Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι>Η Ηθική τους και η Ηθική μας_b

Λεόν Τρότσκι

Η ΗΘΙΚΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΜΑΣ


Προηγούμενο: Προλεγόμενα
Επόμενο: Μέρος Δεύτερο


Μέρος Πρώτο

Ηθικές Αναθυμιάσεις

Σε μια εποχή όπου η αντίδραση θριαμβεύει, οι κ.κ. δημοκράτες, σοσιαλδημοκράτες, αναρχικοί και όλοι οι άλλοι εκπρόσωποι του «αριστερού» στρατοπέδου, αρχίζουν να διπλασιάζουν τις συνηθισμένες ηθικές αναθυμιάσεις τους, όμοια με τους ανθρώπους εκείνους που τους πιάνει ταχύπνοια μπροστά στο φόβο. Παραφράζοντας τις Δέκα Εντολές ή την Ομιλία του Όρους των Ελαιών, οι ηθικολόγοι αυτοί απευθύνονται όχι τόσο στη θριαμβεύουσα αντίδραση όσο στους επαναστάτες εκείνους που υποφέρουν κάτω από τις διώξεις της, γιατί με τις «υπερβολές» και τις «αμοραλιστικές» αρχές τους «προκαλούν» την αντίδραση και την δικαιώνουν ηθικά. Επιπλέον, προτείνουν έναν απλό, μα σίγουρο τρόπο για την αποφυγή της αντίδρασης: το μόνο που χρειάζεται είναι να παλεύει κανείς και ηθικά για να ανανεώνει τον εαυτό του. Δείγματα ηθικής τελειότητας, για όσους τα χρειάζονται, προσφέρονται δωρεάν απ’ όλα τα ενδιαφερόμενα εκδοτικά γραφεία.

Η ταξική βάση του ψεύτικου και πομπώδους αυτού κηρύγματος είναι η μικροαστική ιντελιγκέντσια[1]. Η πολιτική βάση –η αδυναμία και η σύγχισή τους μπροστά στην αντίδραση που πλησιάζει. Η ψυχολογική βάση –η προσπάθεια τους να υπερνικήσουν το αίσθημα της δικής τους κατωτερότητας, μεταμφιεζόμενοι με τη γενειάδα ενός προφήτη.

Η αγαπημένη μέθοδος του ηθικολόγου φιλισταίου είναι να καταχωρεί τη συμπεριφορά της αντίδρασης και τη συμπεριφορά της επανάστασης κάτω από τον ίδιο τίτλο. Και πετυχαίνει στο τέχνασμά του, καταφεύγοντας σε τυπικές αναλογίες. Γι’ αυτόν, ο τσαρισμός[2] και ο μπολσεβικισμός[3] είναι δίδυμοι. Δίδυμοι επίσης αποκαλύπτονται ο φασισμός και ο κομμουνισμός. Κάνει μια απογραφή των κοινών χαρακτηριστικών του καθολικισμού –ή ειδικότερα του ιησουϊτισμού[4] – και του μπολσεβικισμού. Από την πλευρά τους, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι, χρησιμοποιώντας την ίδια ακριβώς μέθοδο, αποκαλύπτουν ότι ο φιλελευθερισμός, η δημοκρατία και ο μπολσεβικισμός δεν είναι παρά διαφορετικές εκδηλώσεις ενός και του ίδιου κακού. Η αντίληψη ότι ο σταλινισμός και ο τροτσκισμός είναι «ουσιαστικά» ένα και το ίδιο πράγμα, έχει τώρα την κοινή επιδοκιμασία των φιλελευθέρων, των δημοκρατών, των αφοσιωμένων καθολικών, των ιδεαλιστών, των πραγματιστών, των αναρχικών και των φασιστών. Αν οι σταλινικοί αδυνατούν να προσχωρήσουν σ’ αυτό το «Λαϊκό Μέτωπο» είναι μόνο και μόνο γιατί, κατά σύμπτωση, είναι απασχολημένοι με την εξόντωση των τροτσκιστών.

Το βασικό γνώρισμα αυτών των προσεγγίσεων και παρομοιώσεων βρίσκεται στο γεγονός ότι αγνοούν πλήρως την υλική βάση των διαφόρων ρευμάτων, δηλαδή την ταξική τους φύση και, κατά συνέπεια, τον αντικειμενικό ιστορικό τους ρόλο. Αντίθετα, εκτιμούν και ταξινομούν διαφορετικά ρεύματα, σύμφωνα με κάποια εξωτερική και δευτερεύουσα εκδήλωση, και πολύ συχνά σύμφωνα με τη δική τους σχέση με τη μια ή την άλλη αφηρημένη αρχή, που για τον συγκεκριμένο ταξινομητή έχει μια ειδική επαγγελματική αξία. Έτσι, για τον πάπα της Ρώμης, οι μασόνοι και οι δαρβινιστές, οι μαρξιστές και οι αναρχικοί, είναι δίδυμοι, γιατί όλοι αυτοί αρνούνται ιερόσυλα την άσπιλη σύλληψη. Για το Χίτλερ, ο φιλελευθερισμός και ο μαρξισμός είναι δίδυμοι, γιατί αγνοούν «αίμα και τιμή». Για ένα δημοκράτη, ο φασισμός και ο μπολσεβικισμός είναι δίδυμοι, γιατί δεν υποκλίνονται μπροστά στην καθολική ψηφοφορία κλπ., κλπ.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι τα ρεύματα που πιο πάνω παραθέσαμε έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Αλλά όλο το ζήτημα βρίσκεται στο γεγονός ότι η εξέλιξη της ανθρωπότητας δεν εξαντλείται ούτε με την καθολική ψηφοφορία, ούτε με το «αίμα και τιμή», ούτε με το δόγμα της άσπιλης σύλληψης. Το ιστορικό προτσές σημαίνει πρώτα απ’ όλα την πάλη των τάξεων. Επιπλέον, διαφορετικές τάξεις στο όνομα διαφορετικών σκοπών μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να χρησιμοποιήσουν όμοια μέσα. Ουσιαστικά δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Οι στρατοί που συγκρούονται είναι πάντα λίγο ή πολύ συμμετρικοί. Αν δεν υπήρχε τίποτε το κοινό στις μέθοδες πάλης τους, δεν θα μπορούσαν να καταφέρουν πλήγματα ο ένας στον άλλον.

Αν ένας αμαθής χωρικός ή μαγαζάτορας, που δεν καταλαβαίνει ούτε την προέλευση, ούτε την έννοια του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την μπουρζουαζία, ανακαλύψει ότι βρίσκεται ανάμεσα σε δυο πυρά, θα αντικρίσει και τα δυο εμπόλεμα στρατόπεδα με το ίδιο μίσος. Και ποιοι είναι όλοι αυτοί οι δημοκράτες ηθικολόγοι; Ιδεολόγοι ενδιάμεσων στρωμάτων που βρίσκονται ή φοβούνται μήπως βρεθούν ανάμεσα σε δυο πυρά. Τα κύρια χαρακτηριστικά των προφητών αυτού του τύπου είναι η αποξένωσή τους από τα μεγάλα ιστορικά κινήματα, η αποστεωμένη συντηρητική νοοτροπία τους, μια αυτάρεσκη στενοκεφαλιά και μια πολύ πρωτόγονη πολιτική ανανδρία. Περισσότερο από οτιδήποτε, οι ηθικολόγοι αυτοί επιθυμούν να τους αφήσει η ιστορία ήσυχους, με τα βιβλιαράκια τους, τα περιοδικάκια τους, τους συνδρομητές τους, την κοινή λογική και τα ηθικολογικά τους σημειωματάρια. Αλλά η ιστορία δεν τους αφήνει σε ησυχία. Τους χτυπάει πότε από τα αριστερά, πότε από τα δεξιά. Είναι ολοφάνερο –επανάσταση και αντίδραση, τσαρισμός και μπολσεβικισμός, κομμουνισμός και φασισμός, σταλινισμός και τροτσκισμός– όλα είναι δίδυμα. Όποιος αμφιβάλλει γι’ αυτό, μπορεί να ψηλαφίσει και να βρει τα συμμετρικά καρούμπαλα, τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερή πλευρά, στο κεφάλι των γνήσιων αυτών ηθικολόγων.

Μαρξιστικός Αμοραλισμός και Αιώνιες Αλήθειες

Η πιο δημοφιλής και πιο επιβλητική κατηγορία που εκτοξεύεται ενάντια στον μπολσεβίκικο «αμοραλισμό» βασίζεται στο λεγόμενο ιησουΐτικο αξίωμα του μπολσεβικισμού: «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Απ’ αυτό δεν είναι δύσκολο να φθάσουν στο παρακάτω συμπέρασμα: μια που οι τροτσκιστές, όπως όλοι οι μπολσεβίκοι (ή οι μαρξιστές), δεν αναγνωρίζουν τις αρχές της ηθικής, δεν υπάρχει, κατά συνέπεια, καμιά διαφορά «αρχής» ανάμεσα στον τροτσκισμό και το σταλινισμό. Όπερ έδει δείξαι.

Ένα ολότελα χυδαίο και κυνικό μηνιαίο αμερικανικό περιοδικό δημοσίευσε ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με την ηθική φιλοσοφία του μπολσεβικισμού. Το ερωτηματολόγιο, όπως συνηθίζεται, απόβλεπε στο να υπηρετήσει, ταυτόχρονα, ηθικούς και διαφημιστικούς σκοπούς. Ο αμίμητος Χ. Τζ. Ουέλς, που την αχαλίνωτη φαντασία του μόνο η ομηρική αυτοϊκανοποίησή του την ξεπερνά, δεν άργησε να ταχθεί αλληλέγγυος με τους αντιδραστικούς σνομπ του περιοδικού «Κοινή Λογική». Εδώ το κάθετι μπήκε σε τάξη. Αλλά ακόμα και εκείνοι που θεώρησαν αναγκαίο να υπερασπιστούν τον μπολσεβικισμό, στις περισσότερες περιπτώσεις, το έκαναν όχι χωρίς δειλές υπεκφυγές (Ίστμαν): οι αρχές του μαρξισμού είναι, βέβαια, κακές, αλλά, παρόλα αυτά, ανάμεσα στους μπολσεβίκους υπάρχουν αξιόλογοι άνθρωποι. Μα την αλήθεια, τέτοιοι «φίλοι» είναι πιο επικίνδυνοι από τους εχθρούς.

Αν θά ’πρεπε να πάρουμε στα σοβαρά τους κυρίους κατήγορους, τότε το πρώτο που θα είχαμε να κάνουμε θά ’ταν να τους ρωτήσουμε: ποιές είναι οι δικές σας ηθικές αρχές; Αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο σπάνια απαντάει κανείς. Ας δεχτούμε για μια στιγμή πως ούτε προσωπικοί, ούτε κοινωνικοί σκοποί μπορούν να δικαιολογήσουν τα μέσα. Τότε είναι ολοφάνερο ότι πρέπει να αναζητήσουμε κριτήρια έξω από την ιστορική κοινωνία και από τους σκοπούς εκείνους που πηγάζουν από την εξέλιξή της. Αλλά πού; Αν όχι στη γη, τότε στους ουρανούς. Στη Θεία Αποκάλυψη οι παπάδες ανακάλυψαν, εδώ και πολύ καιρό, αλάθητα ηθικά κριτήρια. Οι κατώτεροι κληρικοί μιλούν για αιώνιες ηθικές αλήθειες χωρίς να ονομάζουν την αρχική τους πηγή. Ωστόσο, έχουμε το δικαίωμα να συμπεράνουμε: μια που αυτές οι αλήθειες είναι αιώνιες, θά ’πρεπε να υπήρχαν όχι μόνο πριν την εμφάνιση του μισοπίθηκου/μισοάνθρωπου πάνω στη γη, αλλά και πριν από την εξέλιξη του ηλιακού συστήματος. Από που λοιπόν πηγάσανε; Η θεωρία της αιώνιας ηθικής δεν μπορεί με κανένα τρόπο να επιζήσει χωρίς το θεό.

Οι ηθικολόγοι του αγγλοσαξονικού τύπου, στο βαθμό που δεν περιορίζονται στον ορθολογιστικό ωφελιμισμό[5], την ηθικολογία της αστικής καταστιχογραφίας, εμφανίζονται συνειδητοί ή ασυνείδητοι μαθητές του κόμητα Σάφτσμπερι που –στις αρχές του 18ου αιώνα!– έβγαλε ηθικά διδάγματα από μια ιδιαίτερη «ηθική αίσθηση» που, υποτίθεται, έχει δοθεί μια για πάντα στην ανθρωπότητα. Η υπερταξική ηθική οδηγεί αναπόφευκτα στην αναγνώριση μιας ιδιαίτερης υπόστασης, μιας «ηθικής αίσθησης», μιας «συνείδησης», κάποιου είδους απόλυτου που δεν είναι τίποτε περισσότερο από το ντροπαλό φιλοσοφικό ψευδώνυμο του θεού. Ανεξάρτητη από «σκοπούς» –δηλαδή ανεξάρτητη από την κοινωνία– η ηθική, είτε την συμπεράνουμε από τις αιώνιες αλήθειες είτε από τη «φύση του ανθρώπου», αποδείχνεται στο τέλος μια μορφή «φυσικής θεολογίας». Ο ουρανός μένει το μόνο οχυρό για στρατιωτικές επιχειρήσεις ενάντια στον διαλεκτικό υλισμό.

Στο τέλος του περασμένου αιώνα στη Ρωσία εμφανίστηκε μια ολόκληρη σχολή από «μαρξιστές» (Στρούβε, Μπέρντιεφ, Μπουλγκάκοφ και άλλοι) που θέλανε να συμπληρώσουν τις διδασκαλίες του Μαρξ με μια αυτάρκη, δηλαδή υπερταξική ηθική αρχή. Οι άνθρωποι αυτοί άρχισαν, βέβαια, με τον Καντ και την κατηγορική προσταγή[6]. Αλλά πού κατέληξαν; Ο Στρούβε είναι τώρα ένας αποτραβηγμένος υπουργός του βαρόνου της Κριμαίας, Βράγκελ, και ένα πιστό τέκνο της Εκκλησίας. Ο Μπουλγκάκοφ είναι ορθόδοξος παπάς. Ο Μπέρντιεφ εκθέτει την αποκάλυψη σε διάφορες γλώσσες. Αυτές οι μεταμορφώσεις, που με την πρώτη ματιά φαίνονται τόσο απροσδόκητες, δεν εξηγούνται καθόλου με τη «σλαβική ψυχή» –ο Στρούβε έχει γερμανική ψυχή– αλλά από το χείμαρρο των κοινωνικών αγώνων στη Ρωσία. Στην ουσία, η θεμελιώδης τάση αυτής της μεταμόρφωσης είναι διεθνής.

Ο κλασικός φιλοσοφικός ιδεαλισμός, στο μέτρο που, στην εποχή του, απόβλεπε στο να κάνει εγκόσμια την ηθική, δηλαδή να την απελευθερώσει από τις θρησκευτικές κυρώσεις, αντιπροσώπευε ένα τεράστιο βήμα προς τα μπρος (Χέγκελ). Αλλά, ξεκόβοντας από τον ουρανό, η ηθική φιλοσοφία αναγκάστηκε να βρει ρίζες στη γη. Κι ένα από τα καθήκοντα του υλισμού ήταν να αποκαλύψει αυτές τις ρίζες. Μετά τον Σάφτσμπερι ήρθε ο Ντάρβιν, μετά τον Χέγκελ ο Μαρξ. Το να επικαλείσαι τώρα τις «αιώνιες ηθικές αλήθειες» σημαίνει να προσπαθείς να γυρίσεις τους τροχούς προς τα πίσω. Ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός δεν είναι παρά ένας σταθμός: από τη θρησκεία στον υλισμό ή, αντίστροφα, από τον υλισμό στη θρησκεία.

«Ο Σκοπός Αγιάζει τα Μέσα»

Το Τάγμα των Ιησουϊτών, που οργανώθηκε στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα για να πολεμήσει τον προτεσταντισμό, ποτέ δεν δίδαξε, πρέπει να το πούμε αυτό, ότι κάθε μέσο, ακόμα κι όταν είναι εγκληματικό από την άποψη της καθολικής ηθικής, είναι θεμιτό, αρκεί να οδηγεί στο «σκοπό», δηλαδή στο θρίαμβο του καθολικισμού. Ένα τέτοιο εσωτερικά αντιφατικό και ψυχολογικά παράλογο δόγμα είχε μοχθηρά αποδοθεί στους ιησουΐτες από τους προτεστάντες και ως ένα μέρος από τους καθολικούς αντιπάλους τους, που δεν είχαν κανένα δισταγμό στην εκλογή των μέσων για την πραγματοποίηση των δικών τους σκοπών. Οι ιησουΐτες θεολόγοι που, όπως οι θεολόγοι όλων των άλλων σχολών, είχαν απασχοληθεί με το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης, στην πραγματικότητα δίδαξαν ότι το μέσο αυτό καθαυτό μπορεί να είναι ένα ζήτημα αδιάφορο, αλλά ότι η ηθική δικαίωση ή η καταδίκη του δοσμένου μέσου απορρέει από το σκοπό. Έτσι, ο φόνος αυτός καθαυτός είναι ένα ζήτημα αδιάφορο: το να πυροβολήσεις ένα λυσσασμένο σκυλί που απειλεί ένα παιδί –είναι αρετή. Το να πυροβολήσεις με σκοπό να βιάσεις ή να δολοφονήσεις –αυτό είναι έγκλημα. Πέρα απ’ αυτές τις κοινοτοπίες, οι θεολόγοι αυτού του Τάγματος δεν έκαναν καμιά άλλη διακήρυξη.

Όσο για την πρακτική ηθική τους, οι ιησουΐτες δεν ήταν καθόλου χειρότεροι από τους άλλους καλόγερους ή καθολικούς παπάδες. Αντίθετα, ήταν ανώτεροι απ’ αυτούς. Σε κάθε περίπτωση, ήταν πιο συνεπείς, πιο τολμηροί και πιο οξυδερκείς. Οι ιησουΐτες αντιπροσώπευαν μια μαχητική οργάνωση, αυστηρά συγκεντρωτική, επιθετική και επικίνδυνη όχι μονάχα για τους εχθρούς, μα και για τους συμμάχους. Στην ψυχολογία και στη μέθοδο δράσης του, ο ιησουΐτης της «ηρωικής» περιόδου ξεχώριζε από ένα συνηθισμένο παπά όσο ο πολεμιστής μιας θρησκείας από εκείνον που την εμπορεύεται. Δεν έχουμε κανένα λόγο να εξιδανικεύσουμε τον ένα ή τον άλλο. Αλλά είναι εντελώς ανεπίτρεπτο να αντικρίζεις έναν φανατικό πολεμιστή με τα μάτια που βλέπεις έναν στενοκέφαλο και νωθρό μαγαζάτορα.

Αν είναι να μείνουμε στο πεδίο των καθαρά τυπικών ή ψυχολογικών παρομοιώσεων, τότε μπορούμε, αν θέλετε, να πούμε ότι οι μπολσεβίκοι, σε σχέση με τους δημοκράτες και σοσιαλδημοκράτες κάθε απόχρωσης, φαίνονται όπως φαίνονταν οι ιησουΐτες σε σχέση με την ειρηνική εκκλησιαστική ιεραρχία. Σε σύγκριση με τους επαναστάτες μαρξιστές, οι σοσιαλδημοκράτες και οι κεντριστές[7] μοιάζουν σαν πνευματικά ανάπηροι ή σαν κομπογιαννίτες μπροστά σ’ ένα γιατρό: δεν σκέπτονται ένα πρόβλημα ως το τέλος του, αλλά πιστεύουν στη δύναμη του εξορκισμού και άνανδρα αποφεύγουν κάθε δυσκολία, ελπίζοντας σε ένα θαύμα. Οι οπορτουνιστές είναι οι ειρηνικοί έμποροι των σοσιαλιστικών ιδεών, ενώ οι μπολσεβίκοι είναι οι απτόητοι πολεμιστές τους. Από εδώ πηγάζουν το μίσος και οι συκοφαντίες ενάντια στους μπολσεβίκους όλων εκείνων που έχουν στην πλάτη τους άφθονα από τα ιστορικά καθορισμένα ελαττώματα των μπολσεβίκων, αλλά καμιά από τις αρετές τους.

Ωστόσο, ο παραλληλισμός μπολσεβικισμού και ιησουϊτισμού μένει ολότελα μονόπλευρος και επιφανειακός, μάλλον φιλολογικού παρά ιστορικού τύπου. Από την άποψη του χαρακτήρα και των συμφερόντων των τάξεων εκείνων πάνω στις οποίες βασίζονταν, οι ιησουΐτες αντιπροσώπευαν την αντίδραση, οι προτεστάντες την πρόοδο. Με τη σειρά του, ο περιορισμένος χαρακτήρας αυτής της «προόδου», βρήκε την άμεση έκφραση του στην ηθική των προτεσταντών. Έτσι, οι διδασκαλίες του Χριστού, «φιλτραρισμένες» από τους προτεστάντες, δεν εμπόδισαν καθόλου τον αστό Λούθηρο να απαιτήσει να εκτελεστούν οι επαναστατημένοι χωρικο[8] σαν «λυσσασμένα σκυλιά». Ο δόκτωρ Μαρτίνος θεωρούσε προφανώς ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» πριν αυτό το αξίωμα να αποδοθεί στους ιησουΐτες. Με τη σειρά τους, οι ιησουΐτες, συναγωνιζόμενοι τους προτεστάντες, προσαρμόζονταν ολοένα και περισσότερο στο πνεύμα της αστικής κοινωνίας, και από τις τρεις επαγγελίες –φτώχεια, αγνότητα και υπακοή– διατήρησαν μόνο την τρίτη, κι αυτήν σε μια άκρως αμβλυμμένη μορφή. Από την άποψη του χριστιανικού ιδανικού, η ηθική των ιησουϊτών εκφυλιζόταν όσο αυτοί έπαυαν να είναι ιησουΐτες. Οι πολεμιστές της Εκκλησίας έγιναν οι γραφειοκράτες της Εκκλησίας και, όπως όλοι οι γραφειοκράτες, ήταν ολοκληρωμένοι απατεώνες.

Ιησουϊτισμός και Ωφελιμισμός

Η σύντομη αυτή ανασκόπηση είναι αρκετή, ίσως, για να δείξει πόση άγνοια και στενοκεφαλιά χρειάζεται για να πάρει κανείς στα σοβαρά την αντιπαράθεση στην «ιησουΐτικη» αρχή, «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», μιας άλλης φαινομενικά ανώτερης ηθικής, σύμφωνα με την οποία κάθε «μέσο» κουβαλάει μαζί του τη δική του ηθική ταμπέλα, όπως τα εμπορεύματα έχουν τις καθορισμένες τιμές τους σε κάθε μαγαζί. Είναι αξιοσημείωτο ότι η κοινή λογική του αγγλοσάξονα φιλισταίου έχει καταφέρει να αγανακτήσει με την «ιησουΐτικη» αρχή και ταυτόχρονα να εμπνευστεί από την ωφελιμιστική ηθική, την τόσο χαρακτηριστική της βρετανικής φιλοσοφίας. Παρόλα αυτά, το κριτήριο των Μπένθαμ-Τζον Μιλ, «η μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία σ’ όσους το δυνατόν περισσότερους», σημαίνει ότι ηθικά είναι εκείνα τα μέσα που οδηγούν στην κοινή ευημερία σαν τον ανώτερο σκοπό. Στις γενικές του φιλοσοφικές διατυπώσεις ο αγγλοσαξονικός ωφελιμισμός συμπίπτει έτσι πλήρως με την «ιησουΐτικη» αρχή, «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Ο εμπειρισμός, βλέπετε, υπάρχει στον κόσμο μόνο για να μας ελευθερώνει από την ανάγκη να προσδιορίσουμε τους σκοπούς που μας προσιδιάζουν.

Ο Χέρμπερτ Σπένσερ, που στον εμπειρισμό του μπόλιασε ο Ντάρβιν την ιδέα της «εξέλιξης» σαν ένα ειδικό εμβόλιο, δίδαξε ότι στη σφαίρα της ηθικής η εξέλιξη προχωρεί από τις «αισθήσεις» στις «ιδέες». Οι αισθήσεις επιβάλλουν το κριτήριο της άμεσης απόλαυσης, ενώ οι ιδέες επιτρέπουν στον άνθρωπο να κατευθύνεται από το κριτήριο της μελλοντικής, διαρκούς και ανώτερης απόλαυσης. Έτσι, το ηθικό κριτήριο είναι κι εδώ επίσης η «απόλαυση» και η «ευτυχία». Αλλά το περιεχόμενο αυτού του κριτηρίου αποκτά πλάτος και βάθος, που εξαρτώνται από το επίπεδο της «εξέλιξης». Μ’ αυτόν τον τρόπο ακόμα και ο Χέρμπερτ Σπένσερ, με τις μέθοδες του δικού του «εξελικτικού» ωφελιμισμού, έδειξε ότι η αρχή, «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», δεν περιέχει τίποτε το ανήθικο.

Είναι, ωστόσο, αφέλεια να περιμένουμε από την αφηρημένη αυτή «αρχή» μια απάντηση στο πρακτικό ερώτημα: Τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται να κάνουμε; Πέρα απ’ αυτό, η αρχή, «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», θέτει, φυσικά, το ερώτημα: και τι αγιάζει το σκοπό; Στην πρακτική ζωή, όπως και στην ιστορική κίνηση, ο σκοπός και τα μέσα αλλάζουν διαρκώς θέσεις. Ένα μηχάνημα υπό κατασκευή είναι ένας παραγωγικός «σκοπός» και μόνο όταν μπει στο εργοστάσιο μπορεί να γίνει «μέσο». Η δημοκρατία σε ορισμένες περίοδες είναι ο «σκοπός» του ταξικού αγώνα, και μόνο αργότερα μπορεί να μετατραπεί σε «μέσο» του. Χωρίς να περικλείνει τίποτε το ανήθικο, η λεγόμενη ιησουΐτικη αρχή αδυνατεί, ωστόσο, να λύσει το ηθικό πρόβλημα.

Με τον ίδιο τρόπο, ο «εξελικτικός» ωφελιμισμός του Σπένσερ μας αφήνει στα μισά του δρόμου, χωρίς μια απάντηση, αφού, σύμφωνα με τον Ντάρβιν, προσπαθεί να διαλύσει τη συγκεκριμένη ιστορική ηθική στις βιολογικές ανάγκες ή στα «κοινωνικά ένστικτα» –χαρακτηριστικά των ζώων που ζούνε κατά αγέλες– και αυτό σε μια εποχή που η πραγματική κατανόηση της ηθικής αναδύεται αποκλειστικά από ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, δηλαδή από μια κοινωνία χωρισμένη σε τάξεις.

Ο αστικός εξελικτισμός σταματά ανίσχυρος στο κατώφλι της ιστορικής κοινωνίας γιατί δεν θέλει να αναγνωρίσει την κινητήρια δύναμη στην εξέλιξη των κοινωνικών μορφών: την πάλη των τάξεων. Η ηθική είναι μια από τις ιδεολογικές λειτουργίες σ’ αυτήν την πάλη. Η άρχουσα τάξη επιβάλλει τους δικούς της σκοπούς πάνω στην κοινωνία και την συνηθίζει να θεωρεί όλα αυτά τα μέσα που αντιτίθενται στους δικούς της σκοπούς σαν ανήθικα. Αυτή είναι ουσιαστικά η δουλειά της επίσημης ηθικής. Επιδιώκει τη «μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία» όχι για την πλειοψηφία, αλλά για μια μικρή και ολοένα συρρικνούμενη μειοψηφία. Ένα τέτοιο καθεστώς δεν θα μπορούσε, μόνο με τη βία, να κρατήσει ούτε για μια βδομάδα. Έχει ανάγκη από το τσιμέντο της ηθικής. Η παραγωγή αυτού του τσιμέντου είναι το επάγγελμα των μικροαστών θεωρητικών και ηθικολόγων, που ακτινοβολούν όλα τα χρώματα της ίριδας, αλλά σε τελευταία ανάλυση παραμένουν οι απόστολοι της σκλαβιάς και της υποταγής.

«Οι Υποχρεωτικοί για Όλους Ηθικοί Κανόνες»

Όποιος δεν θέλει να γυρίσει πίσω στο Μωυσή, στο Χριστό ή στο Μωάμεθ, όποιος δεν ικανοποιείται με εκλεκτικιστικά συνονθυλεύματα, πρέπει να αναγνωρίσει ότι η ηθική είναι προϊόν της κοινωνικής εξέλιξης, ότι τίποτε σ’ αυτήν δεν είναι αμετάβλητο, ότι υπηρετεί κοινωνικά συμφέροντα, ότι αυτά τα συμφέροντα είναι αντιφατικά, ότι η ηθική, περισσότερο από κάθε άλλη μορφή ιδεολογίας, έχει έναν ταξικό χαρακτήρα.

Μα δεν υπάρχουν μήπως στοιχειώδη ηθικά αξιώματα, που η ανθρωπότητα τα επεξεργάστηκε στην εξέλιξή της σαν όλο και που είναι απαραίτητα για την ύπαρξη κάθε συλλογικού σώματος; Αναμφίβολα, τέτοια αξιώματα υπάρχουν, αλλά η επίδρασή τους είναι εξαιρετικά περιορισμένη και ασταθής. Όσο πιο οξυμένο χαρακτήρα αποκτά η πάλη των τάξεων, τόσο λιγότερο ισχυροί γίνονται οι «υποχρεωτικοί για όλους» κανόνες. Η ανώτατη μορφή ταξικής πάλης είναι ο εμφύλιος πόλεμος, που τινάζει στον αέρα όλους τους ηθικούς δεσμούς ανάμεσα στις αντίπαλες τάξεις.

Κάτω από «ομαλές» συνθήκες, ένας «φυσιολογικός» άνθρωπος τηρεί την εντολή: «Ου φονεύσεις». Αλλά αν σκοτώσει κανείς κάτω από εξαιρετικές συνθήκες αυτοάμυνας, το δικαστήριο τον αθωώνει. Αν πέσει θύμα δολοφόνου, το δικαστήριο θα θανατώσει το δολοφόνο. Η ανάγκη για δικαστήρια, όπως και για αυτοάμυνα, απορρέει από ανταγωνιστικά συμφέροντα. Όσον αφορά το κράτος, αυτό σε ειρηνικές περίοδες περιορίζεται σε νομιμοποιημένες εκτελέσεις ατόμων, έτσι που σε περίοδο πολέμου να μπορεί να μετατρέψει την «υποχρεωτική» εντολή, «Ου φονεύσεις», στο αντίθετό της. Οι πιο «ανθρωπιστικές» κυβερνήσεις, που σε ειρηνικές περίοδες «απεχθάνονται» τον πόλεμο, στη διάρκεια του πολέμου διακηρύσσουν ότι το ύψιστο καθήκον του στρατού τους είναι να εξοντώσει όσο μπορεί περισσότερους ανθρώπους.

Τα λεγόμενα «γενικώς αναγνωρισμένα» ηθικά αξιώματα έχουν ουσιαστικά έναν αλγεβρικό, δηλαδή απροσδιόριστο χαρακτήρα. Απλά εκφράζουν το γεγονός ότι ο άνθρωπος, στην ατομική του συμπεριφορά, δεσμεύεται από ορισμένους κοινούς κανόνες που απορρέουν από την ιδιότητά του ως μέλους της κοινωνίας. Η ανώτερη γενίκευση αυτών των κανόνων είναι η «κατηγορική προσταγή» του Καντ. Αλλά παρά το γεγονός ότι ο Καντ κατέχει μια υψηλή θέση στον φιλοσοφικό Όλυμπο, αυτή η προσταγή δεν ενσαρκώνει τίποτε το κατηγορικό γιατί δεν περιέχει τίποτε το συγκεκριμένο. Είναι ένα τσόφλι χωρίς περιεχόμενο.

Αυτή η κενότητα των υποχρεωτικών για όλους κανόνων, απορρέει από το γεγονός ότι σε όλα τα αποφασιστικά ζητήματα ο άνθρωπος νιώθει βαθύτερα και αμεσότερα πως είναι μέλος μιας τάξης παρά πως είναι μέλος μιας «κοινωνίας». Οι κανόνες της «υποχρεωτικής» ηθικής είναι στην πραγματικότητα γεμάτες με ταξικό, δηλαδή ανταγωνιστικό περιεχόμενο. Ο ηθικός κανόνας γίνεται τόσο περισσότερο κατηγορικός όσο λιγότερο είναι «υποχρεωτικός για όλους». Η αλληλεγγύη των εργατών, ιδιαίτερα των απεργών ή των μαχητών στα οδοφράγματα, είναι ασύγκριτα πιο «κατηγορική» από την ανθρώπινη γενικά αλληλεγγύη.

Η μπουρζουαζία, που ξεπερνά κατά πολύ το προλεταριάτο σε τελειότητα και αδιαλλαξία ταξικής συνείδησης, ενδιαφέρεται ζωτικά να επιβάλει τη δική της ηθική φιλοσοφία στις εκμεταλλευόμενες μάζες. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι συγκεκριμένοι κανόνες της καπιταλιστικής κατήχησης κρύβονται κάτω από ηθικές αφαιρέσεις, πατροναρισμένες από τη θρησκεία, τη φιλοσοφία, ή από εκείνο το νόθο πλάσμα που λέγεται «κοινή λογική». Η έκκληση σε αφηρημένους κανόνες δεν είναι ένα απλό, αμερόληπτο φιλοσοφικό λάθος, αλλά ένα αναγκαίο στοιχείο στο μηχανισμό της ταξικής απάτης. Η αποκάλυψη αυτής της απάτης, που διατηρεί στη ζωή την παράδοση χιλιάδων χρόνων, είναι το πρώτο καθήκον κάθε προλετάριου επαναστάτη.

Η Κρίση της Δημοκρατικής Ηθικής

Για να εξασφαλίσουν το θρίαμβο των συμφερόντων τους στα μεγάλα ζητήματα, οι κυρίαρχες τάξεις είναι υποχρεωμένες να κάνουν παραχωρήσεις στα δευτερεύοντα ζητήματα, και φυσικά μόνο στο βαθμό που αυτές οι παραχωρήσεις συμβιβάζονται με τα λογιστικά τους κατάστιχα. Στην εποχή της καπιταλιστικής ανόδου, ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι παραχωρήσεις αυτές, τουλάχιστο όσον αφορά τα ανώτερα στρώματα του προλεταριάτου, ήταν πέρα για πέρα πραγματικές. Η βιομηχανία εκείνη την περίοδο αναπτυσσόταν σχεδόν αδιάκοπα. Η ευημερία των πολιτισμένων εθνών –κι ως ένα μέρος και των εργαζομένων μαζών– ολοένα μεγάλωνε. Η δημοκρατία φαινόταν στερεή. Οι εργατικές οργανώσεις αναπτύσσονταν. Ταυτόχρονα, οι ρεφορμιστικές τάσεις βάθαιναν. Οι σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις, εξωτερικά τουλάχιστον, διαρκώς αμβλύνονταν. Έτσι, ορισμένα στοιχειώδη ηθικά αξιώματα είχαν εγκαθιδρυθεί στις κοινωνικές σχέσεις, μαζί με τους κανόνες της δημοκρατίας και τις συνήθειες της συνεργασίας των τάξεων. Είχε δημιουργηθεί η εντύπωση για μια όλο και πιο ελεύθερη, πιο δίκαιη και πιο ανθρώπινη κοινωνία. Η ανοδική γραμμή της προόδου φαινόταν ατέλειωτη στην «κοινή λογική».

Όμως, αντί γι’ αυτό, ξέσπασε ο πόλεμος μαζί με μια σειρά από σπασμούς, κρίσεις, καταστροφές, επιδημίες και θηριωδίες. Η οικονομική ζωή της ανθρωπότητας έφτασε σε αδιέξοδο. Οι ταξικοί ανταγωνισμοί οξύνθηκαν και έγιναν πιο ωμοί. Οι ασφαλιστικές δικλίδες της δημοκρατίας άρχισαν να τινάζονται, η μια μετά την άλλη, στον αέρα. Τα στοιχειώδη ηθικά αξιώματα αποδείχτηκε ότι ήταν πιο εύθραυστα από τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις ρεφορμιστικές αυταπάτες. Το ψέμα, η συκοφαντία, η εξαχρείωση, η δωροδοκία, ο καταναγκασμός, ο φόνος, αναπτύχθηκαν σε χωρίς προηγούμενο διαστάσεις. Σ’ έναν ζαλισμένο και αφελή, όλα αυτά τα εξοργιστικά φαινόμενα φαίνονταν σαν προσωρινό αποτέλεσμα του πολέμου. Στην πραγματικότητα ήταν και παραμένουν εκδηλώσεις της ιμπεριαλιστικής παρακμής. Η σήψη του καπιταλισμού δείχνει τη σήψη της σύγχρονης κοινωνίας μαζί με τους νόμους της και την ηθική της.

Η «σύνθεση» της ιμπεριαλιστικής αχρειότητας είναι ο φασισμός, άμεσος καρπός της χρεοκοπίας της αστικής δημοκρατίας μπροστά στα προβλήματα της ιμπεριαλιστικής εποχής. Απομεινάρια δημοκρατίας συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμα μόνο στις πλούσιες καπιταλιστικές αριστοκρατίες: για κάθε «δημοκράτη» στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Ολλανδία και το Βέλγιο υπάρχει ένας ορισμένος αριθμός αποικιακών σκλάβων. «Εξήντα Οικογένειες»[9] έχουν κάτω από τον έλεγχό τους τη Δημοκρατία των Ηνωμένων Πολιτειών και ούτω καθεξής. Πέρα απ’ αυτό, φιντάνια του φασισμού φυτρώνουν με γοργό ρυθμό σε όλες τις δημοκρατίες. Ο σταλινισμός, με τη σειρά του, είναι το προϊόν της ιμπεριαλιστικής πίεσης πάνω σ’ ένα καθυστερημένο και απομονωμένο εργατικό κράτος –ένα ιδιόμορφο συμμετρικό συμπλήρωμα του φασισμού.

Ενώ οι ιδεαλιστές φιλισταίοι –ανάμεσα στους οποίους οι αναρχικοί κατέχουν, φυσικά, την πρώτη θέση– ξεσκεπάζουν ακούραστα τον μαρξιστικό «αμοραλισμό» από τον Τύπο τους, τα αμερικανικά τραστ, σύμφωνα με τον Τζον Λιούις του Συνεδρίου Βιομηχανικών Οργανώσεων (C.I.O.), ξοδεύουν όχι λιγότερα από 80 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο στον πρακτικό αγώνα ενάντια στην επαναστατική «ανηθικοποίηση», δηλαδή σε κατασκοπία, εξαγορά εργατών, συνωμοσίες και καταχθόνιες δολοφονίες. Η κατηγορική προσταγή προτιμά καμιά φορά πλάγιους δρόμους για το θρίαμβό της!

Είναι δίκαιο να σημειώσουμε ότι οι πιο ειλικρινείς και ταυτόχρονα οι πιο στενοκέφαλοι μικροαστοί ηθικολόγοι εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να ζουν μέσα στις εξιδανικευμένες αναμνήσεις του χθες και να ελπίζουν στην επιστροφή του. Δεν καταλαβαίνουν ότι η ηθική είναι μια λειτουργία της ταξικής πάλης, ότι η δημοκρατική ηθική αντιστοιχεί στην εποχή του φιλελεύθερου και προοδευτικού καπιταλισμού, ότι η όξυνση της πάλης των τάξεων, περνώντας στην τελευταία της φάση, κατάστρεψε οριστικά και αμετάκλητα αυτή την ηθική και ότι στη θέση της ήρθε, από τη μια μεριά, η ηθική του φασισμού, και, από την άλλη, η ηθική της προλεταριακής επανάστασης.

«Κοινή Λογική»

Η δημοκρατία και η «γενικώς αναγνωρισμένη» ηθική δεν είναι τα μόνα θύματα του ιμπεριαλισμού. Ο τρίτος μάρτυρας είναι η «παγκόσμια» κοινή λογική. Η κατώτερη αυτή μορφή νόησης δεν είναι απλά αναγκαία κάτω απ’ όλες τις συνθήκες, μα και κάτω από ορισμένους όρους είναι ακόμα και επαρκής. Το βασικό κεφάλαιο της κοινής λογικής αποτελείται από στοιχειώδη συμπεράσματα γενικής εμπειρίας: μη βάζεις το δάκτυλο στη φωτιά, όταν μπορείς προχώρα ίσια στο δρόμο σου, μην πειράζεις άγρια σκυλιά κλπ., κλπ. Κάτω από ένα σταθερό κοινωνικό περιβάλλον η κοινή λογική φτάνει για να παζαρεύει κανείς, να φροντίζει την υγεία του, να γράφει άρθρα, να διευθύνει εργατικά συνδικάτα, να ψηφίζει στη βουλή, να παντρεύεται και να διαιωνίζει το είδος του. Αλλά όταν η ίδια αυτή κοινή λογική δοκιμάσει να προχωρήσει πέρα από τα καθορισμένα όριά της και να μπει στην αρένα πιο πολύπλοκων γενικεύσεων, παρουσιάζεται σαν ένα κουβάρι από προκαταλήψεις μιας ορισμένης τάξης και μιας ορισμένης εποχής. Μια απλή καπιταλιστική κρίση είναι αρκετή για να φέρει την κοινή λογική σε αδιέξοδο, και μπροστά σε τέτοιες καταστροφές όπως είναι η επανάσταση, η αντεπανάσταση και ο πόλεμος, η κοινή λογική αποδείχνεται μια καθαρή τρέλα. Για να καταλάβουμε τις καταστροφικές παραβιάσεις της «ομαλής» πορείας των γεγονότων χρειάζονται ανώτερες ιδιότητες νόησης, και αυτές έχουν εκφραστεί μέχρι τώρα φιλοσοφικά μόνο από τον διαλεκτικό υλισμό.

Ο Μαξ Ίστμαν, που με επιτυχία προσπαθεί να προικίσει την «κοινή λογική» με ένα πιο ελκυστικό φιλολογικό στιλ, δεν κατάφερε με την πάλη του ενάντια στη διαλεκτική τίποτε περισσότερο από το να δημιουργήσει ένα επάγγελμα για τον εαυτό του. Ο Ίστμαν παίρνει στα σοβαρά τις συντηρητικές κοινοτοπίες, τις ντυμένες μ’ ένα ωραίο στιλ, της κοινής λογικής σαν την «επιστήμη της επανάστασης». Υποστηρίζοντας τους αντιδραστικούς σνομπ του περιοδικού «Κοινή Λογική», βεβαιώνει την ανθρωπότητα με αμίμητη αυτοπεποίθηση ότι αν ο Τρότσκι καθοδηγούνταν όχι από τη μαρξιστική θεωρία, αλλά από την κοινή λογική, δεν θα ...έχανε την εξουσία. Η εσώτερη εκείνη διαλεκτική, που μέχρι τώρα εμφανίστηκε σε μια διαδοχή καθορισμένων σταδίων σ’ όλες τις επαναστάσεις, δεν υπάρχει για τον Ίστμαν. Γι’ αυτόν, ο παραμερισμός της επανάστασης από την αντίδραση οφείλεται στον ανεπαρκή σεβασμό προς την κοινή λογική. Ο Ίστμαν δεν καταλαβαίνει ότι ο Στάλιν είναι εκείνος που με μια ιστορική έννοια, έπεσε θύμα της κοινής λογικής, δηλαδή της ανεπάρκειάς της, αφού η εξουσία που κατέχει υπηρετεί σκοπούς εχθρικούς προς τον μπολσεβικισμό. Αντίθετα, η μαρξιστική θεωρία μάς επέτρεψε να ξεκόψουμε έγκαιρα από τη θερμιδοριανή γραφειοκρατία και να συνεχίσουμε να υπηρετούμε τους σκοπούς του διεθνούς σοσιαλισμού.

Κάθε επιστήμη, μαζί και η «επιστήμη της επανάστασης», επαληθεύεται από την εμπειρία. Μια που ο Ίστμαν ξέρει καλά πώς να διατηρήσει την επαναστατική εξουσία κάτω από συνθήκες παγκόσμιας αντεπανάστασης, τότε θα ξέρει επίσης, ας το ελπίσουμε, το πώς να κατακτήσει την εξουσία. Πολύ θα επιθυμούσαμε να μας αποκαλύψει στο τέλος τα μυστικά του. Και ακόμα καλύτερα αν τό ’κανε αυτό με τη μορφή ενός σχεδίου προγράμματος για ένα επαναστατικό κόμμα με τον τίτλο: «Πώς να Καταχτάς και να Διατηρείς την Εξουσία». Φοβούμαστε, ωστόσο, ότι ακριβώς η κοινή λογική είναι εκείνη που θα τον αναγκάσει να παραιτηθεί από μια τέτοια επικίνδυνη δουλειά. Και αυτή τη φορά η κοινή λογική θά ’χει δίκιο.

Η μαρξιστική θεωρία, που, αλίμονο, ο Ίστμαν ποτέ δεν την κατάλαβε, μας επέτρεψε να προβλέψουμε το αναπόφευκτο, κάτω από ορισμένες ιστορικές συνθήκες, του Σοβιετικού Θερμιδόρ[10] με όλη την αλυσίδα των εγκλημάτων του. Η ίδια αυτή θεωρία, πριν από πολύ καιρό, πρόβλεψε το αναπόφευκτο της πτώσης της αστικής δημοκρατίας και της ηθικής της. Στο μεταξύ, οι δογματικοί της «κοινής λογικής» πιάστηκαν στον ύπνο από το φασισμό και το σταλινισμό. Η κοινή λογική λειτουργεί με αμετάβλητα μεγέθη μέσα σ’ έναν κόσμο όπου μόνο η αλλαγή είναι αμετάβλητη. Αντίθετα, η διαλεκτική παίρνει όλα τα φαινόμενα, τους θεσμούς και τους κανόνες στη γέννηση, την ανάπτυξη και την παρακμή τους. Η άποψη της διαλεκτικής ότι η ηθική είναι ένα δευτερεύον και παροδικό προϊόν της πάλης των τάξεων φαίνεται στην κοινή λογική σαν «αμοραλισμός». Κι όμως δεν υπάρχει τίποτε πιο μπαγιάτικο, πιο ρηχό, πιο γεμάτο αυτοϊκανοποίηση και κυνισμό από την ηθική της κοινής λογικής!

Οι Ηθικολόγοι και η Γκε Πε Ου

Οι Δίκες της Μόσχας[11] πρόσφεραν την ευκαιρία για μια σταυροφορία ενάντια στον μπολσεβίκικο «αμοραλισμό». Ωστόσο, η σταυροφορία δεν άνοιξε μονομιάς. Η αλήθεια είναι ότι στην πλειοψηφία τους οι ηθικολόγοι, άμεσα η έμμεσα, ήταν φίλοι του Κρεμλίνου. Σαν τέτοιοι προσπαθούσαν για καιρό να κρύψουν την κατάπληξή τους κι ακόμα προσποιούνταν ότι τίποτε το ασυνήθιστο δεν είχε συμβεί.

Αλλά οι Δίκες της Μόσχας δεν ήταν καθόλου ένα ατύχημα. Η δουλική υποταγή, η υποκρισία, η επίσημη λατρεία του ψέματος, η δωροδοκία και άλλες μορφές διαφθοράς είχαν αρχίσει ήδη να ανθούν στη Μόσχα από το 1924-1925. Οι μελλοντικές δικαστικές πλεκτάνες προετοιμάζονταν ανοικτά μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου. Δεν έλειψε η προειδοποίηση. Οι «φίλοι», όμως, δεν είχαν τη διάθεση να δούνε τίποτε. Δεν πρέπει να απορεί κανείς: οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους κυρίους, ασυμφιλίωτα εχθρικοί την εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης, έγιναν φίλοι της Σοβιετικής Ένωσης στο βαθμό που προχωρούσε ο θερμιδοριανός εκφυλισμός της –οι μικροαστοί δημοκράτες της Δύσης αναγνώρισαν στη μικροαστική γραφειοκρατία της Ανατολής μια συγγενική ψυχή.

Οι άνθρωποι αυτοί πίστευαν πραγματικά τις κατηγορίες της Μόσχας; Μόνο οι πιο ηλίθιοι. Οι άλλοι δεν επιθυμούσαν να μπουν στον κόπο της επαλήθευσης. Είναι μήπως λογικό να εκθέσεις σε κίνδυνο την κολακευτική, βολική και συχνά καλοπληρωμένη φιλία με τις σοβιετικές Πρεσβείες; Ύστερα –ω, δεν το ξέχασαν κι αυτό!– η αδιάκριτη αλήθεια μπορεί να βλάψει το γόητρο της ΕΣΣΔ. Οι άνθρωποι αυτοί έκριναν τα εγκλήματα με ωφελιμιστικά κριτήρια, δηλαδή εφαρμόζοντας ανοικτά την αρχή: «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Ο Πριτ, ο σύμβουλος του βασιλιά της Αγγλίας, που τα κατάφερνε να συνδυάζει με επιτυχία τον τίτλο του ευγενούς με το ρόλο του συνηγόρου του σταλινισμού, αφού ανακάλυψε ότι το κάθετι ήταν εντάξει, ανέλαβε την αδιάντροπη πρωτοβουλία. Ο Ρομέν Ρολάν, που το ηθικό του κύρος βρίσκεται υψηλά ανάμεσα στους σοβιετικούς εκδοτικούς οίκους, έσπευσε να τυπώσει ένα μανιφέστο του, στο οποίο ο μελαγχολικός λυρισμός πάει χέρι χέρι με τον ξεμωραμένο κυνισμό. Η Γαλλική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που κατακεραύνωσε τον «αμοραλισμό του Λένιν και του Τρότσκι» το 1917, όταν αυτοί σπάσανε τη στρατιωτική συμμαχία με τη Γαλλία, έσπευσε το 1936 να κρίνει τα εγκλήματα του Στάλιν κάτω από το πρίσμα των συμφερόντων του Γάλλο-σοβιετικού Συμφώνου[12]. Ένας πατριωτικός σκοπός αγιάζει, όπως είναι γνωστό, κάθε μέσο. «Το Έθνος» και «Η Νέα Δημοκρατία» έκλειναν τα μάτια τους μπροστά στα κατορθώματα του Γιαγκόντα, μια και η «φιλία» τους με την ΕΣΣΔ εγγυούνταν το δικό τους κύρος. Πριν ένα μόλις χρόνο αυτοί οι κύριοι κάθε άλλο παρά διακήρυσσαν ότι ο σταλινισμός και ο τροτσκισμός είναι ένα και το ίδιο πράγμα. Έπαιρναν ανοιχτά το μέρος του Στάλιν, για το ρεαλισμό του, για τη δικαιοσύνη του και για τον Γιαγκόντα του. Κρατήθηκαν σ’ αυτή τη θέση όσο περισσότερο μπορούσαν.

Μέχρι τη στιγμή της εκτέλεσης του Τουχατσέφσκι, του Γιακίρ και των άλλων στρατηγών, η μεγάλη μπουρζουαζία των δημοκρατικών χωρών παρακολουθούσε την εκτέλεση των επαναστατών στην ΕΣΣΔ, όχι χωρίς ευχαρίστηση, αν και κάτω από μια επίφαση απέχθειας. Μ’ αυτήν την έννοια «Το Έθνος» και «Η Νέα Δημοκρατία», για να μη μιλήσουμε για τον Ντιούραντι, τον Λουίς Φίσερ και τις συγγενικές τους εκπορνευμένες πένες, απηχούσαν στο ακέραιο τα συμφέροντα του «δημοκρατικού» ιμπεριαλισμού. Η εκτέλεση των στρατηγών τρόμαξε την μπουρζουαζία, αναγκάζοντάς την να καταλάβει ότι η προχωρημένη αποσύνθεση του σταλινικού μηχανισμού διευκόλυνε το έργο του Χίτλερ, του Μουσολίνι και του Μικάδο. Οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης», με προφύλαξη, αλλά και επιμονή, άρχισαν να διορθώνουν το δικό τους Ντιούραντι. Στο Παρίσι «Ο Χρόνος» άνοιξε τις στήλες του για να χύσει λίγο φως στην πραγματική κατάσταση της ΕΣΣΔ. Όσο για τους μικροαστούς ηθικολόγους και κόλακες, αυτοί δεν ήταν τίποτε περισσότερο από δουλικές απηχήσεις της καπιταλιστικής τάξης. Επιπλέον, όταν η Διεθνής Επιτροπή Έρευνας[13], με πρόεδρο τον Τζον Ντιούι, δημοσίευσε την ετυμηγορία της, έγινε καθαρό σε κάθε άνθρωπο που είχε λίγο μυαλό ότι η παραπέρα ανοικτή υπεράσπιση της Γκε Πε Ου[14] ισοδυναμούσε με κίνδυνο πολιτικού και ηθικού θανάτου. Μόνο εκείνη τη στιγμή οι «φίλοι» αποφάσισαν να φέρουν τις αιώνιες ηθικές αλήθειες στον κόσμο του θεού, δηλαδή να υποχωρήσουν στη δεύτερη σειρά χαρακωμάτων.

Οι τρομοκρατημένοι σταλινικοί και μισοσταλινικοί δεν κατέχουν την τελευταία θέση ανάμεσα στους ηθικολόγους. Ο Εβγκένι Λάιον για αρκετά χρόνια συγκατοικούσε ευγενικά με τη θερμιδοριανή κλίκα, θεωρώντας τον εαυτό του σχεδόν μπολσεβίκο. Αποτραβηγμένος από το Κρεμλίνο –για λόγους που μας είναι αδιάφοροι– υψώθηκε, όπως ήταν φυσικό, αμέσως στα σύννεφα του ιδεαλισμού. Ο Λίστον Όουκ είχε μέχρι τελευταία τόσο πολύ την εμπιστοσύνη της Κόμιντερν ώστε του ανατέθηκε να κατευθύνει την αγγλική προπαγάνδα υπέρ της δημοκρατικής Ισπανίας. Αυτό δεν τον εμπόδισε, φυσικά, μόλις παράτησε το πόστο του να παρατήσει επίσης και το μαρξιστικό αλφάβητο. Ο εκπατρισμένος Βάλτερ Κριβίτσκι, διακόπτοντας τις σχέσεις του με την Γκε Πε Ου, προσχώρησε αμέσως στην αστική δημοκρατία. Προφανώς αυτή είναι επίσης η μεταμόρφωση του υπέργηρου Σαρλ Ράποπορ. Έχοντας πετάξει το σταλινισμό στη θάλασσα, οι άνθρωποι αυτού του είδους –και είναι πολλοί– είναι αδύνατο να μη ζητήσουν αποζημίωση στα δόγματα της αφηρημένης ηθικής για την απογοήτευση και τον ξεπεσμό των ιδεωδών που γνώρισαν. Ρωτήστε τους: Γιατί μεταπηδήσατε από τις γραμμές της Κόμιντερν ή της Γκε Πε Ου στο στρατόπεδο της μπουρζουαζίας;. Έχουν έτοιμη την απάντηση: Ο τροτσκισμός δεν είναι καλύτερος από το σταλινισμό.

Η Νοοτροπία των Πολιτικών Σκακιστών

«Ο τροτσκισμός είναι επαναστατικός ρομαντισμός. Ο σταλινισμός είναι πρακτική πολιτική». Από τη χυδαία αυτή αντιπαράθεση, με την οποία ο μέσος φιλισταίος δικαιολογούσε ως τα χθες τη φιλία του με το Θερμιδόρ ενάντια στην Επανάσταση, δεν απομένει σήμερα ούτε ίχνος. Γενικά, σήμερα ο τροτσκισμός και ο σταλινισμός δεν αντιπαραθέτονται αλλά ταυτίζονται. Ταυτίζονται, όμως, μόνο στη μορφή, όχι στην ουσία. Έχοντας υποχωρήσει στον μεσημβρινό της «κατηγορικής προσταγής», οι δημοκράτες συνεχίζουν στην πραγματικότητα να υπερασπίζουν την Γκε Πε Ου, αλλά αυτή τη φορά με καλύτερο καμουφλάζ και μεγαλύτερη δυσπιστία. Αυτός που συκοφαντεί το θύμα βοηθάει τον εκτελεστή. Σ’ αυτή την περίπτωση, όπως και σε άλλες, η ηθική υπηρετεί την πολιτική.

Ο δημοκράτης φιλισταίος και ο σταλινικός γραφειοκράτης είναι, αν όχι δίδυμοι, αδελφοί στο πνεύμα. Όπως και νά ’χει, πολιτικά ανήκουν στο ίδιο στρατόπεδο. Το σημερινό κυβερνητικό σύστημα της Γαλλίας και –αν προσθέσουμε τους αναρχικούς– της δημοκρατικής Ισπανίας, βασίζονται στη συνεργασία των σταλινικών, των σοσιαλδημοκρατών και των φιλελευθέρων. Αν το βρετανικό Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα[15] φαίνεται αναστατωμένο, είναι γιατί για ορισμένα χρόνια δεν αποτραβήχτηκε από το αγκάλιασμα της Κόμιντερν. Το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα διέγραψε τους τροτσκιστές από τις γραμμές του ακριβώς όταν ετοιμάστηκε να ενωθεί με τους σταλινικούς. Αν η ενοποίηση δεν πραγματοποιήθηκε, δεν ήταν γιατί υπήρχαν διαφορές αρχών –τι απομένει πια απ’ αυτές;– αλλά γιατί οι σοσιαλδημοκράτες καριερίστες φοβούνταν για τα πόστα τους. Επιστρέφοντας από την Ισπανία, ο Νόρμαν Τόμας δήλωσε ότι «αντικειμενικά» οι τροτσκιστές βοηθούν το Φράνκο, και μ’ αυτή του την υποκειμενική ηλιθιότητα πρόσφερε «αντικειμενική» υπηρεσία στους δήμιους της Γκε Πε Ου. Ο ακριβοδίκαιος αυτός άνθρωπος διέγραψε τους αμερικάνους «τροτσκιστές» από το κόμμα του, ακριβώς όπως η Γκε Πε Ου τσάκισε τους ομοϊδεάτες τους στην ΕΣΣΔ και στην Ισπανία. Σε πολλές δημοκρατικές χώρες οι σταλινικοί, παρόλο τους τον «αμοραλισμό», έχουν διεισδύσει στον κρατικό μηχανισμό όχι χωρίς επιτυχία. Στα εργατικά συνδικάτα συγκατοικούν άνετα με γραφειοκράτες άλλων αποχρώσεων. Πραγματικά, οι σταλινικοί κρατάνε εξαιρετικά ελαφρόμυαλη στάση απέναντι στον Ποινικό Κώδικα και μ’ αυτό τον τρόπο τρέπουν σε φυγή τους «δημοκράτες» φίλους τους σε ειρηνικές περίοδες. Σε εξαιρετικές, όμως, περιστάσεις, όπως έδειξε το παράδειγμα της Ισπανίας, γίνονται ακόμα πιο σίγουρα οι αρχηγοί της μικρομπουρζουαζίας ενάντια στο προλεταριάτο.

Η Δεύτερη Διεθνής[16] και η Διεθνής του Άμστερνταμ[17] δεν πήραν, φυσικά, πάνω τους την ευθύνη για τις σκευωρίες. Αυτή τη δουλειά την άφησαν στην Κόμιντερν (Κομμουνιστική Διεθνή)[18]. Οι ίδιες κάθισαν ήσυχες. Ιδιωτικά εξήγησαν ότι από «ηθική» άποψη ήταν ενάντια στον Στάλιν, αλλά από πολιτική άποψη ήταν μαζί του. Μόνο όταν το Λαϊκό Μέτωπο[19] στη Γαλλία ράγισε ανεπανόρθωτα και υποχρέωσε τους Σοσιαλιστές να σκεφτούν για το αύριο, ο Λεόν Μπλουμ βρήκε, στο βάθος του καλαμαριού του, τις αναγκαίες φόρμουλες για ηθική αγανάκτηση.

Αν ο Ό­το Μπά­ουερ κα­τα­δί­κα­σε με μισόλογα τη δι­καιο­σύ­νη του Βι­σίν­σκι, το έ­κα­νε μό­νο και μόνο για να υ­πο­στη­ρί­ξει την πο­λι­τι­κή του Στά­λιν με με­γα­λύ­τε­ρη «α­με­ρο­λη­ψί­α». Η μοί­ρα του σο­σια­λι­σμού, σύμ­φω­να με πρό­σφα­τη δή­λω­ση του Μπά­ουερ, εί­ναι δε­μέ­νη με τη μοί­ρα της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης. «Και η μοί­ρα της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης», συ­νε­χί­ζει, «εί­ναι η μοί­ρα του στα­λι­νι­σμού ό­σο (!) η ε­σω­τε­ρι­κή α­νά­πτυ­ξη της ί­διας της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης δεν ξε­περ­νά τη στα­λι­νι­κή φά­ση α­νά­πτυ­ξης». Ο­λό­κλη­ρος ο Μπά­ουερ, ο­λό­κλη­ρος ο Αυ­στρο­μαρ­ξι­σμός[20], ο­λό­κλη­ρη η ψευ­τιά και η σα­πί­λα της Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας, βρί­σκο­νται συ­γκε­ντρω­μέ­να στην α­ξιο­ση­μεί­ω­τη αυ­τή φρά­ση: «Ό­σο» η στα­λι­νι­κή γρα­φειο­κρα­τί­α θα εί­ναι αρ­κε­τά ι­σχυ­ρή ώ­στε να σκο­τώ­νει τους προ­ο­δευ­τι­κούς εκ­προ­σώ­πους της «ε­σω­τε­ρι­κής α­νά­πτυ­ξης», ο Μπά­ουερ θα είναι κολ­λη­μέ­νος πάνω στον Στά­λιν. Ό­ταν, σε πεί­σμα του Μπά­ουερ, οι ε­πα­να­στα­τι­κές δυ­νά­μεις α­να­τρέ­ψουν τον Στά­λιν, τό­τε ο Μπά­ουερ θα α­να­γνω­ρί­σει γεν­ναιό­φρο­να την «ε­σω­τε­ρι­κή α­νά­πτυ­ξη» –με κα­θυ­στέ­ρη­ση ό­χι με­γα­λύ­τε­ρη α­πό 10 χρό­νια.

Πί­σω α­πό τις πα­λιές Διε­θνείς σέρ­νο­νται οι κε­ντρι­στές, το Γρα­φεί­ο του Λον­δί­νου[21], που συν­δυά­ζει με ε­πι­τυ­χί­α τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ε­νός παι­δι­κού κή­που, ε­νός σχο­λειού δια­νο­η­τι­κά κα­θυ­στε­ρη­μέ­νων ε­φή­βων και ε­νός α­σύ­λου αναπήρων. Ο γραμ­μα­τέ­ας του Γρα­φεί­ου, Φέ­νερ Μπροκ­γουέ­ι, άρ­χι­σε με τη δια­κή­ρυ­ξη ό­τι η έ­ρευ­να για τις Δί­κες της Μό­σχας θα μπο­ρού­σε να «βλά­ψει την ΕΣ­ΣΔ», και πρό­τει­νε, α­ντί­θε­τα, μια έ­ρευ­να για ...την πο­λι­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του Τρό­τσκι α­πό μια «α­με­ρό­λη­πτη» ε­πι­τρο­πή που θα την α­πο­τε­λού­σαν πέ­ντε ά­σπον­δοι ε­χθροί του Τρό­τσκι. Ο Μπρά­ντλερ και ο Λόβ­στοουν τά­χτη­καν α­νοι­κτά αλ­λη­λέγ­γυοι με το Για­γκό­ντα. Δια­χώ­ρι­σαν τη θέ­ση τους μό­νο α­πό το Γιέ­ζοφ. Ο Γιά­κο­μπ Βάλ­χερ, μ’ έ­να φα­νε­ρά ψεύ­τι­κο πρό­σχη­μα, αρ­νή­θη­κε να κά­νει δυ­σμε­νή κα­τά­θε­ση για τον Στά­λιν στη Διε­θνή Ε­πι­τρο­πή που προ­ε­δρευό­ταν α­πό τον Τζον Ντιούι. Η σά­πια η­θι­κή αυ­τών των αν­θρώ­πων εί­ναι προ­ϊ­όν της σά­πιας πο­λι­τι­κής τους.

Αλ­λά ο πιο α­ξιο­θρή­νη­τος ρό­λος εί­ναι ί­σως ε­κεί­νος που παί­ξα­νε οι αναρχικοί. Αν ο στα­λι­νι­σμός και ο τρο­τσκι­σμός εί­ναι έ­να και το ί­διο πράγ­μα, ό­πως δια­βε­βαιώ­νουν σε κά­θε τους φρά­ση, τό­τε για­τί οι ι­σπα­νοί α­ναρ­χι­κοί βο­η­θούν τους στα­λι­νι­κούς να εκ­δι­κη­θούν τους τρο­τσκι­στές και ταυ­τό­χρο­να τους ε­πα­να­στά­τες α­ναρ­χι­κούς; Οι πιο ει­λι­κρι­νείς α­ναρ­χι­κοί θε­ω­ρη­τι­κοί α­πα­ντούν: αυ­τό εί­ναι το τί­μη­μα για τα πο­λε­μο­φό­δια. Με άλ­λα λό­για: ο σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα. Αλ­λά ποιος εί­ναι ο σκο­πός τους: Ο α­ναρ­χι­σμός; Ο σο­σια­λι­σμός; Ό­χι, όχι, –α­πλά η διά­σω­ση της ί­διας ε­κεί­νης α­στι­κής δη­μο­κρα­τί­ας που προ­ε­τοί­μα­σε την ε­πι­τυ­χί­α του φασισμού. Στους τα­πει­νούς σκο­πούς α­ντι­στοι­χούν πάντα τα­πει­νά μέ­σα.

Αυ­τή εί­ναι η πραγ­μα­τι­κή διά­τα­ξη των πιο­νιών στην πα­γκό­σμια πο­λι­τι­κή σκακιέρα.

Στα­λι­νι­σμός –έ­να Προ­ϊ­όν της Πα­λιάς Κοι­νω­νί­ας

Η Ρω­σί­α έ­κα­νε το με­γα­λύ­τε­ρο άλ­μα στην ι­στο­ρί­α, έ­να άλ­μα στο ο­ποί­ο οι πιο προ­ο­δευ­τι­κές δυ­νά­μεις της χώ­ρας βρή­καν την έκ­φρα­σή τους. Τώ­ρα, στη ση­με­ρι­νή α­ντί­δρα­ση, που η ορ­μή της εί­ναι α­νά­λο­γη με την ορ­μή τής τότε ε­πα­νά­στα­σης, η κα­θυ­στέ­ρη­ση παίρ­νει την εκ­δί­κη­σή της. Ο στα­λι­νι­σμός εν­σαρ­κώ­νει αυ­τή την α­ντί­δρα­ση. Η βαρ­βα­ρό­τη­τα της πα­λιάς ρω­σι­κής ι­στο­ρί­ας πά­νω σε νέ­ες κοι­νω­νι­κές βά­σεις φαί­νε­ται α­κό­μα πιο α­πο­κρου­στι­κή για­τί εί­ναι υποχρε­ωμέ­νη να κρύ­βε­ται πί­σω α­πό μια υ­πο­κρι­σί­α που δεν έ­χει το προ­η­γού­με­νο της στην ι­στο­ρί­α.

Οι φι­λε­λεύ­θε­ροι και οι σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες της Δύ­σης, που η Ρω­σι­κή Ε­πα­νά­στα­ση τους είχε α­να­γκά­σει να αμ­φι­βά­λουν για τις σά­πιες ι­δέ­ες τους, δο­κι­μά­ζουν τώ­ρα έ­να νέ­ο κύ­μα κου­ρά­γιου. Η η­θι­κή γάγ­γραι­να της σο­βιε­τι­κής γρα­φειο­κρα­τί­ας τούς φά­νη­κε σαν α­πο­κα­τά­στα­ση του φιλελευθερισμού. Τα τε­τρά­δια με τα στε­ρε­ό­τυ­πα σύ­ρο­νται ξα­νά στο φως της η­μέ­ρας: «Κά­θε δι­κτα­το­ρί­α κρύ­βει μέ­σα της τους σπό­ρους του ί­διου του εκ­φυ­λι­σμού της», «Μό­νο η δη­μο­κρα­τί­α εγ­γυά­ται την α­νά­πτυ­ξη της προ­σω­πι­κό­τη­τας» κλπ., κλπ. Η α­ντι­πα­ρά­θε­ση δη­μο­κρα­τί­ας και δι­κτα­το­ρί­ας, που στη δο­σμέ­νη πε­ρί­πτω­ση πε­ρι­λαμ­βά­νει την κα­τα­δί­κη του σο­σια­λι­σμού προς ό­φε­λος του α­στι­κού κα­θε­στώ­τος, προ­κα­λεί κα­τά­πλη­ξη α­πό θε­ω­ρη­τι­κή ά­πο­ψη με την α­γραμ­μα­το­σύ­νη και την α­συ­νει­δη­σί­α της. Η στα­λι­νι­κή μό­λυν­ση – μια ι­στο­ρι­κή πραγ­ματικότητα, α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται στη δη­μο­κρα­τί­α – σε μια υ­πε­ρι­στο­ρι­κή α­φαί­ρε­ση. Αλ­λά και η δη­μο­κρα­τί­α έ­χει ε­πί­σης μια ι­στο­ρί­α α­πό την ο­ποί­α δε λεί­πει η μό­λυν­ση. Για να χα­ρα­κτη­ρί­σου­με τη σο­βιε­τι­κή γρα­φειο­κρα­τί­α, δα­νει­στή­κα­με τους ό­ρους «Θερ­μι­δόρ» και «Βο­να­παρ­τι­σμός» α­πό την ι­στο­ρί­α της α­στι­κής δη­μο­κρα­τί­ας για­τί –ας γί­νει κι αυ­τό γνω­στό στους ό­ψι­μους δογ­μα­τι­κούς του φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού– η δη­μο­κρα­τί­α δεν ήρ­θε κα­θό­λου στον κό­σμο α­πό το δη­μο­κρα­τι­κό δρό­μο. Μό­νο έ­να χυ­δαί­ο πνεύ­μα μπο­ρεί να ι­κα­νο­ποι­η­θεί α­να­μα­σώ­ντας τη θε­ω­ρί­α ό­τι ο βο­να­παρ­τι­σμός ήταν «ο φυ­σι­κός καρ­πός» του γιακομπινισμού, η ι­στο­ρι­κή τι­μω­ρί­α για την πα­ρα­βί­α­ση της δη­μο­κρα­τί­ας κλπ. Δί­χως τα δί­καια μέ­τρα των Για­κο­μπί­νων ε­νά­ντια στο φε­ου­δα­λι­σμό, η α­στι­κή δη­μο­κρα­τί­α θα ήταν α­πο­λύ­τως αδιανόητη. Η α­ντι­πα­ρά­θε­ση των συ­γκε­κρι­μέ­νων ι­στο­ρι­κών φά­σε­ων του για­κο­μπι­νι­σμού, του θερ­μι­δόρ και του βο­να­παρ­τι­σμού στην ε­ξι­δα­νι­κευ­μέ­νη α­φαί­ρε­ση της «δη­μο­κρα­τί­ας» εί­ναι τό­σο α­νό­η­τη ό­σο η α­ντι­πα­ρά­θε­ση των πό­νων της γέν­νας σ’ έ­να ζω­ντα­νό παιδί.

Ο στα­λι­νι­σμός με τη σει­ρά του δεν εί­ναι μια α­φηρη­μένη έν­νοια της «δι­κτα­το­ρί­ας», αλ­λά μια τε­ρά­στια γρα­φειο­κρα­τι­κή α­ντί­δρα­ση ε­νά­ντια στην προ­λε­τα­ρια­κή δι­κτα­το­ρί­α σε μια κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη και α­πο­μο­νω­μέ­νη χώ­ρα. Η Ο­κτω­βρια­νή Ε­πα­νά­στα­ση κα­τάρ­γη­σε τα προ­νό­μια, κή­ρυ­ξε τον πό­λε­μο ε­νά­ντια στην κοι­νω­νι­κή α­νι­σό­τη­τα, α­ντι­κα­τέ­στη­σε τη γρα­φειο­κρα­τί­α με την αυ­το­κυ­βέρ­νη­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων, κα­τάρ­γη­σε τη μυ­στι­κή δι­πλω­μα­τί­α, πά­σχι­σε να κά­νει ό­λες τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις ε­ντε­λώς διά­φα­νες. Ο στα­λι­νι­σμός ε­γκα­θί­δρυ­σε ξα­νά τις πιο α­πο­κρου­στι­κές μορ­φές προ­νο­μί­ων και έ­δο­σε στην α­νι­σό­τη­τα προ­κλη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, στραγγά­λι­σε την αυ­τε­νέρ­γεια των μα­ζών με τον α­στυ­νο­μι­κό α­πο­λυ­ταρ­χι­σμό, με­τα­μόρ­φω­σε τη διοί­κη­ση σε μο­νο­πώ­λιο της ο­λι­γαρ­χί­ας του Κρεμ­λί­νου και ξα­νά­φε­ρε στη ζω­ή το φε­τι­χι­σμό της ε­ξου­σί­ας με μορ­φές που δε θα τολ­μού­σε να ο­νει­ρευ­τεί ού­τε η α­πό­λυ­τη μο­ναρ­χί­α.

Η κοι­νω­νι­κή α­ντί­δρα­ση, σ’ ό­λες της τις μορ­φές, εί­ναι υπο­χρεωμέ­νη να κρύ­βει τους πραγ­μα­τι­κούς της σκο­πούς. Ό­σο πιο α­πό­το­μο εί­ναι το πέ­ρα­σμα α­πό την ε­πα­νά­στα­ση στην α­ντί­δρα­ση, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο η α­ντί­δρα­ση ε­ξαρ­τά­ται α­πό τις πα­ρα­δό­σεις της ε­πα­νά­στα­σης, δη­λα­δή τό­σο με­γα­λύ­τε­ρος εί­ναι ο φό­βος της μπρο­στά στις μά­ζες –τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο εί­ναι α­να­γκα­σμέ­νη να κα­τα­φεύ­γει στο ψέ­μα και στη σκευω­ρί­α στον α­γώ­να της ε­νά­ντια στους εκ­προ­σώ­πους της ε­πα­νά­στα­σης. Οι στα­λι­νι­κές σκευ­ω­ρί­ες δεν εί­ναι καρ­πός του μπολσεβίκικου «α­μο­ρα­λι­σμού». Ό­χι, ό­πως ό­λα τα ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα στην ι­στο­ρί­α, εί­ναι προ­ϊ­όν ε­νός συ­γκε­κρι­μέ­νου κοι­νω­νι­κού α­γώ­να και μά­λι­στα του πιο ύ­που­λου και του πιο σκλη­ρού απ’ ό­λους: του α­γώ­να μιας και­νού­ριας α­ρι­στο­κρα­τί­ας ε­νά­ντια στις μά­ζες που την α­νέ­βα­σαν στην ε­ξου­σί­α.

Πραγ­μα­τι­κά, χρειά­ζε­ται α­πε­ριό­ρι­στη πνευ­μα­τι­κή και η­θι­κή αμ­βλύ­τη­τα για να ταυ­τί­σει κανείς την α­ντι­δρα­στι­κή α­στυ­νο­μι­κή η­θι­κή του στα­λι­νι­σμού με την ε­πα­να­στα­τι­κή η­θι­κή των μπολσεβίκων. Το κόμ­μα του Λέ­νιν έ­χει πά­ψει α­πό πο­λύν και­ρό να υ­πάρ­χει –συ­ντρί­φτη­κε α­νά­με­σα στις ε­σω­τε­ρι­κές δυ­σχέ­ρειες και στον πα­γκό­σμιο ιμπεριαλισμό. Στη θέ­ση του υ­ψώ­θη­κε η στα­λι­νι­κή γρα­φειο­κρα­τί­α, με­τα­βι­βα­στι­κός μη­χα­νι­σμός του ιμπεριαλισμού. Σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα, η γρα­φειο­κρα­τί­α α­ντι­κα­τέ­στη­σε την πά­λη των τά­ξε­ων με τη συ­νερ­γα­σί­α των τά­ξε­ων και το διε­θνι­σμό με το σοσιαλπατριωτισμό. Για να προ­σαρ­μό­σει το κυ­βερ­νη­τι­κό κόμ­μα στους σκο­πούς της α­ντί­δρα­σης, η γρα­φειοκρα­τί­α «α­να­νέ­ω­σε» τη σύν­θε­σή του, ε­κτε­λώ­ντας τους ε­πα­να­στά­τες και στρα­το­λο­γώ­ντας κα­ριε­ρί­στες.

Κά­θε α­ντί­δρα­ση ξα­να­γεν­νά, τρέ­φει και δυ­να­μώ­νει ε­κεί­να τα στοι­χεί­α του ι­στο­ρι­κού πα­ρελ­θό­ντος που η ε­πα­νά­στα­ση χτύ­πη­σε, αλ­λά δεν μπό­ρε­σε να εξαφανίσει. Οι μέ­θο­δες του στα­λι­νι­σμού ο­δη­γούν στην πιο με­γά­λη έ­ντα­ση, σ’ έ­να κο­ρύ­φω­μα και ταυ­τό­χρο­να σ’ έ­ναν πα­ρα­λο­γι­σμό ό­λες ε­κεί­νες τις μέ­θο­δες της ψευ­τιάς, της κτη­νω­δί­ας και της χα­μέρ­πειας που α­πο­τε­λούν το μη­χα­νι­σμό ε­λέγ­χου σε κά­θε τα­ξι­κή κοι­νω­νί­α, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νό­με­νης και της δημοκρατίας. Ο στα­λι­νι­σμός εί­ναι μο­νά­χα έ­νας κρί­κος σ’ ό­λες τις τε­ρα­τω­δί­ες του ι­στο­ρι­κού κρά­τους –η πιο μο­χθη­ρή κα­ρι­κα­τού­ρα του και η πιο α­πο­κρου­στι­κή του γκρι­μά­τσα. Ό­ταν οι εκ­πρό­σω­ποι της πα­λιάς κοι­νω­νί­ας α­ντιπα­ρα­τάσ­σουν που­ρι­τα­νι­κά μια απο­στειρωμένη δη­μο­κρα­τι­κή α­φαί­ρε­ση στη γάγ­γραι­να του στα­λι­νι­σμού, με όλο μας το δίκιο μπο­ρούμε να τους συ­στή­σου­με –ό­πως και στους εκ­προσώ­πους κά­θε πα­λιάς κοι­νω­νί­ας– να κοι­τά­ξουν τον ε­αυ­τό τους μέ­σα στον πα­ρα­μορ­φω­τι­κό κα­θρέ­φτη του στα­λι­νι­κού Θερμιδόρ. Α­λη­θι­νά, η Γκε Πε Ου ξε­περ­νά κα­τά πο­λύ ό­λα τα άλ­λα κα­θε­στώ­τα με την ω­μό­τη­τα των ε­γκλη­μά­των της. Αλ­λά αυ­τό α­πορ­ρέ­ει α­πό την τε­ρά­στια έ­κτα­ση των γε­γο­νό­των που συ­γκλο­νί­ζουν τη Ρω­σί­α κά­τω α­πό την ε­πί­δρα­ση της ε­ξα­χρεί­ω­σης του πα­γκό­σμιου ιμπεριαλισμού.