ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΙ
«ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΙ» ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Η λογοτεχνία που βρίσκεται έξω από τον Οκτώβρη, τέτοια που την χαρακτηρίσαμε στο πρώτο κεφάλαιο, είναι, στην πραγματικότητα, από τώρα κιόλας υπόθεση ξεπερασμένη. Πρώτα-πρώτα οι συγγραφείς έβαλαν τον εαυτό τους σε ενεργητική αντίθετη απέναντι στην επανάσταση και αρνήθηκαν κάθε καλλιτεχνικό χαρακτήρα σε ό,τι συνδεότανε μαζί της, για τους ίδιους λόγους που οι δάσκαλοι αρνιόντανε να μορφώσουν τα παιδιά της επαναστατικής Ρωσίας. Αυτή η απόσταση από την επανάσταση που χαρακτήριζε τη λογοτεχνία είταν όχι μόνο η ανταύγεια της βαθιάς αποξένωσης που χώριζε τους δυο κόσμους μα και το όργανο μιας ενεργητικής πολιτικής σαμποταρίσματος από μέρους των καλλιτεχνών. Αυτή η πολιτική αυτο-καταστράφηκε. Η παλιά λογοτεχνία έχασε όχι τόσο τα κέφια της όσο τις δυνατότητές της.
Ανάμεσα στην αστική τέχνη που ψυχομαχάει σε επαναλήψεις ή σε σιωπές, και την καινούργια τέχνη που δεν έχει ακόμα γεννηθεί, δημιουργείται μια τέχνη μεταβατική που είναι λίγο-πολύ οργανικά δεμένη με την επανάσταση, μα που δεν είναι ωστόσο η τέχνη της επανάστασης. Ο Μπορίς Πιλνιάκ, ο Βσέβολοντ Ιβάνοβ, ο Νικολάϊ Τιχόνοβ, οι «Αδελφοί Σεράπιον», ο Γιεσένιν και η ομάδα των Εικονιστών, σε ορισμένο μέτρο και ο Κλιούγιεβ, θά ’ταν όλοι τους ανύπαρκτοι, τόσο στο σύνολό τους όσο κι ατομικά, χωρίς την επανάσταση. Οι ίδιοι το ξέρουν αυτό, δεν το αρνούνται, κι άλλωστε δε δοκιμάζουν την ανάγκη να το αρνηθούν, όταν ορισμένοι δεν το διακηρύχνουν φωναχτά. Αυτοί δεν ανήκουν στους λογοτεχνικούς καρριερίστες που, σιγά-σιγά, αρχίζουν να «απεικονίζουν» την επανάσταση. Δεν είναι ούτε νεοφώτιστοι, όπως εκείνοι της ομάδας «Αλλαγή Κατεύθυνσης», που η στάση τους συνεπάγεται ρήξη με το παρελθόν και ριζική αλλαγή μετώπου.
Οι συγγραφείς που μνημονεύτηκαν πιο πάνω είναι, στο μεγαλύτερό τους μέρος, πολύ νέοι: είκοσι ως τριάντα χρονών. Δεν έχουν κανένα προεπαναστατικό παρελθόν κι αν χρειάστηκε να κόψουνε με κάτι, είταν το πολύ-πολύ με μπαγκατέλλες. Η λογοτεχνική φυσιογνωμία τους και γενικότερα η διανοητική, δημιουργήθηκε από την επανάσταση, ανάλογα με τη γωνιά όπου αυτή τους άγγιξε και, καθένας με τον τρόπο του, την έχουν όλοι τους αποδεχτεί. Όμως, σ’ αυτές τις ατομικές αποδοχές βρίσκεται ένα κοινό γνώρισμα που τις διαχωρίζει καθαρά από τον κομμουνισμό και που απειλεί διαρκώς να τους φέρει σε αντίθεση μ’ αυτόν. Δεν πιάνουν την επανάσταση στο σύνολό της, και το κομμουνιστικό ιδανικό τούς είναι ξένο. Έχουν όλοι λίγο-πολύ την κλίση ν’ αποθέτουν τις ελπίδες τους στο χωρικό, πάνω από το κεφάλι του εργάτη. Δεν είναι οι καλλιτέχνες της προλεταριακής επανάστασης μα οι καλλιτεχνικοί «συνοδοιπόροι» της, στην έννοια που χρησιμοποιούνταν αυτή η λέξη από την παλιά σοσιαλδημοκρατία. Αν η λογοτεχνία η τοποθετημένη έξω από την Οκτωβριανή Επανάσταση, αντεπαναστατική στην ουσία της, είναι η ετοιμοθάνατη λογοτεχνία της γαιοκτημονοαστικής Ρωσίας, η λογοτεχνική παραγωγή των «συνοδοιπόρων» αποτελεί κατά κάποιον τρόπο έναν καινούργιο σοβιετικό λαϊκισμό, στερημένα από τις παραδόσεις των αλλοτινών ναρόντνικων κι ακόμα, ως την ώρα, από κάθε πολιτική προοπτική. Για το «συνοδοιπόρο» το ζήτημα μπαίνει πάντα να ξέρουμε ως πού θ’ ακολουθήσει. Δε μπορεί ν’ απαντήσει κανείς σ’ αυτό προκαταβολικά, ούτε ακόμα κατά προσέγγιση. Πέρα από τις προσωπικές ιδιότητες αυτού ή κείνου του «συνοδοιπόρου», η απάντηση θα εξαρτηθεί ουσιαστικά από την αντικειμενική πορεία των πραγμάτων, μέσα στα δέκα χρόνια που έρχονται.
Ωστόσο, στις διφορούμενες αντιλήψεις αυτών των «συνοδοιπόρων», που τους κάνουν ανήσυχους και άστατους, βρίσκεται ένας σταθερός κίνδυνος για την τέχνη και για την κοινωνία. Ο Μπλοκ τον ένιωσε αυτό τον ηθικό και καλλιτεχνικό δυϊσμό βαθύτερα από τους άλλους· γενικά, είτανε πιο βαθύς. Στις αναμνήσεις του, μεταγραμμένες από την Ναντέζντα Πάβλοβιτς, βρίσκει κανείς την ακόλουθη φράση: «Οι μπολσεβίκοι δε σ’ εμποδίζουνε να γράφεις στίχους, μα σ’ εμποδίζουνε να νιώθεις σαν αφέντης· αφέντης είναι κείνος που αισθάνεται τον πόλο της έμπνευσής του, της δημιουργίας του, και φέρνει μέσα του το ρυθμό». Από την έκφραση αυτής της σκέψης λείπει κάποια επεξεργασία, πράμα συνηθισμένο στο Μπλοκ. Πέρα απ’ αυτό, έχουμε να κάνουμε εδώ με αναμνήσεις που, όπως καθένας ξέρει, δεν είναι πάντα ακριβείς. Όμως η εσωτερική αληθοφάνεια και η σημασία αυτής της φράσης την κάνουν ευλογοφανή. Οι μπολσεβίκοι εμποδίζουν το συγγραφέα να νιώθει σαν κυρίαρχος, επειδή ένας κυρίαρχος πρέπει νά ’χει μέσα του έναν αδιαφιλονίκητο οργανικό πόλο· οι μπολσεβίκοι έχουν μετατοπίσει τον κύριο πόλο. Από τους «συνοδοιπόρους» της επανάστασης –γιατί κι ο Μπλοκ είταν «συνοδοιπόρος» και οι «συνοδοιπόροι» αποτελούν για την ώρα έναν πολύ σημαντικό τομέα στη ρωσική λογοτεχνία– κανένας δε φέρνει τον πόλο μέσα στον εαυτό του. Να γιατί δε γνωρίζουμε ακόμα παρά μια περίοδο προπαρασκευαστική για μια καινούργια λογοτεχνία, μόνο με μελέτες, σκίτσα, δοκίμια· μια ολοκληρωμένη κυριαρχία, με διεύθυνση σίγουρη για τον εαυτό της, ανήκει ακόμα στο μέλλον.
Αστική ποίηση, εννοείται, δεν υπάρχει, γιατί η ποίηση, τέχνη ελεύθερη, δεν είναι στην υπηρεσία μιας τάξης.
Να όμως ο Κλιούγιεβ, ποιητής και χωρικός που, όχι μόνο αναγνωρίζει αυτό που είναι, μα που το λέει και το ξανάλεει, το υπογραμμίζει, και καμαρώνει γι’ αυτό. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ένας χωρικός ποιητής δε δοκιμάζει την ανάγκη να κρύψει το πρόσωπό του, ούτε από τους άλλους, ούτε κυρίως από τον εαυτό του. Ο ρώσος χωρικός, καταπιεζόμενος επί αιώνες, εξυψωμένος, πνευματοποιημένος από το ναροντνικισμό μέσα σε δεκαετίες, δεν έδοσε ποτέ στους λίγους ποιητές που του είταν δικοί την κοινωνική ή καλλιτεχνική ώθηση που πάει να μασκαρέψει τη χωρική τους προέλευση. Έτσι έγινε, άλλοτε, στην περίπτωση του Κολτζόφ, κι αυτό είναι ακόμα πιο αληθινό τώρα στην περίπτωση του Κλιούγιεβ.
Ίσα - ίσα με τον Κλιούγιεβ βλέπουμε για μιαν ακόμα φορά πόσο ουσιαστική είναι η κοινωνική μέθοδος για τη λογοτεχνική κριτική. Μας λένε πως ο συγγραφέας αρχίζει εκεί όπου αρχίζει η ατομικότητα και πως κατά συνέπεια πηγή του δημιουργικού του πνεύματος είναι η μοναδική ψυχή του, όχι η τάξη του. Είν’ αλήθεια πως δίχως ατομικότητα δε μπορεί να υπάρξει συγγραφέας. Αλλά αν η ατομικότητα του ποιητή, και μόνον αυτή η ατομικότητα, φανερωνότανε στο έργο του, ποιό θά ’ταν λοιπόν το αντικείμενο της τέχνης;
Με τί καταπιάνεται η λογοτεχνική κριτική; Ασφαλώς ο καλλιτέχνης, αν είναι αληθινός καλλιτέχνης, θα μας μιλήσει για τη μοναδική ατομικότητά του καλύτερα από έναν φλύαρο κριτικό. Μα η αλήθεια είναι πως, ακόμα κι αν η ατομικότητα είναι μοναδική, αυτό δεν πάει να πει πως δε μπορεί ν’ αναλυθεί. Η ατομικότητα είναι μια εσώτερη συγχώνευση στοιχείων που υπάγονται στη φυλή, στο έθνος, στην τάξη, παροδικών ή θεσμοθετημένων, και πραγματικά η ατομικότητα εκφράζεται στο μοναδικό χαρακτήρα αυτής της συγχώνευσης, στις αναλογίες αυτής της ψυχολογικής σύνθεσης. Ένα από τα σπουδαιότερα καθήκοντα της κριτικής είναι να αναλύσει την ατομικότητα του καλλιτέχνη (δηλαδή την τέχνη του) στα συστατικά της στοιχεία, και να δείξει τη συνάφειά τους. Μ’ αυτό τον τρόπο η κριτική φέρνει τον καλλιτέχνη πιο κοντά στον αναγνώστη που έχει, κι αυτός, λίγο - πολύ μια μοναδική ψυχή, ανέκφραστη «καλλιτεχνικά», «ακαθόριστη», μα που δεν αντιπροσωπεύει λιγότερο μιαν ένωση των ίδιων στοιχείων απ’ ό,τι η ψυχή του ποιητή. Αποδείχνεται έτσι ότι κείνο που χρησιμεύει για γεφύρι από ψυχή σε ψυχή είναι όχι το μοναδικό μα το κοινό. Μόνο με τη μεσολάβηση του κοινού το μοναδικό γίνεται γνωστό. Το κοινό καθορίζεται στον άνθρωπο από τους πιο βαθιούς και πιο μόνιμους όρους που μοντελάρουν την «ψυχή» του, από τους κοινωνικούς όρους αγωγής, ύπαρξης, εργασίας και οργάνωσης. Οι κοινωνικοί όροι μέσα στην ιστορική ανθρώπινη κοινωνία είναι, πρώτ’ απ’ όλα, όροι ταξικής εξάρτησης. Να γιατί ένα ταξικό κριτήριο δείχνεται τόσο γόνιμο σε όλους τους τομείς της ιδεολογίας, μαζί και στην τέχνη, ιδιαίτερα στην τέχνη, επειδή αυτή εκφράζει συχνά τους πιο βαθιούς και πιο απόκρυφους κοινωνικούς πόθους. Από το άλλο μέρος το κοινωνικό κριτήριο όχι μόνο δεν αποκλείει την κριτική της μορφής μα συνταιριάζει τέλεια μ’ αυτή, δηλαδή με το κριτήριο της τεχνικής δεξιότητας. Κι αυτό το τελευταίο βάζει πραγματικά σε δοκιμασία το μερικό διαμέσου ενός κοινού μέτρου, γιατί αν δεν αναγότανε το μερικό στο γενικό, δε θα υπήρχαν επαφές ανάμεσα στους ανθρώπους, ούτε σκέψη κι ούτε ποίηση.
Αφαιρέστε από τον Κλιούγιεβ το χωρικό χαρακτήρα του, όχι μόνο η ψυχή του θα ορφανέψει, μα δε θα μείνει πραγματικά τίποτα απ’ αυτήν. Γιατί η ατομικότητα του Κλιούγιεβ είναι η καλλιτεχνική έκφραση ενός χωρικού ανεξάρτητου, καλοθρεμένου, εύπορου, που αγαπάει εγωιστικά την ελευθερία του. Κάθε χωρικός είναι χωρικός, μα κάθε χωρικός δεν ξέρει να εκφράζεται. Ένας χωρικός που ξέρει να εκφράζει, στη γλώσσα μιας καινούργιας καλλιτεχνικής τεχνικής, τον εαυτό του και τον κόσμο του που αρκιέται στον εαυτό του, ή, καλύτερα, ένας χωρικός που έχει διατηρήσει τη χωριάτικη ψυχή του μέσα από την αστική διάπλαση είναι μια μεγάλη ατομικότητα, και τέτοιος είναι ο Κλιούγιεβ.
Η κοινωνική βάση της τέχνης δεν είναι πάντα τόσο διάφανη και αδιάσειστη. Αλλά αυτό οφείλεται μόνο, όπως ειπώθηκε ήδη, στο γεγονός ότι η πλειονότητα των ποιητών συνδέονται με τις εκμεταλλεύτριες τάξεις οι οποίες, από το γεγονός της εκμεταλλευτικής τους φύσης, δε λένε μόνες τους αυτό που σκέφτονται, ούτε σκέφτονται μόνες τους κείνο που είναι. Ωστόσο, σε πείσμα όλων των κοινωνικών και ψυχολογικών μεθόδων διαμέσου των οποίων διατηρείται η κοινωνική υποκρισία, μπορεί να βρει κανείς την κοινωνική ουσία ενός ποιητή, ακόμα κι αν αυτή είναι διαλυμένη με τον πιο επιτήδειο τρόπο. Και, όσο δεν καταλαβαίνουμε αυτή την ουσία, η κριτική της τέχνης και η ιστορία της τέχνης, είναι καταδικασμένες να μείνουνε ξεκρέμαστες.
Να μιλάς λοιπόν για τον αστικό χαρακτήρα αυτής της λογοτεχνίας που αποκαλούμε «εξωοκτωβριανή» δε σημαίνει αναγκαστικά δυσφήμηση των ποιητών που θά ’θελαν να είναι υπηρέτες της τέχνης και όχι της μπουρζουαζίας. Γιατί, πού είναι γραμμένο ότι είναι αδύνατο να υπηρετήσεις τη μπουρζουαζία διαμέσου της τέχνης; Το ίδιο όπως οι γεωλογικές κατολισθήσεις αποκαλύπτουν τα αποθέματα των γήινων στρωμάτων, έτσι και οι κοινωνικές αναστατώσεις αποκαλύπτουν τον ταξικό χαρακτήρα της τέχνης. Η εξωοκτωβριανή τέχνη έχει προσβληθεί από θανάσιμη ανικανότητα για τον απλό λόγο που ο θάνατος έχει χτυπήσει τις τάξεις με τις οποίες συνδεότανε με ολόκληρο το παρελθόν της. Στερημένη από το αστικό σύστημα της έγγειας ιδιοκτησίας κι από τα έθιμά της, από τις επιτήδειες υποβολές τους κτήματος και του σαλονιού, η τέχνη αυτή δε βλέπει κανένα νόημα στη ζωή, ρεύει, χαροπαλαίβει, εκμηδενίζεται.
Ο Κλιούγιεβ δεν είναι της αγροτικής σχολής· δεν τραγουδάει το μουζίκο. Δεν είναι ναρόντνικος, είναι ένας αληθινός χωρικός, ή σχεδόν. Η πνευματική του στάση είναι αλήθεια κείνη του χωρικού· πιο συγκεκριμένα, ενός χωρικού του Βορρά. Ο Κλιούγιεβ είναι ατομικιστής, όπως ο χωρικός· είναι ο ίδιος ο δάσκαλός του, ο ίδιος ο προφήτης του. Έχει τη γη κάτω απ’ τα πόδια και τον ήλιο πάνω απ’ το κεφάλι. Ένας χωρικός, εύπορος ιδιοκτήτης, έχει στάρι στο αμπάρι του, γαλακτοφόρες αγελάδες στο σταύλο του, σκαλιστούς ανεμοδείχτες στη σκεπή του. Του αρέσει να καυχιέται για το σπίτι του, για την καλοπέρασή του και για τη μυαλωμένη διαχείρησή του, το ίδιο όπως ο Κλιούγιεβ κάνει για το ταλέντο του και για τους ποιητικούς του τρόπους. Είναι τόσο φυσικό να παινεύει τον εαυτό του όσο και να ρέβεται ύστερα από ένα πλούσιο γεύμα, ή να σταυρώνει το στόμα του ύστερα απ’ το χασμουρητό.
Ο Κλιούγιεβ έκανε μελέτες. Πότε και ποιες, δεν το ξέρουμε, όμως διαχειρίζεται τις γνώσεις του σαν μορφωμένος άνθρωπος, κι ακόμα σαν τσιγγούνης. Αν ένας εύπορος χωρικός έπρεπε, κατά τύχη, να φέρει από την πόλη έναν τηλεφωνικό δέκτη, θα τον έβαζε στην κύρια γωνιά της κάμαρας, όχι μακριά απ’ το εικονοστάσι. Με τον ίδιο τρόπο ο Κλιούγιεβ στολίζει τις κύριες γωνιές των στίχων του με την Ινδία, το Κονγκό, το Λευκό όρος· και πόσο του Κλιούγιεβ του αρέσει να στολίζει! Μόνο ένας φτωχός ή ακαμάτης χωρικός αρκείται σε ένα απλά ξυσμένο ζυγό. Ένας καλός χωρικός κατέχει ένα ζυγό σκαλιστό, πολύχρωμο. Ο Κλιούγιεβ είναι ένας καλός αφέντης ποιητής, άφθονα προικισμένος. Έχει παντού τορνέματα, μίνιο, χρυσώματα, σκαλίσματα σε κάθε μέρος, κι ακόμα μπροκάρ, σατέν, ασήμι και κάθε λογής πετράδια. Όλα αυτά λάμπουν, αστράφτουνε στον ήλιο και μπορεί κανείς να σκεφτεί πως κείνος ο ήλιος είναι ο δικός του, ο ήλιος του Κλιούγιεβ, γιατί αλήθεια σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει παρά αυτός, ο Κλιούγιεβ, το ταλέντο του, η γη κάτω απ’ τα πόδια του κι ο ήλιος πάνω απ’ το κεφάλι του.
Ο Κλιούγιεβ είναι ο ποιητής ενός κόσμου κλειστού, αλύγιστου από τη φύση του, όμως ενός κόσμου που δεν έχει μ’ αυτό αλλάξει λιγότερο σημαντικά από το 1861. Ο Κλιούγιεβ δεν είναι Κολτζόβ: ένας αιώνας δεν κύλησε στο βρόντο. Ο Κολτζόβ είναι απλός, ταπεινός, μετρημένος. Ο Κλιούγιεβ είναι πολύπλοκος, απαιτητικός, εφευρετικός. Έφερε την καινούργια ποιητική τεχνική του από την πόλη, όπως ο γείτονας χωρικός μπόρεσε να φέρει ένα φωνόγραφο. Και χρησιμοποιεί την ποιητική τέχνη όπως τη γεωγραφία της Ινδίας, με μόνο σκοπό να στολίσει το χωριάτικο πλαίσιο της ποίησής του. Είναι πλουμιστός, συχνά λαμπερός κ’ εκφραστικός, συχνά αλλόκοτος, με λογής - λογής πλουμίδια και μπιχλιμπίδια, τα πάντα πάνω σ’ ένα γερό χωριάτικο βιο.
Τα ποιήματα του Κλιούγιεβ, όπως η σκέψη του και η ζωή του, είναι στερημένα από κίνηση. Υπάρχει πάρα πολλή διακόσμηση στην ποίηση του Κλιούγιεβ για ν’ αφήσει τόπο στη δράση: βαριά μπροκάρ, πέτρες με πλούσιους φυσικούς χρωματισμούς και κάθε λογής πράματα ακόμα. Πρέπει να κινηθούμε εκεί με προσοχή, για να μη σπάσουμε ή καταστρέψουμε τίποτα. Κι ωστόσο ο Κλιούγιεβ αποδέχτηκε την επανάσταση, το μεγαλύτερο από τους δυναμισμούς. Ο Κλιούγιεβ την αποδέχτηκε, όχι γι’ αυτόν μόνο, μα μαζί με το σύνολο της αγροτιάς, κι αυτό όμοια με τον τρόπο ενός χωρικού. Η κατάργηση των κτημάτων των ευγενών κάνει ευχαρίστηση στον Κλιούγιεβ. «Ο Τουργκένιεβ ας κλαίει για λογαριασμό του». Μα η επανάσταση είναι πρώτ’ απ’ όλα επανάσταση της πόλης. Χωρίς την πόλη η κατάργηση των κτημάτων των ευγενών δε θα μπορούσε να γίνει. Είναι εδώ που ξεπροβάλλει ο δυαδισμός του Κλιούγιεβ σε σχέση με την επανάσταση, ένας δυαδισμός χαρακτηριστικός, το επαναλαμβάνουμε, όχι μόνο του Κλιούγιεβ, μα ολόκληρης της αγροτιάς. Ο Κλιούγιεβ δεν αγαπάει την πόλη, δεν αναγνωρίζει την ποίηση των πόλεων. Ο «φιλικοεχθρικός» τόνος των ποιημάτων του, όπου πιέζει τον ποιητή Κιρίλλοβ ν’ απορρίψει την ιδέα της εργοστασιακής ποίησης και ν’ ανταμώσει με τη δική του, με τους πευκώνες του Κλιούγιεβ, τη μόνη πηγή τέχνης, είναι πολύ διδακτικός. Για τους «βιομηχανικούς ρυθμούς» της προλεταριακής ποίησης, για την ίδια την αρχή της, ο Κλιούγιεβ μιλάει με φυσική περιφρόνηση που έρχεται στα χείλη κάθε «στέρεου» χωρικού όταν κοιτάζει από πάνω ως κάτω τον προπαγανδιστή του σοσιαλισμού, τον εργάτη της πόλης τον δίχως σπίτι, ή, που είναι χειρότερο, τον αλήτη. Κι όταν ο Κλιούγιεβ, με συγκατάβαση, καλεί το σιδερά να ξαποστάσει μια στιγμή πάνω στο σκαλιστό χωριάτικο σκαμνί, αυτό θυμίζει το αρχοντοχωριάτικο φέρσιμο και το ωραίο παρουσιαστικό του Ολόνετς, που προσφέρει σπλαχνικά ένα κομάτι ψωμί στον πεινασμένο προλετάριο που η οικογένειά του ζει, από πολλές γενιές, στην Πετρούπολη, «μέσα στα κουρέλια των πόλεων, με τακούνια φθαρμένα πάνω στις πέτρες των πόλεων».
Ο Κλιούγιεβ αποδέχεται την επανάσταση γιατί αυτή απελευθέρωσε το χωρικό, και της αφιερώνει πολλά απ’ τα τραγούδια του. Αλλά η επανάσταση του είναι χωρίς πολιτικό δυναμισμό και δίχως ιστορική προοπτική. Για τον Κλιούγιεβ είναι σαν ένα παζάρι, ή σαν ένας πλούσιος γάμος. Άνθρωποι, από διάφορα μέρη, συναντιώνται εκεί, μεθάνε με κρασιά και με τραγούδια, με αγκαλιάσματα και χορούς, έπειτα ξαναγυρίζουνε καθένας στο δικό του σπιτικό, τη δική του γη κάτω από τα πόδια και το δικό του ήλιο πάνω απ’ το κεφάλι. Για τους άλλους είναι μια Δημοκρατία, για τον Κλιούγιεβ είναι η παλιά ρωσική γη. Για τους άλλους είναι ο σοσιαλισμός, γι’ αυτόν είναι το Κιτέϊ, η πόλη του ονείρου, νεκρή και χαμένη. Υπόσχεται τον παράδεισο με την επανάσταση, όμως αυτός ο παράδεισος είναι μόνο ένα χωριάτικο βασίλειο, μεγαλωμένο κ’ εξωραϊσμένο, ένας παράδεισος από στάρι και μέλι, ένα αηδόνι στη διακοσμημένη πτέρυγα του σπιτιού, ένας ήλιος από ίασπι και διαμάντι. Όχι δίχως δισταγμούς, ο Κλιούγιεβ δέχεται μέσα στο χωριάτικο παράδεισό του το ράδιο, το μαγνητισμό και τον ηλεκτρισμό· και να που φαίνεται ότι ο ηλεκτρισμός είναι ένα γιγαντιαίος ταύρος που προέρχεται από μια χωριάτικη εποποιία και ότι ανάμεσα στα κέρατά του βρίσκεται ένα στρωμένο τραπέζι.
Ο Κλιούγιεβ είταν στην Πετρούπολη την ώρα της επανάστασης. Έγραψε στην Κράσναγια Γκαζέτα[1] και συναδερφώθηκε με τους εργάτες. Αλλά ακόμα και κείνη την περίοδο πού ’μοιαζε με μήνα μέλιτος, σαν πανούργος χωρικός, ζύγισε στο πνεύμα του αν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δε θά ’βγαινε απ’ όλα αυτά τίποτα κακό για το κτηματάκι το δικό του, του Κλιούγιεβ, δηλαδή για την τέχνη του. Αν φαινότανε στον Κλιούγιεβ πως η πόλη δεν τον εκτιμούσε, αυτός, ο Κλιούγιεβ, θά ’δειχνε αμέσως το χαρακτήρα του και θ’ ανέβαζε την τιμή του σταροπαράδεισού του, σε σχέση με τη βιομηχανική κόλαση. Αν του γινόταν παρατήρηση για κάτι, αυτός δε θά ’χανε καιρό να βρει τις λέξεις του, θά ’βαζε τον αντίδικό του κάτω και θα καυχιότανε γι’ αυτό με δύναμη και πεποίθηση. Δεν πάει πολύς καιρός, ο Κλιούγιεβ άρχισε έναν ποιητικό κλεφτοπόλεμο εναντίον του Γιεσένιν, που είχε αποφασίσει να φορέσει βελάδα και ημίψηλο και το είχε αναγγείλει αυτό στα ποιήματά του. Ο Κλιούγιεβ είδε εκεί την προδοσία της χωριάτικής του προέλευσης και έλουσε το νέο, όπως ένας πλούσιος μεγάλος αδερφός θα κατσάδιαζε το μικρό του αδερφό που τού ’χε μπει στο κεφάλι να παντρεφτεί μια σκρόφα της πόλης και να σμίξει με τους ξεπεσμένους της τάξης του.
Ο Κλιούγιεβ είναι φιλύποπτος. Κάποιος τον παρακάλεσε ν’ αποφεύγει τις ιερές λέξεις. Ο Κλιούγιεβ προσβλήθηκε μ’ αυτό:
Φαίνεται πως μήτε άγιοι μήτε βρωμιάρηδες υπάρχουν
Για τους βιομηχανικούς ουρανούς.
Δεν ξέρει κανείς με βεβαιότητα αν είναι πιστός ή όχι. Ο Θεός του, άξαφνα, φτύνει αίμα, ενώ η Παρθένα δίνεται σε κάποιον Ούγγρο για μερικά κομάτια κίτρινο μέταλο. Όλα αυτά ηχούνε σαν βλαστήμια. Όμως ν’ αποκλείσεις το Θεό από το σπίτι του Κλιούγιεβ, να καταστρέψεις την ιερή γωνιά όπου το φως του λυχναριού φωτίζει ένα ασημωμένο ή χρυσωμένο πλαίσιο, να μια καταστροφή που δε μπορεί να την δεχτεί. Χωρίς καντήλι ο κόσμος είναι λειψός.
Όταν ο Κλιούγιεβ τραγουδάει το Λένιν «σε απόκρυφους χωριάτικους στίχους», δεν είναι εύκολο ν’ αποφανθείς οριστικά αν είναι υπέρ ή εναντίον του Λένιν. Τί επαμφοτερισμός στη σκέψη, στο αίσθημα και στις λέξεις! Στα βάση όλων αυτών βρίσκεται ο δυϊσμός του χωρικού, αυτού του Ιανού με τα ξυλοτσάρουχα που γυρίζει το ένα πρόσωπο προς το παρελθόν και το άλλο προς το μέλλον. Ο Κλιούγιεβ ανεβαίνει μάλιστα ως το σημείο να τραγουδάει την Κομμούνα. Μα πρόκειται ίσα - ίσα για τραγούδια εγκωμιαστικά «προς τιμήν τού». «Δε θέλω την Κομμούνα χωρίς το χωριάτικο φούρνο». Κομμούνα όμως με χωριάτικο φούρνο, αυτό δε σημαίνει ότι ξαναχτίζεις όλα τα θεμέλια της ζωής σύμφωνα με το λογικό, το κουμπάσο και τη μεζούρα στο χέρι, αυτό είναι πάντα ο παλιός χωριατοπαράδεισος:
Ήχοι χρυσοί
Κρέμονται στα δέντρα σαν τσαμπιά.
Σαν ψαροπούλια οι λέξεις
Πάνω στα κλώνια καμαρώνουν.
Να η ποιητική του Κλιούγιεβ ολάκερη! Πού βρίσκονται η επανάσταση, η πάλη, ο δυναμισμός, η έξαρση στο καινούργιο; Έχουμε τη γαλήνη, μια μαγική ακινησία, μια φτηνή και ψεύτικη φαντασμαγορία. «Σαν ψαροπούλια οι λέξεις πάνω στα κλώνια καμαρώνουν». Είναι κάτι αξιοπερίεργο να το βλέπεις. Μα ο νεότερος άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει μέσα σε τέτοιο κλίμα.
Τί δρόμο θ’ ακολουθήσει ο Κλιούγιεβ; Θα πλησιάσει την επανάσταση, ή θα απομακρυνθεί απ’ αυτήν; Το πιο πιθανό, να απομακρυνθεί απ’ αυτήν. Είναι πάρα πολύ κορεσμένος από παρελθόν. Η διανοητική απομόνωση και η αισθητική ιδιοτυπία του χωριού, παρά την πρόσκαιρη εξασθένηση της πόλης, είναι πραγματικά στη δύση τους. Ο Κλιούγιεβ, κι αυτός, φαίνεται να είναι στη δύση του.
Ο Γιεσένιν, καθώς και όλη η ομάδα των Εικονιστών (Μάριενχοφ, Σερσένεβιτς, Κουσίκοβ) βρίσκεται κάπου στο σταυροδρόμι ανάμεσα Κλιούγιεβ και Μαγιακόβσκι. Οι ρίζες του Γιεσένιν είναι στο χωριό, όμως λιγότερο βαθιά απ’ ό,τι στον Κλιούγιεβ. Ο Γιεσένιν είναι νεότερος. Έγινε ποιητής όταν το χωριό τρανταζόταν κιόλας απ’ την επανάσταση, όταν τρανταζόταν κιόλας η Ρωσία ολάκερη. Ο Κλιούγιεβ είχε ολότελα σχηματιστεί στα προπολεμικά χρόνια και απάντησε στον πόλεμο και στην επανάσταση μέσα στα όρια του συντηρητισμού του ανθρώπου των δασών. Ο Γιεσένιν είναι όχι μόνο νεότερος, είναι και πιο ευλύγιστος, πιο πλαστικός, πιο ανοιχτός στις επιδράσεις και πιο πλούσιος σε δυνατότητες. Η ίδια η χωρική του βάση δεν είναι όμοια με του Κλιούγιεβ. Ο Γιεσένιν δεν έχει ούτε τη στερεότητα του Κλιούγιεβ ούτε τη σκοτεινή και πομπώδικη κατάνυξή του. Ο Γιεσένιν καυχιέται ότι είναι αλαζόνας κι ότι είναι ένας χούλλιγκαν[2]. Να πούμε την αλήθεια, η ίδια η αλαζονεία του, αλαζονεία καθαρά φιλολογική (Εξομολόγηση) δεν είναι τόσο τρομερή. Ωστόσο ο Γιεσένιν είναι χωρίς καμιάν αμφιβολία η έκφραση του προεπαναστατικού και επαναστατικού πνεύματος της αγροτικής νεολαίας, που η ταραγμένη ζωή του χωριού την έσπρωξε στην ξιπασιά και στο σαματά.
Η πόλη άφησε το χρώμα της πάνω στο Γιεσένιν πιο δυνατά και με τρόπο πιο ορατό παρά πάνω στον Κλιούγιεβ. Εδώ παρεμβαίνει η αδιαφιλονίκητη επίδραση του φουτουρισμού. Ο Γιεσένιν είναι πιο δυναμικός στο μέτρο που είναι πιο νευρικός, πιο ευλύγιστος, πιο ευαίσθητος στο καινούργιο. Μα ο εικονισμός είναι το αντίθετο του δυναμισμού. Η εικόνα αποκτάει σημασία από μόνη, της, σε βάρος του συνόλου, αφού τα απομονωμένα στοιχεία γίνονται ευδιάκριτα και ψυχρά.
Είπαν, άδικα, πως η αφθονία εικόνων του εικονιστή Γιεσένιν προερχόταν από τις ατομικές του κλίσεις. Πραγματικά, βρίσκουμε τα ίδια γνωρίσματα και στον Κλιούγιεβ. Οι στίχου του βαραίνουν από μιαν εικονοποιία ακόμα πιο κλειστή και πιο στάσιμη. Στα βάθος πρόκειται για μιαν αισθητική λιγότερο προσωπική και περισσότερο χωριάτικη. Η ποίηση των επαναληπτικών μορφών της ζωής έχει, στο τέλος - τέλος, ελάχιστη κινητικότητα, και ζητάει διέξοδο στη συμπύκνωση των εικόνων.
Ο εικονισμός είναι σε τέτοιο σημείο παραφορτωμένος με εικόνες ώστε η ποίησή του μοιάζει με γομάρι και, κατά συνέπεια, είναι αργοκίνητη. Η αφθονία των εικόνων δεν είναι καθαυτή δείγμα δημιουργικής δύναμης. Αντίθετα, αυτή μπορεί να προέρχεται από την έλειψη τεχνικής ωριμότητας ενός ποιητή αιφνιδιασμένου από τα γεγονότα και από αισθήματα που, καλλιτεχνικά, τον ξεπερνάνε. Ο ποιητής είναι σχεδόν πνιγμένος από εικόνες κι ο αναγνώστης νιώθει τόση νευρική ανυπομονησία να τελειώνει μαζί του όση κι όταν ακούς ένα ρήτορα που τραυλίζει. Όπως και νά ’ναι, ο εικονισμός δεν είναι σχολή από την οποία μπορείς να περιμένεις σοβαρές εξελίξεις. Ακόμα και η όψιμη ξιπασιά του Κουσίκοβ («η Δύση στην κατεύθυνση της οποίας εμείς οι εικονιστές φτερνιζόμαστε»), φαίνεται αξιοπερίεργη, όμως καθόλου διασκεδαστική. Ο εικονισμός είναι ίσως μόνο ένας σταθμός για κάποιους ποιητές της νέας γενιάς, λίγο - πολύ ταλαντούχους, που μοιάζουν μεταξύ τους σ’ ένα μόνο σημείο: όλοι τους είναι ακόμα ανώριμοι.
Η προσπάθεια που έκανε ο Γιεσένιν να φτιάξει ένα μεγάλο έργο χάρη στην εικονιστική μέθοδο αποκαλύφθηκε ατελέσφορη από το γεγονός ότι ο συγγραφέας σκόρπισε την πλούσια εικονοποιία του χωρίς κανένα μέτρο. Η διαλογική μορφή του Πουγκατσόβ υπήρξε ανελέητα πιο ισχυρή από τον ποιητή. Το δράμα, γενικά, είναι μια μορφή τέχνης πολύ διάφανη και άκαμπτη· δεν προσφέρει θέση στα περιγραφικά ή αφηγητικά κομάτια ούτε στα λυρικά πετάγματα. Ο διάλογος έριξε το Γιεσένιν σε γάργαρα νερά. Ο Εμέλκο Πουγκατσόβ, όσο και οι εχθροί του ή οι συνεργάτες του, είναι όλοι, δίχως εξαίρεση, εικονιστές. Κι ο ίδιος ο Πουγκατσόβ είναι Γιεσένιν απ’ την κορφή ως τα νύχια: θέλει να είναι τρομερός, μα δεν το μπορεί. Ο Πουγκατσόβ του Γιεσένιν δεν είναι παρά ένας ρομαντικός αισθηματίας. Είναι διασκεδαστικό ότι ο Γιεσένιν αυτοπαρουσιάζεται σαν ένα είδος χούλλιγκαν, αόριστα διψασμένος για αίμα. Όταν όμως ο Πουγκατσόβ εκφράζεται σαν ένας ρομαντικός, φορτωμένος με εικόνες, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο εικονιστής Πουγκατσόβ παίρνει όψη κάπως γελοία.
Αν και ο εικονισμός έχει κιόλας πεθάνει προτού καλά - καλά γεννηθεί, ο Γιεσένιν ανήκει ακόμα στο μέλλον. Σε ξένους δημοσιογράφους δηλώνει πως είναι πιο αριστερά από τους μπολσεβίκους. Αυτό είναι μέσα στη φυσική τάξη των πραγμάτων και δε φοβίζει κανένα. Για την ώρα ο Γιεσένιν, ο ποιητής, που μπορεί να είναι πιο αριστερά από μας τους φτωχούς αμαρτωλούς, μα που δε νιώθει μ’ αυτό λιγότερο το Μεσαίωνά του, έχει αρχίζει τα νεανικά του ταξίδια και δε θα ξαναγυρίσει ίδιος κι απαράλλαχτος. Εμείς δε θα προδικάσουμε. Σαν ξαναγυρίσει θα μας το πει ο ίδιος.
Οι «Αδελφοί Σεράπιον» είναι νέοι που ζουν ακόμα με την οικογένειά τους[3]. Ορισμένοι απ’ αυτούς δεν ήρθανε στην Επανάσταση διαμέσου της λογοτεχνίας, μα ήρθανε στη λογοτεχνία διαμέσου της Επανάστασης. Ίσα - ίσα επειδή το σύντομο οδοιπορικό τους ξεκινάει από την Επανάσταση, δοκιμάζουν –τουλάχιστο ορισμένοι απ’ αυτούς– μια εσωτερική ανάγκη να σταθούν σε απόσταση απ’ την Επανάσταση και να προστατέψουν από τις κοινωνικές της απαιτήσεις την ελευθερία του έργου τους. Είναι σα νά ’νιωθαν για πρώτη φορά πως η τέχνη έχει τα δικά της δικαιώματα. Ο καλλιτέχνης Δαβίδ (στο Ν. Τιχόνοβ) απαθανατίζει σύγκαιρα «το χέρι του πατριώτη δολοφόνου» και το Μαρά. Γιατί; Γιατί είναι «τόσο ωραία η αστραπή που πάει από τη χούφτα στον αγκώνα, πιτσιλισμένη από ροδοκόκκινη ζύμη». Πολύ συχνά οι Σεράπιον απομακρύνονται απ’ την Επανάσταση ή από τη σύγχρονη ζωή γενικά, ακόμα κι απ’ τον άνθρωπο, για να γράψουν για τους φοιτητές της Δρέσδης, τους Ιουδαίους των βιβλικών χρόνων, για τις τίγρισσες και τα σκυλιά. Όλα αυτά δε δίνουν παρά μιαν εντύπωση ψηλαφίσματος, δοκιμής, προπαρασκευής. Ρουφάνε τα λογοτεχνικά και τεχνικά αποκτήματα των προεπαναστατικών σχολών, χωρίς τα οποία δε θα μπορούσε να υπάρξει κίνηση προς τα μπρος. Ο γενικός τους τόνος είναι ρεαλιστικός, όμως ακόμα ολότελα συγχυσμένος. Είναι πάρα πολύ νωρίς για να κρίνουμε ατομικά τους «Αδελφούς Σεράπιον», τουλάχιστο στα πλαίσια αυτού του έργου. Γενικά προμηνάνε, μέσα σε πολλά άλλα συμπτώματα, μια αναγέννηση της λογοτεχνίας σε καινούργια ιστορική βάση, ύστερα από την τραγική κατάρρευση. Γιατί τους περιορίζουμε στην κατηγορία των «συνοδοιπόρων» μας; Γιατί συνδέονται με την Επανάσταση, όμως με δεσμό ακόμα πολύ χαλαρό, γιατί είναι πολύ νέοι, και τίποτα το οριστικό δε μπορεί να ειπωθεί για τα αυριανά τους.
Το πιο επικίνδυνο γνώρισμα των «Σεράπιον» είναι ότι τό ’χουν καύχημα και καμάρι που δεν έχουν αρχές. Αυτό είναι ηλιθιότητα και μωρολογία. Σα να μπορούσε να υπάρχουν καλλιτέχνες «δίχως τάση», δίχως καθορισμένες σχέσεις με την κοινωνική ζωή –ας είναι και σιωπηρές και αδιατύπωτες σε πολιτικούς όρους. Είν’ αλήθεια πως οι περισσότεροι καλλιτέχνες, στις συνηθισμένες περίοδες, επεξεργάζονται τις σχέσεις τους με τη ζωή και τις κοινωνικές μορφές της με τρόπο ανεπαίσθητο, μοριακό και σχεδόν χωρίς συμμετοχή του κριτικού λόγου. Ο καλλιτέχνης αποδίνει τη ζωή όπως τη βρίσκει, χρωματίζοντας τη στάση του απέναντί της μ’ ένα είδος λυρισμού. Θεωρεί τις βάσεις της σαν αμετακίνητες, και δεν την πλησιάζει με περισσότερο κριτικό πνεύμα απ’ ό,τι δείχνει απέναντι στο ηλιακό σύστημα. Αυτός ο παθητικός συντηρητισμός αποτελεί τον αόρατο άξονα του έργου του.
Οι κρίσιμες περίοδες δε δίνουν στον καλλιτέχνη την πολυτέλεια να μπορεί να δημιουργήσει με τρόπο αυτόματο και ανεξάρτητα από κάθε κοινωνικό υπολογισμό. Όποιος καμαρώνει γι’ αυτό, έστω και δίχως ειλικρίνεια κι ακόμα δίχως αξίωση, μασκάρει μιαν αντιδραστική τάση ή έχει πέσει σε κοινωνικές ηλιθιότητες ή γίνεται γελοίος. Είναι φυσικά δυνατό να κάνεις νεανικές ασκήσεις στο πνεύμα των ιστοριών του Σινεμπριούχοβ, ή με τον τρόπο του μικρού μυθιστορήματος του Φέντιν, Άννα Τιμοφέγιεβνα, μα είναι αδύνατο να δόσεις ένα μεγάλο ή σπουδαίο πίνακα, ή ακόμα να σταθείς για καιρό με σκίτσα, χωρίς ν’ ανησυχήσεις για τις κοινωνικές και καλλιτεχνικές προοπτικές.
Οι μυθιστοριογράφοι και οι ποιητές οι γεννημένοι από την Επανάσταση και που είναι ακόμα τόσο νέοι, σχεδόν στα σπάργανά τους, δοκιμάζουν, στην αναζήτηση της καλλιτεχνικής προσωπικότητάς τους, να απομακρυνθούν από την Επανάσταση που στάθηκε ο κύκλος τους, το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλουν ακόμα να βρίσκονται. Απ’ όπου οι κουβέντες τού «Η τέχνη για την τέχνη» που φαίνονται πολύ σπουδαίες και πολύ τολμηρές στους «Σεράπιον», μα που, πραγματικά, είναι το πολύ - πολύ ένα σημάδι ανάπτυξης και, όπως και νά ’ναι, δείγμα ανωριμότητας. Αν οι «Σεράπιον» αποχωρίζονταν ολότελα απ’ την Επανάσταση, θα αποκαλύπτονταν αμέσως σαν ένα κατάλοιπο δεύτερης ή τρίτης διαλογής των προεπαναστατικών λογοτεχνικών σχολών, που έχουν ωστόσο πεταχτεί στα άχρηστα. Είναι αδύνατο να παίξεις με την ιστορία. Εδώ η τιμωρία ακολουθεί άμεσα το έγκλημα.
Ο Βσέβολοντ Ιβάνοβ, που είναι ο πιο παλιός κι ο πιο ακουστός απ’ τους «Σεράπιον», είναι ανάμεσά τους και κείνος που έχει τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα και το περισσότερο βάρος. Γράφει για την Επανάσταση, μόνο για την Επανάσταση, όμως αποκλειστικά για επαναστάσεις αγροτικές και αλαργινές. Ο μονόπλευρος χαρακτήρας του θέματός του και η σχετική στενότητα τού καλλιτεχνικού του πεδίου αφήνουν ένα αποτύπωμα μονοτονίας πάνω στα δροσερά και λαμπερά χρώματά του.
Είναι αυθόρμητος στις διαθέσεις του μα, μέσα στον αυθορμητισμό του, δε δείχνεται αρκετά προσεχτικός και απαιτητικός απέναντι στον εαυτό του. Είναι πολύ λυρικός και το λυρικό του κύμα κυλάει δίχως τέλος. Και ο συγγραφέας παρουσιάζει τον εαυτό του πολύ επίμονα, αυτοπροβάλλεται πολύ συχνά, εκφράζεται πάρα πολύ θορυβώδικα, δίνει στη φύση και στους ανθρώπους γροθιές πάρα πολύ σκληρές στους ώμους και στη ράχη. Όσο αυτός ο αυθορμητισμός εκπορεύεται από τη νεότητά του, είναι πολύ ελκυστικός. Μα είναι μεγάλος ο κίνδυνος να γίνει μανιερισμός. Στο μέτρο που ο αυθορμητισμός λιγοστεύει, πρέπει να αναπληρώνεται από μια διεύρυνση του δημιουργικού πεδίου και από ένα ανέβασμα του επίπεδου της τεχνικής. Αυτό είναι δυνατό μόνο αν είναι κανείς απαιτητικός απέναντι στον εαυτό του. Ο λυρισμός με τον οποίο ο Ιβάνοβ ζεσταίνει τόσο τη φύση και τους διαλόγους του πρέπει να γίνει πιο μυστικός, πιο εσωτερικός, πιο απόκρυφος και πιο τσιγγούνικος στην έκφρασή του. Οι φράσεις πρέπει να εκπορεύονται η μια από την άλλη με τη φυσική δύναμη της καλλιτεχνικής ύλης, χωρίς την ορατή βοήθεια του συγγραφέα. Ο Ιβάνοβ έχει μαθητεύσει πλάϊ στο Γκόρκι κ’ έχει μάθει πολλά. Να ξαναπεράσει για μιαν ακόμα φορά απ’ αυτή τη σχολή, μα αυτή τη φορά σε έννοια αντίστροφη.
Ο Ιβάνοβ γνωρίζει και καταλαβαίνει το σιβηριανό χωρικό, τον Κοζάκο, τον Κιρκάσιο. Πάνω σ’ ένα φόντο από ξεσηκωμούς, μάχες, τουφεκιές και κατατρεγμούς δείχνει πολύ καλά το κουσούρι του χωρικού: δεν έχει πολιτική προσωπικότητα, παρά τη σταθερή κοινωνική του δύναμη. Ένας νεαρός σιβηριανός χωρικός, που βρίσκεται στη Ρωσία, παλιός στρατιώτης του τσάρου, υποστηρίζει τους μπολσεβίκους· όμως, γυρίζοντας στη Σιβηρία, υπηρετεί στον «Τολτσάκ»[4] εναντίον των Ερυθρών. Ο πατέρας του, εύπορος χωρικός που, βαρυεστημένος, είταν σε αναζήτηση καινούργιας πίστης, γίνεται, με τρόπο ανεπαίσθητο και αναπάντεχο γι’ αυτόν ηγήτορας των κόκκινων ομάδων. Όλη η οικογένεια εξαρθρώνεται· το χωριό καίγεται. Ωστόσο, μόλις περάσει ο σίφουνας, ο χωρικός αρχίζει να σημαδεύει τα δέντρα στο δάσος για την υλοτομία κι αρχίζει να ξαναχτίζει. Αφού ταλαντευτεί ανάμεσα σε πολλές και διάφορες κατευθύνσεις, ο Πουσάχ δοκιμάζει να στερεωθεί γερά πάνω στη βαριά βάση του. Στον Ιβάνοβ διάφορες απομονωμένες σκηνές φτάνουν σε μεγάλη δύναμη. Οι σκηνές όπου τοποθετείται η «συνομιλία» ανάμεσα στους Κόκκινους της Άπω Ανατολής κ’ έναν Αμερικάνο αιχμάλωτο, ή το ξεφάντωμα των ανταρτών, ή η αναζήτηση ενός «μεγάλου Θεού» από έναν Κιρκάσιο, είναι λαμπρές. Ωστόσο, γενικά, θέλει δε θέλει, ο Ιβάνοβ δείχνει ότι τα αγροτικά ξεσηκώματα στη «χωριάτικη» Ρωσία δεν είναι ακόμα η επανάσταση. Από μια μικρή σπίθα ξεσπάει ξαφνικά η αγροτική εξέγερση, εφήμερη, συχνά σκληρή μέσα στην απελπισία της, χωρίς κανείς να βλέπει γιατί αυτή έχει ανάψει, ούτε που θα οδηγήσει. Και ποτέ, ούτε με κανέναν τρόπο, η απομονωμένη αγροτική εξέγερση δε μπορεί να είναι νικηφόρα. Ένας υπαινιγμός για αγροτικό ξεσήκωμα βρίσκεται στους Χρωματισμένους Ανέμους από μέρους του Νικίτιν του μπολσεβίκου των πόλεων, μένει όμως αόριστος. Ο Νικίτιν της διήγησης του Ιβάνοβ είναι ένα αινιγματικό κομάτι από άλλον κόσμο, και δε βλέπει κανείς καθαρά γιατί το χωρικό στοιχείο γυρίζει γύρω του. Απ’ όλους αυτούς τους πίνακες της Επανάστασης σε απόμακρες γωνιές, βγαίνει ένα αδιάσειστο συμπέρασμα: σ’ ένα μεγάλο χωνευτήρι και με υψηλή θερμοκρασία συντελείται ένα ξαναχύσιμο του εθνικού χαρακτήρα του ρωσικού λαού. Κι απ’ αυτό το χωνευτήρι ο Πουσάχ δε θα ξαναβγεί τέτοιος που είχε μπει.
Θά ’ταν καλό αν ο Βσέβολοντ Ιβάνοβ μπορούσε, κι αυτός, να ωριμάσει μέσα σ’ αυτό το χωνευτήρι.
Ο Νικίτιν ξεπρόβαλε καθαρά ανάμεσα στους «Σεράπιον» στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου. Αυτό που έγραψε το 1922 σημαδεύει ένα πήδημα προς τα μπρος σε σχέση με κείνο που είχε κάνει τον προηγούμενο χρόνο. Υπάρχει όμως, σ’ αυτή τη γοργή ωρίμανση, κάτι το ίδιο ανησυχητικό όσο και στην πρωιμότητα ενός νεαρού. Ανησυχητική είναι πριν απ’ όλα η φανερή νότα κυνισμού που, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο μέτρο, χαρακτηρίζει σήμερα σχεδόν όλη τη νεολαία, που όμως, στιγμές - στιγμές, παίρνει στο Νικίτιν άσκημη τροπή. Δεν πρόκειται για ωμές εκφράσεις, ούτε για νατουραλιστικές υπερβασίες –αν και οι υπερβασίες είναι πάντα υπερβασίες– μα για στάση απέναντι σε ανθρώπους και γεγονότα καμωμένη από προκλητική χοντροκοπιά και ξώπετσο ρεαλισμό. Ο ρεαλισμός, στην πλατιά έννοια του όρου, δηλαδή στην έννοια μιας καλλιτεχνικής κατάφασης του πραγματικού κόσμου με τη σάρκα του και τη συνείδησή του, περιλαβαίνει πολυάριθμα είδη. Μπορεί κανείς να πάρει τον άνθρωπο όχι μόνο τον κοινωνικό άνθρωπο, μα τον ψυχοσωματικό άνθρωπο, και να τον πλησιάσει από διάφορες πλευρές: από τα πάνω, από τα κάτω, από πλάϊ ή ακόμα να γυρίσει γύρω του. Ο Νικίτιν τον πλησιάζει, ή πιο σωστά τον κρυφοζυγώνει, από τα κάτω. Να γιατί όλες οι προοπτικές του για τον άνθρωπο καταντάνε χυδαίες, καμιά φορά μάλιστα συχαμερές. Το πρώιμο ταλέντο του Νικίτιν δίνει σ’ αυτό το παιδί ανησυχητικό χαρακτήρα. Είναι ένας δρόμος σε αδιέξοδο.
Κάτω από τις λεκτικές αυτές απρέπειες και τη νατουραλιστική κραιπάλη κρύβεται μια έλειψη πίστης ή το σβήσιμο μιας πίστης, κι αυτό δεν αληθεύει για το Νικίτιν μόνο. Αυτή η γενιά είχε ριχτεί μέσα στο σίφουνα μεγάλων γεγονότων χωρίς προπαρασκευή κανενός είδους, πολιτική, ηθική ή καλλιτεχνική. Δεν είχε τίποτα που νά ’ταν σταθερό, ή καλύτερα παραδοσιακό· και η Επανάσταση εύκολα την κατάχτησε. Επειδή είταν εύκολη αυτή η κατάκτηση είταν και ξώπετση.
Οι νέοι ρίχτηκαν μέσα στο σίφουνα κι όλοι, Εικονιστές, «Σεράπιον» κλπ. έγιναν Ετερόδοξοι, πεισμένοι μισοσυνειδητά ότι το φύλλο συκής είταν το ουσιαστικό έμβλημα του παλιού κόσμου. Είναι ολότελα σημαντικό ότι η γενιά των εφήβων που άδραξε η Επανάσταση είναι η χειρότερη, όχι μόνο μέσα στην ιντελλιγκέντσια της πόλης μα και μέσα στην αγροτιά, ακόμα και μέσα στην εργατική τάξη. Δεν είναι επαναστατική, είναι θορυβώδικη και φέρνει τα διακριτικά σήματα του αναρχικού ατομικισμού. Η ακόλουθη γενιά, που μεγάλωσε κάτω από το καινούργιο καθεστώς, είναι πολύ καλύτερη, είναι πιο κοινωνική, πιο πειθαρχημένη, πιο απαιτητική απέναντι στον εαυτό της και η δίψα της για γνώσεις μεγαλώνει σοβαρά. Είναι η νεολαία που συνεννοείται τόσο καλά με τους «γέρους», με κείνους που διαπλάστηκαν και ατσαλώθηκαν πριν από το Φλεβάρη και τον Οκτώβρη 1917 κι ακόμα πριν από το 1914. Ο επαναστατισμός των «Σεράπιον», όπως της πλειονότητας των «συνοδοιπόρων», έχει πολύ μεγαλύτερη σχέση με τη γενιά που ήρθε πάρα πολύ αργά για να προετοιμάσει την Επανάσταση και πάρα πολύ νωρίς για να διαπαιδαγωγηθεί απ’ αυτήν. Έχοντας πλησιάσει την Επανάσταση από την άσκημη πλευρά, κείνη του χωρικού, και αποκτώντας μιαν άποψη μισο-Ετερόδοξου, αυτοί οι «συνοδοιπόροι» απαλλάσσονται τόσο περισσότερο από τις αυταπάτες όσο φαίνεται πιο ξάστερα ότι η Επανάσταση δεν είναι ένα ευχάριστο παιχνίδι, μα αντίληψη, οργάνωση, σχέδιο, επιχείρηση. Ο εικονιστής Μάριενχοφ βγάζει το καπέλο του και, με ευγένεια και ειρωνεία, λέει αντίο στην Επανάσταση που τον πρόδοσε, αυτόν, το Μάριενχοφ. Και ο Νικίτιν, στο διήγημά του Πέλλα, όπου αυτός ο τύπος του ψευτο-επαναστάτη Ετερόδοξου, βρίσκει την πιο ολοκληρωμένη έκφρασή του, τελειώνει μ’ αυτές τις ουσιαστικά σκεπτικιστικές λέξεις, που, χωρίς να είναι τόσο δειλές όσο του Μάριενχοφ, είναι το ίδιο κυνικές: «Έχετε κουραστεί κ’ εγώ έχω κιόλας εγκαταλείψει το κυνήγι... Και τώρα, είναι μάταιο για μας να τρέχουμε το κατόπι. Αυτό δεν έχει νόημα. Απομακρυνθείτε απ’ τις νεκρές θέσεις».
Το ακούσαμε κιόλας μια φορά αυτό, και το θυμόμαστε πολύ καλά. Οι νέοι μυθιστοριογράφοι και ριμαδόροι που αρπάχτηκαν από την Επανάσταση στα 1905, της γύρισαν αργότερα την πλάτη με λόγια σχεδόν ταυτόσημα. Όταν στα 1907 βγάλανε το καπέλο τους για να πουν αντίο σε κείνηνε την ξένη, φανταζόντανε σοβαρά πως είχαν κιόλας κανονίσει τους λογαριασμούς τους μαζί της. Εκείνη όμως ξαναγύρισε για δεύτερη φορά, και πολύ πιο δυνατή. Βρήκε τους πρώτους απροσδόκητους «εραστές» του 1905 πρόωρα γερασμένους, ψυχικά φαλακρούς. Γι’ αυτό το λόγο, αν και να πούμε την αλήθεια χωρίς ποτέ ν’ ανησυχήσει πολύ γι’ αυτό, τράβηξε στο πεδίο της την καινούργια γενιά της παλιάς κοινωνίας (ολότελα στην περιφέρειά της κι ακόμα στην εφαπτόμενη). Ήρθε έπειτα ένα άλλο 1907: χρονολογικά έχει όνομα 1921-1922 και παίρνει τη μορφή της Νέπ. Η επανάσταση δεν είταν μια ξένη τόσο περίλαμπρη, στο τέλος - τέλος· τίποτα άλλο από εμπόρισσα!
Είν’ αλήθεια πως αυτοί οι νέοι είναι έτοιμοι να υποστηρίξουν σε πάμπολλες ευκαιρίες πως δε σκέφτονται να ξεκόψουν με την Επανάσταση, πως έχουν φτιαχτεί απ’ αυτή, πως δε μπορεί κανείς να τους εννοήσει έξω από την Επανάσταση και πως οι ίδιοι δεν το μπορούν αυτό. Μα όλα αυτά είναι πολύ αόριστα κι ακόμα διφορούμενα. Δε μπορούν, φυσικά, να χωρίσουν απ’ την Επανάσταση, στο μέτρο που η Επανάσταση, αν και εμπόρισσα, είναι ένα γεγονός κι ακόμα ένας τρόπος ζωής. Να είσαι έξω από την Επανάσταση θα σήμαινε ότι βρίσκεσαι ανάμεσα στους εμιγκρέδες. Δε μπορεί να γίνει λόγος γι’ αυτό. Όμως, πέρα από τους εμιγκρέδες στο εξωτερικό, υπάρχουν οι εμιγκρέδες του εσωτερικού. Κι ο δρόμος προς αυτούς περνάει μακριά απ’ την Επανάσταση. Όποιος δεν έχει πια τίποτα να τρέξει το κατόπι του επιζητεί την πνευματική μετανάστευση, κι αυτό σημαίνει αναπόφευκτα το θάνατό του σαν καλλιτέχνη, γιατί δε χρησιμεύει σε τίποτα να ξεγελάς ο ίδιος τον εαυτό σου: η γοητεία, η φρεσκάδα, η σπουδαιότητα που έχει δοθεί στους νεότερους προέρχονται εξολοκλήρου από την Επανάσταση που τους άγγιξε. Αν βγάλεις έξω την Επανάσταση, θα υπάρχουν μερικοί Τσιρίκοβ παραπάνω στον κόσμο και τίποτ’ άλλο.
Ο Πιλνιάκ είναι ρεαλιστής και αξιόλογος παρατηρητής, με μάτι ξάστερο και λεπτό αφτί. Οι άνθρωποι και τα πράγματα δεν του φαίνονται παλιά, φθαρμένα, πάντα τα ίδια, και μόνο ριγμένα σε πρόσκαιρη αταξία απ’ την Επανάσταση. Τα πιάνει στη φρεσκάδα τους και σε ό,τι έχουνε μοναδικό, δηλαδή ζωντανά κι όχι νεκρά και, μέσα στην επαναστατική αταξία που αποτελεί γι’ αυτόν ένα ζωντανό και θεμελιακό γεγονός, ζητάει στηρίγματα για τη δική του καλλιτεχνική τάξη. Στην τέχνη όπως και στην πολιτική –και από ορισμένες απόψεις η τέχνη πλησιάζει την πολιτική κι αντίστροφα, γιατί κ’ οι δυο τους κάνουν έργο δημιουργικό– ο «ρεαλιστής» είναι ανίκανος να κοιτάξει πέρα απ’ τα πόδια του, να παρατηρήσει άλλο από τα εμπόδια, τις ελλείψεις, τ’ αυλάκια απ’ τους τροχούς, τις στραπατσαρισμένες μπότες και τα σπασμένα πιατικά. Απ’ όπου μια πολιτική φοβισμένη, φευγαλέα, οπορτουνιστική και μια τέχνη παρακατιανή, καταφαγωμένη από το σκεπτικισμό, επεισοδιακή. Ο Πιλνιάκ είναι ρεαλιστής. Το μόνο που μένει είναι το ζήτημα της κλίμακας του ρεαλισμού του. Και η εποχή μας ζητάει πλατιά κλίμακα.
Με την Επανάσταση η ζωή κατάντησε στρατόπεδο. Η ιδιωτική ζωή, οι θεσμοί, οι μέθοδες, οι σκέψεις, τα αισθήματα όλα έχουν γίνει ασυνήθιστα, πρόσκαιρα, μεταβατικά, όλα μυρίζουν προσωρινότητα, και φτάνει μάλιστα συχνά στο σημείο να εκφράζει αυτή την προσωρινότητα στα ονόματα. Απ’ όπου η δυσκολία για κάθε καλλιτεχνικό διάβημα. Αυτός ο αιώνιος καταυλισμός, αυτός ο επεισοδιακός χαρακτήρας της ζωής κλείνει μέσα του ένα στοιχείο συμπτωματικό και το συμπτωματικό φέρνει τη σφραγίδα της ασημαντότητας. Παρμένη στην ποικιλία των επεισοδίων της, η επανάσταση παρουσιάζεται ξαφνικά σαν απογυμνωμένη από σημασία. Πού είναι λοιπόν η Επανάσταση; Να η δυσκολία. Αυτήν θα την υπερνικήσει μονάχα κείνος κει που θα μπορέσει να καταλάβει και να νιώσει βαθύτατα την εσώτερη έννοια αυτής της ποικιλίας και ν’ ανακαλύψει πίσω απ’ αυτή τον άξονα ιστορικής κρυστάλλωσης. «Τι να τα κάνουμε τα στέρεα σπίτια, ρωτούσαν άλλοτε οι Παλαιοί Πιστοί, αφού περιμένουμε τον ερχομό του Μεσσία;». Ούτε η Επανάσταση χτίζει στέρεα σπίτια. Αντί γι’ αυτό μετακινεί και κουβαλάει από δω κι αποκεί τους ανθρώπους, τους στιβάζει μέσα στους ίδιους χώρους, φτιάχνει παράγκες, προσωρινές παράγκες: τέτοια είναι η γενική όψη των θεσμών της. Κι αυτό, όχι γιατί περιμένει τον ερχομό του Μεσσία, όχι γιατί στο υλικό προτσέσο της οργάνωσης της ζωής αντιτάσσει τον τελικό της σκοπό, μα αντίθετα γιατί πασκίζει, μέσα σε μιαν αδιάκοπη αναζήτηση και εμπειρία, να βρει τις καλύτερες μέθοδες για να χτίσει το οριστικό της σπίτι. Όλες οι πράξεις της είναι σκιαγραφήματα, προσχέδια, δοκίμια πάνω σε δοσμένο θέμα. Υπήρξαν τέτοια και θα υπάρξουν ακόμα πολλά. Και τα αποτυχημένα προσχέδια είναι πολύ περισσότερα από κείνα που υπόσχονται επιτυχία. Όλα όμως είναι σημαδεμένα από την ίδια σκέψη, την ίδια αναζήτηση. Ίδιος ιστορικός σκοπός τα εμπνέει. «Γκβίου» «Γκλάβμπουμ»[5] δεν είναι απλοί συνδυασμοί ήχων όπου ο Πιλνιάκ ακούει το ουρλιαχτό των στοιχειακών δυνάμεων της Επανάστασης· είναι όροι εργασίας (όπως υπάρχουν προϋποθέσεις εργασίας), όροι θελημένοι, λογισμένοι, σφυρηλατημένοι συνειδητά, για μιαν οικοδόμηση συνειδητή, προμελετημένη, θελημένη –και θελημένη όπως ποτέ προτήτερα στον κόσμο.
«Ναι, σε εκατό - εκατοπενήντα χρόνια οι άνθρωποι θα νοσταλγούν την τωρινή Ρωσία, βλέποντας σ’ αυτήν τις μέρες της πιο όμορφης εκδήλωσης του ανθρώπινου πνεύματος... Όμως τα πατούμενά μου είναι στραπατσαρισμένα, και θά ’θελα να είμαι στο εξωτερικό, τραπεζωμένος σ’ ένα ρεστωράν και πίνοντας ουϊσκάκι», (Ιβάν και Μαρία). Ίδια όπως ένα τραίνο από βαγόνια για ζώα δε μπορεί, λόγω του κυκεώνα των χεριών, των ποδιών, των ζητιάνων και των φώτων, να δει ένα δρόμο 2.000 χιλιόμετρα μάκρος, δε μπορείς εξαιτίας ενός στραβοπατημένου παπουτσιού και όλων των άλλων παραφωνιών και δυσχερειών της σοβιετικής ζωής –μας λέει ο Πιλνιάκ– να δεις την ιστορική στροφή που έχει συντελεστεί. «Οι θάλασσες και τα οροπέδια έχουν αλλάξει θέση! Γιατί η Ρωσία κοιλοπονάει! Γιατί η Ρωσία έχει χωριστεί σε οικονομικές ζώνες! Γιατί στη Ρωσία υπάρχει ζωή! Γιατί τα φουσκωμένα νερά είναι πηχτά από μαύρο χώμα! Αυτό εγώ το ξέρω. Μα αυτοί βλέπουν ψείρες μέσα στη βρώμα». Το ζήτημα μπαίνει με ακρίβεια. Αυτοί (οι στείροι φιλισταίοι, οι έκπτωτοι ηγήτορες, οι προσβλημένοι προφήτες, οι σχολαστικοί, οι ηλίθιοι, οι επαγγελματίες ονειροπόλοι) δε βλέπουν παρά ψείρα και βούρκο, ενώ στ’ αλήθεια υπάρχει και κοιλοπόνημα, που είναι αλλιώτικα σημαντικό. Ο Πιλνιάκ το ξέρει. Μπορεί αυτός να αρκεστεί σε στεναγμούς και σπαραγμούς, σε φυσιολογικά ανέκδοτα; Όχι, θέλει να σας κάνει να πάρετε μέρος στη γέννα.
Είναι ένα μεγάλο έργο και πολύ δύσκολο. Είναι καλό που ο Πιλνιάκ έχει προσηλωθεί σ’ αυτό το έργο. Μα δεν ήρθε ακόμα η στιγμή να πούμε αν τά ’βγαλε πέρα μ’ αυτό.
Επειδή φοβάται το ανέκδοτο, ο Πιλνιάκ δεν έχει θέμα. Να πούμε την αλήθεια πετάει δύο - τρία θέματα, κι ακόμα περισσότερα, που ταξιδεύουν σ’ όλες τις κατευθύνσεις μέσα από την αφήγηση. Μα δεν είναι παρά νύξεις, δίχως την κύρια σημασία που έχει γενικά ένα θέμα. Ο Πιλνιάκ ποθεί να δείξει την τωρινή ζωή στις σχέσεις της και στην κίνησή της· την πιάνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με τομές σε διάφορα μέρη, γιατί αυτή δε μοιάζει πουθενά με κείνο που είταν. Τα θέματα, πιο σωστά οι δυνατότητες θεμάτων που διαπερνάνε τις αφηγήσεις του, δεν είναι άλλο από δείγματα ζωής παρμένα στην τύχη, και η ζωή, ας το σημειώσουμε, είναι τώρα πολύ πιο γεμάτη από θέματα όσο δεν είτανε ποτέ προτήτερα. Όμως κέντρο κρυστάλλωσης δεν υπάρχει σ’ αυτά τα επεισοδιακά και καμιά φορά ανεκδοτικά θέματα. Πού βρίσκεται λοιπόν; Εδώ είναι η πέτρα του σκανδάλου. Ο αόρατος άξονας (ο άξονας της γης είναι το ίδιο αόρατος) θά ’πρεπε να είναι η ίδια η Επανάσταση, γύρω από την οποία θά ’πρεπε να γυρίζει όλη η ζωή η ταραγμένη, χαοτική και στο δρόμο της ανοικοδόμησης. Για να μπορέσει ν’ ανακαλύψει ο αναγνώστης αυτό τον άξονα, θά ’πρεπε ο ίδιος ο συγγραφέας να νιαστεί γι’ αυτό και, σύγκαιρα, να τό ’χει σοβαρά σκεφτεί.
Όταν ο Πιλνιάκ, χωρίς να ξέρει ποιον σημαδεύει, βαράει το Ζαμιάτιν και άλλους «Νησιώτες», λέγοντας πως ένα μερμήγκι δε μπορεί να καταλάβει την ομορφιά του γυναικείου αγάλματος γιατί αυτό δε βλέπει τίποτ’ άλλο από βουνά κι από κοιλάδες όταν περπατάει πάνω σ’ αυτό, χτυπάει σωστά και δυνατά. Κάθε μεγάλη εποχή, είτε είναι η Μεταρρύθμιση, είτε η Αναγέννηση, είτε η Επανάσταση, πρέπει να είναι αποδεχτή σαν όλο και όχι φέτα-φέτα ή ψίχουλο-ψίχουλο. Οι μάζες, με το ακατανίκητο ένστικτό τους, συμμετέχουν πάντα σ’ αυτά τα κινήματα. Στο άτομο, αυτό το ένστικτο φτάνει στο επίπεδο της ιδέας. Όσοι είναι διανοητικά μέτριοι δε βρίσκονται ωστόσο ούτε εδώ ούτε εκεί· πάρα πολύ ατομικιστές για να συμμεριστούν τις αντιλήψεις των μαζών, είναι πάρα πολύ λίγο αναπτυγμένοι για νά ’χουν μια συνθετική αντίληψη γι’ αυτό. Τομέας τους είναι τα βουνά και οι κοιλάδες πάνω στα οποία σκοντάφτουν, με φιλοσοφικά και αισθητικά αναθέματα. Τι γίνεται πάνω σ’ αυτό με τον Πιλνιάκ;
Ο Πιλνιάκ διερευνάει πολύ επιδέξια και με πολλή οξύτητα ένα κομάτι της ζωής μας, και σ’ αυτό έγκειται η δύναμή του, γιατί πρόκειται για ένα ρεαλιστή. Πέρα απ’ αυτό, ξέρει και διακηρύχνει ότι η Ρωσία είναι χωρισμένη σε οικονομικές ζώνες, ότι τα όμορφα κοιλοπόνήματα έχουν αρχίσει και ότι μέσα στο σωρό τις ψείρες, τις κατάρες και τους αλήτες, συντελείται η μεγαλύτερη μετάβαση στην ιστορία. Ο Πιλνιάκ πρέπει να το ξέρει αυτό αφού το διακηρύχνει. Μα το στενόχωρο είναι ότι δεν κάνει άλλο παρά να το διακηρύχνει, σάμπως να αντιπαράθετε τις πεποιθήσεις του στην πραγματικότητα, τη θεμελιακή και σκληρή. Δε γυρίζει τις πλάτες στην επαναστατική Ρωσία. Αντίθετα, την αποδέχεται κι ακόμα την εξυμνεί με τον τρόπο του. Μα δεν κάνει άλλο παρά να το λέει. Δε μπορεί να ξεπληρώσει το χρέος του σαν καλλιτέχνης επειδή δεν καταφέρνει να το αγκαλιάσει διανοητικά. Να γιατί, συχνά, ο Πιλνιάκ κόβει αυθαίρετα το νήμα της αφήγησής του για να σφίξει γρήγορα-γρήγορα τους κόμπους, για να εξηγήσει (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο), για να γενικεύσει (πολύ άσκημα) και για να στολίσει λυρικά (καμιά φορά με τρόπο μεγαλόπρεπο και το πιο συχνά ανώφελο). Ολόκληρο το έργο του σημαδεύεται από το διφορούμενο. Καμιά φορά η Επανάσταση αποτελεί τον αόρατο άξονά του, φορές-φορές, με τρόπο πολύ ορατό, είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που περιστρέφεται δειλά γύρω από την Επανάσταση. Τέτοιος είναι σήμερα ο Πιλνιάκ.
Οσοναφορά το θέμα, ο Πιλνιάκ είναι επαρχιώτης. Πιάνει την Επανάσταση στην περιφέρειά της, στο πισωαύλι της, στο χωριό και κυρίως στις επαρχιακές πόλεις. Η Επανάστασή του είναι η επανάσταση της πολίχνης. Βέβαια, ακόμα κ’ ένας τέτοιος τρόπος πλησιάσματός της μπορεί να είναι ζωντανός. Μπορεί ακόμα νά ’ναι και πιο σαρκωμένος. Μα για να είναι αυτό, δεν πρέπει να σταματάει στην περιφέρεια. Χρειάζεται νά ’βρει τον άξονα της Επανάστασης, που δεν είναι ούτε στο χωριό ούτε στην περιφέρεια. Μπορείς να πλησιάσεις την Επανάσταση από την πολίχνη, μα δε μπορείς νά ’χεις γι’ αυτήν όραμα κάτοικου πολίχνης.
Συμβούλιο των Σοβιέτ σ’ ένα χωριό
Γλυστράει ο δρόμος.
«Σύντροφε βοήθαμε να μπω».
Σκοινοτσάρουχα
Προβιές
Ουρά στο Σπίτι των Σοβιέτ για ψωμί, λουκάνικα, καπνό.
Σύντροφοι, σεις είστε οι αφέντες του Επαναστατικού Συμβουλίου και της κοινότητας.
Ω, Αγαπημένη, δίνεις λίγο, τόσο λίγο (αυτό για τα λουκάνικα).
Είναι η τελευταία μάχη η αποφασιστική
Η Διεθνής
Η Αντάντ
Ο διεθνής καπιταλισμός...
Σ’ αυτά τα αποσπάσματα συζήτησης, ζωής, αγόρευσης, λουκάνικων και ύμνων, περνάει κάτι από την επανάσταση· ένα ζωτικό μέρος της αδράχνεται από ένα διαπεραστικό μάτι, μα κάπως βιαστικά, καλπαστικά. Λείπει ο δεσμός ανάμεσα σ’ αυτά τα κομάτια και στο σώμα της αφήγησης. Η ιδέα πάνω στην οποία θεμελιώνεται η εποχή μας λείπει από κει. Όταν ο Πιλνιάκ απεικονίζει ένα βαγόνι για ζώα, νιώθεις σ’ αυτόν τον καλλιτέχνη, τον αυριανό καλλιτέχνη, τον «εν δυνάμει» αυριανό καλλιτέχνη. Μα δε νιώθεις ότι οι αντιφάσεις λύθηκαν, σημάδι αδιαφιλονίκητο του έργου τέχνης. Ξαναβρίσκεσαι στην ίδια αμηχανία όπως και πρώτα, αν όχι περισσότερο. Γιατί το τραίνο; Γιατί το βαγόνι για ζώα; Σ’ αυτό βρίσκεται η Ρωσία; Κανένας δε ζητάει από τον Πιλνιάκ να προχωρήσει, με μια τομή στη ζωή ή στο χρόνο, στην ιστορική ανάλυση ενός βαγονιού για ζώα, ούτε ακόμα να προαναγγείλει προφητικά σε τι προσωπικά κλίνει. Αν ο Πιλνιάκ είχε καταλάβει τι σημαίνει βαγόνι για ζώα και ποιες σχέσεις έχει με τη ροή των γεγονότων, θά ’χε ωφεληθεί μ’ αυτό ο αναγνώστης. Ενώ κείνο το μολυσμένο βαγόνι για ζώα κυκλοφορεί δίχως αιτία και λόγο. Και ο Πιλνιάκ, που το αποδέχεται αγαθότατα αυτό, δεν κάνει άλλο παρά να γεννάει την αμφιβολία μέσα στο πνεύμα του αναγνώστη.
Ένα από τα τελευταία μεγάλα έργα του Πιλνιάκ, Η Χιονοθύελλα, δείχνει τι μεγάλος συγγραφέας είναι. Η παντέρημη, η ασήμαντη ζωή του επαρχιώτη βρωμοφιλισταίου που χάνεται μέσα στην Επανάσταση, η πεζή, η πηγμένη ρουτίνα της καθημερινής σοβιετικής ζωής, όλα αυτά, μέσα στη θύελλα του Οκτώβρη ζωγραφίζονται από τον Πιλνιάκ όχι με τη μορφή ενός ενιαίου πίνακα, μα μιας σειράς από λαμπρές κηλίδες, σιλουέτες καλοκομένες κ’ έξυπνες σκηνές. Η γενική εντύπωση μένει πάντα η ίδια: ένας επαμφοτερισμός που φέρνει ταραχή.
«Η Όλγα σκεφτότανε πως η επανάσταση έμοιαζε με χιονοθύελλα· οι άνθρωποι είταν οι νιφάδες της». Ο Πιλνιάκ σκέφτεται το ίδιο πράμα, ενδεχόμενα κάτω από την επίδραση του Μπλοκ που δέχτηκε την Επανάσταση σαν ένα φυσικό στοιχείο και, από ταμπεραμέντο, σαν ένα στοιχείο ψυχρό· όχι σαν φωτιά, μα με τον τρόπο μιας χιονοθύελλας. Και «οι άνθρωποι είταν οι νιφάδες της». Αν η Επανάσταση δεν είναι παρά ένα ισχυρό στοιχείο άσχετο με τον άνθρωπο, από πού έρχονται λοιπόν οι μέρες της πιο όμορφης εκδήλωσης του ανθρώπινου πνεύματος; Κι αν οι πόνοι μπορεί να είναι δικαιολογημένοι γιατί είναι πόνοι της γέννας, ποιός πραγματικά γεννήθηκε; Αν δεν απαντήσετε σ’ αυτό, θά ’χετε παπούτσια στραβοπατημένα, ψείρες, αίμα, χιονοθύελλα κι ακόμα παιχνίδι βαρελάκια, μα όχι την Επανάσταση.
Ο Πιλνιάκ ξέρει τί έρχεται στον κόσμο χάρη στους πόνους της Επανάστασης; Όχι, δεν το ξέρει. Έχει ακούσει βέβαια να μιλάνε γι’ αυτό (πως θα μπορούσε να μην τ’ ακούσει!) μα δεν πιστεύει σ’ αυτό. Ο Πιλνιάκ δεν είναι καλλιτέχνης της Επανάστασης, μα μόνο «συνοδοιπόρος» στο πεδίο της τέχνης. Θα γίνει τέτοιος καλλιτέχνης; Δεν το ξέρουμε. Οι μεταγενέστεροι θα μιλήσουνε για «τις πιο όμορφες μέρες» του ανθρώπινου πνεύματος. Πολύ καλά, μα πώς είταν ο Πιλνιάκ κείνες κει τις μέρες; Μπερδεμένος, συνεφιασμένος, διφορούμενος. Ο λόγος δεν είναι μήπως ο Πιλνιάκ φοβάται τα γεγονότα και τους ανθρώπους τούς πάρα πολύ αυστηρά καθορισμένους και εφοδιασμένους με κρίση; Ο Πιλνιάκ παραμελεί συχνά τον κομμουνιστή· τον μεταχειρίζεται με σεβασμό, κάπως ψυχρά, φορές - φορές με συμπάθεια, τον παραμελεί ωστόσο. Σπάνια βρίσκει κανείς σ’ αυτόν έναν επαναστάτη εργάτη και, που είναι πιο σοβαρό, ο συγγραφέας είναι ανίκανος να δει με τα μάτια του. Στη Γυμνή Χρονιά κοιτάζει τη ζωή μέσα από διάφορα πρόσωπα που είναι το ίδιο όλα τους «συνοδοιπόροι» της Επανάστασης, κ’ έτσι ανακαλύπτει κανείς πως ο Κόκκινος Στρατός δεν υπάρχει γι’ αυτό τον καλλιτέχνη των χρόνων 1918-1921. Πώς είναι αυτό δυνατό; Τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης δεν υπήρξανε κυρίως χρόνια πολέμου όπου το αίμα ξεπεταγόταν από την καρδιά της χώρας προς τα μέτωπα και δε χύθηκε για πολλά χρόνια άφθονο; Κείνα τα χρόνια η εργατική πρωτοπορία απόθεσε όλο τον ενθουσιασμό της, όλη την πίστη της στο μέλλον, όλη την αυταπάρνησή της, όλη τη φωτεινάδα της κι όλη τη θέλησή της στον Κόκκινο Στρατό. Η επαναστατική Κόκκινη Φρουρά των πόλεων στο τέλος του 1917 και στις αρχές του 1918, στην πάλη για αυτοάμυνα, αναπτύχθηκε στο μέτωπο σε μεραρχίες και τάγματα. Ο Πιλνιάκ δε δίνει προσοχή σ’ αυτό. Γι’ αυτόν ο Κόκκινος Στρατός δεν υπάρχει. Να γιατί γι’ αυτόν η χρονιά του 1917 είναι γυμνή.
Ο Πιλνιάκ οφείλει ωστόσο ν’ απαντήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο ερώτημα: Γιατί όλα αυτά; Πρέπει νά ’χει τη φιλοσοφία του για την Επανάσταση. Και να τι μας ανησυχεί: η φιλοσοφία της ιστορίας στον Πιλνιάκ είναι ολότελα στραμένη προς το παρελθόν. Αυτός ο καλλιτεχνικός «συνοδοιπόρος» κρίνει ωσάν ο δρόμος της Επανάστασης να οδηγούσε προς τα πίσω, όχι προς τα μπρος. Αποδέχεται την Επανάσταση γιατί είναι εθνική, γιατί ανατρέπει το Μεγάλο Πέτρο και ανασταίνει το 17ο αιώνα. Γι’ αυτόν η Επανάσταση είναι εθνική γιατί κοιτάζει προς τα πίσω.
Η Γυμνή Χρονιά, κύριο έργο του Πιλνιάκ, είναι ολάκερη σημαδεμένη απ’ αυτό το δυϊσμό. Η βάση, το θεμέλιο αυτού του έργου, αποτελείται από χιονοθύελλες, από μαγεία, από δεισιδαιμονία, από ξωτικά του δάσους, από αιρέσεις που ζουν ακριβώς όπως ζούσε κανείς εδώ και αιώνες και για τις οποίες Πετρούπολη δε σημαίνει τίποτα. Μόνο παρεκβατικά «το εργοστάσιο ανασταίνεται», χάρη στη δραστηριότητα επαρχιακών εργατικών ομάδων. «Δεν έχουμε εδώ ένα ποίημα εκατό φορές πιο μεγάλο από την ανάσταση του Λαζάρου;».
Λεηλατούν την πόλη στα 1918-1919 και ο Πιλνιάκ το χαιρετίζει αυτό γιατί είναι ξάστερο πως δεν έχει «τι να τήν κάνει την Πετρούπολη». Από το άλλο μέρος, πάντα παρεκβατικά, οι μπολσεβίκοι, οι άνθρωποι με τα πέτσινα σακάκια είναι «το καλύτερο του ρωσικού λαού, του άμορφου και αγροίκου. Με πέτσινα σακάκια, δε μπορείτε να τους μαλακώσετε. Αυτό το ξέρουμε, αυτό το θέλουμε. Είναι κείνο που αποφασίσαμε, και δίχως γυρισμό προς τα πίσω». Μα ο μπολσεβικισμός είναι το προϊόν πολίτικης κουλτούρας. Δίχως την Πετρούπολη δε θα υπήρχε επιλογή στους κόλπους του «αγροίκου λαού». Οι ιεροτελεστίες των μαγισσών, τα λαϊκά τραγούδια, οι προαιώνιες λέξεις από το ένα μέρος, είναι το θεμέλιο. Το «γκβίου, το γκλάβμπουμ, το γκουβούζ! Ω, τι χιονοθύελλα! Πόσο είναι ανταριασμένο, πόσο είναι καλό!», από το άλλο μέρος. Όλα αυτά είναι ωραία και καλά, μα δε σμίγουν και στο βάθος αυτό δεν είναι τόσο καλό!
Η Ρωσία είναι το δίχως άλλο γεμάτη από αντιφάσεις και μάλιστα ακραίες. Πλάϊ στις γητειές βρίσκεται το γκλάβμπουμ. Επειδή τα ανθρωπάκια της λογοτεχνίας περιφρονούν αυτή την καινούργια γλωσσική δημιουργία, ο Πιλνιάκ επαναλαβαίνει: «Γκουβούζ, γκλάβμπουμ... Αχ! πόσο είναι καλά!». Σ’ αυτές τις προσωρινές λέξεις, τις ασυνήθιστες, προσωρινές σαν καταυλισμός ή φωτιά εκστρατείας στην ακροποταμιά (καταυλισμός δεν είναι σπίτι και φωτιά εκστρατείας δεν είναι τζάκι), ο Πιλνιάκ βλέπει να καθρεφτίζεται το πνεύμα του καιρού του. «Αχ, πόσο είναι καλά!». Είναι καλό που το νιώθει αυτό ο Πιλνιάκ (κυρίως αν, σ’ αυτόν, είναι σοβαρό και μόνιμο). Μα πώς να μιλήσει για την πόλη που η Επανάσταση (αν και γεννημένη πολίτισσα) τόσο πολύ την έβλαψε; Εδώ είναι που πέφτει έξω ο Πιλνιάκ. Ούτε με το πνεύμα ούτε με την καρδιά έχει αποφασίσει τι θα διαλέξει μέσα σ’ αυτό το χάος από αντιφάσεις. Κι όμως είναι ανάγκη να διαλέξει. Η Επανάσταση έκοψε το χρόνο στα δυο. Σίγουρα στην τωρινή Ρωσία οι επωδές της μάγισσας υπάρχουν πλάϊ - πλάϊ με το γκβίου και το γκλάβμπουμ, μα δεν τοποθετούνται στο ίδιο ιστορικό πλάνο. Τα γκβίου και τα γκλάβμπουμ, όσο λειψά κι αν είναι, πάνε μπροστά, ενώ οι γητειές, όσο λαϊκές κι αν είναι, αντιπροσωπεύουν το νεκρό βάρος της ιστορίας. Ο Ντονάτ, μέλος μιας αίρεσης, είναι υπέροχος. Είναι ένας κοντόχοντρος χωρικός, ένας αλογοκλέφτης με αρχές (δεν πίνει τσάϊ). Αυτός, δόξα τω Θεώ, δεν έχει ανάγκη από την Πετρούπολη. Ο μπολσεβίκος Αρχίποβ είναι όμοια ευπρόσδεκτη μορφή. Διευθύνει την περιοχή και την αυγή μαθαίνει ξένες λέξεις από ένα βιβλίο. Είναι έξυπνος, δυνατός, και λέει «λετουργεί ενεργητικά», μα το πιο σπουδαίο είναι ότι ο ίδιος «λετουργεί ενεργητικά». Ποιός από τους δυο αντιπροσωπεύει την Επανάσταση; Ο Ντονάτ ανήκει στην παράδοση, στην «πράσινη» Ρωσία, στο 17ο αιώνα παρμένο χοντρικά. Ο Αρχίποβ, αντίθετα, ανήκει στον 21ο αιώνα, ακόμα κι αν δε γνωρίζει καλά τις ξένες λέξεις. Αν ο Ντονάτ αποκαλυπτόταν ο πιο ισχυρός, αν ο ευλαβικός και ατάραχος αλογοκλέφτης άρπαζε το κεφάλαιο μαζί και το σιδερόδρομο, αυτό θά ’τανε το τέλος της Επανάστασης και σύγκαιρα το τέλος της Ρωσίας. Ο χρόνος κόπηκε στα δυο, το ένα μισό είναι το ζωντανό, το άλλο νεκρό, και πρέπει να διαλέξουμε το ζωντανό μισό. Ο Πιλνιάκ είναι ανίκανος να τ’ αποφασίσει, διστάζει να κάνει την εκλογή του και, για να ευχαριστήσει όλο τον κόσμο, βάζει το γένι του Πουγκατσόβ στο πηγούνι του μπολσεβίκου Αρχίποβ. Πρόκειται για θεατρικό μακιγιάζ. Έχουμε δει τον Αρχίποβ, ξυρίζεται.
Η μάγισσα Εγκόρκα λέει: «Η Ρωσία είναι γνωστικιά από φυσικού της. Ο Γερμανός είναι σπουδαγμένος, μα το πνεύμα του είναι κουτό». «Και τι γίνεται με τον Καρλ Μαρξ;», ρωτάει κάποιος. «Είναι Γερμανός, λέω εγώ, και το πνεύμα του είναι κουτό». «Κι ο Λένιν;» «Ο Λένιν, λέω εγώ, είναι χωρικός, είναι μπολσεβίκος, πρέπει λοιπόν να είσαστε κομμουνιστές...». Ο Πιλνιάκ κρύβεται πίσω από τη μάγισσα Εγκόρκα, και είναι πολύ ανησυχητικό ότι, μιλώντας υπέρ των μπολσεβίκων, εκφράζεται ανοιχτά, ενώ μιλώντας εναντίον τους το κάνει στην ηλίθια γλώσσα μιας μάγισσας. Τί είναι μέσα του το πιο βαθύ και το πιο πραγματικό; Αυτός ο «συνοδοιπόρος» δε θα μπορούσε σε έναν από τους επόμενους σταθμούς ν’ αλλάξει τραίνο για αντίθετη κατεύθυνση;
Ο πολιτικός κίνδυνος περικλείνει εδώ έναν κίνδυνο για τον καλλιτέχνη. Αν ο Πιλνιάκ επιμείνει να αποσυνθέτει την Επανάσταση σε ανταρσίες και κομάτια αγροτικής ζωής, θα καταλήξει να απλοποιήσει περισσότερο τις καλλιτεχνικές του μέθοδες. Ακόμα και σήμερα ο Πιλνιάκ δεν παρουσιάζει έναν πίνακα της επανάστασης, δεν έχει συνθέσει παρά το φόντο της και το πρώτο πλάνο. Έχει απλώσει το χρώμα με μεγάλες τολμηρές πινελιές, τι κρίμα όμως αν ο μαιτρ αποφάσιζε ότι το φόντο αποτελεί ολόκληρο τον πίνακα! Η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι μια Επανάσταση των πόλεων: η Επανάσταση της Πετρούπολης και της Μόσχας («Η Επανάσταση συνεχίζεται ακόμα», παρατηρεί, βέβαια, ο Πιλνιάκ στα πεταχτά). Όλη η μελλοντική εργασία της Επανάστασης θα κατευθυνθεί προς την εκβιομηχάνιση και τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας μας, προς την τελειοποίηση των προτσέσων και μεθόδων ανοικοδόμησης, προς το ξερίζωμα του χωριάτικου κρετινισμού, προς ένα πλάσιμο της ανθρώπινης προσωπικότητας που να την κάνει πιο πολυσύνθετη και πιο πλούσια. Η προλεταριακή επανάσταση δε μπορεί να ολοκληρωθεί και να δικαιωθεί, στο πεδίο της τεχνικής και της κουλτούρας, παρά με τον εξηλεκτρισμό, και όχι με την επιστροφή στο καντήλι, με την υλιστική φιλοσοφία της ενεργητικής αισιοδοξίας, και όχι με τις προλήψεις του δάσους και την τελματική μοιρολατρία. Θά ’τανε πολύ κακό να θέλει ο Πιλνιάκ να γίνει ο ποιητής της καντήλας έχοντας τις αξιώσεις ενός επαναστάτη! Δεν πρόκειται, εννοείται, για κίνδυνο πολιτικό –κανείς δε σκέφτεται να παρασύρει τον Πιλνιάκ στην πολιτική– μα για κίνδυνο πολύ πραγματικό, πολύ αληθινό στο πεδίο της τέχνης. Η πλάνη του είναι στον τρόπο που πλησιάζει την ιστορία, απ’ όπου απορρέουν μια ψεύτικη αντίληψη της πραγματικότητας και ένας κραυγαλέος επαμφοτερισμός. Αυτό τον απομακρύνει από τις πιο σπουδαίες όψεις του πραγματικού, τον σπρώχνει όλα να τα αναγάγει στον πρωτογονισμό, στην κοινωνική βαρβαρότητα, σε μια απλοποίηση των καλλιτεχνικών μεθόδων, σε νατουραλιστικές υπερβασίες, όχι τολμηρές μα αυθάδικες, γιατί δεν τις κάνει ν’ αποδόσουν αυτό που θα μπορούσανε να δόσουν. Αν συνεχίσει σ’ αυτό το δρόμο θα καταλήξει (χωρίς καν να το αντιληφτεί) στο μυστικισμό ή στη μυστικιστική υποκρισία (σύμφωνα με τη ρομαντική αφετηρία) που θά ’ταν ο ολοκληρωτικός και τελειωτικός θάνατος.
Ακόμα και σήμερα ο Πιλνιάκ επιδείχνει το ρομαντικό διαβατήριό του κάθε φορά που βρίσκεται σε δυσκολία. Είναι εκπληκτικό κάθε φορά, λόγου χάρη, να πρέπει να λέει ότι αποδέχεται την Επανάσταση, όχι με λόγια αόριστα και διφορούμενα, μα ξεκάθαρα. Προχωράει τότε αμέσως, με τον τρόπο του Αντρέϊ Μπιελύ, σε μιαν αφαίρεση πολλών τυπογραφικών διάστιχων και σε τόνο ασυνήθιστο δηλώνει: «μην ξεχνάτε, παρακαλώ, ότι είμαι ρομαντικός». Οι μέθυσοι πολύ συχνά κάνουν το σοβαρό, μα και άνθρωποι που δεν πίνουν ισχυρίζονται το ίδιο συχνά πως είναι μεθυσμένοι για να ξεφύγουν από δύσκολες καταστάσεις. Ο Πιλνιάκ δεν είναι τάχα ανάμεσα σ’ αυτούς; Όταν αυτοχαρακτηρίζεται μ’ επιμονή ρομαντικός και ζητάει να μην το ξεχάσουν αυτό, δε μιλάει μέσα του ο φοβισμένος και κοντόφθαλμος ρεαλιστής; Η Επανάσταση δεν είναι με κανέναν τρόπο στραβοπατημένο παπούτσι συν ρομαντισμό. Η τέχνη της Επανάστασης δε συνίσταται με κανέναν τρόπο στο ν’ αγνοείς την πραγματικότητα ή να μεταμορφώνεις με τη φαντασία αυτή τη σκληρή πραγματικότητα σε αγοραίο «μύθο υπό κατασκευήν», για τον εαυτό σου και για δική σου χρήση. Η ψυχολογία του «μύθου υπό κατασκευήν» αντιτίθεται στην Επανάσταση. Μ’ αυτήν, με το μυστικισμό της και τους φενακισμούς της, άρχισε η αντεπαναστατική περίοδος που ακολούθησε το 1905.
Ν’ αποδεχτείς την προλεταριακή επανάσταση στο όνομα μιας μεγεθυντικής ψευτιάς σημαίνει όχι μόνο ότι την απορίχνεις, μα και τη συκοφαντείς. Όλες οι κοινωνικές αυταπάτες που οι παρακρούσεις του ανθρώπινου είδους έχουν εκφράσει σε θρησκεία, σε ποίηση, σε ηθική και σε φιλοσοφία, δε χρησίμεψαν παρά στην εξαπάτηση και στην τύφλωση των καταπιεζόμενων. Η σοσιαλιστική επανάσταση ξεσκίζει το πέπλο των «αυταπατών», των «ηθικοποιήσεων» καθώς και των ταπεινωτικών παραπλανήσεων και ξεπλένει το φτιασίδωμα της πραγματικότητας μέσα στο αίμα. Η επανάσταση είναι ισχυρή στο μέτρο που είναι ρεαλιστική, ορθολογική, στρατηγική και μαθηματική. Είναι δυνατό η Επανάσταση, η ίδια αυτή που έχουμε μπροστά στα μάτια μας, η πρώτη από τότε που γυρίζει η γη, νά ’χει ανάγκη από ρομαντικά καρυκεύματα, όπως ένα γιαχνί γάτας από σάλτσα λαγού; Αφήστε τα αυτά στους Μπιελύ. Ας γευτούν ως το τέρμα το φιλισταίϊκο γατογιάχνι με την ανθρωποσοφιστική σάλτσα.
Σε πείσμα της σπουδαιότητας και της φρεσκάδας της μορφής στον Πιλνιάκ, οι επιτηδεύσεις του εξοργίζουν γιατί είναι συχνά μίμηση. Δύσκολα καταλαβαίνει κανείς πώς ο Πιλνιάκ μπόρεσε να πέσει στην καλλιτεχνική εξάρτηση του Μπιελύ, και μάλιστα των χειρότερων πλευρών του Μπιελύ. Αυτός ο υποκειμενισμός είναι κουραστικός που παίρνει τη μορφή ανόητων λυρικών παρεμβολών, που επαναλαμβάνονται ατέλειωτα, ενώ μια φιλολογική επιχειρηματολογία φουριόζικη και ανορθόλογη ταλαντεύεται από τον υπερεαλισμό ως στις απροσδόκητες ψυχοφιλοσοφικές αγορεύσεις, το κείμενο απλώνεται σε τυπογραφικά κατεβατά και οι σόλοικες παραθέσεις βρίσκονται εκεί μόνο με μηχανική σύνδεση· όλα αυτά είναι περιττά, και δίχως πρωτοτυπία. Ο Αντρέϊ Μπιελύ είναι πανούργος. Κρύβει τις τρύπες του λόγου του κάτω από μια λυρική υστερία. Ο Μπιελύ είναι ανθρωποσοφιστής, απόκτησε σοφία κοντά στο Ρούντολφ Στάϊνερ, φύλαξε σκοπιά μπροστά στο μυστικιστικό γερμανικό ναό στην Ελβετία, ήπιε καφέ κ’ έφαγε λουκάνικα. Και καθώς ο μυστικισμός του είναι αχαμνός κι αξιολύπητος, εισάγει στις λογοτεχνικές του μέθοδες έναν τσαρλατανισμό μισοσυνειδητό μισοομολογημένο (και ο οποίος καλύπτει τον ακριβή ορισμό του λεξικού). Όσο περισσότερο προχωρεί, τόσο πιο αληθινό είναι αυτό. Γιατί ο Πιλνιάκ νιώθει την ανάγκη να τον μιμηθεί; Ή μήπως προετοιμάζεται κι αυτός να μας διδάξει την τραγικοπαρηγορητική φιλοσοφία της λύτρωσης με σάλτσα από σοκολάτα Πέτερ; Ο Πιλνιάκ δεν παίρνει τον κόσμο όπως είναι στην υλικότητά του και δεν τον αντικρύζει σαν τέτοιο; Από πού λοιπόν κείνη η εξάρτηση από το Μπιελύ; Με τον τρόπο ενός κοίλου κάτοπτρου αυτή καθρεφτίζει την εσωτερική ανάγκη του Πιλνιάκ να σχηματίσει μια συνθετική εικόνα της Επανάστασης. Τα χάσματά του τον φέρνουνε προς το Μπιελύ, αυτό το λογοδιακοσμητή της πνευματικής χρεοκοπίας. Πρόκειται εδώ για μια κατηφοριά· θά ’τανε καλό για τον Πιλνιάκ να πετάξει τη μισομπουφόνικη συμπεριφορά του Ρώσου σταϊνερικού και να χαράξει το δικό του δρόμο.
Ο Πιλνιάκ είναι ένας νέος συγγραφέας. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι νέος. Έχει μπει στην κρίσιμη φάση κι ο μεγάλος κίνδυνος γι’ αυτόν έγκειται σε μιαν πρώιμη αυταρέσκεια. Μόλις είχε πάψει να δίνει υποσχέσεις έγινε μάντης. Παίρνει τον εαυτό του για μάντη, είναι διφορούμενος, είναι σκοτεινός, μιλάει με υπονοούμενα σαν ιερέας. Κάνει τον προφέσορα ενώ πραγματικά έχει ανάγκη να μελετήσει και να μελετήσει σκυλίσια, γιατί οι σκοποί του, στο κοινωνικό πεδίο και στο πεδίο της τέχνης, δε συμπέφτουν. Η τεχνική του είναι άστατη, ανοικονόμητη, η φωνή του σπάει, οι λογοκλοπές του χτυπούν στο μάτι. Ίσως να μην είναι όλα αυτά παρά αναπόφευκτες διαταραχές ανάπτυξης, με έναν όρο όμως: να μην τα παίρνουμε στα σοβαρά. Γιατί αν η αυτοϊκανοποίηση και ο σχολαστικισμός κρυβόντανε πίσω από τη σπασμένη φωνή του το ίδιο το μεγάλο ταλέντο του δε θα τον γλύτωνε από ένα άδοξο τέλος. Ήδη στην προεπαναστατική περίοδο, τέτοια είταν η τύχη μερικών από τους συγγραφείς μας που υπόσχονταν μα που, βουτώντας αμέσως μέσα στην αυταρέσκεια, πνίγηκαν απ’ αυτήν. Το παράδειγμα του Λεονίντ Αντρέγιεβ θά ’πρεπε να περάσει μέσα στα εγχειρίδια που προορίζονται για τους γεμάτους υποσχέσεις συγγραφείς.
Ο Πιλνιάκ έχει ταλέντο, οι δυσκολίες που πρέπει να υπερνικήσει είναι μεγάλες. Του ευχόμαστε να βγει νικητής.
Είναι αδύνατο να καταλάβεις, ν’ αποδεχτείς ή να ζωγραφίσεις την Επανάσταση, ακόμα και μερικά, αν δεν την δεις στην πληρότητά της, με τα πραγματικά ιστορικά της καθήκοντα που είναι οι αντικειμενικοί σκοποί των καθοδηγητικών της δυνάμεων. Αν αυτή η άποψη λείψει, περνάς δίπλα από το στόχο και την Επανάσταση μαζί. Η Επανάσταση αποσυνδέεται σε επεισόδια και ανέκδοτα ηρωικά ή απαίσια. Μπορείς να δόσεις πίνακές της αρκετά ευπρόσδεκτους, μα δε μπορείς ν’ αναπλάσεις την Επανάσταση, και δε μπορείς, πολύ περισσότερο, να συμφιλιωθείς μαζί της. Γιατί αν, πραγματικά, οι ανήκουστες στερήσεις και θυσίες είναι άσκοπες, τότε η ιστορία είναι... τρελοκομείο.
Ο Πιλνιάκ, ο Βσέβολοντ Ιβάνοβ, ο Γιεσένιν μοιάζουν σα να πασκίζουν να βουτήξουν μέσα στο σίφουνα, όμως δίχως ξέχωρη σκέψη και ευθύνη. Δεν αναλυώνουν εκεί στο σημείο να γίνουν αόρατοι, πράγμα για το οποίο θά ’πρεπε να τους παινέψουμε και όχι να τους κατακρίνουμε. Μα δεν το αξίζουν να τους παινέψουμε. Τους βλέπει κανείς πάρα πολύ καλά: τον Πιλνιάκ, με την κοκεταρία του και τις επιτηδεύσεις του, το Βσέβολοντ Ιβάνοβ με τον αποπνιχτικό λυρισμό του, το Γιεσένιν με τη βαριά «αλαζονεία» του. Ανάμεσα σ’ αυτούς και την Επανάσταση, σαν θέμα του έργου τους, δεν υπάρχει κείνη η πνευματική απόσταση που θα εξασφάλιζε το αναγκαίο καλλιτεχνικό κλώτσημα. Η έλειψη επιθυμίας και ικανότητας, στους λογοτεχνικούς «συνοδοιπόρους», να πιάσουν την Επανάσταση και να συγχωνευτούν μ’ αυτήν, χωρίς ωστόσο να διαλυθούν εκεί, να την καταλάβουν όχι μόνο σαν στοιχειακό φαινόμενο μα και σαν καθορισμένο προτσέσο, δεν ανήκει σε καθέναν χώρια· αυτό είναι ένα κοινωνικό γνώρισμα. Η πλειονότητα των «συνοδοιπόρων» αποτελείται από διανοούμενους που τραγουδάνε το μουζίκο. Όμως η ιντελλιγκέντσια δε μπορεί ν’ αποδεχτεί την Επανάσταση στηριγμένη πάνω στο μουζίκο χωρίς να κάνει επίδειξη μωρίας. Να γιατί οι «συνοδοιπόροι» δεν είναι επαναστάτες μα οι αθώοι της Επανάστασης. Δε βλέπει κανείς ξάστερα με τι νοικοκυρεύονται: με την Επανάσταση σαν αφετηρία μιας επίμονης κίνησης προς τα μπρος, ή επειδή από ορισμένες απόψεις μας έχει ξαναφέρει προς τα πίσω; Γιατί υπάρχουν αρκετά γεγονότα για τακτοποίηση σε κάθε μια από τις δυο αυτές κατηγορίες. Ο μουζίκος, όπως ξέρουμε, δοκίμασε ν’ αποδεχτεί το «μπολσεβίκο» και ν’ απορίψει τον «κομμουνιστή». Αυτό πάει να πει ότι ο κουλάκος, ο πλούσιος χωρικός, τσακίζοντας από κάτω του το μεσαίο χωρικό, δοκίμασε να κλέψει και την ιστορία και την Επανάσταση. Αφού κυνήγησε το γαιοκτήμονα, θέλησε να σηκώσει την πόλη κομάτι - κομάτι και να δείξει στο κράτος τις φαρδιές του πλάτες. Ο κουλάκος δεν έχει ανάγκη από την Πετρούπολη (τουλάχιστο στην αρχή) κι αν η πρωτεύουσα «ψωριάσει» (Πιλνιάκ) τότε δεν τον έχει κλέψει. Όχι μόνο η πίεση του χωρικού πάνω στο γαιοκτήμονα, άμετρα σημαντική και ανεκτίμητη στις ιστορικές της συνέπειες, μα και η πίεση του μουζίκου πάνω στην πόλη αποτελεί ένα αναγκαίο στοιχείο της Επανάστασης. Αυτό όμως δεν είναι όλη η Επανάσταση. Η πόλη ζει και διευθύνει. Αν εγκαταλείψεις την πόλη, δηλαδή αν αφήσεις τον κουλάκο να την κοματιάσει στο οικονομικό πεδίο και τον Πιλνιάκ να της κάνει τα ίδια στο πεδίο της τέχνης, δε θα μείνει από την Επανάσταση παρά ένα προτσέσο επαναγωγής γεμάτο βία και αίμα. Στερημένη από τη διεύθυνση της πόλης, η αγροτική Ρωσία όχι μόνο δε θά ’φτανε ποτέ στο σοσιαλισμό, μα θά ’ταν ανίκανη να σταθεί για δυο μήνες και θα τελείωνε σαν λίπασμα και σαν ποάνθρακας του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού. Είναι αυτό ζήτημα πολιτικό; Είναι ζήτημα στοχασμού πάνω στον κόσμο και κατά συνέπεια ζήτημα μεγάλης τέχνης. Πρέπει να σταματήσουμε εδώ μια στιγμή.
Δεν είναι και τόσο πολύ καιρός που ο Τσουκόβσκι επέμεινε πλάϊ στον Αλέξη Τολστόϊ για να συμφιλιωθεί είτε με την επαναστατική Ρωσία είτε με τη Ρωσία δίχως την Επανάσταση. Το κύριο επιχείρημα του Τσουκόβσκι είταν ότι η Ρωσία έμενε αυτό που είταν πάντα, κι ότι ο ρώσος μουζίκος δε θ’ ανταλλάξει τα εικονίσματά του και τις κατσαρίδες του με οποιοδήποτε ιστορικό βούτημα. Ο Τσουκόβσκι υποστηρίζει ολοφάνερα μ’ αυτή τη φράση πως υπάρχει ένα τεράστιο κίνημα του εθνικού πνεύματος και πως είναι αξερίζωτο. Η πείρα του ηγούμενου ενός μοναστηριού που έβγαλε απ’ το ψωμί μια κατσαρίδα αντί για σταφίδα επεκτείνεται από τον Τσουκόβσκι σε όλη τη ρωσική κουλτούρα. Η κατσαρίδα σα «σταφίδα» του εθνικού πνεύματος! Τι χαμηλό επίπεδο του εθνικού πνεύματος αλήθεια, τι περιφρόνηση για τους ανθρώπους! Πιστεύει ακόμα στις εικόνες; Όχι δεν πιστεύει σ’ αυτές, αλλιώτικα δε θα τις παράβαλε με τις κατσαρίδες, αν και στην ίσμπα η κατσαρίδα κρύβεται ευχάριστα πίσω απ’ την εικόνα. Καθώς όμως οι ρίζες του Τσουκόβσκι βρίσκονται εξολοκλήρου στο παρελθόν και καθώς αυτό το παρελθόν με τη σειρά του περισφίγγει το χορταριασμένο και δεισιδαίμονα μουζίκο, ο Τσουκόβσκι την παλιά εθνική κατσαρίδα που ζει πίσω απ’ το εικόνισμα την κάνει αρχή που τον συνδέει με την Επανάσταση. Τι αίσχος και τι ατιμία! Τι ατιμία και τι αίσχος! Αυτοί οι διανοούμενοι έχουν μελετήσει βιβλία (με έξοδα του ίδιου κείνου χωρικού), έχουν μουντζαλώσει επιθεωρήσεις, έχουν ζήσει σε ποικίλες «εποχές», έχουν δημιουργήσει «κινήματα», όμως, όταν η Επανάσταση είναι εκεί, βρίσκουν καταφύγιο στο εθνικό πνεύμα, μέσα στην πιο σκοτεινή γωνιά της ίσμπας του χωρικού, εκεί που ζει η κατσαρίδα.
Όσο κι αν ο Τσουκόβσκι είναι κείνος που σκοτίζεται λιγότερο για την εθιμοτυπία, όλοι οι συγγραφείς που τραγουδάνε το μουζίκο τείνουν το ίδιο προς ένα πρωτόγονο εθνικισμό που μυρίζει κατσαρίδα. Το δίχως άλλο, μέσα στην ίδια την Επανάσταση βλέπει κανείς να ξετυλίγονται προτσέσα που τραβάνε παράπλευρα με τον εθνικισμό σε πολλά σημεία. Ο οικονομικός ξεπεσμός, το δυνάμωμα του επαρχιωτισμού, η εκδίκηση του σκοινοπέδιλου πάνω στο Παπούτσι, το κριθαρόζουμο και το παράνομο ρακοκάζανο, όλα αυτά τραβάνε (μπορεί κιόλας να πει κανείς τραβήξανε) προς τα πίσω στο βάθος των αιώνων. Και παράλληλα μ’ αυτά, μπορέσαμε να διαπιστώσουμε μια συνειδητή επιστροφή στο «λαϊκό» μοτίβο στη λογοτεχνία. Η μεγάλη ανάπτυξη των κουπλέ της πόλης στο Μπλοκ (Οι Δώδεκα), οι νότες του λαϊκού τραγουδιού (στην Αχμάτοβα και με περισσότερη επιτήδευση στη Σβετάγιεβα), το κύμα επαρχιωτισμού (Ιβάνοβ), η σχεδόν μηχανική παρεμβολή κουπλέ, τελετουργικών όρων στις αφηγήσεις του Πιλνιάκ, όλα αυτά τα είχε αναμφισβήτητα προκαλέσει η Επανάσταση, δηλαδή το γεγονός ότι οι μάζες –ακριβώς τέτοιες που είναι– τοποθετήθηκαν στο πρώτο πλάνο της ζωής. Μπορεί κανείς να υπογραμμίσει άλλες εκδηλώσεις «επιστροφής» στο «εθνικό», πιο ασήμαντες, πιο τυχαίες και πιο ξώπετσες. Λόγου χάρη οι στρατιωτικές μας στολές, αν και έχουν κάτι από τις στολές των Γάλλων και του απαίσιου Γκαλλιφέ[6], αρχίζουν να θυμίζουν τη μεσαιωνική χλαμύδα και τον παλιό αστυνομικό μας σκούφο. Σε άλλους τομείς η μόδα δεν έχει ακόμα εμφανιστεί λόγω της γενικής φτώχειας, υπάρχουν όμως λόγοι να παραδεχτούμε την ύπαρξη μιας κάποιας τάσης προς τα λαϊκά πρότυπα. Στην πλατιά έννοια του όρου η μόδα μας ερχόταν απ’ το εξωτερικό· αυτή δεν αφορούσε παρά τις κατέχουσες τάξεις και αποτελούσε απ’ αυτό το γεγονός μια καθαρή κοινωνική διαχωριστική γραμμή. Η άνοδος της εργατικής τάξης σαν ιθύνουσας τάξης προκάλεσε μιαν αναπόφευκτη αντίδραση εναντίον της απομίμησης αστικών πρότυπων στους διάφορους τομείς της καθημερινής ζωής.
Είναι ολότελα φανερό ότι η επιστροφή στα σκοινοπάπουτσα, και στα φλαμουρόσκοινα, φτιαγμένα στο σπίτι και στο παράνομο μαγαζί, δεν είναι κοινωνική επανάσταση, μα οικονομική αντίδραση που αποτελεί το κύριο εμπόδιο στην Επανάσταση. Στο μέτρο που πρόκειται για συνειδητή στροφή προς το παρελθόν και προς το «λαό», όλες οι εκδηλώσεις είναι εξαιρετικά άστατες και ξώπετσες. Θά ’ταν παράλογο να περιμένουμε ότι μια καινούργια λογοτεχνική μορφή μπορεί ν’ αναπτυχθεί από ένα προαστιακό κουπλέ ή από ένα χωριάτικο τραγούδι· αυτό δε μπορεί να είναι παρά μια «διϊδρωση». Η λογοτεχνία θα πετάξει τους πάρα πολύ επαρχιώτικους όρους. Η μεσαιωνική χλαμύδα εμφανίζεται τώρα παντού για λόγους οικονομίας. Η πρωτοτυπία της καινούργιας μας εθνικής ζωής και της καινούργιας μας τέχνης θα είναι πολύ λιγότερο χτυπητή μα πολύ πιο βαθιά και θα αποκαλυφτεί πολύ αργότερα.
Ουσιαστικά η Επανάσταση σημαίνει ρήξη βαθιά του λαού με τον ασιατισμό, με το 17ο αιώνα, με την «Άγια Ρωσία», με τα εικονίσματα και με τις κατσαρίδες. Δε σημαίνει επιστροφή στην εποχή πριν από το Μεγάλο Πέτρο, μα αντίθετα επικοινωνία όλου του λαού με τον πολιτισμό και ξαναχτίσιμο των υλικών βάσεων του πολιτισμού σύμφωνα και τα συμφέροντα του λαού. Η εποχή του Μεγάλου Πέτρου δεν είταν παρά ένα πρώτο σκαλί στην ιστορική άνοδο προς τον Οκτώβρη και, χάρη στον Οκτώβρη, θα πάμε πιο μακριά και πιο ψηλά. Μ’ αυτήν την έννοια ο Μπλοκ είδε πιο βαθιά παρά ο Πιλνιάκ. Στο Μπλοκ η επαναστατική τάση εκφράζεται σ’ αυτούς τους τέλειους στίχους:
Πάνω στην Αγιώτατη Ρωσία, φωτιά
Στη χαλασμένη,
Τη συφοριασμένη,
Τη μαγαρίστρα!
Αχ! Αχ! Δίχως πίστη και σταυρό[7].
Η ρήξη με το 17ο αιώνα, με τη Ρωσία της ίσμπας, εμφανίζεται στο μυστικιστή Μπλοκ σαν πράγμα ιερό, σαν ο ίδιος ο όρος της συμφιλίωσης με το Χριστό. Κάτω απ’ αυτή την αρχαϊκή μορφή εκφράζεται η σκέψη ότι αυτή η ρήξη δεν έχει επιβληθεί απ’ έξω, μα ότι προκύπτει από την εθνική εξέλιξη και ανταποκρίνεται στις πιο βαθιές ανάγκες του λαού. Δίχως αυτή τη ρήξη ο λαός θά ’χε σαπίσει επιτόπου. Αυτή η ίδια η ιδέα ότι η Επανάσταση έχει εθνικό χαρακτήρα βρίσκεται στο ενδιαφέρον ποίημα του Μπριούσοβ για τις γριές Στα βαφτίσια του Οκτώβρη:
Στην πλατεία, μού είπαν,
Εκεί που το Κρεμλίνο έστεκε για σημάδι
Εκείνες κόβαν νήμα, κουβαλούσαν
Τ’ ολόφρεσκο λινάρι για το γνέσιμο.
Τί είναι, πραγματικά, ο «εθνικός» χαρακτήρας; Πρέπει να ξαναπιάσουμε το αλφαβητάρι. Ο Πούσκιν, που δεν πίστευε στις εικόνες και δε ζούσε μαζί με κατσαρίδες, δεν είταν «εθνικός»; Ο Μπιελίνσκι δεν είταν τάχα κι αυτός εθνικός; Θα μπορούσε ν’ αναφέρει κανείς πολλούς άλλους, ακόμα κ’ έξω από τους σύγχρονους. Ο Πιλνιάκ θεωρεί το 17ο αιώνα σαν «εθνικό». Ο Μεγάλος Πέτρος θα είταν «αντεθνικός». Απ’ αυτό βγαίνει πως «εθνικό» θά ’ταν μόνο κείνο που αντιπροσωπεύει το νεκρό βάρος της εξέλιξης κι απ’ όπου το πνεύμα της δράσης έχει πετάξει, κείνο που το σώμα του έθνους μέσα στους περασμένους αιώνες χώνεψε κι απόβαλε. Μόνο τα περιττώματα της ιστορίας θά ’ταν εθνικά. Εμείς σκεφτόμαστε ακριβώς το αντίθετο. Ο βάρβαρος Μεγάλος Πέτρος είταν πιο εθνικός από όλο το γενάτο και παρασημοφορημένο παρελθόν που αντιτάχτηκε σ’ αυτόν. Οι δεκεμβριστές είταν πιο εθνικοί απ’ όλους τους κρατικούς λειτουργούς του Νικολάου Ι με τη δουλοπαροικία του, τις γραφειοκρατικές εικόνες του και τις εθνικές κατσαρίδες του. Ο μπολσεβικισμός είναι πιο εθνικός από τους μοναρχικούς και άλλους εμιγκρέδες, και ο Μπουντιένυ είναι πιο εθνικός από το Βράνγκελ, ό,τι κι αν μπορεί να λένε οι ιδεολόγοι, οι μυστικιστές και οι ποιητές των εθνικών περιττωμάτων. Η ζωή και η κίνηση ενός έθνους συντελούνται μέσα από αντιφάσεις ενσαρκωμένες στις τάξεις, στα κόμματα και στις ομάδες. Στο δυναμισμό τους τα εθνικά στοιχεία και τα ταξικά στοιχεία συμπέφτουν. Σ’ όλες τις κρίσιμες περίοδες της εξέλιξής του, δηλαδή σ’ όλες τις περίοδες τις πιο φορτωμένες με ευθύνες, το έθνος σπάει στα δυο, και εθνικό είναι κείνο που ανεβάζει το λαό σε ανώτερο οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο.
Η Επανάσταση βγαίνει από το «εθνικό στοιχείο», αυτό όμως δεν πάει να πει πως μόνο ό,τι είναι στοιχειακό στην Επανάσταση είναι ζωτικό και εθνικό, όπως φαίνεται να σκέφτονται κείνοι οι ποιητές που υποκλίνονται μπροστά στην Επανάσταση.
Για το Μπλοκ η Επανάσταση είναι αντάρτικο στοιχείο: «Αγέρας, αγέρας, στον κόσμο του Θεού». Ο Βσέβολοντ Ιβάνοβ μοιάζει να μην έχει υψωθεί ποτέ πάνω από το χωρικό στοιχείο. Για τον Πιλνιάκ η Επανάσταση είναι χιονοδρόλαπο. Για τον Κλιούγιεβ και το Γιεσένιν είναι μια εξέγερση σαν του Πουγκατσόβ ή του Στένκα Ράζιν. Στοιχειά, χιονοδρόλαπο, φλόγα, βάραθρο, σίφουνας. Μα ο Τσουκόβσκι, αυτός που είναι έτοιμος να μονιάσει με την κατσαρίδα, δήλωσε πως η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν είτανε πραγματική γιατί οι φλόγες της είναι πολύ λιγοστές. Ακόμα και ο Ζαμιάτιν, αυτός ο φλεγματικός σνομπ, ανακάλυψε μια υποθερμία στην Επανάστασή μας. Να ολόκληρη η γκάμα, από την τραγωδία ως το χαριεντισμό. Πραγματικά, τραγωδία και χαριεντισμός μαρτυρούν την ίδια ρομαντική, παθητική, κατανυκτική και φιλισταίϊκη στάση απέναντι στην Επανάσταση όπως απέναντι σε κάθε δύναμη του αφηνιασμένου εθνικού στοιχείου.
Η Επανάσταση δεν είναι μόνο χιονοδρόλαπας. Ο επαναστατικός χαρακτήρας της αγροτιάς αντιπροσωπεύεται από τον Πουγκατσόβ, το Στένκα Ράζιν κι ως ένα μέρος από το Μάχνο[8]. Ο επαναστατικός χαρακτήρας των πόλεων αντιπροσωπεύεται από τον παπά-Γκαπόν[9], ως ένα μέρος από το Χρουστάλεβ[10], κι ακόμα από τον Κερένσκι. Ωστόσο αυτό δεν είναι ακόμα πραγματικά η Επανάσταση, είναι μόνο η οχλαγωγία. Η Επανάσταση είναι η πάλη της εργατικής τάξης να κατακτήσει την εξουσία, να εγκαθιδρύσει την εξουσία της, να ξαναχτίσει την κοινωνία. Αυτή περνάει από τις πιο αψηλές κορυφές, από τους πιο δυνατούς παροξυσμούς μιας αιματηρής πάλης, μένει ωστόσο μια κι αδιαίρετη στο κύλισμά της, από τις δειλές πρωταρχές της ως το ιδανικό τέρμα της όπου το Κράτος ανορθωμένο απ’ την Επανάσταση θα διαλυθεί μέσα στην κομμουνιστική κοινωνία.
Δεν πρέπει να γυρεύουμε την ποίηση της Επανάστασης στο κροτάλισμα των πολυβόλων ή στη μάχη των οδοφραγμάτων, στον ηρωισμό του ηττημένου ή στο θρίαμβο του νικητή, γιατί όλες αυτές οι στιγμές υπάρχουν και στους πολέμους. Το αίμα τρέχει και κει, μάλιστα με μεγαλύτερη αφθονία, τα πολυβόλα κροταλίζουν με τον ίδιο τρόπο και βρίσκει κανείς και κει νικητές και ηττημένους. Το παθητικό και η ποίηση της Επανάστασης βρίσκεται στο γεγονός ότι μια καινούργια επαναστατική τάξη γίνεται κύριος όλων αυτών των οργάνων πάλης και ότι εξονόματος ενός νέου ιδεώδους, για ν’ ανεβάσει τον άνθρωπο και να δημιουργήσει έναν καινούργιο άνθρωπο, δίνει τη μάχη εναντίον του παλιού κόσμου, πότε ηττημένη και πότε θριαμβεύτρια, ως την αποφασιστική στιγμή της νίκης. Η ποίηση της Επανάστασης είναι συνθετική. Αυτή δε μπορεί να μεταμορφωθεί σε τρεχούμενο νόμισμα για πρόσκαιρη λυρική χρήση των σονετοποιών. Η ποίηση της Επανάστασης δεν είναι φορητή. Είναι στη δύσκολη πάλη της εργατικής τάξης, στην ανάπτυξή της, στην εμμονή της, στις ελείψεις της, στις απανωτές της προσπάθειες, στο σκληρό ξόδεμα ενέργειας που στοιχίζει η πιο μικρή κατάκτηση, στη θέληση και στην αυξανόμενη ένταση της πάλης, στο θρίαμβο τόσο στις υπολογισμένες αναδιπλώσεις, στην επαγρύπνησή της και στις εφόδους της, στο κύμα της μαζικής ανταρσίας, όσο και στην προσεχτική εκτίμηση των δυνάμεων και σε μια στρατηγική που θυμίζει σκάκι. Η Επανάσταση ανεβαίνει με το πρώτο εργοστασιακό καρότσι μέσα στο οποίο οι εξαγριωμένοι σκλάβοι φορτώνουν τον επιστάτη τους, με την πρώτη απεργία με την οποία αρνούνται τα μπράτσα τους στον αφέντη τους, με τον πρώτο παράνομο κύκλο όπου ο ουτοπικός φανατισμός και ο επαναστατικός ιδεαλισμός τρέφονται από την πραγματικότητα των κοινωνικών πληγών. Ανεβαίνει και κατεβαίνει, καθώς ταλαντεύεται στο ρυθμό της οικονομικής κατάστασης, από τα ύψη της και τα βάθη της. Με ματωμένα κορμιά για πολιορκητικό κριό, ανοίγει το στίβο της νομιμότητας των εκμεταλλευτών, στήνει τις αντένες της και, αν είναι ανάγκη, τις καμουφλάρει. Φτιάχνει συνδικάτα, ασφαλιστικά ταμεία, κοπερατίβες και μορφωτικούς κύκλους. Διεισδύει στα εχθρικά κοινοβούλια, βγάζει εφημερίδες, κάνει ζύμωση και, σύγκαιρα, διαλέγει αδιάκοπα τα καλύτερα στοιχεία, τα πιο θαρραλέα και πιο αφοσιωμένα της εργατικής τάξης και χτίζει το δικό της κόμμα. Οι απεργίες τελειώνουνε το πιο συχνά με ήττες ή με μισονίκες. Οι διαδηλώσεις επισφραγίζονται με καινούργια θύματα και με καινουργιοχυμένο αίμα, μα όλες αφήνουν ίχνη στη μνήμη της τάξης, δυναμώνουν και ατσαλώνουν την ένωση των άριστων, το κόμμα της Επανάστασης.
Αυτή δε δρα πάνω σε μιαν άδεια σκηνή της ιστορίας και, κατά συνέπεια, δεν είναι ελεύθερη να διαλέξει τους δρόμους της και τις προθεσμίες της. Στη ροή των γεγονότων βρίσκεται στην ανάγκη ν’ αρχίσει αποφασιστική δράση προτού μπορέσει να συγκεντρώσει τις αναγκαίες δυνάμεις· τέτοια είταν η περίπτωση το 1905. Από την κορυφή όπου την έφερε η αυταπάρνηση και η ξαστεριά των σκοπών, καταδικάστηκε να πέσει από έλειψη οργανωμένης μαζικής υποστήριξης. Οι καρποί πολύχρονων προσπαθειών αποσπάστηκαν από τα χέρια της. Η οργάνωση που έμοιαζε παντοδύναμη έσπασε, τσακίστηκε. Οι άριστοι εκμηδενίστηκαν, φυλακίστηκαν, σκόρπισαν. Μοιάζει σα νά ’ρθε το τέλος της. Και οι ποιητάκηδες που δονούνταν παθητικά γι’ αυτήν, τη στιγμή της πρόσκαιρης νίκης της, αρχίζουν να βαράνε τη λύρα τους στον τόνο που πεσιμισμού, του μυστικισμού και του ερωτισμού. Το ίδιο το προλεταριάτο φαίνεται αποθαρρυμένο και καταπτοημένο. Στο τέλος όμως βρίσκεται χαραγμένο στη μνήμη του ένα καινούργιο ανεξίτηλο ίχνος. Και η ήττα αποκαλύπτεται ότι είταν ένα βήμα προς τη νίκη. Καινούργιες προσπάθειες το υποχρεώνουνε να σφίξει τα δόντια και να στέρξει σε καινούργιες θυσίες. Σιγά - σιγά η πρωτοπορία συνάζει τις δυνάμεις της και τα καλύτερα στοιχεία της νέας γενιάς, ξυπνημένα από την ήττα των προηγούμενων, σμίγουν μαζί τους. Η Επανάσταση, στάζοντας αίμα, μα όχι ηττημένη, εξακολουθεί να ζει μέσα στο βουβό μίσος που ανεβαίνει από τις εργατικές συνοικίες και τα χωριά, αποδεκατισμένα μα όχι νικημένα. Ζει μέσα στην ξάστερη συνείδηση της παλιάς γενιάς, αδύναμης σε αριθμό, μα ατσαλωμένης απ’ τη δοκιμασία που, χωρίς να τρομάξει με την ήττα, καταστρώνει αμέσως τον απολογισμό της, την αναλύει, την εκτιμάει, τη ζυγίζει, καθορίζει καινούργια σημεία εκκίνησης, ξεχωρίζει τη γενική γραμμή της εξέλιξης και δείχνει το δρόμο. Πέντε χρόνια ύστερα από την ήττα το κίνημα αναβρύζει και πάλι με τ’ ανοιξιάτικα νερά του 1912.
Από τους κόλπους της Επανάστασης γεννιέται η υλιστική μέθοδος που επιτρέπει στον καθένα να σταθμίζει τις δυνάμεις, να προβλέπει τις αλλαγές και να κατε-υθύνει τα γεγονότα. Είναι η μεγαλύτερη επίτευξη της Επανάστασης και σ’ αυτό έγκειται η υψηλότερη ποίησή της. Το απεργιακό κύμα υψώνεται σύμφωνα με ένα ακαταμάχητο σχέδιο, και νιώθει κανείς ευθύς από κάτω του μια μαζική βάση και μια πείρα πιο βαθιά παρά στο 1905. Όμως ο πόλεμος, λογική έκβαση που έκλεινε μέσα της αυτή η εξέλιξη και ο οποίος είχε όμοια προβλεφτεί, κόβει τη γραμμή της ανερχόμενης Επανάστασης. Ο εθνικισμός κατακλύζει τα πάντα. Ο βροντερός μιλιταρισμός μιλάει για το έθνος. Ο σοσιαλισμός μοιάζει θαμένος για πάντα. Και ίσα-ίσα τη στιγμή που φαίνεται ερείπιο, η Επανάσταση διατυπώνει την πιο τολμηρή ευχή της: τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο και την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη. Κάτω από το μουγγρητό των αρμάτων εφόδου στους δρόμους και τα ξεφωνητά του σωβινισμού, ταυτόσημα σ’ όλες τις γλώσσες, η Επανάσταση ανασυντάσσει τις δυνάμεις της στο βάθος των χαρακωμάτων, στα εργοστάσια και στα χωριά. Οι μάζες πιάνουν για πρώτη φορά, με θαυμαστή οξύνοια, τους κρυφούς δεσμούς των ιστορικών γεγονότων. Ο Φλεβάρης 1917 είναι μια μεγάλη νίκη για την επανάσταση στη Ρωσία. Ωστόσο αυτή η νίκη φαίνεται να καταδικάζει τις επαναστατικές διεκδικήσεις του προλεταριάτου. Τις κρίνει ολέθριες και δίχως ελπίδα. Αυτή οδηγεί στην εποχή του Κερένσκι, του Τσερετέλλι, των επαναστατοπατριωτών συνταγματαρχών και αντισυνταγματαρχών, στους πολυλογάδες Τσερνόβ με το λοξό βλέμα, αποπνικτικούς, ηλίθιους, κανάγηδες. Ω, οι θεάρεστες μορφές των νεαρών δασκάλων και των γραφιάδων του χωριού, γοητευμένες από τις νότες του τενόρου Αφξέντιεβ[11]. Ω, το βαθιά επαναστατικό γέλιο των δημοκρατών, που το συνοδεύουν μ’ ένα τρελό ουρλιαχτό λύσσας στους λόγους της «μικρής δράκας» των μπολσεβίκων! Ωστόσο η πτώση της «επαναστατικής δημοκρατίας» από την εξουσία είχε προετοιμαστεί από τη σύζευξη σε βάθος των κοινωνικών δυνάμεων, από τα αισθήματα των μαζών, από την προνοητικότητα και τη δράση της επαναστατικής πρωτοπορίας. Η ποίηση της Επανάστασης δε βρισκόταν μόνο στη στοιχειακή άνοδο της οκτωβριανής πλημμυρίδας μα στη φωτεινή συνείδηση και την τεντωμένη θέληση του καθοδηγητικού κόμματος. Τον Ιούλη 1917, όταν χτυπηθήκαμε και κυνηγηθήκαμε, φυλακιστήκαμε, χαρακτηριστήκαμε κατάσκοποι του Χοεντσόλλερν, όταν στερηθήκαμε το νερό και τη φωτιά, όταν ο δημοκρατικός τύπος μας έθαψε κάτω από βουνά συκοφαντίας, νιώθαμε, αν και παράνομοι ή φυλακισμένοι, νικητές και κύριοι της κατάστασης. Σ’ αυτή την προκαθορισμένη δυναμική της Επανάστασης, στην πολιτική γεωμετρία της, έγκειται η πιο μεγάλη ποίησή της.
Ο Οκτώβρης δεν είταν παρά ένα επιστέγασμα κ’ έφερε μαζί του καινούργια τεράστια καθήκοντα κι αμέτρητες δυσκολίες. Η πάλη που ακολούθησε απαίτησε τις πιο ποικίλες μέθοδες και μέσα, από τις τρελές επιθέσεις της Κόκκινης Φρουράς ως τη φόρμουλα «ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη» ή στην πρόσκαιρη συνθηκολόγηση μπροστά στο τελεσίγραφο του εχθρού. Όμως ακόμα και στο Μπρεστ-Λιτόβσκ, όταν αρνηθήκαμε αρχικά την ειρήνη του Χοεντσόλλερν, κι αργότερα, όταν την υπογράψαμε χωρίς να την διαβάσουμε, το επαναστατικό κόμμα δεν ένιωθε ηττημένο, αλλά μάλλον ο κύριος του αύριο. Η διπλωματία του στάθηκε παιδαγωγείο που βοήθησε την επαναστατική λογική των γεγονότων. Η απάντηση είταν: Νοέμβρης 1918. Η ιστορική πρόβλεψη δε μπορεί βέβαια να αξιώνει μαθηματική ακρίβεια. Πότε υπερβάλλει, πότε υποτιμάει. Μα η συνειδητή θέληση της πρωτοπορίας γίνεται παράγοντας ολοένα και πιο αποφασιστικός μέσα στα γεγονότα που προετοιμάζουνε το μέλλον. Η υπευθυνότητα του επαναστατικού κόμματος βαθαίνει και γίνεται πιο πολύπλοκη. Οι οργανώσεις του κόμματος διεισδύουνε στα βάθη του λαού, ψαχουλεύουν, αξιολογούν, προβλέπουν, προπαρασκευάζουν και κατευθύνουνε τις εξελίξεις. Είν’ αλήθεια πως το κόμμα, κείνη την περίοδο, υποχωρούσε πιο συχνά παρά επιτίθενταν. Όμως οι υποχωρήσεις του δεν αλλάζουν τη γενική γραμμή της ιστορικής του δράσης. Αυτά είναι επεισόδια, οι καμπύλες του μεγάλου δρόμου. Η Νέπ είναι «πεζή»; Σίγουρα! Η συμμετοχή στη Δούμα του Ροντζιάνκο, η υποταγή στο κουδούνι του Τσχεΐτζε και του Νταν στο πρώτο Σοβιέτ, οι διαπραγματεύσεις με το φον Κύλμαν στο Μπρεστ-Λιτόβσκ δεν είχαν όμοια τίποτα το ελκυστικό. Μα ο Ροντζιάνκο και η Δούμα του δεν υπάρχουν πια. Ο Τσχεΐτζε και ο Νταν ανατράπηκαν, το ίδιο όπως ο Κύλμαν και ο αφέντης του. Ήρθε η Νεπ. Ήρθε και θα φύγει. Ο καλλιτέχνης για τον οποίο η Επανάσταση χάνει το άρωμά της γιατί αυτή δεν εξαφανίζει τις μυρουδιές του παζαριού Σουτσάρεβκα είναι κουφιοκεφαλάκης· είναι τιποτένιος. Λογαριάζοντας όλες τις άλλες αναγκαίες ιδιότητες, θα γίνει ποιητής της Επανάστασης μόνον εκείνος που θα μάθει να την καταλαβαίνει στην ολότητά της, να αντικρύζει τις ήττες της σαν βήματα προς τη νίκη, να διεισδύει στην αναγκαιότητα των υποχωρήσεών της, και που θά ’ναι ικανός να βλέπει, στην εντατική προπαρασκευή των δυνάμεων κατά την αμπώτιδα, το αιώνιο πάθος της επανάστασης και την ποίησή της.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι εθνική στα βάθη της. Μα δεν είναι μόνο μια δύναμη από εθνική άποψη. Είναι σκολειό. Η τέχνη της επανάστασης πρέπει να περάσει απ’ αυτό το σκολειό. Κ’ είναι ένα σκολειό πολύ δύσκολο.
Από τις χωρικές της βάσεις, τους τεράστιους χώρους της και τα πολιτιστικά της μανταρίσματα, η Ρωσική Επανάσταση είναι η πιο χαοτική και πιο άμορφη απ’ τις επαναστάσεις. Όμως από τη διεύθυνσή της, τη μέθοδο που την προσανατολίζει, την οργάνωσή της, τους σκοπούς της και τα καθήκοντά της, είναι η πιο «ακριβής», η πιο σχεδιασμένη και πιο τελειωμένη απ’ όλες τις επαναστάσεις. Στο συνδυασμό των δυο αυτών άκρων βρίσκεται κλεισμένη η ψυχή, ο εσώτερος χαρακτήρας της επανάστασής μας.
Στη μπροσούρα του για τους φουτουριστές ο Τσουκόβσκι, που έχει στη γλώσσα κείνο που οι πιο συνετοί έχουν στο πνεύμα, αποκάλεσε με τ’ όνομά του το βασικό κουσούρι της Οκτωβριανής Επανάστασης: «Επιφανειακά είναι βίαιη και εκρηκτική, μα στην ουσία της είναι υπολογιστική, έξυπνη και πανούργα». Ο Τσουκόβσκι και οι όμοιοι του θα χαιρέτιζαν στο τέλος-τέλος μιαν επανάσταση που θά ’ταν μόνο βίαιη, αποκλειστικά καταστροφική. Αυτοί, ή οι άμεσοι απόγονοί τους, θά ’βγαζαν το δίχως άλλο απ’ αυτήν το γενεαλογικό τους δέντρο, γιατί μια επανάσταση που θα δε θά ’ταν ούτε υπολογιστική ούτε έξυπνη, δε θά ’κανε ποτέ τη δουλειά της ως το τέλος, δε θα εξασφάλιζε ποτέ τη νίκη των εκμεταλλευόμενων ενάντια στους εκμεταλλευτές, δε θα κατάστρεφε ποτέ την υλική βάση που βρίσκεται κάτω από την κομφορμιστική τέχνη και κριτική. Σε όλες τις προγενέστερες επαναστάσεις οι μάζες είταν βίαιες και εκρηκτικές, μα είναι η μπουρζουαζία που είταν υπολογιστική και πανούργα και γι’ αυτό κείνη που μάζευε τους καρπούς της νίκης. Οι κύριοι εστέτ, ρομαντικοί, υπέρμαχοι του στοιχειακού, μυστικιστές και κριτικοί εύστροφοι θ’ αποδεχόντανε δίχως δυσκολία μιαν επανάσταση όπου οι μάζες θά ’δειχναν ενθουσιασμό και αυτοθυσία, όχι πολιτικό υπολογισμό. Θα ανακήρυχναν άγια μια τέτοια επανάσταση σύμφωνα μ’ ένα καλομελετημένο ρομαντικό τελετικό. Μια ηττημένη εργατική επανάσταση θα δικαιούνταν να της βγάλει μεγαλόκαρδα το καπέλο η τέχνη κείνη που θα ’ρχότανε μέσα στη σκευοφόρο του νικητή. Προοπτική πολύ τονωτική, στ’ αλήθεια! Εμείς προτιμάμε μιαν επανάσταση νικηφόρα, ακόμα κι αν δεν έχει αναγνωριστεί καλλιτεχνικά απ’ αυτή την τέχνη που είναι τώρα στο στρατόπεδο των ηττημένων.
Ο Χέρτσεν είπε για τη διδασκαλία του Χέγκελ, ότι είταν η άλγεβρα της Επανάστασης. Αυτός ο ορισμός μπορεί να εφαρμοστεί ακόμα πιο σωστά στο μαρξισμό. Η υλιστική διαλεκτική της πάλης των τάξεων είναι η αληθινή άλγεβρα της Επανάστασης. Κάτω απ’ τα μάτια μας, φαινομενικά, βασιλεύει το χάος, ο κατακλυσμός, το άμορφο και το απεριόριστο. Μα είναι ένα χάος υπολογισμένο και μετρημένο. Οι σταθμοί του έχουν προβλεφτεί. Η κανονικότητα της διαδοχής τους έχει προβλεφτεί και κλειστεί μέσα σε σιδερένιους τύπους. Το στοιχειακό χάος είναι ζοφερή άβυσος. Όμως και οξυδέρκεια και επαγρύπνηση υπάρχουν στην καθοδηγητική πολιτική. Η επαναστατική στρατηγική δεν είναι άμορφη με τον τρόπο της φυσικής δύναμης, είναι το ίδιο τέλεια όσο κ’ ένας μαθηματικός τύπος. Για πρώτη φορά στην ιστορία βλέπουμε την άλγεβρα της Επανάστασης στην πράξη.
Όμως αυτά τα πολύ σπουδαία χαρακτηριστικά –ξαστεριά, ρεαλισμός, φυσική δύναμη της σκέψης, λογική αδυσώπητη, διαύγεια και σταθερότητα γραμμής – που έρχονται όχι απ’ το χωριό μα από τη βιομηχανία της πόλης σαν η τελευταία λέξη της πνευματικής της ανάπτυξης, αν αποτελούν τα βασικά γνωρίσματα της Οκτωβριανής Επανάστασης, είναι ωστόσο ολότελα ξένα στους συνοδοιπόρους. Να γιατί δεν είναι παρά συνοδοιπόροι. Και είναι χρέος μας να τους το πούμε για το συμφέρον της ίδιας κείνης καθαρότητας γραμμής και διαύγειας που χαρακτηρίζουν την Επανάσταση.
Στη Ρωσία, υποτιθέμενο όργανο της ομάδας «Αλλαγή Κατεύθυνσης», ο Λέζνεβ επιτίθεται με όλες του τις δυνάμεις, που δεν είναι πολύ μεγάλες, εναντίον της ομάδας «Αλλαγή Κατεύθυνσης» γενικά. Τους κατηγορεί, όχι δίχως λόγο, για σλαβοφιλία βιαστική μα παράκαιρη. Είν’ αλήθεια πως πέφτουν λίγο σ’ αυτό το αμάρτημα. Η προσπάθεια που αναπτύσσει η ομάδα «Αλλαγή Κατεύθυνσης» για να συγγενέψει με την Επανάσταση είναι πολύ αξιέπαινη, μα τα ιδεολογικά δεκανίκια που χρησιμοποιεί γι’ αυτό το σκοπό είναι πολύ χοντροφτιαγμένα. Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι η κάπως απροσδόκητη αυτή καμπάνια του Λέζνεβ είναι ευπρόσδεκτη. Δεν είναι. Η ομάδα «Αλλαγή Κατεύθυνσης» αν και κουτσαίνοντας απελπιστικά, αλλάζει χρώμα και μοιάζει να πλησιάζει στην Επανάσταση, ενώ ο Λέζνεβ, γενναίος και γεμάτος θράσος, ξεμακραίνει ολοένα απ’ αυτήν. Αν η σλαβοφιλία του Κλουτσνίκοβ και του Ποτέμκιν, όψιμη και όχι σοβαρά μελετημένη, τον φέρνει σε αμηχανία, δεν είναι σαν σλαβοφιλία, είναι σαν ιδεολογία. Αυτός θέλει να απαλλαγεί από κάθε ιδεολογία όποια και νά ’ναι. Είναι κείνο που αποκαλεί αναγνώριση των δικαιωμάτων της ζωής.
Ολόκληρο το άρθρο, φτιαγμένο με πολλή διπλωματία, είναι μελετημένο απ’ την αρχή ως το τέλος. Ο συντάκτης του διαλύει την Επανάσταση και, μαζί της, παρεκβατικά, τη γενιά που την έκανε. Φτιάχνει τη φιλοσοφία του της ιστορίας σα να πρόκειται να υπερασπίσει την καινούργια γενιά εναντίον των παλιών, εναντίον των ιδεαλιστών δημοκρατών, των δογματικών κλπ., ανάμεσα στους οποίους ο Λέζνεβ περιλαβαίνει και τους συνταγματοδημοκράτες, τους σοσιαλεπαναστάτες και τους μενσεβίκους. Μα ποιά είναι λοιπόν η καινούργια γενιά που την σκεπάζει με τις φτερούγες του; Από πρώτη ματιά φαίνεται να είναι κείνη που πέταξε απότομα τη δημοκρατική ιδεολογία και όλες τις μυθοπλασίες της, που εγκαθίδρυσε το σοβιετικό καθεστώς και που, καλά-κακά, διευθύνει, «μέχρι νεωτέρας διαταγής», την Επανάσταση. Είναι αυτό που εμφανίζεται πρώτα, και ο Λέζνεβ υποβάλλει αυτή την εντύπωση μ’ έναν επιδέξιο ψυχολογικό ελιγμό: ενεργώντας έτσι του είναι εύκολο να κερδίσει την εμπιστοσύνη του αναγνώστη για να τον δουλέψει έπειτα καλύτερα. Στο δεύτερο μέρος του άρθρου δεν εμφανίζονται δυο μα τρεις γενιές: κείνη που προετοίμασε την Επανάσταση μα που, σύμφωνα με τον κανόνα, αποκαλύφθηκε ανίκανη να την φέρει ως το τέρμα· κείνη που ενσάρκωσε τις «ηρωικές» και «καταστροφικές» πλευρές της· η τρίτη, τέλος, έχει κληθεί όχι να καταλύσει το νόμο μα να τον κατεβάσει στα γεγονότα. Η γενιά αυτή χαρακτηρίζεται με τρόπο μάλλον αόριστο, όμως τόσο πιο μουλωχτό. Είναι οι δυνατοί, οι δίχως προλήψεις κατασκευαστές και που δεν ενοχλούνται από τίποτα. Κατά τη γνώμη του Λέζνεβ οποιαδήποτε ιδεολογία είναι περιττή.
Η Επανάσταση, φανταστήτε, ίδια όπως και η ζωή γενικά, «μοιάζει με ποτάμι που κυλάει, με πουλί που κελαϊδάει, και δεν είναι καθαυτή τελολογική». Αυτή η φιλοσοφική κοινοτοπία συνοδεύεται από κλεισίματα ματιών για χρήση των θεωρητικών της Επανάστασης, εκείνων που πιστεύουν σε μια θεωρητική διδασκαλία και σημαδεύουν καθορισμένους στόχους και δημιουργικά καθήκοντα. Άλλωστε, τι σημαίνει: η ζωή «καθαυτή» δεν είναι τελολογική; Κυλάει σαν ποτάμι; Για ποιά ζωή γίνεται εδώ λόγος; Αν πρόκειται για το φυσιολογικό μεταβολισμό, αυτό είναι λίγο πολύ αλήθεια, αν και ο άνθρωπος έχει καταφύγει σε μιαν ορισμένη τελολογία με τη μορφή της μαγειρικής, της υγιεινής, της ιατρικής κλπ. Σ’ αυτό η ζωή του δεν είναι ποτάμι που κυλάει. Πέρα απ’ αυτό η ζωή συνίσταται σε κάτι ανώτερο από τη φυσιολογία. Η ανθρώπινη εργασία, αυτή η δραστηριότητα που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από το ζώο, είναι ολότελα τελολογική· έξω από ξόδεμα ενέργειας ορθολογικά κατευθυνόμενου δεν υπάρχει εργασία. Και η εργασία έχει τη θέση της στην ανθρώπινη ζωή. Η τέχνη, ακόμα και η πιο «καθαρή», είναι ολότελα τελολογική· αν ξεκόψει με μεγάλους σκοπούς, που ο καλλιτέχνης αντιλαμβάνεται ή όχι, εκφυλίζεται σε απλό παιχνίδι. Η πολιτική είναι ενσαρκωμένη τελολογία. Και η Επανάσταση είναι πολιτική συμπυκνωμένη, που βάζει σε δράση μάζες από πολλά εκατομμύρια ανθρώπινα όντα. Πώς είναι λοιπόν δυνατή η Επανάσταση χωρίς τελολογία;
Σε σχέση μ’ αυτό που είπαμε πιο πάνω, η στάση του Λέζνεβ απέναντι στον Πιλνιάκ είναι ενδιαφέρουσα στο υπέρτατο σημείο. Ο Λέζνεβ δηλώνει ότι ο Πιλνιάκ είναι αληθινός καλλιτέχνης, σχεδόν ο δημιουργός της Επανάστασης στο πεδίο της τέχνης «Την ένιωσε, την έφερε και τη φέρνει μέσα του, κλπ.». Έχουμε άδικο, λέει ο Λέζνεβ, να κατηγορούμε τον Πιλνιάκ ότι διαλύει την Επανάσταση μέσα στο στοιχειακό. Σ’ αυτό μάλιστα αποκαλύπτεται η δύναμη του Πιλνιάκ σαν καλλιτέχνη. Ο Πιλνιάκ «κατάλαβε την Επανάσταση όχι απ’ έξω μα από μέσα, της έδοσε δυναμισμό, αποκάλυψε την οργανική της φύση». Τί θέλει να πει η έκφραση «καταλαβαίνω την Επανάσταση από μέσα;». Θά ’λεγε κανείς πως αυτό συνίσταται στο να την παρατηρείς με τα μάτια εκείνου που αποτελεί τη μεγαλύτερη δυναμική ισχύ της, της εργατικής τάξης, της συνειδητής πρωτοπορίας της. Και τί σημαίνει παρατηρώ την Επανάσταση απ’ έξω; Αυτό σημαίνει θεωρώ την Επανάσταση μόνο σα φυσική δύναμη, σαν ένα τυφλό προτσέσο, μια χιονοθύελλα, ένα χάος από γεγονότα, ανθρώπους και σκιές. Να τι σημαίνει την κοιτάζω απ’ έξω. Και μ’ αυτό τον τρόπο βέβαια την κοιτάζει ο Πιλνιάκ.
Αντίθετα από μας, που σκεφτόμαστε με τρόπο σχηματικό, ο Πιλνιάκ θά ’χει δόσει, φαίνεται, μια «καλλιτεχνική σύνθεση της Ρωσίας και της Επανάστασης». Όμως με ποιον τρόπο μια «σύνθεση» της Ρωσίας και της Επανάστασης είναι δυνατή; Η Επανάσταση έχει έρθει λοιπόν απ’ έξω; Η Επανάσταση δεν είναι της Ρωσίας; Είναι δυνατό να χωρίσεις τη μια από την άλλη, κατόπι ν’ αντιτάξεις τη Ρωσία στην Επανάσταση, κ’ έπειτα να τις συνθέσεις; Αυτό είναι σα να μιλάς για μια σύνθεση του ανθρώπου και της ηλικίας του ή για μια σύνθεση της γυναίκας και του τοκετού. Από πού προέρχεται αυτός ο τερατώδικος συνδυασμός λέξεων και ιδεών; Προέρχεται ίσα - ίσα από το γεγονός ότι η Επανάσταση πλησιάζεται απ’ έξω. Η Επανάσταση γι’ αυτούς είναι ένα γεγονός γιγαντιαίο μα απροσδόκητο. Η Ρωσία δεν είναι η πραγματική Ρωσία, με το παρελθόν της και το μέλλον που έφερνε μέσα της, μα η πατροπαράδοτη και αναγνωρισμένη Ρωσία που βρισκόταν εναποθετημένη μέσα στη συντηρητική τους συνείδηση, η οποία δεν αποδέχεται την Επανάσταση που έπεσε πάνω τους. Κι αυτοί οι άνθρωποι πασκίζουν με τη λογική και την ψυχολογία, κι αυτό μπορεί να είναι πολύ μεγάλη προσπάθεια, να «συνδέσουν» Ρωσία και Επανάσταση χωρίς να κάνουνε κακό στην πνευματική τους οικονομία. Ένας καλλιτέχνης όπως ο Πιλνιάκ, με τις ατέλειές του και τις αδυναμίες του, είναι ίσα - ίσα φτιαγμένος γι’ αυτούς. Να απορίχνεις την επαναστατική τελολογία είναι στην πραγματικότητα σα να περιορίζεις την Επανάσταση σ’ ένα εφήμερο αγροτικό ξεσήκωμα. Μ’ αυτό τον τρόπο, συνειδητό ή ασυνείδητο, η πλειονότητα κείνων των συγγραφέων που αποκαλέσαμε «συνοδοιπόρους» πλησιάζει την Επανάσταση. Ο Πούσκιν λέει πως το εθνικό μας κίνημα είταν ξεσήκωμα αλόγιστο και σκληρό. Ολοφάνερα πρόκειται για τον ορισμό ενός ευγενούς, όμως, μέσα στα όρια της άποψης ενός ευγενούς, είναι βαθύς και σωστός. Όσο το επαναστατικό κίνημα διατηρεί το χωρικό του χαρακτήρα, είναι «μη τελολογικό» για να μεταχειριστούμε τη φράση του Λέζνεβ ή «αλόγιστο» αν προτιμάμε τη φράση του Πούσκιν. Στην ιστορία η αγροτιά δεν υψώθηκε ποτέ με τρόπο ανεξάρτητο σε γενικούς πολιτικούς σκοπούς. Τα αγροτικά κινήματα έδοσαν έναν Πουγκατσόβ ή ένα Στένκα Ράζιν και, καταπνιγμένα μέσα σ’ όλη την ιστορία, χρησίμεψαν για βάση στην πάλη άλλων τάξεων. Δεν υπήρξε ποτέ και πουθενά επανάσταση καθαρά αγροτική. Όταν η αγροτιά βρισκόταν στερημένη από διεύθυνση, δοσμένη από την αστική δημοκρατία στις παλιές επαναστάσεις, από το προλεταριάτο σε μας, η ορμή της δεν έκανε παρά να χτυπάει και να τραντάζει το υπάρχον καθεστώς, χωρίς ποτέ να καταλήξει σε μιαν αναδιοργάνωση προσχεδιασμένη. Η επαναστατική αγροτιά δε στάθηκε ποτέ ικανή να δημιουργήσει κυβέρνηση. Στην πάλη της δημιούργησε αντάρτικο, ποτέ όμως συγκεντρωτικό επαναστατικό στρατό. Να γιατί έχει υποστεί ήττες. Πόσο σημαντικό είναι το γεγονός ότι σχεδόν όλοι οι επαναστάτες ποιητές μας ξαναγυρίζουν στον Πουγκατσόβ και στο Στένκα Ράζιν, με το Βασίλη Καμένσκι ποιητή του Στένκα Ράζιν και το Γιεσένιν του Πουγκατσόβ! Δεν είναι βέβαια κακό ότι αυτοί οι ποιητές εμπνέονται απ’ αυτές τις δραματικές στιγμές της ιστορίας, μα είναι κακό και εγκληματικό να μη μπορούν να πλησιάσουν την τωρινή Επανάσταση αλλιώς παρά αποσυνθέτοντάς την σε τυφλές ανταρσίες, σε στοιχειακά ξεσηκώματα, και να σβήνουν έτσι εκατό - εκατοπενήντα χρόνια της ρωσικής ιστορίας, σα να μην είχανε ποτέ υπάρξει. Όπως λέει ο Πιλνιάκ, «η ζωή του χωρικού είναι γνωστή: να τρώει για να δουλεύει, να δουλεύει για να τρώει και, πέρ’ απ’ αυτό, να γεννιέται, να γεννάει και να πεθαίνει». Σίγουρα, αυτό είναι μια εκλαΐκευση της χωρικής ζωής. Ωστόσο, από την άποψη της τέχνης, είναι μια εκλαΐκευση θεμιτή. Γιατί τί είναι η Επανάστασή μας αν όχι μια μανιασμένη εξέγερση στο όνομα της ζωής, της συνειδητής, ορθολογικής, σκόπιμης και που βαδίζει μπροστά, εναντίον του στοιχειακού, του στερημένου από έννοια, βιολογικού αυτοματισμού, της ζωής, δηλαδή ενάντια στις χωριάτικες ρίζες της παλιάς ρωσικής ιστορίας, ενάντια στην απουσία σκοπού (στον μη τελολογικό χαρακτήρα της), ενάντια στην «άγια» και ηλίθια φιλοσοφία της αλά Καρατάγιεβ; Αν το βγάζαμε αυτό από την Επανάσταση, δε θά ’ξιζε τις λαμπάδες που κάηκαν γι’ αυτήν και, όπως ξέρουμε, κάηκαν γι’ αυτήν πολύ περισσότερο από λαμπάδες.
Ωστόσο, θά ’τανε σα να συκοφαντούμε όχι μόνο την Επανάσταση μα και το χωρικό, αν βλέπαμε στον Πιλνιάκ, πιότερο ακόμα στο Λέζνεβ, τον αληθινό τρόπο, που ο χωρικός αντικρύζει την Επανάσταση. Πραγματικά, η μεγάλη μας ιστορική κατάκτηση έγκειται στο γεγονός ότι ο ίδιος ο χωρικός, με αδεξιότητα, σχεδόν σαν αρκούδα, σταματημένος στην πορεία του ή ακόμα και κάνοντας πίσω, ξεκόβει απ’ την παλιά ζωή, την αλόγιστη και στερημένη από έννοια, και βρίσκεται κλιμακωτά τραβηγμένος στη σφαίρα της συνειδητής ανοικοδόμησης. Θα χρειαστούν δεκαετίες ώσπου η φιλοσοφία του Καρατάγιεβ να καεί και να μην αφήσει ούτε στάχτη, μα αυτό το προτσέσο έχει κιόλας αρχίσει και αρχίσει για καλά! Η άποψη του Λέζνεβ είναι η άποψη ενός φιλισταίου διανοούμενου που ενεδρεύει πίσω από τη ράχη του χτεσινού χωρικού γιατί θέλει να κρύψει τη δική του σημερινή ράχη. Αυτό δεν είναι πολύ καλλιτεχνικό.
Ο καλλιτέχνης, βλέπετε, είναι προφήτης. Τα έργα τέχνης είναι καμωμένα από προαισθήματα· απ’ αυτό βγαίνει ότι η προεπαναστατική τέχνη είναι η πραγματική τέχνη της Επανάστασης. Στη συλλογή Σιπόβνικ[12] τη γεμάτη από αντιδραστικές ιδέες, τη φιλοσοφία αυτή την διατυπώνουν ο Μουράτοβ και ο Έφρος, καθένας με τον τρόπο του, τα συμπεράσματά τους όμως είναι τα ίδια. Είναι ασυζήτητο ότι ο πόλεμος και η επανάσταση προετοιμάστηκαν από ορισμένους υλικούς όρους και μέσα στη συνείδηση των τάξεων. Είναι το ίδιο ασυζήτητο ότι αυτή η προετοιμασία καθρεφτίστηκε με διάφορους τρόπους στα έργα τέχνης. Όμως είτανε μια τέχνη προεπαναστατική, η τέχνη της αποχαυνωμένης αστικής ιντελλιγκέντσιας πριν από τη θύελλα. Ενώ εμείς μιλάμε για την τέχνη της Επανάστασης, τη δημιουργημένη από την Επανάσταση, απ’ όπου αντλεί τα καινούργια «προαισθήματά» της και τώρα θρέφει με τη σειρά της. Αυτή η τέχνη δεν είναι πίσω μας, μα μπροστά μας.
Οι φουτουριστές και οι κυβιστές που βασίλεψαν σχεδόν απόλυτα τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης (όμως είταν από την άποψη της τέχνης έρημος) διώχτηκαν από τις θέσεις τους. Δεν είναι μόνο γιατί ο σοβιετικός προϋπολογισμός βρέθηκε μειωμένος, μα γιατί δεν είχαν, και από φύση δε μπορούσαν καν νά ’χουν, πόρους αρκετούς για να λύσουν τα τεράστια καλλιτεχνικά τους προβλήματα. Τώρα ακούμε ότι ο κλασικισμός είναι σε πορεία. Πέρα απ’ αυτό, ακούμε ότι ο κλασικισμός είναι η τέχνη της Επανάστασης. Ακόμα πιο πολύ, ότι ο κλασικισμός είναι το «γέννημα και η ουσία της Επανάστασης» (Έφρος). Ολοφάνερα, αυτά είναι νότες πολύ εύθυμες. Είναι παράξενο ωστόσο ότι ο κλασικισμός θυμάται τη συγγένειά του με την Επανάσταση ύστερα από τετράχρονη σκέψη. Πρόκειται για σύνεση κλασική. Μα είναι αλήθεια ότι ο κλασικισμός της Αχμάταβα, του Βερχόβσκι, του Λεονίντ Γκρόσμαν και του Έφρος είναι «γέννημα και ουσία της Επανάστασης»; Οσοναφορά την «ουσία» σα να τραβάμε πάρα πολύ μακριά. Μα ο κλασικισμός δεν είναι «γέννημα» της Επανάστασης με την έννοια που είναι και η Νεπ; Αυτό το ερώτημα μπορεί να φαίνεται απροσδόκητο, ακόμα και άτοπο. Ωστόσο είναι ολότελα στη θέση του. Η Νεπ βρήκε έναν αντίλαλο με τη μορφή της ομάδας «Αλλαγή Κατεύθυνσης», και μας μαθαίνουν το καλό νέο ότι οι θεωρητικοί της αλλαγής αποδέχονται την «ουσία» της Επανάστασης. Αυτοί θέλουν να δυναμώσουν τις κατακτήσεις της και να τις βάλουνε σε τάξη· το σύνθημά τους είναι ο «επαναστατικός συντηρητισμός». Για μας η Νεπ είναι μια καμπή της επαναστατικής τροχιάς που, στο σύνολό της, ανεβαίνει· γι’ αυτούς κάνει στροφή ολόκληρη η τροχιά. Εμείς πιστεύουμε πως το τραίνο της ιστορίας έχει ξεκινήσει και πως κάνει μια σύντομη στάση για να πάρει νερό και ν’ ανεβάσει τον ατμό. Αυτοί σκέφτονται αντίθετα πως πρέπει να σταθούμε σ’ αυτή την κατάσταση ανάπαυλας τώρα που η αταξία της κίνησης έχει σταματήσει. Η Νεπ γέννησε την ομάδα «Αλλαγή Κατεύθυνσης» και είναι χάρη στη Νεπ που ο νεοκλασικισμός θέλει να είναι το «γέννημα της Επανάστασης». «Είμαστε ζωντανοί, στις αρτηρίες μας ο σφυγμός χτυπάει δυνατά, σε αρμονία με το ρυθμό της μέρας που έρχεται, δε χάσαμε ούτε τον ύπνο ούτε την όρεξη επειδή έφυγε το παρελθόν». Αυτό είναι πολύ καλά ειπωμένο. Ίσως ακόμα και λίγο καλύτερα απ’ ό,τι τό ’θελε ο ίδιος ο συγγραφέας. Παιδιά της Επανάστασης όπως βλέπετε, που, δε χάσανε την όρεξη επειδή έφυγε το παρελθόν! Παιδιά με όρεξη, δε μπορείς να μην το πεις. Μα η Επανάσταση δεν ικανοποιείται τόσο εύκολα μ’ αυτούς τους ποιητές που, στο πείσμα της Επανάστασης, δεν έχασαν τον ύπνο και δεν πέρασαν τα σύνορα. Η Αχμάτοβα έγραψε μερικές ρωμαλέες γραμμές για να πει γιατί δεν τό ’σκασε. Είναι πολύ καλό που δεν τό ’σκασε. Μα η ίδια η Αχμάτοβα μόλις σκέφτεται ότι τα τραγούδια της είναι τα τραγούδια της Επανάστασης, και ο συντάκτης του νεοκλασικού μανιφέστου είναι πάρα πολύ βιαστικός. Να μη χάνεις τον ύπνο εξαιτίας της Επανάστασης δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να γνωρίζεις την «ουσία» της. Ο φουτουρισμός –είν’ αλήθεια– δε διαφέντεψε την Επανάσταση, όμως έχει μιαν εσωτερική ένταση που, με ορισμένη έννοια, είναι παράλληλη μ’ αυτήν. Οι καλύτεροι φουτουριστές είταν όλο φωτιά και φλόγα και ίσως να είναι ακόμα. Ο νεοκλασικισμός, αυτός αρκείται στο να μη χάνει την όρεξη. Είναι πραγματικά πολύ κοντά στην ομάδα «Αλλαγή Κατεύθυνσης», αυτής της γυναικάδελφης της Νεπ.
Κι αυτό είναι φυσικό στο τέλος της γραφής. Ενώ ο φουτουρισμός, τραβηγμένος από τη χαοτική δυναμική της Επανάστασης, ζητούσε να εκφραστεί στο χαοτικό δυναμισμό των λέξεων, ο νεοκλασικισμός εκφράζει την ανάγκη για γαλήνη, για μορφές σταθερές και στίξη σωστή. Είναι κείνο που η ομάδα «Αλλαγής Κατεύθυνσης» θα ονόμαζε «επαναστατικό συντηρητισμό».
Είναι ξάστερο τώρα ότι η καλοπροαίρετη κι ακόμα «συμπαθητική» στάση της Μαριέτας Σαγκινιάν απέναντι στην Επανάσταση έχει την πηγή της στη λιγότερο επαναστατική, στην πιο ασιατική, στην πιο παθητική, στην πιο χριστιανικά καρτερική κοσμοαντίληψη. Το πρόσφατο μυθιστόρημα της Σαγκινιάν, Το Πεπρωμένο μας, χρησιμεύει για επεξηγηματική σημείωση σ’ αυτή την άποψη. Όλα είναι εκεί ψυχολογία και μάλιστα ψυχολογία υπερβατική, με ρίζες που χάνονται μέσα στη θρησκεία. Βρίσκει κανείς εκεί χαρακτήρες «γενικά», πνεύμα και ψυχή, πεπρωμένο νοουμενολογικό[13]και πεπρωμένο φαινομενολογικό, αινίγματα ψυχολογικά παντού και, για να μη φαίνεται αυτό το σώριασμα πάρα πολύ τερατώδικο, το μυθιστόρημα τοποθετείται σ’ ένα άσυλο για ψυχοπαθείς. Ιδού ο εκλαμπρότατος καθηγητής, ένας ψυχίατρος με πνεύμα πολύ λεπτό, ο πιο ευγενικός απ’ τους συζύγους και τους πατεράδες, και ο λιγότερο συνηθισμένος απ’ τους χριστιανούς. Η σύζυγος είναι λιγάκι πιο απλή, μα η ένωσή της με τον άντρα της, η εξαγνισμένη μέσα στο Χριστό, είναι ολοκληρωτική. Η κόρη δοκιμάζει τον πειρασμό να επαναστατήσει, μα αργότερα ταπεινώνεται στο όνομα του Κυρίου. Ένας νεαρός ψυχίατρος, υποτιθέμενος «έμπιστος» αυτής της αφήγησης, συμφωνεί ολότελα μ’ αυτή την οικογένεια. Είναι έξυπνος, αβρός κ’ ευλαβικός. Είναι κ’ ένας τεχνικός με σουηδικό όνομα εξαιρετικά ευγενής, καλός, σοφός στην απλότητά του, γεμάτος υπομονή και υποταγμένος στο Θεό. Υπάρχει ο παπά-Λεονίντ, εξαιρετικά γνωστικός, εξαιρετικά ευλαβικός και, σίγουρα, καθώς η κλίση του το επιτάσσει, υποταγμένος στο Θεό. Ολόγυρα σας: τρελοί και μισότρελοι. Μέσ’ απ’ αυτούς εκτιμάει κανείς την κατανόηση και το βάθος του καθηγητή και, από το άλλο μέρος, την αναγκαιότητα της υπακοής στο Θεό που δεν κατάφερε να δημιουργήσει έναν κόσμο δίχως τρελούς. Και να που φτάνει ένας άλλος νεαρός ψυχίατρος. Είναι άθεος, μα, φυσικά υποτάσσεται κι αυτός στο Θεό. Αυτά τα πρόσωπα συζητάνε μεταξύ τους αν ο καθηγητής πιστεύει στο διάβολο ή θεωρεί το κακό σαν απρόσωπο, και θά ’χαν μάλλον την κλίση να κάνουνε χωρίς το διάολο. Βλέπει κανείς στην κουβερτούρα: «1923, Μόσχα και Πετρούπολη». Να ένα αληθινό θαύμα!
Οι ήρωες της Μαριέτας Σαγκινιάν, λεπτολόγοι, καλοί κ’ ευλαβικοί, δεν προκαλούν τη συμπάθεια μα μιαν ολική αδιαφορία που φορές φορές μεταβάλλεται σε ναυτία: σε πείσμα της φανερής νοημοσύνης του συγγραφέα και εξαιτίας όλης εκείνης της φτηνής γλώσσας, κείνου του αληθινά επαρχιώτικου χιούμορ. Ακόμα και οι ευλαβικές και υποτακτικές μορφές του Ντοστογιέβσκι περικλείουν ένα μέρος πλαστότητας, γιατί νιώθει κανείς πως του είναι ξένες. Τις δημιούργησε σε μεγάλο μέρος ενάντια στον ίδιο τον εαυτό του, γιατί είταν παθιασμένος και κακορίζικος σ’ όλα τα πράγματα, μαζί και στο δόλιο χριστιανισμό του. Η Μαριέτα Σαγκινιάν, αυτή φαίνεται πολύ καλή, αν και με καλοσύνη νοικοκυρίστικη. Έχει κλείσει τις άφθονες γνώσεις της και την εξαιρετική ψυχολογική της διεισδυτικότητα μέσα στο πλαίσιο της νοικοκυρίστικης άποψης της. Η ίδια το αναγνωρίζει αυτό και το λέει φωναχτά. Μα η Επανάσταση δεν είναι καθόλου γεγονός νοικοκυρίστικο. Να λοιπόν γιατί η μοιρολατρική υποταγή της Μαριέτας Σαγκινιάν βρίσκεται σε τόσο σκληρή παραφωνία με το πνεύμα και τη σημασία της εποχής μας. Και να γιατί τα πολύ φρόνιμα κ’ ευλαβικά δημιουργήματά της βρωμάνε, αν μου συγχωρήσετε την έκφραση, από θρησκοληψία.
Στο φιλολογικό της ημερολόγιο η Μαριέτα Σαγκινιάν μιλάει για την αναγκαιότητα της πάλης για την κουλτούρα παντού και πάντα. Αν οι άνθρωποι καθαρίζουν τη μύτη τους με τα δάχτυλα, μάθετέ τους να μεταχειρίζονται μαντήλι. Αυτό είναι σωστό και τολμηρό, κυρίως σήμερα όπου η αληθινή μάζα του λαού αρχίζει να ξαναχτίζει συνειδητά την κουλτούρα. Μα ο μισοαναλφάβητος προλετάριος που δεν έχει συνηθίσει το μαντήλι (δεν τό ’πιασε ποτέ στα χέρια του), που ξεμπέρδεψε μια για πάντα με την ηλιθιότητα των θείων εντολών, και που ζητάει να οικοδομήσει σωστές ανθρώπινες σχέσεις, είναι άπειρα πιο καλλιεργημένος από κείνους τους αντιδραστικούς παιδαγωγούς των δύο φύλων που βγάζουν φιλοσοφικά τη μύξα τους μέσα στο μυστικιστικό τους μαντήλι, μπερδεύοντας αυτή την αντιαισθητική χειρονομία με καλλιτεχνικά τεχνάσματα πολύ περίπλοκα και με λαθραία και φοβισμένα δάνεια από την επιστήμη.
Η Μαριέτα Σαγκινιάν είναι αντεπαναστάτρια από φύση. Κείνο που την κάνει ν’ αποδέχεται την Επανάσταση είναι ο μοιρολατρικός χριστιανισμός της και η σπιτίσια αδιαφορία της για κάθε τι που δε σηκώνει νοικοκυριό. Έχει απλώς αλλάξει κάθισμα, περνώντας από το ένα αμάξι στο άλλο, με τις αποσκευές στο χέρι και το καλλιτεχνικοφιλοσοφικό της πλεχτό. Πιστεύει πως έχει διατηρήσει έτσι πιο σίγουρα την ατομικότητά της. Μα ούτε ένα νήμα απ’ το πλεχτό της δε φανερώνει ατομικότητα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————
[1]. «Κράσναγια Γκαζέτα» –«Κόκκινη Εφημερίδα».
[2]. Χούλιγκαν –αλήτης, αλάνι.
[3]. «Αδελφοί Σεράπιον» –αυτή η ομάδα πήρε το όνομά της από το μοναχό Σεράπιον, πρόσωπο του Χόφμαν.
[4]. «Τολτσάκ» –παραφθορά του ονόματος του ναύαρχου Κολτσάκ που με τη βοήθεια του αγγλικού ιμπεριαλισμού πολέμησε εναντίον της επανάστασης και τουφεκίστηκε το 1920 από τους μπολσεβίκους.
[5]. «Γκβίου», «Γκλάβμπουμ», συντομογραφίες των διαφόρων υπηρεσιών του σοβιετικού κράτους (διεύθυνση των χαρτοβιομηχανιών, κλπ.,).
[6]. Γκαλλιφφέ (Γκαστόν, 1830 -1909) –γάλλος στρατηγός, γνωστός από τη σκληρότητα που έδειξε στην καταστολή της Κομμούνας.
[7]. «Οι Δώδεκα» –στίχοι από το ποίημα του Μπλοκ
[8]. Μάχνο –αρχηγός αναρχικών παρτιζάνων στην Επανάσταση και στον εμφύλιο πόλεμο.
[9]. Παπα-Γκαπόν –είταν επικεφαλής της μεγάλης εργατικής συγκέντρωσης μπροστά στο Χειμερινό ανάκτορο στην Πετρούπολη που έγινε στις 9 Γενάρη 1905 και πνίγηκε στο αίμα.
[10]. Χρουστάλεβ –δικηγόρος εξωκομματικός, που υπήρξε για λίγον καιρό πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης, πριν από τον Τρότσκι.
[11]. Αφξέντιεβ –εκπρόσωπος του Σοσιαλεπαναστατικού Κόμματος στο Σοβιέτ της Πετρούπολης το 1905. Υπουργός Εσωτερικών του Κερένσκι, πιάστηκε τον Ιούλη του 1917 με διαταγή του Τρότσκι.
[12]. Σιπόβνικ –Αγριοτριανταφυλλιά.
[13]. Νοουμενολογικό –από το νοούμενο, κείνο που γίνεται αντιληπτό μόνο με το νου, που είναι άρα υπεραισθητό, σ’ αντίθεση με το φαινόμενο, με κείνο που πέφτει στις αισθήσεις μας.