Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Έγκελς>Λουδοβίκος Φόιερμπαχ_d


Φρίντριχ Έγκελς

ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ

ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ
ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ


Προηγούμενο: Λουδοβίκος Φόιερμπαχ... Μέρος Τρίτο
Επόμενο: Θέσεις για τον Φόιερμπαχ


ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

Ο Στράους, ο Μπάουερ, ο Στίρνερ, ο Φόιερμπαχ, είταν οι παραφυάδες της χεγκελιανής φιλοσοφίας, όσο δεν εγκατέλειπαν το φιλοσοφικό έδαφος. Ο Στράους, ύστερα από το Βίο του Ιησού και τη Δογματική[1], ασχολήθηκε μονάχα με τη φιλοσοφική και την εκκλησιαστική λογοτεχνία σαν το Ρενάν. Ο Μπάουερ, μονάχα στην ιστορία της καταγωγής του χριστιανισμού πρόσφερε κάτι, μα σημαντικό. Ο Στίρνερ έμεινε περίεργο φαινόμενο, ακόμα και όταν ο Μπακούνιν τον ανακάτεψε με τον Προυντόν και βάφτισε το ανακάτεμα αυτό «αναρχισμό». Μόνο ο Φόιερμπαχ είταν σημαντικός σαν φιλόσοφος. Ωστόσο, όχι μόνο η φιλοσοφία, η επιστήμη των επιστημών, που αιωρείται δήθεν πάνω απ’ όλες τις ξεχωριστές επιστήμες και τις συγκεφαλαιώνει, έμεινε γι’ αυτόν ένας ανυπέρβλητος φραγμός, ένα απαραβίαστο ιερό, μα και σαν φιλόσοφος σταμάτησε στη μέση του δρόμου, είταν από κάτω υλιστής και από πάνω ιδεαλιστής. Δεν κατάφερε να ξεμπερδέψει κριτικά με τον Χέγκελ, μα τον πέταξε απλά στη μπάντα, σαν άχρηστο, ενώ αυτός ο ίδιος δεν πρόσφερε τίποτα το θετικό σε σύγκριση με τον εγκυκλοπαιδικό πλούτο του χεγκελιανού συστήματος, εκτός από μια στομφώδικη θρησκεία της αγάπης και μια ισχνή και ανίσχυρη ηθική.

Από τη διάλυση όμως της χεγκελιανής σχολής ξεκίνησε ακόμα και μια άλλη τάση, η μοναδική που καρποφόρησε πραγματικά και η τάση αυτή συνδέεται ουσιαστικά με το όνομα του Μαρξ[2].

Ο χωρισμός από τη χεγκελιανή φιλοσοφία έγινε και δω με την επιστροφή στην υλιστική άποψη. Αυτό σημαίνει, πως αποφασίστηκε να αντιλαμβάνονται τον πραγματικό κόσμο –τη Φύση και την Iστορία– έτσι όπως παρουσιάζεται στον καθένα που τον αντιλαμβάνεται χωρίς προκατειλημμένες ιδεαλιστικές παραξενιές: αποφασίστηκε να θυσιάσουν ανελέητα κάθε ιδεαλιστική παραξενιά που δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει με τα γεγονότα στην πραγματική τους και όχι στη φανταστική τους αλληλουχία. Και πέρα απ’ αυτό ο υλισμός δεν σημαίνει απόλυτα τίποτε άλλο. Μόνο που εδώ, για πρώτη φορά, παίρνονταν πραγματικά στα σοβαρά η υλιστική κοσμοθεωρία και εφαρμόζονταν –τουλάχιστο στις βασικές γραμμές– με συνέπεια σε όλους τους τομείς της γνώσης που εξετάζονταν.

Ο Χέγκελ δεν μπήκε απλά στη μπάντα. Το αντίθετο, πιαστήκαμε από την επαναστατική του πλευρά, που αναπτύχθηκε πιο πάνω, από τη διαλεχτική μέθοδο. Μα η μέθοδος αυτή είταν αχρησιμοποίητη με τη χεγκελιανή μορφή. Για τον Χέγκελ η διαλεχτική είναι η αυτοεξέλιξη της ιδέας. Η απόλυτη ιδέα δεν υπάρχει μόνο –άγνωστο πού– προαιώνια, είναι και η καθαυτό ζωντανή ψυχή όλου του υπαρκτού κόσμου. Εξελίσσεται μέσα στον ίδιο τον εαυτό της περνώντας από όλες τις προβαθμίδες, που ο Χέγκελ τις πραγματεύεται πλατιά στη Λογική και που όλες περικλείονται μέσα της. Ύστερα «εξωτερικεύεται» με το να μετατρέπεται σε Φύση, όπου, χωρίς αυτοσυνείδηση του εαυτού της, μεταμφιεσμένη σαν φυσική αναγκαιότητα, περνάει από μια καινούργια εξέλιξη και στο τέλος ξαναγυρίζει με τον άνθρωπο στην αυτοσυνείδηση. Στην ιστορία η αυτοσυνείδηση επεξεργάζεται τώρα τον εαυτό της ξανά από την ακατέργαστη μορφή, ώσπου στο τέλος η απόλυτη ιδέα γυρίζει πάλι ολοκληρωτικά στον εαυτό της με την χεγκελιανή φιλοσοφία. Στον Χέγκελ η διαλεχτική εξέλιξη, που εκδηλώνεται στη Φύση και την ιστορία, δηλαδή η αιτιώδικη αλληλουχία της προοδευτικής πορείας από το κατώτερο στο ανώτερο που επιβάλλεται μέσα από όλες τις ζικ-ζακ κινήσεις και τα στιγμιαία πισωδρομήματα, είναι λοιπόν μόνο η άθλια απεικόνιση της αυτοκίνησης της ιδέας που γίνεται προαιώνια, δεν ξέρει κανείς πού, μα, οπωσδήποτε, ανεξάρτητα από κάθε σκεφτόμενο μυαλό. Η ιδεολογική αυτή διαστρέβλωση έπρεπε να παραμεριστεί. Αντιληφθήκαμε τις ιδέες στο κεφάλι ξανά υλιστικά σαν απεικόνιση των πραγματικών αντικειμένων, αντί να θεωρούμε τα πραγματικά αντικείμενα σαν απεικονίσεις αυτής η εκείνης της βαθμίδας της απόλυτης ιδέας. Μ’ αυτό η διαλεχτική περιορίστηκε στην επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης τόσο του εξωτερικού κόσμου, όσο και της ανθρώπινης νόησης –δυο σειρές από νόμους που είναι στο βάθος ταυτόσημοι μα στην έκφραση διαφορετικοί, αφού το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να τους εφαρμόζει συνειδητά, ενώ στη Φύση, και ως τα τώρα στο μεγαλύτερο μέρος και στην ανθρώπινη ιστορία, επιβάλλονται με όχι συνειδητό τρόπο, με τη μορφή της εξωτερικής αναγκαιότητας, μέσα από μια ατέλειωτη σειρά φαινομενικές συμπτώσεις. Έτσι όμως η ίδια η διαλεχτική της ιδέας έγινε απλά η συνειδητή αντανάκλαση της διαλεχτικής κίνησης του πραγματικού κόσμου και έτσι η χεγκελιανή διαλεχτική τοποθετήθηκε με το κεφάλι, ή καλύτερα από το κεφάλι όπου στέκονταν ξανά στα πόδια. Και η υλιστική αυτή διαλεχτική, που από χρόνια είταν το καλύτερο μας μέσο εργασίας και το πιο κοφτερό μας όπλο, πράγμα αξιοπερίεργο, δεν ανακαλύφτηκε μόνο από μας, μα ανεξάρτητα από μας και τον ίδιο το Χέγκελ, και από ένα Γερμανό εργάτη, τον Ιωσήφ Ντίτσγκεν[3].

Έτσι όμως ξαναπιάστηκε η επαναστατική πλευρά της χεγκελιανής φιλοσοφίας και ταυτόχρονα ελευθερώθηκε από τις ιδεαλιστικές της τροχοπέδες που εμπόδιζαν τον Χέγκελ να την εφαρμόσει με συνέπεια. Η μεγάλη βασική ιδέα πως δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σαν ένα σύμπλεγμα από έτοιμα πράγματα μα σαν ένα σύμπλεγμα από διαδικασίες όπου τα φαινομενικά σταθερά πράγματα, όχι λιγότερο από τις ιδεατές απεικονίσεις τους στο κεφάλι μας, τις έννοιες, περνούν μια αδιάκοπη αλλαγή γέννησης και εξαφάνισης, όπου, παρ’ όλη τη φαινομενική συμπτωματικότητα και παρ’ όλες τις στιγμιαίες πισωδρομήσεις, επιβάλλεται στο τέλος μια προσεχτική εξέλιξη –αυτή η μεγάλη βασική σκέψη έχει, ιδιαίτερα από τον καιρό του Χέγκελ, τόσο πολύ περάσει στην κοινή συνείδηση, που μόλις είναι δυνατό να την αμφισβητήσει κανείς στη γενικότητα της αυτή. Μα είναι διαφορετικό πράγμα να την παραδέχεσαι στα λόγια από το να την εφαρμόζεις στην πραγματικότητα, στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση και σε κάθε περιοχή έρευνας. Αν όμως στην έρευνα ξεκινάμε πάντοτε από την άποψη αυτή, τότε σταματά μια για πάντα η απαίτηση για οριστικές λύσεις και αιώνιες αλήθειες. Έχουμε πάντα συνείδηση πως οι αποχτημένες γνώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένες, πως καθορίζονται από τις συνθήκες που αποχτήθηκαν και δεν μας κάνουν πια εντύπωση οι ανυπέρβλητες, για την κοινή μεταφυσική που εξακολουθεί ακόμα, να επικρατεί, αντιθέσεις ανάμεσα στο αληθινό και το ψεύτικο, το καλό και το κακό, το ταυτόσημο και το διαφορετικό, το αναγκαίο και το τυχαίο. Ξέρουμε πως οι αντιθέσεις αυτές έχουν μόνο σχετική ισχύ, πως αυτό που τώρα αναγνωρίζεται για αληθινό έχει την κρυμμένη, που θα παρουσιαστεί αργότερα, ψεύτικη του πλευρά, όπως και κείνο που τώρα το αναγνωρίζουμε για ψεύτικο έχει την αληθινή του πλευρά, που χάρη σ’ αυτή μπορούσε προηγούμενα να περνάει για αληθινό. Ξέρουμε πως αυτό που ισχυριζόμαστε για αναγκαίο αποτελείται από καθαρές συμπτώσεις και πως το δήθεν τυχαίο είναι η μορφή που πίσω απ’ αυτή κρύβεται η αναγκαιότητα κ.ο.κ.

Η παλιά μέθοδος έρευνας και σκέψης, που ο Χέγκελ την ονομάζει «μεταφυσική», που ασχολούνταν κατά κύριο λόγο να ερευνά τα πράγματα σαν δοσμένα σταθερά αντικείμενα και που τα υπολείμματά της ταράζουν ακόμα πολύ τα κεφάλια, είχε στην εποχή της μια πολύ μεγάλη ιστορική δικαίωση. Έπρεπε πρώτα να εξεταστούν τα πράγματα πριν μπορέσουν να εξεταστούν οι διαδικασίες. Έπρεπε πρώτα να ξέρει κανείς τί είταν ένα οποιοδήποτε πράγμα πριν μπορέσει να καταλάβει τις μεταβολές που γίνονται σ’ αυτό. Κι’ αυτό γινόταν στις φυσικές επιστήμες. Η παλιά μεταφυσική, που έπαιρνε τα πράγματα αποτελειωμένα, γεννήθηκε από μια επιστήμη της Φύσης που ερευνούσε τα νεκρά και ζωντανά πράγματα σαν αποτελειωμένα. Όταν όμως η ερευνά αυτή είχε προχωρήσει τόσο, που έγινε δυνατό το αποφασιστικό βήμα προς τα μπρος, το πέρασμα στη συστηματική έρευνα των αλλαγών που παθαίνουν τα πράγματα αυτά στην ίδια τη Φύση, τότε σήμανε και στην περιοχή της φιλοσοφίας η ώρα του θανάτου για την παλιά μεταφυσική. Και πραγματικά, ενώ η επιστήμη της Φύσης ως τα τέλη του περασμένου αιώνα είταν πριν απ’ όλα συλλεκτική επιστήμη, επιστήμη των έτοιμων πραγμάτων, στον αιώνα μας είναι ουσιαστικά επιστήμη ταξινόμησης, επιστήμη των λειτουργιών, της γένεσης και της εξέλιξης των πραγμάτων αυτών καθώς και της αλληλεξάρτησης που συνενώνει τα φαινόμενα αυτά της Φύσης σε ένα μεγάλο σύνολο. Η φυσιολογία, που ερευνάει τους τρόπους λειτουργίας στο φυσικό και ζωικό οργανισμό, η εμβρυολογία, που πραγματεύεται την εξέλιξη του ξεχωριστού οργανισμού από το σπέρμα ως την ωριμότητα, η γεωλογία, που παρακολουθεί το βαθμιαίο σχηματισμό της γήινης επιφάνειας –όλες αυτές είναι παιδιά του αιώνα μας.

Ωστόσο τρεις είναι, πριν απ’ όλα, οι μεγάλες ανακαλύψεις που προώθησαν με γιγάντια βήματα τις γνώσεις μας για την αλληλουχία στις φυσικές διαδικασίες: Πρώτα, η ανακάλυψη του κυττάρου σαν μονάδας, που από τον πολλαπλασιασμό της και τη διαφοροποίηση της αναπτύσσεται ολόκληρο το φυσικό και ζωικό σώμα, έτσι που αναγνωρίστηκε πως όχι μόνο η ανάπτυξη και η αύξηση κάθε ανώτερου οργανισμού γίνεται σύμφωνα με ένα μοναδικό γενικό νόμο, μα ακόμα πως, στην ικανότητα που έχει το κύτταρο να μεταβάλλεται, φανερώθηκε ο δρόμος που αλλάζουν οι οργανισμοί το είδος τους και μπορούν έτσι να περνούν μέσα από μια εξέλιξη περισσότερο από ατομική. Δεύτερο, η μετατροπή της ενέργειας, που μας έδειξε πως όλες οι λεγόμενες δυνάμεις που ενεργούν στην ανόργανη Φύση, μηχανική δύναμη και το συμπλήρωμα της, η λεγόμενη δυναμική ενέργεια, θερμότητα, αχτινοβολία (φως και θερμότητα), ηλεκτρισμός, μαγνητισμός και η χημική ενέργεια, είναι διαφορετικές μορφές εμφάνισης της παγκόσμιας κίνησης, που η μια περνάει στην άλλη σύμφωνα με ορισμένες αναλογίες, έτσι που για κάθε ποσότητα που χάνεται από τη μια ξαναεμφανίζεται μια ορισμένη ποσότητα από κάποια άλλη και έτσι ολόκληρη η κίνηση της Φύσης ανάγεται σε τούτη την αδιάκοπη διαδικασία της μετατροπής από τη μια μορφή στην άλλη. Τέλος η απόδειξη, την οποία πρώτος παρουσίασε με συνοχή ο Δαρβίνος, πως το σύνολο από τα οργανικά προϊόντα της Φύσης, μαζί με τον άνθρωπο, είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας εξέλιξης από μερικά πρωταρχικά μονοκύτταρα σπέρματα και πως κι αυτά πάλι προέρχονται από το σχηματισμένο με χημικό τρόπο πρωτόπλασμα η λεύκωμα.

Χάρη σ’ αυτές τις τρεις μεγάλες ανακαλύψεις καθώς και στις υπόλοιπες τεράστιες πρόοδες στη φυσική επιστήμη προχωρήσαμε τώρα ως το σημείο να αποδείχνουμε την αλληλουχία ανάμεσα στις διάφορες φυσικές λειτουργίες, όχι μόνο σε ξεχωριστές περιοχές, μα ακόμα και ανάμεσα στις ξεχωριστές αυτές περιοχές γενικά και να μπορούμε έτσι να παρουσιάσουμε μια συνοπτική εικόνα της αλληλεξάρτησης στη Φύση με μια κατά προσέγγιση συστηματική μορφή, με τη βοήθεια των γεγονότων που μας παρέχει η ίδια η εμπειρική φυσική επιστήμη. Παλαιότερα είταν έργο της λεγόμενης φυσικής φιλοσοφίας να μας προσφέρει τη συνολική αυτή εικόνα και το κατόρθωνε μόνο αντικαθιστώντας τις άγνωστες ακόμα πραγματικές σχέσεις με ιδεατές, φανταστικές και συμπληρώνοντας τα γεγονότα που έλειπαν με νοητές εικόνες και παραγεμίζοντας τα πραγματικά κενά με τη φαντασία μόνο. Με τη μέθοδο αυτή είχε διατυπώσει πολλές μεγαλοφυείς σκέψεις και προαισθανθεί πολλές κατοπινές ανακαλύψεις, μα έδωκε και σημαντικό ποσό από ανοησίες, και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Σήμερα που είναι ανάγκη να αντιληφθούμε μόνο διαλεχτικά τα αποτελέσματα της φυσικής έρευνας, δηλαδή με την έννοια της ιδιαίτερής τους αλληλεξάρτησης, για να φτάσουμε σε ένα αρκετό για την εποχή μας «σύστημα της Φύσης», όπου ο διαλεκτικός χαρακτήρας της αλληλεξάρτησης αυτής επιβάλλεται, ενάντια και από τη θέληση τους, στα κεφάλια των ερευνητών της Φύσης που έχουν διαπαιδαγωγηθεί μεταφυσικά, σήμερα η φιλοσοφία της Φύσης έχει οριστικά παραμεριστεί. Κάθε προσπάθεια να την ξαναφέρουμε στη ζωή δεν θα είταν μόνο περιττή, θα είταν και μια οπισθοδρόμηση.

Αυτό όμως που ισχύει για τη Φύση, που μ’ αυτό τον τρόπο αναγνωρίζεται κι αυτή σαν εξελικτική ιστορική διαδικασία, ισχύει ακόμα και για την ιστορία της κοινωνίας σ’ όλους της τους κλάδους καθώς και για το σύνολο των επιστημών που ασχολούνται με ανθρώπινα (και θεϊκά) πράγματα. Το ίδιο και δω η φιλοσοφία της ιστορίας, του δικαίου, της θρησκείας κλπ. δεν έκαναν άλλο παρά να βάζουν στη θέση τής πραγματικής αλληλουχίας, που έπρεπε να αποδειχθεί με τα γεγονότα, μια αλληλουχία φτιαγμένη στο κεφάλι του φιλόσοφου, να θεωρείται η ιστορία, τόσο στο σύνολό της όσο και στα ξεχωριστά της τμήματα, σαν η βαθμιαία πραγματοποίηση διαφόρων ιδεών, και φυσικά μόνο των πιο αγαπημένων στο φιλόσοφο ιδεών. Σύμφωνα μ’ αυτά η ιστορία εργάζονταν χωρίς επίγνωση, μα με αναγκαιότητα, για ένα ορισμένο από τα πριν καθορισμένο ιδεατό σκοπό, όπως λ.χ. στον Χέγκελ για την πραγματοποίηση της απόλυτης ιδέας του, και η ακλόνητη τάση προς την απόλυτη ιδέα αποτελούσε την εσωτερική αλληλουχία στα ιστορικά γεγονότα. Στη θέση της πραγματικής, μα άγνωστης ακόμα, αλληλουχίας έβαζαν έτσι μια καινούργια –ασυνείδητη, η που έφτανε βαθμιαία στη συνείδηση– μυστηριώδικη πρόνοια. Εδώ λοιπόν έπρεπε, όπως και στην περιοχή της Φύσης, να παραμεριστούν αυτές οι κατασκευασμένες τεχνητές αλληλουχίες με την ανακάλυψη των γενικών νόμων της κίνησης που επιβάλλονται σαν κυρίαρχοι στην ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας.

Η ιστορία όμως της κοινωνικής εξέλιξης αποδείχνεται τώρα, σε ένα σημείο, ουσιαστικά διαφορετική από την ιστορία της Φύσης. Στη Φύση –εφόσον δεν λαβαίνουμε υπ’ όψη μας την αντίστροφη δράση των ανθρώπων πάνω στη Φύση– εκδηλώνονται μόνο σαν τυφλοί, χωρίς συνείδηση, παράγοντες, που δρουν ο ένας πάνω στον άλλο και που μέσα στο αμοιβαίο παιχνίδι ενεργεί ο γενικός νόμος. Απ’ όλα όσα συμβαίνουν –ούτε από τις απειράριθμες φαινομενικές συμπτώσεις, που μπορούν να φαίνονται στην επιφάνεια, ούτε από τα τελικά αποτελέσματα, που βεβαιώνουν τη νομοτέλεια μέσα στις συμπτώσεις αυτές– τίποτα δεν γίνεται σαν θελημένος συνειδητός σκοπός. Στην ιστορία της κοινωνίας, από το άλλο μέρος, αυτοί που δρουν είναι όλοι άνθρωποι προικισμένοι με συνείδηση, που δρουν από σκέψη ή από πάθος για ορισμένους σκοπούς. Τίποτα δεν γίνεται χωρίς συνειδητή πρόθεση, χωρίς θελημένο σκοπό. Αυτή όμως η διαφορά, όσο σπουδαία και αν είναι για την ιστορική έρευνα, ιδιαίτερα για ξεχωριστές εποχές και γεγονότα, δεν μπορεί να μεταβάλει τίποτα στο περιστατικό, πως η πορεία της ιστορίας κυριαρχείται από εσωτερικούς γενικούς νόμους. Γιατί κι εδώ επικρατεί στην επιφάνεια, παρά τους συνειδητά θελημένους σκοπούς όλων των ξεχωριστών ατόμων, σε γενικές γραμμές, φαινομενικά το τυχαίο. Μόνο σπάνια συμβαίνει το θελημένο. Στις περισσότερες περιπτώσεις διασταυρώνονται και συγκρούονται μεταξύ τους οι πολλοί θελημένοι σκοποί, ή αυτοί οι ίδιοι οι σκοποί είναι από τα πριν απραγματοποίητοι, ή δεν επαρκούν τα μέσα γι’ αυτούς. Έτσι οι συγκρούσεις ανάμεσα στις αναρίθμητες ατομικές θελήσεις και τις ατομικές ενέργειες οδηγούν, στην περιοχή της ιστορίας, σε μια κατάσταση, που είναι ολότελα ανάλογη με την κατάσταση που επικρατεί στην ασυνείδητη Φύση. Οι σκοποί των πράξεων είναι θελημένοι, μα τα αποτελέσματα που ακολουθούν πραγματικά τις πράξεις δεν είναι θελημένα, ή και όσο και αν φαίνονται στην αρχή πως ανταποκρίνονται στους θελημένους σκοπούς, έχουν ωστόσο στο τέλος ολότελα διαφορετικές συνέπειες από κείνες που θέλαμε. Έτσι και τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζονται σε γενικές γραμμές, το ίδιο κι αυτά, σαν να κυριαρχούνται από το τυχαίο. Όπου, όμως, επιφανειακά το τυχαίο κάνει το παιχνίδι του, εκεί αυτό κυριαρχείται πάντοτε από εσωτερικούς κρυμμένους νόμους και το ζήτημα είναι μόνο να ανακαλύψουμε τους νόμους αυτούς.

Οι άνθρωποι φτιάνουν την ιστορία τους, οποιαδήποτε κι αν είναι η έκβαση της, επιδιώκοντας ο καθένας τους δικούς του συνειδητά θελημένους σκοπούς και η συνισταμένη από τις πολλές αυτές θελήσεις, που δρουν σε διάφορες κατευθύνσεις, και η πολυποίκιλη τους δράση στον εξωτερικό κόσμο είναι ίσα-ίσα η ιστορία. Ενδιαφέρει λοιπόν να μάθουμε τί θέλουν τα πολλά ξεχωριστά άτομα. Η θέληση καθορίζεται από πάθος ή σκέψη. Οι μοχλοί όμως που καθορίζουν πάλι άμεσα το πάθος ή τη σκέψη είναι διαφορετικών ειδών. Σε ένα μέρος μπορεί να είναι εξωτερικά αντικείμενα, σε άλλο ιδεατά κίνητρα: η φιλοδοξία, ο «ενθουσιασμός για την αλήθεια και το δίκαιο», το προσωπικό μίσος ή και καθαρά ατομικές παραξενιές κάθε λογής. Από τη μια μεριά όμως είδαμε πως οι πολλές ατομικές θελήσεις που δρουν στην ιστορία προκαλούν τις πιο πολλές φορές ολότελα διαφορετικά –συχνά ίσα-ίσα τα αντίθετα– αποτελέσματα από τα θελημένα και πως τα κίνητρα τους έχουν, κατά συνέπεια, το ίδιο κι αυτά δεύτερη σημασία για το συνολικό αποτέλεσμα. Από το άλλο μέρος μπαίνει ακόμα το ερώτημα: ποιές κινητήριες δυνάμεις βρίσκονται πάλι πίσω από τα κίνητρα αυτά, ποιά είναι τα ιστορικά αίτια, που μετατρέπονται σε τέτια κίνητρα μέσα στα κεφάλια των ανθρώπων που δρουν;

Ο παλιός υλισμός δεν έθεσε ποτέ στον εαυτό του το ερώτημα αυτό. Η αντίληψή του για την ιστορία, εφόσον είχε γενικά καμιά, κατά συνέπεια είναι ουσιαστικά πραγματιστική, κρίνει όλα σύμφωνα με τα κίνητρα της δράσης, χωρίζει τους ανθρώπους που δρουν στην ιστορία σε ευγενικούς και μη-ευγενικούς και βρίσκει τότε, κατά κανόνα, πως οι ευγενικοί είναι οι γελασμένοι και οι μη-ευγενικοί οι νικητές και πως απ’ αυτό βγαίνει το συμπέρασμα, στον παλιό υλισμό, πως από τη μελέτη της ιστορίας δεν βγαίνουν πολλά εποικοδομητικά πράγματα και σε μας, πως στον τομέα της ιστορίας ο παλιός υλισμός δεν μένει πιστός στον εαυτό του, γιατί παραδέχεται τις ιδεατές κινητήριες δυνάμεις, που δρουν εκεί, σαν να είναι τα τελικά αίτια, αντί να εξετάσει τί βρίσκεται πίσω τους, ποιές είναι οι κινητήριες δυνάμεις πίσω απ’ αυτές τις κινητήριες δυνάμεις. Η ασυνέπεια δεν βρίσκεται στο πως αναγνωρίζονται ιδεατές κινητήριες δυνάμεις, μα γιατί δεν πηγαίνει πιο πίσω, ως τις αιτίες που τις κινούν. Αντίθετα, η φιλοσοφία της ιστορίας, και ιδιαίτερα όπως την εκπροσωπεί ο Χέγκελ, αναγνωρίζει πως τα φαινομενικά κίνητρα, καθώς και τα κίνητρα που κινούν πραγματικά τους ανθρώπους για να δρουν ιστορικά, δεν είναι καθόλου τα τελικά αίτια στα ιστορικά γεγονότα, πως πίσω από αυτά τα κίνητρα βρίσκονται άλλες κινητήριες δυνάμεις και πως αξίζει να αναζητήσουμε τις δυνάμεις αυτές. Όμως, τις δυνάμεις αυτές δεν τις αναζητάει μέσα στην ίδια την ιστορία, μα αντίθετα τις μπάζει στην ιστορία απ’ έξω, από τη φιλοσοφική ιδεολογία. Αντί να εξηγήσει την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας από τη δική της εσωτερική αλληλουχία, ισχυρίζεται, όπως λ.χ. ο Χέγκελ, απλά πως η ιστορία αυτή δεν είναι παρά η επεξεργασία των «μορφών της ωραίας ατομικότητας», η πραγματοποίηση του «καλλιτεχνήματος σαν τέτοιου». Με την ευκαιρία αυτή λέει πολλά όμορφα και βαθιά πράγματα για τους αρχαίους Έλληνες, αυτό όμως δεν μας εμποδίζει σήμερα να μην ικανοποιούμαστε με μια τέτια εξήγηση, που είναι κούφια λόγια.

Όταν πρόκειται να ερευνήσουμε τις κινητήριες δυνάμεις που –συνειδητά ή ασυνείδητα, και πολύ συχνά μάλιστα ασυνείδητα– βρίσκονται πίσω από τα κίνητρα των ανθρώπων που δρουν στην ιστορία και που αποτελούν τις πραγματικές τελικές κινητήριες δυνάμεις της ιστορίας, τότε το ζήτημα δεν είναι για τα κίνητρα ξεχωριστών ατόμων, όσο ονομαστά και αν είναι αυτά, μα για τα κίνητρα που βάζουν σε κίνηση μεγάλες μάζες, ολόκληρους λαούς και μέσα σε κάθε λαό ολόκληρες πάλι τάξεις. Και ακόμα, αυτό όχι για μια στιγμή, σαν την περαστική αναλαμπή μιας φωτιάς από άχυρα που σβήνει γρήγορα, μα σαν αδιάκοπη δράση που καταλήγει σε κάποια μεγάλη ιστορική μεταβολή. Το να εξακριβώσουμε τις κινητήριες δυνάμεις που αντικαθρεφτίζονται εδώ, καθαρά ή θολά, άμεσα ή με μια ιδανική, ακόμα και θεοποιημένη μορφή, στα μυαλά των μαζών που δρουν και των αρχηγών τους –αυτών που ονομάζονται μεγάλοι άνδρες–, αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος που θα μας βάλει στα ίχνη των νόμων που κυβερνούν την ιστορία, τόσο γενικά όσο και στις ιδιαίτερες περίοδες και χώρες. Κάθε τι που βάζει τους ανθρώπους σε κίνηση πρέπει να περάσει από το μυαλό τους, μα τί μορφή θα πάρει μέσα στο μυαλό τους, αυτό εξαρτιέται πάρα πολύ από τις περιστάσεις. Οι εργάτες δεν συμφιλιώθηκαν με κανένα τρόπο με την καπιταλιστική μηχανοκίνητη βιομηχανία, παρ όλο που δεν κάνουν πια κομάτια τις μηχανές, όπως τις έκαναν ακόμα και το 1848 στο Ρήνο.

Μα ενώ σε όλες τις προηγούμενες περίοδες είταν σχεδόν αδύνατο να ερευνήσουμε τα κινητήρια αυτά αίτια –από τις πολύπλοκες και κρυμμένες σχέσεις ανάμεσα σ’ αυτά και τα αποτελέσματα τους– η σημερινή περίοδος μας έχει τόσο πολύ απλοποιήσει τις σχέσεις αυτές, που το αίνιγμα θα μπορούσε να λυθεί. Από τον καιρό που παρουσιάστηκε η μεγάλη βιομηχανία, κατά συνέπεια, από την ευρωπαϊκή τουλάχιστο ειρήνη του 1815, δεν είταν πια μυστικό σε κανένα άνθρωπο στην Αγγλία, πως ολόκληρος ο πολιτικός αγώνας στρεφόταν εκεί γύρω από τις αξιώσεις δυο τάξεων για κυριαρχία: της αριστοκρατίας της γης (landed aristocracy) και της αστικής τάξης (middle class). Στη Γαλλία, με την παλινόρθωση των Βουρβώνων παρατηρήθηκε το ίδιο πράγμα. Οι ιστορικοί την περίοδο της παλινόρθωσης, από τον Τιερί ως τον Γκιζό, το Μινιέ και το Θιέρσο, μιλούν γι’ αυτό σαν κλειδί για να κατανοηθεί η γαλλική ιστορία από το μεσαίωνα και υστέρα. Και υστέρα από το 1830 αναγνωρίστηκε η εργαζόμενη τάξη, το προλεταριάτο, και στις δύο χώρες σαν τρίτος διεκδικητής για την εξουσία. Οι συνθήκες είχαν τόσο απλοποιηθεί που θα έπρεπε να κλείσει κανείς σκόπιμα τα μάτια του, για να μη βλέπει στην πάλη των τριών μεγάλων αυτών τάξεων και στη σύγκρουση των συμφερόντων τους την κινητήρια δύναμη της σύγχρονης Ιστορίας –στις δυο πιο προοδευμένες τουλάχιστο χώρες.

Με τί τρόπο, όμως, παρουσιάστηκαν οι τάξεις αυτές; Αν είταν ακόμα δυνατό με πρώτη ματιά να αποδόσουμε την αρχή της μεγάλης, της πρώην φεουδαρχικής ιδιοχτησίας της γης –στην αρχή τουλάχιστο– σε πολιτικά αίτια, στη βίαιη κατοχή, αυτό δεν μπορούσε να γίνει πια για την αστική τάξη και το προλεταριάτο. Εδώ η αρχή και η ανάπτυξη δυο μεγάλων τάξεων φαίνονταν ολοκάθαρα και χειροπιαστά πως έπρεπε να αναζητηθεί σε καθαρά οικονομικές αίτιες. Και είταν άλλο τόσο ολοκάθαρο, πως στην πάλη ανάμεσα στην αστική τάξη και τους γαιοχτήμονες, όχι λιγότερο απ’ όσο ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, το ζήτημα είταν, πριν απ’ όλα, για οικονομικά συμφέροντα, που σ’ αυτά η πολιτική εξουσία χρησίμευε σαν απλό μέσο για την ικανοποίηση τους. Η αστική τάξη και το προλεταριάτο δημιουργήθηκαν και οι δυο σαν συνέπεια μιας αλλαγής στις οικονομικές σχέσεις, πιο ακριβέστερα, του παραγωγικού τρόπου. Το πέρασμα πρώτα από τις συντεχνιακές χειροτεχνίες στην εργοστασιακή χειροτεχνική παραγωγή και υστέρα από την εργοστασιακή χειροτεχνική παραγωγή στη μεγάλη βιομηχανία με τον ατμό και τις μηχανικές δυνάμεις, είταν αυτό που δημιούργησε τις δυο αυτές τάξεις. Σε μια ορισμένη βαθμίδα οι καινούργιες παραγωγικές δυνάμεις, που μπήκαν σε κίνηση από την αστική τάξη πρώτα με τον καταμερισμό της εργασίας και τη συγκέντρωση πολλών εργατών, που ο καθένας τους έφτιαχνε ένα μέρος από το προϊόν, σε ένα ολοκληρωμένο χειροτεχνικό εργοστάσιο, καθώς και οι όροι και οι απαιτήσεις της ανταλλαγής που αναπτύχθηκαν από τις παραγωγικές αυτές δυνάμεις, έγιναν ασυμβίβαστα με το καθεστώς της παραγωγής που υπήρχε από παλιά, που παραδόθηκε ιστορικά και καθιερώθηκε από το νόμο, δηλαδή με τα προνόμια της συντεχνίας και τα πολυάριθμα άλλα προσωπικά και τοπικά προνόμια (που είταν άλλα τόσα δεσμά για τις τάξεις που δεν είχαν προνόμια) στο φεουδαρχικό καθεστώς. Οι παραγωγικές δυνάμεις που αντιπροσωπεύονταν από την αστική τάξη ξεσηκώθηκαν ενάντια στον παραγωγικό τρόπο που αντιπροσωπεύονταν από τους φεουδάρχες γαιοχτήμονες και τους μαστόρους των συντεχνιών. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Τα φεουδαρχικά δεσμά τσακίστηκαν, στην Αγγλία σιγά-σιγά, στη Γαλλία διαμιάς. Στη Γερμανία δεν τελειώσαμε ακόμα μ’ αυτό. Όπως όμως η χειροτεχνική βιομηχανία σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης ήλθε σε σύγκρουση με το φεουδαρχικό, έτσι τώρα η μεγάλη βιομηχανία ήλθε κιόλας σε σύγκρουση με το αστικό καθεστώς παραγωγής που πήρε τη θέση του φεουδαρχικού. Δεσμευμένη από το καθεστώς αυτό, από τα στενά όρια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, παράγει από το ένα μέρος μια ολοένα αυξανόμενη προλεταριοποίηση ολόκληρης της μάζας του λαού και από το άλλο μια όλο και μεγαλύτερη μάζα από αδιάθετα προϊόντα. Υπερπαραγωγή και μαζική αθλιότητα, το ένα αιτία του άλλου, αυτή είναι η παράλογη αντίφαση όπου καταλήγει η μεγάλη βιομηχανία και απαιτεί αναγκαστικά την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων με την αλλαγή του παραγωγικού τρόπου.

Αποδείχτηκε λοιπόν, τουλάχιστο για τη σύγχρονη ιστορία, πως όλοι οι πολιτικοί αγώνες είναι ταξικοί αγώνες και πως όλοι οι αγώνες για τη χειραφέτηση των τάξεων, παρά την αναγκαστικά πολιτική τους μορφή –γιατί κάθε ταξικός αγώνας είναι πολιτικός αγώνας– στρέφονται τελικά γύρω από την οικονομική χειραφέτηση. Κατά συνέπεια, τουλάχιστο εδώ, το κράτος, το πολιτικό καθεστώς, είναι το δεύτερο και η κοινωνία των πολιτών, το βασίλειο των οικονομικών σχέσεων, το αποφασιστικό στοιχείο. Η πατροπαράδοτη αντίληψη, που τη σέβεται και ο Χέγκελ, έβλεπε στο κράτος το ρυθμιστικό στοιχείο και στην κοινωνία των πολιτών το στοιχείο που ρυθμίζεται από το πρώτο. Μα αυτό είναι φαινομενικό. Όπως σε κάθε ξεχωριστό άνθρωπο όλες οι κινητήριες δυνάμεις που τον κάνουν να ενεργεί περνούν από το μυαλό του και πρέπει να μετατραπούν σε κίνητρα για τη θέληση του για να τον κάνουν να δράσει, έτσι και όλες οι ανάγκες της κοινωνίας των πολιτών –αδιάφορο ποια τάξη κυβερνάει– πρέπει να περάσουν από τη θέληση του κράτους για να αποκτήσουν γενική ισχύ με τη μορφή νόμων. Αυτή είναι η τυπική άποψη τού ζητήματος, που είναι ολοφάνερη. Το ζήτημα είναι μόνο, ποιο περιεχόμενο έχει η απλή τυπική αυτή θέληση –τόσο στο άτομο όσο και στο κράτος– και από πού προέρχεται το περιεχόμενο αυτό, γιατί να θέλουν αυτό ίσα - ίσα και όχι κάτι άλλο. Και όταν το εξετάσουμε βρίσκουμε πως στη σύγχρονη ιστορία η θέληση του κράτους καθορίζεται ολοκληρωτικά από τις μεταβαλλόμενες ανάγκες της κοινωνίας των πολιτών, από τη μεγαλύτερη δύναμη τούτης η εκείνης της τάξης, σε τελευταία ανάλυση, από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων.

Μα αν κιόλας στη σύγχρονή μας εποχή, με τα γιγάντια της μέσα παραγωγής και συγκοινωνίας, το κράτος δεν είναι μια ανεξάρτητη περιοχή με ανεξάρτητη ανάπτυξη, μα η ύπαρξή του καθώς και η ανάπτυξή του πρέπει να ερμηνευτούν, σε τελευταία ανάλυση, από τις οικονομικές συνθήκες της κοινωνικής ζωής, πόσο περισσότερο θα ισχύει αυτό για όλες τις παλαιότερες εποχές, που η παραγωγή της υλικής ζωής των ανθρώπων δεν γινόταν με τα πλούσια αυτά βοηθητικά μέσα και όπου, κατά συνέπεια, η ανάγκη της παραγωγής αυτής εξασκούσε μια ακόμα μεγαλύτερη κυριαρχία πάνω στους ανθρώπους. Αν το κράτος είναι ακόμα σήμερα, την εποχή της μεγάλης βιομηχανίας και των σιδηροδρόμων, στο σύνολό του, η αντανάκλαση μόνο, σε περιεκτική μορφή, των οικονομικών αναγκών της τάξης που εξουσιάζει την παραγωγή, τότε αυτό θα έπρεπε να γινόταν ακόμα πιο πολύ σε μια εποχή που μια γενεά ανθρώπων είταν αναγκασμένη να διαθέτει πολύ μεγαλύτερο μέρος από το συνολικό χρονικό διάστημα της ζωής της για να ικανοποιεί τις υλικές της ανάγκες, και είταν κατά συνέπεια περισσότερο εξαρτημένη από αυτές απ’ ό,τι είναι σήμερα. Η έρευνα της ιστορίας των παλαιοτέρων εποχών, εφόσον γίνεται σοβαρά από την πλευρά αυτή, το βεβαιώνει με το παραπάνω. Μα αυτό, εννοείται, δεν μπορεί να γίνει εδώ.

Αν το κράτος και το δημόσιο δίκαιο καθορίζονται από τις οικονομικές σχέσεις, είναι αυτονόητο πως το ίδιο θα συμβαίνει και με το ιδιωτικό δίκαιο που ουσιαστικά επικυρώνει μόνο τις υπάρχουσες, στις δοσμένες συνθήκες, κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στα άτομα. Ωστόσο, η μορφή που γίνεται αυτό μπορεί να είναι διαφορετική. Είναι δυνατό, όπως έγινε στην Αγγλία, σύμφωνα με όλη την εθνική ανάπτυξη, να διατηρηθούν στις γενικές γραμμές οι μορφές των παλιών φεουδαρχικών νόμων και να δοθεί σ’ αυτούς αστικό περιεχόμενο, δίδοντας μάλιστα άμεσα μια αστική σημασία σε ένα παλιό φεουδαρχικό όνομα. Μπορεί ακόμα, όπως στη δυτική ηπειρωτική Ευρώπη, να χρησιμοποιηθεί σαν βάση το ρωμαϊκό δίκαιο, το πρώτο παγκόσμιο δίκαιο μιας εμπορευματικής κοινωνίας, της ρωμαϊκής, με την αξεπέραστη σε λεπτολογία επεξεργασία όλων των ουσιαστικών νομικών σχέσεων ανάμεσα σε απλούς κατόχους εμπορευμάτων (αγοραστές και πουλητές, χρεώστες και πιστωτές, συμβόλαια, υποχρεώσεις κ.τ.λ.). Στην περίπτωση αυτή μπορεί, προς όφελος μιας μικροαστικής και μισοφεουδαρχικής ακόμα κοινωνίας, να προσαρμοστεί στην κατάσταση της κοινωνίας αυτής, είτε απλά με τη δικαστική μόνο πράξη (κοινό δίκαιο), είτε με τη βοήθεια φωτισμένων δήθεν ηθικολόγων νομικών να επεξεργαστεί σε ένα ειδικό νομικό κώδικα που να αντιστοιχεί στις κοινωνικές αυτές συνθήκες, που στην περίπτωση αυτή και νομικά ακόμα θα είναι κακός (πρωσικό Landrecht), ή, πάλι, ύστερα από μια μεγάλη αστική επανάσταση μπορεί να επεξεργαστούν ένα τόσο κλασικό κώδικα για την αστική κοινωνία, όπως είναι ο γαλλικός Code Civile με βάση το ρωμαϊκό δίκαιο. Αν, λοιπόν, οι αστικοί νομικοί κανόνες εκφράζουν μόνο τις οικονομικές συνθήκες της ζωής της κοινωνίας με νομική μορφή, αυτό μπορεί να γίνει καλύτερα ή χειρότερα ανάλογα με τις περιστάσεις.

Το κράτος μας παρουσιάζεται σαν η πρώτη ιδεολογική δύναμη πάνω στους ανθρώπους. Η κοινωνία δημιουργεί για τον εαυτό της ένα όργανο για να προστατεύει τα κοινά της συμφέροντα από εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες. Το όργανο αυτό είναι η κρατική εξουσία. Μόλις δημιουργηθεί γίνεται ανεξάρτητο από την κοινωνία, και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο περισσότερο γίνεται όργανο μιας ορισμένης τάξης, επιβάλλει άμεσα την υπεροχή της τάξης αυτής. Η πάλη της καταπιεζόμενης τάξης ενάντια στην κυρίαρχη τάξη γίνεται αναγκαστικά πολιτική, μια πάλη, πριν απ’ όλα, ενάντια στην πολιτική κυριαρχία της τάξης αυτής. Η επίγνωση της αλληλεξάρτησης ανάμεσα στην πολιτική αυτή πάλη και το οικονομικό υπόβαθρο αμβλύνεται και μπορεί ακόμα και να χαθεί ολότελα. Και όπου δεν γίνεται αυτό ολοκληρωτικά σε όσους παίρνουν μέρος στην πάλη, γίνεται σχεδόν πάντα στους ιστορικούς. Από τις αρχαίες πηγές για τους αγώνες μέσα στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία μόνο ο Αππιανός μας λέει νέτα - σκέτα για το τί επρόκειτο τελικά –δηλαδή, για την ιδιοκτησία της γης.

Το κράτος όμως, μια και έγινε ανεξάρτητη δύναμη μπροστά στην κοινωνία, δημιουργεί αμέσως μια παραπέρα ιδεολογία. Στους επαγγελματίες πολιτικούς, στους θεωρητικούς του συνταγματικού δικαίου και στους νομικούς του ιδιωτικού δικαίου, χάνεται δηλαδή ολότελα η αλληλεξάρτηση με τα οικονομικά περιστατικά. Επειδή σε κάθε ιδιαίτερη περίπτωση τα οικονομικά περιστατικά πρέπει να πάρουν τη μορφή νομικών ελατηρίων για να καθιερωθούν με νομική μορφή και επειδή μαζί μ’ αυτό είναι αυτονόητο πως πρέπει ακόμα να ληφθεί υπ’ όψη και ολόκληρο το νομικό σύστημα που ισχύει κιόλας, γι’ αυτό η νομική μορφή πρέπει να είναι το παν και το οικονομικό περιεχόμενο τίποτα. Δημόσιο δίκαιο και ιδιωτικό δίκαιο εξετάζονται σαν ξεχωριστές περιοχές, που έχουν τη δική τους ανεξάρτητη ιστορική εξέλιξη, που όχι μόνο μπορούν μα και έχουν ανάγκη από μια συστηματική περιγραφή, αφού εξαλειφθούν με συνέπεια όλες οι εσωτερικές αντιφάσεις.

Ακόμα ανώτερες, δηλαδή ακόμα πιο απομακρυσμένες από την υλική βάση, ιδεολογίες παίρνουν τη μορφή της φιλοσοφίας και της θρησκείας. Εδώ η αλληλεξάρτηση ανάμεσα στις ιδέες και τις υλικές συνθήκες της ύπαρξης τους γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη, όλο και πιο πολύ συσκοτίζεται από ενδιάμεσους κρίκους. Ωστόσο υπάρχει. Όπως ολόκληρη η περίοδος της Αναγέννησης, από τα μέσα του 15ου αιώνα, είταν ουσιαστικά ένα προϊόν των πόλεων, κατά συνέπεια της αστικής τάξης, έτσι και η από τότε καινουργιο-ξυπνημένη φιλοσοφία. Το περιεχόμενο της είταν ουσιαστικά μόνο η φιλοσοφική έκφραση των σκέψεων που αντιστοιχούσαν στην περίοδο ανάπτυξης της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης σε μεγάλη αστική τάξη. Στους Άγγλους και τους Γάλλους του περασμένου αιώνα, που πολλές φορές είταν οικονομολόγοι και φιλόσοφοι μαζί, αυτό φαίνεται καθαρά· όσο για την χεγκελιανή σχολή, το αποδείξαμε πιο πάνω.

Θα ασχοληθούμε λοιπόν ακόμα σύντομα μόνο με τη θρησκεία, γιατί αυτή φαίνεται πως στέκεται πιο μακριά από την υλική ζωή και είναι η πιο ξένη σ’ αυτή. Η θρησκεία εμφανίστηκε σε πολύ παμπάλαιη εποχή από λαθεμένες και πρωτόγονες ιδέες των ανθρώπων για τον εαυτό τους και για τη γύρω τους εξωτερική Φύση. Κάθε ιδεολογία όμως, μια και εμφανιστεί, αναπτύσσεται σε σύνδεση με το δοσμένο υλικό των παραστάσεων και διαμορφώνεται πιο πέρα. Διαφορετικά, δεν θα είταν καμιά ιδεολογία, δηλαδή απασχόληση με ιδέες σαν αυτοτελείς οντότητες, που αναπτύσσονται ανεξάρτητα και υπακούουν μόνο στους δικούς τους νόμους. Πως οι υλικές συνθήκες των ανθρώπων, που στα κεφάλια τους γίνεται η διαδικασία αυτή της σκέψης, καθορίζουν τελικά την πορεία της διαδικασίας αυτής, μένει αναγκαστικά σ’ αυτούς τους ανθρώπους άγνωστο, γιατί διαφορετικά θα σταματούσε κάθε ιδεολογία. Αυτές λοιπόν οι πρωταρχικές θρησκευτικές παραστάσεις, που τις περισσότερες φορές είναι κοινές σε κάθε ομάδα συγγενικών λαών, αναπτύσσονται, όταν χωριστεί η ομάδα, ιδιόμορφα σε κάθε λαό, ανάλογα με τους όρους της ζωής που έτυχαν σ’ αυτούς και η διαδικασία αυτή έχει αποδειχθεί λεπτομερειακά για μια σειρά από ομάδες λαών, ιδιαίτερα για τις άριες (τις λεγόμενος ινδοευρωπαϊκές), με τη συγκριτική μυθολογία. Οι θεοί που διαμορφώθηκαν έτσι σε κάθε λαό είταν εθνικοί θεοί, που το βασίλειο τους δεν πήγαινε πιο μακριά από την εθνική περιοχή που είχαν να προστατέψουν. Πέρα από τα όρια της περιοχής αυτής κυριαρχούσαν αδιαφιλονίκητα άλλοι θεοί. Μπορούσαν να ζουν στη φαντασία, μόνο όσο υπήρχε το έθνος και πέφτανε μαζί με την πτώση του. Την πτώση αυτή των παλιών εθνοτήτων την προκάλεσε η ρωμαϊκή κοσμοκρατορία, που δεν πρόκειται εδώ να εξετάσουμε τους οικονομικούς όρους της γέννησης της. Οι παλιοί θεοί παρακμάσανε, ακόμα και οι ρωμαϊκοί, που κι αυτοί είταν κομμένοι ίσα-ίσα πάνω στο στενό κύκλο της πόλης της Ρώμης. Η ανάγκη να συμπληρώσουν την κοσμοκρατορία με μια παγκόσμια θρησκεία εκδηλώνεται καθαρά στις προσπάθειες να αναγνωρίσουν, πλάϊ στους ντόπιους θεούς της Ρώμης, και όλους τους κάπως αξιοσέβαστους ξένους θεούς και να ιδρύσουν βωμούς και γι’ αυτούς. Μια καινούργια όμως θρησκεία δεν δημιουργείται μ’ αυτόν τον τρόπο, με αυτοκρατορικά διατάγματα. Η καινούργια παγκόσμια θρησκεία, ο χριστιανισμός, είχε κιόλας δημιουργηθεί ήσυχα-ήσυχα από ένα μίγμα γενικευμένης ανατολίτικης, πριν απ’ όλα ιουδαϊκής, θεολογίας και εκλαϊκευμένης ελληνικής, κατά πρώτο λόγο στωικής φιλοσοφίας. Ποια είταν η αρχική μορφή του πρέπει να ερευνηθεί ξανά με κόπο, γιατί η επίσημή του μορφή που παραδόθηκε σε μας είναι μόνο εκείνη που μ’ αυτή έγινε κρατική θρησκεία, και για το σκοπό αυτό προσαρμόστηκε από τη Σύνοδο της Νικαίας[4]. Είναι αρκετό το γεγονός πως υστέρα από 250 κιόλας χρόνια έγινε κρατική θρησκεία για να αποδείξει πως είταν η θρησκεία που ανταποκρινόταν στις συνθήκες της εποχής. Το μεσαίωνα, στο ίδιο μέτρο που αναπτυσόταν ο φεουδαρχισμός, διαμορφωνόταν και ο χριστιανισμός σε αντίστοιχη με αυτόν θρησκεία, με αντίστοιχη φεουδαρχική ιεραρχία. Και καθώς ανέβαινε η αστική τάξη, αναπτυσσόταν μέσα σ’ αυτή, σε αντίθεση με το φεουδαρχικό καθολικισμό, η προτεσταντική αίρεση, στην αρχή στη νότιο Γαλλία, στους αλβιγινούς[5], τον καιρό της πιο μεγάλης άνθησης εκεί. Ο μεσαίωνας είχε προσαρτήσει στη θρησκεία όλες τις άλλες μορφές της ιδεολογίας: φιλοσοφία, πολιτική, νομικά, έγιναν υποδιαιρέσεις της θεολογίας. Μ’ αυτό ανάγκαζε κάθε κοινωνική και πολιτική κίνηση να παίρνει θεολογική μορφή. Στις μάζες, που το πνεύμα τους τρέφονταν αποκλειστικά με θρησκεία, έπρεπε και τα ίδια τους ακόμα τα συμφέροντα να παρουσιάζονται με θρησκευτική μεταμφίεση για να προκαλέσουν μεγάλη θύελλα. Και όπως η αστική τάξη από μιας αρχής είχε δημιουργήσει ένα εξάρτημα στις πόλεις χωρίς καμιά περιουσία, που δεν άνηκε σε καμιά συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, από πληβείους μεροκαματιάρηδες και υπηρέτες κάθε λογής, προδρόμους του κατοπινού προλεταριάτου, έτσι και η αίρεση χωρίστηκε από νωρίς κιόλας σε μια μετριοπαθή αστική αίρεση και σε μια πληβειακή επαναστατική που την απεχθάνονταν και οι ίδιοι οι αστοί αιρετικοί.

Το γεγονός πως δεν μπόρεσαν να εξοντώσουν την προτεσταντική αίρεση αντιστοιχούσε στο γεγονός πως η αστική τάξη που ανέβαινε είταν ακατανίκητη. Και όταν η αστική αυτή τάξη δυνάμωσε αρκετά, ο αγώνας της ενάντια στη φεουδαρχική αριστοκρατία, που ως τα τότε είταν πιο πολύ τοπικός αγώνας, άρχισε να παίρνει εθνικές διαστάσεις. Η πρώτη μεγάλη κίνηση έγινε στη Γερμανία –η λεγόμενη Μεταρρύθμιση. Η αστική τάξη δεν είταν ούτε αρκετά δυνατή, ούτε αρκετά αναπτυγμένη για να μπορέσει να ενώσει κάτω από τη σημαία της τις άλλες εξεγερμένες τάξεις –τους πληβείους των πόλεων, τους κατώτερους ευγενείς και τους χωρικούς της υπαίθρου. Πρώτα χτυπήθηκαν οι ευγενείς. Οι χωρικοί ξεσηκώθηκαν σε μια εξέγερση, που αποτελεί το κορύφωμα όλης αυτής της επαναστατικής κίνησης. Οι πόλεις τους παράτησαν μόνους και έτσι η επανάσταση νικήθηκε από τους στρατούς των μεγάλων πριγκίπων, που έδρεψαν όλα τα κέρδη. Από τότε εξαφανίζεται η Γερμανία για τρεις αιώνες από τη σειρά των χωρών που έπαιζαν ανεξάρτητο ενεργό ρόλο στην ιστορία. Πλάϊ όμως στο Γερμανό Λούθηρο παρουσιάζεται ο Γάλλος Καλβίνος. Με γνήσια γαλλική οξύτητα έβαλε στο προσκήνιο τον αστικό χαραχτήρα της Μεταρρύθμισης, εκδημοκράτισε και λαϊκοποίησε την εκκλησία. Ενώ η λουθηρανή Μεταρρύθμιση στη Γερμανία αποτελμάτωνε και κατάστρεφε τη Γερμανία, η Μεταρρύθμιση του Καλβίνου χρησίμευε για σημαία στους δημοκράτες της Γενεύης, της Ολλανδίας και της Σκωτίας, απελευθέρωνε την Ολλανδία από την Ισπανία και τη γερμανική αυτοκρατορία και πρόσφερε το ιδεολογικό κοστούμι για τη δεύτερη πράξη της αστικής επανάστασης που παίζονταν στην Αγγλία. Εδώ ο καλβινισμός αποδείχτηκε η γνήσια θρησκευτική μεταμφίεση για τα συμφέροντα της τοτινής αστικής τάξης, και γι’ αυτό δεν αναγνωρίστηκε ολοκληρωτικά όταν η επανάσταση τελείωσε το 1689 με το συμβιβασμό μιας μερίδας από τους ευγενείς με τους αστούς[6]. Η αγγλική κρατική εκκλησία αποκαταστάθηκε ξανά, όχι όμως με την προηγούμενη της μορφή, σαν καθολικισμός με το βασιλιά για πάπα, μα σε μεγάλο βαθμό καλβινοποιημένη. Η παλιά κρατική εκκλησία πανηγύρισε την εύθυμη καθολική Κυριακή και πολέμησε την ανιαρή καλβινιστική Κυριακή. Η καινούργια αστικοποιημένη εκκλησία καθιέρωσε την καλβινιστική Κυριακή που και τώρα ακόμα ομορφαίνει την Αγγλία.

Στη Γαλλία, η καλβινιστική μειοψηφία καταπνίγηκε το 1685, ξαναγύρισε στον καθολικισμό ή εξορίστηκε[7]. Μα τί ωφέλησε; Τότε βρισκόταν κιόλας σε δράση ο ελευθερόφρων Πιέρ Μπεΐλ και το 1694 γεννήθηκε ο Βολτέρος. Τα μέτρα βίας του Λουδοβίκου 16ου ευκόλυναν μόνο τη γαλλική αστική τάξη να κάνει την επανάσταση της με τη μορφή που ταιριάζει στην αναπτυγμένη αστική τάξη, την άθρησκη, την αποκλειστικά πολιτική μορφή. Αντί για διαμαρτυρόμενους κάθισαν στις εθνοσυνελεύσεις ελευθερόφρονες. Μ’ αυτό ο χριστιανισμός μπήκε στο τελευταίο του στάδιο. Είχε γίνει πια ανίκανος να χρησιμεύει σαν ιδεολογική μεταμφίεση για τις επιδιώξεις οποιασδήποτε προοδευτικής τάξης. Γινόταν όλο και πιο πολύ ιδιοχτησία των κυρίαρχων τάξεων και αυτές τον χρησιμοποιούσαν σαν απλό μέσο διακυβέρνησης για να κρατούν τις παρακάτω τάξεις στα όριά τους. Κάθε μια από τις διάφορες τάξεις χρησιμοποιεί τη θρησκεία που της ταιριάζει: οι γαιοχτήμονες γιούνκερς τον καθολικό ιησουϊτισμό ή την προτεσταντική ορθοδοξία, οι φιλελεύθεροι και ριζοσπαστικοί αστοί το ρασιοναλισμό και εδώ δεν έχει καμιά σημασία αν οι κύριοι πιστεύουν ή όχι και οι ίδιοι στις αντίστοιχες θρησκείες τους.

Βλέπουμε λοιπόν: Μια και διαμορφωθεί η θρησκεία, κρατάει πάντοτε ένα υλικό από την παράδοση, όπου, όπως δα και σε όλες τις ιδεολογικές περιοχές, η παράδοση είναι μια μεγάλη συντηρητική δύναμη. Οι αλλαγές όμως που γίνονται στο υλικό αυτό ξεπηδούν από τις ταξικές σχέσεις, δηλαδή από τις οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων που επιχειρούν τις αλλαγές αυτές. Και αυτό είναι αρκετό για δω.

Στα παραπάνω πρόκειται μόνο για ένα γενικό περίγραμμα της μαρξιστικής αντίληψης για την ιστορία, το πολύ-πολύ για μερικά παραδείγματα. Την απόδειξη πρέπει να την δόσει η ίδια η ιστορία. Και σχετικά μ’ αυτό, επιτρέπεται να πω πως σε άλλα έργα έχει κιόλας δοθεί αρκετά η απόδειξη. Η αντίληψη αυτή όμως βάζει τέλος στη φιλοσοφία και στον τομέα της ιστορίας, το ίδιο όπως η διαλεχτική αντίληψη της Φύσης κάνει περιττή καθώς και αδύνατη κάθε φιλοσοφία της Φύσης. Δεν πρόκειται γενικά να σοφιζόμαστε τις αλληλουχίες, μα να τις ανακαλύπτουμε στα γεγονότα. Για τη φιλοσοφία, που διώχτηκε από τη Φύση και την ιστορία, μένει τότε μόνο το βασίλειο της καθαρής σκέψης –εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει: η διδασκαλία για τους νόμους της ίδιας της διαδικασίας της σκέψης, η λογική και η διαλεχτική.

Με την επανάσταση του 1848 η «μορφωμένη» Γερμανία αποχαιρέτησε τη θεωρία και πέρασε στην περιοχή της πράξης. Η μικροβιομηχανία και το χειροτεχνικό εργοστάσιο, που βασιζόταν στην εργασία του χεριού, αντικαταστάθηκαν από μια πραγματικά μεγάλη βιομηχανία. Η Γερμανία ξαναφάνηκε στην παγκόσμια αγορά. Το καινούργιο μικρογερμανικό[8] ράιχ έβγαλε από τη μέση τις πιο χτυπητές τουλάχιστο ελλείψεις που έκλειναν το δρόμο στην ανάπτυξη αυτή, το σύστημα των μικρών κρατών, τα υπολείμματα του φεουδαρχισμού και της γραφειοκρατικής οικονομίας. Μα στο μέτρο που η θεωρία παρατούσε το σπουδαστήριο του φιλόσοφου για να στήσει το ναό της στο χρηματιστήριο, στο ίδιο μέτρο χανόταν για τη μορφωμένη Γερμανία και η μεγάλη θεωρητική συνείδηση, που στάθηκε η δόξα της Γερμανίας τον καιρό της πιο μεγάλης πολιτικής της ταπείνωσης –η συνείδηση για την καθαρή επιστημονική ερευνά, ανεξάρτητα αν το αποτέλεσμα θα είταν πραχτικά εφαρμόσιμο ή όχι, σύμφωνο με τις διατάξεις της αστυνομίας ή όχι. Η επίσημη γερμανική φυσική διατήρησε βέβαια τη θέση της στο ύψος της εποχής της, ιδιαίτερα στην περιοχή της ειδικευμένης έρευνας, μα το αμερικάνικο περιοδικό «Science» έκανέ κιόλας την παρατήρηση, και με το δίκιο του, πως τα αποφασιστικά προοδευτικά βήματα στην περιοχή των μεγάλων συσχετισμών ανάμεσα στα ξεχωριστά φαινόμενα, η γενικοποίησή τους σε νόμους, γίνεται τώρα πολύ περισσότερο στην Αγγλία απ’ ό,τι πριν στη Γερμανία. Και στην περιοχή των ιστορικών επιστημών, μαζί με τη φιλοσοφία, χάθηκε ολότελα με την κλασική φιλοσοφία και το παλιό θεωρητικά ανεπιφύλαχτο πνεύμα. Στη θέση του μπήκαν ο άκριτος εκλεκτικισμός και ο δειλός υπολογισμός της καριέρας και του εισοδήματος, που ξεπέφτει ως τον πιο κοινό αριβισμό. Οι επίσημοι εκπρόσωποι της επιστήμης αυτής γίνονται ανεπιφύλαχτα ιδεολόγοι της αστικής τάξης και του κράτους που υπάρχει –μα σε μια εποχή, που και τα δύο βρίσκονται σε ανοιχτή αντίθεση με την εργατική τάξη.

Μόνο στην εργατική τάξη εξακολουθεί να υπάρχει αμείωτη η γερμανική θεωρητική αίσθηση. Εδώ δεν μπορεί να ξεριζωθεί. Εδώ δεν στέκεται κανένας υπολογισμός για καριέρα, για κέρδη ή για εύνοια από τα πάνω. Αντίθετα, όσο πιο ανεπιφύλαχτα και αμερόληπτα προχωρεί η επιστήμη, τόσο περισσότερο βρίσκεται σε αρμονία με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των εργατών. Η καινούργια τάση, που στην ιστορία της εξέλιξης της εργασίας βρήκε το κλειδί για την κατανόηση ολόκληρης της ιστορίας της κοινωνίας, στράφηκε από μιας αρχής με προτίμηση στην εργατική τάξη και βρήκε εδώ την υποδοχή που ούτε ζητούσε ούτε περίμενε από την επίσημη επιστήμη. Το γερμανικό εργατικό κίνημα είναι ο κληρονόμος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας.


Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Καρλ Μαρξ - Φρ. Έγκελς
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————–

[1]. Ο Έγκελς εννοεί εδώ το έργο του Δαβίδ Στράους: «Die Christliche Glaubendlehre», τόμος 1-2. Τίμπιγκεν και Στουτγάρδη 1840/41.

[2]. Ας μου επιτραπεί εδώ μια προσωπική διασάφηση. Τώρα τελευταία γίνεται λόγος για τη δική μου συμβολή στη θεωρία αυτή, και έτσι δεν μπορώ να μην πω εδώ τα λίγα λόγια που εξαντλούν το σημείο αυτό. Δεν μπορώ ούτε εγώ ο ίδιος να αρνηθώ πώς, τόσο πριν όσο και στο διάστημα της σαραντάχρονης συνεργασίας μου με το Μαρξ, δεν είχα κι εγώ κάποιο ανεξάρτητο μερίδιο στο θεμέλιωμα της θεωρίας καθώς και ιδιαίτερα στην επεξεργασία της. Όμως το μεγαλύτερο μέρος από τις κατευθυντήριες βασικές σκέψεις, ιδιαίτερα στον οικονομικό και ιστορικό τομέα και ειδικότερα στην τελική αυστηρή διατύπωση, ανήκει στον Μαρξ. Εκείνο που πρόσφερα εγώ –αν εξαιρέσουμε βέβαια δυο-τρεις ειδικούς κλάδους– θα μπορούσε να το είχε πολύ καλά κάνει ο Μαρξ και χωρίς εμένα. Ό,τι έδοσε ο Μαρξ, δεν θα το κατάφερνα εγώ μοναχός. Ο Μαρξ στεκόταν πιο ψηλά, έβλεπε πιο μακριά και το βλέμμα του αγκάλιαζε περισσότερα και γρηγορότερα από όλους εμάς τους άλλους. Ο Μαρξ είταν μεγαλοφυΐα, εμείς οι άλλοι είμαστε το πολύ-πολύ ταλέντα. Χωρίς αυτόν η θεωρία δεν θα είταν σήμερα καθόλου αυτή που είναι, γι’ αυτό δίκαια φέρνει το όνομά του [σημείωση του Έγκελς].

[3]. Βλέπε: Des Wesen der Kopfarbeit, von einem Handarbeiter. Αμβούργο. Έκδοτης Μάϊσνερ (σημείωση του Έγκελς).

[4]. Σύνοδος της Νικαίας: η πρώτη οικουμενική θρησκευτική σύνοδος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που κάλεσε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος το 325 στη Νίκαια (πόλη της Μικρής Ασίας). Η σύνοδος έδοσε ένα σύμβολο πίστης για όλους τους χριστιανούς, που η μη παραδοχή του λογαριαζόταν σαν έγκλημα κατά του Κράτους.

[5]. Albigenser ή Catharist: οπαδοί μιας αίρεσης που εμφανίστηκε στη Νότιο Γαλλία και τη Βόρειο Ιταλία στις αρχές του 12ου αιώνα. Κέντρο της αίρεσης είταν η πόλη Albi στη Γαλλία που έδοσε και το όνομα στην αίρεση. Είναι δύσκολο σήμερα να ξέρουμε τα δογματικά σημεία της αίρεσης αυτής, γιατί καταστράφηκαν όλα τα γραπτά τα σχετικά μ’ αυτή στους διωγμούς. Είταν, ωστόσο, φανατικοί αντίπαλοι της καθολικής εκκλησίας και της ιεραρχίας της και σ’ αυτό μπορούν να θεωρηθούν σαν πρόδρομοι των διαμαρτυρομένων. Οι αλβιγινοί ουσιαστικά εκφράζουν με θρησκευτική μορφή την αντίσταση του εμπορικο-βιοτεχνικού πληθυσμού ενάντια στη φεουδαρχία. Καταδικάστηκαν από την καθολική εκκλησία πολλές φορές μα αυτό μεγάλωνε την αντίσταση τους. Ο πάπας Ινοκέντιος ο 3ος έστειλε το 1198 δυο καλόγερους να τους μεταπείσουν και να τους ξαναφέρουν στους κόλπους της εκκλησίας και όταν αυτοί γύρισαν πίσω άπρακτοι κήρυξε μια σταυροφορία ενάντιά τους. Η σταυροφορία αυτή συνάντησε την αγρία αντίσταση των αιρετικών και τελείωσε το 1229 με τη συνθήκη του Παρισιού. Με τη σταυροφορία αυτή και την Ιερή εξέταση που ακολούθησε εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά η αίρεση.

[6]. Η Επανάσταση του 1689: η λεγόμενη και «ένδοξη επανάσταση» από τους Άγγλους ιστορικούς. Η επανάσταση εκθρόνισε τον Ιάκωβο το 2ο Στιούαρτ από το θρόνο της Αγγλίας και έφερε το Γουλιέλμο της Οράγγης με το όνομα Γουλιέλμος ο 3ος. Από τότε στερεώθηκε η συνταγματική βασιλεία στην Αγγλία που στηριζόταν στο συμβιβασμό ανάμεσα στην αστική τάξη και τους μεγαλοκτηματίες ευγενείς.

[7]. Με την ανάκληση του Διατάγματος της Νάντης (1598), που έδινε ίσα πολιτικά δικαιώματα στους Γάλλους καλβινιστές (Ουγενότους) και εξασφάλιζε τη θρησκευτική τους ελευθερία, άρχισε το 1685 ο Λουδοβίκος 14ος τον πολιτικό και θρησκευτικό διωγμό ενάντια στους Ουγενότους. Συνέπεια του διωγμού αυτού είταν να φύγουν από τη Γαλλία εκατοντάδες χιλιάδες Ουγενότοι.

[8]. «Μικρογερμανικό Ράιχ»: το γερμανικό Ράιχ που ιδρύθηκε το 1871, ύστερα από τη νίκη της Γερμανίας ενάντια στη Γαλλία. Στο Ράιχ αυτό δεν περιλαμβάνονταν όλοι οι γερμανόφωνοι λαοί της Κεντρικής Ευρώπης (η Αυστρία) και γι’ αυτό ο Έγκελς το ονομάζει «μικρογερμανικό».