|
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ –1920 |
ΔΕΚΑΠΕΝΘΗΜΕΡΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
Από τότες όμως ο χωρικός μάζεψε χρήματα, και αυτό ήταν αιτία της καταστροφής του, της δυστυχίας του. Το μάζεμα αυτό των χρημάτων εκίνησε το φθόνο των εκμεταλλευτών του, φεουδαρχών και ηγεμόνων. Εφ’ όσον το πλεόνασμα ήτανε προ πάντων από φυσικά προϊόντα, οι τελευταίοι έπαιρναν από τους χωρικούς ό,τι μπορούσανε να καταναλώσουν. Αλλά όταν η αγορά των χωρικών προϊόντων απλωνότανε, τόσο περισσότερον αυτοί έπαιρναν χρήματα ως αντάλλαγμα των προϊόντων τους και τόσο περισσότερον επίσης οι φεουδάρχοι και οι ηγεμόνες τους καταπίεζον και οι φόροι και τα τέλη αύξαναν. Στους άρχοντες δεν ήτανε πια αρκετό το πλεόνασμα που τους έδινε η δουλειά των χωρικών, και το οποίον έμενε μετά την αφαίρεση των μέσων της συντηρήσεως των χωρικών παραγωγών. Σιγά - σιγά του πήραν και αυτό το αναγκαίο ποσό με το οποίο μπορούσε να συντηρηθεί.
Δια να παίρνουν τους φόρους οι ευγενείς μεταχειριστήκανε πιο απάνθρωπα μέτρα. Η θέση του φορολογουμένου κατάντησε σκληρή. Αλίμονο σ’ εκείνον που επλήρωνε ολόκληρο το ποσό του φόρου κινδύνευε να δη στην ερχόμενη σειρά πολύ εξογκωμένο το φόρο του. Όταν πάλι δεν επλήρωνε ολόκληρο το ποσόν κινδύνευε να δη στην δημοπρασία τα έπιπλά του από το φορατζή για να συμπληρωθεί το έλλειμμα και όταν δεν είχε πια έπιπλα ή δεν φτάνανε κι αυτά για την συμπλήρωση του ελλείμματος, έβλεπε το σπίτι του χωρίς στέγη, χωρίς πάτωμα, χωρίς πόρτες για να συμπληρωθεί οπωσδήποτε το έλλειμμα με το πούλημα της ξυλείας αυτής. Ήταν αναγκασμένος ο φορατζής να φερθεί έτσι γιατί να υπήρχε έλλειμμα ήταν υποχρεωμένος να το πληρώσει αυτός. Έτσι ο χωρικός έφτασε σε απελπιστική κατάσταση. Αφού δε κάθε προσπάθεια των χωρικών προς αντίστασιν καταπνίγηκε με πολέμους εναντίον τους, πολλοί αφήνοντας και σπίτι και όλα τους τα καλά κατέφευγαν στις πόλεις μη έχοντας τίποτ’ άλλο από τη δύναμή τους για να εργαστούν.
Αλλά και μια άλλη περίπτωση ήταν αιτία να μαζεύονται και άλλοι χωρικοί με μόνη τη δύναμή τους προς εργασίαν στις πόλεις. Επειδή η ζήτηση των χωρικών προϊόντων αύξησε τεραστίως έπρεπε να αυξήση και η παραγωγή των ειδών αυτών. Υπάρχουν όμως εκμεταλλεύσεις στην εξοχή που μπορούν να αποδώσουν πολλά με πολύ λιγότερα εργατικά χέρια από τη γεωργία, όπως λ.χ. η παραγωγή του μαλλιού και της ξυλείας. Για να κατορθωνόταν η επέκταση των εκμεταλλεύσεως αυτών έπρεπε να μεγαλώσει η επέκταση του εκμεταλλεύσιμου εδάφους, το οποίον όμως κατείχαν οι χωρικοί. Έπρεπε λοιπόν οι φεούδαρχοι και μερικοί ευγενισθέντες χωρικοί, για να επεκτείνουν αυτές τις εκμεταλλεύσεις, να διώξουν από τις περιουσίες τους τούς χωρικούς, πράγμα πολύ εύκολο. Έτσι άρχισαν το διώξιμο των χωρικών από τις περιουσίες τους σε πολύ μεγάλη κλίμακα, βάζοντας πολλές φορές σε χρήση την απάτη και τη βία, την κλοπή και τη φωτιά, όταν αυτά υποβοηθούσανε τους σκοπούς τους. Όσους δε χωρικούς εχρειάζοντο για οποιαδήποτε εκμετάλλευση τους εξηνάγκαζαν στην υπηρεσία και την αγγαρία με μεγάλη ευκολία.
Όλοι λοιπόν αυτοί που έχασαν τις ιδιοκτησίες τους και αυτοί που θέλουν ν’ αποφύγουν τις αγγαρίες και τις υποχρεώσεις και εκείνοι που στερηθήκανε τα σπίτια τους και τ’ άλλα καλά τους με την απάτη και τη βία, δεν μπορούσανε να παράγουν με τα δικά τους μέσα. Και από αυτούς άλλοι έγιναν γεωργοί ημερομίσθιοι στον κύριο που τους είχε διώξει, άλλοι καταταχθήκανε στο στρατό και βοηθούσαν έτσι τον κύριο που τους είχε ληστέψει στις διάφορες λεηλασίες του, και άλλοι τέλος έγιναν ζητιάνοι ή εγκληματίες. Πολλοί όμως και όχι οι χειρότεροι κατεβήκανε στην αγορά για να πουλήσουν τη μόνη αξία που κατείχαν: τη δύναμή τους προς εργασίαν.
Τέλος επλήθυνε τρομερά τον αριθμό αυτό των διαθεσίμων χεριών και ένας καταστρεπτικός πόλεμος που βάσταξε με διακοπές κάπου 100 χρόνια. Η εργασία είχε σταματήσει, επειδή η γενική δυστυχία που προξένησε ο πόλεμος αυτός δεν επέτρεπε καθόλου την αγορά και υποχρέωνε να ζούνε με στερήσεις. Πόλεις και χωρία φτώχυναν και ερημώθηκαν από τον πόλεμο. Οι συνέπειες του πολέμου, στις οποίες προσθενότανε ο λοιμός, χωριά καμένα, κάμποι καμένοι, κάμποι ακαλλιέργητοι τους οποίους όφειλαν να εγκαταλείψουν οι καλλιεργητές τους στερημένοι τους συνηθισμένους πόρους τους της συνηθισμένης υπάρξεώς τους όλα αυτά έγιναν αιτία να γεννηθούν κοπάδια από ανθρώπους χωρίς δουλειά.
Αυτό το ρίξιμο πολλών χεριών στη χειροτεχνική βιομηχανία, επειδή θα αφαιρούσε το μονοπώλιο της παραγωγής από τα χέρια των τεχνιτών, τους ανάγκασε για να αμυνθούνε, να ενωθούνε πολύ καλύτερα, να βάλουνε τέτοιους όρους στην εισαγωγή των χεριών αυτών στις συντεχνίες τους που να είναι σχεδόν αδύνατο να βρουν εκεί δουλειά. Έκαναν πολύ βαρείς τους όρους μαθητείας περιορίσανε κάθε τέχνη σε έναν ορισμένο αριθμό μαστόρων και καλφάδων.
Η στάσις όμως αυτή των τεχνιτών είχεν ως αποτέλεσμα να σπρώξει πιο πολύ τους διαθέσιμους αυτούς εργάτες, τις διαθέσιμες αυτές δυνάμεις προς εργασίαν στους εμπόρους εκείνους που ζητούσαν ημερομισθίους για τις βιομηχανικές τους εκμεταλλεύσεις.
Η βασιλεία που ήταν ανωτάτη αρχή, απ’ τη μια μεριά γιατί έβλεπε ότι τα συντεχνιακά προνόμια εμπόδιζαν την απόλυτη κυριαρχία της στις συντεχνίες, στις οποίες εβασίλευε πνεύμα ανεξαρτησίας με το να’ χουν μονοπώλιο την παραγωγή κι απ’ την άλλη μεριά γιατί πιεζότανε οικονομικώς από τους εμπόρους τοκογλύφους ή τραπεζίτες που τους εμπόδιζαν τα προνόμια των συντεχνιών στο να ρίξουν τα κεφάλαιά τους στην ίδρυση νέων συντεχνιών, γιατί έβλεπαν ότι αυτές οι εκμεταλλεύσεις παρείχανε περισσότερα κέρδη -η βασιλεία χωρίς να οδηγιέται από οικονομικές γνώσεις και χωρίς να θέλει να εξαφανίσει τις συντεχνίες σιγά-σιγά άρχισε να παραλύει την οργάνωση των συντεχνιών.
Και πρώτα-πρώτα μπρος στις συντεχνίες αυτές αντεπαρέταξε τη δημιουργία νέων συντεχνιών που τις έβαζε υπό την προστασία της και που τις ονόμαζε «βασιλικές συντεχνίες».
Έτσι χαλαρώθηκε η οργάνωση των συντεχνιών και μπόρεσαν αυτοί πού ’χανε το χρήμα να αγοράσουν και να χρησιμοποιήσουν τις δυνάμεις προς εργασίαν και να αναπτύξουνε την παραγωγή προς όφελός τους.
Στην αρχή έδιναν δουλειά στο σπίτι καθενός μισθωτού με το κομμάτι. Έπειτα τους εμάζεψαν σε μεγάλα δωμάτια, δηλ. δε εργαστήρια, για να τους επιβλέπουν να δουλεύουν καλύτερα και για να μη γίνεται μεγάλη σπατάλη υλικού. Μέσα σ’ αυτά τα εργαστήρια παρατηρήθηκε με την πείρα πως, όταν κάθε εργάτης δουλεύει ένα μέρος μόνο της δουλειάς, δηλ. όταν υπάρχει καταμερισμός της εργασίας, και καλύτερα γίνεται η δουλειά αλλά και πολύ περισσότερο πράγμα βγαίνει ακόμα μπορεί σ’ αυτή την καταμερισμένη δουλειά να πάει και ένας που δεν είναι τεχνίτης, πράγμα που θα οφελούσε τον εργοδότη γιατί δεν θα τού ’δινε μεγάλο μεροκάματο.
Αλλά ο καταμερισμός αυτός συγκεντρώνει πολλούς εργάτες μέσα σ’ ένα περιορισμένο μέρος και γίνεται αιτία να παράγονται πάρα πολλά εμπορεύματα. Η συγκέντρωσης όμως των εργατών μέσα στο εργαστήρι προϋποθέτει μια ελευθερία στον εργοδότη να μπορεί να παίρνει όσους έχει ανάγκη, και πάντοτε θα’ χει ανάγκη από περισσότερους αφού ο καταμερισμός αύξανε. Αλλά και η παραγωγή των πολλών προϊόντων προϋποθέτει την πούλησή τους. η πούληση πάλι προϋποθέτει μια ελευθερία δράσεως του επιχειρηματία, προϋποθέτει ότι μπορεί χωρίς εμπόδια να συναγωνιστεί ο ένας εργοδότης τον άλλο, προϋποθέτει τον ελεύθερο συναγωνισμό μεταξύ των επιχειρηματιών-κεφαλαιούχων και μεταξύ αυτών και των συντεχνιών που είχαν το μονοπώλιο της παραγωγής. Ένα εμπόδιο στην πούληση των προϊόντων σταματάει, καταστρέφει την επιχείρησή του, και αυτό επιφέρει και πολλές άλλες καταστροφές.
Για να γίνουν αυτές οι επιχειρήσεις με τα μεγάλα κτίρια, με τους μισθούς των πολλών εργατικών χεριών, με τις αγορές πολλών πρώτων υλικών που αναγκαιούν στην παραγωγή πολλών προϊόντων, με την ύπαρξη και ενός αρκετά σημαντικού αποθεματικού χρηματικού ποσού, απαιτούνε την ύπαρξη και συσσώρευση μεγάλων χρηματικών ποσών. Και αυτό το χρήμα είχε μαζευτεί πρώτα-πρώτα στα χέρια των τοκογλύφων. Έπειτα είχε μαζευτεί πολύ στις μεσόγειες εκείνες πόλεις που η θαλάσσιά τους θέση τις έκανε διαρκείς αγορές και σταθμούς, όπως η Νεάπολις, η Βενετία κ.λ.π. και ‒όταν ανακαλύφθηκε ο δρόμος προς τις Ινδίες και η Αμερική” οι διάφορες πόλεις της Πορτογαλίας κ.λ.π. Ακόμη στην Ιταλία είχαν μαζευτεί απίστευτα εισοδήματα με το εμπόριο των συχωροχαρτιών και μετανοιών από τον Παπισμό, και με το λείψανο του Αγίου Πέτρου που έρχονταν να το προσκυνήσουνε πολλοί. Τέλος πολύ άφθονο χρήμα μαζεύτηκε από το εμπόριο, από το λήστεμα των αποικιών, και προ παντός από τα ανεξάντλητα χρυσοφόρα και αργυρούχα στρώματα της Αμερικής.
Β΄.
Με το άνοιγμα των αγορών έπρεπε να αυξήση και η παραγωγή των διαφόρων προϊόντων. Και οι μεν όροι για να κατορθωνόταν αυτή η ανάπτυξη είχαν ετοιμαστεί, και ήσαν το ξάνοιγμα των αγορών με την ανακάλυψη των νέων χωρών, που είχεν ως επακολούθημα τη μεγάλη αύξηση της ζητήσεως των εμπορευμάτων· το χρήμα με το οποίο θα αγοράζονταν οι πολλές πρώτες ύλες, εργαλεία, εργαστήρια και δυνάμεις προς εργασία και τέλος η εξεύρεσης ανθρώπων που ήσαν υποχρεωμένοι να καταφύγουν και να πουλήσουν στον έμπορα ή τον τοκογλύφο τη μόνη αξία που είχαν το μόνο εμπόρευμα που κατείχαν, τις δυνάμεις τους προς εργασίαν.
Αλλά το μόνο εμπόδιο που υπήρχε, όταν οι τρόποι της παραγωγής και της συγκοινωνίας έφτασαν σ’ αυτό το σημείο της εξέλιξεώς τους, ήσαν οι όροι της παραγωγής και ανταλλαγής της φεουδαλικής κοινωνίας, η φεουδαλική οργάνωσης της γεωργίας και της χειροτεχνίας, με μια λέξη το φεουδαλικό σύστημα της ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ, με το οποίο δεν μπορούσανε να συμβιβαστούν. Όλο αυτό το σύστημα σκλαβώνει την παραγωγή αντί να την βοηθάει. Κάθε του εκδήλωση είναι και μια αλυσίδα για την παραγωγή.
Οι ευγενείς, όπως είδαμε, κατέληξαν να παίρνουν φόρους αντί του κομματιού των προϊόντων που έπαιρναν πρώτα. Οι παραγωγοί όμως για να είναι σε θέση να πληρώσουν τους φόρους έπρεπε να ήσαν ελεύθεροι, ανεξάρτητοι παραγωγοί προϊόντων προς πούλησιν, έπρεπε να ήσαν ιδιοκτήτες των, μέσων της δουλειάς των, να μην ήσαν αποχωρισμένοι από τα μέσα της παραγωγής. Αυτό όμως δημιουργεί την αποκέντρωση της παραγωγής. Ακόμη το συμφέρον αυτών των παραγωγών, όπως είδαμε στο προηγούμενο φύλλο ήταν να είναι κάτοχοι των μέσων της δουλειάς των και να μη καταφεύγουν στον εργοδότη. Όλοι οι νόμοι των συντεχνιών υπερασπίζανε τα συμφέροντα αυτά των ευγενών και των τεχνιτών. Αυτοί απαγορεύανε την ίδρυση και άλλων συντεχνιών, αυτοί έδιναν το μονοπώλιο της παραγωγής και πουλήσεως σε ορισμένες συντεχνίες για ορισμένα είδη, αυτοί περιορίζανε σ’ έναν ορισμένο αριθμό τους τεχνίτες, που έπρεπε να πιάσουν δουλειά σε κάθε συντεχνία.
Αν οι συντεχνίες αυτές ήρχοντο σε συναγωνισμό με τις συντεχνίες των εμπόρων –τις «βασιλικές»– στις οποίες είχεν εφαρμοστεί ο καταμερισμός της δουλειάς, ασφαλώς θα καταστρέφονταν στο συναγωνισμό.
Αλλά η καταστροφή αυτή στο συναγωνισμό έβλαφτε όχι μόνο τους τεχνίτες αλλά και αυτούς τους ευγενείς. Γιατί καταστρεφόμενοι οι τεχνίτες, θα ήσαν υποχρεωμένοι για να ζήσουν, να ζητήσουν δουλειά στους εμπόρους και τοκογλύφους-επιχειρηματίας. Θα πήγαιναν σ’ αυτούς και θα πουλούσαν τη μόνη αξία που κατείχαν, τη δύναμή τους προς εργασίαν της οποίας η αξία, όπως είδαμε αντιστοιχεί με την αξία των τροφίμων που αναγκαιούνε για να την παράγουν.
Ο εργοδότης όμως αγοράζοντας το εμπόρευμα: δύναμη προς εργασία, δεν το ορίζει; Εφ’ όσον είναι εμπόρευμα και το αγοράζει το ορίζει ακριβώς όπως ορίζει οποιοσδήποτε μια οκά ζάχαρη που αγοράζει από τον μπακάλη. (εννοείται αυτή η δύναμη προς εργασίαν έχει όριον πέραν του οποίου εξαντλείται και δεν υπάρχει. Και αυτό το όριο είναι το σημείο εκείνο που ο εργάτης δεν μπορεί να δουλέψει πια και έχει ανάγκη να φάει και να αναπαυθεί για να μπορέσει να ξαναπιάσει δουλειά, δηλ. τη στιγμή που ο εργάτης σχολάζει από τη δουλειά).
Ο εργοδότης ορίζοντας λοιπόν τον εργάτη για μία μέρα, για 12 ώρες αν σε 12 ώρες εξαντλείται η δύναμις του εργάτη έχει δικαίωμα να τον βάζει να δουλεύει και τις 12 ώρες. Και ως αντάλλαγμα δίνει στον εργάτη ένα μισθό που φτάνει ίσα-ίσα για να αγοράσει τα τρόφιμα που του αναγκαιούνε, τα οποία όμως βγαίνουν, όπως είδαμε, σε 6 ώρες· αν ο εργάτης ζητήσει πιο πολλά ο συναγωνισμός μεταξύ των θα κατεβάσει το μεροκάματο σ’ αυτό το σημείο. Αλλ’ ο εργάτης δουλεύοντας 12 ώρες και παίρνοντας ως αντάλλαγμα μισθό που αντιστοιχεί με την αξία των τροφίμων που του αναγκαιούν για να φάει, δηλ., με 6 ώρες, γιατί παρά πάνω απλήρωτες και χάνει αυτές τις απλήρωτες ώρες, γιατί το προϊόν της δουλειάς του δεν του ανήκει, επειδή ούτε εργαλεία, ούτε τα υλικά, ούτε το εργαστήρι είναι δικά του.
Αν λοιπόν κατεστρέφοντο οι συντεχνίες στο συναγωνισμό και οι τεχνίτες θα έχαναν πολύ αλλά και οι ευγενείς. Έπρεπε λοιπόν να εμποδιστεί ο ελεύθερος συναγωνισμός. Και οι νόμοι των συντεχνιών και οι διάφοροι περιορισμοί που έβαζαν οι ευγενείς το κατόρθωναν.
Το σύστημα της Φεουδαλικής ιδιοκτησίας, που ήταν απαραίτητο για την ύπαρξη της Φεουδαλικής τάξεως, απαιτούσε μια μικρή αποκεντρωτική παραγωγή, απατούσε όπως ο παραγωγός είναι κάτοχος των μέσων της δουλειάς του, να μην είναι αποχωρισμένος από αυτά.
Έπειτα γιατί τα έξοδα των ευγενών, με τα χρέη που είχαν, διαρκώς αύξαναν, αλλά και γιατί έπρεπε να υποστηρίξουν την ντόπια μικροπαραγωγή από το συναγωνισμό των εξωτερικών προϊόντων και κατέστρεφε τους τεχνίτας και χωρικούς, έβαζαν μεγάλους φόρους, εισαγωγικούς δασμούς, στα εμπορεύματα που ήρχοντο από το εξωτερικό –ένα από τα οποία ήσαν οι πρώτες ύλες που έφερναν οι έμποροι από τις αποικίες και άλλα εξωτερικά μέρη, άλλο το να εισάγουν σε μια άλλη χώρα, που δεν υπήρχαν μεγάλες επιχειρήσεις, εμπορεύματα δικά τους –πράγμα που βλάπτει τη δημιουργία, διατήρηση και ανάπτυξη μιας μεγάλης εκμεταλλεύσεως του πρώην έμπορα ή τοκογλύφου.
Έτσι ολόκληρος η τάξη των κεφαλαιούχων που ήθελε να ρίξει τα κεφάλαιά της στις κερδοφόρες επιχειρήσεις, δηλ. η αστική τάξις, πνιγότανε από το φεουδαλικό σύστημα. Ούτε να ανοίξει νέα επιχείρηση, ούτε να επεκτείνει αυτή μπορούσε, αλλά και αν μπορούσε δεν είχε συμφέρον γιατί άλλα εμπόδια της έπνιγαν το κέρδος για το οποίο και μόνο άνοιγε τις επιχειρήσεις .
Εν τω μεταξύ όμως η τάξη των ευγενών όσο πήγαινε και γινότανε πιο αδύνατη, όσο δε πιο αδύνατη γινότανε (δάνειά της από τους τοκογλύφους) τόσο πιο πολύ προσπαθούσε να αυξήση την εκμετάλλευση παντού αυξάνουσα τρομερά τους φόρους κ.λ.π., πράγμα που αύξανε ακόμη πιο πολύ την αγανάκτηση των πιεζομένων, τόσο έβαζε περισσότερους περιορισμούς αυξάνοντας έτσι την αγανάκτηση και αντίδραση των εμπόρων και εκείνων που εζητούσαν να πιάσουν δουλειά, αλλά οι οποίοι ημποδίζοντο από τους περιορισμούς.
Και όταν πια οι όροι για τη νέα αυτή αλλαγή, για την ανάπτυξη της παραγωγής, είχαν ετοιμαστεί και την οικονομική δύναμη την κατείχε πραγματικά η αστική τάξη ένα πράγμα έμενε –και θα μένει σε κάθε τέτοια περίσταση– για να πέσουν αυτοί οι φραγμοί στην παραγωγή, αυτές οι αλυσίδες, το πνίξιμο της παραγωγής: και αυτό είναι το σπάσιμο των αλυσίδων που σταματούνε και πνίγουν την παραγωγή , η βίαιη ανατροπή, όλου του κοινωνικού συστήματος η ΒΙΑΙΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Γιατί ποτέ δεν είναι δυνατό να παραδόσει έτσι απλώς μια κυρίαρχη τάξη τα όπλα της, τη δύναμή της, τα οποία είναι η ζωή της, η ύπαρξή της ως τάξεως που καταπιέζει, σε άλλη τάξη.
Μια κυριαρχούμενη τάξη –και εδώ τέτοια ήταν η αστική τάξη– πρέπει πάντα να μεταχειριστεί βία για να ρίξει την κυρίαρχό της, και επειδή και όταν θα πέσει θα προσπαθεί να ξαναρπάξη την κυριαρχία γι’ αυτό πρέπει να εξασκήσει μια δικτατορία, μια επιβολή της θελήσεώς της, κατά της πρώην κυριάρχου τάξεως μέχρις ότου εξαφανίσει κάθε δύναμή της, κάθε απομεινάρι της, εφ’ όσον κάθε στοιχείο της είναι και ένα εμπόδιο στη στερέωσή της στην εξουσία. Και σ’ αυτή την περίσταση έτσι έγινε.
Η αστική τάξη για να ρίξει τη φεουδαλική μεταχειρίστηκε τη βία. Τα κτυπήματα δε που έδινε κατά παντός φεουδαλικού στοιχείου ήταν από τα πιο άγρια, τα πιο σκληρά. Η αντίσταση των ευγενών ήταν τρομερή. Αλλά την αλλαγή την απαιτούσαν αυτά τα πράγματα, την έφερναν καθαρώς οικονομικώς αιτίες και με όλη την αντίσταση των ευγενών ήταν αδύνατο να σταματήση η οικονομική εξέλιξη.
Η αστική τάξη κατόρθωσε να παρασύρει με το μέρος της όλες τις τάξεις τις καταπιεζόμενες από το φεουδαλικό σύστημα και τις οποίες είχεν ανάγκη για να σπάσει τις αλυσίδες για την παραγωγή. Και κατόρθωσε να τις παρασύρει με μερικές λέξεις, που πολλά υποσχόντουσαν, αλλά οι οποίες πραγματικά αντιπροσώπευαν τα συμφέροντά της για τα οποία και μόνον ενδιαφερότανε. Αυτές οι λέξεις που έβαλε ως σύμβολο της επαναστάσεώς της ήσαν: ελευθερία, ισότης, αδελφότης.
Η αστική τάξη είχε ανάγκη μιας ελευθερίας να βρίσκει εργάτες δηλαδή δυνάμεις προς εργασία για να τις εκμεταλλεύεται· μιας ελευθερίας να εκμεταλλεύεται, είχε ανάγκην να συναγωνίζεται ελεύθερα τους άλλους παραγωγούς.
Η αστική τάξη είχαν ανάγκη μιας ισότητος απέναντι των νόμων, οποίοι όταν ήσαν οι φεούδαρχοι στην εξουσία αντιπροσώπευαν τα δικαιώματα των ευγενών και επομένως εβάρυναν, επίεζαν, εκτυπούσαν την αστική τάξη.
Η αστική τάξη είχεν ανάγκη από μια αδελφότητα μεταξύ αυτής και των εργατών για να μην αντιδράσουν τότε που ήταν αδύνατη αλλά να την υποστηρίζουν στον αγώνα της κατά των ευγενών, είχεν ανάγκη από αυτή την αδελφότητα για να τους παρασύρει, είχε ανάγκη από μια αδελφότητα μεταξύ των λαών για να επεκτείνει την εκμετάλλευσιν παντού, να χωθεί παντού, να εγκατασταθεί παντού, να απλώσει τις ανταλλαγές της παντού. Απ’ αυτά είχεν ανάγκη και αυτά αντιπροσώπευαν αυτές οι λέξεις που παρέσυραν και ενθουσίασαν μέχρι τρέλας όλες τις τότε καταπιεζόμενες τάξεις. Και όλα αυτά τα επέτυχε.
Κατά πόσον όμως εφαρμοστήκανε όλα όσα εσυμβόλιζαν αυτές οι λέξεις για τις άλλες καταπιεζόμενες τάξεις σήμερα μπορούμε να κρίνουμε. Η προλεταριακή τάξη, στην οποία ξεπέφτουν όλες οι άλλες και ένα μέρος της αστικής, είναι ελεύθερη μόνο πεθάνει. Η τάξη αυτή για να μη κατέχει εργαλεία, υλικά και εργαστήρια υποχρεώνεται για να ζει να πουλάει κάθε μέρα τον εαυτό της στον κεφαλαιούχο, ο οποίος με το να την αγοράζει την εξουσιάζει τελείως. Αν θελήσει αυτή η τάξη να μη καταφύγει στο κεφαλαιούχο και μη υποδουλώνεται απ’ αυτόνε τι την περιμένει; Η πείνα, ο απαίσιος θάνατος από την πείνα. Αυτή είναι η ελευθερία της. Όσο για την ισότητα εμείς δεν μπορούμε ποτέ να παραδεχθούμε την ισότητα του εκμεταλλευτού και του εκμεταλλευόμενου του χορτασμένου και του νηστικού, του τεμπέλη και του δουλευτή.
Αλλά και για την αδελφότητα που επήλθε στον κόσμο με την αρμονία των συμφερόντων του κεφαλαίου και της εργασίας απαντούνε οι αδιάκοπες απεργίες των εργατών που φτάνουν πολλές φορές τις στάσεις, οι διαρκείς και απελπιστικοί πόλεμοι, τα μίση μεταξύ αστών και προλετάριων, αστών και μικροαστών, μικροαστών και προλεταρίων, που φτάνουν το κατακόρυφο.
(Ακολουθεί)
Ν. ΛΕΝΙΝ
Ο «ΕΞΤΡΕΜΙΣΜΟΣ» Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ
ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ
Ότε όμως οι μενσεβίκοι και οι σοσιαλεπαναστάται εν Ρωσσία, οι Σάϊντμαν (και η σημαντικοτέρα μάζα των Καουτσκιανιστών) εν Γερμανία ο Όθων Μπάουερ και ο Φρειδερίκος Άντλερ εν Αυστρία, οι Ρενοντέλ, Λογκέ και Σία εν Γαλλία, οι Φαβιανοί, οι «ανεξάρτητοι» και το «Εργατικόν Κόμμα» εν Αγγλία κατά τα έτη 1914-1918 και 1918 έως 1920 έκλειον συμβιβασμόν με τους ληστάς της ιδίας και ενίοτε της «συμμάχου» μπουρζουαζίας εναντίον του επαναστατικού προλεταριάτου των χωρών των, τότε έδρων οι κύριοι ούτοι ως συνέταιροι της ληστείας.
Το συμπέρασμα είναι σαφές, το να αρνούμεθα «κατ’ αρχήν» τον συμβιβασμόν, γενικώς κάθε παραδοχήν συμβιβασμού, οιαδήποτε φύσεως και αν είναι παιδαριωδία, ήτις μόλις δύναται να ονομασθεί είναι αυστηρώς. Πολιτικός, ο οποίος θέλει να είναι ωφέλιμος εις το επαναστατικό προλεταριάτο πρέπει να γνωρίζη να διακρίνει τας συγκεκριμένας περιπτώσεις τοιούτου συμβιβασμού, αι οποίαι περιέχουσι οπορτουνισμόν και προδοσίαν και όλην την δύναμιν της κριτικής, όλην την οξύτητα του ανηλεούς ξεσκεπάσματος και του αδιάλλακτου πολέμου να διευθύνει εναντίον τοιούτων συγκεκριμένων συμβιβασμών και να μη επιτρέπει εις τους παλιανθρώπους, κατεργάρηδες, δικηγόρους και βουλευτάς ιησουίτας να υπεκφεύγουν και να γλιστρούν από την ευθύνη με φράσεις του «συμβιβασμού εν γένει». Οι κύριοι Άγγλοι αρχηγοί των Τραντ-Ουνιόν όπως και η φαβιανή εταιρεία και το «ανεξάρτητον» Εργατικόν Κόμμα υπεκφεύγουν κατ’ αυτόν τον τρόπο της ευθύνης της προδοσίας των , του συμβιβασμού των, όστις είναι τέτοιος συμβιβασμός, όστις σημαίνει πράγματι τον χειρότερον οπορτουνισμόν και προδοσίαν.
Υπάρχει συμβιβασμός και συμβιβασμός. Πρέπει να γνωρίζωμεν να αναλύσωμεν τας περιστάσεις και τας συγκεκριμμένας συνθήκας, κάθε συμβιβασμού, κάθε παραλλαγής συμβιβασμού. Πρέπει να μάθωμεν να διακρίνωμεν τον άνθρωπον, όστις έδωσε χρήματα και όπλα εις τους ληστάς δια να ελαττώσει το κακόν που του έκαμαν οι λησταί και θα σωθεί από την σύλληψιν και τον τουφεκισμόν, από τον άνθρωπον όστις δίδει όπλα και χρήματα εις τους ληστάς δια να μοιραστεί μαζί των τα λάφυρα. Εις την πολιτικήν δεν είναι πάντοτε τούτο τόσον εύκολον όπως εις το παιδιακίστικο παράδειγμα. Αλλ’ όστις θα συνελάμβανε την ιδέαν να συνθέσει τοιαύτην συνταγή δια τους εργάτας, ήτις θα έδιδεν εις αυτούς εκ των προτέρων ετοίμους αποφάσεις δι’ όλας τας περιπτώσεις της ζωής, ή να ειπεί εις αυτούς ότι εν τη πολιτική του επαναστατικού προλεταριάτου ουδαμού συναντώνται δυσκολίαι ή μπλεγμέναι θέσεις, θα ήτο απλούστατα ένας τσαρλατάνος.
Προς αποφυγήν ψευδών ερμηνειών θα προσπαθήσω να αναφέρω μερικάς θεμελιώδεις θέσεις δια την ανάλυσιν συγκεκριμένων συμβιβασμών καίτοι μόνον δια βραχέων.
Το κόμμα, το οποίον έκλεισε τον συμβιβασμόν με τον γερμανικόν ιμπεριαλισμόν, όστις συνίσταται εις την υπογραφήν της συνθήκης του Μπρεστ έδειξε τον διεθνισμόν του από του τέλους του 1914.
Δεν εφοβήθη να προκηρύξει την ήτταν της τσαρικής μοναρχίας και να στιγματίσει την «άμυναν της πατρίδος» εν τω πολέμω μεταξύ δύο ιμπεριαλιστών ληστών. Οι αντιπρόσωποι εν τη Δούμα του κόμματος τούτου επήγαν εις την εξορίαν αντί να λάβουν τον δρόμον όστις πηγαίνει εις τα υπουργικά χαρτοφυλάκια της αστικής κυβερνήσεως.
Η επανάστασις, ήτις κατέστρεψε τον τσαρισμόν και εδημιούργησε την δημοκρατίαν παρέταξεν εκ νέου το κόμμα δια την μεγίστην δοκιμήν. Το κόμμα δεν έκαμε κανένα σύνδεσμον με τους ιμπεριαλιστάς «του». Αλλά προητοίμασε την πτώσιν των, και τους έρριψε. Καταλαβόν την πολιτικήν εξουσίαν το κόμμα δεν άφησε λίθον επί λίθου εις την ιδιοκτησίαν της γης και του κεφαλαίου. Αφού δημοσίευσε και καταξέσχισε τας μυστικάς συνθήκας των ιμπεριαλιστών, προκήρυξε το κόμμα την ειρήνην εις όλους τους λαούς και υπέκυψεν εις την βίαν των ληστών του Μπρεστ μόνον όταν οι αγγελιοφόροι ιμπεριαλισταί επεριφρόνησαν την ειρήνη, οι δε μπολσεβίκοι έκαμον πάντα τα ανθρωπίνως δυνατά δια να επιταχύνουν την επανάστασιν εν Γερμανία και εις τα άλλας χώρας. Η πλήρης ορθότης τοιούτου συμβιβασμού, κλεισθέντος υπό τοιούτου κόμματος και υπό τοιαύτας περιστάσεις γίνεται ημέρα τη ημέρα σαφεστέρα και φανερότερα δι’ όλους.
Οι μενσεβίκοι και οι σοσιαλεπαναστάται της Ρωσσίας (καθώς και οι αρχηγοί κατά το 1914-1920 της δευτέρας διεθνούς εις όλον τον κόσμον), ήρχισαν με την προδοσίαν, όταν εδικαίωσαν αμέσως ή εμμέσως την (άμυναν της πατρίδος(, δηλαδή την άμυναν της ληστρικής αστικής των τάξεως. Εξηκολούθησαν την προδοσίαν, όταν συνεμάχουν με την αστικήν τάξιν της χώρας των και εν συνδέσμω με την αστικήν των τάξιν επολέμουν κατά του επαναστατικού προλεταριάτου. Ο σύνδεσμός των πρώτον με τον Κερένσκι και τους Καντέ, έπειτα με τον Κολτσάκ και τον Ντενικίν εν Ρωσσία, όπως και ο σύνδεσμος των ομοφρόνων συντρόφων των του εξωτερικού με την αστικήν τάξιν των χωρών των ήτο μεταπήδησης εις το στρατόπεδον της αστικής τάξεως εναντίον του προλεταριάτου. Ο συμβιβασμός των με τους ληστάς του ιμπεριαλισμού συνίσταται απ’ αρχής μέχρι τέλους εις τούτο, ότι έδρασαν ως συνέταιροι της ιμπεριαλιστικής ληστείας.
V
Ο (ΑΚΡΟΣ) ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΕΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑ
ΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ – ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ – ΑΙ ΤΑΞΕΙΣ – ΑΙ ΜΑΖΑΙ
Οι Γερμανοί κομμουνισταί, περί των οποίων πρέπει να ομιλήσωμεν τώρα, δεν αυτοονομάζονται «εξτρεμισταί», αλλά ”αν δεν απατώμαι, «συστηματική αντιπολίτευσης». Ότι παρουσιάζουν όμως όλα τα συμπτώματα του «εξτρεμισμού» της «παιδικής ασθενείας του κομμουνισμού», φαίνεται εκ των ακολούθως εκτεθειμένων:
Μία μπροσούρα πραγματευόμενη τας απόψεις της αντιπολιτεύσεως ταύτης, το «Σχίσμα εν τω Κ.Κ.Γ. Σπάρτακος», ήτις εξεδόθη υπό του «τοπικού ομίλου της Φραγκφούρτης» διευκρινίζει εις τον ύψιστον βαθμόν σαφώς, ακριβώς φωτεινά και συντόμως τον πυρήνα των γνωμών αυτής της αντιπολιτεύσεως. Μερικά χωρία αρκούν, δια να γνωρίσουν εις τον αναγνώστην την φύσιν των γνωμών τούτων:
(Έπεται η συνέχεια)
ΕΡΓΑΤΗΣ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΕΣ
Η εισαγωγή των μηχανών στον τόπο μας δημιουργεί νέες συνθήκες στην κοινωνική ζωή.
Η εφαρμογή τους στην παραγωγή καταστρέφει όλες τις μεσαίες τάξεις, μικροβιομηχάνους, μικροεμπόρους, μικροεισοδηματίες, χωριάτες και ένα πλήθος από τεχνίτες το αφήνει χωρίς δουλειά.
Με τις μηχανές τα διάφορα προϊόντα παράγονται γρηγορότερα, πωλούνται φτηνότερα και έτσι στην αγορά αυξάνουν την κατανάλωσή τους.
Ο μικροεπιχειρηματίας, που δεν μπορεί να πουλήσει τόσο φτηνά τα εμπορεύματά του, αναγκάζεται στο τέλος να σταματήσει την παραγωγή, επειδή την πελατεία του την πήρε ο βιομήχανος κεφαλαιούχος. Καταστρέφεται και μαζί μ’ αυτόν και τεχνίτες του, οι οποίοι μένουν πια χωρίς δουλειά. Στο τέλος δεν τους μένει άλλο παρά να γίνουν εργάτες μισθωτοί στον εργοστασιάρχη.
Πριν, για να γινότανε κανείς τεχνίτης, έπρεπε να περάση πολλά χρόνια ως μαθητευόμενος. Ο εργοδότης έχοντας στην υπηρεσία του ένα τεχνίτη μορφωμένο, ικανό και έμπειρο δεν μπορούσε να τον αντικαταστήσει εύκολα. Γι’ αυτό εφρόντιζε να τά ’χει πάντα καλά μ’ αυτόν και να τον κρατάει στην δουλειά έστω και με μερικές θυσίες.
Αυτό είναι ένας λόγος που εμπόδιζε την αναδουλειά.
Η μηχανή καταδικάζει την τέχνη και την επαγγελματική μόρφωση. Ο εργάτης τώρα με λίγη μαθητεία αντικαθίσταται εύκολα κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί ν’ αλλάξει ευκολότερα επάγγελμα· δεν του ζητούν παρά την απλούστερη, την πιο μονότονη, την ευκολομάθητη κίνηση.
Η μηχανή με είκοσι, τριάντα εργάτες κάνει δουλειά για την οποίαν πριν εχρειάζοντο ογδόντα, εκατό εργάτες. Και μάλιστα με τις τελειοποιήσεις των μηχανών πάντα, έξι εργάτες αντικαθιστούν εκατοντάδες εργάτες.
Όπως βλέπουμε οι μηχανές, από τη μια μεριά αυξάνουνε την παραγωγή, από την άλλη αντικαθιστούν πολλά εργατικά χέρια δημιουργούν ένα αμέτρητο στρατό από άεργους, από τους οποίους οι κεφαλαιούχοι παίρνουν όταν τους χρειάζονται και τους πετούν στο δρόμο όταν δεν τους χρειάζονται.
Η ανάπτυξις της βιομηχανίας αυξάνει τον αριθμό των προλεταρίων δηλαδή των εργατών που επειδή δεν έχουν τίποτα για να ζήσουν αναγκάζονται να πωλούν το μόνο που κατέχουν, τη δύναμή τους για να δουλεύουν. Και όσο αυξάνει ο αριθμός τους τόσο το ημερομίσθιο λιγοστεύει.
Οι μηχανές απαιτούν λιγότερη ικανότητα και φυσική δύναμη στη δουλειά των χεριών. Έτσι βλέπουμε τη δουλειά των ανδρών ν’ αντικαθιστά η δουλειά των γυναικών, καθώς και η δουλειά των παιδιών.
Ο εργάτης με το μικρό του ημερομίσθιο δεν μπορεί να θρέψη την οικογένειά του. Οι γυναίκες και τα παιδιά θεωρούν ψυχικό από τον κεφαλαιούχο να τους δεχθούν στη δουλειά. Συναγωνίζονται τους εργάτες και πιάνουν δουλειές με τα πιο μικρά ημερομίσθια.
Μικρά παιδιά, κορίτσια αφήνουν το σχολειό, το σπίτι, την πνευματική και σωματική ανάπτυξη και κλείνονται στο εργοστάσιο. Εργάζονται στα πιο ανθυγιεινά μέρη χωρίς ήλιο, καθαρό αέρα και καθαρή τροφή.
Ενώ πριν ο τεχνίτης με το μεροκάματο έτρεφε όλη την οικογένειά του, τώρα όλη η οικογένεια δουλεύει και δεν μπορεί να ζήση ενώ τα κέρδη που θ’ αποδόσουν στον κεφαλαιούχο οι περισσότεροι αυτοί άνθρωποι θα πολλαπλασιαστούν.
Ο μικροπαραγωγός όση περισσότερη επιδεξιότητα είχε, και όσο περισσότερο δούλευε τόσο περισσότερο περνούσε καλύτερα. Ο μισθωτός εργάτης όσο περισσότερο δουλεύει τόσα περισσότερα κέρδη θα αποδόσει στον εργοδότη του και τόσο γρηγορότερα θα πεταχτή στους δρόμους από την αναδουλειά.
Η νεότερη βιομηχανία εσχημάτισε τα μεγάλα εργοστάσια μέσα στα οποία πλήθη εργατών εργάζονται υποδουλωμένοι στη μηχανή, στον αρχιεργάτη, στον επιστάτη, στο διευθυντή και προ πάντων στον εργοστασιάρχη.
Ο εργάτης σήμερα δεν βρίσκει στη δουλειά του την ευχαρίστηση που έβρισκε πριν ο τεχνίτης στην τέχνη του. Η μονότονη και αδιάκοπη κίνηση της μηχανής τον μετέτρεψε σε παράρτημά της και τον κάνει ν’ αντιπαθή τη δουλειά.
Δεν είναι μόνον αυτά. Οι κεφαλαιούχοι συναγωνίζονται μεταξύ τους. Τα μεγάλα τους μηχανήματα δουλεύουν αδιακόπως και όταν οι κεφαλαιούχοι καταλάβουν πως οι αποθήκες τους είναι γεμάτες σταματούν την παραγωγή απότομα και παύουν τους εργάτες τους.
Τότε χιλιάδες ολόκληρες εργατικές οικογένειες βυθίζονται στη δυστυχία, ενώ τα μαγαζιά είναι γεμάτα από εμπορεύματα.
Η αναδουλειά είναι ένα πράγμα όχι σπάνιο για τον εργάτη.
Οι μηχανές τον στερούν από κάθετι και τον αναγκάζουν να πεθαίνει από την πείνα κοντά στα προϊόντα που ο ίδιος παρήγαγε.
Αυτό είναι μία αντίφασης που έχει μέσα του το σημερινό σύστημα.
Η υπερπαραγωγή αυτή είναι η πραγματική αιτία που αναγκάζει τις διάφορες αστικές κυβερνήσεις και κάνουν τους πολέμους για να βρίσκουν, ή καλύτερα για ν’ αρπάξουν οι κεφαλαιούχοι του ενός κράτους τα μέρη του άλλου και να πωλούν τα εμπορεύματά τους που σαπίζουν στις αποθήκες τους.
Σήμερα είναι φανερό πως οι μηχανές βλάφτουν τους εργάτες. Φέρνουν την αναδουλειά και την ελάττωση του ημερομισθίου τους ρίχνουν στο δρόμο και τους κάνουν να έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Οι μηχανές αυξάνουν την εκμετάλλευση και τη δυστυχία του εργάτη. Όλα αυτά τον κάνουν να αισθάνεται άσπονδο μίσος στις μηχανές.
Δεν πρέπει όμως να καταριόμαστε αυτές.
Σήμερα οι μηχανές είναι βλαβερές γιατί λίγοι κεφαλαιούχοι τις έκαμαν ιδιοκτησία τους και γιατί δεν τις κατέχουν κείνοι που τις δουλεύουν.
Η εργατική τάξις στη Ρωσσία αφήρεσε από τους γαιοκτήμονες και κεφαλαιούχους τη γη και τα εργοστάσια και τα μεταχειρίζονται για λογαριασμό τους. Όλα τα κέρδη που έπαιρναν πριν οι κεφαλαιούχοι από τους εργάτες, προορίζονται τώρα για τους εργάτες.
Οι μηχανές για το Ρώσσο εργάτη φέρνουν ωφέλεια. Αυξάνουν την παραγωγή και λιγοστεύουν τις ώρες της δουλειάς. Κάθε τελειοποίησης των μηχανών που αυξάνει την παραγωγή αυξάνει και την ευτυχία του εργάτη.
Μην καταριόμαστε λοιπόν αυτές. Οι μηχανές άμα εμείς μάθουμε ν’ απαλλαγούμε απ’ αυτούς που μας εκμεταλλεύονται και τις πάρουμε στα χέρια μας, είναι κείνες που θα μας απαλλάξουν από τη δυστυχία.
ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ
ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ
Το 1864 ιδρύθη εις το Λονδίνο η πρώτη Διεθνής Ένωσις των Εργατών υπό τον τίτλον: Η Πρώτη Διεθνής Ένωσις. Το καταστατικό αυτής της ενώσεως περιείχε:
Η χειραφέτησης της εργατικής τάξεως οφείλει να επιτευχθεί από την ίδια την εργατική τάξη.
Η πάλη δι’ αυτήν την χειραφέτησιν δεν σημαίνει καθόλου μίαν πάλην δια την δημιουργίαν νέων προνομίων τάξεως και μονοπωλίων, αλλά δια την εγκατάστασιν της ισότητος των δικαιωμάτων και των καθηκόντων και δια την κατηγορίαν κάθε κυριαρχίας τάξεως.
Η οικονομική υποταγή του ανθρώπου εις την εργασίαν υπό το σύστημα των κατεχόντων τα μέσα παραγωγής (δηλαδή όλων των πηγών της ζωής) και η δουλεία υφ’ όλας τα μορφάς –είναι αι κύριαι αιτίαι της κοινωνική αθλιότητας, της ηθικής καταπτώσεως και της πολιτικής εξαρτήσεως.
Η οικονομική χειραφέτησης της εργατικής τάξεως είναι παντού ο ουσιώδης σκοπός προς τον οποίον κάθε πολιτικό κίνημα οφείλει να υποτάσσεται ως μέσον.
Όλαι αι προσπάθεια δια να επιτευχθή αυτός ο μεγάλος σκοπός έχουν αποτύχει ένεκα ελλείψεως ενότητος μεταξύ των εργατών των διαφόρων κλάδων της εργασίας σε κάθε χώρα και αδελφικής συμμαχίας μεταξύ των εργατών των διαφόρων χωρών.
Η χειραφέτησης δεν είναι καθόλου ένα πρόβλημα τοπικόν ή εθνικόν, αλλά είναι πρόβλημα κοινωνικό περιλαμβάνον όλας τας χώρας όπου το νεότερο κοινωνικό σύστημα υφίσταται και του οποίου η λύσης εξαρτάται από την θεωρητικήν και πρακτικήν συνεργασίαν των πλέον προχωρημένων χωρών η παρούσα ταυτόχρονος ανανέωσης του εργατικού κινήματος εις τα βιομηχανικάς χώρας της Ευρώπης αφ’ ενός μας δίδει νέας ελπίδας, αλλ’ αφ’ ετέρου μας παρέχει επίσημον προειδοποίησιν να μη ξαναπέσωμεν εις τα αρχαίας πλάνας και μας καλεί εις την άμεσον συναρμογήν του κινήματος το οποίον μέχρι του παρόντος δεν είχε κανένα σύνδεσμον.
Η 2η Διεθνής ιδρυθείσα το 1889 εις το Παρίσι ήτο υποχρεωμένη να εξακολουθήσει το έργον της πρώτης Διεθνούς. Αλλά το 1914 κατά τας αρχάς του παγκοσμίου πολέμου έπαψε να υπάρχει. Η 2η Διεθνής έχασε υπονομευθείσα από τον οπορτουνισμό και καταστραφείσα από την προδοσίαν των αρχηγών της οι οποίοι επέρασαν εις το στρατόπεδο της αστικής τάξεως.
Η 3η Κομμουνιστική Διεθνής ιδρυθείσα τον Μάρτιο του 1919 εις την πρωτεύουσαν της Σοσιαλιστικής Ομοσπόνδου Δημοκρατίας των Σοβιέτ εις την Μόσχαν, διεκήρυξεν επισήμως εις όλον τον κόσμον ότι ανελάμβανε να ακολουθήσει και να τελειώσει το μεγάλο έργο που επεχείρησεν η 1ηΔιεθνής των εργατών.
Η 3η Κομμουνιστική Διεθνής ιδρύθηκε εις το τέλος της ιμπεριαλιστικής σφαγής του 1914-1918, κατά την διάρκειαν της οποίας η αστική τάξις των διαφόρων χωρών εθυσίασε 20 εκατομμύρια υπάρξεων.
ΕΝΘΥΜΟΥ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΝ ΠΟΛΕΜΟΝ!
Ιδού η πρώτη λέξης την οποίαν η Κομμουνιστική Διεθνής απευθύνει σε κάθε εργάτην, οποιαδήποτε κι αν είναι η καταγωγή του και η γλώσσα την οποίαν ομιλεί. Ενθυμήσου ότι, δια να υπάρχει καπιταλιστικόν σύστημα μια χούφτα από ιμπεριαλιστάς ημπόρεσε κατά την διάρκειαν των 4 ετών να αναγκάσει παντού τους εργάτας να αλληλοσφαγούν! Ενθυμήσου ότι ο αστικός πόλεμος εβούτηξε την Ευρώπη και τον κόσμον όλον εις την πείνα και τη γύμνια! Ενθυμήσου ότι χωρίς την ανατροπή της κεφαλαιοκρατίας η επανάληψις αυτών των εγκληματικών πολέμων είναι όχι μόνον δυνατή, αλλά και αναπόφευκτος!
Η Κομμουνιστική Διεθνής έχει ως σκοπόν την ένοπλον πάλην δια την ανατροπήν της Διεθνούς αστικής τάξεως και την δημιουργίαν της Διεθνούς Δημοκρατίας των Σοβιέτ, πρώτο στάδιον της πλήρους καταργήσεως κάθε κυβερνητικού συστήματος. Η Κομμουνιστικής Διεθνής θεωρεί την δικτατορία του προλεταριάτου εις το μοναδικόν διαθέσιμον μέσον δια να εκριζώσει από την ανθρωπότητα τας φρικαλεότητας του καπιταλισμού. Και η κομμουνιστική Διεθνής θεωρεί την εξουσίαν των Σοβιέτ ως την μορφήν της δικτατορίας του προλεταριάτου την οποίαν επιβάλλει η ιστορία.
Ο ιμπεριαλιστικός των εργατών δεν είναι τοπικόν έργον ούτε εθνικόν, αλλά προ παντός είναι κοινωνικόν και διεθνές.
Η Κομμουνιστική Διεθνής σπάζει δια παντός κάθε δεσμόν με την προδοσίαν της 2ας Διεθνούς δια την οποίαν δεν υφίστατο πράγματι παρά μόνον λαοί της λευκής φυλής. Η Κομμουνιστική Διεθνής αδελφώνει τους ανθρώπους, της λευκής, της κιτρίνης, της μαύρης φυλής, τους εργάτας όλης της γης.
Η Κομμουνιστική Διεθνής υποστηρίζει ολοκληρωτικώς τας κατακτήσεις της μεγάλης προλεταριακής επαναστάσεως της Ρωσσίας, της πρώτης σοσιαλιστικής επαναστάσεως εις την ιστορίαν η οποία υπήρξε νικηφόρος και προσκαλεί τους προλεταρίους όλου του κόσμου να βαδίσουν όλοι τον ίδιον δρόμον. Η Κομμουνιστική Διεθνής υποχρεούται να υποστηρίξει με όλα τα μέσα τα οποία έχει εις την διάθεσίν της κάθε Σοβιετικήν Δημοκρατίαν, η οποία θα έχει ιδρυθεί σε οιοδήποτε μέρος.
Η Κομμουνιστική Διεθνής δεν αγνοεί ότι δια να επισπεύσει την νίκην, η Διεθνής Ένωσις των Εργατών η οποία μάχεται δια την κατάργησιν της κεφαλαιοκρατίας και την εγκαθίδρυσιν του κομμουνισμού, οφείλει να έχει οργάνωσιν εντελώς κεντρικοποιημένην. Ο οργανωμένος μηχανισμός της κομμουνιστικής Διεθνούς οφείλει να εξασφαλίση εις τους εργάτας κάθε χώρας την δυνατότητα να λαμβάνουν, εις κάθε στιγμήν, εκ μέρους των οργανωμένων εργατών των άλλων χωρών πάσαν δυνατήν βοήθειαν. Όλα αυτά λαμβάνουσα υπ’ όψιν η Κομμουνιστική Διεθνής δέχεται το ακόλουθον καταστατικόν.
Άρθρον 1. — Η νέα Διεθνής Ένωσις των εργατών ιδρύθη προς τον σκοπόν να οργανώση μίαν συνολικήν δράσιν του προλεταριάτου όλων των χωρών τείνουσα εις ένα και μοναδικόν τέρμα, δηλαδή: την ανατροπήν της Κεφαλαιοκρατίας, την εγκαθίδρυσιν της δικτατορίας του προλεταριάτου και μιας διεθνούς δημοκρατίας των Σοβιέτ, τα οποία θα επιτρέψουν την ολική κατάργησιν των τάξεων, και την πραγματοποίησιν του σοσιαλισμού της πρώτης βαθμίδος της Κομμουνιστικής κοινωνίας.
Άρθρον 2. — Η νέα Διεθνής ένωσις των εργατών παραδέχεται τον τίτλον «Κομμουνιστική Διεθνής».
Άρθρον 3. — Όλα τα κόμματα και αι οργανώσεις που προσεχώρησαν εις την Κομμουνιστική Διεθνή φέρουν το όνομα Κομμουνιστικό Κόμμα της τάδε χώρας (Τμήμα της κομμουνιστικής Διεθνούς).
Άρθρον 4. — Το ανώτατον σώμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι το Παγκόσμιον Συνέδριον των κομμάτων και οργανώσεων αι οποίαι είναι συνδεδεμέναι με αυτήν. Το παγκόσμιον συνέδριον επικυρώνει τα προγράμματα των διαφόρων κομμάτων τα οποία προσχωρούν εις την Κομμουνιστική Διεθνή. Εξετάζει και αποφασίζει δια τα ουσιώδη ζητήματα, προγράμματος και τακτικής που σχετίζονται προς την δράσιν της Κομμουνιστικής Διεθνούς· ο αριθμός των πραγματικών ψήφων οι οποίοι στο παγκόσμιον συνέδριον θ’ αντιστοιχούν σε κάθε κόμμα ή οργάνωσιν, θα προσδιορίζεται από ειδικήν απόφασιν του συνεδρίου. Είναι εξ άλλου απαραίτητον να προσδιορίσει όσον το δυνατόν ταχύτερον τους κανόνας αντιπροσωπείας βασιζόμενον επί του πραγματικού αριθμού κάθε οργανώσεως και λαμβάνον υπόψιν την πραγματικήν επίδρασιν του Κόμματος.
Άρθρον 5. — Το Διεθνές συνέδριον εκλέγει Εκτελεστικήν Επιτροπήν της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η οποία είναι το ανώτατον σώμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς κατά τα διαστήματα τα μεταξύ των συνόρων του Παγκοσμίου Συνεδρίου.
Άρθρον 6. — Η έδρα της εκτελεστικής επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς αποφασίζεται σε κάθε νέα σύνοδο από το Παγκόσμιον συνέδριον.
Άρθρον 7. — Έκτακτον Παγκόσμιον συνέδριον της Κομμουνιστικής Διεθνούς μπορεί να συγκληθεί είτε κατ’ απόφασιν της εκτελεστικής επιτροπής, είτε τη αιτήσει του ημίσεως του ολικού αριθμού των Κομμάτων που προσεχώρησαν μέχρι του τελευταίου παγκοσμίου συνεδρίου.
Άρθρον 8. — Η εκτελεστική επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς διευθύνει κατά το διάστημα που χωρίζει τας συνόδους του Συνεδρίου, όλας τας εργασίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς δημοσιεύει σε τεσσάρες γλώσσες τουλάχιστον ένα κεντρικό όργανο (την επιθεώρηση: (Η Κομμουνιστική Διεθνής), δημοσιεύει τα μανιφέστα που κρίνει απαραίτητα εν ονόματι της Κομμουνιστικής Διεθνούς και δίδει εις όλα τα κόμματα και οργανώσεις οδηγίας, αι οποίαι έχουν ισχύ νόμου. Η Εκτελεστική Επιτροπή έχει το δικαίωμα ν’ απαιτεί από τα προσχωρούντα κόμματα ν’ αποκλείονται οι ομάδες ή τα άτομα που θα παρέβαιναν την προλεταριακή διδασκαλία· μπορεί να γίνεται αποκλεισμός των Κομμάτων τα οποία θα παραβίαζαν τας αποφάσεις του παγκοσμίου Συνεδρίου. Αυτά τα Κόμματα έχουν το δικαίωμα να κάμουν έφεσιν εις το παγκόσμιον Συνέδριον. Εν περιπτώσει ανάγκης η Εκτελεστική Επιτροπή οργανώνει εις διαφόρους χώρας τεχνικά γραφεία βοηθητικά και άλλου είδους γραφεία τα οποία ευρίσκονται στας διαταγάς της.
Άρθρον 9. — Η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς έχει το δικαίωμα να δέχεται, με ψήφον συμβουλετικήν, τους αντιπροσώπους των οργάνων και κομμάτων που δεν είναι δεκτά εις την Κομμουνιστικήν Διεθνή αλλά που συμπαθούν προς τον Κομμουνισμόν.
Άρθρον 10. — Τα όργανα του τύπου όλων των κομμάτων και οργανώσεων που προσεχώρησαν στην κομμουνιστική Διεθνή ή που συμπαθούν προς αυτήν, οφείλουν να δημοσιεύουν όλα τα επίσημα έγγραφα της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Εκτελεστικής Επιτροπής.
Άρθρον 11. — Η γενική κατάστασις της Ευρώπης και Αμερικής επιβάλλει στους κομμουνιστάς την υποχρέωσιν να δημιουργήσουν παραλλήλως προς τας νομίμους οργανώσεις των, οργανώσεις μυστικάς. Η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς οφείλει να επαγρυπνεί την τήρησιν αυτού του άρθρου του καταστατικού.
Άρθρον 12.— Κατά κανόνα όλαι αι πολιτικαί σχέσεις κάποιας σπουδαιότητος μεταξύ των διαφόρων προσχωρησάντων κομμάτων της Κομμουνιστικής Διεθνούς έχουν ως ενδιάμεσον την Εκτελεστικήν Επιτροπήν της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Εν περιπτώσει επειγούσης ανάγκης αυταί αι σχέσεις μπορούν να είναι άμεσοι υπό τον όρον να ειδοποιηθεί η επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Άρθρον 13. — Τα Συνδικάτα τα οποία έχουν κομμουνιστικήν διεύθυνσιν και τα οποία σχηματίζουν ομάδας διεθνείς υπό τον έλεγχον της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αποτελούν ένα συνδικαλιστικόν τμήμα τας αντιπροσωπείας των εις το Παγκόσμιον συνέδριον της Κομμουνιστικής Διεθνούς δια μέσου του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας των. Το συνδικαλιστικό τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς αποστέλλει ένα από τα μέλη της εις την Εκτελεστικήν Επιτροπήν της Κομμουνιστικής Διεθνούς όπου έχει ψήφον πραγματικήν. Η Εκτελεστική Επιτροπή έχει το δικαίωμα ν’ αποστείλει εις το συνδικαλιστικό τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς έναν αντιπρόσωπον ο οποίος έχει ψήφον πραγματικήν.
Άρθρον 14. — Η Διεθνής Ένωσις της Κομμουνιστικής Νεολαίας είναι υποτεταγμένη στην Κομμουνιστική Διεθνή και εις την Εκτελεστικήν της Επιτροπήν. Αποστέλλει έναν αντιπρόσωπο της Εκτελεστικής της Επιτροπής εις την Εκτελεστικήν Επιτροπήν της κομμουνιστικής Διεθνούς ο οποίος έχει ψήφον πραγματικήν. Η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς μπορεί να αποστείλει παρά τη Εκτελεστική Επιτροπή της Ενώσεως της Νεολαίας έναν αντιπρόσωπο ο οποίος έχει ψήφον πραγματικήν. Αι αμοιβαίοι σχέσεις που υφίστανται μεταξύ της Ενώσεως της Νεολαίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος, ως οργανώσεων, σε κάθε χώρα βασίζεται επί της αυτής αρχής.
Άρθρον 15. — Η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς επικυρώνει την ονομασία ενός Γραμματέως του Διεθνούς γυναικείου κινήματος και οργανώνει ένα τμήμα των Κομουνιστριών γυναικών της Διεθνούς.
Άρθρον 16. — Κάθε μέλος της Κομμουνιστικής Διεθνούς που πηγαίνει από μία χώρα σε άλλη γίνεται αδελφικώς δεκτό από τα μέλη της 3ης Διεθνούς.
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
(Συνέχεια εκ του προηγουμένου)
Αυτή λοιπόν η μορφή, νόμισμα ή χρήμα, συντελεί εις το να δίνει μια ψεύτικη ιδέα των σχέσεων των παραγωγών. Αυτές οι σχέσεις βάζουν τα προϊόντα αντιμέτωπα για να ανταλλαγούν, συγκρίνοντας τις αξίες των, δηλαδή συγκρίνοντας τις εργασίες των, διαφόρων ειδών, που τα παρήγαγον, αφού αυτές οι εργασίες έχουν την ιδιότητα ομοίας ανθρωπίνης εργασίας, και δίνουν έτσι, στις εργασίες αυτές και στα προϊόντα των μια κοινωνική φυσιογνωμία διαφορετική από τη φυσική των φυσιογνωμία.
Και τα προϊόντα της εργασίας, που μόνα τους είναι πράγματα απλά και ευκολονόητα, γίνονται περίπλοκα γεμάτα λεπτολογίες, αινιγματικά, αφ’ ότου τα εξετάσει κανείς ως αντικείμενα αξίας, έξω από το φυσικόν των χαρακτήρα, με μια λέξη, αφ’ ότου γίνονται εμπορεύματα.
Η ανταλλακτική αξία, που δεν είναι αληθινά παρά ένας ιδιαίτερος κοινωνικός τρόπος για να λογαριάζουμε την εργασίαν που ξοδεύεται εις την κατασκευήν ενός αντικειμένου, που επομένως δεν έχει παρά κοινωνικήν πραγματικότητα, έγινε τόσον συνηθισμένη σ’ όλο τον κόσμο, ώστε, όπως η μορφή νόμισμα για το χρυσάφι και το ασήμι, φαίνεται ότι είναι μία εσωτερική ιδιότης των αντικειμένων.
Ο χαρακτήρας αυτός της αξίας που φανερώθηκε στην ιστορική περίοδο που βασιλεύει ο τρόπος της εμπορικής παραγωγής, επήρε τη μορφή ενός υλικού στοιχείου των πραγμάτων, αχωρίστου από αυτά, αιωνίου ενώ υπάρχουν τρόποι παραγωγής, όσον η κοινωνική μορφή των προϊόντων της εργασίας συγχύζεται με τη φυσική των μορφή, αντί να ξεχωρίζει απ’ αυτήν, όπου τα προϊόντα παρουσιάζονται ως αντικείμενα διαφορετικής χρησιμότητος και όχι ως εμπορεύματα που ανταλλάσσονται αμοιβαίως.
Αυτή η υλική όψις που παίρνει ένας χαρακτήρας καθαρώς κοινωνικός, αυτή η πλάνη μιας φυσικής ιδιότητος των πραγμάτων ν’ ανταλλάσσονται με ωρισμένην αναλογία, μεταβάλλει για τους παραγωγούς την ιδικήν των κοινωνική κίνηση τις προσωπικές των σχέσεις για την ανταλλαγή των προϊόντων των, σε κίνηση που τους διευθύνει αντί να μπορούν να την διευθύνουν( η παραγωγή και αι σχέσεις της, δημιουργία του ανθρώπου, διευθύνουν τον άνθρωπο αντί να διευθύνονται απ’ αυτόν.
Ένα ανάλογο συμβάν βρίσκουμε στην συννεφιασμένη χώρα του θρησκευτικού κόσμου.
Εκεί τα προϊόντα του ανθρώπινου μυαλού γίνονται θεοί και μεταβάλλονται σ’ ανεξάρτητα όντα, προικισμένα μ’ ανθρώπινα σώματα και συγκοινωνούν με τους ανθρώπους και μεταξύ των. Το ίδιο γίνεται και με τα προϊόντα του ανθρώπινου χεριού στον εμπορικό κόσμο.
ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΣ
Αφού τα εμπορεύματα δεν μπορούν ολομόναχα στην αγορά, ούτε μόνα τους να ανταλλαχθούν μεταξύ των, για να τα βάλουν σε συνάφεια τα μεν με τα δε, οι κάτοχοί των πρέπει να μπουν οι ίδιοι σε συνάφεια αναμεταξύ τους, σε τρόπο ώστε καθένας να οικειοποιείται το εμπόρευμα του άλλου, αφήνοντας σ’ αυτόν το δικό του, με μια θεληματική κοινή πράξη. Για να είναι αμοιβαία η απαλλοτρίωσης, πρέπει λοιπόν οι κάτοχοι ν’ αναγνωρίζονται σιωπηρώς ως ατομικοί ιδιοκτήτες των παραχωρουμένων πραγμάτων. Αυτή η νομική σχέσης, της οποίας το συμβόλαιο είναι η μορφή δεν είναι παρά η σχέσης των θελήσεων στις οποίες αντανακλάται η οικονομική σχέσης. Τα πρόσωπα δεν υπάρχουν σ’ αυτή τα μεν για τα δε ως αντιπρόσωποι του εμπορεύματος που κατέχουν.
Για τον κάτοχο ενός εμπορεύματος που ζητεί να τ’ ανταλλάξει με ένα άλλο, το εμπόρευμα αυτό δεν είναι αξία χρήσεως, χρήσιμο αντικείμενο. Αν του ήταν χρήσιμο δεν θα ζητούσε να το ξεφορτωθεί. Η μόνη χρησιμότης που ανταλλάκτης βρίσκει στο εμπόρευμά του, είναι ότι μπορεί να είναι χρήσιμο σ’ έναν άλλον, ότι επομένως είναι όργανον ανταλλαγής, φορεύς-αξίας (porte - valeur). Κατά συνέπειαν μπορεί να το παραχωρήσει αντί άλλων εμπορευμάτων των οποίων η αξία χρήσεως μπορεί να ικανοποιήση τις προσωπικές του ανάγκες.
Όλα τα εμπορεύματα δεν είναι αξίες χρήσεως για κείνους που τα κατέχουν, και είναι αξίες χρήσεως για κείνους που δεν τα κατέχουν, γι’ αυτό πρέπει ν’ αλλάζουν χέρια. Αυτή η αλλαγή αποτελεί ακριβώς την ανταλλαγήν των. Λοιπόν η ανταλλαγή των δεν τα βάζει σε συνάφεια μεταξύ των παρά ως αξίες( μόνον μετά την ανταλλαγήν των γίνονται αξίες χρήσεως για τον νέον των κάτοχο που τα πήρε για τη χρησιμότητά των.
Πρέπει λοιπόν τα εμπορεύματα να φανερώνονται ως αξίες πριν μπορέσουν να πραγματοποιηθούν ως αξίες χρήσεως.
Στην πράξη οι κομμουνισταί είναι η πιο αποφασιστική, η πιο προοδευμένη κάθε χώρας, η μερίδα που εμψυχώνει όλες τις άλλες. Στη θεωρία έχουν το πλεονέκτημα απέναντι του υπολοίπου προλεταριάτου να κατανοούν τελείως τους όρους, την πορεία, και τα γενικά αποτελέσματα του προλεταριακού κινήματος.
(Κομμουνιστικό Μανιφέστο)
Μαρξ και Έγκελς
ΟΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΑΙ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
Η ΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΑΟΥΤΣΚΙ
Ο Κάουτσκι, όστις ήτο εκ των περιβλεποτέρων αρχηγών της Δευτέρας Διεθνούς, είναι ένα κτυπητό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίον δύναται τις να μεταμορφώσει τον μαρξισμόν των λόγων εις φιλελευθέραν θεωρίαν.
Ο Πλεχάνοφ μας δίδει άλλο παράδειγμα. Αφαιρούν από τον μαρξισμόν, με παντός είδους σοφίσματα το επαναστατικό του πνεύμα, την ψηχήν του· εξακολουθούν μόνον να είναι οπαδοί του μαρξισμού, αποκρούοντες τα μέσα του της επαναστατικής πάλης, την προπαγάνδα της πάλης ταύτης, και την εκπαίδευσιν των μαζών εν τη εννοία της επαναστάσεως. Ο Καούτσκι ζητεί να «συμβιβάσει» την θεμελιώδη ιδέαν του πατριωτικού σοσιαλισμού, την ιδέαν της αμύνης της πατρίδος εις τον παρόντα πόλεμον με μίαν παραχώρησιν καθαρώς διπλωματική προς τους αριστερούς υπό μορφήν καταψηφίσεων των στρατιωτικών πιστώσεων, προφορικής αντιθέσεως προς την πλειοψηφίαν, κ.λ.π.
Ο Κάουτσκι, ο οποίος, το 1905, έγραψεν ολόκληρον βιβλίον επί της προσεχούς ελεύσεως της επαναστατικής εποχής, διακήρυττε μέσα, ότι ο πόλεμος και η επανάστασις ήταν στενώς συνδεδεμένα μεταξύ των.
Ο Καούτσκι, ο οποίος, το 1912, υπέγραψε το μανιφέστον της Βασιλείας, το οποίον έλεγεν ότι οι σοσιαλισταί οφείλουν να εκμεταλλευθούν τον πόλεμον δια να επισπεύσουν την επανάστασιν, ο Κάουτσκι δεν παύει τώρα να δικαιολογεί και να περικοσμεί τον πατριωτικόν σοσιαλισμόν, και μαζί με τον Πλεχάνοφ, συντάσσεται με τας ειρωνείας της μπουρζουαζίας κατά πάσης ιδέας επαναστάσεως κατά πάσης αμέσου προσπάθειας δυναμένης να οδηγήση προς την πάλην ταύτην.
Η εργατική τάξις δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει την επαναστατικήν της αποστολήν εν τω κόσμω, χωρίς να διεξαγάγει πάλην αλύπητον κατ’ αυτής της αρνήσεως, αυτής της υποδουλώσεως εις τον οπορτουνισμόν, εναντίον αυτής της νοθεύσεως του μαρξισμού. Η τάξις του Καούτσκι δεν είναι καθόλου περιστατική ή τυχαία, είναι το κοινωνικόν προϊόν των αντιφάσεων της δευτέρας Διεθνούς ήτις συνήνου μίαν πίστιν όλως προφορικώς εις τον μεταρρυθμισμόν και οπορτουνισμόν.
Εις τας διαφόρους χώρας η τάσις του Καούτσκι ενδύεται διαφόρους μορφάς. Εν Ρωσσία, ο Τρότσκι καίτοι αρνούμενος την ιδέαν της αμύνης της Πατρίδος, εκφράζεται υπέρ της ενότητος με την οπορτουνιστικήν και σοσιαλπατριωτικήν ομάδα της (Επιτροπής της Οργανώσεως( και του Τσκάϊντζε, δηλαδή τους Ρώσσους Σάϊντμαν, Ρενοντέλ, Σαμμαά.
Εν Γαλλία είναι ο Ρενοντέλ, ο Λογκέ, ο Βαντερβέλντε, των οποίων ο πατριωτισμός μόνον κατά την μορφήν διακρίνεται.
Εν Ρουμανία, ο Ρακόβσκι καίτοι κηρύττει τον πόλεμον κατά του οπορτουνισμού, καίτοι θεωρεί τούτον ως τον αληθή αίτιον της χρεοκοπίας της Διεθνούς, συγχρόνως παραδέχεται την νομιμότητα της ιδέας της αμύνης της πατρίδος. Πάντα ταύτα είναι εκείνο το οποίον οι Ολλανδοί Μαρξισταί (Corter, Rannekoeck) ονόμασαν παθητικό ριζοσπαστισμό ένα θεωρητικόν εκλεκτισμόν, και εν τη πράξει υποδούλωσιν εις τον οπορτουνισμόν.
ΤΟ ΜΑΡΞΙΚΟΝ ΣΥΝΘΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ
ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Ο πόλεμος εδημιούργησεν μίαν οξύτατην κρίσιν και αύξησε φρικωδώς την αθλιότητα των μαζών. Ο αντιδραστικός χαρακτήρ του πολέμου αυτού, τα επαίσχυντα ψεύδη της μπουρζουαζίας όλων των χωρών ήτις επιζητεί να καλύψει τον λαφυρογωγικόν σκοπόν του πολέμου με εθνική ιδεολογίαν, πάντα ταύτα χάρις εις την αντικειμενικώς επαναστατικήν κατάστασιν θα δημιουργήσουν αναποφεύκτως εντός των μαζών επαναστατικόν πνεύμα. Είναι καθήκον μας να βοηθήσωμεν τας μάζας να λάβουν συνείδησιν του πνεύματος τούτου, να το πλατύνωμεν να το βαθύνωμεν. Η προσπάθεια αύτη εκφράζεται άριστα υπό του συνθήματος της μεταμορφώσεως του ιμπεριαλιστικού πολέμου εις εμφύλιον. Και κάθε πάλη των τάξεων διαρκούντος του πολέμου, κάθε τακτική δράσεως των μαζών θα μας οδηγήση αναποφεύκτως εις την μεταμόρφωσιν ταύτην. Δεν θα ηδυνάμεθα να προείπωμεν ακριβώς ποίαν στιγμήν θα εκραγεί το επαναστατικόν κίνημα, ούτε αν θα γίνει διαρκούντος του πρώτου ή του δευτέρου ιμπεριαλιστικού πολέμου, αλλ’ εν πάση περιπτώσει είναι καθήκον μας να εργασθώμεν προς τον σκοπόν τούτον.
Το μανιφέστον της Βασιλείας ομιλεί περί της Κομμούνας, δηλαδή ακριβώς περί της μεταμορφώσεως πολέμου μεταξύ Κυβερνήσεως εις εμφύλιον. Αλλά την εποχήν εκείνην, είναι πενήντα χρόνια τώρα, το προλεταριάτο ήτο ακόμη πολύ ασθενές, αι αντικειμενικαί συνθήκαι του σοσιαλισμού δεν ήσαν ακόμη ώριμοι, κάθε κίνημα όμοιον προς της Κομμούνας εις τα άλλα εμπόλεμα έθνη ήτο αδύνατον ακόμη. Τέλος μέσα εις τους κόλπους ακόμη της Κομμούνας, μέρος των Παρισινών εργατών διετήρει ακόμη υπολείμματα της (εθνικής( ιδεολογίας (παραδόσεις του 1792) η οποία, όπως το παρετήρησεν ο Μαρξ, ήτο δι’ αυτούς αιτία αδυναμίας και εις εκ των λόγων της χρεοκοπίας της Κομμούνας. Σήμερον, μετά ήμισυν αιώνα όλοι ούτοι οι λόγοι της αδυναμίας έπαυσαν να υπάρχουν και κανείς σοσιαλιστής άξιος τούτου δεν ημπορεί να αρνηθεί πάλην κατά το πνεύμα της Κομμούνας.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΑΔΕΛΦΩΣΕΩΣ ΕΙΣ ΤΑ ΧΑΡΑΚΩΜΑΤΑ
Αι αστικαί εφημερίδες όλων των εμπολέμων χωρών ανέφεραν περιπτώσεις συναδελφώσεως μεταξύ των στρατιωτών των εμπολέμων εθνών, μέσα ακόμη στα χαρακώματα, και το γεγονός μάλιστα ότι ορισμένες Κυβερνήσεις (Γερμανίας και Αγγλίας) ενομοθέτησαν δρακόντια μέτρα κατά της αδελφώσεως ταύτης αποδεικνύει σαφώς την σημασίαν που τους αποδίδουν αι μπουρζουαζία και αι Κυβερνήσεις. Αι περιπτώσεις αυταί της συναδελφώσεως εντός των χαρακωμάτων, αι οποίαι λαμβάνουν χώραν καθ’ ην στιγμήν μάλιστα η πλειοψηφία των σοσιαλιστών αρχηγών και η πλειοψηφία των οργάνων του σοσιαλιστικού τύπου υποστηρίζουν τον πατριωτικόν σοσιαλισμόν, είναι δηλωτικαί. Αποδεικνύουν ότι εάν οι σοσιαλισταί της αριστεράς τουλάχιστον είχον διεξαγάγει συστηματική δράσιν προς τον σκοπόν αυτόν, θα ημπορούσε να ελαττωθεί αισθητώς η διάρκεια του εγκληματικού αυτού πολέμου, του αντιδραστικού και υποδουλωτικού, και να οργανωθεί το διεθνές επαναστατικόν κίνημα.
ΑΝΑΓΚΗ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ
Η πλειονοψηφία των αναρχικών αρχηγών, καθώς ακριβώς και οι οπορτουνισταί, καθώς ο Πλεχάνοφ, και ο Καούτσκι, ηκολούθησαν τον πατριωτικόν σοσιαλισμόν. Εν εκ των ωφελίμων αποτελεσμάτων του πολέμου τούτου θα είναι λοιπόν να ξεμπερδέψει κάθε αναρχισμόν και κάθε οπορτουνισμόν.
Χωρίς ποτέ να αρνηθώμεν να χρησιμοποιήσωμεν δια την οργάνωσιν των μαζών και την προπαγάνδαν όλα τα νόμιμα μέσα, πρέπει όμως να αρνηθώμεν κάθε υποδούλωσιν εις την νομιμότητα ταύτην, κάθε δουλοπρέπειαν απέναντί της. «Τραβάτε πρώτοι, κύριοι μπουρζουά», έγραφεν ο Έγκελς υπαινισσόμενος ακριβώς τον εμφύλιον πόλεμον και την ανάγκη της καταπατήσεως της αστικής νομιμότητος αφού πρώτα την παραβιάσει η ιδία η μπουρζουαζία. Κατά την σημερινήν κρίσιν η μπουρζουαζία παραβίασε παντού τους νόμους εις όλας τας χώρας, ακόμη και τας ελευθεροτέρας. Η κρίσις λοιπόν αύτη μας έδειξε ότι δεν ημπορούμεν να οδηγήσωμεν τας μάζας εις την επανάστασιν άνευ παρανόμων οργανώσεων αι οποίαι να καθιστούν δυνατήν την προπαγάνδα, την εξέτασιν, την εκτίμησιν, την προπαρασκευήν των μέσων της επαναστατικής πάλης. Ούτως εν Γερμανία ό,τι γίνεται σωστό, δηλαδή παν ό,τι γίνεται κατά των οπορτουνιστών και κατά της υποκριτικής τάσεως του Καούτσκι, γίνεται παρανόμως. Εν Αγγλία καταδικάζουν συντρόφους εις καταναγκαστικά έργα δια προκηρύξεις εκφραζομένας κατά της κατατάξεως εις τον στρατόν. Όσοι δεν θα ήθελαν να συμβιβάσουν την συμμετοχήν εις το σοσιαλιστικόν κόμμα με την άρνησιν και την κοροϊδίαν των παρανόμων μέσων της προπαγάνδας, προδίδουν τον σοσιαλισμόν.
Η ΗΤΤΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
«ΤΩΝ» ΕΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩ ΠΟΛΕΜΩ
Τόσον εκείνοι οι οποίοι εκφράζονται υπέρ της νίκης της Κυβερνήσεως (των( εις τον σημερινόν πόλεμον, όσον και οι υπερασπιζόμενοι το σύνθημα (ούτε νίκη, ούτε ήττα(, εκφράζουν σοσιαλπατριωτικάς ιδέας. Εν καιρώ αντιδραστικού πολέμου μία επαναστατική τάξις δεν ημπορεί να μη επιθυμεί την ήτταν της κυβερνήσεώς της διότι μία στρατιωτική κατάρρευσης της κυβερνήσεως ταύτης ευκολύνει κατ’ ανάγκην την ανατροπήν της. Πρέπει να είναι κανείς αστός δια να είναι πεπεισμένος ότι ένας πόλεμος αρχίσας μεταξύ δύο κυβερνήσεων δεν ημπορεί να τελειώσει παρά μεταξύ των δύο τούτων, δια να μην ημπορεί να εννοήση εμπολέμων εθνών πρέπει να εκφράζονται υπέρ της ήττης των αντιστοίχων κυβερνήσεών των. εκφραζόμενος ούτω κάθε σοσιαλιστής δεν θα έκαμνε τουταντίον άλλο τίποτε από του να εκφράση την μυστικήν σκέψιν κάθε συνειδητού εργάτου και θα ηργάζετο εξ ολοκλήρου προς την κατεύθυνσιν όλης της πολιτικής μας, ήτις πρέπει να τείνει εις την μεταμόρφωσιν του ιμπεριαλιστικού πολέμου εις εμφύλιον.
Είναι αναμφισβήτητον ότι όταν Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί σοσιαλισταί κάμνουν σοβαράν δράσιν κατά του πολέμου «εξασθενούν την στρατιωτικήν δύναμιν» των αντιστοίχων κυβερνήσεών των, αλλά συγχρόνως, δια της δράσεως ταύτης, υπηρετούν το καλύτερον τον διεθνή σοσιαλισμόν. Οι σοσιαλισταί πρέπει να εξηγήσουν εις τας μάζας ότι δι’ αυτάς δεν ημπορεί να υπάρξη σωτηρία παρά εις την επαναστατικήν ανατροπήν των κυβερνήσεών (των(, και ότι προς τον σκοπόν τούτον πρέπει, εις τον σημερινόν πόλεμον, να χρησιμοποιήσωμεν όλας τα δυσκολίας των κυβερνήσεων τούτων.
Ο ΦΙΛΕΙΡΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ
Η λαχτάρα της ειρήνης μέσα στας μάζας επιφέρει συνήθως μίαν απαρχήν διαμαρτυρίας, ανταρσίας, εν πρώτον βήμα προς την κατανόησιν του αντιδραστικού χαρακτήρος του πολέμου αυτού. Είναι καθήκον παντός σοσιαλιστού να επωφεληθεί του πνεύματος τούτου. Πρέπει λοιπόν να συμμετάσχουν εις κάθε διαδήλωσιν, εις κάθε κίνημα των μαζών υπό το πνεύμα τούτο. Αλλά συγχρόνως οι σοσιαλισταί δεν θέλουν καθόλου να απατήσουν τας μάζας ούτε να τους εντυπώσουν καμμίαν φαντασίωσιν, θα τους εξηγήσουν ότι άνευ επαναστατικού κινήματος, άνευ επαναστάσεως, δεν θα δυνηθούν να επιτύχουν ειρήνην διαρκή, ειρήνην άνευ προσαρτήσεων, άνευ καταπιέσεων εθνών, άνευ ληστείας, η οποία να μη κλείη μέσα της τους σπόρους μελλόντων πολέμων μεταξύ των κυβερνήσεων. Διότι αι φαντασιώσεις αυταί ευκολύνουν την μυστικήν διπλωματίαν των εμπολέμων κυβερνήσεων και τα αντεπαναστατικά των σχέδια. Όλοι όσοι επιθυμούν αληθώς δημοκρατικήν ειρήνην, πρέπει να κάμουν δράσιν δια τον εμφύλιον πόλεμον κατά των κυβερνήσεων και της μπουρζουαζίας.
ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΝΑ ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΕΑΥΤΑ
Το κυριότερον μέσον το οποίον μεταχειρίζεται η μπουρζουαζία δια να απατήσει τους λαούς και να καλύψει τον αληθινόν σκοπόν του πολέμου τούτου, όστις είναι η ληστεία, είναι η κυκλοφορία των ιδεών της «εθνικής ελευθερώσεως». Οι Άγγλοι υπόσχονται ελευθερίαν εις τους Βέλγους, οι Γερμανοί εις τους Πολωνούς κ.λ.π. Ως ήδη εν τη αρχή του φυλλαδίου τούτου απεδείξαμεν, ο πόλεμος αυτός είναι απλώς πόλεμος εθνών καταπιεστών άλλων ασθενεστέρων, τα οποία παλαίουν δια να επιμηκύνουν και ενισχύσουν την κυριαρχίαν των.
Οι σοσιαλισταί δεν θα ηδύναντο να επιτύχουν τον υψηλόν σκοπό τον οποίον σκοπεύουν χωρίς να παλαίσουν κατά πάσης καταπιέσεως λαών. Συνεπώς έχουν το καθήκον να απαιτήσουν όπως οι σοσιαλισταί των καταπιεζομένων εθνών (προ πάντων οι των «μεγάλων δυνάμεων») αναγνωρίσουν και υπερασπισθούν το δικαίωμα των πιεζομένων εθνών να διαθέτουν ελευθέρως εαυτά, εν τη πολιτική εννοία της λέξεως, το οποίον είναι το πολιτικόν των δικαίωμα να αποχωρισθούν της το οποίον είναι το πολιτικόν των δικαίωμα να αποχωρισθούν της μητροπόλεως. Κάθε σοσιαλιστής, υπήκοος ή πολίτης (μεγάλης δυνάμεως(, θα ήτο σωβινιστής, εάν δεν υπερήσπιζε το δικαίωμα τούτο.
Η υπεράσπισις του δικαιώματος τούτου δεν άγει καθόλου, όπως σκέπτονται μερικοί, εις δημιουργίαν μικρών κρατών. Όλως τουναντίον να οδηγήση εις τον σχηματισμόν μεγάλων κρατών και ομοσπονδιών κρατών, σχηματισμούς τόσον συχνοτέρους, τόσον συμφωνοτέρους εις τα οικονομικά συμφέροντα των προκειμένων τόπων, όσον ελευθερότερων θα συντεθούν. Εξ άλλου οι σοσιαλισταί των πιεζομένων χωρών πρέπει να παλαίσουν δια την πλήρη ενότητα της πάλης και της οργανώσεως των προλεταρίων του κυριάρχου έθνους, με την των πιεζομένων. Η αξία της «αυτονομίας της εθνικής εκπαιδεύσεως», ως την υποστηρίζουν ο Μπάουερ και Ρένερ είναι αντιδραστική αντίληψης.
Ο ιμπεριαλισμός είναι εποχή συνεχώς αυξανούσης καταπιέσεως των εθνών ολοκλήρου του κόσμου υπό μιας χούφτας «μεγάλων» δυνάμεων. Συνεπώς η πάλη δια την διεθνή σοσιαλιστικήν επανάστασιν είναι αδύνατος εφ’ όσον δεν αναγνωρίζομεν εις όλους τους λαούς το δικαίωμα να διαθέτουν ελευθέρως εαυτούς. «Λαός, έλεγεν ο Μαρξ και ο Έγκελς, όστις πιέζει άλλους λαούς δεν ημπορεί να είναι ελεύθερος ο ίδιος. Προλεταριάτον που θα συνεβιβάζετο με το γεγονός ότι το έθνος «του» καταπιέζει άλλα έθνη δεν ημπορεί να είναι σοσιαλιστικόν».
ΑΙ ΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΕΝ ΡΩΣΣΙΑ
Η Ρωσσική κυβέρνησις, η πλέον οπισθοδρομημένη, η οπισθοδρομικότερα εξ όλων, εις εν σημείον τουλάχιστον παρακολουθεί με ακριβή προσαρμογήν τα βήματα των συναδέλφων της δυτικής Ευρώπης –ηξεύρει όχι ολιγότερα από αυτάς, να απατά τον λαόν της. Το σιχαμερότερον ψέμμα διεσκορπίσθη ευρέως καθ’ όλην την αυτοκρατορίαν δια να εντυπώση τον πατριωτισμόν εις τας μάζας και να τας κάμη να πιστεύσουν ότι η Τσαρική Κυβέρνησις διεξάγει πόλεμον δικαιοσύνης και ισότητος, πόλεμον δια την απελευθέρωσιν των «αδελφών Σλάβων» κ.λ.π.
Η τάξις των γαιοκτημόνων και η μεγάλη μπουρζουαζία έδοσαν την ενθουσιώδη των υποστήριξιν εις την πολεμικήν αυτήν πολιτικήν του Τσάρου. Δικαίως αναμένουν προνόμια και τεράστια κέρδη εκ της διανομής της Τουρκίας και της Αυστρίας. Εις διακηρύξεις και λόγους εις μίαν σειράν των συνεδρίων των φαίνονται ως να προαισθάνονται από τώρα τα κύματα του χρυσού που θα εγέμιζον τις τσέπες των εν η περιπτώσει ενίκων αι στρατιαί του Τσάρου.
(Έπεται η συνέχεια)
ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ
Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΟΜΑΣ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ
Το Σάββατο της 21 Αυγούστου 1918 συνεκεντρώθησαν οι Γάλλοι και Άγγλοι σύντροφοι της Μόσχας. Ωμίλησαν αγγλιστί οι Price, Morgen Philips, γαλλιστί η Jeunne Labourbe.
Την 1ην Σεπτεμβρίου έγινεν η απόπειρα κατά του Λένιν οργανωθείσα από την αγγλογαλλικήν αποστολήν.
Αι δύο ημερομηνίαι δηλούν πολλά. Η συγκέντρωσις της 21 Αυγούστου είχε κατάρριψη τους Αγγλογαλλικούς στρατιωτικούς κύκλους. Η Jeunne Labourbe εφύλαγε πρόβατα στη Bourgogne. Έπειτα υπηρετούσε στην πόλη μέχρις ότου έφυγε για τη Ρωσσία όπου σε μια πολωνική οικογένεια ήτο μισο-υπηρέτρια και παιδαγωγός.
Το 1905 ανεμίχθη εις την κίνησιν. Εδολοφονήθη την 2 Μαρτίου 1919 νύχτα στην Οδησσό από ομάδα Γάλλων και Ρώσσων αξιωματικών υπό την προεδρείαν του στρατηγού Bonus.
Στην Οδησσό είχε μεταβεί για να κάμη προπαγάνδα στα στρατεύματα. Όταν ιδρύθη στη Μόσχα η κομμουνιστική ομάς των Γάλλων η Jeanne Labourbe ίδρυσε μίαν εφημερίδα. Συνεργάζετο ο Σαντούλ και το Επιτροπάτο των εξωτερικών της έδοσε χαρτί και τυπογραφείο. Την ομάδα εβοήθησαν και μερικοί σύντροφοι Ρουμάνοι. Τον Οκτώβριον και τον Νοέμβριον προσεχώρησαν πολλά μέλη της στρατιωτικής αποστολής. Η εβδομαδιαία εφημερίς ονομάζετο «Η Γ΄ Διεθνής». Το πρώτο φύλλο βγήκε στις 20 Οκτωβρίου 1918. Η ομάς έκαμε πολλάς εκδόσεις στη Γαλλική. Διοργάνωσε πολλά συλλαλητήρια. Αποτελεί μέρος της ομοσπονδίας των ξένων κομμουνιστικών ομάδων και αποτελεί μέρος του Ρωσσικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Σκοπός της ομάδος είναι η υποστήριξις της Ρωσσικής Επαναστάσεως και η επανάστασις στη Γαλλία.
Διατηρεί στη Ρωσσία ένα άσυλο όπου τρέφονται οι ασθενείς, οι γέροντες κ.λ.π. (περί τους 300) της γαλλικής παροικίας διοικείται από επιτροπή εγκλεγομένη από όλη την παροικία.
(Από την έκθεση του γραμματέως της ομάδος Pierre Pascal).
ΙΣΠΑΝΙΑ
Την 15 Απριλίου 1920 ιδρύθη το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα στη Μαδρίτη από τας οργανώσεις των σοσιαλιστικών Νεολαιών. Το νέον Κόμμα έκαμε έκκλησιν προς την αριστεράν του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος παρωτρύνον αυτό να αποσχισθή.
Η αριστερά μερίς του Σοσιαλιστικού Ισπανικού Κόμματος δεν έχει κομμουνιστάς εκτός από τον Anguisuo γραμματέα του κόμματος. Είχε ιδρυθή μία ομάς ονομασθείσα επιτροπή δια την Γ΄ Διεθνή περιλαμβάνουσα μεταξύ άλλων και τους Mariano, Gurcia, Cortes, Manuel Nunez de Arenas, Cesar Conzalez, Jose Lopez και Lamoneda.
Αλλά αυτή η ομάς δεν είναι κομμουνιστική. Ο Κορτές π.χ. σε κάποιο του λόγο είπε ότι η Ρωσσία μεταχειρίζεται την καιροσκοπία.
Το Σοσιαλιστικό Ισπανικό Κόμμα εκδίδει καθημερινήν εφημερίδα την «El Socialista».
Οι Lopez, Baeza, Virgina, Conrober, Ovegero, και αυτοί δεν είναι κομμουνισταί. Μόνον οι MaCareia και Daniel Anguniano έγιναν δεκτοί εις το Κομμουνιστικό κόμμα εκ των μελών της επιτροπής δια την Γ΄ Διεθνή.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας έχει 10.000 μέλη. Το όργανον των νεολαιών Renovacion μετωνομάσθη εις El Communista.
Η εκτελεστική επιτροπή απετελέσθη από τους: Marino Garcia, Esteban Andrade, Rodrignez Portella, Illescas, Buendia, Ugarte και Pico.
Τον Δεκέμβριον του 1919 το Σοσιαλιστικόν Κόμμα της Ισπανίας είχε συνέδριο. Παρ’ ολίγον το συνέδριον να αποφασίσει των προσχώρησιν στην Γ΄ Διεθνή, αλλά η Εκτελεστική επιτροπή κατόρθωσε να αναβληθεί η απόφασης αυτή μέχρι της συγκλήσεως του συνεδρίου της Β΄ Διεθνούς στη Γενεύη.
Μόνον ο Anguniano από την Εκτελεστική επιτροπή εκηρύχθη υπέρ της αμέσου προσχωρήσεως.
Δυσηρεστήθησαν οι εργάται και ιδίως αι Νεολαίαι δια την απόφασιν αυτήν. Μετ’ ολίγας ημέρας αι Νεολαίαι έκαμαν συνέδριον στο «Σπίτι του Λαού» της Μαδρίτης (από 14-18 Δεκεμβρίου) ωμίλησαν υπέρ του χωρισμού οι νέοι Ugante αντιπρόσωποι των σοσιαλιστών σπουδαστών και Marino Craecia αντιπρόσωπος του τμήματος της Μαδρίτης. Ο χωρισμός έγινε και το α΄ άρθρο του καταστατικού μετερρυθμίσθη. Αι νεολαίαι είχον 8.000 μέλη και 150 τμήματα.
|
ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ ΤΡΙΤΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ Πάρης δραχμ. 100. – Μ. Νικολάου 5. – Αν. Μάρκου 2. – Μια εργάτρια 1. – Γ.Σ. 80. – Γ. Βρ. 62,20. – Ζήτω ο «Κομμουνισμός» 10. – Κ. Μοντ. 10. – Ράπτης Κομμουνιστής 5,20. – Π. Λούζης 10. – Μ.Α.Τ. 11,50. – Κ.Μ. 0,70. –Εργάτης Κιβωτοποιός 2. Από προηγούμενες συνεισφορές ...... Δρχ. 921,05Σύνολον............................ » 1251,95 |