσα τη θρησκεία και τη θεολογία. Όταν όμως το 18ο αιώνα η αστική τάξη είχε δυναμώσει αρκετά ώστε να δημιουργήσει και τη δική της, τη σύμφωνη με την ταξική της άποψη, ιδεολογία, τότε έκανε τη μεγάλη και οριστική της επανάσταση, τη Γαλλική, με την αποκλειστική επίκληση σε νομικές και πολιτικές ιδέες και ενδιαφερόταν για τη θρησκεία ως το σημείο μόνο που στεκόταν μπροστά στο δρόμο της. Ποτέ όμως δεν της πέρασε από το νου να βάλει μια καινούργια θρησκεία στη θέση της παλιάς: ξέρουμε δα με τί τρόπο απότυχε σ’ αυτό ο Ροβεσπιέρος.
Η δυνατότητα για καθαρά ανθρώπινα συναισθήματα, στις σχέσεις με άλλους ανθρώπους, είναι σήμερα σε μας αρκετά κιόλας περιορισμένη από την κοινωνία που βασίζεται στην ταξική αντίθεση και την ταξική κυριαρχία, όπου είμαστε αναγκασμένοι να κινούμαστε: δεν έχουμε κανένα λόγο να την περιορίζουμε εμείς οι ίδιοι ακόμα πιο πολύ, ανυψώνοντας τα συναισθήματα αυτά σε θρησκεία. Το ίδιο και η κατανόηση των μεγάλων ιστορικών ταξικών αγώνων είναι αρκετά συσκοτισμένη από την κοινή ιστοριογραφία, ιδιαίτερα στη Γερμανία, ώστε να μην είναι ανάγκη να την κάνουμε ολότελα αδύνατη μετατρέποντάς την σε απλό παράρτημα της εκκλησιαστικής ιστορίας. Εδώ φαίνεται πόσο μακριά είμαστε από το Φόιερμπαχ. Τα «ωραιότερα κομμάτια» από τον πανηγυρισμό της καινούργιας αυτής θρησκείας της αγάπης είναι σήμερα ολότελα αδύνατο να διαβαστούν.
Η μοναδική θρησκεία που ο Φόιερμπαχ εξετάζει σοβαρά είναι ο χριστιανισμός, η παγκόσμια θρησκεία της Δύσης, που βασίζεται στο μονοθεϊσμό. Αποδείχνει πως ο χριστιανικός θεός είναι μόνο η φανταστική αντανάκλαση, το αντικαθρέφτισμα του ανθρώπου. Αυτός όμως ο θεός είναι και ο ίδιος προϊόν μιας μακρόχρονης αφαιρετικής διαδικασίας, η συμπυκνωμένη πεμπτουσία των προγενέστερων πολλών θεών που είχαν τα γένη και τα έθνη. Αντίστοιχα και ο άνθρωπος, που εικόνα του είναι τούτος ο θεός, δεν είναι πραγματικός άνθρωπος μα παρόμοια και αυτός η πεμπτουσία των πολλών πραγματικών ανθρώπων, αφηρημένος άνθρωπος, και κατά συνέπεια μια ιδεατή και αυτός εικόνα. Ο ίδιος ο Φόιερμπαχ, που σε κάθε σελίδα κηρύχνει την αισθητικότητα, την απορρόφηση από το συγκεκριμένο και την πραγματικότητα, γίνεται πέρα-πέρα αφηρημένος μόλις αρχίσει να μιλάει για ο,τιδήποτε άλλο πιο έξω από την σεξουαλική σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους.
Αυτή η σχέση τού προσφέρει μόνο μια πλευρά: την ηθική. Και δω μας ξαφνιάζει πάλι η καταπληχτική φτώχια του Φόιερμπαχ σε σύγκριση με το Χέγκελ. Η ηθική του Χέγκελ, ή η διδασκαλία του για τους ηθικούς κανόνες, είναι η Φιλοσοφία του Δικαίου και περιλαβαίνει: 1) το αφηρημένο δίκαιο, 2) την ηθικότητα, 3) τους ηθικούς κανόνες, όπου πάλι περιλαβαίνονται: η οικογένεια, η κοινωνία των πολιτών, το κράτος. Όσο ιδεαλιστική είναι η μορφή, τόσο ρεαλιστικό το περιεχόμενο. Όλη η περιοχή του δικαίου, της οικονομίας, της πολιτικής, περιλαβαίνονται εδώ πλάϊ στην ηθική. Στον Φόιερμπαχ γίνεται ίσα-ίσα το αντίθετο. Είναι ρεαλιστής στη μορφή, ξεκινάει από τον άνθρωπο, μα ωστόσο δεν μιλάει καθόλου για τον κόσμο όπου ζει ο άνθρωπος αυτός και έτσι ο άνθρωπος παραμένει πάντα ο ίδιος αφηρημένος άνθρωπος, που είχε το λόγο στη φιλοσοφία της θρησκείας. Ο άνθρωπος αυτός δεν βγήκε από το σώμα της μητέρας του, μα ξεπετάχτηκε από το θεό των μονοθεϊστικών θρησκειών και κατά συνέπεια δεν ζει σε ένα πραγματικό, ιστορικά δημιουργημένο και ιστορικά καθορισμένο κόσμο. Σχετίζεται, βέβαια, με άλλους ανθρώπους μα και κάθε άλλος άνθρωπος είναι παρόμοια αφηρημένος όπως αυτός ο ίδιος. Στη φιλοσοφία της θρησκείας είχαμε ωστόσο ακόμα άνδρα και γυναίκα, στην ηθική εξαφανίζεται και τούτη ακόμα η τελευταία διάκριση. Βέβαια, βρίσκουμε στο Φόιερμπαχ σε αραιά διαστήματα φράσεις σαν αυτές :
«Στο παλάτι σκέφτονται διαφορετικά απ’ ό,τι στο καλύβι» – «Όταν από την πείνα και την εξαθλίωση δεν έχεις καθόλου ουσία στο σώμα σου, τότε δεν έχεις και στο κεφάλι, στις αισθήσεις και στην καρδιά σου καμιά ουσία για την ηθική» – «Η πολιτική πρέπει να γίνει η θρησκεία μας».
Όμως ο Φόιερμπαχ δεν ξέρει καθόλου τί να κάνει με τις φράσεις αυτές. Μένουν καθαρές φράσεις και ο ίδιος ο Στάρκε αναγκάζεται να παραδεχτεί πως η πολιτική για τον Φόιερμπαχ είταν ένα αξεπέραστο όριο και η: «επιστήμη της κοινωνίας, η κοινωνιολογία, του είταν terra incognita» (άγνωστη γη).
Το ίδιο ρηχός φαίνεται σε σύγκριση με το Χέγκελ και στο χειρισμό της αντίθεσης ανάμεσα στο καλό και το κακό.
«Νομίζουν πως λένε κάτι πολύ μεγάλο –παρατηρεί ο Χέγκελ– όταν λένε: ο άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός, ξεχνούν, όμως, πως λέει κανείς κάτι ακόμα πιο μεγάλο με τα λόγια: ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κακός».
Στον Χέγκελ το κακό είναι η μορφή που μ’ αυτή εμφανίζεται η κινητήρια δύναμη της ιστορικής ανάπτυξης. Και μάλιστα η φράση αυτή έχει τη διπλή σημασία: πως, ενώ από τη μια μεριά κάθε καινούργια πρόοδος παρουσιάζεται αναγκαστικά σαν ανταρσία ενάντια στις παλιές, τις ετοιμοθάνατες, μα καθαγιασμένες από τη συνήθεια συνθήκες, από την άλλη μεριά, από τότε που επικρατούν οι ταξικές αντιθέσεις, τα κακά ίσα-ίσα πάθη του ανθρώπου, η απληστία και η αρχομανία, είναι αυτά που μεταβάλλονται σε μοχλούς της ιστορικής εξέλιξης και απλή καθημερινή απόδειξη γι’ αυτό είναι λ. χ. η ιστορία του φεουδαρχισμού και της αστικής τάξης. Μα δεν έρχεται στο μυαλό του Φόιερμπαχ να εξετάσει τον ιστορικό ρόλο του ηθικά κάκου. Γενικά η ιστορία είναι γι’ αυτόν δύσκολη και δυσάρεστη περιοχή, και το απόφθεγμα του:
«Ο άνθρωπος, που αρχικά ξεπήδησε από τη Φύση, είταν κι αυτός ένα καθαρά φυσικό ον, όχι άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι προϊόν του ανθρώπου, του πολιτισμού, της ιστορίας»
και αυτό ακόμα μένει στο Φόιερμπαχ ολότελα στείρο.
Όσα λοιπόν έχει να μας πει ο Φόιερμπαχ για την ηθική δεν μπορεί, ύστερα απ’ αυτά, παρά να είναι πολύ ισχνά. Η ροπή προς την ευτυχία είναι έμφυτη στον άνθρωπο και πρέπει γι’ αυτό να αποτελεί τη βάση κάθε ηθικής. Τη ροπή όμως προς την ευτυχία την διορθώνουν δυο πράγματα. Πρώτα οι φυσικές συνέπειες των πράξεων μας: ύστερα από το μεθύσι ακολουθεί η ζάλη, ύστερα από τις συνηθισμένες υπερβολές ακολουθεί η αρρώστια. Δεύτερο οι κοινωνικές τους συνέπειες: αν δεν σεβόμαστε την ίδια ροπή προς την ευτυχία των άλλων, τότε αυτοί αμύνονται και ενοχλούν τη δικιά μας ροπή προς την ευτυχία. Απ’ αυτό βγαίνει το συμπέρασμα πως, για να ικανοποιήσουμε τη δική μας ροπή, πρέπει να είμαστε σε θέση να εκτιμούμε σωστά τις συνέπειες των πράξεων μας και από το άλλο μέρος πρέπει να αφήνουμε και στους άλλους ίσα δικαιώματα για την ικανοποίηση της ροπής αυτής. Ένας λοιπόν λογικός αυτοπεριορισμός σχετικά με τον ίδιο τον εαυτό μας και αγάπη –ξανά πάντα η αγάπη!– στις σχέσεις με άλλους, αυτοί είναι οι βασικοί κανόνες της φοϊερμπαχικής ηθικής, απ’ όπου βγαίνουν όλοι οι άλλοι. Και ούτε οι πιο πνευματώδικες εκφράσεις του Φόιερμπαχ, ούτε οι μεγαλύτεροι έπαινοι του Στάρκε μπορούν να κρύψουν την ισχνότητα και την κενότητα των δυο - τριών αυτών φράσεων.
Η ροπή προς την ευτυχία, σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις και καθόλου προς όφελος δικό του και των άλλων ανθρώπων, ικανοποιείται με την απασχόληση του ανθρώπου με τον εαυτό του, μα απαιτεί την απασχόληση με τον έξω κόσμο, μέσα ικανοποίησης, δηλαδή τροφή, ένα άτομο από το άλλο φύλο, βιβλία, συνομιλία, συζήτηση, δράση, αντικείμενα χρήσης και επεξεργασίας. Η ηθική του Φόιερμπαχ, ή προϋποθέτει πως αυτά τα μέσα και αντικείμενα ικανοποίησης είναι δοσμένα στον κάθε άνθρωπο, ή του δίνει πάλι μόνο ανεφάρμοστα καλά μαθήματα και δεν αξίζουν λοιπόν ούτε μια πεντάρα για τους ανθρώπους που στερούνται τα μέσα αυτά. Και αυτό το ξεκαθαρίζει ο ίδιος ο Φόιερμπαχ με την ξερή φράση:
«Στο παλάτι σκέφτονται διαφορετικά απ’ ό,τι στο καλύβι. Όταν από την πείνα και την εξαθλίωση δεν έχεις καμιά ουσία στο σώμα σου, τότε δεν έχεις και στο κεφάλι, στις αισθήσεις και στην καρδιά σου καμιά ουσία για την ηθική».
Μήπως είναι καλύτερα τα πράγματα με την ισοτιμία όλων των ανθρώπων στη ροπή προς την ευτυχία; Ο Φόιερμπαχ βάζει το αίτημα αυτό απόλυτα, σαν να ισχύει για όλες τις εποχές και τις καταστάσεις. Μα από πότε ισχύει; Έγινε ποτέ λόγος στην αρχαιότητα για ισοτιμία στη ροπή προς την ευτυχία ανάμεσα στους δούλους και τους αφέντες, ή το μεσαίωνα ανάμεσα στους δουλοπάροικους και τους βαρόνους; Μήπως δεν θυσιαζόταν πάντοτε ανελέητα και με το «δικαίωμα από το νόμο» η ροπή προς την ευτυχία της καταπιεζόμενης τάξης στην αντίστοιχη ροπή της κυρίαρχης τάξης; Μάλιστα, μα αυτό είταν βέβαια ανήθικο, τώρα όμως έχει αναγνωριστεί η ισοτιμία –έχει αναγνωριστεί στα λόγια από τον καιρό που η αστική τάξη, στον αγώνα της ενάντια στη φεουδαρχία και επειδή αναπτυσσόταν η κεφαλαιοκρατική παραγωγή, αναγκάστηκε να καταργήσει όλα τα προνόμια των τάξεων, δηλαδή τα προσωπικά προνόμια και να αναγνωρίσει τη νομική ισοτιμία του ατόμου, πρώτα στο ιδιωτικό δίκαιο και υστέρα σιγά-σιγά και στο δημόσιο δίκαιο. Μα η ροπή προς την ευτυχία ζει μόνο σε ένα ελάχιστο μέρος της από ιδεατά δικαιώματα, ενώ στο πολύ μεγαλύτερο μέρος της ζει από υλικά μέσα και εδώ η κεφαλαιοκρατική παραγωγή φροντίζει ώστε η μεγάλη πλειοψηφία από τα ισότιμα άτομα να παίρνει μόνο όσα της φτάνουν για μια στερημένη ζωή και σέβεται λοιπόν την ισοτιμία στη ροπή προς την ευτυχία της πλειονότητας, αν την σέβεται και καθόλου, μόλις κάτι παραπάνω απ’ ό,τι την σεβόταν τον καιρό της δουλείας ή της δουλοπαροικίας. Και μήπως είναι καλύτερη η κατάσταση σε ό,τι άφορα τα πνευματικά μέσα της ευτυχίας, τα μέσα μόρφωσης; Μήπως δεν είναι ο ίδιος ο «δάσκαλος της Σάντοβας»[2] μυθικό πρόσωπο;
Κάτι ακόμα. Σύμφωνα με τη φοϊερμπαχική θεωρία της ηθικής, το χρηματιστήριο αξιών είναι ο ανώτατος ναός της ηθικής –με την προϋπόθεση μόνο πως θα κερδοσκοπεί πάντοτε κανείς σωστά. Αν η ροπή μου προς την ευτυχία με φέρει στο χρηματιστήριο και εκεί ζυγίζω τόσο σωστά τις συνέπειες των πράξεων μου, ώστε να μου φέρνουν μόνο ευχαρίστα αποτελέσματα και καμιά ζημιά, δηλαδή να κερδίζω πάντα, τότε έχει εκπληρωθεί η οδηγία του Φόιερμπαχ. Ούτε επεμβαίνω έτσι στην ίδια ροπή ενός άλλου προς την ευτυχία, γιατί ο άλλος πήγε στο χρηματιστήριο παρόμοια με μένα θεληματικά και κλείνοντας την κερδοσκοπική πράξη μαζί μου ακολούθησε τη ροπή του προς την ευτυχία, το ίδιο όπως και εγώ τη δική μου. Αν τώρα χάσει τα λεφτά του, τότε ίσα-ίσα αποδείχνεται πως η πράξη του είταν ανήθικη, γιατί είταν κακά υπολογισμένη, και με το να του δόσω την τιμωρία που του άξιζε, μπορώ να καμαρώνω σαν νεότερος Ραδάμανθυς. Μα και η αγάπη κυριαρχεί στο χρηματιστήριο, ως το σημείο που δεν είναι απλή συναισθηματική φράση, γιατί ο καθένας βρίσκει στους άλλους την ικανοποίηση της ροπής του προς την ευτυχία και βέβαια αυτό είναι εκείνο που πρέπει να δίνει η αγάπη και μ’ αυτό πρέπει να ασχολείται πραχτικά. Και αν λοιπόν εκεί, προβλέποντας σωστά τα αποτελέσματα των πράξεων μου, παίζω αποτελεσματικά, τότε εκπληρώνω όλες, και τις πιο αυστηρές, απαιτήσεις της φοϊερμπαχικής ηθικής και, εκτός απ’ αυτό, γίνομαι και πλούσιος. Με άλλα λόγια η ηθική του Φόιερμπαχ είναι κομμένη ίσα - ίσα στα μέτρα της σημερινής καπιταλιστικής κοινωνίας, όσο και αν ο ίδιος δεν το θέλει ή δεν το καταλαβαίνει.
Μα η αγάπη! –Ναι, η αγάπη είναι παντού και πάντα ο θαυματουργός θεός που, στον Φόιερμπαχ, οφείλει να βοηθάει για να ξεπεραστούν όλες οι δυσκολίες της πραχτικής ζωής. Έτσι έχει εξαφανιστεί από τη φιλοσοφία και το τελευταίο υπόλειμμα του επαναστατικού της χαραχτήρα και μένει μονάχα το παλιό τροπάρι: αγαπάτε αλλήλους, ριχτείτε στην αγκαλιά ο ένας του αλλού, χωρίς διάκριση φύλου ή τάξης –γενικό όργιο συμφιλίωσης!
Με λίγα λόγια και καλά. Με τη φοϊερμπαχική θεωρία της ηθικής συμβαίνει αυτό που συμβαίνει και με όλες τις προηγούμενές της. Είναι φτιαγμένη για όλες τις εποχές, για όλους τους λαούς, για όλες τις καταστάσεις και ίσα-ίσα γι’ αυτό, δεν μπορεί να εφαρμοστεί ποτέ και πουθενά και μένει, μπροστά στον πραγματικό κόσμο, το ίδιο ανίσχυρη, όπως και η κατηγορική προσταγή του Καντ. Στην πραγματικότητα κάθε τάξη, κάθε επάγγελμα μάλιστα, ηχεί τη δική του ηθική και την παραβαίνει κάθε φορά που μπορεί να το κάνει ατιμώρητα. Και η αγάπη, που θα έπρεπε να μας ενώνει όλους, εκδηλώνεται με πολέμους, φιλονικίες, δίκες, οικογενειακούς καυγάδες, διαζύγια και με κάθε δυνατή εκμετάλλευση του ενός από τους άλλους.
Πώς μπόρεσε η τεράστια ώθηση που έδοσε ο Φόιερμπαχ να αποβεί τόσο άγονη στον ίδιο; Μόνο και μόνο γιατί ο Φόιερμπαχ δεν μπορεί να βρει το δρόμο από το βασίλειο των αφαιρέσεων, που το μισούσε και ο ίδιος θανάσιμα, προς τη ζωντανή πραγματικότητα. Γαντζώνεται δυνατά από τη Φύση και τον άνθρωπο, μα η Φύση και ο άνθρωπος μένουν γι’ αυτόν απλές λέξεις. Ούτε για την πραγματική Φύση, ούτε για τον πραγματικό άνθρωπο ξέρει να μας πει κάτι το συγκεκριμένο. Από τους αφηρημένους φοϊερμπαχικούς ανθρώπους όμως φτάνουμε στους πραγματικούς ζωντανούς ανθρώπους μόνο όταν τους εξετάζουμε στη δράση τους μέσα στην ιστορία. Σ’ αυτό εναντιώθηκε ο Φόιερμπαχ και έτσι το 1848, που δεν το κατάλαβε, σήμαινε γι’ αυτόν μόνο το οριστικό ξέκομα από τον πραγματικό κόσμο, το αποτράβηγμά του στη μοναξιά. Το φταίξιμο γι’ αυτό το είχαν πάλι, πριν απ’ όλα, οι γερμανικές συνθήκες, που τον άφησαν να χαθεί τόσο αθλία.
Το βήμα όμως που δεν έκανε ο Φόιερμπαχ έπρεπε, ωστόσο, να γίνει. Η λατρεία του αφηρημένου ανθρώπου, που αποτελούσε τον πυρήνα της καινούργιας θρησκείας του Φόιερμπαχ, έπρεπε να αντικατασταθεί από την επιστήμη των πραγματικών ανθρώπων και την ιστορική τους εξέλιξη. Αυτή την πάρα πέρα ανάπτυξη της φοϊερμπαχικής άποψης την άρχισε ο Μαρξ στα 1845 με την «Άγια Οικογένεια».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————–
[1]. Λέξη λατινική που σημαίνει: δένω, συνδέω.
[2]. «Ο δάσκαλος της Σάντοβας»: μια συνηθισμένη έκφραση στον αστικό γερμανικό τύπο ύστερα από τη νίκη των Πρώσων στη Σάντοβα (στον πρωσο-αυστριακό πόλεμο του 1866). Με τη φράση αυτή ήθελαν να πουν πως οι Πρώσοι χρωστούν τη νίκη τους στο τελειότερο εκπαιδευτικό σύστημα της Πρωσίας τότε.