1996 · Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι> Λογοτεχνία και Επανάσταση_m


Λεόν Τρότσκι

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Προηγούμενο: Λεόν Τολστόι
Επόμενο: Γράμμα στην Τζόαν Λόντον


ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ

Ο γάλλος ποιητής Μαρσέλ Μαρτινέ[1]έγραψε ένα δράμα που μπορεί να ονομαστεί, με την πλήρη έννοια της έκφρασης, το δράμα της γαλλικής εργατικής τάξης. Αυτό και μόνο το γεγονός του εξασφαλίζει το δικαίωμα στην προσοχή.

Ο Μαρτινέ είναι κομμουνιστής διαμορφωμένος στο σχολειό της συνδικαλιστικής ομάδας της «Εργατικής Ζωής», δηλαδή σε καλό σχολειό. Σαν καλλιτέχνης ο Μαρτινέ έχει περάσει από το όχι λιγότερο καλό σχολειό του Ρομαίν Ρολλάν. Κατά συνέπεια, δε θα μπορούσες να περιμένεις ή να φοβάσαι από τη μεριά του έργα καθαρής προπαγάνδας ή, όπως αγαπάνε να λένε οι εστέτ, «αγοραίας προπαγάνδας», όπου η πολιτική υιοθετεί από απλή σύμπτωση το δραματικό πλαίσιο ή τη μορφή του στίχου.

Ο Μαρσέλ Μαρτινέ είναι βαθύς ψυχολόγος. Περνάει όλα τα προβλήματα της μεγάλης εποχής μας, ξαναζεσταίνοντάς τα εκεί υποκειμενικά, από την προσωπική του συνείδηση ή, πιο σωστά, μέσα από το προσωπικό του εγώ, το υποκειμενικό, το ατομικό, βρίσκει το δρόμο προς το γενικό και το οικουμενικό. Γι’ αυτό είναι καλλιτέχνης.

Αν όμως ο Μαρτινέ πήγε στο σχολειό του Ρολλάν, ξεπέρασε ηθικά αυτό το σχολειό. Αυτό είναι που του επέτρεψε να γίνει κομμουνιστής.

Στον πόλεμο ο Ρολλάν, τοποθετώντας τον εαυτό «πάνω από τη σύρραξη», προκάλεσε ένα δικαιολογημένο θαυμασμό για το προσωπικό του θάρρος. Είταν η εποχή όπου ο αγελαίος ηρωισμός σκέπαζε με πτώματα τα βουνά και τις πεδιάδες της Ευρώπης, ενώ το προσωπικό θάρρος, ακόμα και στην πιο μέτρια δόση, συναντιόταν πολύ σπάνια, κυρίως ανάμεσα στους «αριστοκράτες της σκέψης».

Ο Ρολλάν αρνιότανε να ουρλιάζει μαζί με τους λύκους της πατρίδας του. Υψώθηκε «πάνω από τη σύρραξη», ή, πιο σωστά, απομακρύνθηκε απ’ αυτήν: ταμπουρώθηκε σε ουδέτερο έδαφος. Εξακολουθούσε, μέσα στο μπουμπουνητό του πολέμου, πολύ υπόκωφο, είν’ αλήθεια, στην ουδέτερη Ελβετία, να εκτιμάει τη γερμανική επιστήμη και τη γερμανική τέχνη και να κηρύχνει τη συνεργασία των δυο λαών. Αυτό το πρόγραμμα δεν είταν βέβαια τρομερά τολμηρό, μα για να το διακηρύξει κανείς τότε, μέσα στο αφηνίασμα του σωβινισμού, χρειαζότανε κάποια προσωπική ανεξαρτησία. Κι αυτό γοήτευε.

Ωστόσο, από κείνη κιόλας τη στιγμή, διακρίνονταν καλά η στενότητα της φιλοσοφίας του Ρολλάν και, αν τολμώ να εκφραστώ έτσι, ο εγωισμός του ουμανισμού του. Ο Ρολλάν, αυτός είχε ταμπουρωθεί στην ουδέτερη Ελβετία, αλλά οι άλλοι; Ένας λαός δε μπορεί να τοποθετηθεί πάνω από τη σύρραξη γιατί είναι το κρέας για τα κανόνια αυτής της σύρραξης. Το γαλλικό προλεταριάτο δε μπορούσε να πάει στην Ελβετία. Η σημαία του Ρολλάν προοριζόταν αποκλειστικά για προσωπική του χρήση: είταν η σημαία ενός μεγάλου καλλιτέχνη, θρεμένου με τη γαλλική και γερμανική λογοτεχνία, που είχε περάσει την ηλικία της στρατιωτικής υπηρεσίας, και εφοδιασμένου με τους αναγκαίους πόρους για να μπορεί να μεταφέρεται από χώρα σε χώρα.

Η στενότητα του ρολλαντικού ουμανισμού εκδηλώθηκε πλέρια αργότερα, όταν το πρόβλημα του πολέμου, της ειρήνης και της πνευματικής συνεργασίας έγινε το πρόβλημα της επανάστασης. Και δω ακόμα ο Ρολλάν αποφάσισε να μείνει πάνω από τη σύρραξη. Δεν αναγνωρίζει ούτε δικτατορία ούτε βία, ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Βέβαια, τα ιστορικά γεγονότα δεν εξαρτιώνται από μια τέτοια αναγνώριση, ο ποιητής όμως δεν παύει μ’ αυτό νάχει το δικαίωμα να εκφέρει πάνω σ’ αυτά μια κρίση ηθική ή αισθητική, και στον ποιητή, με το φιλανθρωπικό εγωκεντρισμό, αυτό είναι αρκετό.

Αλλά οι λαϊκές μάζες; Αν αυτές υπομένουν δουλικά τη δικτατορία του κεφαλαίου, ο Ρολλάν θα καταδικάσει ποιητικά και αισθητικά τη μπουρζουαζία. Αν αντίθετα οι εργαζόμενοι επιχειρήσουν να ανατρέψουν τη βία των εκμεταλλευτών με το μόνο μέσο που είναι στη διάθεσή τους, με την επαναστατική βία, θα προσκρούσουν στην ηθική και αισθητική καταδίκη του Ρολλάν.

Έτσι η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι κοντολογής παρά υλικό για καλλιτεχνική ερμηνεία ή για ηθική κρίση.

Η ατομικιστική αξίωση του Ρολλάν ανήκει στο παρελθόν.

Απέναντι στην ανθρώπινη ιστορία ο Μαρτινέ είναι πολύ πιο πλατύς, πιο ζωντανός, πιο ανθρώπινος. Δεν τοποθετεί τον εαυτό του πάνω από τη σύρραξη. Η απελευθέρωση του ανθρώπινου πολιτισμού, ο πόλεμος και η ειρήνη, η συνεργασία των εθνών δεν είναι γι’ αυτόν υλικό για προσωπικές εκτιμήσεις μα αντικείμενο δράσης των μαζών. Κείνο που δραματοποιεί στο τελευταίο έργο του, τη Νύχτα, είναι η επαναστατική δράση των καταπιεζόμενων μαζών.

Αυτό το δράμα είναι ρεαλιστικό; Ναι, υπάρχει ένα ρεαλιστικό φόντο, στο σύνολο όπως και σε κάθε πρόσωπο χωριστά. Τα πρόσωπα ζουν, όμως, μέσα από την ατομική τους ζωής, σε κάθε σταθμό του δράματος, διαφαίνεται η ζωή της τάξης τους, της χώρας τους, η ζωή της σύγχρονης ανθρωπότητας. Πάνω απ’ αυτά συμπυκνώνονται αόρατες, οι κοινωνικές δυνάμεις. Από δω η συμβολική αξία των εικόνων.

Το κεντρικό πρόσωπο είναι η γριά Μαριέτα, εβδομηντάρα χωριάτισσα. Γύρω της συσπειρώνονται χωριάτες και χωριάτισσες από ένα χωριό της Βόρειας Γαλλίας ρημαγμένο από το πυροβολικό. Με το φρόνιμο θάρρος της και την ξύπνια καλοσύνη της η Μαριέτα βασιλεύει πάνω στο μικρό της κόσμο. Είναι η γαλλίδα μητέρα, η μάνα του γαλλικού λαού. Έχει βαθιές χωριάτικες ρίζες μα έχει διασχίσει τους αιώνες της καινούργιας ιστορίας, τη διαδοχή των επαναστάσεων, έχει γνωρίσει πολλές ελπίδες και απογοητεύσεις, πολλές λύπες για τα παιδιά της που το αίμα τους τρέχει. Παρ’ όλα αυτά έμεινε αλύγιστη στην απελπισία και δε θέλει να την γνωρίσει ακόμα και σήμερα, στα χρόνια του μεγάλου μακελιού. Η καρδιά της μένει αστέρευτη πηγή ακάματης καλοσύνης.

Ο μεγάλος γιος της Μαριέτας είναι στον πόλεμο. Μαζί της έχει μείνει η νύφη της, η εύθραυστη, σιωπηλή και καρτερική Άννα - Μαρία που σε στιγμές τραγικής και τρυφερής αποκάλυψης των ψυχών η γριά την αποκαλεί «γλυκειά σταχτιά γατούλα» της. Κοντά τους είναι ο εγγονός τους και γιος, ο Λουϊζόν, δωδεκάχρονο αγόρι, αφυπνισμένο και ατσαλωμένο πριν την ώρα του από την τρομερή ένταση του πολέμου. Οι κάτοικοι από τα γύρω μαζεύονται στο σπιτάκι της Μαριέτας, το μόνο που έμεινε όρθιο: άνθρωποι στερημένοι από τη στέγη τους, γέροντες που έχασαν τους γιους τους, μανάδες που το πυροβολικό, από δω κι απ’ αντίκρυ, σκότωσε τα παιδιά τους. Ολόγυρα το κρύο, το χιόνι, το ρημαδιό, ο πόλεμος. Κείνοι οι άνθρωποι που από τέσσερα χρόνια δεν έχουν βγει από τις φλόγες κι από τις βροντές, βαρυεστημένοι από ελπίδα, βαρυεστημένοι από απελπισία, σφίγγονται πάνω στην κοινή μάνα τους, τη Μαριέτα, που, με πιότερη σοφία και πιότερη καλοσύνη, δοκιμάζει αυτό που εκείνοι δοκιμάζουν.

Μα τι έχει συμβεί; Το πυροβολικό έχει σωπάσει. Οι άνθρωποι είναι σαν ξεκουφαμένοι από κείνη την ξαφνική σιγή. Τι τρέχει; Μέσα από το κρύο και το δρόλαπα μια απίθανη βουή τρυπάει τον αγέρα: Τέλειωσε. Οι στρατιώτες απ’ αντίκρυ αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Είπανε «φτάνει πια». Πιάσανε τους διοικητές τους κι ακόμα, κι ακόμα –αλλά μπορεί να το πιστέψει κανείς;– τον αυτοκράτορά τους. Είναι στα χέρια τους. Και οι στρατιώτες από δω, ύστερα από συνεννοήσεις με κείνους απ’ αντίκρυ, σταμάτησαν να ρίχνουν: για ποιο σκοπό;

Νά από που προερχόταν η σιωπή.

Στρατιώτες φτάνουν αδιάκοπα στην καλύβα, μισομεθυσμένοι από κούραση, από ελπίδα κι αγωνία και επιβεβαιώνουνε πως «Τέλειωσε». Είναι το τέλος! Οι στρατιώτες απ’ αντίκρυ έχουν αιχμαλωτίσει τον αυτοκράτορά τους και θέλουν να τον παραδόσουν εδώ, «προς φρούρησιν». Δεν είναι αυτό μια ωραία ιδέα; Μα κυρίως: «Τέλειωσε. Τέ - λειω - σε!».

Νά ο αρχιστράτηγος Μπουρμπούζ: παλιός στρατιώτης, με την έμφυτη χοντροκοπιά του κι ως ένα μέρος προσποιητή, με την προσποιητή αγαθότητά του κι ίσως ως ένα μέρος φυσική. Πρόσωπο μηδαμινό και απαίσιο στη μηδαμινότητά του. ο Μπουρμπούζ εγκατασταίνεται προσωρινά μαζί με το επιτελείο του στο σπιτάκι της Μαριέτας. Οι κάτοικοί του καλούνται να εγκαταλείψουν τη στέγη τους. Πού να πάνε; Ολόγυρα τίποτ’ άλλο από ρημαγμένα χωράφια, ερείπια άθαφτα κουφάρια, κρύο και χιόνι. Η Μαριέτα διαμαρτύρεται. Έχει ωστόσο τελειώσει! Ο Μπουρμπούζ εξηγεί πως ετοιμάζεται εδώ ν’ αποτελειώσει τη νίκη, τελικά όμως επιτρέπει στη γριά και στην οικογένειά της να μείνουν στο ανώγι.

Και νά ο ηττημένος αυτοκράτορας ο ίδιος: οι στρατιώτες απ’ αντίκρυ τον κουβάλησαν εδώ.

Ο Μπουρμπούζ καλωσορίζει το μονάρχη, διπλά χτυπημένο, γιατί είναι όλος γεμάτος μελανιές. Μόλις φτάνει στο εχθρικό στρατηγείο ο αυτοκράτορας ξαναπαίρνει θάρρος: εδώ δεν είναι πια οι στρατιώτες του! Εξηγεί στο Μπουρμπούζ ότι η ανατροπή του, αυτού, του αυτοκράτορα, στερεί το Μπουρμπούζ από τους καρπούς της νίκης. Με ποιόν ο νικητής θα διεξαγάγει τώρα τις διαπραγματεύσεις; Ποιός θα υπογράψει τη συνθήκη; Όχι η Επανάσταση! Ο Μπουρμπούζ αναταράζεται και μονομιάς ανάμεσα σ’ αυτόν και τον αυτοκράτορα δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης. Το παράδειγμα της ανταρσίας δε θ’ ακολουθηθεί κι απ’ αυτήν εδώ την πλευρά; Όπως και νάναι, η Αυτής Μεγαλειότης, χμ... μπορεί να εγκατασταθεί εδώ σα στο σπίτι της. Το σπίτι στη διάθεση της Αυτής Μεγαλειότητος.

*

Μα κιόλας το μόλυσμα δουλεύει. Ανάμεσα στους στρατιώτες του Μπουρμπούζ, η ζύμωση αρχίζει. Περιμένουν κάτι· συζητούν με ζέση και, σαν τυχαία, μερικές εκατοντάδες απ’ αυτούς συγκεντρώνονται κάτω από την στέγη ενός καταστραμμένου καφενείου. Πρέπει ν’ αντιληφτούν αυτό που έγινε· χρειάζονται απαντήσεις, ιδέες, συνθήματα, αρχηγοί. Το πλήθος διορίζει εκείνους που δικαίωσαν περισσότερο την εμπιστοσύνη του στα χαρακώματα. Είναι ο τίμιος, κι όχι πια νέος, χωρικός Γουντωντιέ· είναι ο Φαβρόλ, ο ωραιολόγος με τις μεγάλες χειρονομίες· είναι ο νεαρός Λεντρύ που επιβάλλεται με το πρώτο σαν αρχηγός, με το αετίσιο βλέμα, μα δίχως πείρα.

Και τότε ξετυλίγεται το αληθινό δράμα της αρχάριας εξέγερσης της καταπιεζόμενης τάξης, δίχως πρόγραμμα, δίχως σημαία, δίχως καλή οργάνωση, δίχως αρχηγούς δοκιμασμένους στο έργο. Ο Γκουτωντιέ είναι μ’ όλη του την ψυχή υπέρ της αλληλέγγυας δράσης των εργαζομένων, υπέρ της κατάπαυσης του πολέμου, υπέρ της συνεννόησης με κείνους από απέναντι: είναι ο έντιμος και στενοκέφαλος πατσιφιστής.

Πόσο όμως ο λόγος κείνου του ηλικιωμένου χωρικού με τη φανταρίστικη χλαίνη είναι ανώτερος και πιο ελκυστικός από την πατσιφιστική ρητορική ενός Ζωρζ Πιοκ, ή τα πατσιφιστικά καλαμπούρια ενός Βικτόρ Μερίκ. Η μάζα κάνει καλή υποδοχή στο Γκουτωντιέ, μα δεν είναι ικανοποιημένη: ο σκοπός έχει σκιαγραφηθεί κουτσά - στραβά μα ο δρόμος δεν έχει χαραχτεί.

Ο πατσιφισμός είναι παθητικός και αναμονητικός από την ουσία του: είναι γεμάτος ελπίδα και προσδοκία, όμως δίχως πρόγραμμα δράσης.

Και κείνο ίσα - ίσα που χρειάζεται τώρα είναι ένα πρόγραμμα, μια και η μάζα έχει πια ξεσηκωθεί. Ο Φαβρόλ παίρνει το λόγο. Το εσωτερικό του άδειο, η φωνακλάδικη ασυνειδησία του κρύβονται πίσω από την ενεργητικότητα των προτάσεών του. Ο Φαβρόλ προσπαθεί να υφαρπάσει ένα μέτρο για το οποίο το δίχως άλλο φλυάρησε αρκετές φορές με τους θαμώνες του αναρχικού καφενείου του: να σφάξουν αμέσως όλους τους αξιωματικούς, αρχίζοντας από το Μπουρμπούζ, κι ύστερα όλα θα καθαρίσουν.

Η συνέλευση επιφυλάσσεται, άλλοι επιδοκιμάζουν, η πλειοψηφία τρομάζει. Αυτή η διαίρεση στη μάζα φέρνει την αβεβαιότητα και η αβεβαιότητα ένα αποθαρρυντικό αίσθημα αδυναμίας.

Τότε εμφανίζεται ο νεαρός Λεντρύ. Αυτός δε φοβάται τη χρήση της επαναστατικής βίας, τη θεωρεί αναγκαία, μα η χώρα δε θα καταλάβαινε τώρα τη σφαγή των αξιωματικών. Τα έκτακτα μέτρα, μη προετοιμασμένα από την πορεία των γεγονότων, μη αιτιολογημένα ψυχολογικά, θα φέρουν τη διαίρεση στη μάζα των στρατιωτών. Η πρώιμη εφαρμογή της επαναστατικής τρομοκρατίας, θα απομονώσει τους ανθρώπους της δράσης. Ο Λεντρύ προτείνει να συγκροτήσουν πρώτ’ απ’ όλα αντιπροσωπευτικό όργανο του επαναστατικού στρατού: συμβούλια στρατιωτών.

Η επανάσταση απλώνεται στο στρατό και στη χώρα. Παντού ξεπηδάνε συμβούλια εξεγερμένων, μα στο κέντρο, στην πρωτεύουσα, μια προσωρινή κυβέρνηση έχει ήδη σχηματιστεί με ανθρώπους της άκρας αριστεράς της μπουρζουαζίας.

Ο σκοπός τους είναι να κατακερματίσουν και να παραλύσουν την επανάσταση για να την βάλουνε στο χέρι. Γι’ αυτό, εκμεταλλεύονται τις συνηθισμένες μέθοδες της δημοκρατίας: το βαρύ κύρος της επίσημης εξουσίας, την επιδέξια πλεκτάνη της ψευτιάς, βοηθημένοι σ’ αυτό από την έλειψη σιγουριάς της μάζας, τον πατσιφισμό αναμονής του Γκουτωντιέ και τον αιματηρό τυχοδιωκτισμό του Φαβρόλ. Οι άνθρωποι που παρακάθονται στην προσωρινή κυβέρνηση κάθε άλλο παρά ιδιοφυΐες είναι. Είναι, αντίθετα άνθρωποι πολύ συνηθισμένοι. Γιατί δεν πάνε να δημιουργήσουν τίποτα καινούργιο, μα να διαιωνίσουν το παλιό. Εκεί είναι η δύναμή τους. Όλη η τωρινή φιλοδοξία των επιτήδειων χωρίς ιδανικό που κατέχουν την καινούργια κεντρική εξουσία, είναι να κρατήσουνε γερά μπροστά στο πρώτο κύμα, να παρατηρήσουν τα αδύνατα μέρη και τα ανυπεράσπιστα σημεία της επανάστασης, να την ξεπουλήσουν και να την εξασθενίσουν κάτω από τη δική της σημαία, τέλος να συντρίψουν την πίστη και τη θέληση της μάζας προτού σηκωθεί το δεύτερο πιο αποφασιστικό κύμα.

Στιγμή κρίσιμη! Στο στρατό, στα εργατικά κέντρα, το κίνημα παίρνει έκταση, εκλέγουμε συμβούλια, οι επιμέρους συγκρούσεις με τις τοπικές αρχές, γυρίζουν υπέρ των εξεγερμένων, μα ο πραγματικός εχθρός, η ιθύνουσα τάξη, δεν έχει συντριβεί. Μανουβράρει σε θέση αναμονής, κρατάει το συγκεντρωτικό διοικητικό μηχανισμό. Κυρίως πιστεύει ότι η νίκη της ανήκει κ’ έχει μια πολύ πλούσια πείρα της απάτης. Ύστερα από τη μισοεπιτυχία του πρώτου χτυπήματος εναντίον της παλιάς κοινωνίας, το κίνημα έχει ανάγκη ν’ ανέβει σε ανώτερη κλίμακα, να πάρει πολιτικό και συνειδητό χαρακτήρα, να εξασφαλίσει την εσωτερική αρμονία του με την κοινότητα των σκοπών και με την ενότητα των μεθόδων πραγματοποίησης, αλλιώς η καταστροφή είναι αναπόφευκτη.

Οι τοπικοί οργανωτές, άνθρωποι τυχαίοι, επαναστάτες αυτοσχέδιοι, που ποτέ προτήτερα δεν είχανε σκεφτεί καθόλου τα προβλήματα που ανακινούνται από τα μαζικά κινήματα, παρασέρνονται σαν έρμαια από τα κύματα του κινήματος και ελπίζουν πως μόνη η λογική των γεγονότων θα εξακολουθήσει όπως ως τώρα να εξασφαλίζει την επιτυχία τους. Για να βγουν απ’ όλες αυτές τις δυσκολίες, οι ερασιτέχνες της επανάστασης, αντί για ιδέες έχουν στερεότυπα: «Ο ξεσηκωμένος λαός είναι αήττητος», «Δεν αναχαιτίζονται οι συνειδήσεις με ξιφολόγχες» κλπ. Μα η επανάσταση έχει ανάγκη όχι από κοινοτοπίες, μα από μια διεύθυνση που ν’ ανταποκρίνεται στο εσωτερικό της ξετύλιγμα, προσαρμοσμένη στους διαδοχικούς σταθμούς της. Αυτή η διεύθυνση δεν υπάρχει. Στη ροή των γεγονότων, παρουσιάζεται μια στιγμή μοιραίας ανάπαυλας. Ο Λεντρύ, με το πολιτικό του ένστικτο, πιάνει τη λογική της επανάστασης. Πριν από λίγο ακόμα είχε αντιταχτεί στις αιμοβόρες παλάβρες του Φαβρόλ, αποκρούοντας την πρόταση να τουφεκίσουνε τους αξιωματικούς. Για το Μπουρμπούζ είχε αρκεστεί τότε να βάλει να τον συλλάβουνε. Σήμερα ο Λεντρύ νιώθει ότι η μοιραία κρίση πλησιάζει: οι μάζες δεν αντιλαμβάνονται ότι ο κύριες δυσκολίες βρίσκονται ακόμα μπροστά τους· ο εχθρός κατακτάει δίχως μάχη όλες τις ανυπεράσπιστες θέσεις και, αμέσως, απλώνει τα πλοκάμια του. Αύριο ο σακαράκας Μπαρμπούζ, με την ψεύτικη αγαθότητά του θα μπει και πάλι επικεφαλής των ένοπλων δυνάμεων της αντίδρασης και θα τσακίσει τον ανθό του εξεγερμένου λαού. Ο Λεντρύ καταλήγει πως πρέπει να ρίξουνε το σύνθημα του συναγερμού, μιαν κεραυνοβόλα προειδοποίηση, μιαν έκκληση στην αδιαλλαξία. Τώρα είναι υπέρ των αποφασιστικών μέτρων, υπέρ της εκτέλεσης του Μπουρμπούζ. Μα η λογική της επανάστασης, που ο νεαρός αρχηγός πιάνει ακούγοντας τον ταραγμένο σφυγμό της μάζας, βρίσκει έναν αργοπορημένο αντίλαλο μέσα στα κεφάλια κείνων των μισοαρχηγών. Η επανάσταση δεν πέρασε από μακριά ηθική και θεωρητική προετοιμασία. Δεν υπάρχουν επικεφαλής των μαζών οργανώσεις συνηθισμένες να σκέφτονται συλλογικά, να εκτιμούν ομοιόμορφα τα γεγονότα, να επεμβαίνουνε συνολικά σ’ αυτά τα γεγονότα. Δεν υπάρχει επαναστατικό κόμμα. Ομοφωνία στο κίνημα υπάρχει μόνον όσο αυτό δε συναντάει εμπόδια. Μόλις η κατάσταση περιπλακεί, οι αυτοσχέδιοι αρχηγοί, δίχως πείρα, δίχως πρόγραμμα, δίχως ορίζοντα, έρχονται σε διαμάχη μεταξύ τους. Καθένας έχει το δρόμο του και τη μέθοδό του· ούτε πειθαρχία σκέψης ούτε πειθαρχία δράσης.

Οι δυσκολίες, τα σφάλματα, τα επακόλουθα του πολέμου και της ίδιας της επανάστασης γίνονται αισθητά ολοένα και πιο ζωηρά. Οι δισταγμοί αρχίζουν, κι έπειτα έρχεται η αποθάρρυνση. Όσοι προτήτερα αμφιβάλλανε στα κρυφά, μιλάνε τώρα φωναχτά. Τίποτα πιο εύκολο να αντιτάξεις στα σημερινά καθήκοντα τις αυριανές δυσκολίες. Όσοι δε χάσανε την πίστη τους στην υπόθεση πασκίζουν να σκεπάσουνε τη φωνή των σκεπτικιστών, καθένας με τον τρόπο του. Η μάζα περιπλανιέται ψαχουλεύοντας μέσα στις αυξανόμενες δυσκολίες και ζητάει καθοδήγηση από τους αρχηγούς, όμως η διαίρεσή τους την τρομάζει και την κάνει ανήμπορη.

Κείνη τη στιγμή μπαίνει στη σκηνή το μέλος της προσωρινής κυβέρνησης Μπορμπιέ - Ντυπατουά: δημαγωγός έμπειρος, πολιτικό πνεύμα μέτριας ποιότητας, μα με ένστικτο σχεδόν αλάθευτο όταν πρόκειται ν’ αποκοιμίσει, να διαιρέσει, να διαφθείρει τη μάζα και να εκμαυλίσει τους αρχηγούς της.

Όλη η τέχνη της γαλλικής επανάστασης, από τους ανθρώπους του Θερμιδόρ και προτήτερα, ως τον Αριστείδη Μπριαν, είναι στη διάθεση του Ντυπατουά, κείνου του ψευτοαπλοϊκού και φαφλατά χοντράνθρωπου, με το γούνινο παλτό του αμαξά. Γλιστράει χωρίς να στριμώχνεται ανάμεσα στο πλήθος των στρατιωτών, μυρίζει κι αφουγκράζεται, φλυαρεί, κολακεύει τους εξεγερμένους, παινεύει τους αρχηγούς, υπόσχεται, κάνει φιλικές παρατηρήσεις, μοιράζει άφθονα τις χειραψίες, τόσο που τη στιγμή κιόλας όπου εμφανίζεται στην είσοδο του επαναστατικού στρατηγείου του Λεντρύ, η τεράστια μάζα των φαντάρων, απαυδησμένη από την αναμονή και το άγνωστο, γαντζώνεται από το Ντυπατουά σαν από άγκυρα σωτηρίας. Ο ανεπιθύμητος επισκέπτης χαιρετάει το επαναστατικό στρατηγείο σε τόνο καλοκατάδεχτου αφέντη και σκορπάει στο Λεντρύ δόλια εγκώμια προορισμένα να καταστρέψουν οριστικά το κύρος του νεαρού δημεγέρτη. Ο φρασεολόγος Φαβρόλ είναι κιόλας με το μέρος της προσωρινής κυβέρνησης. Δε γίνεται πια λόγος για τον έντιμο Γκουτωντιέ. Τα γεγονότα τον έχουν υπερφαλαγγίσει. Αποπροσανατολισμένος έχει χαθεί μέσα στο αποπροσανατολισμένο όμοια πλήθος. Ο Λεντρύ πιάνει το ρυθμό των γεγονότων, κιόλας όμως, μπροστά στη μάζα, δεν είναι πια ο αρχηγός της επανάστασης, μα ήρωας τραγωδίας. Μαζί του και γύρω του δεν υπάρχει οργανωμένη κατάσταση από ατσαλωμένους ανθρώπους, συνηθισμένους να σκέφτονται και να παλαίβουν μαζί, δεν υπάρχει επαναστατικό κόμμα. Η ακυβέρνητη και αχρησιμοποίητη ενέργεια της μάζας πισωγυρίζει εναντίον της και την δηλητηριάζει λίγο λίγο με το δηλητήριο της αποθάρρυνσης. Ο Ντυπατουά πατάει κιόλας γερά. Μεταφράζει στη γλώσσα της πολιτικής κολακείας τις αμφιβολίες, τις ανησυχίες, την ταραχή, την κούραση και την έλειψη σιγουριάς των εξεγερμένων. Έχει μέσα στο πλήθος τους δικούς του πράκτορες, πληρωμένους ή πρόθυμους. Είναι αυτοί που διακόπτουν το Λεντρύ, διαμαρτύρονται, στριγκλίζουν, αναθεματίζουν και αποτελούν έτσι τον αναγκαίο αντίλαλο του Ντυπατουά. Μέσα στο χάος της θυελλώδικης συνέλευσης ακούγεται ένας πυροβολισμός και ο Λεντρύ πέφτει νεκρός.

Είναι το απόγειο για το Ντυπατουά: πάνω στο πτώμα, εκφωνεί έναν επικήδειο πανηγυρικό όπου, σημειώνοντας με επιείκεια τα σφάλματα και το υπερβολικό θάρρος του «νεαρού φίλου του» αποδίδει σεβασμό στην αγνότητα των άγονων προθέσεών του. Αυτός ο ποταπός εμπαιγμός του εξασφαλίζει οριστικά τους πιο ανυπότακτους. Η επανάσταση έχει ηττηθεί. Η προσωρινή κυβέρνηση έχει στερεωθεί. Δεν έχουμε εδώ το ιστορικό δράμα του γαλλικού προλεταριάτου;

*

Οι ίδιοι χωριάτες και χωριάτισσες μαζεύονται στης γριάς Μαριέτας. Κείνη είταν ολόψυχα με τους εξεγερμένους. Πώς θα μπορούσε νάναι διαφορετικά; Η Μαριέτα είναι η μάνα του γαλλικού λαού, είναι η ίδια η Γαλλία. Δεν είναι παρά, μια χωριάτισσα, όμως αιώνες κι αιώνες από γεγονότα και δοκιμασίες πλούτισαν και γέμισαν την πολιτική της μνήμη. Οι γιοι της πέσανε στις μάχες της μεγάλης επανάστασης, που έκλεισε με την καισαρική δικτατορία. Είδε την επιστροφή των Βουρβώνων, μια καινούργια επανάσταση, καινούργιες προδοσίες, τις διχόνοιες μέσα στους εργαζόμενους, καινούργιες απάτες, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις της Κομμούνας, την τρομερή της ήττα, τον τερατώδικο μιλιταρισμό, τον άναντρο και πλιατσικολόγο, της 3ης Δημοκρατίας, σε μεγάλο πόλεμο, την εξόντωση των καλύτερων γενεών, τον κίνδυνο που απειλεί την ίδια την ύπαρξη της γαλλικής φυλής· όλ’ αυτά η γρια Μαριέτα, η μάνα του λαού, τάχει ζήσει, τάχει νιώσει και τάχει μελετήσει με τον τρόπο της. Χωριάτισσα αυτή, υψώθηκε με την πείρα της και το μητρικό της ένστικτο στο επίπεδο του εργάτη της πόλης, των ελπίδων του και των αγώνων του.

Μα ο ξεσηκωμός έχει τσακιστεί. Θυσίες μάταιες! Ο Μπουρμπούζ είναι και πάλι επικεφαλής του στρατού. Το όμορφο όνειρο της αδερφοσύνης με κείνους που ανατρέψανε τον αυτοκράτορά τους διαλύθηκε σαν καπνός.

Εμπρός, επίθεση! –διατάζει ο Μπουρμπούζ– και ύστερα από μιαν οδυνηρή ανάπαυλα στην πορεία των γεγονότων, αυτή η καταδίωξη του εχθρού που είναι σε υποχώρηση, αυτή η κίνηση προς τα μπρος φαίνεται στον απατημένο λαό η λύση της κρίσης, το βγάλσιμο από το αδιέξοδο. Οι χωριάτες και οι χωριάτισσες γυρίζουν τις πλάτες στη Μαριέτα. Αυτή στύλωνε το ηθικό τους μέσα στους πιο σκοτεινούς μήνες του πολέμου, μα είναι η ίδια επίσης που τις μέρες του ξεσηκωμού ανέβαζε τις ελπίδες τους σε ύψος απραγματοποίητο και τους απογοήτεψε.

Εκδικούνται ανελέητα τη Μαριέτα για τις τσακισμένες ελπίδες τους. Ο ένας ύστερα από τον άλλο εγκαταλείπουνε το σπίτι της γριάς χωριάτισσας, με το στόμα γεμάτο λόγια θανατερής πίκρας. Η Μαριέτα είναι μόνη. Ο εγγονός της ο Λουϊζόν κοιμάται στο κρεβάτι του ύπνο ταραγμένο.

Η γρια χωριάτισσα κάθεται πλάι στο κρεβάτι όπου κοιμάται μέσα στους εφιάλτες ο εγγονός της, η Γαλλία του μέλλοντος, η νέα Γαλλία που μεγαλώνει μέσα στα αστραπόβροντα της πιο τρομερής εποχής. Εκεί πάνω είναι η Άννα - Μαρία, η καινούργια γαλλίδα μάνα που πάει ν’ αντικαταστήσει την αποκαμωμένη γριά Μαριέτα. Μα χτυπάνε στην πόρτα. Τρεις άντρες μπαίνουν, κουβαλώντας έναν τέταρτο, το κουφάρι του πρωτότοκου γιου. Σκοτώθηκε στις μάχες των τελευταίων ημερών, τότε που ο επαναστατικός στρατός, ύστερα από την ήττα της δικής του επανάστασης, καταδίωκε τον εχθρό.

Η τελευταία κολόνα του γκρεμισμένου κόσμου των ελπίδων της πέφτει πάνω στο γέρικο κεφάλι. Οι τρεις νεοφερμένοι αποθέτουν κείνο που είταν ο γιος της πάνω στο κρεβάτι όπου κοιμάται ο εγγονός. Μα όχι, ο εγγονός δεν κοιμάται, τάχει ακούσει όλα. Είναι θαυμάσιος στην τραγική του ένταση κείνος ο διάλογος του μικρού με τη γιαγιά. Το παρελθόν και το μέλλον συναντιώνται πάνω σε κείνο το κρεβάτι όπου το παρόν έχει πετρώσει.

Ο Λουϊζόν ξανά αποκοιμιέται. Δεν έχεις πια τη δύναμη να υποφέρεις, δεν έχεις πια τίποτα να περιμένεις: είναι καιρός να βγεις από κείνη την παλιά ζωή προς τη νύχτα που απλώνεται πίσω από το παράθυρο. Μα η πηγή της καλοσύνης και της ελπίδας είναι αστέρευτη μέσα στην καρδιά της μάνας: η γριά ξαναβρίσκει τον εαυτό της· η νύφη της, το εγγόνι της είναι εκεί. Πάνω στα χαλάσματα καινούργια ζωή αρχίζει. Θάναι, πρέπει νάναι καλύτερη απ’ ό,τι είταν. Ο χρόνος κυλάει· και η γριά σέρνεται ως το πάνω πάτωμα και φωνάζει τη νύφη της: «Σήκω, Άννα-Μαρία, είναι η ώρα. Χαράζει».

*

Έτσι τελειώνει το δράμα, το αληθινό δράμα της επανάστασης, η πολιτική τραγωδία της γαλλικής εργατικής τάξης, τραγωδία όλου του παρελθόντος της και προειδοποίηση για το μέλλον. Κανένα άλλο προλεταριάτο δεν είναι τόσο πλούσιο σε ιστορικές αναμνήσεις, γιατί κανένα δεν είχε πεπρωμένο τόσο δραματικό όσο το γαλλικό προλεταριάτο. Όμως αυτό το παρελθόν βαραίνει πάνω σαν τρομερή απειλή για το μέλλον. Οι νεκροί γαντζώνονται από τους ζωντανούς. Κάθε σταθμός έχει κληροδοτήσει, μαζί με την πείρα του, τις προλήψεις του, τις φόρμουλές του αδειασμένες από το περιεχόμενό τους, τις αιρέσεις του που δε θέλουν να πεθάνουν. Ο Γκουτωντιέ; Τον έχουμε όλοι συναντήσει, είναι ο εργάτης με γνωρίσματα μικροαστού ή ο μικροαστός που κλίνει προς τους εργάτες –δημοκράτης, πατσιφιστής, πάντα στο μεσοστράτι, πάντα οπαδός των ημίμετρων– είναι ο περιληπτικός μπάρμπα Μπουρντερόν, που η κοντόφθαλμη εντιμότητά του στάθηκε όχι λίγες φορές στην ιστορία το φρένο της επανάστασης. Κι όλοι μας γνωρίζουμε το Φαβρόλ, αυτό τον ιππότη της φράσης, που κηρύχνει σήμερα την αιματηρή κατάπνιξη για να βρεθεί αύριο στο στρατόπεδο της νικήτριας μπουρζουαζίας. Ο Φαβρόλ, μέσα στο γαλλικό εργατικό κίνημα, είναι ο πιο διαδομένος τύπος, ο πιο πολύμορφος και πάντα ίδιος κι απαράλλακτος στην ποικιλία του.

Αυτοί οι φωνακλάδες Ερβέ, υβριστές του παζαριού, αντιμιλιταριστές, «απάτριδες», απόστολοι του σαμποτάζ και της άμεσης δράσης, κι αργότερα πατριωτικά μαντεία των θυρωρείων, δημοσιογραφικά κοπέλια των μικροαστικών φατριών, μεθυσμένοι από σωβινισμό· αυτοί οι Σεμπαστιέν Φωρ, ελευθερόφρονες, παιδαγωγοί, νεομαλθουσιανοί, ωραιολόγοι, αντιμιλιταριστές, οπλισμένοι μ’ ένα τεράστιο πρόγραμμα γεμάτο υποσχέσεις, απαλλάσσοντάς τες από κάθε πρακτικό διάβημα και πάντα διατεθειμένοι να κλείσουν κάποιο συμβιβασμό με τον υπουργό, αν αυτός ξέρει να τους κολακέψει. Ο φραστικός ριζοσπαστισμός, η πολιτική των αδιάλλακτων τύπων που δεν ανοίγουν το δρόμο σε καμιά δράση και καθιερώνουν την παθητικότητα κάτω από τη μάσκα του εξτρεμισμού, είταν και μένει η πιο ολέθρια σκουργιά του γαλλικού εργατικού κινήματος. Ρήτορες που αρχίζοντας την πρώτη τους φράση δεν ξέρουν τι θα πουν στη δεύτερη· επιτήδειοι γραφειοκράτες της δημοσιογραφίας που αγνοούν την εξέλιξη των γεγονότων· «αρχηγοί» που δε σκέφτονται τα επακόλουθα των ίδιων τους των πράξεων· ατομικιστές που κάτω από τη σημαία της αυτονομίας για ό,τι επιθυμήσει κανείς: επαρχία, πόλη, συνδικάτο, οργάνωση, εφημερίδα –υπερασπίζουν αμετάτρεπτα το δικό τους μικροαστικό ατομικισμό από τον έλεγχο, την υπευθυνότητα και την πειθαρχία· συνδικαλιστές που όχι μόνο δε νιώθουν την ανάγκη μα και φοβούνται να πουν αυτό που είναι, ν’ αποκαλέσουν ένα σφάλμα με τ’ όνομά του, να απαιτήσουν από τους εαυτούς τους κι από τους άλλους μια καθαρή απάντηση σ’ ένα ερώτημα και μασκάρουν την ανικανότητά τους κάτω από τους συνηθισμένους τύπους της επαναστατικής τελετουργίας· ποιητές μεγαλόψυχοι, που θέλουν να ξεχύσουν πάνω στην εργατική τάξη τα αποθέματα της μεγαλοψυχίας τους και της διανοητικής τους σύγχυσης, σαλτιμπάγκοι, αυτοσχεδιαστές, που είναι πάρα πολύ τεμπέληδες για να σκεφτούν και προσβάλλονται γιατί υπάρχουν άνθρωποι που έχουν τη συνήθεια και την ικανότητα να σκέφτονται· φλύαροι, καλαμπουρτζήδες, στερημένοι από ιδέες, μαντεία της ενορίας· παπαδάκια, επαναστάτες εκκλησίας, που αλληλοπολεμιούνται –νά το τρομερό δηλητήριο του γαλλικού εργατικού κινήματος, νά η απειλή, νά ο κίνδυνος! Για όλα αυτά μας μιλάει το δράμα του Μαρτινέ στην αντρίκια γλώσσα του που συνδυάζει την πιο υψηλή αλήθεια της ζωής, την αλήθεια της ιστορίας, με την αλήθεια της τέχνης. Με την επιτακτική δύναμη της καλλιτεχνικής εικόνας το δράμα απαιτεί από την προλεταριακή πρωτοπορία την εσωτερική της εκκαθάριση, τη στερέωσή της στην ενότητα της πειθαρχίας. Στα μάτια ενός επιπόλαιου παρατηρητή η Νύχτα μπορεί να φαίνεται εμπνευσμένη από απαισιοδοξία, σχεδόν από απελπισία. Στην πραγματικότητα κανοναρχείται από βαθιά ανησυχία, από δικαιολογημένη ταραχή. Η Γαλλία έχει αδειάσει από αίμα. Οι καλύτερες γενιές είναι στο χώμα. Ο μεγάλος γιος της Μαριέτας δε γύρισε απ’ τον πόλεμο για να εγκαθιδρύσει ένα καινούργιο καθεστώς. Υπάρχει όμως ο εγγονός που είταν δώδεκα χρονών στο τέλος του πολέμου, που είναι δεκάξι σήμερα. Σε μιαν εποχή σαν κι αυτήν εδώ οι μήνες λογαριάζονται για χρόνια.

Ο Λουϊζόν ενσαρκώνει στο δράμα, το μέλλον. Πάνω στο νεανικό του κεφάλι, που δουλεύει εντατικά, ανατέλλει η αυριανή μέρα κι αυτό βέβαια εκφράζουν τα τελευταία γαλήνια κι ελπιδοφόρα λόγια της Μαριέτας. Δεν πρέπει όμως ο Λουϊζόν να επαναλάβει την ιστορία του Λεντρύ.

Να το θυμόσαστε αυτό, εργάτες της Γαλλίας!

1922
Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————

[1]. Μαρτινέ (Μαρσέλ) –Συνδικαλιστής της «Εργατικής Ζωής», είχε γνωρίσει τον Τρότσκι στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

 

 

 

· ·