ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Η ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ
Η μπολσεβίκικη Επανάσταση του Οκτώβρη 1917 δεν ανάτρεψε μόνο την κυβέρνηση του Κερένσκι, μα ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα το θεμελιωμένο πάνω στην αστική ιδιοκτησία. Αυτό το σύστημα είχε την επίσημη κουλτούρα του και λογοτεχνία του και η κατάρρευσή του δε μπορούσε παρά να φέρει μαζί της την κατάρρευση της προοκτωβριανής λογοτεχνίας.
Το αηδόνι της ποίησης, το ίδιο όπως και το πουλί της σοφίας, ή κουκουβάγια, δεν ακούγεται παρά ύστερα απ’ το ηλιοβασίλεμα. Τη μέρα δρούμε, έχουμε τις δουλειές μας, το σούρουπο όμως το αίσθημα και το λογικό έρχονται να κάνουν τον απολογισμό αυτού που αποτελειώσαμε. Οι ιδεαλιστές, μαζί και οι επίγονοί τους, περισσότερο κουφοί και λιγάκι τυφλοί –οι ρώσοι υποκειμενιστές– φρονούσαν ότι ο κόσμος κινιόταν απ’ την ιδέα, από την κριτική σκέψη, με άλλα λόγια ότι η ιντελλιγκέντσια κατεύθυνε την πρόοδο. Στην πραγματικότητα, σ’ όλο το μάκρος της ιστορίας, το πνεύμα δεν έκανε άλλο παρά να πηγαίνει κούτσα - κούτσα πίσω από το πραγματικό, και είναι περιττό να αποδείξουμε, ύστερα από την πείρα της Ρωσικής Επανάστασης, την αναδρομική ηλιθιότητα της επαγγελματικής ιντελλιγκέντσιας. Μπορεί κανείς το ίδιο καθαρά να δει τα αποτελέσματα αυτού του νόμου στην περιοχή της τέχνης. Η πατροπαράδοτη ταύτιση του ποιητή με τον προφήτη είναι αποδεχτή μόνο μ’ αυτή την έννοια, ότι ο ποιητής είναι πάνω - κάτω το ίδιο αργοκίνητος όσο κι ο προφήτης στο καθρέφτισμα της εποχής του. Αν υπήρξαν προφήτες και ποιητές «που προπορεύονται της εποχής τους», αυτό σημαίνει μόνο ότι μπόρεσαν να εκφράσουν ορισμένες απαιτήσεις της κοινωνικής εξέλιξης με κάπως μικρότερη καθυστέρηση από τους ομογενούς τους.
Για να μπορέσει η πρώτη φρικίαση από την αφύπνιση ενός επαναστατικού «προαισθήματος» να περάσει στη ρωσική λογοτεχνία στο τέλος του περασμένου αιώνα και στις αρχές αυτού του αιώνα, χρειάστηκε μέσα στις προηγούμενες δεκαετίες η ιστορία να επιφέρει τις πιο βαθιές αλλαγές στην οικονομική διάρθρωση της χώρας, στην κατανομή των κοινωνικών ομάδων και στα αισθήματα των λαϊκών μαζών. Για να φτάσουν οι ατομικιστές, οι μυστικιστές και άλλοι επιληπτικοί να καταλάβουν το λογοτεχνικό προσκήνιο, χρειάστηκε η Επανάσταση του 1905 να συντριβεί από τις εσωτερικές της αντιφάσεις, ο Ντουρνόβο το Δεκέμβρη να τσακίσει τους εργάτες και ο Στολύπιν να διαλύσει δυο Δούμες και να φτιάξει μια τρίτη. Η Σειρήνα του παραδείσου τραγουδάει ύστερα από το ηλιοβασίλεμα, ακριβώς τη στιγμή που πετά το πουλί - προφήτης, η κουκουβάγια. Ανάμεσα στις δυο επαναστάσεις (1907-1917) ολάκερη γενιά της ρωσικής ιντελλιγκέντσιας διαμορφώθηκε (ή μάλλον παραμορφώθηκε) μέσα στο κλίμα μιας απόπειρας για κοινωνική συμφιλίωση ανάμεσα στη μοναρχία, τους ευγενείς και τη μπουρζουαζία. Κοινωνικός καθορισμός δε σημαίνει αναγκαστικά συνειδητό ενδιαφέρον. Όμως η ιντελλιγκέντσια και η κυρίαρχη τάξη που τη συντηρεί είναι συγκοινωνούντα αγγεία: ο νόμος της ισοσταθμίας είναι εφαρμόσιμος εδώ. Ο παλιός ριζοσπαστισμός και το παλιό πνεύμα ανταρσίας των διανοουμένων που, στη διάρκεια του ρωσο-ιαπωνικού πολέμου, είχαν βρει την έκφρασή τους στην ολικά ντεφετιστική πνευματική κατάσταση της ιντελλιγκέντσιας, εξαφανίστηκαν γοργά κάτω από το άστρο της 3 Ιούνη[1]. Παίρνοντας το ποιητικό και μεταφυσικό λούστρο απ’ όλους σχεδόν τους αιώνες κι όλες τις χώρες, και καλώντας σε βοήθεια τους πατέρες της Εκκλησίας, η ιντελλιγκέντσια «αυτόκαθοριζόταν» όλο και πιο ανοιχτά για να διακηρύξει τη δική της αξία ανεξάρτητα απ’ το «λαό». Οι φανταχτερές μορφές που έδοσε σ’ αυτό το φυσικό προτσέσο μπουρζουαζοποίησης είταν κατά κάποιο τρόπο η εκδίκηση για τις πίκρες που την είχε ποτίσει ο λαός στα 1905, με το πείσμα του και την ασέβειά του. Το γεγονός, λόγου χάρη, ότι ο Λεονίντ Αντρέγιεβ –η πιο θορυβώδικη καλλιτεχνική μορφή, αν όχι η πιο βαθιά, ανάμεσα στις δυο επαναστάσεις– τερμάτισε την τροχιά του μέσα στο αντιδραστικό όργανο του Προτοπόποβ και του Αμφιτεάτροβ, αποτελεί με τον τρόπο του μια συμβολική ένδειξη για τις κοινωνικές πηγές του συμβολισμού του Αντρέγιεβ. Εδώ ο κοινωνικός αυτοκαθορισμός αγγίζει το αμασκάρευτο συμφέρον. Κάτω από την επιδερμίδα τού πιο εξεζητημένου ατομικισμού, υπομονητικών μυστικιστικών αναζητήσεων, μιας καθολικής καλοαναθρεμένης μελαγχολίας, είδαμε να κατακάθεται το ξύγγι του αστικού συμφιλιωτικού πνεύματος, κι αυτό έγινε άμεσα αισθητό στους εξαιρετικά αγοραίους πατριωτικούς στίχους που κυκλοφόρησαν όταν η «οργανική» ανάπτυξη του καθεστώτος της 3 Ιούνη ανατράπηκε με την καταστροφή του Παγκόσμιου Πολέμου.
Η δοκιμασία του πολέμου, ωστόσο, ξεπέρασε τις δυνάμεις όχι μόνο της ποίησης της 3 Ιούνη μα και της κοινωνικής της βάσης: η στρατιωτική κατάρρευση του καθεστώτος τσάκισε τα νεφρά της μεσοεπαναστατικής διανοητικής γενιάς. Ο Λεονίντ Αντρέγιεβ, νιώθοντας να ξεφεύγει από κάτω του ο χωμάτινος σβώλος πάνω στον οποίο στηριζόταν ο θόλος της δόξας του και ο οποίος φαινότανε τόσο στέρεος, βάλθηκε να χειρονομεί τσιρίζοντας, ρογχάζοντας, με αφρούς στα χείλη, δοκιμάζοντας να υπερασπίσει, να σώσει κάτι.
Παρά το μάθημα του 1905, η ιντελλιγκέντσια χάϊδευε ακόμα την ελπίδα να αποκαταστήσει την πολιτική και πνευματική ηγεμονία της πάνω στις μάζες. Ο πόλεμος την είχε ταμπουρώσει μέσα σ’ αυτή την αυταπάτη, επειδή η καινούργια θρησκευτική συνείδηση, ραχιτική από τη γέννησή της, δε μπορούσε να προσφέρει, πέρα από το νεφελώδικο συμβολισμό, το ψυχολογικό τσιμέντο της πατριωτικής ιδεολογίας. Η δημοκρατική Επανάσταση του Φλεβάρη 1917, που γεννήθηκε από τον πόλεμο και τον τερμάτισε, έδοσε τη μεγαλύτερη ώθηση, όμως για μια σύντομη στιγμή, σε μιαν αναγέννηση της ιδέας για το μεσσιανισμό της ιντελλιγκέντσιας. Η Φεβρουαριανή Επανάσταση υπήρξε η τελευταία ιστορική αναλαμπή της. Τα καπνισμένα άχυρα μύριζαν κιόλας κερενσκισμό.
Ύστερα ήρθε ο Οκτώβρης, ορόσημο πιο σημαντικό από τη βασιλεία της ιντελλιγκέντσιας και ο οποίος σημάδεψε σύγκαιρα την οριστική ήττα της. Ωστόσο, αν και νικημένη και ποδοπατημένη για τις παλιές της αμαρτίες, η μακαρίτισσα δόξα της την έκανε να παραμιλάει φωναχτά. Στη συνείδησή της ο κόσμος είταν άνω - κάτω. Αυτή είταν ο γεννημένος εκπρόσωπος του λαού. Στα χέρια της βρισκόταν η φαρμακοποιία της ιστορίας. Οι μπολσεβίκοι ενεργούσαν με το όπιο των Κινέζων και τις μπότες των Λεττονών. Δε θα μπορούσανε να κρατήσουν για καιρό ενάντια στη θέληση του λαού.
Οι πρωτοχρονιάτικες προπόσεις των εμιγκρέδων διανοουμένων είχαν για θέμα: «Του χρόνου στη Μόσχα». Φαυλοηλιθιότητα! Έγινε γρήγορα φανερό πως αν είταν πραγματικά αδύνατο να κυβερνήσεις ενάντια στη θέληση του λαού, δεν είταν καθόλου αδύνατο να κυβερνήσεις ενάντια στους εμιγκρέδες διανοούμενους, και μάλιστα να κυβερνήσεις μ’ επιτυχία, ό,τι κι αν σκεφτότανε γι’ αυτό ο εμιγκρές.
Το προεπαναστατικό κύμα στις αρχές του αιώνα, η ηττημένη Επανάσταση του 1905, η αυστηρή μα άστατη ισορροπία της αντεπανάστασης, η έκρηξη του πολέμου, ο πρόλογος του Φλεβάρη 1917, το δράμα του Οκτώβρη, όλα αυτά χτυπούσαν την ιντελλιγκέντσια βαριά κι απανωτά σαν με πολιορκητικό κριό. Πού ο καιρός να αφομοιώσεις τα γεγονότα, να τα αναπλάσεις σε εικόνες και να βρεις τη λεκτική έκφραση αυτών των εικόνων! Βέβαια, έχουμε τους Δώδεκα του Μπλοκ και πολλά έργα του Μαγιακόβσκι. Είναι αυτό κάτι, μια μέτρια κατάθεση, όχι όμως μια πληρωμή στο λογαριασμό της ιστορίας, ούτε καν αρχή πληρωμής. Η τέχνη αποκαλύφτηκε ανήμπορη, όπως πάντα στις αρχές μιας μεγάλης εποχής. Οι ποιητές, που δεν είχαν κληθεί στη θεία μυσταγωγία, αποδείχτηκαν, όπως μπορούσε να το περιμένει κανείς, τα πιο ασήμαντα απ’ όλα τα ασήμαντα τέκνα της γης[2]. Οι συμβολιστές, οι παρνασσιακοί, οι ακμεϊστές, που πλανιόντανε πάνω απ’ τα πάθη και τα κοινωνικά συμφέροντα, σαν μέσα στα σύνεφα, βρέθηκαν στο Γιεκατερίνονταρ με τους λευκούς, ή στο επιτελείο του στρατάρχη Πιλσούντσκι. Οιστρηλατημένοι από ένα δυνατό βραγγελικό πάθος[3], μας αναθεμάτιζαν σε στίχους και σε πρόζα.
Οι πιο ευαίσθητοι και, σε ορισμένο μέτρο, οι πιο συνετοί, σωπαίνανε. Σε μιαν ενδιαφέρουσα αφήγηση, η Μαριέτα Σαγκινιάν μας λέει πως, τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, δίδασκε υφαντική στην περιοχή του Ντον. Δεν είχε μόνο να παρατήσει το γραφείο της για τον αργαλειό, χρειάστηκε επίσης να παρατήσει τον εαυτό της για να χαθεί ολοκληρωτικά. Άλλοι βούτηξαν μέσα στο «Προλετκούλτ», στο «Πολιτπροσβιέτ»[4], ή εργάστηκαν στα μουσεία και πέρασαν μ’ αυτό τον τρόπο τα πιο τρομερά και πιο τραγικά γεγονότα που έζησε ποτέ ο κόσμος. Τα χρόνια της Επανάστασης κατάντησαν χρόνια σχεδόν απόλυτης σιγής της ποίησης. Δεν είταν ολότελα από την έλλειψη χαρτιού. Αν δε μπορούσαν να τυπωθούν τότε, θα το μπορούσαν τώρα. Δεν είταν αναπόφευκτο να είναι η ποίηση ευνοϊκή στην Επανάσταση, θα μπορούσε να είναι εναντίον της. Γνωρίζουμε τη λογοτεχνία των εμιγκρέδων. Είναι ένα απόλυτο μηδενικό. Μα ούτε κ’ η δική μας λογοτεχνία μας έδοσε τίποτα που να είναι αντάξιο της εποχής.
Ύστερα απ’ τον Οκτώβρη οι άνθρωποι των γραμμάτων θέλησαν να ισχυριστούν πως τίποτα το ξεχωριστό δεν είχε γίνει και πως κείνη η περίοδος γενικά δεν τους αφορούσε. Συνέβηκε όμως ο Οκτώβρης ν’ αρχίσει να εκδηλώνεται στη λογοτεχνία, να νομοθετεί γύρω απ’ αυτήν και να θέλει να την διευθύνει, ταυτόχρονα από άποψη διοικητική και σε έννοια βαθύτερη. Σημαντικό μέρος από τους ανθρώπους της παλιάς λογοτεχνίας βρέθηκαν –όχι τυχαία– έξω από τα σύνορα, και συνέβηκε έτσι να χρεοκοπήσουν, λογοτεχνικά. Ο Μπούνιν υπάρχει; Δε μπορεί να πει κανείς πως ο Μερεσκόβσκι έπαψε να υπάρχει γιατί δεν υπήρξε ποτέ. Και ο Κούπριν και ο Μπάλμοντ, ακόμα κι ο Τσιρίκοβ; Και η επιθεώρηση Γιαρ Πτίτζα[5] ή οι συλλογές Σπολόχι[6]. Και άλλες εκδόσεις που το κύριο λογοτεχνικό χαρακτηριστικό τους έγκειται στη διατήρηση της παλιάς ορθογραφίας; Όλοι, δίχως εξαίρεση, όπως στην αφήγηση του Τσέχοφ, μουτζαλώνουν το βιβλίο παραπόνων στο σταθμό του Βερολίνου. Θα περάσει καιρός ώσπου το τρένο για τη Μόσχα να είναι έτοιμο· περιμένοντας, οι ταξιδιώτες εκφράζουν τις συγκινήσεις τους. Στις επαρχιακές συλλογές Σπολόχι, τα καλά γράμματα αντιπροσωπεύονται από το Νεμίροβιτς-Νταντσένκο, τον Αμφιτεάτροβ, τον Τσιρίκοβ, τον Περβούχιν και άλλα ευγενή πτώματα, αν υποθέσουμε πως υπήρξαν ποτέ. Ο Αλέξης Τολστόϊ δείχνει κάποια σημάδια ζωής, όχι πολύ ορατά να πούμε την αλήθεια, που φτάνουν όμως για να τον αποκλείσουν από το μαγικό κύκλο των σωτήρων της παλιάς ορθογραφίας κι από κείνη την κλίκα των απόμαχων ταμπούρλων.
Δεν είναι αυτό ένα πρακτικό μαθηματάκι κοινωνιολογίας πάνω στο θέμα: είναι αδύνατο να ξεγελάσουμε την ιστορία;
Ας πιάσουμε το ζήτημα της βίας. Η γη πάρθηκε, τα εργοστάσια, οι τραπεζικές καταθέσεις· τα χρηματοκιβώτια ανοίχτηκαν· τί έγινε όμως με τα ταλέντα και τις ιδέες; Αυτές οι αστάθμητες αξίες δεν έφυγαν από τη χώρα σε τέτοια ποσότητα ώστε μπορούσε ν’ ανησυχήσει κανείς για την τύχη της «ρωσικής κουλτούρας», όπως τό ’κανε ιδίως ο αξιαγάπητος ψαλμωδός της Μαξίμ Γκόρκι; Γιατί τίποτα δε βγήκε απ’ όλα αυτά; Γιατί οι εμιγκρέδες δε μπορούν να παρουσιάσουν ένα όνομα ή ένα βιβλίο με κάποιαν αξία; Γιατί δε μπορεί κανείς να ξεγελάσει την ιστορία ή την αληθινή κουλτούρα (που δεν είναι κείνη του ψαλμωδού). Ο Οκτώβρης έχει περάσει στα πεπρωμένα του ρωσικού λαού σαν γεγονός αποφασιστικός, δίνοντας σε κάθε πράμα ξέχωρη σημασία κι αξία. Το παρελθόν αναπόδισε παρευτύς, ξερό και μαραμένο, κ’ η τέχνη δε μπορεί να ξαναζήσει παρά από την άποψη του Οκτώβρη. Όποιος στέκεται έξω από την προοπτική του Οκτώβρη βρίσκεται ολοκληρωτικά και απελπιστικά εκμηδενισμένος, και γι’ αυτό οι σχολαστικοί κ’ οι ποιητές που δεν είναι «σύμφωνοι μ’ αυτό» ή που αυτό δεν «τους αφορά», είναι μηδενικά. Δεν έχουν απλούστατα τίποτα να πούνε. Γι’ αυτό και μόνο το λόγο, όχι για κανέναν άλλο, λογοτεχνία των εμιγκρέδων δεν υπάρχει. Κι ό,τι δεν υπάρχει δε μπορεί και να κριθεί.
Μέσα σ’ αυτή την πτωματική αποσωμάτωση της εμιγκράτσιας αναπτύσσεται κάποιος τύπος λεπτοδουλεμένου κυνικού. Αυτός έχει μέσα στο αίμα του όλα τα ρεύματα, όλες τις τάσεις, σαν μια κακιά αρρώστια που τον προφυλάσσει από κάθε μόλυνση απ’ τις ιδέες. Δέστε το σερπετό Βετλούγκιν. Ίσως κάποιος να ξέρει από που κρατάει, όμως αυτό είναι δευτερότερο. Τα βιβλιαράκια του, Τρίτη Ρωσία και Ήρωες, πιστοποιούνε ότι ο συγγραφέας διάβασε, είδε κι άκουσε, και πως ξέρει να χειρίζεται την πέννα. Αρχίζει το πρώτο βιβλίο του μ’ ένα είδος ελεγεία στις πιο λεπτές χαμένες ψυχές της ιντελλιγκέντσιας και τελειώνει με μιαν ωδή στους μαυραγορίτες. Αυτός ο έμπορας, φαίνεται, θα γίνει ο αφέντης κείνης της «τρίτης Ρωσίας» που ανεβαίνει: Ρωσία πραγματική, ειλικρινής, που υπερασπίζει την ατομική ιδιοκτησία, πλούσια και ανελέητη στην απληστία της. Ο Βετλούγκιν, που είτανε με το μέρος των Λευκών και τους απαρνήθηκε όταν νικήθηκαν, παρουσιάζει επίκαιρα την υποψηφιότητά του σαν ιδεολόγος κείνης της Ρωσίας των εμπόρων. Γνωρίζει καλά την αποστολή του. Τί γίνεται όμως με την «Τρίτη Ρωσία»; Όπως και ν’ ανακατέψετε τα χαρτιά, το ψεύτικο χαρτί του χαρτοκλέφτη, αλίμονο, ξεπροβάλλει μυστηριώδικα. Η οξύτητα του στυλ δεν κάνει εδώ τίποτα. Το πρώτο του βιβλίο γράφτηκε πάνω-κάτω τη στιγμή του κινήματος της Κρονστάντης ενάντια στα Σοβιέτ (1921) και ο Βετλούγκιν έλεγε μέσα του πως τα πράγματα είχαν τελειώσει με τη Σοβιετική Ρωσία. Μέσα σε μερικούς μήνες, μια και το προεξοφλημένο γεγονός δεν είχε γίνει, ο Βετλούγκιν, αν δε γελιόμαστε, ξαναβρέθηκε στην ομάδα «Αλλαγή Κατεύθυνσης»[7]. Όμως το ίδιο κάνει: προστατεύεται ριζικά ενάντια σε κάθε ξαναγύρισμα προς τα πίσω. Ας προσθέσουμε ότι ο Βετλούγκιν έγραψε όμοια ένα μυθιστόρημα της οκάς με τον υποβλητικό τίτλο, Αναμνήσεις ενός Κανάγια. Οι κανάγηδες δε λείπουν, μα ο Βετλούγκιν είναι ο πιο λαμπρός απ’ όλους. Αυτοί ψεύδονται ακόμα και μ’ ανιδιοτέλεια, μη ξέροντας να ξεχωρίσουν την αλήθεια από το ψέμα. Ίσως νά ’ναι τα αληθινά αποβράσματα της «δεύτερης» Ρωσίας, που περιμένει την «Τρίτη».
Σε ανώτερο πλάνο, όμως πιο θαμπό, στέκεται ο Αλντάνοβ. Θά ’ταν μάλλον ένας καντέτος[8],δηλαδή Φαρισαίος. Ο Αλντάνοβ ανήκει σε κείνους τους σοφούς που κινούνται μέσα στον υψηλό σκεπτικισμό (όχι κυνισμό, ω όχι!). Απορίχνοντας την πρόοδο, είναι έτοιμοι να δεχτούν την παιδιάστικη θεωρία των ιστορικών κύκλων του Βίκο, μια και κανένας, γενικά, δεν είναι πιο προληπτικός απ’ τους σκεπτικιστές. Οι Αλντάνοβ δεν είναι μυστικιστές με την πλήρη σημασία του όρου. Δεν έχουν τη δικιά τους θετική μυθολογία· ο πολιτικός σκεπτικισμός τούς δίνει μόνο ένα πρόσχημα για ν’ αντικρύζουν κάθε πολιτικό φαινόμενο από την άποψη της αιωνιότητας. Αυτό τους δίνει ένα ιδιαίτερο στυλ, μαζί μ’ ένα ζητακισμό πολύ αριστοκρατικό.
Οι Αλντάνοβ παίρνουν αρκετά στα σοβαρά τη μεγάλη ανωτερότητά τους απέναντι στους επαναστάτες γενικά και τους κομμουνιστές ιδιαίτερα. Τους φαίνεται πως εμείς δεν καταλαβαίνουμε κείνο που αυτοί καταλαβαίνουν. Γι’ αυτούς η επανάσταση προέρχεται από το γεγονός ότι οι διανοούμενοι δεν πέρασαν όλοι από κείνη τη σχολή πολιτικού σκεπτικισμού και λογοτεχνικού στυλ που αποτελεί το πνευματικό κεφάλαιο των Αλντάνοβ.
Στα εμιγκρέδικα ραχάτια τους καταγράφουν τις αντιφάσεις που στολίζουν τους λόγους και τις δηλώσεις των σοβιετικών ηγητόρων (γιατί δε θα υπήρχαν τέτοιες;), τις κακοφτιαγμένες φράσεις των κύριων άρθρων της Πράβντα (πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε πως δεν είναι λίγες) και, στην άκρη του λογαριασμού, η λέξη ηλιθιότητα (η δική μας) κοντραστάρει με τη λέξη σοφία (τη δική τους) στις σελίδες που αυτοί γράφουν. Στάθηκαν τυφλοί στην πορεία της ιστορίας, τίποτα δεν προβλέψανε, έχασαν την εξουσία τους και μαζί της το κεφάλαιό τους, όμως όλα εξηγούνται από άλλους λόγους, ιδίως, entre nous[9], από τη χυδαιότητα του ρωσικού λαού. Οι Αλντάνοβ θεωρούνται προπαντός σαν στυλίστες γιατί έχουν ξεπεράσει τις μπερδεμένες φράσεις του Μιλιουκόβ και την ξιπασμένη δικηγορίστικη φρασεολογία του κολλήγα του Χέσσεν. Το στυλ τους, το πολύ - πολύ χλιαρό, δίχως τόνο μήτε χαρακτήρα, ταιριάζει θαυμάσια με το λογοτεχνικό συνήθειο ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα να πούνε. Ο φαντασμένος τρόπος ομιλίας τους, στερημένος από περιεχόμενο, η κοσμικότητα του πνεύματός τους και του ύφους τους, που αγνοούνταν απ’ την παλιά μας ιντελλιγκέντσια, άνθιζαν ήδη στη μεσοεπαναστατική περίοδο (1907-1917). Όμως έμαθαν ακόμα στην Ευρώπη και γράφουν βιβλιαράκια. Είναι ειρωνικοί, αναθυμούνται, χασμουριώνται λιγάκι, όμως, από ευγένεια, πνίγουν τα χασμουρητά τους. Παραθέτουν χωρία σε διάφορες γλώσσες· κάνουν σκεπτικιστικές προρρήσεις για να πουν σε λίγο τα αντίθετα. Αυτό φαίνεται στην αρχή - αρχή διασκεδαστικό, έπειτα ενοχλητικό και στο τέλος αηδιαστικό. Τι τσαρλατανισμός από αδιάντροπες φράσεις, τι βιβλιακή ξετσιπωσιά, τι διανοητική δουλικότητα!
Όλες οι ψυχικές διαθέσεις των Βετλούγκιν, Αλντάνοβ και άλλων βρίσκουν την καλύτερη έκφρασή τους στο αβρό ποίημα ενός κάποιου Δον Αμινάδο, που ζει στο Παρίσι:
Και να βεβαιώσει ποιος μπορεί πως η ιδέα είναι σωστή;
Και πως η ανθρωπότητα έτσι θα πάει καλύτερα; Με μέτρο πιο να κρίνουμε; Εμπρός, στρατηγέ!
Ακόμα δέκα χρόνια! Είναι αρκετά για μένα και για σένα.
Όπως το βλέπει κανείς, ο Ισπανός δεν είναι περήφανος. Εμπρός, στρατηγέ! Οι στρατηγοί (ακόμα κ’ οι ναύαρχοι) κίνησαν. Το κακό είναι πως δεν έφτασαν ποτέ.
Από τούτη δω τη μεριά των συνόρων κάμποσοι προοκτωβριανοί συγγραφείς παράμειναν όμοιοι με κείνους της άλλης πλευράς· είναι οι εσωτερικοί εμιγκρέδες της Επανάστασης, «Προοκτωβριανοί», η έκφραση αυτή θα φανεί στο μελλοντικό ιστορικό της κουλτούρας το ίδιο σημαντική, όσο είναι για μας η λέξη μεσαιωνικό σε αντίθεση με τη νεότερη εποχή. Ο Οκτώβρης θα μοιάζει αληθινά, γι’ αυτούς που στην πλειονότητά τους προσκολλιώνταν από λόγους αρχής στην προγενέστερη κουλτούρα, σαν εισβολή των Ούννων. Έπρεπε να τους αποφύγουν τρυπώνοντας μέσα στις κατακόμβες με τους υποτιθέμενους «πυρσούς της επιστήμης και της πίστης». Μα κείνοι που τό ’σκασαν όπως και κείνοι που στέκουν παράμερα δεν ξεστόμισαν έναν καινούργιο λόγο. Είν’ αλήθεια πως η λογοτεχνία η προοκτωβριανή ή στο περιθώριο του Οκτώβρη, στην ίδια τη Ρωσία, έχει περισσότερη σημασία από τη λογοτεχνία των εμιγκρέδων. Ωστόσο κι αυτή δεν κάνει άλλο παρά να επιζεί, χτυπημένη από ανικανότητα.
Πόσες ποιητικές συλλογές δεν εκδόθηκαν! Ορισμένες απ’ αυτές στολισμένες με ονόματα καλόηχα! Έχουν σελιδούλες με μικρές σειρούλες, που καμιά τους δεν είναι άσκημη. Είναι αρμαθιασμένες με ποιήματα όπου υπάρχει αληθινά λίγη τέχνη, κι ακόμα ο απόηχος ενός αλλοτινού αισθήματος. Όμως, παρμένα συνολικά, αυτά τα βιβλία είναι το ίδιο περιττά για το νεότερο μεταοκτωβριανό άνθρωπο όσο κ’ ένα κομποσκοίνι για το στρατιώτη στο πεδίο της μάχης. Το μαργαριτάρι αυτής της λογοτεχνίας της απάρνησης, αυτής της λογοτεχνίας από αποριγμένες σκέψεις και αισθήματα, είναι η «εχεφρονούσα» χοντρή συλλογή Στρέλετς, όπου τα ποιήματα, άρθρα και γράμματα του Σολογκούμπ, του Ροζάνοβ, του Μπέλενσον, του Κούζμιν, του Χόλλερμπαχ και άλλων έχουν τυπωθεί σε τρακόσια αντίτυπα αριθμημένα. Ένα μυθιστόρημα για τη ζωή στη Ρώμη, γράμματα γύρω από την ερωτική λατρεία του βοδιού Άπις, ένα άρθρο για την Αγιά Σοφιά –το γήινο και το ουράνιο! Τρακόσια αντίτυπα αριθμημένα... τι χολόσκασμα, τι σπαραγμός!
Και σε λίγο θα σπρωχτείς με ένα ρόπαλο στο σταύλο τον παλιό, λαέ που δε σέβεσαι όσια και ιερά. (Ζιναΐντα Χίππιους[11], Τελευταία Ποιήματα, 1914-1918).
Σίγουρα αυτό δεν είναι ποίηση, όμως τι δημοσιογραφικό ταλέντο! Σε τι αμίμητο κομάτι ζωής καταλήγει αυτή η προσπάθεια της παρακμιακής ποιήτριας να χειριστεί ένα ρόπαλο (σε στίχους!) Όταν η Ζιναΐντα Χίππιους απειλεί το λαό με το μαστίγιο «για την αιωνιότητα», υπερβάλλει, ολοφάνερα, θέλει όμως να μας κάνει να καταλάβουμε ότι οι κατάρες της θ’ αναστατώσουν τις καρδιές μέσα στους αιώνες. Σ’ αυτή την υπερβολή, την ολότελα συγχωρητέα λόγω των περιστάσεων, μπορεί να δει κανείς καθαρά τη φύση του συγγραφέα. Χτες ακόμα είταν μια κυρία της Πετρούπολης περιπαθής, πλούσια σε ταλέντα, φιλελεύθερη, μοντέρνα. Μονομιάς αυτή η κυρία η τόσο γεμάτη με τις ίδιες της τις επιτηδεύσεις ανακαλύπτει τη μαύρη αχαριστία του όχλου «σε σιδερένια παπούτσια» και, προσβλημένη στα άγια των αγίων της, μεταμορφώνει την ανήμπορη λύσσα της σε στριγγιά γυναικεία κραυγή (πάντα σε στίχους).
Αληθινά, όσο κι αν η κραυγή της δεν αναστατώνει τις καρδιές, θα προκαλέσει το ενδιαφέρον. Μέσα σε εκατό χρόνια ο ιστορικός της Ρωσικής Επανάστασης θα υπογραμμίσει ίσως πως ένα σιδερένιο παπούτσι, τσακίζοντας το λυρικό δαχτυλάκι μιας κυρίας της Πετρούπολης, αποκάλυψε την αληθινή κατέχουσα μάγισσα κάτω από την παρακμιακή χριστιανική μάσκα, τη μυστικιστική ή ερωτική. Και η Ζιναΐντα Χίππιους, η αληθινή μάγισσα, κάνει ποιήματα ανώτερα από τους άλλους, πιο τέλεια, όμως πιο «ουδέτερα», δηλαδή νεκρά.
Σαν βρείτε μέσα σε τόσες φυλλάδες και βιβλιαράκια «ουδέτερα» το Σπίτι των Θαυμάτων της Ιρέν Οντογιέβτζεβα, μπορείτε σχεδόν να φιλιώσετε με τον εκμοντερνισμένο ψευτορομαντισμό των σαλαμανδρών, των ιπποτών, των νυχτερίδων, της ετοιμοθάνατης σελήνης, χάρη σε δυο-τρεις αφηγήσεις της σκληρής ζωής των Σοβιέτ. Να μια μπαλλάντα για έναν Ιζβόστσικ (αμαξά) που ο κομμισσάριος Ζον τον σπρώχνει στο θάνατο καθώς και τ’ άλογό του. Να η ιστορία ενός στρατιώτη που πούλησε αλάτι ανακατεμένο με κοπανισμένο γυαλί, τέλος μια μπαλλάντα για τον τρόπο που τα υδραγωγεία μολύνονται στην Πετρούπολη. Τα θέματα είναι σε μικρή κλίμακα και θά ’πρεπε πολύ ν’ αρέσουν στον εξάδελφο Γιώργο όπως και στη θεία Άννα. Παρ’ όλα αυτά, αναδίνουν μια μικρή ανταύγεια της ζωής, δεν είναι μόνο αργοπορημένοι αντίλαλοι από μελωδίες, παλιοτραγουδισμένες και καταχωρημένες στις ανθολογίες. Για μια στιγμή είμαστε έτοιμοι να σμίξουμε με τον εξάδελφο Γιώργο. Είναι ποιήματα πολύ - πολύ όμορφα. Εμπρός, δεσποινίς!
Δε μιλάμε μόνο για τους «γέρους» που επιζήσανε τον Οκτώβρη. Υπάρχει επίσης, στο περιθώριο του Οκτώβρη, μια ομάδα από νέους λογοτέχνες και ποιητές. Δεν ξέρω με τρόπο πολύ σίγουρο πόσο νέοι είναι αυτοί οι νέοι, όμως, όπως και νά ’ναι, πριν από τον πόλεμο και πριν από την Επανάσταση, ή είταν αρχάριοι ή δεν είχαν ακόμα αρχίσει. Αυτοί γράφουν νουβέλλες, μυθιστορήματα, ποιήματα με κείνη την τέχνη την όχι πολύ ατομικοποιημένη που είχε πέραση άλλοτε. Έτσι τότε αναγνωριζόντανε. Η Επανάσταση («το σιδερένιο παπούτσι») στούμπισε τις ελπίδες τους. Αφήνουν τους άλλους να πιστεύουν, στο μέτρο που το μπορούν, πως τίποτα πραγματικά δεν έχει γίνει, και στους στίχους και στα πεζά τους τα απογυμνωμένα από πρωτοτυπία εκφράζουν μια πληγωμένη έπαρση. Ωστόσο, από καιρό σε καιρό, ανακουφίζουν τις ψυχές τους κρυφοπαιζογελώντας.
Αρχηγός όλης αυτής της ομάδας είναι ο Ζαμιάτιν, ο συγγραφέας των Νησιωτών[11]. Να πούμε την αλήθεια έχει πάρει για θέμα τους Άγγλους. Ο Ζαμιάτιν τους γνωρίζει και τους ζωγραφίζει αρκετά καλά σε μια σειρά σκίτσα, όμως απ’ έξω, σαν ξένος παρατηρητής προικισμένος, όχι όμως πολύ απαιτητικός. Κάτω από τον ίδιο τίτλο έβαλε σκίτσα με Ρώσους «νησιώτες» μέλη κείνης της ιντελλιγκέντσιας που ζει πάνω σ’ ένα νησί καταμεσίς στον ξένο και εχθρικό ωκεανό της σοβιετικής πραγματικότητας. Εδώ ο Ζαμιάτιν είναι πιο επιτήδιος, όχι όμως πιο βαθύς. Στο τέλος της γραφής είναι ο ίδιος ένας «νησιώτης» και μάλιστα από ένα πολύ μικρό νησάκι της τσαρικής Ρωσίας. Είτε γράφει για τους Ρώσους του Λονδίνου είτε για τους Άγγλους του Λένινγκραντ, ο Ζαμιάτιν παραμένει ένας εμιγκρές του εσωτερικού. Από το ύφος του, το κάπως επιτηδευμένο, που εκφράζει τους καλούς φιλολογικούς τρόπους που του μοιάζουν (και συνορεύουν με τον σνομπισμό) ο Ζαμιάτιν φαίνεται νά ’ταν πλασμένος για να διδάξει κύκλους νεαρών «νησιωτών», φωτισμένων και στείρων[12].
Οι πιο ομολογημένοι «Νησιώτες» είναι τα μέλη της ομάδας του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας. Δεν ξέρουν τι να την κάνουν την υψηλή τεχνική τους ούτε τον εαυτό τους. Ό,τι γίνεται γύρω τους το θεωρούν εχθρικό ή, τουλάχιστο, ξένο. Σκεφτήτε λοιπόν: αυτοί οι άνθρωποι ζούνε μέσα στο πνεύμα του θεάτρου του Τσέχοφ. Οι τρεις Αδελφές και Ο Θείος Βάνιας σήμερα! Για ν’ αφήσουν να περάσει ο κακός καιρός –ο κακός καιρός δεν κρατάει πολύ– έπαιξαν την Κόρη της Μαντάμ Ανγκό, που, έξω από κάθε άλλο υπολογισμό, τους έδοσε μια μικρή ευκαιρία να σφεντονίσουν τις επαναστατικές αρχές. Τώρα αποκαλύπτουν στον Ευρωπαίο μπλαζέ και στον Αμερικάνο που τ’ αγοράζει όλα, πόσο ωραίο είταν το περιβόλι της παλιάς φεουδαλικής Ρωσίας και πόσο εκλεπτυσμένα και περιπαθή είταν τα θέατρά της. Ωραίος κ’ ευγενικός θίασος που πεθαίνει για ένα θεατρικό τεφαρίκι! Η πολυτάλαντη Αχμάτοβα[13] εκεί δεν ανήκει;
Η «Γκίλντα των ποιητών» περιλαβαίνει τους πιο φωτισμένους στιχοπλόκους. Αυτοί γνωρίζουν γεωγραφία, ξέρουν να διακρίνουν το ροκοκό από το γοτθικό, εκφράζονται στα γαλλικά και είναι στον υπέρτατο βαθμό μύστες της κουλτούρας. Σκέφτονται, πολύ σωστά, πως «η κουλτούρα μας έχει ακόμα ένα ελαφρό παιδικό ζητακισμό» (Γεώργιος Αντάμοβιτς). Ένα επιφανειακό λουστράρισμα δε θα μπορούσε να τους γοητεύσει. «Η εξωτερική γυαλάδα δε μπορεί να πάρει τη θέση της αληθινής κουλτούρας» (Γεώργιος Ιβάνοβ). Το γούστο τους είναι αρκετά καλό για να παραδεχτούν ότι ο Όσκαρ Ουάϊλντ είναι στο τέλος - τέλος ένας σνομπ, όχι ένας ποιητής, και πάνω σ’ αυτό δε μπορεί κανείς να διαφωνήσει μαζί τους. Περιφρονούν εκείνους που δεν αποδίδουν αξία στη «σχολή», δηλαδή στην πειθαρχία, στη γνώση, στην έξαρση, κ’ ένα τέτοιο αμάρτημα δε μας είναι ξένο. Γυαλίζουν με πολλή φροντίδα τα ποιήματά τους. Πολλοί απ’ αυτούς, ο Οτσούπ, λόγου χάρη, έχουν ταλέντο. Ο Οτσούπ είναι ποιητής της θύμησης, του δράματος και της ανησυχίας. Σε κάθε βήμα πέφτει στο παρελθόν. Το μόνο πράγμα που αποτελεί γι’ αυτόν τη «χαρά της ζωής» είναι η μνήμη. «Βρήκα το ίδιο μια θέση και για μένα: παρατηρητής ποιητής κι αστός αντλώντας τη ζωή μου από το θάνατο», λέει με τρυφερή ειρωνεία. Όμως η ανησυχία του δεν είναι υστερική, το αντίθετο, σχεδόν αρμονική. Είναι η ανησυχία ενός Ευρωπαίου με αυτοκυριαρχία και, που είναι αληθινά παρηγορητικό, μια ανησυχία ολότελα καλλιεργημένη, δίχως κανένα μυστικιστικό τίναγμα. Γιατί όμως η ποίηση όλων αυτών των ανθρώπων να μη λουλουδίζει; Γιατί δε δημιουργούν τη ζωή, δε συμμετέχουν στην έκκριση των χυμών και αισθημάτων της, γιατί είναι μόνο όψιμοι ξαφριστές, οι επίγονοι μιας κουλτούρας θρεμένης με το αίμα των άλλων. Είναι μιμητές καλλιεργημένοι κι ακόμα εξαίρετοι, ηχεροί αντίλαλοι, πολυδιαβασμένοι, προικισμένοι, μα τίποτα παραπάνω.
Κάτω από τη μάσκα του πολιτισμένου κοσμοπολίτη, ο ευγενής Βερσίλοβ στάθηκε στον καιρό του ο πιο φωτισμένος τσανακογλείφτης της ξένης κουλτούρας. Είχε ένα γούστο γεννημένο από πολλές γενιές της τάξης των ευγενών. Στην Ευρώπη βρισκόταν σχεδόν σα στο σπίτι του. Με συγκατάβαση ή με ειρωνική περιφρόνηση θωρούσε από το ύψος του το ριζοσπάστη ιεροσπουδαστή που παράθετε χωρία από τον Πισσάρεβ, ή που πρόφερε τα γαλλικά του με τόνο επαρχιώτικο και που οι τρόποι του... κοντολογίς, ας μη μιλάμε για τρόπους. Ωστόσο κείνος ο ιεροσπουδαστής του 1860, όπως κι ο διάδοχος του 1870 χτίσανε τη ρωσική κουλτούρα τον καιρό που ο Βερσίλοβ αποκαλυπτόταν οριστικά σαν ο πιο στείρος από τους ξαφριστές της κουλτούρας.
Οι ρώσοι καντέτοι, αυτοί οι αργοπορημένοι αστοφιλελεύθεροι των αρχών του 20ου αιώνα, είναι πολύ διαποτισμένοι από σεβασμό κι ακόμα από φοβισμένη ευσέβεια για την κουλτούρα, τα σταθερά της θεμέλια, τις μορφές της και το άρωμά της, αν και από μόνοι τους δεν είναι τίποτ’ άλλο από μηδενικά. Γυρίστε πίσω, μετρήστε την ανυπόκριτη περιφρόνηση με την οποία αυτοί οι καντέτοι κοίταζαν το μπολσεβικισμό από το ύψος της κουλτούρας τους σαν επαγγελματίες συγγραφείς και δικηγόροι, και συγκρίνετέ την με την περιφρόνηση που η ιστορία έδειξε για τους ίδιους αυτούς καντέτους. Για τί πρόκειται; Είναι η ίδια περίπτωση του Βερσίλοβ μεταφερμένη απλώς στο επίπεδο των απασχολήσεων ενός αστού καθηγητή. Η κουλτούρα των καντέτων έχει αποκαλυφθεί απλή αργοπορημένη ανταύγεια από ξένες κουλτούρες πάνω στην εδαφική επιφάνεια της ρωσικής κοινής γνώμης. Ο φιλελευθερισμός υπήρξε, στην ιστορία της Δύσης, ένα ισχυρό κίνημα ενάντια στις γήινες και ουράνιες αρχές, και μέσα στη λαύρα της επαναστατικής του πάλης πλούτισε τον υλικό πολιτισμό μαζί και την κουλτούρα. Η Γαλλία, όπως τη γνωρίζουμε, με τον καλλιεργημένο λαό της, τους εξευγενισμένους τρόπους της και την αβρότητα που έχει ενσωματωθεί στη σάρκα και το αίμα των μαζών της, έχει βγει, μοντελαρισμένη όπως είναι, από το χωνευτήρι πολλών επαναστάσεων. Το «βαρβαρικό» προτσέσο των διχασμών, των ξεσηκωμών, των καταστροφών, άφησε κι αυτό τα αποθέματά του στη σημερινή γαλλική γλώσσα, σημαδεύοντάς την με τις δυνατές πλευρές της και τις αδυναμίες της, με την ακρίβειά της και την ακαμψία της. Το ίδιο έγινε και με το στυλ της γαλλικής τέχνης. Για να δόσει καινούργια ευλυγισία και καινούργια πλαστικότητα στη γαλλική γλώσσα θα χρειαστεί, ας ειπωθεί παρεκβατικά, μια άλλη μεγάλη επανάσταση, όχι της γλώσσας μα της γαλλικής κοινωνίας. Μια τέτοια επανάσταση είναι το ίδιο αναγκαία για ν’ ανεβάσει τη γαλλική τέχνη, την τόσο συντηρητική σ’ όλες τις καινοτομίες της, σε άλλο επίπεδο, ανώτερο.
Όμως οι καντέτοι μας, αυτοί οι όψιμοι μιμητές του φιλελευθερισμού, επιχείρησαν να τραβήξουν από την ιστορία, τσάμπα, την αφρόκρεμα του κοινοβουλευτισμού, της ραφιναρισμένης ευγένειας, της εναρμονισμένης τέχνης (πάνω στη στέρεη βάση του κέρδους και της προσόδου). Ο Αντάμοβιτς, ο Ιρέτσκι και πολλοί άλλοι είναι ικανοί να μελετήσουνε το ατομικό ή συλλογικό στυλ της Ευρώπης, να διαποτιστούν απ’ αυτό ή ακόμα να το εισαγάγουν κ’ έπειτα να δείξουν, ξεσηκώνοντάς το, πως δεν έχουν αληθινά τίποτα να πούνε. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δημιουργείς κουλτούρα, σημαίνει μόνο ότι αρπάζεις την κρέμα της.
Όταν κάποιος καντέτος εστέτ κάνει ένα μακρινό ταξίδι μέσα σ’ ένα βαγόνι για ζώα, κ’ έρχεται να μας διηγηθεί, μουρμουρίζοντας ανάμεσα στα δόντια του, πως αυτός, ένας Ευρωπαίος τόσο καλοαναθρεμένος, με την καλύτερη μασέλα του κόσμου και λεπτόλογη γνώση της τεχνικής του αιγυπτιακού μπαλέτου, εξαναγκάζεται από κείνη τη χωριατοεπανάσταση να ταξιδεύει μαζί με ψειριασμένους διακονιάρηδες, δοκιμάζουμε αναγούλα για τα ψεύτικα δόντια, για την τεχνική του μπαλέτου και για όλη κείνη την κουλτούρα την κλεμένη από τα μαγαζιά της Ευρώπης. Αρχίζει να μεγαλώνει η πεποίθηση ότι η παραμικρή ψείρα κείνου του κουρελή ψωμοζήτη είναι πιο σημαντική, πιο αναγκαία, να πούμε έτσι, στο μηχανισμό της ιστορίας, απ’ αυτόν τον εγωιστή τον φροντισμένα καλλιεργημένο κι ολότελα στείρο.
Προπολεμικά, όταν οι ξαφριστές της κουλτούρας δεν είχαν ακόμα γίνει τετράποδα για να ουρλιάζουν πατριωτικά, άρχιζε να αναπτύσσεται σε μας ένα δημοσιογραφικό στυλ. Βέβαια, ο Μιλιουκόβ εξακολουθούσε να τσαμπουνάει και να μουντζαλώνει το χαρτί με άρθρα επαγγελματία κοινοβουλευτικού· ο κολλήγας εκδότης του, ο Χέσσεν, πρόσφερε ακόμα τα καλύτερα υποδείγματα «διαδικασίας διαζυγίου», όμως, γενικά, αρχίζαμε να ξεχνάμε τους σπιτίσιους δρόμους μας παραδοσιακά λασπωμένους για το σαρακοστιανό ξύγγι του Ρούσκιε Βγιέντομοστι[14]. Αυτή η ελάχιστη πρόοδος στη δημοσιογραφία σύμφωνα με την ευρωπαϊκή μανιέρα (και πληρωμένη, ας το σημειώσουμε, με το αίμα της Επανάστασης του 1905, αφού απ’ αυτήν βγήκαν τα κόμματα κ’ η Δούμα) πνίγηκε σχεδόν χωρίς ν’ αφήσει ίχνη μέσα στα κύματα της Επανάστασης του 1917. Οι καντέτοι, που σήμερα ζούνε στο εξωτερικό, ειδικοί στο διαζύγιο και μη, υπογραμμίζουν παμπόνηρα τις λογοτεχνικές αδυναμίες του σοβιετικού τύπου. Αληθινά, γράφουμε άσκημα, δίχως στυλ, ακόμα και χειρότερα από το Ρούσκιε Βγιέντομοστι. Αυτό πάει να πει πως είμαστε σε μια μεταβατική περίοδο ανάμεσα στη μίμηση, την απεραντολογία του αγορασμένου δικηγόρου από το ένα μέρος, κι από το άλλο στο μεγάλο πολιτιστικό κίνημα ενός ολόκληρου λαού που, αν του δοθεί λίγος χρόνος, θα δημιουργήσει ο ίδιος το δικό του στυλ, στη δημοσιογραφία όπως κι αλλού.
Έρχεται έπειτα μια άλλη κατηγορία, οι rallies[15]. Είναι ένας γαλλικός πολιτικός όρος. Έτσι ονομάστηκαν οι παλιοί βασιλόφρονες που φιλιώσανε με τη Δημοκρατία. Εγκαταλείψανε την πάλη για το βασιλιά, ακόμα και τις ελπίδες τους σ’ αυτόν, και μεταφράσανε πιστά τη βασιλοφροσύνη τους σε δημοκρατική γλώσσα. Κανένας απ’ αυτούς δε θα μπορούσε να γράψει τη Μασσαλιώτιδα, ακόμα κι αν δεν είχε ποτέ γραφτεί προτήτερα, και είναι αμφίβολο πως τραγούδησαν μ’ ενθουσιασμό τις στροφές της εναντίον των τυράννων. Όμως αυτοί οι rallies ζούσαν κι άφηναν και τους άλλους να ζούνε. Υπάρχουν μερικοί απ’ αυτούς τους rallies ανάμεσα στους σημερινούς ποιητές, καλλιτέχνες και ηθοποιούς. Δε συκοφαντούνε και δε βρίζουνε· αντίθετα, αποδέχονται την κατάσταση πραγμάτων, όμως γενικόλογα και «χωρίς να αναλαβαίνουν την ευθύνη της». Όπου συμφέρει, είναι διπλωματικά σιωπηλοί ή περνάνε νόμιμα «δίπλα» από τα πράγματα. Γενικά είναι υπομονετικοί και συμμετέχουν, στο μέτρο που το μπορούν. Δεν κάνω υπαινιγμό στην ομάδα «Αλλαγή κατεύθυνσης» που έχει τη δική της ιδεολογία. Μιλάω μόνο για τους ήσυχους φιλισταίους της τέχνης, τους τακτικούς λειτουργούς της, που συχνά δε στερούνται από ταλέντο. Αυτούς του rallies τους βρίσκουμε σε πορτραίτα «σοβιετικά» και είναι καμιά φορά μεγάλοι καλλιτέχνες. Έχουν έκφραση, δεξιοτεχνία, ό,τι χρειάζεται. Ωστόσο τα πορτραίτα είναι αγνώριστα. Γιατί; Γιατί ο καλλιτέχνης δε δείχνει βαθύ ενδιαφέρον για τα θέματά του, δεν έχει πνευματική συγγένεια μ’ αυτά, ζωγραφίζει ένα ρώσο μπολσεβίκο όπως συνήθιζε να ζωγραφίζει μια καράφα ή ένα γουλί για την Ακαδημία, κ’ ίσως με περισσότερη αδιαφορία ακόμα.
Δε δίνω ονόματα, γιατί αυτοί αποτελούν ολόκληρη ομοταξία. Αυτοί οι rallies δεν κατεβάζουν τ’ άστρα από τον ουρανό και δεν εφεύρανε το μπαρούτι. Είναι όμως χρήσιμοι και αναγκαίοι, σαν λίπασμα για την καινούργια κουλτούρα. Κι αυτό δεν είναι λίγο.
Ότι η τέχνη που μένει στο περιθώριο του Οκτώβρη είναι δίχως φύλο, αυτό φαίνεται καθαρά στην τύχη που περίμενε τις αναζητήσεις και ευρήματα διανοητικής ή θρησκευτικής τάξης που είχαν «γονιμοποιήσει» το κύριο ρεύμα της προεπαναστατικής λογοτεχνίας, δηλαδή το συμβολισμό. Μερικές λέξεις πάνω σ’ αυτό είναι εδώ αναγκαίες.
Στην αρχή του αιώνα η ιντελλιγκέντσια πέρασε από τον υλισμό και το θετικισμό, κι ακόμα σε κάποιο μέτρο από το μαρξισμό διαμέσου της κριτικής φιλοσοφίας του Καντ, προς το μυστικισμό. Ανάμεσα στις δυο επαναστάσεις αυτή η καινούργια θρησκευτική συνείδηση τρεμούλιασε και σκόρπισε σε αδύναμες σπιθίτσες. Τώρα που ο βράχος της επίσημης ορθοδοξίας είχε σοβαρά κλονιστεί, αυτοί οι μυστικιστές των σαλονιών, καθένας με τον τρόπο του, εξουθενώνονται, αφού η νέα κλίμακα των πραγμάτων είναι πάρα πολύ μεγάλη γι’ αυτούς. Δίχως τη βοήθεια αυτών των προφητών του μπουντουάρ κι αυτών των καθαγιασμένων δημοσιογράφων, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονται παλιοί μαρξιστές, κι ακόμα ενάντιά τους, τα κύματα της επαναστατικής πλημμυρίδας ήρθαν να χτυπήσουν τους ίδιους τους τοίχους της ρωσικής Εκκλησίας, που δεν είχε γνωρίσει τη Μεταρρύθμιση. Αυτή αμύνθηκε εναντίον της ιστορίας με την ακαμψία, την ακινησία των μορφών της, με το αυτόματο τελετικό της και τη δύναμη του κράτους. Αυτή που είχε σκύψει ως τη γη μπροστά στον τσαρισμό, διατηρήθηκε σχεδόν αμετάβλητη για πολλά χρόνια ύστερα από την πτώση του απολυταρχικού σύμμαχου και προστάτη της. Ήρθε όμως κ’ η σειρά της. Η τάση «Καινούργιο Ορόσημο», που σκοπεύει να ανακαινίσει την Εκκλησία, επιχειρεί μιαν αργοπορημένη αστική μεταρρύθμιση, κάτω από το πρόσχημα της προσαρμογής στο σοβιετικό κράτος. H αστική μας πολιτική Επανάσταση τελείωσε –κι αυτό ακόμα ενάντια στην επιθυμία της μπουρζουαζίας– μερικούς μήνες μόνο πριν από την επανάσταση των εργαζόμενων μαζών. Η μεταρρύθμιση της Εκκλησίας δεν άρχισε παρά τέσσερα χρόνια μετά το προλεταριακό ξεσήκωμα. Αν η «ζωντανή Εκκλησία»[16] επικυρώνει την κοινωνική επανάσταση, είναι μόνο γιατί γυρεύει να καμουφλαριστεί. Προλεταριακή Εκκλησία είναι αδύνατη. Η μεταρρύθμιση της Εκκλησίας σημαδεύει στόχους βασικά αστικούς, όπως η απαλλαγή της από τη μεσαιωνική δυσκινησία, η υποκατάσταση μιας πιο ατομικοποιημένης σχέσης των πιστών στην ουράνια ιεραρχία, στις γκριμάτσες του τελετικού και στο σαμανισμό[17]. Με μια λέξη, ο γενικός στόχος είναι να δόσουν στη θρησκεία και στην Εκκλησία μεγαλύτερη ευλυγισία και ικανότητα προσαρμογής. Τα τέσσερα πρώτα χρόνια η Εκκλησία προστάτεψε τον εαυτό της από την προλεταριακή επανάσταση μ’ ένα συντηρητισμό σκοτεινό και αδιάλλακτο. Τώρα περνάει στη Νεπ. Αν η σοβιετική Νεπ ζευγαρώνει τη σοσιαλιστική οικονομία και τον καπιταλισμό η Νεπ της Εκκλησίας είναι ένα αστικό μπόλιασμα πάνω στο φεουδαλικό κορμό. Η αναγνώριση του εργατικού καθεστώτος υπαγορεύεται, όπως έχει ήδη ειπωθεί, από το νόμο του μιμητισμού.
Ωστόσο, ο κλονισμός της αποαιώνιας διάρθρωσης της Εκκλησίας έχει αρχίσει. Στ’ αριστερά –η «ζωντανή Εκκλησία» έχει κι αυτή την αριστερή της πτέρυγα– υψώνονται φωνές ακόμα πιο ριζοσπαστικές. Πιο αριστερά ακόμα βρίσκονται εξτρεμιστικές αιρέσεις. Ένας απλοϊκός ορθολογισμός, που αρχίζει μόλις ν’ αφυπνίζεται, ανοίγει τη γη στα υλιστικά και αθεϊστικά σπέρματα. Μια εποχή από μεγάλα ξεσηκώματα και μεγάλες πτώσεις έχει φτάσει σ’ αυτό το βασίλειο που έχει προαγγελθεί ότι δεν είταν αυτού του κόσμου. Πού είναι τώρα η «καινούργια θρησκευτική συνείδηση»; Πού είναι οι προφήτες και οι αναμορφωτές των φιλολογικών σαλονιών ή των κύκλων του Λένινγκραντ και της Μόσχας; Πού είναι η ανθρωποσοφία; Δεν έρχεται από τη μεριά τους ούτε πνοή ούτε ψίθυρος. Οι φτωχοί ομοιοπαθητικοί μυστικιστές νιώθουν σαν σπιτίσιες παραχαϊδεμένες γάτες, ριγμένες ξαφνικά πάνω στον πάγο που σπάει την ώρα της αποχιονιάς. Τα δύσκολα αυριανά της πρώτης επανάστασης γέννησαν την «καινούργια θρησκευτική συνείδησή» τους, η δεύτερη επανάσταση την τσάκισε.
Ο Μπερντιάγιεβ, λόγου χάρη, εξακολουθεί να κατηγοράει όσους δεν πιστεύουν στο Θεό, όσους δε νιάζονται για τη μελλοντική ζωή, ότι είναι μπουρζουάδες. Το πράγμα είναι αλήθεια διασκεδαστικό. Από το σύντομο δεσμό αυτού του συγγραφέα με τους σοσιαλιστές του έχει μείνει η λέξη «μπουρζουάς», που την εφαρμόζει στο σοβιετικό αντίχριστο. Η δυστυχία είναι ότι οι ρώσοι εργάτες δεν είναι καθόλου θεοφοβούμενοι, ενώ οι μπουρζουάδες έχουν γίνει πιστοί... από τότε που έχασαν την ιδιοκτησία τους. Ένα από τα πολλά ατοπήματα της Επανάστασης συνίσταται σε τούτο, ότι απογυμνώνει ολότελα τις κοινωνικές ρίζες της ιδεολογίας.
Η «καινούργια θρησκευτική συνείδηση» έσβησε, όχι όμως χωρίς ν’ αφήσει κάποια ίχνη στη λογοτεχνία. Ολόκληρη γενιά από ποιητές που είχαν αποδεχτεί την Επανάσταση του 1905 σαν μια νύχτα του Άη Γιάννη και είχαν κάψει τα λεπτά φτερά τους στις χαρμόσυνες φωτιές της, άρχισαν να εισάγουν την ουράνια ιεραρχία στις ρίμες τους. Αυτοί ανταμώσανε με τη μεσοεπαναστατική νεολαία. Επειδή όμως οι ποιητές, σύμφωνα με μια κακή παράδοση, είχαν άλλοτε, στις δύσκολες στιγμές, τη συνήθεια να στρέφονται προς τις Νύμφες, τον Πάνα, τον Άρη και την Αφροδίτη, στις μέρες μας ο Όλυμπος εθνικοποιήθηκε για τις ανάγκες της ποιητικής μορφής. Στο τέλος - τέλος, να διαλέξουν ανάμεσα στον Άρη και τον Άη Γιώργη δεν είναι παρά ζήτημα ρυθμού, τροχαϊκού ή ιαμβικού. Το δίχως άλλο, πίσω απ’ όλα αυτά, σε μερικούς ή πολλούς, κρυβόντανε ορισμένες εμπειρίες, και κυρίως κείνη του φόβου. Ήρθε ο πόλεμος και διέλυσε το φόβο της ιντελλιγκέντσιας μέσα στη γενική αγωνία. Ήρθε έπειτα η Επανάσταση και συμπύκνωσε αυτό το φόβο σε πανικό. Τι μπορούσε να περιμένει κανείς; Σε ποιον να στραφεί; Από τι να γαντζωθεί; Τίποτ’ άλλο δεν έμεινε από τις Άγιες Γραφές. Πολύ λιγοστοί έχουν τώρα την επιθυμία να αναταράξουν το καινούργιο θρησκευτικό ρευστό διϋλισμένο πριν από τον πόλεμο στου Μπερντιάγιεβ και σ’ άλλα φαρμακεία· όσοι έχουν ανάγκη από μυστικισμό κάνουν απλώς το σταυρό τους σαν τους προγόνους τους. Η Επανάσταση έξυσε και ξέπλυνε το προσωπικό τατουάζ, αφήνοντας ξέσκεπο ό,τι υπήρχε παραδοσιακό, φυλετικό, παρμένο μαζί με το μητρικό γάλα και που δεν είχε διαλυθεί από τον κριτικό λόγο εξαιτίας της αδυναμίας του και της αναντρίας του. Από την ποίηση ο Ιησούς δεν απουσιάζει ποτέ. Και στον αιώνα της μηχανοποιημένης υφαντουργίας, η ρόμπα της Παρθένας είναι το πιο ακριβό ποιητικό φαντό.
Νιώθει κανείς φρίκη με τις περισσότερες απ’ αυτές τις ποιητικές συλλογές, κυρίως των γυναικών. Εδώ, αληθινά, δε μπορείς να κάνεις βήμα δίχως το Θεό. Ο λυρικός κόσμος της Αχμάτοβα, της Σβετάγιεβα[18], της Ράντλοβα και άλλων ποιητριών, αυθεντικών ή υποτιθέμενων, είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Αγκαλιάζει την ίδια την ποιήτρια ένας άγνωστος με καπέλο ή με σπιρούνια και, άφευκτα, Θεός, δίχως κανένα ειδικό χαρακτηριστικό. Ο Θεός είναι ένα τρίτο πρόσωπο, πολύ βολικό και ευκολομετάφερτο, για οικιακή χρήση, ένας οικογενειακός φίλος που εκπληρώνει από καιρό σε καιρό χρέη γυναικολόγου. Πώς αυτό το άτομο, όχι πια πολύ νεαρό και φορτωμένο με τις προσωπικές παραγγελίες, συχνότατα φορτικές, της Αχμάτοβα, της Σβετάγιεβα και των άλλων, μπορεί, στις χαμένες στιγμές του, να διευθύνει τα πεπρωμένα του κόσμου, αυτό είναι απλούστατα ακατανόητο. Για την Σκαπσκάγια, την τόσο οργανική, τόσο βιολογική, τόσο γυναικολογική (το ταλέντο της Σκαπσκάγια είναι πραγματικό) ο Θεός έχει κάτι από προξενητή κι από μαμή, δηλαδή όλες τις ιδιότητες της παντοδύναμης κακογλωσσιάς. Αν μια υποκειμενική νότα μπορεί να μας συγχωρηθεί εδώ, θα παραδεχόμασταν πρόθυμα ότι αυτός ο γυναικείος Θεός, με τους δυνατούς γοφούς, αν δεν είναι πολύ υποβλητικός, είναι πολύ πιο συμπαθητικός από το εκκολαπτόμενο κλωσσόπουλο της υπεραστρικής μυστικιστικής φιλοσοφίας.
Πώς να μη φτάσουμε τέλος στο συμπέρασμα ότι το κανονικό κεφάλι ενός διαπαιδαγωγημένου φιλισταίου είναι σκουπιδοτενεκές όπου η ιστορία ρίχνει παρεκβατικά τα τσόφλια και τα κατάλοιπα των ποικίλων πραγματώσεων της; Βλέπουμε εδώ την Αποκάλυψη, το Βολταίρο και το Ντάρβιν, το βιβλίο των ψαλμών, τη συγκριτική φιλολογία, την προπαίδεια και τη λαμπάδα. Ένα επαίσχυντο καρύκευμα που μας κάνει να νοσταλγούμε την άγνοια του ανθρώπου των σπηλαίων. Ο άνθρωπος, ο «βασιλιάς της φύσης» που θέλει αλάθευτα να «υπηρετεί», κουνάει την ουρά του ακούγοντας τη φωνή της «αθάνατης ψυχής» του! Στην εξέταση, η υποτιθέμενη ψυχή αποκαλύπτεται «όργανο» πολύ λιγότερο τέλειο και αρμονικό από το στομάχι ή το νεφρό: η «αθάνατη» έχει πολλές υποτυπώδεις αποφύσεις και θυλάκια γεμάτα από κάθε λογής γαγγραινώδη υγρά, μόνιμες αιτίες κνησμών και πνευματικών ελκών. Πότε - πότε αυτά σκάνε σε ρίμες που προσφέρονται τότε σαν ατομικιστική και μυστικιστική ποίηση, τυπωμένη σε κομψά τομίδια.
Τίποτα όμως, ίσως, δεν αποκάλυψε με τρόπο τόσο εσώτερα πειστικό την κενότητα και τη σήψη του διανοητικού ατομικισμού όσο η οικουμενική αγιοποίηση που ο Ροζάνοβ[19]είναι σήμερα το αντικείμενό της: φιλόσοφος «μεγαλοφυής» και προφήτης και ποιητής κι ακόμα, παρεκβατικά, ιππότης του πνεύματος. Κι ωστόσο ο Ροζάνοβ υπήρξε ένας διάσημος βρομιάρης, ένας άναντρος, ένα παράσιτο και μια ψυχή λακέ. Τέτοια είταν η αληθινή του ουσία και το ταλέντο του περιοριζότανε στην έκφραση αυτής της ουσίας.
Όταν κάνουν λόγο για τη «μεγαλοφυΐα» του Ροζάνοβ, προβάλλουν κυρίως τις αποκαλύψεις του στο σεξουαλικό τομέα. Αν όμως ένας από τους θαυμαστές του δοκίμαζε να συνάξει και να συστηματοποιήσει αυτό που ο Ροζάνοβ, στη γλώσσα του την τόσο τέλεια προσαρμοσμένη στις αποσιωπήσεις και στα διφορούμενα, έχει πει για την επίδραση του φύλου στην ποίηση, στη θρησκεία ή την πολιτική, θά ’βγαζε απ’ αυτό κάτι το πάρα πολύ φτωχό κι όχι πολύ καινούργιο. Η αυστριακή ψυχαναλυτική σχολή (Φρόιντ, Γιούγκ, Άλμπερτ Άντλερ κλπ.) πρόσφερε άπειρα μεγαλύτερη συμβολή στο ζήτημα του ρόλου που παίζει το σεξουαλικό στοιχείο στη διαμόρφωση του ατομικού χαρακτήρα και της κοινωνικής συνείδησης. Στο βάθος δεν υπάρχει εδώ σύγκριση. Ακόμα και οι πιο παράδοξες υπερβολές του Φρόιντ είναι άφταστα πιο σημαντικές και πιο καρποφόρες από τις αυθάδικες υποθέσεις του Ροζάνοβ, που χάνεται ολότελα μέσα στη θελημένη βλακεία και την πιο ανούσια φλυαρία, σπάζει τις ανοιγμένες πόρτες και λέει ψέματα για δυο.
Πρέπει ωστόσο να δεχτεί κανείς ότι οι εμιγκρέδες του εξωτερικού ή του εσωτερικού, που δε ντρέπονται να λιβανίζουν το Ροζάνοβ και να υποκρίνονται μπροστά του, «έβγαλαν το λαγό». Με το διανοητικό παρασιτισμό του, τη χαμέρπειά του, την αναξιότητά του ο Ροζάνοβ δεν έκανε παρά να σπρώξει στη λογική τους τελείωση τα κοινά πνευματικά τους γνωρίσματα: την αναντρία μπροστά στη ζωή και την αναντρία μπροστά στο θάνατο.
Κάποιος Βικτόρ Χόβιν, θεωρητικός του φουτουρισμού ή κάποιου πράγματος του ίδιου είδους, μας βεβαιώνει ότι η παλιμβουλία του Ροζάνοβ προκύπτει από αιτίες πιο πολύπλοκες και πιο λεπτές· πως αν ο Ροζάνοβ έτρεξε προς την Επανάσταση (του 1905) δίχως να παρατήσει την αντιδραστική εφημερίδα Νόβογιε Βρέμια[20] κ’ ύστερα γύρισε στα δεξιά, είναι μόνο γιατί τρόμαξε από κείνο που ανακάλυπτε μέσα του –τη στόφα ενός υπεράνθρωπου και τον παραλογισμό. Αν έφτασε ως το σημείο να εκτελέσει τις διαταγές του υπουργού Δικαιοσύνης (στην υπόθεση Μπάϊλις)[21], αν έγραψε ταυτόχρονα αντιδραστικά στο Νόβογιε Βρέμια και φιλελεύθερα στο Ρούσκογιε Σλόβο[22] (με ψευδώνυμο), αν χρησίμεψε σα μεσάζοντας σε νεαρούς συγγραφείς για το Σουβόριν, όλα αυτά προέρχονταν από την πολυπλοκότητα και το βάθος της πνευματικής του φύσης. Αυτοί οι ηλίθιοι και ξεμωραμένοι απολογητές θά ’ταν τουλάχιστο κάπως πιο πειστικοί αν ο Ροζάνοβ είχε πλησιάσει την επανάσταση τη στιγμή όπου αυτή καταδιωκότανε για ν’ απομακρυνθεί απ’ αυτήν τη στιγμή της νίκης της. Είναι ίσα - ίσα αυτό που δεν έκανε ο Ροζάνοβ και δε μπορούσε να κάνει. Πανηγύρισε την καταστροφή του στρατόπεδου της Χοντύνκα[23] σαν θυσία εξαγνιστική, σε μια εποχή που ο αντιδραστικός Πομπεντονόστζεβ θριάμβευε. Τη Συντακτική Συνέλευση και την Τρομοκρατία, ό,τι το πιο επαναστατικό, το αποδέχτηκε τον Οκτώβρη 1905, όταν η νεαρή επανάσταση φαινόταν νά ’χει ρίξει κάτω τις υπάρχουσες δυνάμεις. Ύστερα από τις 3 Ιούνη 1907, ύμνησε τους ανθρώπους της 3 Ιούνη. Τη στιγμή της δίκης Μπάϊλις πάσκισε να αποδείξει ότι οι Εβραίοι μεταχειρίζονταν το αίμα των Χριστιανών για θρησκευτικούς σκοπούς. Λίγο πριν από το θάνατό του έγραψε, κάνοντας τη συνηθισμένη του ηλίθια γκριμάτσα, ότι οι Εβραίοι είταν «ο πρώτος λαός της γης», πράγμα που φυσικά δεν άξιζε περισσότερο από κείνο που είχε πει στη δίκη Μπάϊλις, αν και σε έννοια αντίθετη. Κείνο που είναι πιο αληθινό και πιο σταθερό στο Ροζάνοβ, είναι το σκουληκίσιο στριφογύρισμά του μπροστά στην εξουσία. Ένας σκουληκοσυγγραφέας, ένα σκουλήκι που στριφογυρίζει, γλιστράει, κολλάει, μαζεύεται κι απλώνεται ανάλογα με τις ανάγκες, και φέρνει σιχασιά σαν σκουλήκι. Ο Ροζάνοβ, μέσα στον ιδιαίτερο κύκλο του, εννοείται, χαρακτήρισε την Ορθόδοξη Εκκλησία κοπρώνα. Όμως σεβάστηκε τους τελετουργικούς τύπους από αναντρία (και για κάθε ενδεχόμενο) και σαν ήρθε η ώρα να πεθάνει κοινώνησε πέντε φορές (το ίδιο για κάθε ενδεχόμενο). Είταν υποκριτής με τον Ουρανό όπως είταν με τον εκδότη του και με τους αναγνώστες του.
Ο Ροζάνοβ πουλήθηκε δημόσια για χρήμα. Η φιλοσοφία του είταν σύμφωνη με τη ζωή του και προσαρμόστηκε σ’ αυτή. Το στυλ του, το ίδιο. Υπήρξε ο ποιητής του παραγωνιού, του άνετου διαμερίσματος. Κοροϊδεύοντας τους δασκάλους και τους προφήτες, δίδαξε πως το πιο σπουδαίο πράμα στη ζωή είταν το μαλακό, το ζεστό, το λιπαρό, το γλυκό. Η ιντελλιγκέντσια, κείνες τις τελευταίες δεκαετίες, αστικοποιούντανε γοργά και έκλινε πολύ προς το μαλακό και το γλυκό, όμως ανησυχούσε σύγκαιρα με το Ροζάνοβ όπως ανησυχεί ένας νεαρός αστός με μια βρομόγλωσση κοκότα που εμπιστεύεται δημόσια της γνώσεις της. Καθώς ο Ροζάνοβ ανήκε πάντα πραγματικά στην ιντελλιγκέντσια και καθώς, τώρα, οι παλιές διαιρέσεις της «πεπαιδευμένης» κοινωνίας έχουν χάσει κάθε σημασία, και η ίδια η κοινωνία κάθε ευπρέπεια, η μορφή του Ροζάνοβ παίρνει τιτάνιες διαστάσεις. Στη λατρεία του Ροζάνοβ ξαναβρίσκονται σήμερα οι θεωρητικοί του φουτουρισμού (Σκλόβσκι, Χόβιν), ο Ρεμίζοβ, οι ανθρωποσοφιστές ονειροπόλοι, ο πεζός Ιωσήφ Χέσσεν, πρώην δεξιός και πρώην αριστερός! «Ωσαννά στο παράσιτο! Μας έμαθε ν’ αγαπάμε τις γλύκες, ονειρευτήκαμε άλμπατρος και χάσαμε τα πάντα. Και νά μας παραπεταμένοι από την ιστορία –και δίχως γλύκα».
Μια καταστροφή, προσωπική είτε κοινωνική, είναι πάντα μια έξοχη λυδία λίθος, γιατί αποκαλύπτει με τρόπο αλάθευτο τους αληθινούς προσωπικούς ή κοινωνικούς δεσμούς. Ύστερα από τον Οκτώβρη, η τέχνη που υπήρχε πριν απ’ αυτόν και που έγινε σχεδόν εξολοκλήρου αντεπαναστατική, έδειξε τον αδιάλυτο δεσμό της με τις ιθύνουσες τάξεις της παλιάς Ρωσίας. Τα πράγματα είναι τόσο ξάστερα τώρα ώστε δε χρειάζεται καν να τα δείξεις με το δάχτυλο. Ο γαιοκτήμονας, ο καπιταλιστής, ο στρατηγός, με στολή ή με πολιτικά, μετανάστευσαν μαζί με το δικηγόρο τους και τον ποιητή τους. Και αποφάνθηκαν όλοι τότε ότι η κουλτούρα είχε χαθεί. Φυσικά ο ποιητής θεωρούνταν ως τότε σαν ανεξάρτητος από το μπουρζουά και καυγάδιζε μάλιστα μαζί του. Όταν όμως το πρόβλημα τέθηκε με τη σοβαρότητα της επανάστασης, ο ποιητής αποκαλύφθηκε αμέσως παράσιτο ως το μεδούλι. Αυτό το ιστορικό μάθημα για την «ελεύθερη» τέχνη αναπτύχθηκε παράλληλα με το μάθημα για τις άλλες «ελευθερίες» της δημοκρατίας, κείνης της δημοκρατίας που σερνότανε πίσω από το Γιούντενιτς[24]. Στις νεώτερες εποχές η τέχνη, ατομική και επαγγελματική μαζί, διαφορετικά από την παλιά συλλογική λαϊκή τέχνη, βλασταίνει μέσα στην αφθονία και τις ανέσεις των κυρίαρχων τάξεων και συντηρείται απ’ αυτές. Το στοιχείο της διαφθοράς που είταν σχεδόν αόρατο όταν οι κοινωνικές σχέσεις δεν είχαν διαταραχτεί, απογυμνώθηκε ωμά όταν το τσεκούρι της Επανάστασης έριξε κάτω τα παλιά στυλώματα.
Η ψυχολογία του παρασιτισμού και της πορνείας δεν είναι καθόλου ισοδύναμη με κείνη της υπακοής, της ευγένειας ή του σεβασμού. Αντίθετα συνεπάγεται καυγάδες πολύ σοβαρούς, εκρήξεις, διχόνοιες, απειλές ολικής ρήξης, αλλά μόνο απειλές. Ο Φομά Φόμιτς Οπίσκιν[25], ο κλασικός τύπος του παλιού παράσιτου των ευγενών, με «ψυχολογία», βρισκότανε σχεδόν πάντα σε κατάσταση κατοικίδιας εξέγερσης. Αν θυμάμαι όμως καλά, δεν τράβηξε ποτέ μακρύτερα από το τελευταίο σταροάμπαρο. Είναι βέβαια πολύ σκληρό και, όπως και ν ’ναι, όχι ευγενικό, να συγκρίνουμε τον Οπίσκιν με τους ακαδημαϊκούς και τους σχεδόν κλασικούς Μπούνιν, Μερεσκόβσκι, Ζιναΐντα Χίππιους, Κοτλιαρέβσκι, Ζάϊτσεβ, Ζαμιάτιν και άλλους. Πρέπει όμως να τραγουδήσουμε το τραγούδι της ιστορίας όπως είναι. Αυτοί αποκαλύφθηκαν πόρνοι και παράσιτα. Και μ’ όλο που ορισμένοι απ’ αυτούς διαμαρτύρονται γι’ αυτό με τρόπο βίαιο, η πλειονότητα των εμιγκρέδων του εσωτερικού, ως ένα μέρος εξαιτίας των περιστάσεων πάνω στις οποίες δεν ασκούν κανέναν έλεγχο, και κυρίως, πρέπει να το σκεφτεί κανείς, εξαιτίας του ταμπεραμέντου τους, είναι απλά και μόνο θλιμένοι που η πορνική κατάστασή τους ξεράθηκε στην πηγή της, και η μελαγχολία τους εξαντλείται σε αναπολήσεις, σε εμπειρίες αναμασημένες.
Η μεσοεπαναστατική λογοτεχνία (1905-1917), παρακμιακή στη διάθεσή της και στη σημασία της, υπερεκλεπτυσμένη στην τεχνική της, λογοτεχνία ατομικισμού, συμβολισμού και μυστικισμού, βρήκε στο Μπιελύ την πιο υψηλή της έκφραση και υπήρξε διαμέσου αυτού η πιο ανοιχτά κατεστραμένη απ’ τον Οκτώβρη. Ο Μπιελύ πιστεύει στη μαγεία των λέξεων. Μπορεί κατά συνέπεια να πει κανείς για το άτομό του πως το φιλολογικό του ψευδώνυμο[26] μαρτυράει την αντίθεσή του στην Επανάσταση, αφού η μεγαλύτερη περίοδος επαναστατικής πάλης πέρασε με μάχες ανάμεσα σε Κόκκινους και Λευκούς.
Οι αναμνήσεις του Μπιελύ από το Μπλοκ, εκπληκτικές για τις ασήμαντες λεπτομέρειές τους και το αυθαίρετο ψυχολογικό μωσαϊκό τους, τονίζουνε αδρά την κατάσταση όπου βρίσκονται άνθρωποι μιας άλλης εποχής, ενός άλλου κόσμου, μιας περασμένη εποχής, ενός κόσμου που δε θα ξαναγυρίσει πια. Δεν είναι ζήτημα γενιάς, αφού αυτοί οι άνθρωποι ανήκουν στη γενιά μας, μα διαφορών κοινωνικής φύσης, διανοητικού τύπου, ιστορικής ρίζας. Για το Μπιελύ η Ρωσία είναι ένα απέραντο πράσινο λιβάδι, σαν το κτήμα της Γιάσναγια Πολιάνα ή του Σαχμάτοβο[27]. Σ’ αυτή την εικόνα της προεπαναστατικής και επαναστατικής Ρωσίας, που παρουσιάζεται σαν ένα πράσινο λιβάδι, περισσότερο ακόμα σαν λιβάδι της Γιάσναγια Πολιάνα ή του Σαχμάτοβο, νιώθει κανείς πόσο βαθιά βρίσκεται θαμένη η παλιά Ρωσία, η Ρωσία του γαιοκτήμονα και του κρατικού λειτουργού, καλύτερα, η Ρωσία του Τουργκένιεβ και του Γκοντσάροβ. Τι αστρονομική απόσταση ανάμεσα σ’ αυτήν και σε μας, και τι καλά που είναι τόσο αλαργινή! Τι πήδημα διαμέσου των αιώνων απ’ αυτή την παλιά Ρωσία ως τον Οκτώβρη!
Είτε πρόκειται για το λιβάδι Μπέζιν του Τουργκένιεβ, για το λιβάδι του Σαχμάτοβο του Μπλοκ, για το λιβάδι της Γιάσναγια Πολιάνα του Τολστόϊ, είτε για το λιβάδι του Ομπλόμοβ του Γκοντσάροβ, έχει κανείς την ίδια εικόνα γαλήνης και φυτικής αρμονίας. Οι ρίζες του Μπιελύ είναι στο παρελθόν. Και που βρίσκεται τώρα η παλιά αρμονία; Στο Μπιελύ όλα φαίνονται αναποδογυρισμένα, όλα είναι στραβά, όλα είναι χωρίς αρμονία. Γι’ αυτόν η γαλήνη της Γιάσναγια Πολιάνα δε μεταμορφώθηκε σε πήδημα προς τα μπρος, μα σε εξάψεις και σε χοροπηδήματα. Ο φαινομενικός δυναμισμός του Μπιελύ δεν κάνει άλλο παρά να γυρίζει γύρω - γύρω, είναι μια μάχη πάνω στους χωματόλοφους ενός παλιού καθεστώτος που διαλύεται και χάνεται. Οι λεκτικές συστροφές του δεν οδηγούν πουθενά. Δεν έχει ίχνος επαναστατικού ιδανικού. Πραγματικά, είναι ένας συντηρητικός ρεαλιστής διανοούμενος, που το έδαφος τού ’χει φύγει κάτω από τα πόδια και που είναι απελπισμένος γι’ αυτό. Οι Αναμνήσεις ενός Ονειροπόλου, ημερολόγιο εμπνευσμένο από το Μπλοκ, συνδυάζει τον απελπισμένο ρεαλιστή που καπνίζει η σόμπα του με το διανοούμενο το συνηθισμένο στο χουζούρι του πνεύματος και ο οποίος δε μπορεί να ονειρευτεί ζωή μακριά από το λιβάδι Σαχμάτοβο. Ο Μπιελύ, ο «ονειροπόλος», που τα πόδια του είναι στη γη και που στηρίζεται στο γαιοκτήμονα και το γραφειοκράτη, δεν κάνει άλλο παρά να φτύνει τούφες καπνό γύρω του.
Ατομικιστής, βγαλμένος από τον άξονά του, ξεριζωμένος από τις συνήθειές του, ο Μπιελύ θα’ θελε ν’ αντικαταστήσει ολόκληρο τον κόσμο, να χτίσει τα πάντα από τον εαυτό του και διαμέσου του εαυτού του, να ξαναβρεί όλο τον εαυτό του, όμως τα έργα του, άνισης καλλιτεχνικής αξίας, δεν κάνουν πάντα παρά να εξιδανικεύουν, διανοητικά ή ποιητικά, τις παλιές συνήθειες. Και να γιατί, σε τελευταία ανάλυση, αυτή η υπερβολική έγνια για τον εαυτό σου, αυτή η αποθέωση των συνηθισμένων γεγονότων της ίδιας της διανοητικής σου ρουτίνας, γίνονται τόσο ανυπόφορα στην εποχή μας όπου μάζα και ταχύτητα φτιάχνουν πραγματικά έναν καινούργιο κόσμο. Αν κάποιος γράφει με τρόπο τόσο πομπώδικο για τη συνάντησή του με το Μπλοκ, τότε πώς πρέπει να γράψει για τα μεγάλα γεγονότα που επηρεάζουνε τα πεπρωμένα των εθνών;
Στις παιδικές αναμνήσεις του Μπιελύ, Κοτίκ Λετάγιεβ, υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές φωτεινάδας, όχι πάντα καλλιτεχνικές, συχνά όμως πειστικές. Δυστυχώς, συνδέονται μεταξύ τους με απόκρυφες συζητήσεις, με φανταστικά βάθη, μια πληθωρική συσσώρευση από λέξεις και εικόνες που τις κάνουν ολότελα μάταιες. Παίζοντας γόνατα κι αγκώνες, ο Μπιελύ πασκίζει να τρυπώσει την παιδική ψυχή του μέσα στον εξωτερικό κόσμο. Βλέπει κανείς τα ίχνη από τους αγκώνες του σε όλες τις σελίδες, όμως εξωτερικός κόσμος δεν υπάρχει εκεί! Κι αλήθεια από πού θα ’ρχότανε;
Δεν πάει πολύς καιρός, ο Μπιελύ –πάντα απορροφημένος με τον εαυτό του, ιστορώντας ο ίδιος τον εαυτό του, περπατώντας γύρω από τον εαυτό του, μυρίζοντας και γλύφοντας τον εαυτό του– έγραψε για το άτομό του μερικές σκέψεις πολύ αληθινές: «Ίσως κάτω από τις θεωρητικές αφαιρέσεις μου για το «μάξιμουμ» να κρυβόταν ο μινιμαλιστής, ψηλαφώντας προσεχτικά το έδαφος. Πλησίαζα τα πάντα με τρόπο πλάγιο. Ψαχουλεύοντας το πεδίο από μακριά διαμέσου μιας υπόθεσης, ενός υπαινιγμού, μιας μεθοδολογικής απόδειξης, παραμένοντας σε μιαν προσεκτική αναποφασιστικότητα» (Αναμνήσεις από τον Αλέξαντρο Μπλοκ). Χαρακτηρίζοντας το Μπλοκ σα μαξιμαλιστή, ο Μπιελύ μιλάει για τον εαυτό του ολωσδιόλου σα για ένα μενσεβίκο (στο Άγιο Πνεύμα, εννοείται, όχι στην πολιτική). Αυτές οι λέξεις μπορεί να φαίνονται απροσδόκητες στην πέννα ενός Ονειροπόλου και ενός Ιδιόρρυθμου (με κεφαλαία) μα, στο τέλος-τέλος, μιλώντας τόσο για τον εαυτό του λέει κανείς καμιά φορά την αλήθεια. Ο Μπιελύ δεν είναι μαξιμαλιστής, καθόλου, μα μινιμαλιστής αδιαφιλονίκητος, μια αναλαμπή του παλιού καθεστώτος και των απόψεών του, υποφέροντας και στενάζοντας μέσα σε καινούργιο κλίμα. Και είναι απόλυτα αλήθεια πως πλησιάζει τα πάντα με τρόπο πλάγιο. Ολόκληρο το Άγιο Πετερσμπούργκ του είναι χτισμένο σύμφωνα με μέθοδες πλάγιες. Και να γιατί αυτό μοιάζει με γέννα. Ακόμα και κει όπου περιμένει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, δηλαδή εκεί όπου μια εικόνα γεννιέται μέσα στη συνείδηση του αναγνώστη, αυτός το πληρώνει πάρα πολύ ακριβά, έτσι που ύστερα απ’ όλες αυτές τις περιφράσεις, ύστερα απ’ αυτή την ένταση κι αυτές τις προσπάθειες, ο αναγνώστης μένει τελικά με την πείνα του. Είναι σα να σας πέρασαν μέσα σ’ ένα σπίτι από την καπνοδόχο και ν’ αντιληφτούν έπειτα ότι υπήρχε πόρτα απ’ όπου είταν πιο εύκολο να μπει κανείς.
Η ρυθμική πρόζα του είναι φοβερή! Οι φράσεις του δεν υπακούνε στην εσωτερική κίνηση της εικόνας μα σ’ ένα μέτρο εξωτερικό, που, στις αρχές, μπορεί να φαίνεται μόνο περιττό μα που δεν αργεί να σας κουράσει με τη δυσκινησία του και τελικά δηλητηριάζει ως και την ύπαρξή σας. Η βεβαιότητα πως μια φράση θα τελειώσει σύμφωνα με τέτοιο ρυθμό βαράει στα νεύρα, όπως, όταν χτυπημένος από αϋπνία, περιμένεις να ξανατρίξει το παντζούρι. Παράλληλα με τη μανία του ρυθμού έρχεται ο φετιχισμός της λέξης. Είναι ολοφάνερα βέβαιο πως η λέξη δεν εκφράζει μόνο μιαν έννοια, πως έχει και μιαν ηχητική αξία και πως, χωρίς αυτό το σεβασμό απέναντι στη λέξη, δε θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μαστοριά, στην πρόζα ή στην ποίηση. Ας μην αρνηθούμε στο Μπιελύ τις αρετές του σ’ αυτό τον τομέα. Όμως ακόμα και η πιο φορτωμένη και πιο ηχερή λέξη δε μπορεί να σημαίνει παραπάνω από κείνο που είχε βαλθεί σ’ αυτήν. Ο Μπιελύ γυρεύει στη λέξη, όπως οι Πυθαγόρειοι στον αριθμό, μια δεύτερη ξεχωριστή έννοια, απόκρυφη. Και να γιατί βρίσκεται συχνά στο αδιέξοδο. Αν σταυρώσετε το μέσο δάχτυλο με το δείχτη κι αγγίξετε ένα αντικείμενο, θα νιώσετε δυο αντικείμενα, μα αν επαναλάβετε το πείραμα θα νιώσετε άσκημα· αντί να χρησιμοποιήσετε σωστά την αίσθηση της αφής, κάνετε κατάχρησή της για να απατηθήτε. Οι καλλιτεχνικές μέθοδες του Μπιελύ δίνουν ολότελα αυτή την εντύπωση. Είναι επίπλαστα πολυσύνθετες.
Η λιμνάζουσα σκέψη του, ουσιαστικά μεσαιωνική, χαρακτηρίζεται όχι από μια λογική και ψυχολογική ανάλυση, μα από ένα παιχνίδι παρηχήσεων, από λεκτικές συστροφές και ακουστικές συζεύξεις. Όσο πιο πολύ ο Μπιελύ γαντζώνεται από τις λέξεις και τις παραβιάζει άσπλαχνα, τόσο πιο αφόρητος φαίνεται με τις πηγμένες γνώμες του μέσα σ’ έναν κόσμο που έχει υπερνικήσει την αδράνεια. Ο Μπιελύ φτάνει στις πιο δυνατές στιγμές του όταν περιγράφει τη στέρεη αλλοτινή ζωή. Μα ακόμα και κει, η τεχνοτροπία του είναι κουραστική, άβολη. Φαίνεται ξάστερα πως είναι ο ίδιος σάρκα απ’ τη σάρκα και αίμα απ’ το αίμα της παλιάς κατάστασης, ολότελα συντηρητικός, παθητικός και μετριοπαθής, κι ότι ο ρυθμός του, οι λεκτικές συστροφές του, δεν είναι παρά ένα γελοίο μέσο να παλαίψει εναντίον της εσωτερικής παθητικότητάς του και της ξεραΐλας του, τώρα που έχει αποσπαστεί από τον πόλο της ζωής του.
Στον παγκόσμιο πόλεμο ο Μπιελύ έγινε οπαδός του γερμανού μυστικιστή Ρούντολφ Στάϊνερ, φυσικά «διδάκτορος της φιλοσοφίας», και φύλαξε σκοπός στην Ελβετία, τη νύχτα, κάτω απ’ τον τρούλλο του ναού της ανθρωποσοφίας. Τί είναι η ανθρωποσοφία; Είναι μια διανοητική και πνευματική ιδιοποίηση του χριστιανισμού, καμωμένη με τη βοήθεια βιαστικών ποιητικών και φιλοσοφικών παραθέσεων. Δε μπορώ να δόσω λεπτομέρειες πιο συγκεκριμένες γιατί δε διάβασα ποτέ Στάϊνερ και δεν έχω την πρόθεση να το κάνω: θεωρώ πως έχω το δικαίωμα να μην ενδιαφέρομαι για «φιλοσοφικά» συστήματα που καταγίνονται με τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις ουρές των μαγισσών της Βαϊμάρης και του Κιέβου (στο μέτρο που δεν πιστεύω στις μάγισσες γενικά, εκτός από τη Ζιναΐντα Χίππιους, που αναφέρθηκε πιο πάνω, που στην πραγματικότητά της πιστεύω απόλυτα, χωρίς να μπορώ να πω τίποτα το ορισμένο για το μάκρος της ουράς της). Είναι αλλιώτικα με το Μπιελύ. Αν τα πράγματα του Ουρανού είναι γι’ αυτόν τα πιο σημαντικά, θά ’πρεπε να τα εκθέσει. Ωστόσο ο Μπιελύ, που είναι τόσο παραδομένος στις λεπτομέρειες ώστε μας διηγείται το πέρασμά του μέσα από ένα κανάλι σα να πρόκειται το λιγότερο για τη σκηνή του Κήπου της Γεσθημανή ιδωμένη με τα ίδια του τα μάτια, αν όχι για την έκτη μέρα της Δημιουργίας, αυτός ο ίδιος Μπιελύ, μόλις αγγίξει την ανθρωποσοφία του, γίνεται λακωνικός και σύντομος· προτιμάει το σχήμα της σιγής. Το μόνο πράμα που μας γνωστοποιεί είναι ότι «εγώ δεν είμαι εγώ μα ο Χριστός που είναι μέσα μου», καθώς και ότι «γεννηθήκαμε εν Θεώ, θα πεθάνουμε εν Χριστώ και το Άγιο Πνεύμα θα μας αναστήσει». Αυτό είναι παρηγορητικό μα πραγματικά όχι πολύ ξάστερο. Ο Μπιελύ δεν εκφράζεται με τρόπο πιο λαϊκό εξαιτίας ενός βασικού φόβου: μήπως πέσει στο θεολογικό συγκεκριμένο που θα ’ταν πάρα πολύ παρακινδυνευμένο. Πραγματικά ο υλισμός ποδοπατάει αμετάκλητα κάθε θετική οντολογική δοξασία επινοημένη κατ’ εικόνα της ύλης, τόσο φανταστικά μεταμορφωμένης όσο αυτό μπορεί να γίνει στην πορεία του προτσέσου. Αν είσαστε πιστός εξηγήστε λοιπόν τι λογής φτερά έχουν οι άγγελοι και από ποια ουσία είναι οι ουρές των μαγισσών. Τρέμοντας αυτά τα θεμιτά ερωτήματα, οι σπιριτουαλιστές τζέντλεμεν έχουν τόσο εξιδανικεύσει το μυστικισμό τους ώστε στο τέλος η ουράνια ύπαρξη χρησιμεύει για έντεχνο ψευδώνυμο στην ανυπαρξία. Τότε, ξανά τρομαγμένοι (αληθινά δεν υπήρχε καθόλου λόγος να χωθούν εκεί μέσα) ξαναπέφτουν στον κατηχισμό.
Κ’ έτσι, ανάμεσα σ’ ένα στυγνό ουράνιο άδειο κ’ έναν κατάλογο με θεολογικές αξίες, απλώνεται η πνευματική βλάστηση των μυστικιστών της ανθρωποσοφίας και της φιλοσοφικής πίστης γενικά. Ο Μπιελύ επιχειρεί πεισματικά, όμως δίχως επιτυχία, να σκεπάσει το άδειο του με μιαν ηχερή ενορχήστρωση και με αναγκαστικά ποιητικά μέτρα. Πασκίζει να υψωθεί μυστικιστικά πάνω από την Οκτωβριανή Επανάσταση, πασκίζει ακόμα να την υιοθετήσει στ’ αρπαχτά δίνοντάς της μια θέση ανάμεσα στα πράματα της γης, που ωστόσο δεν είναι άλλο γι’ αυτόν, σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια, από «ηλιθιότητες». Αποτυχαίνοντας σ’ αυτή την απόπειρα –και πώς θα μπορούσε να μην αποτύχει;– ο Μπιελύ αρχίζει να χολιάζει. Ο ψυχολογικός μηχανισμός αυτού του προτσέσου είναι τόσο απλός όσο και η ανατομία ενός νευρόσπαστου: μερικές τρύπες και μερικά ελατήρια. Μα από τις τρύπες και τα ελατήρια του Μπιελύ βγαίνει η Αποκάλυψη, όχι η γενική Αποκάλυψη, μα η ιδιαίτερη αποκάλυψή του, η αποκάλυψη του Αντρέϊ Μπιελύ. «Το πνεύμα της αλήθειας με υποχρεώνει να εκφράσω τη στάση μου απέναντι στο κοινωνικό πρόβλημα. Ε, λοιπόν, ε... ξέρετε, έτσι... Θέλετε τσάϊ; Τί, δεν υπάρχει κοινός άνθρωπος σήμερα; Να ένας, εγώ είμαι ο κοινός άνθρωπος». Έλειψη γούστου; Ναι, μια αναγκαστική γκριμάτσα, μια στεγνή κουταμάρα. Κι αυτό μπροστά σ’ ένα λαό που έζησε μιαν επανάσταση. Στην ξιπασμένη εισαγωγή του στη μη επική Εποποιία του, ο Αντρέϊ Μπιελύ κατηγορεί τη σοβιετική εποχή μας ότι είναι «τρομερή για τους συγγραφείς που νιώθουν νά ’χουν κληθεί για μεγάλους μνημειακούς πίνακες».
Αυτός, ο μνημειογράφος, έχει συρθεί, φανταστείτε, «στο στίβο του καθημερινού», στη ζωγραφική «καραμελοκουτιών»! Μπορεί κανείς, σας ρωτάω, να ρίξει την πραγματικότητα και τη λογική πιο σκληρά πάνω στο κεφάλι του; Είναι αυτός, ο Μπιελύ, που σύρθηκε από την Επανάσταση, μακριά από τους μουσαμάδες του προς τα καραμελοκούτια! Με τις πιο εξεζητημένες λεπτομέρειες, και όχι τόσο με λεπτομέρειες όσο με αφρό από λέξεις, ο Μπιελύ μας διηγείται πως «κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου, μούσκεψε από μια ρηματική βροχή» (sic), πως γνώρισε τη «γη της ζωντανής σκέψης», πως ο ναός του Ιωάννου έγινε γι’ αυτόν «εικόνα θεωρητικού προσκυνήματος». Σύμφυρμα αγνό και άγιο! Διαβάζοντάς τον, κάθε σελίδα φαίνεται πιο αφόρητη από την προηγούμενη. Αυτή η αυτοϊκανοποιημένη αναζήτηση του ψυχολογικού τίποτα που δε συνεχίζεται πουθενά αλλού παρά κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου, αυτό το σνομπ ορνιθοσκάλισμα, το εμφαντικό, δειλό και δεισιδαιμονικό, γραμμένο με ψυχρό χασμουρητό, όλα αυτά μας παρουσιάστηκαν σαν «μνημειακός καμβάς». Η έκκληση να στρέψουμε το πρόσωπο προς εκείνο που η μεγαλύτερη επανάσταση πάει να ανατρέψει στις στοιβάδες της εθνικής ψυχολογίας θεωρείται σαν πρόσκληση να ζωγραφίσουμε «καραμελοκούτια»! Σε μας, στη Σοβιετική Ρωσία, είναι τα «καραμελοκούτια»! Τι κακό γούστο, τι λεκτική αδιαντροπιά! Μάλλον ο «ναός του Ιωάννου», χτισμένος στην Ελβετία από τους τουρίστες και τους πνευματώδεις σουλατσαδόρους, είναι ένα είδος κουτί με μπομπόνια άνοστα ενός γερμανού διδάκτορα της φιλοσοφίας, κουτί γεμάτο από «γατόγλωσσες» και κάθε λογής ζαχαρωμένες μύγες.
Είναι η Ρωσία μας τώρα ένας μουσαμάς τόσο γιγαντιαίος, ώστε θα χρειαστούν αιώνες για να τον ζωγραφίσουμε. Από κει, από τις κορυφές των επαναστατικών μας εκτάσεων, ξεκινάνε οι πηγές μιας καινούργιας τέχνης, μιας καινούργιας άποψης, καινούργιων συνειρμών αισθημάτων, ενός καινούργιου ρυθμού των σκέψεων, μιας καινούργιας πάλης για τις λέξεις. Σε εκατό, διακόσια-τρακόσια χρόνια, θ’ ανακαλύψει κανείς με συγκίνηση αυτές τις πηγές του απελευθερωμένου ανθρώπινου πνεύματος και θα... σκοντάψει πάνω στον «ονειροπόλο» που αποστράφηκε το «καραμελοκούτι» της Επανάστασης και της ζήτησε υλικά μέσα για να περιγράψει πως ξέφυγε το Μεγάλο Πόλεμο, στην Ελβετία, και πως, μέρα με τη μέρα, έπιανε μέσα στην αθάνατη ψυχή του ορισμένα μικρά έντομα και τα άπλωνε πάνω στο νύχι του «κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου».
Στην ίδια αυτή εποποιία ο Μπιελύ δηλώνει πως τα «θεμέλια της καθημερινής ζωής είναι γι’ αυτόν ηλιθιότητες». Κι αυτό μπροστά σ’ ένα έθνος που ματώνει για ν’ αλλάξει τις βάσεις της καθημερινής ζωής. Ναι, βέβαια ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από ηλιθιότητες! Και ζητάει το παγιόκ[28], όχι το συνηθισμένο παγιόκ, μα κείνο που αναλογεί στους μεγάλους μουσαμάδες. Και αγανακτεί που δε σπεύδουν να του το δόσουν. Δε μοιάζει τάχα αυτό να πληρώνει πραγματικά αμαυρώνοντας τη χριστιανική κατάσταση της ψυχής με «ηλιθιότητες»; Το δίχως άλλο δεν είναι αυτός, είναι ο Χριστός που είναι μέσα του. Και θα ξαναγεννηθεί στο Άγιο Πνεύμα. Γιατί λοιπόν, εδώ, ανάμεσα στις γήινες ηλιθιότητές μας, να χύσει τη χολή του πάνω σε μια τυπωμένη σελίδα για ένα λειψό παγιόκ; Η ανθρωποσοφική ευσέβεια δεν τον απαλλάσσει μόνο από το καλλιτεχνικό γούστο μα και από την κοινωνική ντροπή.
Ο Μπιελύ είναι ένα πτώμα και δε θα νεκραναστηθεί σε κανένα Πνεύμα, όποιο και νά ’ναι.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————
[1]. Κάτω από το άστρο της 3 Ιούνη –στο μεσουράνημα της αντίδρασης ύστερα από τη συντριβή της Επανάστασης του 1905, ο πρωθυπουργός Στολύπιν, στις 3 Ιούνη 1907, ψήφισε το νόμο για τις υποτιθέμενες «αγροτικές μεταρρυθμίσεις».
[2]. Ασήμαντα τέκνα της γης –υπαινιγμός σε ποίημα του Πούσκιν.
[3]. Βραγγελικό πάθος –από το όνομα του στρατηγού Βράγκελ που ηγήθηκε αντεπαναστατικών στρατευμάτων στον εμφύλιο πόλεμο.
[4]. Προλετκούλτ –οργάνωση για την προλεταριακή κουλτούρα. (Πολιτπροσβιέτ: οργάνωση για την πολιτική εκπαίδευση).
[5]. Γιαρ Πτίτζα –Πουλί της φωτιάς.
[6]. Σπολόχι –Καμπανιά.
[7]. «Αλλαγή Κατεύθυνσης»(στα ρωσικά «Σμιένα νιεχ», κινητά σήματα) –μ’ αυτό το όνομα εκδηλώθηκε μια ομάδα η οποία, ύστερα από την ανακήρυξη της Νεπ, διατύπωσε την άποψη ότι το μπολσεβίκικο καθεστώς μπορούσε να συμβάλει στην αποκατάσταση της εθνικής δύναμης και στο ξαναχτίσιμο της Ρωσίας και η οποία κατόπι άλλαξε προσανατολισμό. Η ομάδα αυτή έβγαλε στο Βερολίνο μια εφημερίδα, τη «Νακανουμιέ» («Η Αγρύπνια»), που κρατούσε ευνοϊκή στάση απέναντι στους μπολσεβίκους.
[8]. Καντέτος (από τα αρχικά κα, ντε,: Κονστιτούτσια Ντεμοκράτσια –συνταγματική δημοκρατία) –μέλος του φιλελεύθερου αστικού κόμματος.
[9]. Entre nous (γαλλικά στο κείμενο) –μεταξύ μας.
[10]. Ζιναΐντα Χίππιους –συμβολίστρια ποιήτρια, γεννήθηκε το 1867 και πέθανε στο Παρίσι το 1945. Είταν γυναίκα του Μερεσκόβσκι.
[11]. Ζαμιάτιν (συγγραφέας των «Νησιωτών») –ρώσος συγγραφέας, γεννήθηκε το 1884 και πέθανε το 1937. Το 1905 πήρε μέρος στη δράστη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος για να το εγκαταλείψει τα χρόνια της αντίδρασης και να προσβληθεί από «κοσμικό πεσιμισμό». Το 1917 δέχτηκε την Επανάσταση με σκεπτικισμό. Ύστερα από σύντομη φυλάκιση και ολότελα απροσδόκητα του παραχωρήθηκε από το Στάλιν η άδεια να μεταναστεύσει, ενδεχόμενα με τη μεσολάβηση του Γκόρκι. Στο Παρίσι έβγαλε ένα μυθιστόρημα, το «Εμείς» που χρησίμευσε για υπόδειγμα στο «1984» του Όργουελ.
[12]. Αυτά είχαν γραφτεί όταν έκανα τη γνωριμία μιας ομάδας ποιητών που αυτοαποκαλούνται «Νησιώτες» (Τιχόνοβ και άλλοι). Όμως ακούει κανείς σ’ αυτούς νότες ζωντανές και, τουλάχιστο στον Τιχόνοβ, νότες νεανικές, δροσερές και υποσχετικές. Από πού προέρχεται αυτή η εξωτική ονομασία; (Λ.Τ.) –(σελ. 32).
[13]. Αχμάτοβα (Άννα) –γεννήθηκε το 1888 και είναι η μεγαλύτερη σύγχρονη ρωσίδα ποιήτρια. Δε μετανάστευσε, όμως και δε συμφιλιώθηκε ποτέ με το καθεστώς. Από το 1923 ως το 1940 προτίμησε τη σιωπή, για να ξαναρχίσει να γράφει μόνον κατά τον πόλεμο.
[14].«Ρούσκιε Βγιέντομοστι» –«Ρωσικά Νέα», φιλελεύθερη εφημερίδα που έβγαινε από το 1863 κ’ έκλεισε το 1917.
[15]. Rallies (γαλλικά στο κείμενο) –έτσι λεγόντανε στη Γαλλία οι βασιλόφρονες ή Βοναπαρτιστές βουλευτές που προσχωρούσανε στο δημοκρατικό καθεστώς.
[16]. «Ζωντανή Εκκλησία» –όνομα που δόθηκε στην αριστερή τάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
[17]. Σαμανισμός (από το σαμάν, μάγος, ιερέας) –θρησκευτικό σύστημα πολλών λαών της Ασίας που έχει για βάση του την πίστη στη μαγεία.
[18]. Σβετάγιεβα (Μαρίνα) –γεννήθηκε το 1892, μετανάστευσε στο Παρίσι το 1922, όμως ξαναγύρισε στην ΕΣΣΔ το 1940. Το 1942 κρεμάστηκε. Τα ποιήματά της, καταδικασμένα για καιρό, κυκλοφορούν σήμερα στην ΕΣΣΔ όπου γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία.
[19]. Ροζάνοβ (Βασίλι) –γεννήθηκε το 1856 και πέθανε κοντά στη Μόσχα το 1919.
[20]. «Νόβογιε Βρέμια» –«Νέοι Καιροί».
[21]. «Υπόθεση Μπάϊλις» –εντυπωσιακή δίκη που έγινε το 1912 με Εβραίους κατηγορούμενους για θρησκευτικούς φόνους. Υπήρξε το σύνθημα ενός κύματος από αιματηρά πογκρόμ κάτω από την ενθάρρυνση της αστυνομίας. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα ο Ροζάνοβ έκρινε καλό να δημοσιεύσει, σ’ ένα φύλλο της άκρας δεξιάς, άρθρα όπου υποστήριζε ότι η ιουδαϊκή θρησκεία απαιτούσε τη θυσία αθώων παιδιών.
[22]. «Ρούσκογιε Σλόβο» –«Ρωσικός Λόγος».
[23]. Στρατόπεδο της Χοντύνκα –πεδίο όπου έγινε με την ευκαιρία της στέψης του Νικολάου ΙΙ, στα 1894, ένα δυστύχημα όπου χάθηκαν πολλές εκατοντάδες άτομα.
[24]. Γιούντενιτς –λευκός στρατηγός.
[25]. Φομά Φόμιτς Οπίσκιν –πρόσωπο του Ντοστογιέβσκι («Το Xωριό Στεπαντσίκοβο»).
[26]. Μπιελύ –ρωσικά σημαίνει λευκός.
[27]. Γιάσναγια Πολιάνα –κτήμα του Τολστόϊ. Σαχμάτοβο –κτήμα του Μπλοκ.
[28]. Παγιόκ –μερίδα. Πρόκειται εδώ για τη μερίδα που έδινε το κράτος στους εργαζόμενους των πόλεων στην περίοδο του λιμού.