Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι> Λογοτεχνία και Επανάσταση_k


Λεόν Τρότσκι

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Προηγούμενο: Τέχνη Επαναστατική και Τέχνη Σοσιαλιστική
Επόμενο: Λεόν Τολστόι


ΣΚΟΡΠΙΑ ΦΥΛΛΑ

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΕΡΓΚΕΪ ΓΙΕΣΕΝΙΝ

Χάσαμε το Γιεσένιν, αυτόν το θαυμάσιο ποιητή, τον τόσο δροσερό, τόσον αληθινό. Και τι τραγικό τέλος! Έφυγε από μόνος του, αποχαιρετώντας με το αίμα του έναν άγνωστο φίλο, ίσως όλους μας. Οι τελευταίες του γραμμές είναι εκπληκτικές σε τρυφερότητα και γλυκύτητα. Άφησε τη ζωή χωρίς φωνές και φασαρίες, χωρίς καμώματα και διαμαρτυρίες, χωρίς να βροντήξει την πόρτα, μα κλείνοντας την σιγά με χέρι απ’ όπου έτρεχε το αίμα. Μ’ αυτή τη χειρονομία η ποιητική και ανθρώπινη εικόνα του Γιεσένιν αναβρύζει μέσα σ’ ένα αξέχαστο αποχαιρετιστήριο φως.

Ο Γιεσένιν συνέθεσε τα δηκτικά Τραγούδια ενός Χούλιγκαν και στις αυθάδικες επωδές των τρωγλών της Μόσχας έδωσε κείνη τη δίκη του αμίμητη γιεσένικη μελωδία. Πολύ συχνά καμάρωνε για μιαν αγοραία χειρονομία, για μια ωμή και χυδαία λέξη. Μα εκεί κάτω έπαλλε η ολότελα ξεχωριστή τρυφερότητα μιας ψυχής ανυπεράσπιστης και απροστάτευτης. Με κείνη τη μισοπροσποιητή χοντροκοπιά ο Γιεσένιν ζητούσε να προφυλαχτεί από τη σκληρή εποχή όπου είχε γεννηθεί –μα δεν το κατάφερνε. «Δεν το μπορώ άλλο», δήλωσε στις 27 Δεκέμβρη[1] ο νικημένος απ’ τη ζωή ποιητής –και τό ’πε αυτό δίχως πρόκληση μήτε γκρίνια. Αξίζει να επιμείνουμε πάνω σ’ αυτή τη μισοπροσποιητή χοντροκοπιά, γιατί ο Γιεσένιν δεν είχε απλά διαλέξει την εκφραστική του μορφή: οι συνθήκες της εποχής μας, της τόσο λίγο στοργικής, τόσο λίγο αβρής, τον είχανε διαποτίσει μ’ αυτήν. Σκεπασμένος με τη μάσκα της προπέτειας –και πληρώνοντας σ’ αυτή τη μάσκα τεράστια οφειλή και, κατά συνέπεια, καθόλου ευκαιριακή– μοιάζει σα να μην ένοιωσε ποτέ του ο Γιεσένιν αυτό τον κόσμο. Αυτό δε λέγεται για παίνεμα, γιατί ίσα-ίσα εξαιτίας αυτού του ασυμβίβαστου χάσαμε το Γιεσένιν, ούτε για κατηγορία: ποιος θα σκεφτότανε να κατακρίνει το μεγάλο λυρικό ποιητή που δεν καταφέραμε να κρατήσουμε κοντά μας;

Πικρός ο καιρός μας, ίσως από τους πιο πικρούς στην ιστορία αυτής της λεγόμενης πολιτισμένης ανθρωπότητας. Ο επαναστάτης, γεννημένος γι’ αυτά τα λίγα δεκάχρονα, κατέχεται από μανιασμένο πατριωτισμό γι’ αυτή την εποχή, που είναι η πατρίδα του στο χρόνο. Ο Γιεσένιν δεν είταν επαναστάτης. Ο ποιητής που έφτιαξε τον Πουγκατσόβ και τις Μπαλάντες των Εικοσιέξη είταν ένας εσωτερικός λυρικός. Η εποχή μας, αυτή δεν είναι λυρική. Αυτός είναι ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο ο Σεργκέι Γιεσένιν, από μόνος του και τόσο γρήγορα, έφυγε μακριά από μας κι απ’ τον καιρό του.

Οι ρίζες του Γιεσένιν είναι βαθιά λαϊκές και, όπως όλα σ’ αυτόν, το βιος του «λαός» δεν είναι τεχνητό. Η απόδειξη γι’ αυτό βρίσκεται όχι στα ποιήματα του για το λαϊκό ξεσήκωμα μα ξανά στο λυρισμό του:

Ήμερο, στο λόγγο με τα κέδρα, σιμά στη λαγγαδιά,
Το φθινόπωρο, ξανθότριχη φοράδα, τη χαίτη του τινάζει.

Αυτή η εικόνα του φθινόπωρου και τόσες άλλες ξάφνιασαν στην αρχή σαν άτοπα τολμήματα. Ο ποιητής μας ανάγκασε να νιώσουμε τις χωριάτικες ρίζες των εικόνων του και να τις αφήσουμε να εισδύσουνε βαθιά μέσα μας. Ο Φετ δε θα εκφραζόταν έτσι. Ο Τιούσεβ ακόμα λιγότερο. Η χωριάτικη φύση –αν και μεταμορφωμένη και λαγαρισμένη από το δημιουργικό του ταλέντο– είταν βαθιά ριζωμένη μέσα του. Είναι η ίδια η δύναμη αυτής της χωριάτικης φύσης που προκάλεσε την ιδιαίτερη αδυναμία του Γιεσένιν: είχε ξεριζωθεί μαζί με τη ρίζα του από το παρελθόν, όμως η ρίζα δεν είχε μπορέσει να πιάσει μέσα στους καινούργιους καιρούς.

Η πόλη δεν τον είχε δυναμώσει, τον είχε, αντίθετα, συνταράξει και τραυματίσει. Τα ταξίδια του στο εξωτερικό, στην Ευρώπη και από την άλλη ακτή του ωκεανού, δεν είχανε μπορέσει να τον «ανορθώσουν». Είχε αφομοιώσει πολύ πιο βαθιά την Τεχεράνη παρά τη Νέα Υόρκη, και ο ολότελα εσωτερικός λυρισμός του παιδιού του Ριαζάν βρήκε στην Περσία πολύ περισσότερες συγγένειες παρά στις καλλιεργημένες πρωτεύουσες της Ευρώπης και της Αμερικής. Ο Γιεσένιν δεν είταν εχθρικός στην Επανάσταση κι αυτή δεν του στάθηκε ποτέ ξένη· αντίθετα, έτεινε σταθερά προς αυτήν, γράφοντας από το 1918:

Ω πατρίδα μου μάνα, είμαι μπολσεβίκος!
Κι ακόμα τα τελευταία χρόνια:
Και τώρα στη γη των Σοβιέτ
Είμαι ο φλογερότερος συνοδοιπόρος.

Η Επανάσταση διείσδυσε βίαια στη δομή των στίχων του και των εικόνων του που, από μπερδεμένες που είταν, ξεκαθάρισαν. Με το γκρέμισμα του παρελθόντος ο Γιεσένιν δεν έχασε τίποτα, δε λυπήθηκε για τίποτα. Ξένος στην Επανάσταση; Βέβαια όχι, όμως εκείνη κι αυτός δεν είταν από την ίδια φύση. Ο Γιεσένιν είταν ένα πλάσμα εσωτερικό, τρυφερό, λυρικό –η Επανάσταση είναι δημόσια, επική, γεμάτη σύμφορες. Άλλωστε είναι μια συμφορά που τσάκισε τη σύντομη ζωή του ποιητή.

Έχουν πει πως κάθε ον φέρνει μέσα του το ελατήριο του πεπρωμένου του, ξετυλιγμένο ως την άκρη απ’ τη ζωή. Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει εδώ παρά ένα μέρος αλήθειας. Το δημιουργικό ελατήριο του Γιεσένιν, στο ξετύλιγμα του, χτύπησε πάνω στις σκληρές γωνίες της εποχής –κι έσπασε.

Βρίσκει κάνεις στο Γιεσένιν πολλές πολύτιμες στροφές διαποτισμένες από τον καιρό του. Ολόκληρο το έργο του είναι σημαδεμένο απ’ αυτόν. Κι όμως ο Γιεσένιν «δεν είταν αυτού του κόσμου». Δεν είναι ο ποιητής της Επανάστασης.

Παίρνω το κάθε τι όπως είναι, τ’ αποδέχομαι,
Είμαι έτοιμος να μπω στους στρωμένους πια δρόμους,
Για τον Οκτώβρη και το Μάη θάδινα την ψυχή μου,
Μόνο τη λατρευτή μου λύρα δε θα χάριζα!

Το λυρικό ελατήριό του θα μπορούσε να ξετυλιχτεί ως το τέλος μόνο στην περίπτωση που η ζωή θά ’ταν αρμονική, ευτυχισμένη, γεμάτη τραγούδια, σε μιαν εποχή όπου δε θα βασίλευε εξουσιαστής ο σκληρός αγώνας, μα η φιλία, η αγάπη, η τρυφεράδα. Αυτός ο καιρός θά ’ρθει. Στο δικό μας καιρό θά ’χουμε ακόμα πολλές αδυσώπητες και σωτήριες μάχες των ανθρώπων με τους ανθρώπους. Έπειτα θά ’ρθουν άλλοι καιροί που τους προετοιμάζουν οι τωρινοί αγώνες. Τότε το άτομο θα μπορέσει να ανοίξει σε αληθινό λουλούδι καθώς θ’ ανθοβολήσει η ποίηση. Η επανάσταση, πρώτα απ’ όλα, θα κατακτήσει με υπέρτατη πάλη για κάθε άτομο το δικαίωμα όχι μόνο στο ψωμί μα και στην ποίηση. Στην τελευταία του ώρα, σε ποιόν ο Γιεσένιν έγραψε το αιμάτινο γράμμα του; Ίσως να καλούσε από μακριά ένα φίλο που δεν έχει ακόμα γεννηθεί, τον άνθρωπο ενός μέλλοντος που άλλοι προετοιμάζουν με τους αγώνες τους και ο Γιεσένιν με τα τραγούδια του; Ο ποιητής πέθανε γιατί δεν είταν από την ίδια φύση με την Επανάσταση. Όμως εξονόματος του μέλλοντος η Επανάσταση θα τον υιοθετήσει για πάντα.

Από τα πρώτα κιόλας χρόνια του ποιητικού του έργου, ο Γιεσένιν, καταλαβαίνοντας την ανικανότητα να αμυνθεί που είταν μέσα του, έτεινε προς το θάνατο. Σε ένα από τα τελευταία του τραγούδια αποχαιρετάει τα λουλούδια:

Λοιπόν αγαπημένα μου, λοιπόν,
Σας είδα, είδα τη γης,
Το πένθιμο σας ρίγος θα κρατήσω
Σαν χάδι νέο, πρωτινό.

Μόνο τώρα, ύστερα από τις 27 Δεκέμβρη, όλοι εμείς, κείνοι που τον γνώρισαν λίγο και κείνοι που δεν τον γνώριζαν, μπορούμε να καταλάβουμε ολικά την εσωτερική ειλικρίνεια της ποίησης του, που σχεδόν κάθε στίχος της είταν γραμμένος με το αίμα μιας πληγωμένης φλέβας. Η πικρά μας είναι γι’ αυτό τόσο πιο στυφή. Χωρίς νά ’βγει από την εσωτερική του περιοχή, ο Γιεσένιν έβρισκε, στο προαίσθημα του κοντινού του τέλους, μια μελαγχολική και συγκινητική παρηγοριά:

Στη σιγαλιά καθώς θ’ ακούει ένα τραγούδι,
Η αγαπημένη μου με άλλον τώρα λατρευτό,
Θα με θυμάται ίσως
Σαν λούλουδο μοναδικό.

Μέσα στη συνείδηση μας μια σκέψη γλυκαίνει το σουβλερόν ολόφρεσκο πόνο: αυτός ο μεγάλος, αυτός ο ατόφιος ποιητής καθρέφτισε με τον τρόπο του την εποχή του και την πλούτισε με τα τραγούδια του, λαλώντας με καινούργιο τρόπο την αγάπη, το γαλανό ουρανό και το μοναδικό λουλούδι –τον εαυτό του.

Σ’ αυτό το θύμισμα στον ποιητή ας μην υπάρξει τίποτα που να μας καταθλίψει ή να μας κάνει να χάσουμε το θάρρος μας. Το ελατήριο της εποχής μας είναι πολύ πιο δυνατό από το ελατήριο του καθενός μας. Το σπείρωμα της ιστορίας θα ξετυλιχτεί ως την άκρη. Ας μην αντιταχτούμε σ’ αυτό, ας το βοηθήσουμε με τις συνειδητές προσπάθειες της σκέψης και της θέλησης. Ας προετοιμάσουμε το μέλλον. Ας κατακτήσουμε, για τον καθένα και για την καθεμιά, το δικαίωμα στο ψωμί και το δικαίωμα στο τραγούδι.

Ο ποιητής πέθανε, ζήτω η ποίηση! Ανυπεράσπιστο ένα παιδί των ανθρώπων κύλησε στην άβυσσο! Όμως, ζήτω η δημιουργική ζωή που, ως την τελευταία του στιγμή, ο Σεργκέι Γιεσένιν την τύλιξε με τα πολύτιμα νήματα της ποίησης του!

Πράβντα», 19 Γενάρη 1926)


Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΊΑ ΤΟΥ ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΙ

Ήδη ο Μπλοκ είχε αναγνωρίσει στο Μαγιακόβσκι «τεράστιο ταλέντο». Μπορεί να πει κανείς δίχως υπερβολή ότι υπήρχαν στο Μαγιακόβσκι τα αντιφεγγίσματα της μεγαλοφυΐας. Δεν είταν ωστόσο ταλέντο αρμονικό. Πού θα μπορούσε να βρεθεί καλλιτεχνική αρμονία μέσα σε κείνη τη δεκαετία των καταστροφών, στο ασημάδευτο όριο δυο εποχών; Στη δημιουργία του Μαγιακόβσκι οι κορυφές πάνε ζευγαρωτά με τις άβυσες, φανερώματα μεγαλοφυΐας ξαφνιάζουν πλάι σε στροφές τριμμένες, καμιά φορά μάλιστα κραυγαλέα αγοραίες.

Ο Μαγιακόβσκι θέλησε ειλικρινά να είναι επαναστάτης, προτού καν να είναι ποιητής. Στην πραγματικότητα είταν πριν απ’ όλα ένας ποιητής, ένας καλλιτέχνης, που απομακρύνθηκε από τον παλιό κόσμο χωρίς να ξεκόψει μαζί του, μόνο ύστερα από την Επανάσταση ζήτησε και, σ’ ορισμένο μετρό, βρήκε σ’ αυτήν στήριγμα. Δε συγχωνεύτηκε μαζί της πέρα για πέρα γιατί δεν είχε έρθει σ’ αυτήν μέσα στη σκληρή περίοδο των χρόνων της παράνομης προετοιμασίας. Γενικότερα, ο Μαγιακόβσκι δεν είταν μόνο ο «ψάλτης» μα και το θύμα μιας κρίσιμης εποχής που, προετοιμάζοντας τα στοιχεία μιας καινούργιας κουλτούρας με δύναμη άγνωστη ως τότε, πηγαίνει πιο αργά απ’ όσο θά ’πρεπε για να εξασφαλίσει την αρμονική εξέλιξη ενός ποιητή, μιας γενιάς από ποιητές που δόθηκαν στην επανάσταση. Πρέπει να δούμε εδώ την απουσία εσωτερικής αρμονίας που φανερωνότανε στο στυλ του ποιητή, την ανεπαρκή πειθαρχία του λόγου του και το άμετρο των εικόνων του: την καυτή λαβα του παθητικού και την ανικανότητα να συνδεθεί με την εποχή, με την τάξη, το κακόγουστο χωρατό με το οποίο ο ποιητής μοιάζει να θέλει να προστατευτεί από κάθε προσβολή του εξωτερικού κόσμου. Καμιά φορά σκεφτόμασταν την καλλιτεχνική όσο και ψυχολογική υποκρισία! Όχι! Τα γράμματα που γράφτηκαν πριν απ’ το θάνατό του αναδίνουν τον ίδιο ήχο: τί σημαίνει η επιγραμματική έκφραση «το επεισόδιο έληξε» με την οποία ο ποιητής τραβάει μια τελευταία γραμμή;

Ό,τι είταν ο λυρισμός και η ειρωνεία για τον αργοπορημένο ρομαντικό Ερρίκο Χάινε –η ειρωνεία εναντίον του λυρισμού μα συνάμα για την υπεράσπιση του– είναι για τον αργοπορημένο «φουτουριστή» Μαγιακόβσκι το παθητικό και το αγοραίο: το αγοραίο εναντίον του παθητικού μα συνάμα για την υπεράσπιση του.

Η επίσημη γνώμη, που φιλοτεχνήθηκε από τη «Γραμματεία»[2] σε γλώσσα νομικού πρωτόκολλου, βιάζεται να πληροφορήσει ότι αυτή η αυτοκτονία «δεν έχει καμιά σχέση με τις κοινωνικές και λογοτεχνικές ασχολίες του ποιητή». Πράγμα που είναι σα να λες πως ο θεληματικός θάνατος του Μαγιακόβσκι δεν έχει καμιά σχέση με τη ζωή του, ή ότι η ζωή του δεν είχε τίποτα κοινό με την επαναστατική και ποιητική δημιουργία του· αυτό είναι σα να μεταβάλεις το θάνατό του σ’ ένα τυχαίο μικρογεγονός. Αυτό δεν είναι ούτε αληθινό ούτε αναγκαίο ούτε... έξυπνο! «Η βάρκα της αγάπης έσπασε πάνω στην τρεχούμενη ζωή», γράφει ο Μαγιακόβσκι στους τελευταίους στίχους του. Αυτό θέλει να πει ότι οι «κοινωνικές και λογοτεχνικές του ασχολίες» είχαν πάψει να τον ανεβάζουν αρκετά πάνω από τις ταλαιπωρίες της καθημερινής ζωής για να τον προφυλάξουν από τα ανυπόφορα χτυπήματα που έπεφταν πάνω του. Πώς να γράψεις τότε: «δεν έχει καμιά σχέση»;

Η τωρινή επίσημη ιδεολογία στο θέμα της «προλεταριακής λογοτεχνίας» –ξαναβρίσκουμε στο λογοτεχνικό τομέα κείνο που βλέπουμε στον οικονομικό τομέα– είναι βασισμένη πάνω σε μιαν ολοκληρωτική έλλειψη κατανόησης των ρυθμών και των προθεσμιών της πολιτιστικής ωρίμανσης. Η πάλη για την «προλεταριακή κουλτούρα» –κάτι σαν την «ολοκληρωτική κολλεχτιβοποίηση» όλων των κατακτήσεων της ανθρωπότητας στα πλαίσια του πεντάχρονου πλάνου– είχε στις απαρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης χαρακτήρα ουτοπικού ιδεαλισμού· και γι’ αυτό ίσα-ίσα συνάντησε την αντίσταση του Λένιν και του συντάκτη αυτών των γραμμών. Αυτά τα τελευταία χρόνια αυτή κατάντησε απλούστατα σύστημα γραφειοκρατικής διοίκησης –και καταστροφής– της τέχνης. Αποτυχημένοι της αστικής λογοτεχνίας στο είδος του Σεραφίμοβιτς, του Γκλάντκοβ και Σία, ανακηρύχτηκαν κλασικοί της ψευτοπρολεταριακής λογοτεχνίας. Μια ευλύγιστη μηδαμινότητα όπως ο Άβερμπαχ βαφτίστηκε Μπιελίνσκι της... «προλεταριακής» (!) λογοτεχνίας. Η υψηλή διεύθυνση των καλών γραμμάτων βρίσκεται στα χέρια του Μόλοτοφ, ζωντανής άρνησης κάθε δημιουργικού πνεύματος μέσα στην ανθρώπινη φύση. Και το χειρότερο είναι ότι βοηθός του Μόλοτοφ είναι ο Γκούσεβ, καλλιτέχνης σε πολλούς και διάφορους τομείς εκτός από την τέχνη. Η εκλογή είναι ολότελα κατ’ εικόνα του γραφειοκρατικού εκφυλισμού στις επίσημες σφαίρες της επανάστασης. Ο Μόλοτοφ και ο Γκούσεβ απλώσανε πάνω στα καλά γράμματα μια λογοτεχνία παραμορφωμένη, πορνογραφική, «επαναστατών» αυλοκολάκων, έργο ενός περιληπτικού ανώνυμου.

Οι καλύτεροι εκπρόσωποι της προλεταριακής νεολαίας, που ο προορισμός τους είναι να προετοιμάσουνε τις βάσεις μιας καινούργιας λογοτεχνίας και μιας καινούργιας κουλτούρας παραδόθηκαν στις διαταγές ανθρώπων που μετατρέψανε σε κριτήριο της πραγματικότητας την ίδια τους την έλλειψη κουλτούρας.

Ναι, ο Μαγιακόβσκι είναι ο πιο αρρενωπός και πιο θαρραλέος απ’ όλους εκείνους που, ανήκοντας στην τελευταία γενιά της παλιάς ρωσικής λογοτεχνίας και μη έχοντας ακόμα αναγνωριστεί απ’ αυτήν, ζήτησαν να δημιουργήσουν δεσμούς με την Επανάσταση. Ναι, ύφανε δεσμούς άπειρα πιο πολύπλοκους απ’ όλους τους άλλους συγγραφείς. Ένας βαθύς σπαραγμός παράμενε μέσα του. Στις αντιφάσεις που περικλείει η Επανάσταση, ολοένα και πιο οδυνηρές για την τέχνη που αναζητάει βελτιωμένες μορφές, ήρθε να προστεθεί τα τελευταία τούτα χρόνια το αίσθημα της παρακμής όπου την κατάντησαν οι επίγονοι. Πρόθυμος να υπηρετήσει την «εποχή» του με τα πιο ταπεινά καθημερινά έργα, ο Μαγιακόβσκι δε μπορούσε να μην αποστραφεί την ψευτο-επαναστατική ρουτίνα. Είταν ανίκανος νά ’χει πλήρη συνείδηση γι’ αυτό στο θεωρητικό πεδίο και, κατά συνέπεια, να βρει το δρόμο για να την υπερνικήσει. Λέει σωστά για τον εαυτό του πως «δεν είναι για παίνεμα». Για καιρό και ρωμαλέα αρνήθηκε να μπει στο διοικητικό κολχόζ της υποτιθέμενης «προλεταριακής» λογοτεχνίας του Άβερμπαχ. Επιχείρησε να ιδρύσει, κάτω από τη σημαία του Λεφ, το τάγμα των φλογερών σταυροφόρων της προλεταριακής επανάστασης: να την υπηρετήσει με πλήρη συνείδηση και όχι κάτω από την απειλή. Το Λεφ δεν είχε φυσικά τη δύναμη να επιβάλει το ρυθμό του στα Εκατοπενήντα Εκατομμύρια: η δυναμική των πλημμυρίδων και αμπώτιδων της επανάστασης είτανε παρά πολύ βαριά, παρά πολύ βαθιά. Το Γενάρη αυτού του χρόνου, ο Μαγιακόβσκι, νικημένος από τη λογική της κατάστασης, έκανε μια μεγάλη προσπάθεια πάνω στον εαυτό του για να προσχωρήσει τελικά στη Σοβιετική Ένωση των Προλεταριακών Ποιητών (VAPP), δυο-τρεις μήνες προτού σκοτωθεί. Αυτή η προσχώρηση δεν του πρόσφερε τίποτα, του πήρε αντίθετα κάτι. Σαν καθάρισε τους λογαριασμούς του τόσο στο προσωπικό πεδίο όσο και στο δημόσιο και βούλιαξε τη «βάρκα» του, οι εκπρόσωποι της γραφειοκρατικής λογοτεχνίας, «κείνοι που είναι για παίνεμα», ξεφώνισαν: «ασύλληπτο, ακατανόητο», δείχνοντας μ’ αυτό πως δεν είχαν περισσότερο καταλάβει το μεγάλο ποιητή Μαγιακόβσκι απ’ ότι τις αντιφάσεις της εποχής.

Ιδρυμένη ύστερα από πογκρόμ ενάντια στις ατόφια επαναστατικές και ζωντανές λογοτεχνικές εστίες, η Ένωση των προλεταριακών ποιητών (VAPP), υποταγμένη στο γραφειοκρατικό καταναγκασμό και παραδομένη ιδεολογικά στην εγκατάλειψη, δεν εξασφάλισε ολοφάνερα την ηθική ενότητα: στην αναχώρηση του πιο μεγάλου ποιητή της Σοβιετικής Ρωσίας το μόνο που βρίσκουν ν’ απαντήσουν με ημιεπίσημη αμηχανία είναι κείνο το «δεν έχει καμιά σχέση...». Είναι λίγο, αληθινά λίγο, για κείνον που θέλει να οικοδομήσει μια καινούργια κουλτούρα μέσα στις πιο σύντομες προθεσμίες.

Ο Μαγιακόβσκι δεν έγινε, δε μπορούσε να γίνει, ο θεμελιωτής της προλεταριακής λογοτεχνίας για τον ίδιο λόγο που ο σοσιαλισμός δε μπορεί να οικοδομηθεί σε μια μόνο χώρα. Στους αγώνες της μεταβατικής περιόδου είταν ο πιο θαρραλέος μαχητής του λόγου κ’ έγινε ένας από τους πιο αναμφισβήτητους προδρόμους της λογοτεχνίας που θα δόσει στον εαυτό της η νέα κοινωνία.

Δελτίο της Ρωσικής Αριστερής Αντιπολίτευσης», Μάης 1930)


ΑΝΑΤΟΛ ΒΑΣΙΛΙΕΒΙΤΣ ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ

Τα πολιτικά γεγονότα αυτών των δέκα τελευταίων χρόνων μας χώρισαν και μας έφεραν σε διαφορετικά στρατόπεδα, στο σημείο που δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω την τύχη του Λουνατσάρσκι παρά μόνο από το διάβασμα των εφημερίδων. Υπήρξε ωστόσο ένας καιρός όπου στενοί πολιτικοί δεσμοί μας ένωσαν κι όπου οι προσωπικές μας σχέσεις, χωρίς να φτάσουν ως την οικειότητα, είχαν πάρει πολύ φιλικό χαρακτήρα.

Ο Λουνατσάρσκι είταν τέσσερα πέντε χρόνια μικρότερος από το Λένιν και πάνω κάτω αλλά τόσα μεγαλύτερος από μένα. Αυτή η διάφορα ηλικίας δεν είχε καμιά σημασία καθαυτή, έδειχνε όμως ότι ανήκαμε σε διαφορετικές επαναστατικές γενιές. Ο Λουνατσάρσκι μπήκε στην πολιτική ζωή όταν είταν γυμνασιόπαιδο, στο Κίεβο. Είταν ακόμα κείνη τη στιγμή κάτω από την επίδραση των τελευταίων μπουμπουνητών της τρομοκρατικής πάλης των ναρόντνικων εναντίον του τσαρισμού, για τους πιο κοντινούς μου σύγχρονους η πάλη των ναρόντνικων έφτανε κιόλας το θρύλο.

Στο σχολείο ο Λουνατσάρσκι ξάφνιαζε με την ποικιλία των ταλέντων του. Έγραφε στίχους, σίγουρα, έπιανε εύκολα τις φιλοσοφικές ιδέες, έκανε θαυμάσιες διαλέξεις στις φοιτητικές βραδιές. Είταν άφταστος ρήτορας και δεν έλειπε κανένα χρώμα από τη συγγραφική του παλέτα. Στην ηλικία των είκοσι χρόνων είτανε σε θέση να κάνει διαλέξεις για το Νίτσε, να τα βάλει με την κατηγορική προσταγή, να υπερασπίζει τη μαρξική θεωρία της αξίας, να συζητάει για τις συγκριτικές αρετές του Σοφοκλή και του Σαίξπηρ.

Τα εξαιρετικά του χαρίσματα συνδυάζονταν οργανικά μέσα του με τον άσωτο ντιλεταντισμό της αριστοκρατικής ιντελλιγκέντσιας, κείνης που έβρισκε άλλοτε την ανώτερη δημοσιογραφική της έκφραση στο πρόσωπο του Αλεξάντρ Χέρτσεν.

Ο Λουνατσάρσκι είταν δεμένος με την επανάσταση και το σοσιαλισμό σαράντα ολόκληρα χρόνια, δηλαδή σ’ όλη τη διάρκεια της συνειδητής του ζωής. Πέρασε από τις φυλακές, την εξορία, την υπερορία κι έμεινε μαρξιστής ακλόνητος. Στο κύλισμα κείνων των μακρών χρόνων, χιλιάδες από τους παλιούς συντρόφους του, βγαλμένοι από τον ίδιο κύκλο της ευγενοαστικής ιντελλιγκέντσιας, πέρασαν στο στρατόπεδο του ουκρανικού εθνικισμού, του αστικού φιλελευθερισμού ή της μοναρχικής αντίδρασης. Οι επαναστατικές ιδέες δεν είτανε για το Λουνατσάρσκι νεανικός ενθουσιασμός: αυτές τον είχαν διαποτίσει ως τα τρίσβαθα των νεύρων και των αιμοφόρων αγγείων. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να πούμε μπροστά στο νιόσκαφτο τάφο του.

Θα ’ταν όμως άσωστο να φανταστούμε το Λουνατσάρσκι σαν άντρα με πεισματική θέληση και δυνατή κράση, σαν ένα μαχητή που το μάτι του δεν ξεφεύγει. Η σταθερότητα του είταν πολύ ελαστική –παρά πολύ, μάλιστα, για πολλούς από μας. Ο ντιλεταντισμός δεν είταν μόνο σ’ αυτόν πνευματικό δεδομένο, είταν και γνώρισμα χαρακτήρα. Ρήτορας ή συγγραφέας, αφηνόταν εύκολα στις παρεκβάσεις. Τύχαινε πολύ συχνά μια καλλιτεχνική εικόνα να τον παρασύρει μακριά από την ανάπτυξη της βασικής ιδέας. Στην πολιτική του δράση του άρεσε το ίδιο να ρίχνει ματιές δεξιά κι αριστερά. Είταν παρά πολύ διαπεραστός σε όλους τους φιλοσοφικούς και πολιτικούς νεωτερισμούς κάθε λογής για να αφήνεται σ’ αυτούς ή να παίζει μαζί τους.

Είναι έξω από αμφιβολία ότι η ντιλετάντικη πλευρά της φύσης του εξασθένιζε μέσα του τη φωνή της κριτικής. Τον περισσότερο καιρό οι λόγοι του είταν αυτοσχέδιοι και, όπως πάντα σε τέτοια περίπτωση, δεν είταν απαλλαγμένοι ούτε από πλατειασμούς ούτε από κοινοτοπίες. Έγραφε ή υπαγόρευε με εξαιρετική ευκολία και δε διόρθωνε σχεδόν ποτέ τα γραπτά του. Στερούνταν από πνευματική συγκέντρωση και ικανότητα για αυτοέλεγχο για να δημιουργήσει αξίες λιγότερο συζητήσιμες: είχε ωστόσο αρκετές γνώσεις και ταλέντο γι’ αυτό.

Όσο μακριά κι αν αφηνόταν να παρασυρθεί στις παρεκβάσεις του, ο Λουνατσάρσκι ξαναγύριζε διαρκώς στη βασική του σκέψη, στο κάθε άρθρο του και λόγο του, στο σύνολο της πολιτικής του δραστηριότητας. Οι διακυμάνσεις του, φορές φορές απροσδόκητες, είχανε περιορισμένο άνοιγμα: δεν ξεπερνούσανε ποτέ το σύνορο της Επανάστασης και του Σοσιαλισμού.

Στα 1904, κοντά ένα χρόνο ύστερα από το σχίσμα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας ανάμεσα σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους, ο Λουνατσάρσκι, περνώντας από την εξορία στην υπερορία, τάχτηκε με το μέρος των μπολσεβίκων. Ο Λένιν, έχοντας σπάσει με τους δασκάλους του (Πλεχάνοφ, Άξελροντ, Βέρα Ζασούλιτς) και με τους πιο κοντινούς ιδεολογικούς συντρόφους του (Μάρτοφ, Πότρεσοφ) βρισκότανε εκείνες τις μέρες πολύ απομονωμένος. Είχε απόλυτη ανάγκη από ένα συνεργάτη για την εξωτερική εργασία, στην οποία δεν του άρεσε ούτε ήξερε να υποτάσσεται. Ο Λουνατσάρσκι έπεσε γι’ αυτόν πραγματικά σαν δώρο από τον ουρανό. Μόλις κατέβηκε από το τραίνο βρήκε μια θέση μέσα στη θορυβώδικη ζωή της ρωσικής εμιγκράτσιας στην Ελβετία, τη Γαλλία και σ’ όλη την Ευρώπη: έκανε εκθέσεις, έφερνε αντιρρήσεις, έγραφε πολεμικές στον τύπο, διεύθυνε κύκλους, χωράτευε, εκτόξευε αιχμές, τραγουδούσε με φάλτσα φωνή, αιχμαλωτίζοντας νέους και γέρους με την τόσο πλούσια μόρφωσή του και με την τόσο χαριτωμένη ευκολία του στις προσωπικές σχέσεις.

Η γλυκύτητα του συμβιβαστικού του χαρακτήρα είταν ένα από τα έντονα γνωρίσματα της ηθικής προσωπικότητας αυτού του ανθρώπου. Είτανε ξένος τόσο στη μικροπρεπή ματαιοδοξία όσο και στη βαθύτερη μέριμνα να υπερασπίσει απέναντι στους εχθρούς και στους φίλους αυτό που αναγνώριζε πως είταν η αλήθεια. Όλη του τη ζωή ο Λουνατσάρσκι ενέδινε στην επίδραση προσώπων που είχαν συχνά λιγότερες γνώσεις και ταλέντα απ’ αυτόν, όμως μεγαλύτερης σταθερότητας. Ήρθε στο μπολσεβικισμό με τη μεσολάβηση του φίλου του και μεγαλύτερου του, του Μπογκντάνοφ. Νεαρός φυσιολόγος γιατρός, φιλόσοφος, οικονομολόγος, ο Μπογκτάνοφ (το πραγματικό του όνομα είταν Μαλινόβσκι) έδωσε προκαταβολικά εγγύηση στο Λένιν ότι ο μικρότερος του, ο Λουνατσάρσκι, με τον ερχομό του στο εξωτερικό θα ακολουθούσε άφευκτα το παράδειγμα του και θα έσμιγε με τους μπολσεβίκους. Η πρόβλεψη επιβεβαιώθηκε στο ακέραιο. Ο ίδιος ο Μπογκντάνοφ, ύστερα από τη συντριβή της Επανάστασης του 1905, απόσπασε το Λουνατσάρσκι από το μπολσεβικισμό για να τον οδηγήσει σε μια μικρή υπεραδιάλλακτη ομάδα που συνδύαζε μια σεχταριστική μη κατανόηση της νικηφόρας αντεπανάστασης με το αφηρημένο κήρυγμα μιας προλεταριακής κουλτούρας παρασκευασμένης με μέθοδες εργαστηριακές.

Μέσα στα μαύρα χρόνια της αντίδρασης (1908-1912) όταν πλατιά στρώματα της ιντελλιγκέντσιας έπεφταν, λες χτυπημένα από επιδημία, στο μυστικισμό, ο Λουνατσάρσκι, μαζί με το Γκόργκι που τον έδενε μαζί του στενή φιλία, πλήρωσε την οφειλή του στη μυστικιστική αναζήτηση. Χωρίς να σπάσει με το μαρξισμό, βάλθηκε να παρουσιάσει το σοσιαλιστικό ιδανικό σαν καινούργια μορφή θρησκείας και καταπιάστηκε σοβαρά ν’ αναζητήσει ένα καινούργιο τελετικό. Σαρκαστικός ο Πλεχάνοφ τον βάφτισε «Άγιο Ανατόλιο» κι αυτό το παρατσούκλι του έμεινε για καιρό. Ο Λένιν μαστίγωνε όχι λιγότερο αλύπητα τον αλλοτινό και μελλοντικό σύντροφο του. Αν και γλυκαίνοντας σιγά σιγά, η πάλη κράτησε ως τα 1917, όταν ο Λουνατσάρσκι, όχι δίχως αντίσταση και ισχυρή πίεση απ’ έξω, αυτή τη φορά από μέρους μου, έσμιξε ξανά με τους μπολσεβίκους. Είταν τότε μια περίοδος ζύμωσης δίχως ανάπαυλα, που έγινε η κορυφαία περίοδος της πολιτικής του ζωής. Ακόμα και τότε έκανε όχι λίγα πηδήματα που οφείλονταν στο παρορμητικό ταμπεραμέντο του. Έτσι λίγο έλειψε να σπάσει με το Κόμμα στην πιο κρίσιμη στιγμή, το Νοέμβρη του 1917, όταν έφτασε από τη Μόσχα ο ψίθυρος ότι το μπολσεβίκικο πυροβολικό είχε καταστρέψει την εκκλησία του Άη Βασίλη. Ο ειδήμονας, ο εστέτ, δε μπορούσε να συγχωρήσει έναν τέτοιο βανδαλισμό. Ευτυχώς ο Λουνατσάρσκι, όπως ξέρουμε, είταν παρορμητικός, όμως συμφιλιωτικού χαρακτήρα και πέρα απ’ αυτό η εκκλησία του Άη Βασίλη δεν είχε καθόλου υποφέρει τις μέρες της εξέγερσης στη Μόσχα.

Με την ιδιότητα του Επίτροπου του λαού στην Παιδεία ο Λουνατσάρσκι είταν αναντικατάστατος στις σχέσεις του με τους παλιούς πανεπιστημιακούς κύκλους και γενικά με το εκπαιδευτικό σώμα που περίμεναν από τους «απαίδευτους σφετεριστές» την ολοκληρωτική διάλυση των επιστημών και των τεχνών. Με ενθουσιασμό και δίχως κόπο απόδειξε σ’ όλον εκείνο τον κλειστό κόσμο ότι οι μπολσεβίκοι, όχι μόνο σεβότανε την κουλτούρα, μα δεν κάνανε χωρίς αυτήν. Αρκετοί πανεπιστημιακοί κείνες κει τις μέρες θαύμασαν με ανοιχτό στόμα κείνον τον βάνδαλο που διάβαζε μισή δωδεκάδα σύγχρονες γλώσσες και δυο αρχαίες και ο οποίος, στα πεταχτά, αναπάντεχα, αποκάλυπτε μιαν ευρυμάθεια τόσο καθολική που θα αρκούσε σε ολάκερη δεκάδα καθηγητές. Δεν είναι από τις μικρότερες αρετές του Λουνατσάρσκι ότι πέτυχε τη συμφιλίωση της ιντελλιγκέντσιας με δίπλωμα και πτυχίο με το σοβιετικό καθεστώς. Σαν οργανωτής της Δημόσιας Εκπαίδευσης αποδείχτηκε απελπιστικά αδύναμος. Ύστερα από μερικές άτυχες απόπειρες, όπου η φαντασία του ντιλετάντη παντρευόταν με τη διοικητική ανικανότητα, ο Λουνατσάρσκι έπαψε να αξιώνει κάθε πρακτική διεύθυνση. Η Κεντρική Επιτροπή του έδοσε βοηθούς που, κάτω από το προκάλυμμα της προσωπικής εξουσίας του Επίτροπου του λαού, κρατούσαν γέρα τα ηνία στο χέρι.

Αυτό έδοσε τόσο περισσότερο τη δυνατότητα στο Λουνατσάρσκι να αφιερώσει τις ελευθερές ώρες του στην τέχνη. Ο υπουργός της Επανάστασης είταν όχι μόνο γνώστης και λάτρης του θεάτρου μα και γόνιμος δραματουργός. Τα θεατρικά του έργα αποκαλύπτουν όλη την έκταση των γνώσεων του και των ανησυχιών του, μια καταπληκτική ευκολία να διεισδύει στην ιστορία και τον πολιτισμό διάφορων χωρών και διάφορων εποχών, μιαν εξαιρετική ικανότητα να συνδυάζει τη δίκη του φαντασία με τις ιδέες των άλλων. Τίποτα περισσότερο. Δε φέρνουν τη σφραγίδα μιας αληθινής δημιουργικής ιδιοφυΐας.

Στα 1923 ο Λουνατσάρσκι έβγαλε ένα μικρό τόμο, τις Σιλουέτες, αφιερωμένο στους πιο χαρακτηριστικούς ηγήτορες της Επανάστασης. Το βιβλίο δεν ερχόταν καθόλου στην ώρα του: φτάνει να πούμε ότι το όνομα του Στάλιν δε βρίσκεται καν εκεί. Από τον επόμενο κιόλας χρόνο οι Σιλουέτες αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία και ο ίδιος ο Λουνατσάρσκι ένιωσε να πέφτει σε δυσμένεια. Ούτε δω τούλειψε η ευλυγισία. Προσαρμόστηκε πολύ γρήγορα με την αναστάτωση που είχε προκληθεί στη σύνθεση της διεύθυνσης· όπως και νά ’νε, υποτάχτηκε ολοκληρωτικά στους καινούργιους κύριους της κατάστασης. Μ’ όλα αυτά έμεινε ως το τέλος φιγούρα ξένη στις γραμμές τους. Ο Λουνατσάρσκι γνώριζε παρά πολύ το παρελθόν της επανάστασης και του Κόμματος, είχε παρά πολλές και ποικίλες ανησυχίες, είταν τέλος παρά πολύ μορφωμένος για να έχει ξεχωριστή θέση στους κόλπους της γραφειοκρατίας. Στερημένος από το πόστο του τού Επίτροπου του λαού, όπου, άλλωστε, είχε καταφέρει ως την άκρη να εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή, ο Λουνατσάρσκι έμεινε σχεδόν ακηλίδωτος μέχρι το διορισμό του ως πρεσβευτή στην Ισπανία. Δεν είχε καν τον καιρό να καταλάβει το καινούργιο του πόστο: ο θάνατος τον πρόλαβε στο Μεντόν.

Ο φίλος, όπως κι ο έντιμος αντίπαλος, δε θα αρνηθούν να υποκλιθούν μπροστά στη σκιά του.

1 Γενάρη 1933


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————

[1]. 27 Δεκέμβρη (1925) –Είναι η μέρα που αυτοκτόνησε ο Γιεσένιν.

[2]. «Γραμματεία» –Πρόκειται για τη Γενική Γραμματεία του Κόμματος, δηλαδή για το Στάλιν.