Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι> Λογοτεχνία και Επανάσταση_i


Λεόν Τρότσκι

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Προηγούμενο: Προλεταριακή Κουλτούρα και Προλεταριακή Τέχνη
Επόμενο: Τέχνη Επαναστατική και Τέχνη Σοσιαλιστική


ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΙ

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ορισμένοι μαρξιστές συγγραφείς έχουν βαλθεί να χρησιμοποιήσουν μέθοδες πογκρόμ απέναντι στους φουτουριστές, στους «Αδελφούς Σεράπιον», τους Εικονιστές και γενικά σ’ όλους τους συνοδοιπόρους, ομαδικά και ατομικά. Δεν ξέρει κανείς γιατί, έχει γίνει ξεχωριστά της μόδας να ρίχνονται με λύσσα πάνω στον Πιλνιάκ –ακόμα και οι φουτουριστές ασκούνται σ’ αυτό. Είναι αδιαφιλονίκητο ότι, από ορισμένες πλευρές, ο Πιλνιάκ είναι εξοργιστικός: πάρα πολλή ελαφρότητα στα μεγάλα ζητήματα, πάρα πολλή επιτήδευση, πάρα πολύς τεχνητός λυρισμός... Μα ο Πιλνιάκ έχει τόσο αξιόλογα παρουσιάσει την επαρχιώτικη και χωριάτικη πλευρά της επανάστασης, «Το Τραίνο των Μεχότσνισκι»[1], και χάρη στον Πιλνιάκ τά ’δαμε όλα αυτά με τρόπο ασύγκριτα πιο ξάστερο και πιο χεροπιαστό από προτήτερα. Και ο Βσέβολοντ Ιβάνοβ; Ύστερα από τον Παρτιζάνο, το Θωρακισμένο Τραίνο, τις Γαλάζιες Αμμουδιές, παρ’ όλα τα ελαττώματα κατασκευής, το τσεκουρεμένο στυλ κι ακόμα τα τεχνάσματά τους, δεν έχουμε καλύτερα γνωρίσει και καλύτερα νιώσει τη Ρωσία σ’ όλη την απεραντοσύνη της, την ατέλειωτη εθνική ποικιλία της, την καθυστέρησή της και τη δύναμή της; Αυτή η άμεση, η εικονισμένη γνώση, μπορεί αληθινά να αντικατασταθεί από τις υπερβολές των φουτουριστών ή το μονότονο τραγούδι των λουριών της μηχανής ή τα αρθράκια των εφημερίδων που μέρα με τη μέρα συνδυάζουνε με διάφορους τρόπους τις ίδιες τρακόσιες λέξεις; Καταργήστε με τη σκέψη τον Πιλνιάκ και τον Βσέβολοντ Ιβάνοβ από την καθημερινή ζωή μας και θα βρεθούμε πολύ φτωχοί... Οι οργανωτές της σταυροφορίας εναντίον των συνοδοιπόρων –που την κάνουν χωρίς να πολυσκοτίζονται για προοπτικές και αναλογίες– έχουν διαλέξει για στόχο και το σύντροφο Βορόνσκυ, συντάκτη του Κράσναγια Νοβ[2] και διευθυντή των εκδόσεων του «Κρουγκ», με την ιδιότητα του έμπιστου και σχεδόν συνένοχου. Σκεφτόμαστε πως ο σύντροφος Βορόνσκυ κάνει –εξονόματος του Κόμματος– σπουδαία λογοτεχνική και πολιτιστική εργασία και ότι, βέβαια, είναι πιο εύκολο να θεσπίσεις σ’ ένα αρθρίδιο –με κελαϊδητά πουλιών– τη δημιουργία της κομμουνιστικής τέχνης παρά να εργαστείς, με όλη τη φροντίδα που χρειάζεται αυτό, για την προπαρασκευή της.

Στο ζήτημα της «μορφής» οι κριτικοί μας μπαίνουν στο δρόμο που είχε ανοίξει άλλοτε η συλλογή «Ράσπαντ», στα 1908. Ωστόσο πρέπει να κατανοήσουμε και να εκτιμήσουμε τις αλλαγές ιστορικής κατάστασης, τη νέα ανακατανομή των δυνάμεων που έχει σημειωθεί από τότε. Κείνη την εποχή είμασταν ένα κόμμα ηττημένο και ριγμένο στην παρανομία. Η επανάσταση είταν τότε στην αμπώτιδά της, η αντεπανάσταση του Στολύπιν και των αναρχομυστικιστών προχωρούσε σ’ όλη τη γραμμή. Μέσα στο ίδιο το Κόμμα οι διανοούμενοι έπαιζαν ρόλο δυσανάλογο με τη σπουδαιότητά τους, ενώ οι ομάδες των διανοούμενων που ανήκαν στις άλλες πολιτικές οικογένειες επηρέαζαν η μια την άλλη. Μέσα σε τέτοιους όρους και για να προστατέψουμε τον τρόπο που βλέπαμε και σκεφτόμαστε, έπρεπε να χτυπηθούμε με όλες τις μορφές λογοτεχνικής έκφρασης της αντίδρασης.

Σήμερα τα πράγματα τραβάνε ολότελα διαφορετικό δρόμο. Ο νόμος έλξης που δουλεύει υπέρ της ιθύνουσας τάξης και ο οποίος, σε τελευταία ανάλυση, προσδιορίζει τη δημιουργική εργασία των διανοούμενων, ενεργεί τώρα για λογαριασμό μας. Σε συνάρτηση μ’ αυτό, πρέπει να μάθουμε να επεξεργαζόμαστε μιαν καλλιτεχνική πολιτική.

Δεν είν’ αλήθεια πως η επαναστατική τέχνη μπορεί να δημιουργηθεί μόνο απ’ τους εργάτες. Ίσα - ίσα επειδή η επανάσταση είναι εργατική, απελευθερώνει –ας το επαναλάβουμε– ελάχιστη ποσότητα ενέργειας της εργατικής τάξης στον τομέα της τέχνης. Τα μεγαλύτερα έργα της Γαλλικής Επανάστασης, κείνα που την καθρέφτισαν άμεσα ή έμμεσα, έγιναν από καλλιτέχνες Γερμανούς, Άγγλους ή άλλους, όχι από Γάλλους. Η γαλλική μπουρζουαζία, απασχολημένη με την επανάσταση, δεν είχε αρκετές δυνάμεις για να χαράξει η ίδια το αποτύπωμά της. Αυτό αληθεύει ακόμα περισσότερο για το προλεταριάτο: η καλλιτεχνική του κουλτούρα είναι πολύ πιο αδύναμη από την πολιτική του κουλτούρα. Οι διανοούμενοι, πέρα απ’ όλα τα πλεονεκτήματα που τους παρέχει η ιδιότητά τους, διαθέτουν το απαίσιο προνόμιο να κρατάνε μια παθητική πολιτική, θέση, λίγο-πολύ σημαδεμένη από συμπάθεια απέναντι στον Οκτώβρη. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που δίνουν καλύτερες εικόνες της Επανάστασης –ακόμα κι αν αυτές είναι λίγο-πολύ παραμορφωμένες– από το προλεταριάτο το απασχολημένο με την επανάσταση. Δεν αγνοούμε τα όρια, την αστάθεια, τις ταλαντεύσεις των συνοδοιπόρων. Αν απαλείφαμε τον Πιλνιάκ και τη Γυμνή Χρονιά του, τους «Αδελφούς Σεράπιον» με το Βσέβολοντ Ιβάνοβ, τον Τιχόνοβ[3] και την Πολόνσκαγια, αν απαλείφαμε το Μαγιακόβσκι και το Γιεσένιν, τι θα μας έμενε, έξω από μερικές απλήρωτες συναλλαγματικές πάνω σε μια μελλοντική προλεταριακή λογοτεχνία; Ο Ντεμυάν Μπιεντνύ –που δεν ανήκει στους συνοδοιπόρους– δε μπορεί να παραμεριστεί, το ελπίζουμε, αυτός συγγενεύει ακόμα και με την προλεταριακή λογοτεχνία με την έννοια που ορίζει το Μανιφέστο της «Κουζνίτσα». Ναι, δίχως αυτούς τί θ’ απόμενε;

Αυτό πάει να πει πως το Κόμμα, σε αντίφαση με τις αρχές του, παίρνει εκλεκτική θέση στον τομέα της τέχνης; Το επιχείρημα, που θά ’θελε να είναι συντριπτικό, είναι απλώς παιδιάστικο. Ο μαρξισμός προσφέρει ποικίλες δυνατότητες: να αξιολογούμε την ανάπτυξη της καινούργιας τέχνης, να παρακολουθούμε όλες τις παραλλαγές της, να ενθαρρύνουμε τα προοδευτικά ρεύματα διαμέσου της κριτικής. Δε μπορούμε να του ζητήσουμε περισσότερα. Η τέχνη πρέπει ν’ ανοίξει το δικό της δρόμο από μόνη της. Οι μέθοδές της δεν είναι οι μέθοδες του μαρξισμού. Αν το Κόμμα διευθύνει το προλεταριάτο, δε διευθύνει το ιστορικό προτσέσο. Ναι, υπάρχουνε τομείς όπου διευθύνει άμεσα, επιταχτικά. Υπάρχουν άλλοι όπου ελέγχει και ενθαρρύνει, ορισμένοι όπου περιορίζεται μόνο να ενθαρρύνει, ορισμένοι πάλι όπου δεν κάνει άλλο παρά να προσανατολίζει. Η τέχνη δεν είναι τομέας όπου το Κόμμα καλείται να διατάζει. Προστατεύει, παροτρύνει, δε διευθύνει παρά έμμεσα. Δίνει την εμπιστοσύνη του στις ομάδες που επιδιώκουν ειλικρινά να πλησιάσουν την Επανάσταση και ενθαρρύνει έτσι την καλλιτεχνική τους παραγωγή. Δε μπορεί να μπει στη θέση ενός λογοτεχνικού κύκλου. Δεν το μπορεί αυτό κι ούτε πρέπει να το κάνει.

Το Κόμμα υπερασπίζει τα ιστορικά συμφέροντα της εργατικής τάξης στο σύνολό της. Προετοιμάζει το έδαφος, βήμα το βήμα, για μια καινούργια κουλτούρα, μια καινούργια τέχνη. Δε βλέπει τους συνοδοιπόρους σαν ανταγωνιστές των εργατών συγγραφέων, μα σαν συνεργάτες της εργατικής τάξης για μια γιγαντιαία ανοικοδομητική εργασία. Καταλαβαίνει τον επεισοδιακό χαρακτήρα των λογοτεχνικών ομάδων σε μια μεταβατική περίοδο. Χωρίς καθόλου να τις αξιολογεί σε συνάρτηση με τα προσωπικά ταξικά πιστοποιητικά που δείχνουν οι κύριοι λογοτέχνες, ενδιαφέρεται για τη θέση που κατέχουν ή που μπορούν να καταλάβουν αυτές οι ομάδες στην κινητοποίηση για μια σοσιαλιστική κουλτούρα. Αν δεν είναι μπορετό σήμερα να καθορίσει αυτή τη θέση για τη μια ή την άλλη ομάδα, το Κόμμα θα περιμένει με υπομονή και προσοχή. Αυτό δεν εμποδίζει καθόλου τους κριτικούς, τους αναγνώστες, να δίνουν ατομικά τη συμπάθειά τους στη μια ή την άλλη ομάδα. Το Κόμμα, επειδή υπερασπίζει στο σύνολό τους τα ιστορικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, οφείλει να είναι αντικειμενικό και συνετό. Διπλά: δεν παραχωρεί την άδειά του για εκτύπωση στην «Κουζνίτσα» για μόνο το γεγονός ότι γράφουν εκεί εργάτες· δεν αποκρούει απριόρι καμιά λογοτεχνική ομάδα, ακόμα κι αν αποτελείται αποκλειστικά από διανοούμενους, φτάνει αυτή η ομάδα να προσπαθεί λιγάκι να πλησιάσει την Επανάσταση, να ενισχύει τις προσδέσεις της (η πρόσδεση είναι πάντα ένα αδύνατο σημείο): με την πόλη ή το χωριό, ανάμεσα στα μέλη του Κόμματος και τους εξωκομματικούς, ανάμεσα στους διανοούμενους και τους εργάτες.

Μια τέτοια πολιτική σημαίνει μήπως ότι ένα από τα πλευρά του Κόμματος, εκείνο που είναι γυρισμένο προς την τέχνη, θα μείνει απροστάτευτο; Να το ισχυριστείς αυτό θά ’ταν μεγάλη υπερβολή. Το κόμμα παίρνοντας για οδηγούς τα πολιτικά του κριτήρια, αποδιώχνει από την τέχνη τις δηλητηριώδεις ή αποσυνθετικές τάσεις. Είν’ αλήθεια πως το μέτωπο της τέχνης είναι λιγότερο προφυλαγμένο απ’ ό,τι το μέτωπο της πολιτικής. Δε γίνεται το ίδιο και με την επιστήμη; Τι σκέφτονται για τη θεωρία της σχετικότητας οι υπέρμαχοι της καθαρά προλεταριακής επιστήμης; Αυτή η θεωρία μπορεί να συμβιβαστεί ή όχι με τον υλισμό; Το ζήτημα λύθηκε; Πού; Πότε; Από ποιόν; Είναι φανερό για όλους, ακόμα και για τους ανίδεους, πως το έργο του Παβλόφ τοποθετείται στο πεδίο του υλισμού. Τί να πούμε για την ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόϋντ; Μπορεί να συμβιβαστεί με τον υλισμό, όπως σκέφτεται ο σύντροφος Ράντεκ, όπως σκέφτομαι ο ίδιος, ή του είναι εχθρική; Μπορεί να θέσει κανείς το ίδιο ερώτημα αναφορικά με τις καινούργιες θεωρίες για τη δομή του ατόμου κλπ. Θά ’ταν θαυμάσιο να βρισκόταν ένας σοφός ικανός ν’ αγκαλιάσει μεθοδολογικά όλες αυτές τις καινούργιες γενικεύσεις, να καταδείξει τις συνάφειές τους με την κοσμοαντίληψη του ιστορικού υλισμού. Θα μπορούσε μ’ αυτό να διατυπώσει τα αμοιβαία κριτήρια των καινούργιων θεωριών και να βαθύνει συνάμα τη διαλεκτική μέθοδο. Φοβάμαι πως αυτή η εργασία –δε μιλάω για ένα άρθρο εφημερίδας ή επιθεώρησης μα για επιστημονικοφιλοσοφικό έργο πλάτους, όπως η Γένεση των Ειδών ή το Κεφάλαιο– δε θα δει το φως ούτε σήμερα ούτε αύριο. Ή μάλλον, αν ένα βιβλίο αυτού του είδους γραφότανε σήμερα, είναι πιθανό πως τα φύλλα του θά ’μεναν άκοπα ως την ημέρα που το προλεταριάτο θα κατάθετε τα όπλα.

Η εργασία εγκλιματισμού της κουλτούρας, δηλαδή το άλφα-βήτα μιας κουλτούρας προ-προλεταριακής, δεν προϋποθέτει εκλογή, κριτική, ταξικό κριτήριο; Βέβαια. Αυτό το κριτήριο είναι πολιτικό, όχι αφηρημένα πολιτιστικό. Τα δυο τους συμπέφτουνε στην πλατιά έννοια όπου η Επανάσταση προπαρασκευάζει τους όρους μιας καινούργιας κουλτούρας. Αυτό δε σημαίνει πως η σύζευξη γίνεται μονομιάς. Αν η Επανάσταση βλέπει υποχρεωμένο τον εαυτό της να καταστρέψει γεφύρια ή μνημεία όταν αυτό χρειαστεί, δε θα διστάσει να σηκώσει το χέρι της πάνω σε κάθε τάση της τέχνης που, όσο μεγάλες κι αν είναι οι πραγματώσεις της στο πεδίο της μορφής, θα απειλούσε να εισαγάγει αποσυνθετικούς μύκητες μέσα στους επαναστατικούς κύκλους ή να ορθώσει τη μια ενάντια στην άλλη τις εσώτερες δυνάμεις της Επανάστασης, προλεταριάτο, αγροτιά, διανοούμενους. Το κριτήριό μας είναι ανοιχτά πολιτικό, επιτακτικό και δίχως αποχρώσεις. Απ’ όπου η αναγκαιότητα να καθορίσουμε τα όριά του. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος ακόμα, θά ’λεγα πως, κάτω από ένα καθεστώς επαναστατικής επαγρύπνησης, οφείλουμε να διεξάγουμε σε ό,τι αφορά την τέχνη μια πολιτική πλατιά κ’ ευλύγιστη, ολότελα ξένη στους καυγάδες των λογοτεχνικών κύκλων.

Εννοείται, το Κόμμα δε μπορεί, ας είναι και για μια μέρα μόνο, να εγκαταλειφθεί στην αρχή του laisser faire, laisser passer[4], ακόμα και στην τέχνη. Το ζήτημα είναι σε ποια στιγμή οφείλει να επέμβει, σε ποιο μέτρο και σε ποια περίπτωση. Αυτό το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό όσο το νομίζουν οι θεωρητικοί του Λεφ, οι υπέρμαχοι της προλεταριακής λογοτεχνίας και ορισμένοι κριτικοί.

Οι σκοποί, τα καθήκοντα και οι μέθοδες της εργατικής τάξης είναι ασύγκριτα πιο συγκεκριμένα, καλύτερα καθορισμένα και καλύτερα επεξεργασμένα θεωρητικά στον οικονομικό τομέα παρά στην τέχνη. Ωστόσο, αφού επιχείρησε να φτιάξει μιαν οικονομία συγκεντρωμένη, το Κόμμα βρέθηκε στην ανάγκη να δεχτεί την ύπαρξη διάφορων οικονομικών τύπων, ακόμα και ανταγωνιστικών. Παράπλευρα με τις κρατικές επιχειρήσεις, οργανωμένες σε τραστ, έχουμε επιχειρήσεις τοπικού χαρακτήρα, άλλες που είναι εκμισθωμένες, εκχωρήσεις, επιχειρήσεις ιδιωτικές, κοοπερατίβες, ατομικές χωρικές οικονομίες, κουστάρι[5], συλλογικές επιχειρήσεις κλπ. Η θεμελιακή πολιτική του κράτους κατευθύνεται προς τη συγκεντρωμένη σοσιαλιστική οικονομία. Αυτή η γενική τάση ανέχεται, για μια δοσμένη περίοδο, πλατιά υποστήριξη στη χωρική οικονομία και στους κουστάρι. Αν γινόταν αλλιώς, η πολιτική μας για μια σοσιαλιστική οικονομία σε μεγάλη κλίμακα θα καταντούσε αφαίρεση δίχως ζωή.

Η Σοβιετική Δημοκρατία συνασπίζει εργάτες, χωρικούς και διανοούμενους μικροαστικής προέλευσης κάτω από τη διεύθυνση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Απ’ αυτό τον κοινωνικό συνδυασμό, χάρη στις πρόοδες της τεχνικής και της κουλτούρας, πρέπει να βγει μια κομμουνιστική κοινωνία. Μέσα από μια σειρά σταθμούς. Η αγροτιά και οι διανοούμενοι θά ’ρθουν στον κομμουνισμό από άλλους δρόμους απ’ ό,τι οι εργάτες. Οι ξεχωριστοί δρόμοι τους δε μπορεί να μην καθρεφτιστούν στη λογοτεχνία. Οι διανοούμενοι που δεν έχουν συνδέσει ανεπιφύλαχτα την τύχη τους με το προλεταριάτο (μη κομμουνιστές στη συντριπτική τους πλειονότητα) ζητάνε να στηριχτούνε πάνω στους χωρικούς λόγω της απουσίας, ή της άκρας αδυναμίας, ενός αστικού σημείου στήριξης. Αυτό το προτσέσο είναι για την ώρα περισσότερο συμβολικό και συνίσταται στην εξιδανίκευση (από τα ύστερα) του επαναστατικού πνεύματος του μουζίκου. Αυτό χαρακτηρίζει όλους τους συνοδοιπόρους. Με την αύξηση του αριθμού των σχολικών κτιρίων και κείνων που ξέρουν να διαβάζουν στα χωριά, ο δεσμός που υπάρχει ανάμεσα στην τέχνη και την αγροτιά μπορεί να γίνει οργανικός. Η αγροτιά θα βγάλει τους δικούς της διανοούμενους. Όσο κι αν η άποψη των χωρικών στην οικονομία, στην πολιτική ή στην τέχνη είναι πιο πρωτόγονη, πιο περιορισμένη και πιο εγωιστική από κείνη του προλεταριάτου, δεν παύει μ’ αυτό να είναι δεδομένο πραγματικό. Ο καλλιτέχνης θα κάνει έργο ιστορικά προοδευτικό όταν, παίρνοντας την άποψη των χωρικών ή, καλύτερα, παντρεύοντάς την με την άποψή του, θα διαποτιστεί από την ιδέα ότι η ένωση των εργατών και των χωρικών είναι ζωτική ανάγκη. Διαμέσου της δημιουργίας του, η αναγκαία συνεργασία ανάμεσα στο χωρικό και την πόλη θα ενισχυθεί. Η πορεία των χωρικών προς το σοσιαλισμό θα δόσει στα έργα του περιεχόμενο πλούσιο και βαθύ, μορφή πολύχρωμη, κ’ έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε πως θα προσθέσει αξιόλογα κεφάλαια στην ιστορία της τέχνης. Αντί γι’ αυτό, να αντιτάσσεις στην πόλη το χωριό, οργανικό και από αιώνια καθιερωμένο, είναι σα να κάνεις έργο αντιδραστικό, εχθρικό στο προλεταριάτο, ασυμβίβαστο με την πρόοδο, καταδικασμένο να σβήσει. Ακόμα και στον τομέα της μορφής μια τέτοια τέχνη δε μπορεί παρά να καταλήξει στο αναμάσημα και τη μίμηση.

Ο ποιητής Κλιούγιεβ, οι εικονιστές, οι «Αδελφοί Σεράπιον», ο Πιλνιάκ κι ακόμα και φουτουριστές όπως ο Χλέμπνικοβ, ο Κρουτσένυχ και ο Καμένσκι, έχουν μουζίκικη οργανική φύση, ενώ άλλοι έχουν φύση μάλλον αστική μεταφρασμένη στη γλώσσα του μουζίκου. Εκεί όπου οι σχέσεις με το προλεταριάτο είναι λιγότερο διφορούμενες είναι στους φουτουριστές. Οι «Αδελφοί Σεράπιον», οι εικονιστές, ο Πιλνιάκ αφήνουν να διαφανεί εδώ και κει η αντίθεσή τους με το προλεταριάτο, τουλάχιστο ακόμα πολύ πρόσφατα. Καθρεφτίζουν, με μορφή πολύ αποσπασματική, την ψυχική κατάσταση του χωριού στην εποχή της αναγκαστικής επίταξης των σιτηρών. Είταν η εποχή όπου ζητώντας καταφύγιο στο χωριό για να γλιτώσουν από την πείνα, συσσώρευαν εκεί σαν το στάρι τις εντυπώσεις τους. Ο ισολογισμός τους είναι μάλλον αμφίβολος. Δεν πρέπει να εξετάζεται έξω από την περίοδο που έκλεισε με το κίνημα της Κρονστάντης. Σήμερα σημαντική αλλαγή σημειώνεται μέσα στην αγροτιά. Γίνεται στους διανοούμενους και θά ’πρεπε να εκδηλωθεί στους συνοδοιπόρους που τραγουδάνε το μουζίκο. Παρουσιάστηκε κιόλας εκεί σε ορισμένο μέτρο. Κάτω από την επίδραση καινούργιων κοινωνικών τρανταγμών, αυτές οι ομάδες δεν ξεμπέρδεψαν με τις εσωτερικές διαμάχες, τα σχίσματα, τις συναγωγές. Πρέπει να τα παρακολουθούμε όλα αυτά με προσοχή και με τρόπο κριτικό. Το Κόμμα που, όχι δίχως λόγο το ελπίζουμε, αξιώνει το ρόλο της πνευματικής διεύθυνσης, δε μπορεί να προσπεράσει τέτοια ζητήματα και να αρκεστεί σε φλυαρίες.

Μια προλεταριακή τέχνη μεγάλου πλάτους δε θα μπορούσε να φωτίσει την πορεία των χωρικών προς το σοσιαλισμό; Σίγουρα και το «μπορεί», το ίδιο όπως ένας ηλεκτρικός σταθμός «μπορεί» να μοιράσει φως και ενέργεια στην ίσμπα, στο σταύλο, στο μύλο. Φτάνει νά ’χουμε τέτοιο σταθμό και καλώδια που να φτάνουν ως το χωριό. Σ’ αυτή την περίπτωση, ας ειπωθεί παρεκβατικά, δεν υπάρχει πια κίνδυνος να ορθωθεί η γεωργία εναντίον της βιομηχανίας. Δυστυχώς, δεν έχουμε ακόμα τέτοια καλώδια και ο ηλεκτρικός σταθμός λάμπει με την απουσία του. Η προλεταριακή τέχνη λείπει. Η τέχνη προλεταριακής έμπνευσης (εργάτες, ποιητές και φουτουριστές) είναι κι αυτή τόσο λίγο έτοιμη ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες της πόλης και του χωριού όσο, ας πούμε, είναι έτοιμη η σοβιετική βιομηχανία να λύσει τα προβλήματα της παγκόσμιας οικονομίας.

Αν υποθέσουμε ότι αφήναμε κατά μέρος την αγροτιά (πως θα το μπορούσαμε;), δε φαίνεται πως για το προλεταριάτο, τάξη θεμελιακή της σοβιετικής κοινωνίας, τα πράγματα θα είταν τόσο απλά όσο το βλέπει κανείς στις σελίδες του Λεφ. Όταν οι φουτουριστές προτείνουν να πετάξουμε στη θάλασσα την παλιά ατομικιστική λογοτεχνία, αχρηστεμένη στη μορφή της, που εναντιώνεται στην κολλεκτιβιστική φύση του προλεταριάτου (αυτό το επιχείρημα απευθύνεται σε μας τους φτωχούς!), αποκαλύπτουν μιαν πολύ ανεπαρκή κατανόηση της διαλεκτικής των σχέσεων ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό. Δεν υπάρχουν αφηρημένες αλήθειες, με άλλα λόγια έχουμε ατομικισμό και ατομικισμό. Από ατομικισμό ένα μέρος από τους προεπαναστατικούς διανοούμενους ρίχτηκαν στο μυστικισμό, ένα άλλο μέρος πήραν το χαοτικό δρόμο του φουτουρισμού και, δίνοντας τον εαυτό τους στην επανάσταση –ας ειπωθεί προς τιμή τους– πλησίασαν το προλεταριάτο. Όταν αυτοί εδώ μεταφέρουν στο προλεταριάτο μια πικρία που κρατάει από τον ατομικισμό τους, πρέπει να τους συχωρέσουμε για τόσον εγωκεντρισμό, δηλαδή, για έναν ακραίο ατομικισμό; Το κακό είναι ότι ο προλετάριος είναι στερημένος απ’ αυτήν εδώ την ιδιότητα. Η ατομικότητά του δεν είναι ούτε αρκετά διαμορφωμένη ούτε διαφοροποιημένη. Η πιο πολύτιμη κατάκτηση της πολιτιστικής προόδου που αρχίζει σήμερα θα είναι ν’ ανεβάσει την προσωπικότητα στις αντικειμενικές της ιδιότητες και στην υποκειμενική της συνείδηση. Θά ’ταν παιδιάστικο να σκεφτούμε ότι τα αστικά καλά γράμματα είναι ικανά να παίξουν αυτό το ρόλο, ν’ ανοίξουν ρήγμα στην ταξική αλληλεγγύη. Κείνο που ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε, ο Πούσκιν, ο Ντοστογιέβσκι θα δόσουν στον εργάτη είναι πρώτ’ απ’ όλα μια πιο πολύπλοκη εικόνα της προσωπικότητας, των παθών της και των αισθημάτων της, μια πιο βαθεμένη συνείδηση των εσωτερικών της δυνάμεων, μια πιο καθαρή αντίληψη του υποσυνείδητού της κλπ. Στο τέλος του λογαριασμού ο εργάτης θα βρει εκεί έναν εμπλουτισμό. Ο Γκόρκι, ποτισμένος από το ρομαντικό ατομικισμό του στρατοκόπου, κατάφερε να τροφοδοτήσει το ανοιξιάτικο πνεύμα της προλεταριακής επανάστασης τις παραμονές του 1905 γιατί βοήθησε στην αφύπνιση της προσωπικότητας σε μια τάξη όπου η προσωπικότητα, μια κι αφυπνιστεί, ζητάει να σχετιστεί με άλλες αφυπνισμένες προσωπικότητες. Το προλεταριάτο έχει ανάγκη από καλλιτεχνική τροφή και αγωγή. Δεν πρέπει να το πάρουμε για ένα κομάτι άργιλο που οι καλλιτέχνες, του παρελθόντος και του μέλλοντος, μπορούν να πλάθουν κατ’ εικόνα και ομοίωση.

Το προλεταριάτο, πολύ ευαίσθητο στο πνευματικό και καλλιτεχνικό πεδίο, δεν έχει λάβει αισθητική αγωγή. Είναι ελάχιστα πιθανό ότι ο δρόμος του ξεκινάει από το σημείο όπου έχει σταματήσει η αστική ιντελλιγκέντσια πριν απ’ την καταστροφή. Ίδια όπως το άτομο, ξεκινώντας από το έμβρυο, αναπαράγει την ιστορία του είδους και, σε ορισμένο μέτρο, ολόκληρου του ζωικού κόσμου, η καινούργια τάξη που στην απέραντη πλειονότητά της αναδύεται από μιαν ύπαρξη σχεδόν προϊστορική, οφείλει να επαναλάβει για τον εαυτό της όλη την ιστορία της καλλιτεχνικής κουλτούρας. Δε μπορεί ν’ αρχίσει να οικοδομεί μια καινούργια κουλτούρα προτού απορροφήσει και αφομοιώσει τα στοιχεία απ’ τις παλιές κουλτούρες. Αυτό δεν πάει να πει πως θα διανύσει βήμα το βήμα, συστηματικά, όλη την περασμένη ιστορία της τέχνης. Διαφορετικά από το βιολογικό άτομο, μια κοινωνική τάξη απορροφάει και αφομοιώνει με τρόπο πιο ελεύθερο και πιο συνειδητό. Δε μπορεί ωστόσο να πάει μπροστά χωρίς να επισκοπήσει τα πιο σπουδαία σημεία επισήμανσης του παρελθόντος.

Αφού η κοινωνική βάση της παλιάς τέχνης καταστράφηκε πιο αποφασιστικά όσο ποτέ προηγούμενα, η αριστερή της πτέρυγα, για τη συνέχιση της τέχνης, ζητάει ένα στήριγμα στο προλεταριάτο, τουλάχιστο στα κοινωνικά στρώματα που περιστρέφονται γύρω απ’ το προλεταριάτο. Αυτό με τη σειρά του, επωφελείται από τη διευθυντική ταξική του θέση, αποβλέπει στην τέχνη και ζητάει ν’ αποκαταστήσει επαφές μαζί της, προετοιμάζοντας έτσι τις βάσεις για μια τρομακτική καλλιτεχνική ανάπτυξη. Σ’ αυτή την κατεύθυνση είν’ αλήθεια πως οι εργοστασιακές εφημερίδες του τοίχου αποτελούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις, αν κι ακόμα πολύ μακρινές, της αυριανής λογοτεχνίας. Φυσικά, κανένας δε θα πει: ας παραιτηθούμε απ’ όλα τ’ άλλα ώσπου το προλεταριάτο, ξεκινώντας από τις εργοστασιακές εφημερίδες του τοίχου, να φτάσει στην καλλιτεχνική μαστοριά. Το προλεταριάτο έχει κι αυτό ανάγκη από συνέχεια στην καλλιτεχνική παράδοση. Την πραγματοποιεί σήμερα, περισσότερο έμμεσα παρά άμεσα, διαμέσου των αστών καλλιτεχνών που περιστρέφονται γύρω του, ή που ζητάνε καταφύγιο κάτω από τα φτερά του. Ανέχεται ένα μέρος απ’ αυτούς, υποστηρίζει ένα άλλο, υιοθετεί αυτούς και αφομοιώνει ολότελα εκείνους. Η πολιτική του Κόμματος στην τέχνη εξαρτιέται ίσα - ίσα από την πολυπλοκότητα αυτού του προτσέσου, από τους χίλιους εσώτερους δεσμούς του. Είναι αδύνατο να την περιορίσουμε σε μια φόρμουλα, κάτι τόσο μικρό όσο και το ράμφος ενός σπουργίτη. Ούτε είναι απαραίτητο να την περιορίσουμε σ’ αυτό.


Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————

[1]. «Τραίνο των Μεχότσινικι» –Στη διάρκεια της Επανάστασης πολλοί χωρικοί ταξίδευαν με τραίνα για ζώα μ’ ένα σακί (μεχόκ) αγοράζοντας και πουλώντας κάθε λογής εμπορεύματα και κυρίως τρόφιμα.

[2]. Κράσναγια Νοβ –Κόκκινος Χερσότοπος, λογοτεχνική επιθεώρηση που ιδρύθηκε το 1921 κ’ έβγαλε το 1923 το βιβλίο του Τρότσκι.

[3]. Τιχόνοβ –Πρόεδρος της Ένωσης των συγγραφέων τη στιγμή της επίθεσης του Ζντάνοφ που αναγκάστηκε τότε να παραιτηθεί. Την περίοδο που αναφέρεται ο Τρότσκι είταν ονομαστός κυρίως για τις μπαλλάντες του, ανάμεσα στις οποίες η πιο γνωστή είναι «Η Μπαλλάντα των Σιδερένιων Καρφιών».

[4]. Laisser Faire, Laisser Passer –(Γαλλικά στο κείμενο. Πρόκειται για το δόγμα του οικονομικού φιλελευθερισμού που σημαίνει ελευθερία διακίνησης), ν’ αφήνουμε τους άλλους να κάνουν και να φέρονται όπως τους αρέσει.

[5]. Κουστάρι –Τοπικές μικροεπιχειρήσεις.