Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι> Λογοτεχνία και Επανάσταση_h


Λεόν Τρότσκι

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Προηγούμενο: Η Φορμαλιστική Ποιητική Σχολή και ο Μαρξισμός
Επόμενο: Η Πολιτική του Κόμματος στην Τέχνη


ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙ

ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ
ΚΑΙ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΤΕΧΝΗ

Κάθε κυρίαρχη τάξη δημιουργεί την κουλτούρα της και, κατά συνέπεια, την τέχνη της. Η ιστορία έχει γνωρίσει τη δουλοκτητική κουλτούρα της κλασικής αρχαιότητας και της Ανατολής, τη φεουδαλική κουλτούρα της μεσαιωνικής Ευρώπης, και την αστική κουλτούρα που εξουσιάζει σήμερα τον κόσμο. Απ’ αυτό φαίνεται να βγαίνει από μόνο του ότι το προλεταριάτο έχει κι αυτό να δημιουργήσει την κουλτούρα του και την τέχνη του.

Ωστόσο το ζήτημα δεν είναι καθόλου τόσο απλό όσο μπορεί να φαίνεται από πρώτη ματιά. Η κοινωνία όπου οι κάτοχοι δούλων αποτελούσαν την ιθύνουσα τάξη έζησε πάρα πολλούς αιώνες. Το ίδιο έγινε και με το φεουδαλισμό. Η αστική κουλτούρα, ακόμα κι αν δεν την χρονολογήσουμε από την πρώτη ανοιχτή και θορυβώδικη εκδήλωσή της, δηλαδή από την εποχή της Αναγέννησης, υπάρχει από πέντε αιώνες, μα δεν έφτασε στην πλήρη άνθησή της παρά στο 19ο αιώνα και για μεγαλύτερη ακρίβεια στο δεύτερο μισό του. Η ιστορία δείχνει ότι η διαμόρφωση μιας καινούργιας κουλτούρας γύρω από μια κυρίαρχη τάξη απαιτεί σημαντικό χρόνο και δε φτάνει στην πλήρη της πραγμάτωση παρά στην περίοδο που προηγείται από την πολιτική παρακμή αυτής της τάξης.

Το προλεταριάτο θά ’χει αρκετό χρόνο για να δημιουργήσει «προλεταριακή» κουλτούρα; Αντίθετα από το καθεστώς των δουλοκτητών, των φεουδαρχών και των αστών, το προλεταριάτο θεωρεί τη δικτατορία του σαν μια σύντομη μεταβατική περίοδο. Όταν θέλουμε να καταγγείλουμε τις πάρα πολύ αισιόδοξες αντιλήψεις για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, υπογραμμίζουμε ότι η περίοδος της κοινωνικής επανάστασης, σε παγκόσμια κλίμακα, δε θα κρατήσει μήνες μα χρόνια και δεκάχρονα· δεκάχρονα, μα όχι αιώνες κι ακόμα λιγότερο χιλιετηρίδες. Το προλεταριάτο μπορεί μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα να δημιουργήσει καινούργια κουλτούρα; Οι αμφιβολίες είναι τόσο πιο θεμιτές όσο τα χρόνια της κοινωνικής επανάστασης θα είναι χρόνια σκληρής ταξικής πάλης όπου οι καταστροφές θα πιάνουν μεγαλύτερη θέση από την καινούργια οικοδομική δραστηριότητα. Σε κάθε περίπτωση, η ενεργητικότητα του προλεταριάτου θα αναλωθεί κυρίως στην κατάκτηση της εξουσίας, στην περιφρούρησή της, στην ενίσχυσή της και στη χρησιμοποίησή της για τις πιο επείγουσες ανάγκες της ύπαρξης και της κατοπινής πάλης. Ωστόσο, ίσα-ίσα μέσα σ’ αυτή την επαναστατική περίοδο, που κλείνει μέσα σε τόσο στενά όρια τη δυνατότητα για μια σχεδιασμένη πολιτιστική οικοδόμηση, το προλεταριάτο θα φτάσει στην υψηλότερη ένταση και στην πιο ολοκληρωτική έκφραση του ταξικού του χαρακτήρα. Κι αντίστροφα, όσο περισσότερο το καινούργιο καθεστώς θα είναι εξασφαλισμένο από στρατιωτικές και πολιτικές ανατροπές και όσο πιο ευνοϊκοί θα γίνονται οι όροι για την πολιτιστική δημιουργία, τόσο περισσότερο τότε το προλεταριάτο θα διαλύεται μέσα στο σοσιαλιστικό κοινόβιο, θα απαλλάσσεται από τα ταξικά χαρακτηριστικά του, δηλαδή θα παύει να είναι προλεταριάτο. Με άλλα λόγια κατά την περίοδο της δικτατορίας δε μπορεί να γίνει λόγος για τη δημιουργία καινούργιας κουλτούρας, δηλαδή για την πλατύτερη ιστορική οικοδόμηση. Σ’ αντάλλαγμα, η πολιτιστική οικοδόμηση θα είναι χωρίς προηγούμενο στην ιστορία όταν η σιδερένια γροθιά της δικτατορίας δε θά ’ναι πια αναγκαία, δε θά ’χει πια χαρακτήρα ταξικό. Απ’ όπου πρέπει να συμπεράνουμε γενικά πως όχι μόνο δεν υπάρχει προλεταριακή κουλτούρα, μα και πως δε θα υπάρξει. Και να πούμε την αλήθεια δεν υπάρχει λόγος να λυπόμαστε γι’ αυτό. Το προλεταριάτο πήρε την εξουσία ίσα-ίσα για να ξεμπερδέψει μια για πάντα με την ταξική κουλτούρα και για ν’ ανοίξει το δρόμο σε μιαν ανθρώπινη κουλτούρα. Μοιάζουμε να το ξεχνάμε αυτό πάρα πολύ συχνά.

Τα συγχυσμένα λόγια για την προλεταριακή κουλτούρα, κατ’ αναλογία και αντίθεση με την αστική κουλτούρα, τρέφονται από μιαν εξομοίωση εξαιρετικά άκριτη ανάμεσα στα ιστορικά πεπρωμένα του προλεταριάτου και κείνα της μπουρζουαζίας. Η αγοραία μέθοδος, καθαρά φιλελεύθερη, των τυπικών ιστορικών αναλογιών, δεν έχει τίποτα το κοινό με το μαρξισμό. Δεν υπάρχει καμιά πραγματική αναλογία ανάμεσα στον ιστορικό κύκλο της μπουρζουαζίας και κείνον της εργατικής τάξης.

Η ανάπτυξη της αστικής κουλτούρας άρχισε πολλά χρόνια προτού η μπουρζουαζία, με μια σειρά επαναστάσεις, πάρει στα χέρια της την κρατική εξουσία. Όταν η μπουρζουαζία δεν είταν ακόμα παρά τρίτη τάξη, μισοστερημένη από δικαιώματα, έπαιζε κιόλας ένα μεγάλο ρόλο, που αύξαινε ολοένα, σ’ όλους τους τομείς της πολιτιστικής ανάπτυξης. Μπορεί να το αντιληφτεί κανείς αυτό με τρόπο εξαιρετικά καθαρό στην εξέλιξη της αρχιτεκτονικής. Οι γοτθικές εκκλησίες δε χτίστηκαν ξαφνικά, κάτω από την παρόρμηση μιας θρησκευτικής έμπνευσης. Η κατασκευή του καθεδρικού ναού της Κολωνίας, η αρχιτεκτονική του και η γλυπτική του, συνοψίζουν όλη την αρχιτεκτονική πείρα της ανθρωπότητας από την εποχή των σπηλαίων, και όλα τα στοιχεία αυτής της πείρας συντείνουν σ’ ένα καινούργιο ρυθμό που εκφράζει την κουλτούρα της εποχής του, δηλαδή σε τελευταία ανάλυση την κοινωνική διάρθρωση και τεχνική αυτής της εποχής. Η παλιά μπουρζουαζία της συντεχνίας και της γκίλντας υπήρξε ο αληθινός κατασκευαστής της γοτθικής τέχνης. Καθώς αναπτυσσότανε κ’ έπαιρνε δύναμη, δηλαδή πλούτιζε, η μπουρζουαζία ξεπέρασε συνειδητά και ενεργά τη γοτθική τέχνη κι άρχισε να δημιουργεί το δικό της αρχιτεκτονικό ρυθμό, όχι πια για τις εκκλησίες μα για τα μέγαρά της. Στηριγμένη πάνω στις κατακτήσεις του γοτθικού, στράφηκε προς την αρχαιότητα, ιδίως τη ρωμαϊκή, χρησιμοποίησε τη μαυριτανική αρχιτεκτονική, υπόταξε τα πάντα στους όρους και στις ανάγκες της καινούργιας ζωής των πόλεων και δημιούργησε την Αναγέννηση (Ιταλία, τέλος του πρώτου τέταρτου του 15ου αιώνα). Οι ειδικοί μπορούν να υπολογίσουνε, και υπολογίζουνε πραγματικά, τα στοιχεία που χρωστάει η Αναγέννηση στην Αρχαιότητα και κείνα που χρωστάει στη γοτθική τέχνη για να δουν από ποια μεριά γέρνει η ζυγαριά. Σε κάθε περίπτωση, η Αναγέννηση δεν αρχινάει προτού η καινούργια κοινωνική τάξη, ήδη πολιτιστικά χορτασμένη, νιώσει αρκετά δυνατή για να απαλλαγεί από το ζυγό του γοτθικού τόξου, για να θεωρήσει τη γοτθική τέχνη και ό,τι είχε προηγηθεί απ’ αυτή σαν υλικό, και για να υποτάξει τα τεχνικά στοιχεία του παρελθόντος στους αρχιτεκτονικούς της σκοπούς. Αυτό ισχύει όμοια για τις άλλες τέχνες, με τούτη τη διαφορά ότι λόγω της μεγαλύτερης ευλυγισίας τους, δηλαδή από το γεγονός ότι εξαρτιώνται λιγότερο από ωφελιμιστικούς σκοπούς κι από υλικά, οι «ελεύθερες» τέχνες δεν αποκαλύπτουν τη διαλεκτική της κυριαρχίας και της διαδοχής των στυλ με δύναμη τόσο πειστική.

Ανάμεσα, από το ένα μέρος, στην Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση, που είχαν για σκοπό να δημιουργήσουν όρους διανοητικής και πολιτικής ύπαρξης πιο ευνοϊκούς για τη μπουρζουαζία μέσα στη φεουδαλική κοινωνία, κι από το άλλο μέρος στην Επανάσταση, που μεταβίβασε την εξουσία στη μπουρζουαζία (στη Γαλλία), κύλησαν τρεις-τέσσερις αιώνες ανάπτυξης των υλικών και πνευματικών δυνάμεων της μπουρζουαζίας. Η εποχή της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης και των πολέμων που αυτή γέννησε κατέβασε πρόσκαιρα το υλικό επίπεδο της κουλτούρας. Έπειτα όμως το καπιταλιστικό καθεστώς στερεώθηκε σαν «φυσικό» και «αιώνιο»...

Έτσι, το θεμελιακό προτσέσο συσσώρευσης των στοιχείων της αστικής κουλτούρας και της αποκρυστάλλωσής τους σε ειδικό στυλ καθορίστηκε από τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της μπουρζουαζίας σαν τάξης κατέχουσας, εκμεταλλεύτριας: αυτή όχι μόνον αναπτύχθηκε υλικά στους κόλπους της φεουδαλικής κοινωνίας, που συνδέθηκε μαζί της με χίλιους τρόπους και τράβηξε κοντά της τον πλούτο, μα και πήρε με το μέρος της την ιντελλιγκέντσια δημιουργώντας πολιτιστικά σημεία στήριξης (σχολεία, πανεπιστήμια, ακαδημίες, εφημερίδες και περιοδικά) προτού κατακτήσει το κράτος ανοιχτά, επικεφαλής της τρίτης τάξης. Φτάνει να θυμίσουμε εδώ ότι η γερμανική μπουρζουαζία, με την ασύγκριτη τεχνική, φιλοσοφική, επιστημονική και καλλιτεχνική κουλτούρα της, άφησε την εξουσία στα χέρια μιας φεουδογραφειοκρατικής κάστας ως τα 1918, και δεν αποφάσισε, ή πιο σωστά δεν είδε υποχρεωμένο τον εαυτό της να πάρει απευθείας την εξουσία παρά μόνο όταν ο υλικός σκελετός της γερμανικής κουλτούρας άρχισε να γίνεται σκόνη.

Σ’ αυτό μπορεί να αντιτείνει κανείς: χρειάστηκαν χιλιετηρίδες για να δημιουργηθεί η τέχνη της δουλοκτητικής κοινωνίας, και μόνο μερικοί αιώνες για την αστική τέχνη. Γιατί λοιπόν δε θά ’φταναν μερικές δεκαετίες για την προλεταριακή τέχνη; Οι τεχνικές βάσεις της ζωής δεν είναι καθόλου οι ίδιες τώρα και κατά συνέπεια ο ρυθμός είναι όμοια πολύ διαφορετικός. Αυτή η αντίρρηση, που από πρώτη ματιά φαίνεται πολύ πειστική, περνάει στην πραγματικότητα πλάι από το ζήτημα.

Είναι βέβαιο ότι στην ανάπτυξη της καινούργιας κοινωνίας θά ’ρθει μια στιγμή όπου η οικονομία, η πολιτιστική οικοδόμηση, η τέχνη θα προικοδοτηθούν με τη μεγαλύτερη ελευθερία κίνησης, για να προχωρήσουν. Όσο για το ρυθμό αυτής της κίνησης δε μπορούμε για την ώρα παρά να τον ονειρευόμαστε. Σε μια κοινωνία που θά ’χει πετάξει από πάνω της τη στυφή, την αποκτηνωτική έγνια για τον επιούσιο, όπου τα κοινοβιακά εστιατόρια θα παρασκευάζουν κατ’ εκλογή για τον καθένα καλή, υγιεινή και ορεκτική τροφή, όπου τα δημόσια πλυντήρια θα πλένουν καθαρά για όλους, όπου τα παιδιά, όλα τα παιδιά, θα είναι καλοθρεμένα, δυνατά και χαρούμενα και θα απορροφούν τα βασικά στοιχεία της επιστήμης και της τέχνης όπως απορροφούν το λεύκωμα, τον αέρα και τη ζεστασιά του ήλιου, όπου ο ηλεκτρισμός και ο ασύρματος δε θα είναι σε πρωτόγονη κατάσταση όπως σήμερα, μα ανεξάντλητες πηγές συγκεντρωμένης ενέργειας που θ’ απαντούν στην πίεση ενός κουμπιού, όπου δε θα υπάρχουνε «χαραμοφάηδες», όπου ο απελευθερωμένος εγωισμός του ανθρώπου –δύναμη τεράστια!– θα κατευθύνεται ολοκληρωτικά προς τη γνώση, τη μεταμόρφωση και τη βελτίωση του κόσμου, σε μιαν τέτοια κοινωνία ή δυναμική της πολιτιστικής ανάπτυξης δε θά ’χει καμιά σύγκριση με ό,τι γνωρίσαμε στο παρελθόν. Όμως όλα αυτά δε θα γίνουν παρά ύστερα από μακριά και δύσκολη μεταβατική περίοδο, που είναι ακόμα σχεδόν ολόκληρη μπροστά μας. Και μιλάμε ίσα-ίσα εδώ γι’ αυτή τη μεταβατική περίοδο.

Η εποχή μας, η τωρινή εποχή, δεν είναι δυναμική; Είναι και στον υπέρτατο βαθμό. Μα ο δυναμισμός της συγκεντρώνεται στην πολιτική. Ο πόλεμος κ’ η επανάσταση έχουν δυναμισμό, μα στο μεγαλύτερο μέρος σε βάρος της τεχνικής και της κουλτούρας. Είναι αλήθεια πως ο πόλεμος έφερε μια μακριά σειρά από τεχνικές εφευρέσεις. Μα η γενική φτώχεια που προξένησε, ανάβαλε για μακριά περίοδο την πρακτική εφαρμογή αυτών των εφευρέσεων που μπορούσαν να φέρουν επανάσταση στην καθημερινή ζωή. Έτσι είναι τα πράγματα με τον ασύρματο, την αεροπορία και με πολλές χημικές ανακαλύψεις. Από το άλλο μέρος, η επανάσταση δημιουργεί τους όρους για μια καινούργια κοινωνία. Μα το κάνει αυτό με τις μέθοδες της παλιάς κοινωνίας, με την πάλη των τάξεων, τη βία, την καταστροφή και τον εκμηδενισμό. Αν η προλεταριακή επανάσταση δεν είχε έρθει, η ανθρωπότητα θα πνιγότανε μέσα στις ίδιες της τις αντιφάσεις. Η επανάσταση σώζει την κοινωνία και τον πολιτισμό, μα διαμέσου της πιο σκληρής χειρουργικής. Όλες οι δραστήριες δυνάμεις συγκεντρώνονται στην πολιτική, στην επαναστατική πάλη. Όλα τα άλλα απωθούνται σε δεύτερη πλάνο και κάθετι που εμποδίζει τσαλαπατιέται ανελέητα. Αυτό το προτσέσο έχει φυσικά τις επιμέρους πλημμυρίδες και αμπώτιδές του: ο πολεμικός κομμουνισμός έκανε τόπο στη Νεπ που, με τη σειρά της, περνάει από διάφορα στάδια. Μα στην ουσία της η δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι η οικονομική και πολιτιστική οργάνωση μιας καινούργιας κοινωνίας, είναι ένα στρατιωτικοεπαναστατικό καθεστώς που ο σκοπός του είναι να παλαίψει για την εγκαθίδρυση αυτής της κοινωνίας.

Δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα τοποθετήσει ενδεχόμενα το αποκορύφωμα της παλιάς κοινωνίας στις 2 Αυγούστου 1914, όταν η αποχαλινωμένη δύναμη της αστικής κουλτούρας βύθισε τον κόσμο στη φωτιά και το αίμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Η αρχή της καινούργιας ιστορίας της ανθρωπότητας θα χρονολογείται ενδεχόμενα από τις 7 Νοέμβρη 1917. Και είναι ενδεχόμενο οι βασικοί σταθμοί της ανέλιξης της ανθρωπότητας να διαιρεθούν πάνω-κάτω έτσι: προϊστορική «ιστορία» του πρωτόγονου ανθρώπου· ιστορία της αρχαιότητας που η ανάπτυξή της στηριζόταν στη δουλεία· Μεσαίωνας, βασισμένος πάνω στη δουλοπαροικία· καπιταλισμός με τη μισθωτή εκμετάλλευση και, τέλος, σοσιαλιστική κοινωνία με το πέρασμα, που θα γίνει, το ελπίζουμε, ανώδυνα, σε μια Κομμούνα όπου κάθε μορφή εξουσίας θα εξαφανιστεί. Σε κάθε περίπτωση, τα είκοσι τριάντα ή πενήντα χρόνια που θα κρατήσει η παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση, θα περάσουν στην ιστορία σαν η πιο επίπονη μετάβαση από σύστημα σε σύστημα, και με κανέναν τρόπο σαν ανεξάρτητη εποχή προλεταριακού πολιτισμού.

Στα τωρινά χρόνια ανάπαυλας, αυταπάτες μπορούν να γεννηθούν πάνω σ’ αυτό, στη σοβιετική δημοκρατία μας. Έχουμε θέσει τα πολιτιστικά ζητήματα στην ημερήσια διάταξη. Προβάλλοντας τις τωρινές μας έγνιες σ’ ένα απομακρυσμένο μέλλον, μπορούμε να φτάσουμε έτσι να φανταστούμε μιαν προλεταριακή κουλτούρα. Στην πραγματικότητα, όσο σημαντική και ζωτική κι αν μπορεί να είναι η πολιτιστική μας οικοδόμηση, αυτή τοποθετείται εξολοκλήρου κάτω από το σήμα της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας επανάστασης. Είμαστε πάντα στρατιώτες σε εκστρατεία. Έχουμε για την ώρα μια μέρα ανάπαψη, κι αυτή μας χρειάζεται για να πλύνουμε το πουκάμισό μας, να κόψουμε τα μαλλιά μας και πρώτ’ απ’ όλα για να καθαρίσουμε και να γρασάρουμε το τουφέκι μας. Ολόκληρη η τωρινή οικονομική και πολιτιστική δραστηριότητά μας δεν είναι τίποτα παραπάνω από κάποια τακτοποίηση του γυλιού μας, ανάμεσα σε δυο μάχες, δυο εκστρατείες. Οι αποφασιστικοί αγώνες είναι ακόμα μπροστά μας και το δίχως άλλο όχι πια πολύ μακρινοί. Οι μέρες που ζούμε δεν είναι ακόμα η εποχή μιας καινούργιας κουλτούρα, το πολύ-πολύ το κατώφλι αυτής της εποχής. Οφείλουμε κατά πρώτο λόγο να πάρουμε επίσημα στην κατοχή μας τα πιο σημαντικά στοιχεία της παλιάς κουλτούρας, έτσι που να μπορέσουμε τουλάχιστο ν’ ανοίξουμε το δρόμο σε μια καινούργια κουλτούρα.

Αυτό γίνεται ξεκάθαρο αν αντιμετωπίσει κανείς το πρόβλημα, όπως πρέπει να το κάνει, στη διεθνική του κλίμακα. Το προλεταριάτο είταν και μένει μη κατέχουσα τάξη. Ακριβώς γι’ αυτό η δυνατότητα που έχει να μυηθεί στα στοιχεία της αστικής κουλτούρας που έχουν περάσει για πάντα στην κληρονομιά της ανθρωπότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Με ορισμένη έννοια μπορεί να πει κανείς, είν’ αλήθεια, ότι το προλεταριάτο, τουλάχιστο το ευρωπαϊκό προλεταριάτο, είχε κι αυτό τη Μεταρρύθμισή του, κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όταν χωρίς να αποβλέπει ακόμα άμεσα στην κρατική εξουσία, κατάφερε να πετύχει νομικούς όρους πιο ευνοϊκούς στην ανάπτυξή του μέσα στο αστικό καθεστώς. Όμως, πρώτο, για την περίοδο της «Μεταρρύθμισης» της (κοινοβουλευτισμός και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις) που συμπέφτουν κυρίως με την περίοδο της Δεύτερης Διεθνούς, η ιστορία παραχώρησε στην εργατική τάξη πάνω - κάτω τόσες δεκαετίες όσους αιώνες στη μπουρζουαζία. Δεύτερο, σ’ αυτή την προπαρασκευαστική περίοδο το προλεταριάτο δεν έγινε καθόλου τάξη πλουσιότερη, δε συγκέντρωσε στα χέρια του καμιάν υλική δύναμη· αντίθετα, από κοινωνική και πολιτιστική άποψη, γινόταν ολοένα πιο απόκληρο. Η μπουρζουαζία έφτασε στην εξουσία ολοκληρωτικά οπλισμένη με την κουλτούρα του καιρού της. Το προλεταριάτο, από το άλλο μέρος, έρχεται στην εξουσία μόνο ολοκληρωτικά οπλισμένο με την επείγουσα ανάγκη να κατακτήσει την κουλτούρα. Αφού καταλάβει την εξουσία, το προλεταριάτο έχει για πρώτο καθήκον να πάρει στα χέρια του τον πολιτιστικό μηχανισμό που υπηρετούσε πρώτα άλλους και όχι αυτό –βιομηχανίες, σχολειά, εκδόσεις, τύπος, θέατρα κλπ.– και χάρη σ’ αυτό το μηχανισμό ν’ ανοίξει για τον εαυτό του το δρόμο της κουλτούρας.

Στη Ρωσία το έργο μας περιπλέκεται από τη φτώχεια ολάκερης της πολιτιστικής μας παράδοσης και από τις υλικές καταστροφές που οφείλονται στα γεγονότα των δέκα τελευταίων χρόνων. Ύστερα από την κατάκτηση της εξουσίας και σχεδόν εξάχρονη πάλη για τη διατήρησή της και την ενίσχυσή της, το προλεταριάτο μας αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει όλες τις δυνάμεις του για να δημιουργήσει τους πιο στοιχειώδεις υλικούς όρους ύπαρξης και να μυηθεί το ίδιο κυριολεκτικά στο αλφαβητάρι της κουλτούρας. Δεν είναι χωρίς λόγο που καθορίζουμε για χρέος μας να εξαφανίσουμε ολότελα τον αναλφαβητισμό ως τη δέκατη επέτειο της σοβιετικής εξουσίας.

Κάποιος θα αντιτείνει ίσως ότι δίνω στην έννοια προλεταριακή κουλτούρα πάρα πολύ πλατιά σημασία. Αν δε μπορεί να υπάρχει ολική προλεταριακή κουλτούρα, πλέρια αναπτυγμένη, η εργατική τάξη θα μπορούσε ωστόσο να καταφέρει να βάλει τη σφραγίδα της πάνω στην κουλτούρα προτού διαλυθεί μέσα στην κομμουνιστική κοινωνία. Μια αντίρρηση αυτού του είδους πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να θεωρηθεί σαν σοβαρή παρέκκλιση από τη θέση για την προλεταριακή κουλτούρα. Ότι το προλεταριάτο, κατά την εποχή της δικτατορίας του, οφείλει να σημαδέψει την κουλτούρα με τη σφραγίδα του, αυτό δε συζητιέται. Ωστόσο, από δω ως την προλεταριακή κουλτούρα είμαστε ακόμα πολύ μακριά, αν εννοεί κανείς μ’ αυτό ένα σύστημα αναπτυγμένο και εσωτερικά συνεκτικό γνώσης και δεξιότητας σ’ όλους τους τομείς της υλικής και πνευματικής δημιουργίας. Και μόνο το γεγονός ότι για πρώτη φορά δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι ξέρουν να διαβάζουν και να γράφουν και γνωρίζουν τις τέσσερις πράξεις της αριθμητικής θα αποτελέσει πολιτιστικό γεγονός, και της υψηλότερης σπουδαιότητας. Η καινούργια κουλτούρα, από ουσία, δε θά ’ναι αριστοκρατική, δε θα προορίζεται για μια προνομιούχα μειοψηφία, μα θά ’ναι κουλτούρα μαζική, καθολική, λαϊκή. Η ποσότητα θα μετατραπεί κ’ εδώ σε ποιότητα: το μεγάλωμα του μαζικού χαρακτήρα της κουλτούρας θ’ ανεβάσει το επίπεδό της και θα μεταβάλει τη φυσιογνωμία της. Αυτό το προτσέσο θα περάσει στο ξετύλιγμά του μέσα από μια σειρά ιστορικούς σταθμούς. Με κάθε επιτυχία σ’ αυτό το δρόμο, θα χαλαρώνουν οι εσώτεροι δεσμοί που κάνουν το προλεταριάτο τάξη, και κατά συνέπεια θα εξαφανίζεται το έδαφος για μιαν προλεταριακή κουλτούρα.

Και τα ανώτερα στρώματα της εργατικής τάξης; Η ιδεολογική της πρωτοπορία; Δε μπορεί να πει κανένας ότι μέσα σ’ αυτό τον κύκλο, όσο κι αν είναι στενός, παραβρισκόμαστε από τώρα μπροστά στην ανάπτυξη μιας προλεταριακής κουλτούρας; Δεν έχουμε σοσιαλιστική Ακαδημία; Κόκκινους καθηγητές; Ορισμένοι διαπράττουν το σφάλμα να θέτουν το ζήτημα μ’ αυτόν τον πολύ αφηρημένο τρόπο. Αντιλαμβάνονται τα πράγματα σα να μπορούσε να δημιουργηθεί μια προλεταριακή κουλτούρα με μέθοδες εργαστηριακές. Στην πραγματικότητα το βασικό φάδι της κουλτούρας βγαίνει από τις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις που υπάρχουν ανάμεσα στην ιντελλιγκέντσια της τάξης και την ίδια την τάξη. Η αστική κουλτούρα –τεχνική, πολιτική, φιλοσοφική και καλλιτεχνική– βγήκε από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στη μπουρζουαζία και τους εφευρέτες της, ηγήτορες της, στοχαστές και ποιητές. Ο αναγνώστης έφτιαχνε το συγγραφέα και ο συγγραφέας τον αναγνώστη. Αυτό ισχύει σε άπειρα μεγαλύτερο βαθμό για το προλεταριάτο, επειδή η οικονομία του, η πολιτική του και η κουλτούρα του δε μπορούν να χτιστούν παρά με τη δημιουργική πρωτοβουλία των μαζών. Για το άμεσο μέλλον, ωστόσο, το κύριο καθήκον της προλεταριακής ιντελλιγκέντσιας δε συνίσταται στην αφαίρεση μιας καινούργιας κουλτούρας –που λείπει ακόμα η βάση της– μα στην πιο συγκεκριμένη πολιτιστική εργασία: να βοηθήσει συστηματικά, σχεδιασμένα και σίγουρα κριτικά, τις καθυστερημένες μάζες να αφομοιώσουν τα απαραίτητα στοιχεία της ήδη υπάρχουσας κουλτούρας. Δε μπορείς να δημιουργήσεις ταξική κουλτούρα πίσω από τις πλάτες της τάξης. Ωστόσο, για να δημιουργήσεις αυτή την κουλτούρα σε συνεργασία με την τάξη, σε στενή συνάφεια με τη γενική ιστορική της ανάπτυξη, πρέπει... να χτίσεις το σοσιαλισμό, τουλάχιστο στις χοντρές του γραμμές. Σ’ αυτό το δρόμο τα ταξικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας όχι μόνο δε θα δυναμώνουν, μα, αντίθετα, θα περιορίζονται λίγο - λίγο ώσπου να φτάσουν στο μηδέν, σε ευθεία αναλογία με τις επιτυχίες της επανάστασης. Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι απελευθερωτική με τούτη την έννοια, ότι είναι ένα μέσο προσωρινό –πολύ προσωρινό– για να καθαρίσουμε το δρόμο και να βάλουμε τα θεμέλια μιας κοινωνίας δίχως τάξεις και μιας κουλτούρας βασισμένης πάνω στην αλληλεγγύη.

Για να εξηγήσουμε πιο συγκεκριμένα την ιδέα της «περιόδου πολιτιστικής οικοδόμησης» στην ανάπτυξη της εργατικής τάξης, ας εξετάσουμε την ιστορική διαδοχή όχι των τάξεων μα των γενεών. Να πεις ότι η μια παίρνει τη σειρά της άλλης –όταν η κοινωνία προοδεύει και όχι όταν είναι σε παρακμή– σημαίνει ότι καθεμιά τους προσθέτει το απόθεμά της σε ό,τι η κουλτούρα έχει συσσωρεύσει ως τότε. Προτού όμως μπορέσει να το κάνει αυτό, κάθε καινούργια γενιά οφείλει να περάσει από μια περίοδο μαθήτευσης. Οικειοποιείται την υπάρχουσα κουλτούρα και την μεταβάλλει με τον τρόπο της, κάνοντάς την λίγο - πολύ διαφορετική από κείνη της προηγούμενης γενιάς. Αυτή η οικειοποίηση δεν είναι ακόμα δημιουργική, δηλαδή δημιουργία νέων πολιτιστικών αξιών, μα μόνο προκαταρκτικός όρος για μια τέτοια δημιουργία.

Σε ορισμένο μέτρο αυτό μπορεί να εφαρμοστεί στη μοίρα των εργαζόμενων μαζών που υψώνονται στο επίπεδο της ιστορικής δημιουργίας. Χρειάζεται μόνο να προσθέσουμε πως προτού βγει από το στάδιο της πολιτιστικής μαθήτευσης, το προλεταριάτο θά ’χει πάψει να είναι προλεταριάτο. Ας θυμηθούμε ακόμα μια φορά πως το ανώτερο, αστικό, στρώμα της τρίτης τάξης έκανε τη μαθητεία του κάτω από τη στέγη της φεουδαλικής κοινωνίας· πως ακόμα στους κόλπους αυτής της κοινωνίας είχε ξεπεράσει, από πολιτιστική άποψη, τις παλιές ιθύνουσες κάστες και πως είχε γίνει ο κινητήρας της κουλτούρας προτού ανέβει στην εξουσία. Τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά με το προλεταριάτο γενικά και το ρωσικό προλεταριάτο ιδιαίτερα: αυτό αναγκάστηκε να πάρει την εξουσία προτού οικειοποιηθεί τα βασικά στοιχεία της αστικής κουλτούρας· αναγκάστηκε να ανατρέψει την αστική κοινωνία με την επαναστατική βία ίσα - ίσα γιατί αυτή η κοινωνία τού ’φραζε το δρόμο προς την κουλτούρα. Η εργατική τάξη προσπαθεί να μεταβάλει τον κρατικό της μηχανισμό σε ισχυρή αντλία για να καταπραΰνει την πολιτιστική δίψα των μαζών. Είναι ένα έργο τεράστιας ιστορικής σημασίας. Μα αν δε θέλουμε να χρησιμοποιούμε τις λέξεις στα ελαφρά, αυτό δεν είναι ακόμα μια ιδιαίτερη προλεταριακή κουλτούρα. «Κουλτούρα προλεταριακή», «τέχνη προλεταριακή» κλπ., πάνω - κάτω στις τρεις περιπτώσεις στις δέκα οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται σε μας δίχως κριτικό πνεύμα για να προσδιορίσουν την κουλτούρα και την τέχνη της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας· στις δυο περιπτώσεις στις δέκα, για να επισημάνουν το γεγονός ότι ξεχωριστές ομάδες του προλεταριάτου αποκτούν ορισμένα στοιχεία της προπρολεταριακής κουλτούρας· και τέλος στις πέντε περιπτώσεις στις δέκα πρόκειται για ένα συνονθύλευμα από ιδέες και όρους που δεν έχουν ούτε ουρά ούτε κεφάλι.

Να ένα πρόσφατο παράδειγμα –παρμένο ανάμεσα σε εκατό άλλα– χρήσης φανερά απρόσεκτης, σφαλερής και επικίνδυνης της έκφρασης «προλεταριακή κουλτούρα»: «Η οικονομική βάση και το σύστημα υπερδιαρθρώσεων που αντιστοιχεί σ’ αυτήν, γράφει ο σύντροφος Σίζοβ, αποτελεί το πολιτιστικό χαρακτηριστικό μιας εποχής (φεουδαλικής, αστικής, προλεταριακής)». Έτσι η προλεταριακή πολιτιστική εποχή τοποθετείται εδώ στο ίδιο επίπεδο με την αστική εποχή. Ωστόσο, κείνο που αποκαλείται εδώ προλεταριακή εποχή δεν είναι παρά το σύντομο πέρασμα από ένα κοινωνικό και πολιτιστικό καθεστώς σε ένα άλλο, από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Πριν από την εγκαθίδρυση του αστικού καθεστώτος προηγήθηκε όμοια μια μεταβατική εποχή, όμως αντίθετα με την αστική επανάσταση που προσπάθησε, όχι χωρίς επιτυχία, να διαιωνίσει την κυριαρχία της μπουρζουαζίας, η προλεταριακή επανάσταση έχει για σκοπό να εξαφανίσει την ύπαρξη του προλεταριάτου σαν τάξη σε χρονικό διάστημα όσο γίνεται πιο σύντομο. Αυτό το διάστημα εξαρτιέται άμεσα από τις επιτυχίες της επανάστασης. Δεν είναι εκπληκτικό ότι μπορεί κανείς να το ξεχνάει αυτό και να τοποθετεί την εποχή της προλεταριακής κουλτούρας στο ίδιο επίπεδο με την εποχή της φεουδαλικής ή αστικής κουλτούρας;

Αν είναι έτσι, τότε δεν έχουμε ούτε προλεταριακή επιστήμη; Δε μπορούμε να πούμε ότι η υλιστική αντίληψη της ιστορίας και η μαρξιστική κριτική της πολιτικής οικονομίας αποτελούν ανεκτίμητα επιστημονικά στοιχεία μιας προλεταριακής κουλτούρας; Δεν υπάρχει εδώ αντίφαση;

Σίγουρα, η υλιστική αντίληψη της ιστορίας και η θεωρία της αξίας έχουν τεράστια σπουδαιότητα, τόσο σαν ταξικό όπλο του προλεταριάτου όσο και για την επιστήμη γενικά. Μόνο το Κομμουνιστικό Μανιφέστο περιέχει περισσότερη αληθινή επιστήμη από ολόκληρες βιβλιοθήκες γεμάτες συλλογές, θεωρητικές σκέψεις και καθηγητικές πλαστογραφίες πάνω στη φιλοσοφία και την ιστορία. Μπορείς να πεις άλλο τόσο ότι ο μαρξισμός είναι προϊόν της προλεταριακής κουλτούρας; Και μπορούμε να πούμε ότι κιόλας χρησιμοποιούμε πραγματικά το μαρξισμό όχι μόνο στους πολιτικούς αγώνες μα και στα γενικά επιστημονικά προβλήματα;

Ο Μαρξ και ο Έγκελς προέρχονται από τις τάξεις της μικροαστικής δημοκρατίας και φυσικά διαμορφώθηκαν με την κουλτούρα της και όχι με μια προλεταριακή κουλτούρα. Αν δεν υπήρχε εργατική τάξη με τις απεργίες της, τους αγώνες της, τα βάσανά της και τα ξεσηκώματά της, δε θα υπήρχε ούτε επιστημονικός κομμουνισμός γιατί δε θα υπήρχε η ιστορική αναγκαιότητά του. Η θεωρία του κομμουνισμού οικοδομήθηκε εξολοκλήρου πάνω στη βάση της αστικής επιστημονικής και πολιτικής κουλτούρας, μ’ όλο που της κήρυξε έναν πόλεμο μέχρι θανάτου. Κάτω από τα χτυπήματα των καπιταλιστικών αντιφάσεων η καθολικευμένη σκέψη της αστικής δημοκρατίας υψώθηκε, με τους πιο τολμηρούς, τους πιο τίμιους και πιο οξυδερκείς εκπρόσωπούς της, ως τη μεγαλοφυή αυτοάρνηση, οπλισμένη με όλο το κριτικό οπλοστάσιο της αστικής επιστήμης. Τέτοια είναι η προέλευση του μαρξισμού.

Το προλεταριάτο βρήκε στο μαρξισμό τη μέθοδό του, μα όχι μονομιάς, και όχι ακόμα ολοκληρωτικά ως τα τώρα, κάθε άλλο. Σήμερα αυτή η μέθοδος υπηρετεί κυρίως, σχεδόν αποκλειστικά, πολιτικούς σκοπούς. Η μεθοδολογική ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού και η πλατιά εφαρμογή του στη γνώση ανήκει ακόμα εξολοκλήρου στο μέλλον. Μόνο σε μια σοσιαλιστική κοινωνία ο μαρξισμός θα πάψει να είναι αποκλειστικά όργανο πολιτικής πάλης για να γίνει μέθοδος επιστημονικής δημιουργίας, το βασικό στοιχείο και όργανο του πνευματικού πολιτισμού.

Ότι κάθε επιστήμη καθρεφτίζει λίγο-πολύ τις τάσεις της κυρίαρχης τάξης, αυτό είναι αδιαφιλονίκητο. Όσο πιο στενά μια επιστήμη προσκολλιέται στα πρακτικά καθήκοντα κυριαρχίας της φύσης (φυσική, χημεία, θετικές επιστήμες γενικά), τόσο μεγαλύτερη είναι η ανθρώπινη εισφορά της, έξω από ταξικούς υπολογισμούς. Όσο πιο βαθιά μια επιστήμη συνδέεται με τον κοινωνικό μηχανισμό της εκμετάλλευσης (πολιτική οικονομία) ή όσο πιο αφηρημένα γενικεύει την ανθρώπινη εμπειρία (όπως η ψυχολογία, όχι στην πειραματική και φυσιολογική της έννοια μα στη λεγόμενη «φιλοσοφική» της έννοια) τόσο πιο πολύ υποτάσσεται τότε στον ταξικό εγωισμό της μπουρζουαζίας και τόσο μικρότερη είναι η σπουδαιότητα της συμβολής της στο γενικό άθροισμα της ανθρώπινης γνώσης. Ο τομέας των πειραματικών επιστημών γνωρίζει με τη σειρά του διάφορους βαθμούς ακεραιότητας και επιστημονικής αντικειμενικότητας, σε συνάρτηση με το πλάτος των γενικεύσεων που έχουν γίνει. Κατά γενικό κανόνα οι αστικές τάσεις αναπτύσσονται πιο ελεύθερα στις υψηλές σφαίρες της μεθοδολογικής φιλοσοφίας, της «κοσμοαντίληψης». Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να καθαρίσουμε το οικοδόμημα της επιστήμης απ’ τα κάτω ως τα πάνω, ή, πιο σωστά, απ’ τα πάνω ως τα κάτω, γιατί πρέπει ν’ αρχίσουμε από τα πάνω πατώματα. Θά ’ταν ωστόσο απλοϊκό να σκεφτούμε ότι το προλεταριάτο, προτού εφαρμόσει στη σοσιαλιστική οικοδόμηση την κληρονομημένη επιστήμη της μπουρζουαζίας, πρέπει να την υποβάλει εξολοκλήρου σε κριτική αναθεώρηση. Θά ’τανε πάνω - κάτω το ίδιο σα να λέγαμε, μαζί με τους ουτοπιστές ηθικολόγους: προτού χτίσει μια καινούργια κοινωνία, το προλεταριάτο πρέπει ν’ ανέβει στο ύψος της κομμουνιστικής ηθικής. Στην πραγματικότητα το προλεταριάτο θα μεταμορφώσει ριζικά την ηθική, όσο και την τέχνη, μόνο αφού χτίσει τη νέα κοινωνία, έστω και σε κατάσταση προπλάσματος. Δεν πέφτουμε εδώ σ’ ένα φαύλο κύκλο; Πώς να φτιάξεις μια καινούργια κοινωνία με τη βοήθεια της παλιάς επιστήμης και της παλιάς ηθικής; Χρειάζεται εδώ λίγη διαλεκτική, από την ίδια κείνη διαλεκτική που σκορπάμε τώρα πλουσιοπάροχα στη λυρική ποίηση, στη διοίκηση, στη λαχανόσουπα και στο κουρκούτι. Για ν’ αρχίσει τη δουλειά της η προλεταριακή πρωτοπορία έχει απόλυτα ανάγκη από ορισμένα σημεία στήριξης, από ορισμένες επιστημονικές μέθοδες ικανές να απελευθερώσουν τη συνείδηση από τον ιδεολογικό ζυγό της μπουρζουαζίας· ως ένα μέρος τις κατέχει ήδη, ως ένα μέρος οφείλει ακόμα να τις αποκτήσει. Έχει ήδη δοκιμάσει τη βασική της μέθοδο σε πολλές μάχες και κάτω από τις πιο διαφορετικές συνθήκες. Από δω ως την προλεταριακή επιστήμη είμαστε ακόμα πολύ μακριά. Η επαναστατική τάξη δε μπορεί να διακόψει τον αγώνα της επειδή το κόμμα δεν έχει ακόμα αποφασίσει αν πρέπει να δεχτεί ή όχι την υπόθεση για τα ηλεκτρόνια και τα ιόντα, την ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόϋντ, τη γενετική, τις καινούργιες μαθηματικές ανακαλύψεις της σχετικότητας κλπ. Βέβαια, αφού κατακτήσει την εξουσία το προλεταριάτο θά ’χει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες για ν’ αφομοιώσει την επιστήμη και να την αναθεωρήσει. Μα και δω είναι πιο εύκολο να το λες παρά να το κάνεις. Το ζήτημα δεν είναι να αναβάλει το προλεταριάτο την οικοδόμηση του σοσιαλισμού ώσπου οι καινούργιοι σοφοί του, που πολλοί είναι ακόμα με κοντά παντελόνια, να ελέγξουν και να ξεκαθαρίσουν όλα τα όργανα και όλα τα μέσα της γνώσης. Πετώντας ό,τι το φανερά άχρηστο, σκάρτο, αντιδραστικό, το προλεταριάτο χρησιμοποιεί στους διάφορους τομείς του ανοικοδομητικού του έργου τις μέθοδες και τα πορίσματα της τωρινής επιστήμης, παίρνοντάς τες αναγκαστικά μαζί με το ποσοστό ταξικών, αντιδραστικών στοιχείων, που περιέχουν. Το πρακτικό αποτέλεσμα θα δικαιωθεί μέσα στο σύνολο, γιατί η πρακτική, υποβλημένη στον έλεγχο των σοσιαλιστικών σκοπών, θα ενεργεί βαθμιαία μιαν επαλήθευση και μιαν επιλογή της θεωρίας, των μεθόδων της και των συμπερασμάτων της. Στο μεταξύ θά ’χουν μεγαλώσει σοφοί διαπαιδαγωγημένοι μέσα στις καινούργιες συνθήκες. Με κάθε τρόπο, το προλεταριάτο θα πρέπει να φέρει το έργο του της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σ’ ένα αρκετά υψηλό επίπεδο, δηλαδή ως την πραγματική ικανοποίηση των υλικών και πολιτιστικών αναγκών της κοινωνίας, προτού μπορέσει να αναλάβει το γενικό καθάρισμα της επιστήμης, από τα πάνω ως τα κάτω. Δε θέλω τίποτα να πω μ’ αυτό εναντίον της κριτικής μαρξιστικής εργασίας που πολυάριθμοι μικροί κύκλοι και σεμινάρια προσπαθούν να φέρουν σε πέρας σε διάφορους τομείς. Αυτή η εργασία είναι αναγκαία και καρποφόρα. Πρέπει να επεκταθεί και να βαθύνει με όλους του τρόπους. Πρέπει να διατηρήσουμε ωστόσο τη μαρξιστική αίσθηση του μέτρου για να εκτιμήσουμε το ειδικό βάρος που έχουν σήμερα αυτά τα πειράματα κι αυτές οι απόπειρες σε σχέση με τη γενική έκταση της ιστορικής μας εργασίας.

Τα όσα είπαμε προηγούμενα αποκλείουνε τη δυνατότητα να δούμε να ξεπροβάλουν από τις γραμμές του προλεταριάτου, ενώ είμαστε ακόμα σε περίοδο επαναστατικής δικτατορίας, επιφανείς επιστήμονες, εφευρέτες, δραματουργοί και ποιητές; Καθόλου. Θά ’ταν όμως μεγάλη ελαφρότητα να δόσουμε το όνομα προλεταριακή κουλτούρα ακόμα και στις πιο έγκυρες πραγματώσεις ατομικών εκπρόσωπων της εργατικής τάξης. Η έννοια κουλτούρα δεν πρέπει να μετατραπεί σε νόμισμα ατομικής χρήσης και δε μπορείς να ορίσεις την πρόοδο της κουλτούρας μιας τάξης σύμφωνα με τα προλεταριακά διαβατήρια αυτών ή εκείνων των εφευρετών και ποιητών. Η κουλτούρα είναι το οργανικό άθροισμα γνώσης και δεξιότητας που χαρακτηρίζει όλη την κοινωνία, ή τουλάχιστο την κυρίαρχη τάξη της. Αγκαλιάζει και διαπερνάει όλους τους τομείς της ανθρώπινης δημιουργίας και τους ενώνει σ’ ένα σύστημα. Οι ατομικές πραγματώσεις υψώνονται πάνω απ’ αυτή τη στάθμη και την ανεβάζουν βαθμιαία.

Αυτή η οργανική σχέση υπάρχει ανάμεσα στη σημερινή προλεταριακή ποίησή μας και την πολιτιστική δραστηριότητα της εργατικής τάξης στο σύνολό της; Είναι πολύ φανερό πως όχι. Ατομικά ή σε ομάδες, εργάτες εισάγονται στα μυστήρια της τέχνης που δημιουργήθηκε από την αστική ιντελλιγκέντσια και μεταχειρίζονται την τεχνική της, για την ώρα με τρόπο αρκετά εκλεκτικό. Αυτό γίνεται με το σκοπό να δόσουν έκφραση στο δικό τους εσώτερο κόσμο, τον προλεταριακό; Σίγουρα όχι, κάθε άλλο. Από το έργο των προλεταριακών ποιητών λείπει αυτή η οργανική ιδιότητα που δε μπορεί παρά να προέρχεται από έναν εσώτερο σύνδεσμο ανάμεσα στην τέχνη και την ανάπτυξη της κουλτούρας γενικά. Είναι έργα λογοτεχνικά από προλετάριους προικισμένους με ταλέντο, δεν είναι προλεταριακή λογοτεχνία. Είναι, ωστόσο, μια από τις πηγές της;

Φυσικά, στην εργασία της τωρινής γενιάς βρίσκονται αρκετά σπέρματα, ρίζες, πηγές όπου κάποιος αυριανός ερευνητής, επιμελής και φιλόπονος, θα ανατρέξει ξεκινώντας από τους διάφορους τομείς της κουλτούρας του μέλλοντος, το ίδιο όπως οι τωρινοί ιστορικοί της τέχνης ανατρέχουν από το θέατρο του Ίψεν στα θρησκευτικά μυστήρια, ή από τον εμπρεσσιονισμό και τον κυβισμό στη ζωγραφική των μοναχών. Στην οικονομία της τέχνης όπως και στην οικονομίας της φύσης τίποτα δε χάνεται και τα πάντα συνδέονται. Όμως πραγματικά, συγκεκριμένα, στη ζωή, η τωρινή παραγωγή των ποιητών που έχουν βγει απ’ το προλεταριάτο είναι ακόμα μακριά από του να αναπτύσσεται στο ίδιο επίπεδο με το προτσέσο που προετοιμάζει τους όρους της μελλοντικής σοσιαλιστικής κουλτούρας, δηλαδή το προτσέσο ανύψωσης των μαζών.

Ο σύντροφος Ντουμποβσκόϊ πολύ λύπησε και φαίνεται όρθωσε εναντίον του μιαν ομάδα προλεταριακούς ποιητές μ’ ένα άρθρο του όπου, πλάϊ σε ιδέες κατά τη γνώμη μου συζητήσιμες, διατύπωσε μια σειρά από αλήθειες, βέβαια κάπως πικρές, μα στην ουσία τους αδιαφιλονίκητες[1]. Ο σύντροφος Ντουμποβσκόϊ φτάνει σε τούτο το συμπέρασμα ότι η προλεταριακή ποίηση δε βρίσκεται στην ομάδα «Κουζνίτσα», μα στις εργοστασιακές εφημερίδες του τοίχου με τους ανώνυμους συντάκτες τους. Υπάρχει εδώ μια σωστή ιδέα, αν και εκφράζεται με τρόπο παράδοξο. Θα μπορούσε να πει κανείς με άλλο τόσο δίκιο ότι οι προλετάριοι Σαίξπηρ και Γκαίτε πηγαίνουν αυτή τη στιγμή ξυπόλητοι σε κάποιο δημοτικό σχολείο. Είναι αδιαφιλονίκητο ότι η τέχνη των εργοστασιακών ποιητών είναι πολύ πιο οργανικά δεμένη με τη ζωή, τις καθημερινές έγνιες και τα ενδιαφέροντα της εργατικής μάζας. Μα δεν είναι αυτό προλεταριακή λογοτεχνία. Είναι μόνο η γραφτή έκφραση του μοριακού προτσέσου πολιτιστικής ανύψωσης του προλεταριάτου. Εξηγήσαμε ήδη πιο πάνω πως δεν είναι το ίδιο πράγμα. Οι εργάτες ανταποκριτές των εφημερίδων, οι τοπικοί ποιητές, οι κριτικοί, εκπληρώνουν μεγάλο πολιτιστικό έργο, που ξεχερσώνει το χωράφι και το προετοιμάζει για τις μελλοντικές σπορές. Μα η ποθητή πολιτιστική και καλλιτεχνική συγκομιδή θα είναι –ευτυχώς!– σοσιαλιστική και όχι «προλεταριακή».

Ο σύντροφος Πλέτνεβ, σ’ ένα ενδιαφέρον άρθρο[2] για «τους δρόμους της προλεταριακής ποίησης», εκφράζει την ιδέα ότι τα έργα των προλεταριακών ποιητών, ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική τους αξία, είναι κιόλας σημαντικά από το γεγονός του άμεσου δεσμού τους με τη ζωή της τάξης. Ξεκινώντας από παραδείγματα προλεταριακής ποίησης, ο σύντροφος Πλέτνεβ δείχνει με τρόπο αρκετά πειστικό τις αλλαγές στην ψυχική κατάσταση των προλεταριακών ποιητών, σε σχέση με το γενικό ξετύλιγμα της ζωής και των αγώνων του προλεταριάτου. Μ’ αυτό ο σύντροφος Πλέτνεβ αποδείχνει ότι τα προϊόντα της προλεταριακής ποίησης –όχι όλα, μα πολλά– είναι σπουδαία ντοκουμέντα της ιστορίας της κουλτούρας. Αυτό δεν πάει να πει ότι είναι καλλιτεχνικά ντοκουμέντα. «Το δέχομαι ότι αυτά τα ποιήματα είναι αδύναμα, με απαρχαιωμένη μορφή, γεμάτα λάθη», γράφει ο Πλέτνεβ για έναν εργάτη ποιητή που υψώθηκε από τα θρησκευτικά αισθήματα ως το αγωνιστικό επαναστατικό πνεύμα, «όμως δε σημαδεύουν το δρόμο της προόδου για τον προλεταριακό ποιητή;». Το δίχως άλλο: ακόμα και αδύναμοι, ακόμα και άχρωμοι, ακόμα και γεμάτοι λάθη, οι στίχοι μπορούν να σημαδέψουν το δρόμο της πολιτικής προόδου ενός ποιητή και μιας τάξης και νά ’χουν τεράστια σημασία σαν πολιτιστικό σύμπτωμα. Ωστόσο ποιήματα αδύναμα, και ακόμα περισσότερο ποιήματα που προδίνουν την άγνοια του ποιητή, δεν είναι προλεταριακή ποίηση, επειδή, απλούστατα, δεν είναι ποίηση. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι, παραλληλίζοντας την πολιτική εξέλιξη των εργατών ποιητών και την επαναστατική πρόοδο της εργατικής τάξης, ο σύντροφος Πλέτνεβ διαπιστώνει πολύ σωστά ότι από μερικά χρόνια, και κυρίως από την αρχή της Νεπ, οι συγγραφείς αποσπώνται από την εργατική τάξη. Ο σύντροφος Πλέτνεβ εξηγεί την «κρίση της προλεταριακής ποίησης» –που συνοδεύεται από μια τάση στο φορμαλισμό και στο... φιλισταϊσμό– με την ανεπάρκεια της πολιτικής διαμόρφωσης των ποιητών και τη λίγη προσοχή που τους δίνει το κόμμα. Απ’ αυτό προκύπτει, λέει ο Πλέτνεβ, ότι οι ποιητές «δεν αντιστάθηκαν στην κολοσσιαία πίεση της αστικής ιδεολογίας και ενδόσανε σ’ αυτήν ή πάνε να ενδόσουν». Αυτή η εξήγηση είναι ολότελα λειψή. Ποια «κολοσσιαία πίεση της αστικής ιδεολογίας» μπορεί να υπάρχει σε μας; Δεν πρέπει να υπερβάλουμε τα πράματα. Δε θα συζητήσουμε για τον αν το κόμμα θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για την προλεταριακή ποίηση, ή όχι. Αυτό δε φτάνει για να εξηγήσουμε την έλειψη δύναμης αντίστασης αυτής της ποίησης, το ίδιο όπως αυτή η έλειψη δεν αναπληρώνεται με βίαιες «ταξικές» χειρονομίες (στο στυλ του μανιφέστου της «Κουζνίτσα»). Το βάθος του ζητήματος είναι ότι στην προεπαναστατική περίοδο και στην πρώτη περίοδο της επανάστασης οι προλεταριακοί ποιητές θεωρούσαν τη στιχουργία όχι σαν τέχνη που έχει τους δικούς της νόμους, μα σαν ένα μέσο να παραπονεθούνε για τη θλιβερή τους μοίρα ή να εκθέσουν τα επαναστατικά τους αισθήματα. Οι προλεταριακοί ποιητές πλησίασαν την ποίηση σαν τέχνη και μαστοριά μόνο τα τελευταία αυτά χρόνια αφού χαλαρώθηκε η ένταση του εμφύλιου πολέμου. Φάνηκε μονομιάς ότι στη σφαίρα της τέχνης το προλεταριάτο δεν είχε ακόμα δημιουργήσει πολιτιστικό περιβάλλον, ενώ η αστική ιντελλιγκέντσια έχει το δικό της, καλό ή κακό. Το ουσιαστικό γεγονός εδώ δεν είναι ότι το κόμμα, ή οι ηγήτορές του «δε βοήθησαν αρκετά», μα ότι οι μάζες δεν είταν καλλιτεχνικά προετοιμασμένες. Και η τέχνη, όπως η επιστήμη, απαιτεί προπαρασκευή. Το προλεταριάτο μας κατέχει την πολιτική του κουλτούρα –σε αρκετό μέτρο για να εξασφαλίσει τη δικτατορία του– μα δεν έχει καλλιτεχνική κουλτούρα. Όσο οι προλεταριακοί ποιητές βάδιζαν στις γραμμές των κοινών μαχητικών σχηματισμών, οι στίχοι τους, όπως τό ’χουμε κιόλας πει, διατηρούσαν την αξία επαναστατικών ντοκουμέντων. Όταν χρειάστηκε ν’ αντιμετωπίσουν ζητήματα μαστοριάς και τέχνης, άρχισαν, θεληματικά ή όχι, να αναζητούν ένα καινούργιο περιβάλλον. Δεν υπάρχει λοιπόν απλώς εδώ έλειψη προσοχής, μα βαθύτερος ιστορικός προσδιορισμός. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι οι εργάτες ποιητές που μπήκανε σ’ αυτή την περίοδο κρίσης έχουν οριστικά χαθεί για το προλεταριάτο. Ελπίζουμε ότι μερικοί απ’ αυτούς τουλάχιστο θα βγουν απ’ αυτή την κρίση δυναμωμένοι. Ακόμα μια φορά, αυτό δεν πάει να πει ότι οι ομάδες των σημερινών εργατών ποιητών είναι προορισμένες να βάλουν τα ατράνταχτα θεμέλια μιας καινούργιας και μεγάλης ποίησης. Σύμφωνα με κάθε πιθανότητα αυτό θα είναι το κληροδότημα των μελλοντικών γενεών, που θά ’χουν κι αυτές να περάσουν τις κρίσιμες περίοδές τους, γιατί θά ’χουμε ακόμα για καιρό πολλές παρεκκλίσεις ομάδων και κύκλων, πολλές ταλαντεύσεις και πλάνες ιδεολογικές και πολιτιστικές, που η βαθιά αιτία τους έγκειται στην πολιτιστική ανωριμότητα της εργατικής τάξης.

Μόνη η εκμάθηση της τεχνικής του λόγου είναι σταθμός απαραίτητος κι αυτό απαιτεί χρόνο. Η τεχνική ξεχωρίζει με τον πιο έκδηλο τρόπο σε κείνους που δεν την κατέχουν. Μπορεί να πει κανείς δικαιωματικά για πολλούς νεαρούς προλεταριακούς ποιητές πως δεν είναι αυτοί που εξουσιάζουν την τεχνική, μα πως είναι η τεχνική που τους εξουσιάζει. Για ορισμένους, τους πιο προικισμένους, αυτό δεν είναι παρά μια κρίση ανάπτυξης. Όσο για κείνους που δε θα μπορέσουν να γίνουν κύριοι της τεχνικής, θα εμφανίζονται πάντα σαν «τεχνητοί», μιμητές κι ακόμα σαν παλιάτσοι. Θά ’τανε τερατωδία να συμπεράνουμε απ’ αυτό πως οι εργάτες δεν έχουν ανάγκη από την τεχνική της αστικής τέχνης. Ωστόσο πολλοί πέφτουν σ’ αυτή την πλάνη. «Δόστε μας, λένε, κάτι που νά ’ναι δικό μας, ακόμα και κακοφτιαγμένο, μα νά ’ναι για μας». Αυτό είναι ψεύτικο και απατηλό. Τέχνη κακοφτιαγμένη δεν είναι τέχνη και κατά συνέπεια οι εργαζόμενοι δεν την χρειάζονται. Ο κομφορμιστής του «κακοφτιαγμένου», που κλείνει μέσα του, στο βάθος, μια γερή δόση περιφρόνησης για τις μάζες, είναι πολύ σπουδαίος για κείνο το ξεχωριστό είδος πολιτικάντηδων που τρέφουν οργανική δυσπιστία στη δύναμη της εργατικής τάξης μα την κολακεύουν και την δοξολογάνε όταν «όλα πάνε καλά». Πίσω από τους δημαγωγούς, οι ειλικρινείς αθώοι επαναλαβαίνουν αυτή τη φόρμουλα ψευτοπρολεταριακής απλοποίησης. Αυτό δεν είναι μαρξισμός, μα αντιδραστικός λαϊκισμός πασπαλισμένος με «προλεταριακή» ιδεολογία. Η τέχνη που προορίζεται για το προλεταριάτο δε μπορεί να είναι τέχνη δεύτερης ποιότητας. Πρέπει να μάθουμε, σε πείσμα του γεγονότος ότι οι «σπουδές» –που γίνονται αναγκαστικά πλάϊ στον εχθρό– περικλείνουν κάποιον κίνδυνο. Πρέπει να μάθουμε, και η σπουδαιότητα οργανώσεων όπως, λόγου χάρη, το Πρόλετκουλτ, πρέπει να μετριέται όχι με την ταχύτητα με την οποία δημιουργούν καινούργια λογοτεχνία, μα με τη συμβολή που παρέχουν στο ανέβασμα του λογοτεχνικού επίπεδου της εργατικής τάξης, αρχίζοντας από τα ανώτερα στρώματά της.

Όροι όπως «προλεταριακή λογοτεχνία» και «προλεταριακή κουλτούρα» είναι επικίνδυνοι για το γεγονός ότι συμπιέζουν τεχνητά το πολιτιστικό μέλλον μέσα στο στενό πλαίσιο του παρόντος, ψευτίζουν τις προοπτικές, παραβιάζουν τις αναλογίες, εκφυλίζουν τα κριτήρια και καλλιεργούν με τρόπο πολύ επικίνδυνο την ξιπασιά των μικρών κύκλων.

Αν απορρίψουμε τον όρο «προλεταριακή» κουλτούρα, τι να κάνουμε τότε με το... «Πρόλετκουλτ»; Ας συμφωνήσουμε λοιπόν ότι «πρόλετκουλτ» σημαίνει «πολιτιστική δράση του προλεταριάτου», δηλαδή μανιασμένη πάλη για το ανέβασμα του πολιτιστικού επιπέδου της εργατικής τάξης. Στ’ αλήθεια, η σπουδαιότητα του Πρόλετκουλτ δεν πρόκειται να λιγοστέψει ούτε κατά ένα γιώτα μ’ αυτή την ερμηνεία.

*

Στην προγραμματική τους διακήρυξη, που έχουμε ήδη αναφέρει παρεκβατικά, οι προλεταριακοί ποιητές της «Κουζνίτσα» διαλαλούν ότι «το στυλ είναι η τάξη» κι ότι, κατά συνέπεια, συγγραφείς άλλης κοινωνικής προέλευσης δε μπορούν να δημιουργήσουν καλλιτεχνικό στυλ που ν’ ανταποκρίνεται στη φύση του προλεταριάτου. Απ’ αυτό φαίνεται να βγαίνει από μόνο του ότι η ομάδα «Κουζνίτσα», που είναι προλεταριακή από τη σύνθεσή της μαζί και την τάση της, δημιουργεί ακριβώς προλεταριακή τέχνη.

«Το στυλ είναι η τάξη». Ωστόσο το στυλ δε γεννιέται μαζί με την τάξη. Η τάξη βρίσκει το στυλ της μέσα από δρόμους εξαιρετικά πολύπλοκους. Πόσο το πράγμα θά ’ταν απλό αν ένας συγγραφέας μπορούσε, απλώς γιατί είναι προλετάριος πιστός στην τάξη του, να σταθεί στο τρίστρατο και να φωνάξει: «Εγώ είμαι το στυλ του προλεταριάτου»!

«Το στυλ είναι η τάξη», όχι μόνο στην τέχνη, μα προπαντός στην πολιτική. Και η πολιτική είναι ο μόνος τομέας όπου το προλεταριάτο έχει δημιουργήσει πραγματικά το δικό του στυλ. Πως; Καθόλου με τον απλό αυτό συλλογισμό: κάθε τάξη έχει το στυλ της, το προλεταριάτο είναι τάξη, αυτό επιφορτίζει λοιπόν την άλφα ή βήτα προλεταριακή ομάδα να διατυπώσει το πολιτικό του στυλ. Όχι, ο δρόμος είναι πολύ πιο πολύπλοκος. Η επεξεργασία της προλεταριακής πολιτικής περνάει μέσα από τις οικονομικές απεργίες, μέσα από την πάλη για το δικαίωμα οργάνωσης, από τους άγγλους και γάλλους ουτοπιστές, από τη συμμετοχή των εργατών στους επαναστατικούς αγώνες κάτω από τη διεύθυνση της αστικής δημοκρατίας, από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, από τη δημιουργία της σοσιαλδημοκρατίας που ωστόσο, στο κύλισμα των γεγονότων, υποτάχθηκε στο «στυλ» άλλων τάξεων, από το σχίσμα της σοσιαλδημοκρατίας και την αποχώρηση των κομμουνιστών, από την πάλη των κομμουνιστών για το ενιαίο μέτωπο, και από μια σειρά σταθμούς που είναι ακόμα μπροστά μας. Ό,τι απομένει σε ενεργητικότητα στο προλεταριάτο, αφού αντιμετωπίζει τις στοιχειώδεις απαιτήσεις της ζωής, έχει πάει και πηγαίνει στην επεξεργασία αυτού του πολιτικού «στυλ». Ενώ η ιστορική άνοδος της μπουρζουαζίας έγινε με σχετική ισομέρεια σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, καθώς η μπουρζουαζία πλούτιζε, οργανώνονταν, διαμορφώνονταν φιλοσοφικά και αισθητικά και συσσώρευε τις συνήθειες της κυριαρχίας, για το προλεταριάτο, σαν τάξη οικονομικά απόκληρη, όλο το προτσέσο αυτοκαθορισμού παίρνει πολιτικοεπαναστατικό χαρακτήρα έντονα μονόπλευρο, που βρίσκει την υψηλότερη έκφρασή του στο κομμουνιστικό κόμμα.

Αν ήθελε κανείς να παραβάλει την καλλιτεχνική άνοδο του προλεταριάτου με την πολιτική του άνοδο θά ’πρεπε να πει πως στον τομέα της τέχνης βρισκόμαστε τώρα πάνω - κάτω στην περίοδο όπου τα πρώτα κινήματα, τα ακόμα ανίσχυρα, των μαζών συμπέφτανε με τις προσπάθειες της ιντελλιγκέντσιας και μερικών εργατών για να φτιάξουνε ουτοπικά συστήματα. Ευχόμαστε ολόψυχα στους ποιητές της «Κουζνίτσα» να προσφέρουν τη συμβολή τους για τη δημιουργία της τέχνης του μέλλοντος που θα είναι, αν όχι προλεταριακή, τουλάχιστο σοσιαλιστική. Όμως στο τωρινό στάδιο, το εξαιρετικά πρωτόγονο, αυτού του προτσέσου, θά ’τανε λάθος ασυγχώρητο να παραχωρήσουμε στην «Κουζνίτσα» το μονοπώλιο της έκφρασης του «προλεταριακού στυλ». Η δράση της «Κουζνίτσα» σε σχέση με το προλεταριάτο τοποθετείται, βασικά, στο ίδιο επίπεδο με κείνη του «Λεφ», του «Κρούγκ»[3] και άλλων ομάδων που προσπαθούν να δόσουν καλλιτεχνική έκφραση στην επανάσταση. Με κάθε εντιμότητα, δε γνωρίζουμε ποια απ’ αυτές τις συμβολές θα αποκαλυφτεί η πιο σημαντική. Σε πολλούς προλεταριακούς ποιητές η επίδραση του φουτουρισμού, λόγου χάρη, είναι αναμφισβήτητη. Το μεγάλο ταλέντο του Κάζιν είναι διαποτισμένο από στοιχεία της φουτουριστικής τεχνικής. Ο Μπεζιμένσκι θά ’ταν ανύπαρκτος χωρίς το Μαγιακόβσκι, και ο Μπεζιμένσκι είναι μια ελπίδα.

Η διακήρυξη της «Κουζνίτσα» ζωγραφίζει την τωρινή κατάσταση στον τομέα της τέχνης με πινελιές εξαιρετικά σκοτεινές και κατήγορες: «Η Νεπ, σαν σταθμός της επανάστασης, εμφανίστηκε μέσα στην ατμόσφαιρα μιας τέχνης που μοιάζει με επιτηδειότητες γορίλλα». «Για όλα αυτά παραχωρούνται χρηματικά μέσα... Δεν υπάρχουν πια Μιελίνσκι. Πάνω απ’ την έρημο της τέχνης, το σούρουπο... Αλλά εμείς υψώνουμε τη φωνή μας και ορθώνουμε την κόκκινη σημαία...» κλπ. Για την προλεταριακή τέχνη μιλάνε με λόγια εξαιρετικά εμφαντικά, ακόμα και μεγαλόστομα, ως ένα μέρος σαν τέχνη του μέλλοντος κι ως ένα μέρος σαν τέχνη του παρόντος. «Η εργατική τάξη, μονολιθική, δημιουργεί μια τέχνη αποκλειστικά κατ’ εικόνα και ομοίωσή της. Η ιδιαίτερη γλώσσα της, με την ποικίλη ηχητικότητά της, ανώτερη σε χρώματα, πλούσια σε εικόνες, ευνοεί, με την απλότητά της, τη λαγαράδα της και την ακρίβειά της, τη δύναμη ενός μεγάλου στυλ». Αν είναι έτσι τα πράγματα, από πού τότε η έρημος της τέχνης, και γιατί από πάνω της, ίσα - ίσα, το σούρουπο; Αυτή η ολοφάνερη αντίφαση δε μπορεί νά ’χει παρά μιαν εξήγηση: στην τέχνη που προστατεύεται από τη σοβιετική κυβέρνηση και που είναι μια έρημος κατακλυσμένη από το σούρουπο, οι συντάκτες της διακήρυξης αντιτάσσουν μια τέχνη προλεταριακή «μεγάλου στυλ», που, ωστόσο, δεν απολαβαίνει την απαιτούμενη εκτίμηση γιατί «δεν υπάρχουνε Μπιελίνσκι» και γιατί στη θέση των Μπιελίνσκι υπάρχουν μερικοί «σύντροφοι δημοσιολόγοι βγαλμένοι από τις γραμμές μας και συνηθισμένοι να κρατάνε πάντα τα ηνία». Με κίνδυνο να περιληφθώ ο ίδιος στο Τάγμα των Ηνίων, πρέπει να πω, ωστόσο, ότι η διακήρυξη της «Κουζνίτσα» είναι διαποτισμένη πολύ περισσότερο από φατριαστική ξιπασιά παρά από ταξικό μεσσιανικό πνεύμα. Η «Κουζνίτσα» μιλάει για τον εαυτό της σαν για τον αποκλειστικό φορέα της επαναστατικής τέχνης ακριβώς με τα ίδια λόγια όπως οι φουτουριστές, οι εικονιστές, οι «Αδελφοί Σεράπιον» και άλλοι. Πού είναι, σύντροφοι, αυτή η «τέχνη μεγάλου πλάτους, μεγάλου στυλ, αυτή η μνημειακή τέχνη»; Πού; Ό,τι κι αν σκέφτεται κανείς για το έργο του άλφα ή βήτα ποιητή προλεταριακής προέλευσης –και κείνο που χρειάζεται εδώ, σίγουρα, είναι μια προσεκτική κριτική εργασία, εξατομικευμένη– δεν υπάρχει προλεταριακή τέχνη. Δεν είναι αλήθεια ότι υπάρχει προλεταριακό στυλ, κι ακόμα περισσότερο μεγάλου πλάτους, μνημειακό. Πού να είναι; Σε τί; Οι προλετάριοι ποιητές κάνουν τη μαθητεία τους και, χωρίς καν να καταφύγει κανείς στις μικροσκοπιακές μέθοδες της φορμαλιστικής σχολής, μπορεί, όπως τό ’χουμε πει, να προσδιορίσει την επίδραση που ασκούν πάνω τους άλλες σχολές και πρώτ’ απ’ όλα οι φουτουριστές. Αυτό δεν είναι κατηγορία, γιατί δεν υπάρχει εδώ αμάρτημα. Όμως καμιά διακήρυξη δε θα καταφέρει να δημιουργήσει μνημειακό προλεταριακό στυλ.

«Δεν υπάρχουνε Μπιελίνσκι», παραπονιούνται οι συντάκτες μας. Αν χρειαζότανε να προσκομίσουμε τη νομική απόδειξη ότι η δραστηριότητα της «Κουζνίτσα» είναι διαποτισμένη από την ψυχική κατάσταση που βασιλεύει στον κλειστό μικρόκοσμο, στους μικρούς κύκλους, στις μικρές σχολές της ιντελλιγκέντσια, θα την βρίσκαμε στη θλιβερή αυτή φόρμουλα: «Δεν υπάρχουνε Μπιελίνσκι». Ολοφάνερα, δεν αναφέρονται εδώ στο Μπιελίνσκι σαν άτομο, μα σαν εκπρόσωπο κείνης της δυναστείας ρώσων κριτικών, εμπνευστή και οδηγό της παλιάς λογοτεχνίας. Οι φίλοι μας της «Κουζνίτσα» δεν έχουν αντιληφτεί ότι αυτή η δυναστεία είχε πάψει να υπάρχει, ίσα - ίσα από τότε που η προλεταριακή μάζα ανέβηκε στην πολιτική σκηνή. Από μια πλευρά του, και την πιο σημαντική, ο Πλεχάνοφ υπήρξε ο μαρξιστής Μπιελίνσκι, ο τελευταίος εκπρόσωπος κείνης της ευγενούς δυναστείας δημοσιολόγων. Με τη λογοτεχνία οι Μπιελίνσκι άνοιγαν φεγγίτες στην κοινή γνώμη της εποχής τους. Τέτοιος υπήρξε ο ιστορικός τους ρόλος. Η λογοτεχνική κριτική αντικατάσταινε την πολιτική και της προετοίμαζε το έδαφος. Κι ό,τι στο Μπιελίνσκι και στους άλλους εκπρόσωπους της ριζοσπαστικής κριτικής δεν είταν παρά νύξη, πήρε στην εποχή μας τη σάρκα και το αίμα του Οκτώβρη, έγινε η σοβιετική πραγματικότητα. Αν ο Μπιελίνσκι, ο Τσερνισέβσκι, ο Ντομπρολιούμποβ, ο Πισάριεβ, ο Μιχαϊλοβσκι, ο Πλεχάνοφ, είταν, καθένας με τον τρόπο του, οι δημόσιοι εμπνευστές της λογοτεχνίας κι ακόμα πιο πολύ οι λογοτεχνικοί εμπνευστές της κοινής γνώμης που γεννιότανε, όλη η κοινή μας γνώμη, με την πολιτική της, τον τύπο της, τις συνελεύσεις της, τους θεσμούς της δεν παρουσιάζεται μήπως τώρα σαν ο ικανός ερμηνευτές των δικών της δρόμων; Όλη η κοινωνική μας ζωής έχει τοποθετηθεί κάτω από έναν προβολέα, ο μαρξισμός φωτίζει όλους τους σταθμούς της πάλης, ο κάθε θεσμός μας υποβάλλεται απ’ όλες τις μεριές στα καταιγιστικά πυρά της κριτικής. Μ’ αυτούς τους όρους να κλαις και να οδύρεσαι για την απουσία Μπιελίνσκι, είναι σα να αποκαλύπτεις - αλίμονο, αλίμονο! - ένα πνεύμα απάρνησης που χαρακτηρίζει τους διανοουμενίστικους μικρούς κύκλους, ολότελα στο στυλ (που δεν έχει τίποτα το μνημειακό) οποιοδήποτε αριστερού λαϊκιστή γεμάτου ευλάβεια, αλά Ιβάνοβ - Ραζούμνικ. «Δεν υπάρχουνε Μπιελίνσκι». Μα επιτέλους ο Μπιελίνσκι δεν είταν τόσο λογοτεχνικός κριτικός όσο οδηγός της γνώμης στην εποχή του. Κι αν ο Βησσαρίων Μπιελίνσκι μπορούσε να ζει στις μέρες μας, θά ’ταν ενδεχόμενα –ας μην το κρύβουμε από την «Κουζνίτσα»– μέλος του ...Πολιτμπυρώ. Και ίσως μάλιστα να οδηγούσε τα πράγματα «ελαύνων από ρυτήρος». Δεν παραπονιότανε πραγματικά πως αυτός, που η φύση του είταν να ουρλιάζει σαν τσακάλι, έπρεπε να βγάζει μελωδικές νότες;

*

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ποίηση των μικρών κύκλων, στις προσπάθειές της να υπερνικήσει τη μοναξιά της, πέφτει στο σαχλό ρομαντισμό του «κοσμισμού». Η ιδέα είναι πάνω - κάτω αυτή: πρέπει να νιώσουμε τον κόσμο σαν ενότητα, και τον εαυτό μας σαν ένα ενεργητικό μέρος αυτής της ενότητας, με την προοπτική να διευθύνουμε αργότερα όχι μόνο τη γη, μα κι ολόκληρο το σύμπαν. Όλα αυτά, σίγουρα, είναι αληθινά υπέροχα και τρομερά μεγάλα. Είμασταν απλοί κάτοικοι του Κούρσκ ή της Καλούγκα, κατακτήσαμε πριν από λίγο ολόκληρη τη Ρωσία και βαδίζουμε τώρα προς την παγκόσμια επανάσταση. Θα πρέπει μήπως να σταθούμε στα «πλανητικά όρια»; Ας βάλουμε αμέσως το προλεταριακό στεφάνι γύρω από το βαρέλι του σύμπαντος. Τι πιο απλό; Ξέρουμε να το κάνουμε αυτό και δε φοβόμαστε κανένα!

Ο κοσμισμός μοιάζει, ή μπορεί να μοιάζει, εξαιρετικά τολμηρός, δυνατός, επαναστατικός, προλεταριακός. Στην πραγματικότητα βρίσκει κανείς στον κοσμισμό στοιχεία που συνορεύουν με τη λιποταξία: το σκάνε μπροστά στις δύσκολες γήινες υποθέσεις –που είναι εξαιρετικά σοβαρές στον τομέα της τέχνης– για να καταφύγουν στις διαστρικές σφαίρες. Μ’ αυτό ο κοσμισμός δείχνει συγγένεια ολότελα απροσδόκητη με το μυστικισμό. Πραγματικά, να θέλεις να εισαγάγεις στην καλλιτεχνική κοσμοαντίληψή σου το βασίλειο των άστρων, κι όχι μόνο με τρόπο θεωρητικό μα και ενεργητικό, είναι, ανεξάρτητα ακόμα κι απ’ τις γνώσεις που μπορεί νά ’χεις γύρω απ’ την αστρονομία, έργο μάλλον τραχύ –κι όπως και νά ’ναι, έργο που δεν επείγει... Και αντιλαμβάνεται κανείς τελικά πως αν οι ποιητές γίνονται «κοσμιστές», δεν είναι γιατί ο πληθυσμός του Γαλαξία χτυπάει επιτακτικά την πόρτα τους και απαιτεί απ’ αυτούς μιαν απάντηση, μα γιατί τα γήινα προβλήματα, που τόσο δύσκολα προσφέρονται στην καλλιτεχνική έκφραση, τους παρακινούν να δοκιμάσουν να πηδήξουν στον κόσμο του υπερπέραν. Ωστόσο, δε φτάνει να αυτοτιτλοφορηθείς «κοσμιστής» για να πιάσεις τ’ άστρα στον ουρανό. Τόσο πιο πολύ όσο ο ουρανός αποτελείται πολύ περισσότερο από διαστρικό κενό παρά από αστέρια. Αυτή η αμφίβολη τάση που έχουν να γεμίσουν τα κενά της κοσμοαντίληψής τους και του καλλιτεχνικού τους έργου με τη λεπτή ύλη των διαστρικών χώρων, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να οδηγήσει ορισμένους «κοσμιστές» στην πιο λεπτή απ’ τις ύλες, το Άγιο Πνεύμα, όπου αναπαύονται ήδη αρκετοί μακαρίτες ποιητές.

Οι συρτοθηλειές και τα δίχτυα τα ριγμένα πάνω στους προλεταριακούς ποιητές είναι τόσο πιο επικίνδυνα όσο αυτοί οι ποιητές είναι πολύ νέοι και ορισμένοι μάλιστα μόλις έχουν αντρωθεί. Στην πλειονότητά τους, είναι η νικηφόρα επανάσταση που τους ανέβασε ως στην ποίηση. Μπήκαν στην ποίηση άντρες ακόμα ασχημάτιστοι, φερμένοι πάνω στα φτερά του αυθορμητισμού, του σίφουνα και του δρόλαπα... Στο τέλος του λογαριασμού κείνη πρωτόγονη μέθη κυρίεψε και συγγραφείς ολότελα αστούς, που την πλήρωσαν έπειτα με αντιδραστική και μυστικιστική καρηβαρία και ό,τι άλλο τέτοιο θέλεις. Οι πραγματικές δυσκολίες και οι αληθινές δοκιμασίες άρχισαν όταν ο ρυθμός της επανάστασης επιβραδύνθηκε, όταν οι αντικειμενικοί σκοποί έγιναν πιο νεφελώδικοι και δεν έφτανε πια να κολυμπάς μέσα στο ρεύμα, να καταπίνεις νερό και να βγάζεις μπουρμπουλήθρες, μα έπρεπε να δείξεις περίσκεψη, να ταμπουρωθείς και να κάνεις τον απολογισμό της κατάστασης. Είναι τότε που παρουσιάστηκε ο πειρασμός: εμπρός για το σύμπαν! Και η γη; Όπως για τους μυστικιστές, μπορεί και για τους «κοσμιστές» να είναι ένα απλό εφαλτήριο.

Οι επαναστάτες ποιητές της εποχής μας έχουν ανάγκη να ατσαλωθούν γερά κ’ εδώ, περισσότερο απ’ όπου αλλού, το ηθικό ατσάλωμα είναι αξεχώριστο από το διανοητικό ατσάλωμα. Έχουν ανάγκη από μια κοσμοαντίληψη και κατά συνέπεια από μια τεχνοαντίληψη σταθερή, ευλύγιστη, θρεμένη με γεγονότα. Για να καταλάβουμε τη χρονική περίοδο μέσα στην οποία ζούμε, όχι μόνο με τρόπο δημοσιογραφικό μα πραγματικά, βαθιά, πρέπει να γνωρίσουμε το παρελθόν της ανθρωπότητας, τη ζωή της, το μόχθο της, τους αγώνες της, τις ελπίδες της, τις ήττες της και τις επιτυχίες της. Η αστρονομία και η κοσμογονία είναι πράγματα έξοχα! Μα πρώτ’ απ’ όλα πρέπει να γνωρίσουμε την ιστορία του ανθρώπου, καθώς και τη σύγχρονη ζωή στους ποικίλους νόμους της και στην πρωτότυπη και προσωπική πραγματικότητά της.

*

Είναι περίεργο να διαπιστώνεις ότι κείνοι που φτιάχνουν τους αφηρημένους τύπους της προλεταριακής ποίησης περνάνε συνήθως δίπλα από έναν ποιητή που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον δικαιούται τον τίτλο του ποιητή της επαναστατικής Ρωσίας. Ο καθορισμός των τάσεών του και των κοινωνικών του βάσεων δεν απαιτεί περίπλοκη κριτική μέθοδο: ο Ντεμυάν είναι εδώ ολάκερος, μονοκόματος. Δεν είναι ένας ποιητής που πλησίασε την επανάσταση, που χαμήλωσε ως αυτήν, που την αποδέχτηκε, είναι ένας μπολσεβίκος που το όπλο του είναι η ποίηση. Και σ’ αυτό έγκειται η εξαιρετική δύναμη του Ντεμυάν. Γι’ αυτόν η επανάσταση δεν είναι υλικό για δημιουργία, είναι η υπέρτατη αυθεντία, αυτή που έβαλε τον ίδιο στο πόστο του. Το έργο του είναι κοινωνική υπηρεσία, όχι μόνο «σε τελευταία ανάλυση», όπως λένε για την τέχνη γενικά, μα και υποκειμενικά, μέσα στη συνείδηση του ίδιου του ποιητή. Κι αυτό από τις πρώτες μέρες της ιστορικής του υπηρεσίας. Εντάχτηκε στο κόμμα, μεγάλωσε μαζί του, πέρασε από τις διάφορες φάσεις της ανάπτυξής του, έμαθε μέρα τη μέρα να σκέφτεται και να αισθάνεται μαζί με την εργατική τάξη και να αναπαράγει αυτό τον κόσμο από σκέψεις και αισθήματα με συγκεντρωτική μορφή στη γλώσσα των στίχων, πότε με τη διαβολιά των μύθων, πότε με τη μελαγχολία των τραγουδιών, την αποκοτιά των σατιρικών στροφών, πότε αγανακτώντας, πότε ξαπολύοντας παλλόμενες εκκλήσεις. Κανένας ντιλλεταντισμός στην οργή του και στο μίσος του. Μισεί με το πιο καθάριο μίσος του πιο επαναστατικού κόμματος του κόσμου. Υπάρχουν σ’ αυτόν πράγματα μεγάλης δύναμης και τέλειας μαστοριάς, υπάρχουν και πολλά που δεν ξεπερνάνε το δημοσιογραφικό επίπεδο, το καθημερινό, δεύτερης σειράς. Για να δημιουργήσει ο Ντεμυάν δεν περιμένει τις σπάνιες ευκαιρίες που ο Απόλλωνας καλεί τον ποιητή στη θεία μυσταγωγεία, μα εργάζεται κάθε μέρα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των γεγονότων και της... Κεντρικής Επιτροπής. Ωστόσο, παρμένο στο σύνολό του, το έργο του αποτελεί φαινόμενο απόλυτα καινούργιο, μοναδικό στο είδος του. Και οι ποιητάκηδες των διάφορων σχολών που δεν απεχθάνονται να περιπαίζουν το Ντεμυάν –Δέστε καλέ τούτον τον επιφυλλιδογράφο!– ας ανασκαλέψουνε λοιπόν τη μνήμη τους για να βρουν έναν άλλο ποιητή που νά ’χε με τους στίχους του επίδραση τόσο άμεση και τόσο αποτελεσματική πάνω στις μάζες. Και τί μάζες; Εκατομμύρια εργάτες, χωρικοί και στρατιώτες κόκκινοι! Και σε τί στιγμή; Στη μεγαλύτερη όλων των εποχών!

Ο Ντεμυάν δε ζήτησε καινούργιες μορφές. Μεταχειρίζεται μάλιστα επιδεικτικά τις παλιές καθιερωμένες μορφές. Μα αυτές οι μορφές γνωρίζουνε σ’ αυτόν αληθινή ανάσταση, σαν ασύγκριτος μηχανισμός μεταβίβασης του μπολσεβίκικου κόσμου ιδεών. Ο Ντεμυάν δε δημιούργησε και δε θα δημιουργήσει ποτέ σχολή. Ο ίδιος δημιουργήθηκε από μια σχολή που ονομάζεται Κ.Κ.P.,[4] για τις ανάγκες μιας μεγάλης εποχής που δε θά ’χει την όμοια της. Αν παραμερίσει κανείς τη μεταφυσική ιδέα της προλεταριακής κουλτούρας για ν’ αντικρύσει τα πράγματα από την άποψη εκείνου που το προλεταριάτο διαβάζει, εκείνου που χρειάζεται, εκείνου που το φλογίζει και το σπρώχνει στη δράση, εκείνου που ανεβάζει το πολιτιστικό του επίπεδο και προετοιμάζει έτσι το πεδίο για μια καινούργια τέχνη, το έργο του Ντεμυάν Μπιεντνύ είναι πραγματικά λογοτεχνία προλεταριακή και λαϊκή, δηλαδή μια λογοτεχνία ζωτικά αναγκαία σ’ ένα λαό που αφυπνίζεται. Δεν είναι ίσως «αυθεντική» ποίηση, μα είναι κάτι πιο μεγάλο.

Ένας άνθρωπος που δεν είναι από τους τελευταίους στην ιστορία, ο Φερδινάνδος Λασσάλ, έγραφε μια μέρα σ’ ένα γράμμα του στο Μάρξ και στον Ένγκελς, στο Λονδίνο: «Πόσο πρόθυμα θ’ αρνιόμουνα να γράψω κείνο που ξέρω για να πραγματοποιήσω μόνο ένα μέρος από κείνο που μπορώ». Μ’ αυτό το πνεύμα ο Ντεμυάν θα μπορούσε να πει για τον εαυτό του: «Αφήνω πρόθυμα σε άλλους τη φροντίδα να γράφουνε για την επανάσταση σε μορφές καινούργιες και πιο πολύπλοκες, φτάνει να μπορώ να γράφω ο ίδιος στις παλιές μορφές υπέρ της επανάστασης».


Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————

[1]. Δημοσιεύτηκε στην «Πράβντα», 10 του Φλεβάρη 1923.

[2]. Δημοσιεύτηκε στο «Χορν», βιβλίο 8.

[3]. Κρούγκ, –Κύκλος.

[4]. Κ. Κ. Ρ. –Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας.