Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι> Λογοτεχνία και Επανάσταση_n


Λεόν Τρότσκι

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Προηγούμενο: Το Δράμα του Γαλλικού Προλεταριάτου
Επόμενο: Λογοτεχνία και Διαλεκτικός Υλισμός, του Κλιφ Σλότερ


ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΤΖΟΑΝ ΛΟΝΤΟΝ

Αγαπητή συντρόφισσα,

Δοκιμάζω κάποια σύγχυση να σας ομολογήσω ότι αυτές τις τελευταίες μέρες μόνο, δηλαδή με τριαντάχρονη καθυστέρηση, διάβασα για πρώτη φορά Το Σιδερένιο Τακούνι του Τζακ Λόντον. Αυτό το έργο μου προκάλεσε –το λέω μετρώντας τα λόγια μου– ζωηρή εντύπωση. Όχι μόνο για τις καλλιτεχνικές του αρετές: η μορφή του μυθιστορήματος δεν κάνει εδώ παρά να χρησιμεύει για πλαίσιο στην κοινωνική ανάλυση και πρόβλεψη. Ο συγγραφέας είναι σκόπιμα οικονόμος στη χρήση των καλλιτεχνικών μέσων. Εκείνο που τον ενδιαφέρει δεν είναι η ατομική μοίρα των ηρώων του μα η μοίρα του ανθρώπινου γένους. Μ’ αυτό δε θέλω ωστόσο καθόλου να μειώσω την καλλιτεχνική άξια του έργου και κυρίως των τελευταίων κεφαλαίων του, αρχίζοντας από το δήμο του Σικάγου. Η ουσία δε βρίσκεται εκεί. Το βιβλίο με κατάπληξε με την τόλμη και την ανεξαρτησία των προβλέψεων του στον τομέα της ιστορίας.

Το παγκόσμιο εργατικό κίνημα ξετυλίχτηκε στο τέλος του περασμένου αιώνα και στις αρχές του τωρινού κάτω από το σήμα του μεταρρυθμισμού. Μια για πάντα έμοιαζε θεμελιωμένη η προοπτική για μιαν ειρηνική και συνεχή πρόοδο στην ανάπτυξη της δημοκρατίας και των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Σίγουρα, η ρωσική επανάσταση μαστίγωσε τη ριζοσπαστική πτέρυγα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας κι έδοσε για κάποιον καιρό δύναμη και σφρίγος στον αναρχοσυνδικαλισμό στη Γαλλία. Το Σιδερένιο Τακούνι φέρνει άλλωστε την αναμφισβήτητη σφραγίδα του 1905. Η νίκη της αντεπανάστασης στερεωνόταν κιόλας στη Ρωσία όταν εκδόθηκε το αξιόλογο αυτό βιβλίο. Στον παγκόσμιο στίβο η ήττα του ρωσικού προλεταριάτου έδοσε στο ρεφορμισμό όχι μόνο τη δυνατότητα να επανακτήσει τις χαμένες θέσεις μα ακόμα και τα μέσα να υποτάξει ολοκληρωτικά το οργανωμένο εργατικό κίνημα. Φτάνει να θυμίσουμε ότι ίσα ίσα μέσα στα εφτά χρόνια που ακολούθησαν (από το 1907 ως το 1914) η διεθνής σοσιαλδημοκρατία έφτασε τέλος στην ωριμότητα που της χρειαζόταν για να παίξει τον ταπεινό και επαίσχυντο ρόλο της στον παγκόσμιο πόλεμο.

Ο Τζακ Λόντον μπόρεσε να εκφράσει σαν αληθινός δημιουργός την παρόρμηση που είχε δόσει η πρώτη ρωσική επανάσταση, μπόρεσε επίσης να ξανασκεφτεί στο σύνολο της τη μοίρα της καπιταλιστικής κοινωνίας στο φως αυτής της επανάστασης. Έσκυψε ολότελα ξεχωριστά πάνω στα προβλήματα που ο σημερινός επίσημος σοσιαλισμός θεωρεί οριστικά θαμένα: την αύξηση του πλούτου και της δύναμης στον ένα πόλο της κοινωνίας, της αθλιότητας και των βασάνων στον άλλο πόλο. Τη συσσώρευση του κοινωνικού μίσους, το ακατάσχετο φούσκωμα αιματηρών κατακλυσμών, όλα αυτά τα ζητήματα ο Τζακ Λόντον τάνιωσε με αφοβιά που μας αναγκάζει αδιάκοπα να αναρωτιόμαστε με κατάπληξη: πότε λοιπόν γράφτηκαν αυτές οι γραμμές; Είτανε πριν από τον πόλεμο;

Πρέπει να υπογραμμίσουμε ολότελα ξεχωριστά το ρόλο που ο Λόντον αποδίδει στην εργατική γραφειοκρατία και αριστοκρατία στην κατοπινή εξέλιξη της ανθρωπότητας. Με την υποστήριξη τους η αμερικανική πλουτοκρατία θα καταφέρει να τσακίσει το ξεσήκωμα των εργατών και να διατηρήσει τη σιδερένια δικτατορία της για τους τρεις ερχόμενους αιώνες. Δε θα συζητήσουμε με τον ποιητή πάνω σε μια προθεσμία που δε μπορεί να μη μας φαίνεται εξαιρετικά μακριά. Το σπουδαίο εδώ δεν είναι άλλωστε ο πεσιμισμός του Τζακ Λόντον, μα η φλογερή τάση του να ξετινάξει εκείνους που αφήνουν να λικνίζονται από τη ρουτίνα, να τους αναγκάσει να ανοίξουνε τα μάτια, να δουν αυτό που υπάρχει κι αυτό που είναι στο γίγνεσθαί του. Ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί επιδέξια τις μέθοδες της υπερβολής. Σπρώχνει ως το ακραίο όριό τους τις εσώτερες τάσεις του καπιταλισμού στον εξανδραποδισμό, στη σκληρότητα, στην αγριότητα και την προδοσία. Μεταχειρίζεται τους αιώνες για να μετρήσει καλύτερα την τυραννική βούληση των εκμεταλλευτών και τον προδοτικό ρόλο της εργατικής γραφειοκρατίας. Οι πιο ρομαντικές υπερβολές του είναι, στο τέλος του λογαριασμού, άπειρα πιο σωστές από τους λογιστικούς υπολογισμούς των λεγόμενων «ρεαλιστών» πολιτικών.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τη συγκαταβατική ολιγοπιστία με την οποία η τοτινή επίσημη σοσιαλιστική σκέψη υποδέχτηκε τις τρομερές προβλέψεις του Τζακ Λόντον. Αν κάνει κάνεις τον κόπο να εξετάσει τις κριτικές για Το Σιδερένιο Τακούνι που δημοσιεύθηκαν τότε στις γερμανικές εφημερίδες «Neue Zeit» και «Worwaerts», στις αυστριακές εφημερίδες «Kampf» και «Arbeiter Zeitung», δε θα δυσκολευτεί να πειστεί ότι ο τριαντάρης «ρομαντικός» έβλεπε ασύγκριτα πιο μακριά απ’ όλους μαζί τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες κείνης της εποχής. Σ’ αυτήν την περιοχή, άλλωστε, ο Τζακ Λόντον αντέχει στη σύγκριση όχι μόνο με τους ρεφορμιστές και τους κεντριστές. Μπορεί να υποστηρίξει κάνεις με βεβαιότητα ότι στα 1907 δεν υπήρχε επαναστάτης μαρξιστής, χωρίς να εξαιρέσουμε το Λένιν και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, που να παρουσίασε με τέτοια πληρότητα την απαίσια προοπτική της ένωσης ανάμεσα στο χρηματιστικό κεφάλαιο και την εργατική αριστοκρατία. Αυτό είναι αρκετό για να ορίσει την ειδική άξια του μυθιστορήματος.

Το κεφάλαιο «Το Ωρυόμενο Κτήνος της Αβύσσου» είναι ασυζήτητα το κέντρο του έργου. Τη στιγμή όπου εκδόθηκε το μυθιστόρημα, αυτό το αποκαλυπτικό κεφάλαιο πρέπει να φάνηκε σαν το όριο του υπερβολισμού. Ότι έγινε κατόπι το ξεπέρασε πραγματικά. Κι ωστόσο η τελευταία λέξη της πάλης των τάξεων δεν ειπώθηκε ακόμα. Το «Κτήνος της Αβύσσου» είναι ο λαός που έχει φτάσει στο πιο ακραίο όριο εξανδραποδισμού, ταπείνωσης και εκφυλισμού. Δε θάπρεπε γι’ αυτό να ριψοκινδυνέψουμε μιλώντας για τον πεσιμισμό του καλλιτέχνη! Όχι, ο Λόντον είναι οπτιμιστής, μα ένας οπτιμιστής με βλέμμα οξύ και διαπεραστικό. «Να σε ποια άβυσσο θα μας γκρεμίσει η μπουρζουαζία αν δεν τη φέρετε στα συγκαλά της» –τέτοια είναι η σκέψη του, κι αυτή η σκέψη σήμερα αντηχεί ασύγκριτα πιο επίκαιρα και πιο ζωντανά απ’ ό,τι εδώ και τριάντα τόσα χρόνια. Τέλος, τίποτα δεν είναι πιο εκπληκτικό στο έργο του Τζακ Λόντον από την αληθινά προφητική πρόβλεψη για τις μέθοδες που Το Σιδερένιο Τακούνι θα χρησιμοποιήσει για να διατηρήσει την κυριαρχία του πάνω στην τσακισμένη ανθρωπότητα. Ο Λόντον προβάλλει μεγαλόπρεπα ελεύθερος από ρεφορμιστικές και πατσιφιστικές αυταπάτες. Στον πίνακά του για το μέλλον δεν αφήνει απολύτως τίποτα από δημοκρατία και ειρηνική πρόοδο. Πάνω από τη μάζα των απόκληρων υψώνονται οι κάστες της εργατικής αριστοκρατίας, του πραιτωριανού στρατού, του παντοδύναμου αστυνομικού μηχανισμού και της χρηματιστικής ολιγαρχίας που επιστεγάζει όλο το οικοδόμημα. Όταν διαβάζει κάνεις αυτές τις γραμμές, δεν πιστεύει στα μάτια του: είναι μια εικόνα του φασισμού, της οικονομίας του, της κυβερνητικής τεχνικής του και της πολιτικής ψυχολογίας του (οι σελίδες 299, 300 και η σημείωση στη σελίδα 301 είναι εξαιρετικά αξιοπρόσεκτες). Ένα γεγονός είναι αναμφισβήτητο: από το 1907 ο Τζακ Λόντον πρόβλεψε και περιέγραψε το φασιστικό καθεστώς σαν το αναπόδραστο αποτέλεσμα της ήττας της προλεταριακής επανάστασης. Όποια και νάναι τα επιμέρους «σφάλματα» του μυθιστορήματος –και υπάρχουν τέτοια– δε μπορούμε να μην υποκλιθούμε μπροστά στη δυνατή ενόραση του επαναστάτη καλλιτέχνη.

Γράφω αυτές τις γραμμές βιαστικά. Φοβάμαι πολύ μήπως οι περιστάσεις δε μου επιτρέψουν να ολοκληρώσω την αξιολόγηση μου για τον Τζακ Λόντον. Θα προσπαθήσω να διαβάσω αργότερα τα αλλά έργα που μου έχετε στείλει και να σας πω τι σκέφτομαι γι’ αυτά. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τα γράμματά μου όπως η ίδια κρίνετε αναγκαίο. Σας εύχομαι να πετύχετε στην εργασία που έχετε αναλάβει για τη βιογραφία του μεγάλου άντρα που είτανε πατέρας σας.

Με τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου  
ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ                   
Κογιοακάν (Μεξικό), 16 Οκτώβρη 1937


Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

(Γράμμα στη Σύνταξη του «Partisan Review»)

Μου προτείνατε ευγενικά να δόσω τη γνώμη μου για την τωρινή κατάσταση της τέχνης. Δεν το κάνω χωρίς δισταγμό. Από τότε που έγραψα το βιβλίο μου Λογοτεχνία και Επανάσταση (1923) δεν απασχολήθηκα πια ποτέ με τα προβλήματα της καλλιτεχνικής δημιουργίας και δε μπόρεσα να παρακολουθήσω παρά κοματιαστά τα καινούργια γεγονότα που παρουσιάστηκαν σ’ αυτό τον τομέα. Δεν έχω λοιπόν καθόλου την αξίωση για την απάντησή μου νάχει εξονυχιστικό χαρακτήρα. Αυτό το γράμμα έχει για σκοπό να θέσει σωστά το πρόβλημα.

Από γενική άποψη ο άνθρωπος εκφράζει στην τέχνη την απαίτηση της αρμονίας και της πληρότητας της ύπαρξης –δηλαδή τα πιο πολύτιμα αγαθά τα οποία τον στερεί η ταξική κοινωνία. Να γιατί κάθε αυθεντικό έργο τέχνης φέρνει πάντα μέσα του μια διαμαρτυρία εναντίον της πραγματικότητας, διαμαρτυρία συνειδητή ή ασυνείδητη, ενεργητική ή παθητική, αισιόδοξη ή απαισιόδοξη. Κάθε νέο καλλιτεχνικό ρεύμα αρχίζει με την ανταρσία. Η δύναμη της αστικής κοινωνίας εκφράστηκε για μακριές περίοδες της ιστορίας σε τούτο, ότι μπόρεσε να συνδυάσει την πίεση και την προτροπή, το μποϋκοτάζ και τις κολακείες, για να καταφέρει να πειθαρχήσει και ν’ αφομοιώσει κάθε «ρέμπελη» καλλιτεχνική κίνηση και να την φέρει στο επίπεδο της επίσημης «αναγνώρισης». Κάθε «αναγνώριση» αυτής της τάξης σήμαινε τελικά το πλησίασμα της επιθανάτιας αγωνίας. Τότε, από την αριστερή πτέρυγα της νομιμοποιημένης σχολής, ή απ’ τα κάτω, από τις γραμμές της καινούργιας γενιάς της δημιουργικής μποεμαρίας, ανέβαινε ένα καινούργιο αντάρτικο κίνημα που ύστερα από ορισμένο χρόνο σκαρφάλωνε με τη σειρά του τα σκαλιά της ακαδημίας.

Αυτό το δρόμο ακολούθησαν ο κλασικισμός, ο ρομαντισμός, ο νατουραλισμός, ο συμβολισμός, ο εξπρεσιονισμός, το παρακμιακό κίνημα, κλπ. Ωστόσο η ένωση της τέχνης και της μπουρζουαζίας αν δεν είταν ευτυχής είταν τουλάχιστο σταθερή όσο η αστική κοινωνία είταν σε πλήρη άνοδο, όσο δειχνόταν ικανή να διατηρήσει το πνευματικό και πολιτικό καθεστώς της «δημοκρατίας», όχι μόνο αφήνοντας ελεύθερα τα λουριά στους καλλιτέχνες και διαφθείροντάς τους με όλους τους τρόπους, μα ακόμα και κάνοντας μερικά ψυχικά στις κορυφές της εργατικής τάξης, κατευνάζοντας και εξημερώνοντας τη γραφειοκρατία των συνδικάτων και των εργατικών κομμάτων. Ιστορικά, πρέπει να τοποθετήσουμε όλα αυτά τα φαινόμενα στο ίδιο επίπεδο.

Η τωρινή παρακμή της αστικής κοινωνίας προκαλεί ανυπόφορη όξυνση των κοινωνικών αντιφάσεων. Αυτές μετατρέπονται άφευκτα σε αντιφάσεις ατομικές και κάνουν μ’ αυτό ακόμα πιο καυτερή την απαίτηση για μια τέχνη λυτρωτική. Ο παρακμιακός καπιταλισμός εμφανίζεται ωστόσο απόλυτα ανίκανος να προσφέρει τους ελάχιστους όρους ανάπτυξης στα καλλιτεχνικά ρεύματα που ανταποκρίνονται κατά κάποιο τρόπο στην εποχή μας. Υπάρχει ένας δεισιδαιμονικός φόβος για κάθε καινούργιο λόγο γιατί δεν τίθεται σ’ αυτόν πρόβλημα διορθώσεων και μεταρρυθμίσεων, μα πρόβλημα ζωής ή θανάτου. Οι καταπιεζόμενες μάζες ζούνε τη δικιά τους ζωή και ο μποεμισμός είναι μια πάρα πολύ στενή βάση: να γιατί τα καινούργια καλλιτεχνικά ρεύματα έχουν χαρακτήρα ολοένα και πιο σπασμωδικό, μπαλαντζάροντας ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία. Οι καλλιτεχνικές σχολές των τελευταίων δεκαετιών, ο κυβισμός, ο φουτουρισμός, ο ντανταϊσμός, ο σουρεαλισμός διαδέχονται η μια την άλλη χωρίς να φτάσουνε στην πλήρη τους ανάπτυξη. Η τέχνη, που αντιπροσωπεύει το πιο πολύπλοκο, το πιο ευαίσθητο και σύγκαιρα το πιο τρωτό στοιχείο της κουλτούρας, υποφέρει ολότελα ξεχωριστά από το ξεχαρβάλωμα και το σάπισμα της αστικής κοινωνίας.

Είναι αδύνατο να βρεθεί μια λύση σ’ αυτό το αδιέξοδο με τα ιδιαίτερα μέσα της τέχνης. Ολόκληρη η κουλτούρα είναι σε κρίση, από τα οικονομικά της θεμέλια ως τις υψηλότερες σφαίρες της ιδεολογίας. Η τέχνη δε μπορεί ούτε να βγει απ’ την κρίση ούτε να φτιάξει δικό της χωριό. Δε μπορεί να σωθεί μόνη της. Θα χαθεί άφευκτα όπως χάθηκε η ελληνική τέχνη κάτω από τα ερείπια της δουλοκτητικής κοινωνίας, αν η σύγχρονη κοινωνία δεν κατορθώνει να μεταβληθεί. Το πρόβλημα έχει λοιπόν χαρακτήρα εξολοκλήρου επαναστατικό. Έτσι η αποστολή της τέχνης στην εποχή μας καθορίζεται από τη σχέση της με την επανάσταση.

Ίσα - ίσα σ’ αυτό το δρόμο η ιστορία έβαλε τους καλλιτέχνες μπροστά σε μια μεγαλόπρεπη παγίδα. Ολάκερη γενιά της «αριστερής» ιντελλιγκέντσιας, μέσα στα δέκα - δεκαπέντε τελευταία χρόνια, έστρεψε τα βλέματά της προς την Ανατολή και συνέδεσε, περισσότερο ή λιγότερο στενά, τη μοίρα της αν όχι με το επαναστατικό προλεταριάτο, τουλάχιστο με τη νικηφόρα επανάσταση. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Μέσα στη νικηφόρα επανάσταση δεν υπάρχει μόνο η επανάσταση, υπάρχει και κείνο το καινούργιο προνομιακό στρώμα που καβάλησε στην πλάτη της. Πραγματικά, η «αριστερή» ιντελλιγκέντσια επιχείρησε ν’ αλλάξει αφεντικό. Κέρδισε πολλά μ’ αυτό; Η Οκτωβριανή Επανάσταση έδοσε μια μεγαλειώδικη παρόρμηση στη σοβιετική τέχνη σ’ όλους τους τομείς. Η γραφειοκρατική αντίδραση, αντίθετα, τσάκισε την καλλιτεχνική δημιουργία με το ολοκληρωτικό της χέρι. Αυτό δεν έχει τίποτα το εκπληκτικό. Η τέχνη είναι θεμελιακά λειτουργία των νεύρων και απαιτεί ακέρια ειλικρίνεια. Ακόμα και η αυλική τέχνη της απόλυτης μοναρχίας βασίστηκε πάνω στην εξιδανίκευση και όχι πάνω στην παραποίηση.

Άλλωστε, η επίσημη τέχνη της Σοβιετικής Ένωσης –δεν υπάρχει άλλη εκεί κάτω– μοιράζεται την τύχη της ολοκληρωτικής δικαιοσύνης, δηλαδή την ψευτιά και την απάτη. Ο σκοπός της δικαιοσύνης, όπως και της τέχνης, είναι η εξύμνηση του «αρχηγού», η τεχνητή κατασκευή ενός ηρωικού μύθου. Η ανθρώπινη ιστορία δεν έχει ακόμα δει τίποτα παρόμοιο σε τέτοια έκταση και αναισχυντία! Μερικά παραδείγματα δε θάταν ανώφελα.

Ο πολύ γνωστός σοβιετικός συγγραφέας Βσέβολοντ Ιβάνοβ έσπασε τη σιωπή του, εδώ και λίγον καιρό, για να επικυρώσει την ενθουσιαστική αλληλεγγύη του με τη δικαιοσύνη του Βυσίνσκι. Κατά τον Ιβάνοβ η ολική εξόντωση των παλιών μπολσεβίκων, «αυτών των βρωμερών αναθυμιάσεων του καπιταλισμού», γεννάει στους καλλιτέχνες ένα δημιουργικό μίσος. Προσεχτικός ρομαντικός από φύση, λυρικός από σκέψη, ο Ιβάνοβ μοιάζει σε πολλά σημεία με το Γκόρκι, σε κλίμακα μικρότερη. Καθώς δεν είναι φυσικά αυλικός, προτίμησε να σωπάσει όσον καιρό αυτό του είταν μπορετό, ήρθε όμως η στιγμή όπου η σιωπή σήμαινε γι’ αυτόν θάνατο πολιτικό και ίσως φυσικό. Δεν είναι κανέναν «δημιουργικό μίσος», μα ο παραλυτικός φόβος που οδηγεί το χέρι τέτοιων συγγραφέων.

Ο Αλέξης Τολστόϊ, που ο αυλικός νίκησε μέσα του οριστικά τον καλλιτέχνη, έγραψε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα αφιερωμένο στη δοξολογία των στρατιωτικών άθλων του Στάλιν και του Βοροσίλοφ στο Τσαρίτσυν. Πραγματικά, τα ντοκουμέντα μαρτυράνε αντικειμενικά ότι η στρατιά του Τσαρίτσυν –μια από τις δυο δωδεκάδες στρατιές της επανάστασης– έπαιξε ρόλο αρκετά αξιοθρήνητο. Οι δυο ήρωες είχαν ανακληθεί από τις θέσεις τους.

Αν ο εξαιρετικός Τσαπάγιεφ, ένας από τους αληθινούς ήρωες του εμφύλιου πολέμου, απαθανατίστηκε από τον σοβιετικό κινηματογράφο, είναι μόνο και μόνο γιατί δεν έζησε ως την «εποχή του Στάλιν», οπότε θα είχε σίγουρα τουφεκιστεί σαν φασίστας πράκτορας. Ο ίδιος Αλέξης Τολστόϊ έγραψε ένα θεατρικό έργο με θέμα το 1919: Η Εκστρατεία των Δεκατεσσάρων Δυνάμεων. Οι κύριοι ήρωες του έργου είναι, κατά το συγγραφέα του, ο Λένιν, ο Στάλιν και ο Βοροσίλοφ. «Οι εικόνες τους (του Στάλιν και του Βοροσίλοφ) ολόγιομες από δόξα και ηρωισμό, διαπερνάνε ολόκληρο το έργο». Έτσι ένας συγγραφέας με ταλέντο, που φέρνει το όνομα του πιο μεγάλου και του πιο γνήσιου ρώσου ρεαλιστή, κατάντησε ένας μυθοπλάστης κατά παραγγελία.

Εδώ και λίγον καιρό, στις 27 Απρίλη αυτού του χρόνου, το ημιεπίσημο όργανο της κυβέρνησης, τα «Ισβέστια», αναδημοσίευε μιαν άποψη παρμένη από ένα καινούργιο φιλμ που παρουσιάζει το Στάλιν σαν οργανωτή της απεργίας της Τιφλίδας το Μάρτη του 1902. Όμως, καθώς το αποδείχνουνε ντοκουμέντα δημοσιευμένα από καιρό, ο Στάλιν είταν τότε φυλακή, κι επιπλέον στο Βατούμ και όχι στην Τιφλίδα. Αυτή τη φορά το ψέμα είταν ολοφάνερο. Την άλλη μέρα τα «Ισβέστια» ζητούσανε συγνώμη για κείνο το λυπηρό λάθος. Δεν ξέρει κανείς τι έγινε κείνο το κακότυχο φιλμ, το πληρωμένο με χρήματα του Κράτους.

Δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες βιβλία, φιλμ, πίνακες, γλυπτά αποτυπώνουν και εξυμνούν τέτοια ιστορικά επεισόδια. Έτσι πολλά φιλμ γύρω από την Οκτωβριανή Επανάσταση παρουσιάζουν ένα επαναστατικό «κέντρο» που διευθύνονταν από το Στάλιν και που δεν υπήρξε ποτέ. Είναι αναγκαίο να διηγηθούμε πως αυτό το δόλιο ψέμα είχε προοδευτικά προετοιμαστεί. Ο Λεονίντ Σερεμπριάκοφ, που τουφεκίστηκε αργότερα με τη δίκη Πιατάκοφ-Ράντεκ, προσέλκυσε την προσοχή μου στα 1924 πάνω στη δημοσίευση, χωρίς καμιάν εξήγηση, στην «Πράβντα», αποσπασμάτων από τα πρακτικά της Κεντρικής Επιτροπής στο τέλος του 1917. Πρώην γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής, ο Σερεμπριάκοφ είχε πολλές σχέσεις στα παρασκήνια του κομματικού μηχανισμού και γνώριζε πολύ καλά το σκοπό κείνης της απροσδόκητης δημοσίευσης: είταν το πρώτο βήμα, ακόμα συνετό, στο δρόμο της δημιουργίας του κεντρικού σταλινικού μύθου, που πιάνει σήμερα τόσο σπουδαία θέση μέσα στη σοβιετική τέχνη.

Σε σεβαστή ιστορική απόσταση, το ξεσήκωμα του Οκτώβρη παρουσιάζεται πολύ πιο μεθοδικό και μονολιθικό απ’ ό,τι είταν στην πραγματικότητα. Πραγματικά, οι διακυμάνσεις, οι απόπειρες να βρεθούν παρακαμπτήριες γραμμές, οι παράτολμες πρωτοβουλίες που κόβονταν στη μέση, πολλαπλασιάστηκαν. Έτσι, στην αυτοσχέδια συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής της 16 Οκτώβρη, με την απουσία των σημαντικότερων μελών του Σοβιέτ της Πετρούπολης, αποφασίστηκε να συμπληρωθεί το σοβιετικό επιτελείο της εξέγερσης με ένα βοηθητικό «κέντρο» του κόμματος που αποτελέστηκε από τους Σβερντλόφ, Στάλιν, Μπουμπνόφ, Ουρίτσκι και Τζερζίνσκι. Την ίδια στιγμή το Σοβιέτ της Πετρούπολης αποφάσιζε να συγκροτήσει μιαν Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή που από τη γένεσή της κιόλας έκανε εργασία τόσο αποφασιστική στην προπαρασκευή της εξέγερσης ώστε όλος ο κόσμος –μαζί και οι ίδιοι οι ιδρυτές του– ξέχασε ολότελα το «κέντρο» που δημιουργήθηκε αποβραδύς. Πολλοί τέτοιοι αυτοσχεδιασμοί εξαφανίστηκαν μέσα στους σίφουνες της εποχής. Ο Στάλιν δε μπήκε ποτέ στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή και δεν εμφανίστηκε στο Σμόλνυ, δηλαδή στο επιτελείο της Επανάστασης, δεν πήρε κανένα μέρος στην πρακτική προπαρασκευή της εξέγερσης: αυτός έδρευε στα γραφεία της «Πράβντα» και έγραφε εκεί άρθρα με το σωρό που λίγοι τα διαβάζανε. Στα χρόνια που ακολούθησαν, κανένας δεν έκανε ποτέ νύξη για το «πρακτικό κέντρο». Στα άρθρα όπου άνθρωποι που συμμετείχαν στην εξέγερση χαράζουνε τις αναμνήσεις τους –και σ’ αυτό το είδος άρθρα τίποτα δεν ανακαλεί κανείς– το όνομα του Στάλιν δεν ξεστομίστηκε ούτε μια φορά. Ο ίδιος ο Στάλιν, γράφοντας άρθρο στην επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης που δημοσιεύτηκε στο φύλλο της «Πράβντα» της 7 Νοέμβρη 1918, δεν κάνει τον παραμικρό υπαινιγμό για το «πρακτικό κέντρο» όταν απαριθμεί όλους τους θεσμούς και όλα τα πρόσωπα που συνδέονταν με την Επανάσταση. Παρ’ όλα αυτά, ανακαλύφτηκε τυχαία στα 1924, ερμηνεύτηκε με ψεύτικο τρόπο και χρησίμεψε για βάση στο γραφειοκρατικό μύθο. Σ’ όλους τους οδηγούς, βιογραφικούς πίνακες, ακόμα και στην τελευταία έκδοση των σχολικών εγχειριδίων, φιγουράρει το επαναστατικό «κέντρο» του Στάλιν. Κανένας, εξάλλου, δεν επιχείρησε, έστω κι από ευπρέπεια, να εξηγήσει που και πότε αυτό το κέντρο συνεδρίασε, ποιες αποφάσεις πήρε και σε ποιον έδοσε διαταγές, αν κράτησε πρακτικά και που είναι αυτά. Έχουμε εδώ όλα τα στοιχεία των δικών της Μόσχας.

Με τη δουλικότητα που την χαρακτηρίζει, η υποτιθέμενη σοβιετική τέχνη έκανε αυτό το γραφειοκρατικό μύθο ένα από τα προσφιλή της θέματα καλλιτεχνικής επεξεργασίας. Ο Σβερντλόφ, ο Τζερζίνσκι, ο Ουρίτσκι και ο Μπουμπνόφ παρουσιάζονται, στις ζωγραφιές ή στα γλυπτά, καθισμένοι ή όρθιοι γύρω από το Στάλιν ν’ ακούνε τα λόγια του με εξαιρετική προσοχή. Τα γραφεία όπου εδρεύει το «κέντρο» έχουν σκόπιμα χαρακτήρα απροσδιόριστο για να αποφευχθεί το λεπτό ζήτημα της διεύθυνσης. Τι μπορείς να περιμένεις ή να απαιτείς από καλλιτέχνες υποχρεωμένους να μουντζαλώνουν με το πινέλο τους τα χοντροκομένα αχνάρια μιας ιστορικής πλαστογράφησης, φανερής για τους ίδιους;

Το στυλ της τωρινής επίσημης σοβιετικής ζωγραφικής τιτλοφορείται «σοσιαλιστικός ρεαλισμός». Αυτό το ίδιο το όνομα τού δόθηκε ολοφάνερα από έναν οποιοδήποτε διευθυντή ενός οποιουδήποτε καλλιτεχνικού τμήματος. Ο ρεαλισμός συνίσταται στην αντιγραφή επαρχιακών στερεότυπων του τρίτου τέταρτου του περασμένου αιώνα· ο «σοσιαλιστικός» χαρακτήρας εκφράζεται ολοφάνερα σε τούτο, να απεικονίζεις, με τη βοήθεια ψεύτικων φωτογραφιών, γεγονότα που δεν έγιναν ποτέ. Είναι αδύνατο να διαβάσουμε, χωρίς φυσική αποστροφή ανάμιχτη με φρίκη, τους στίχους ή τα σοβιετικά μυθιστορήματα, ή να κοιτάξουμε τις απεικονίσεις σοβιετικών πινάκων και γλυπτών: σ’ αυτά τα έργα κρατικοί υπάλληλοι οπλισμένοι με πένα, με πινέλο ή με κοπίδι, δοξολογούν, κάτω από την επιτήρηση κρατικών υπαλλήλων οπλισμένων με μάουζερ, τους «μεγάλους» και «μεγαλοφυείς» αρχηγούς, μ’ όλο που στερούνται πραγματικά από την παραμικρή σπίθα μεγαλοσύνης ή ευφυΐας. Η τέχνη της σταλινικής εποχής θα μείνει σαν η πιο συγκεκριμένη έκφραση της πιο βαθιάς υποχώρησης της προλεταριακής επανάστασης.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μέσα στα σύνορα της ΕΣΣΔ. Με το πρόσχημα ότι αναγνώρισε αργοπορημένα την Οκτωβριανή Επανάσταση, η «αριστερή» πτέρυγα της δυτικής ιντελλιγκέντσιας έπεσε με τα γόνατα μπροστά στη σοβιετική γραφειοκρατία. Οι προικισμένοι με χαρακτήρα και ταλέντο καλλιτέχνες έμειναν κατά γενικό κανόνα παράμερα. Όμως οι αποτυχημένοι, οι καριερίστες και ο μηδαμινότητες βάλθηκαν γι’ αυτό με πιότερη λύσσα να συρθούν ως το πρώτο πλάνο. Είναι τότε που άνοιξε η περίοδος των κέντρων και των τμημάτων κάθε λογής, των γραμματέων των δύο φύλων, των αναπόφευκτων επιστολών του Ρομαίν Ρολλάν, των επιχορηγημένων εκδόσεων, των συμποσίων και των συνεδρίων όπου είτανε δύσκολο να βρεις τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην τέχνη και τη Γκεπεού. Παρά την ισχυρή επιρροή του, αυτό το στρατιωτικοποιημένο κίνημα δεν κατόρθωσε να δόσει ούτε ένα έργο που να μπορεί να επιζήσει από το δημιουργό του ή από τους εμπνευστές του τού Κρεμλίνου.

Στον τομέα της ζωγραφικής, η Οκτωβριανή Επανάσταση βρήκε τον καλύτερο διερμηνευτή της όχι στην ΕΣΣΔ μα στο μακρινό Μεξικό, όχι μέσα στους επίσημους «φίλους» της ΕΣΣΔ, μα στο πρόσωπο ενός αποδειγμένου «εχθρού του λαού» που η Τέταρτη Διεθνής είναι περήφανη να τον περιλαβαίνει στις τάξεις της. Διαποτισμένος από την καλλιτεχνική κουλτούρα όλων των λαών κι όλων των εποχών, ο Ντιέγκο Ριβέρα μπόρεσε να μείνει μεξικάνος στις βαθύτερες ίνες του πνεύματός του. Κείνο που τον ενέπνευσε στις τοιχογραφίες του, κείνο που τον ανύψωσε πάνω από την καλλιτεχνική παράδοση, πάνω από τη σύγχρονη τέχνη, και με ορισμένη έννοια, πάνω από τον ίδιο τον εαυτό του, είναι η δυνατή πνοή της προλεταριακής επανάστασης. Χωρίς τον Οκτώβρη, η δημιουργική του ικανότητα να κατανοήσει την εποποιία της εργασίας, την υποδούλωση και το ξεσήκωμα δε θα μπορούσε ποτέ να φτάσει σε τέτοια δύναμη και σε τέτοιο βάθος. Θέλετε να δείτε με τα ίδια σας τα μάτια τα μυστικά ελατήρια της κοινωνικής επανάστασης; Κοιτάξτε τις τοιχογραφίες του Ριβέρα! Θέλετε να μάθετε τί είναι επαναστατική τέχνη; Κοιτάξτε τις τοιχογραφίες του Ριβέρα!

Πλησιάστε λίγο αυτές τις τοιχογραφίες και θα δείτε σε μερικές απ’ αυτές γρατζουνιές και λεκέδες, καμωμένες από φαρμακερούς βάνδαλους: καθολικούς και άλλους αντιδραστικούς ανάμεσα στους οποίους, φυσικά, σταλινικοί. Αυτά τα χτυπήματα κι αυτές οι λαβωματιές δίνουν στις τοιχογραφίες ακόμα μεγαλύτερη ζωή. Δεν έχουμε μόνο μπροστά μας έναν «πίνακα», σαν αντικείμενο παθητικής αισθητικής θεώρησης, μα ένα ζωντανό κομάτι της κοινωνικής πάλης. Σύγκαιρα είναι μια κορυφή της τέχνης.

Μόνον η ιστορική νεαρότητα μιας χώρας που δεν ξεπέρασε ακόμα το στάδιο της πάλης για την εθνική ανεξαρτησία επέτρεψε στο επαναστατικό - σοσιαλιστικό πινέλο του Ριβέρα να διακοσμήσει τους τοίχους των δημόσιων ιδρυμάτων του Μεξικού.

Στις ΕΠΑ τα πράγματα πήγανε χειρότερα και σαπίσανε. Όπως οι μοναχοί του Μεσαίωνα έσβηναν από αμάθεια απ’ τις περγαμηνές τα έργα της αρχαίας λογοτεχνίας, για να τις καλύψουν έπειτα με το σχολαστικό τους παραλήρημα, έτσι και οι κληρονόμου του Ροκφέλλερ, από προμελετημένη μοχθηρία αυτή τη φορά, κάλυψαν τις τοιχογραφίες του μεγάλου Μεξικανού με τις διακοσμητικές κοινοτοπίες τους. Αυτό το καινούργιο παλίμψηστο δεν κάνει παρά ν’ απαθανατίζει την τέχνη την ταπεινωμένη μέσα στην αστική κοινωνία που βρίσκεται στην πλήρη αποσύνθεσή της.

Η κατάσταση δεν είναι καθόλου καλύτερη στη χώρα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Όσο κι αν αυτό φαίνεται στην αρχή απίστευτο, δεν υπάρχει θέση για την τέχνη του Ντιέγκο Ριβέρα ούτε στη Μόσχα ούτε στο Λένινγκραντ ούτε σ’ οποιοδήποτε μέρος της ΕΣΣΔ όπου η γραφειοκρατία που βγήκε από την Επανάσταση χτίζει μεγαλόπρεπα παλάτια και μνημεία. Πώς θα δεχότανε η κλίκα του Κρεμλίνου μέσα στο παλάτι της έναν καλλιτέχνη που δε ζωγραφίζει το εικόνισμα του «αρχηγού» ούτε το πορτραίτο σε φυσικό μέγεθος του αλόγου του Βοροσίλοφ; Οι κλεισμένες σοβιετικές πόρτες μπροστά στο Ντιέγκο Ριβέρα σημαδεύουν την ολοκληρωτική δικτατορία μ’ ένα ανεξίτηλο στίγμα.

Μήπως η γραφειοκρατία θα πνίγει, μήπως θα ποδοπατάει, μήπως θα μουντζουρώνει ακόμα για καιρό όλο αυτό απ’ όπου κρέμεται το μέλλον της ανθρωπότητας; Συμπτώματα αλάθευτα μας λένε πως αυτό δεν είναι πια για πολύ. Η επαίσχυντη και αξιοθρήνητη κατάρρευση της άναντρα αντιδραστικής πολιτικής των Λαϊκών Μετώπων στην Ισπανία και τη Γαλλία, από το ένα μέρος, τα δόλια ψέματα των δικών της Μόσχας, από το άλλο, προαναγγέλλουν το πλησίασμα μιας μεγάλης στροφής όχι μόνο στον τομέα της πολιτικής μα και στον πλατύτερο τομέα της επαναστατικής ιδεολογίας. Ακόμα κι οι κακότυχοι «φίλοι» –φυσικά όχι ο διανοουμενίστικος συρφετός του «New Republic» και του «Nation»– αρχίζουν να αποκάμνουν από το ζυγό και το μαστίγιο.

Η τέχνη, η κουλτούρα, η πολιτική έχουν ανάγκη από μια καινούργια προοπτική. Δίχως αυτό η ανθρωπότητα θα σταματήσει να προχωράει. Η ανθρωπότητα δεν είχε ακόμα ποτέ μπροστά της προοπτικές τόσο απειλητικές και καταστροφικές όπως σήμερα. Να γιατί ο πανικός εμφανίζεται σαν η κυρίαρχη ψυχική κατάσταση της αποπροσανατολισμένης ιντελλιγκέντσιας. Όσοι δεν αντιτάσσουν στο μοσχοβίτικο ζυγό παρά έναν ανεύθυνο σκεπτικισμό δε θα βαρύνουν καθόλου πάνω στη ζυγαριά της ιστορίας. Ο σκεπτικισμός δεν είναι παρά μια άλλη μορφή, και διόλου ανώτερη, της πτώσης του ηθικού. Κείνο που κρύβεται πίσω απ’ αυτή τη συμμετρική εκτίμηση, τόσο της μόδας σήμερα, της σταλινικής γραφειοκρατίας και των επαναστατών αντιπολιτευόμενων, είναι, στις εννιά περιπτώσεις στις δέκα, ένα αξιολύπητο γονάτισμα μπροστά στις δυσκολίες και τους κινδύνους της ιστορίας. Ωστόσο οι λεκτικές υπεκφυγές και οι ευτελείς μικροπονηριές δε θα βοηθήσουνε κανέναν να βγει απ’ αυτές τις δυσκολίες και τους κινδύνους. Κανένας δε θάχει το ευεργέτημα ούτε της αναστολής ούτε της αναβολής. Μπροστά στην πολεμικοεπαναστατική εποχή που προελαύνει, πρέπει όλος ο κόσμος να δόσει μιαν απάντηση: οι φιλόσοφοι, οι ποιητές και οι καλλιτέχνες, όπως οι κοινοί θνητοί.

Στο φύλλο του Ιούνη της επιθεώρησής σας έπεσα πάνω σ’ ένα περίεργο γράμμα ενός συντάκτη σας από το Σικάγο που μου είναι άγνωστος. Εκφράζοντας (ελπίζω από παρανόηση) τη συμφωνία του με το περιοδικό σας, γράφει: «Δεν αποθέτω ωστόσο (;) καμιάν ελπίδα στους “τροτσκιστές” ούτε στα άλλα αναιμικά λείψανα τα στερημένα από κάθε μαζική βάση». Αυτά τα ξιπασμένα λόγια λένε περισσότερα απ’ ό,τι ο ίδιος ο συντάκτης τους τόθελε. Δείχνουν πρώτα - πρώτα ότι οι νόμοι εξέλιξης της κοινωνίας δεν είναι γι’ αυτόν παρά ένας ακατανόητος γρίφος. Καμιά προοδευτική ιδέα δεν αναδύθηκε από μια «μαζική βάση», αλλιώτικα δε θάταν προοδευτική. Μόνο σε τελευταία ανάλυση μια ιδέα συναντάει τις μάζες, με τον όρο, σίγουρα, ότι ανταποκρίνεται η ίδια στις απαιτήσεις της κοινωνικής εξέλιξης. Όλα τα μεγάλα κινήματα άρχισαν σαν «λείψανα» προγενέστερων κινημάτων. Ο χριστιανισμός είταν στην αρχή «λείψανο» του ιουδαϊσμού. Ο προτεσταντισμός «λείψανο» του καθολικισμού, δηλαδή της εκφυλισμένης χριστιανοσύνης. Η ομάδα Μαρξ - Έγκελς αναδύθηκε σαν λείψανο της εγελιανής αριστεράς. Η Κομμουνιστική Διεθνής προετοιμάστηκε μέσα στην καρδιά του πολέμου από τα λείψανα της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας. Αν αυτοί οι μύστες αποδείχτηκαν ικανοί να δημιουργήσουν μια μαζική βάση, είταν μόνο γιατί δε φοβόντανε την απομόνωση. Ήξεραν προκαταβολικά πως η ποιότητα των ιδεών τους θα μεταβαλλόταν σε ποσότητα. Αυτά τα «λείψανα» δεν έπασχαν από αναιμία. Αντίθετα, κλείνανε μέσα τους την πεμπτουσία των μεγάλων ιστορικών κινημάτων του αύριο.

Όπως τόχουμε κιόλας πει, είναι μικρές ομάδες που προωθήσανε την τέχνη. Όταν η κυριαρχική καλλιτεχνική τάση είχε εξαντλήσει τις δημιουργικές της πηγές, λείψανα «δημιουργικά» αποχωρίστηκαν απ’ αυτήν που μπόρεσαν να κοιτάξουνε τον κόσμο με καινούργια μάτια. Όσο πιο τολμηροί είναι η μύστες στις συλλήψεις τους και στις μέθοδές τους, όσο περισσότερο αντιτάσσονται στις καθιερωμένες αυθεντίες που στηρίζονται πάνω σε μια συντηρητική «μαζική βάση», τόσο περισσότερο οι ρουτινιέρηδες, οι σκεπτικιστές και οι σνομπ έχουν τη ροπή να τους βλέπουνε σαν ιδιότροπους ανίκανους και «αναιμικά λείψανα». Μα στο τέλος του λογαριασμού βουλιάζουνε μέσα στη ντροπή: η ζωή περνάει πάνω απ’ το κορμί τους.

Η θερμιδοριανή γραφειοκρατία, που δε μπορεί να της αρνηθεί κανείς κάποια σχεδόν βιολογική αίσθηση του κινδύνου, κι ένα ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης δεν είναι καθόλου διατεθειμένη να κρίνει τους επαναστάτες αντιπολιτευόμενούς της με κείνη τη μεγαλόπρεπη περιφρόνηση που είναι συχνά ο αδελφικός σύντροφος της ελαφρότητας και της ασυναρτησίας. Με τις δίκες της Μόσχας, ο Στάλιν που, από φύση, δεν αγαπάει τα τυχερά παιχνίδια, έπαιξε τη μοίρα της ολιγαρχίας του Κρεμλίνου και την ίδια την προσωπική του τύχη πάνω στο χαρτί της πάλης εναντίον του «τροτσκισμού». Πώς να εξηγήσουμε αυτό το γεγονός; Η μανιασμένη διεθνής καμπάνια εναντίον του «τροτσκισμού», που θα δυσκολευόταν κανείς να βρει το ισοδύναμό της στην ιστορία, θάταν απόλυτα ακατανόητη αν τα «λείψανα» δεν έκλειναν μέσα τους μια δυνατή ζωτική ορμή. Το αύριο θ’ ανοίξει τα μάτια σε κείνον που δεν το βλέπει ακόμα αυτό σήμερα.

Σα νάθελε να τελειώσει την αυτοπροσωπογραφία του με μιαν αστραφτερή πινελιά, ο ανταποκριτής σας από το Σικάγο σας υπόσχεται –τι γενναιότητα!– να σας συνοδεύσει σ’ ένα μελλοντικό φασιστικό ή «κομμουνιστικό» στρατόπεδο συγκέντρωσης. Δεν πρέπει, εννοείται, να τρέμει κανείς στην ιδέα του στρατόπεδου συγκέντρωσης. Όμως πόσοι άνθρωποι θάχανε συμφέρον να διαλέξουνε γι’ αυτούς και για τις ιδέες τους αυτό το αφιλόξενο καταφύγιο; Με τον «αμοραλισμό» που χαρακτηρίζει τους μπολσεβίκους, είμαστε πρόθυμοι να ομολογήσουμε πως οι παληκαράδες τζέντλεμεν που συνθηκολογούν πριν από τη μάχη και χωρίς μάχη δεν αξίζουν αληθινά τίποτ’ άλλο από στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Θάταν διαφορετικά αν ο ανταποκριτής σας περιοριζότανε να πει: στον τομέα της λογοτεχνίας και της τέχνης δε θέλουμε να δεχτούμε περισσότερο την κηδεμονία των «τροτσκιστών» απ’ ό,τι των σταλινικών. Αυτή η απαίτηση είναι καθαυτή απόλυτα σωστή. Μόνο που μπορεί κανείς ν’ απαντήσει ότι να την προβάλουνε στις σχέσεις με κείνους που αποκαλούνε «τροτσκιστές» θα σήμαινε μόνο ότι βουλιάζουν ανοιγμένες πόρτες. Η ιδεολογική πάλη ανάμεσα στην Τέταρτη και την Τρίτη Διεθνή δε βασίζεται αποκλειστικά σε μιαν αντίθεση στην αντίληψη των αντικειμενικών σκοπών των κομμάτων, μα σε μιαν αντίθεση στη γενική αντίληψη της υλικής και πνευματικής ζωής της ανθρωπότητας. Η τωρινή κρίση της κουλτούρας είναι πρώτ’ απ’ όλα κρίση της επαναστατικής διεύθυνσης. Σ’ αυτή την κρίση, ο σταλινισμός είναι η πιο σημαντική αντιδραστική δύναμη. Χωρίς καινούργια σημαία και χωρίς καινούργιο πρόγραμμα είναι αδύνατο να συγκροτήσουμε μιαν επαναστατική μαζική βάση, είναι άρα αδύνατο να βγάλουμε την κοινωνία από το αδιέξοδο. Μια ατόφια επαναστατική εξουσία δε μπορεί ούτε θέλει να δόσει στον εαυτό της το καθήκον να «διευθύνει» την τέχνη, κι ακόμα λιγότερο να της δίνει διαταγές, ούτε πριν ούτε ύστερα από την κατάληψη της εξουσίας. Μια τέτοια αξίωση δε μπορούσε να περάσει από το μυαλό παρά μόνο μιας γραφειοκρατίας άξεστης και αναίσχυντης, μεθυσμένης από την παντοδυναμία της και που έχει καταντήσει η αντίθεση της επανάστασης. Η τέχνη, όπως κ’ η επιστήμη, δε ζητάνε διεύθυνση μα, από την ίδια τους τη φύση, δε μπορούν να την υποφέρουν. Η καλλιτεχνική δημιουργία υπακούει στους δικούς της νόμους ακόμα κι όταν μπαίνει συνειδητά στην υπηρεσία ενός κοινωνικού κινήματος. Η ατόφια πνευματική δημιουργία είναι ασυμβίβαστη με το ψέμα, την υποκρισία και το πνεύμα του βολέματος. Η τέχνη μπορεί να είναι ο μεγάλος σύμμαχος της επανάστασης εφόσον θα μένει πιστή στον εαυτό της. Οι ποιητές, οι καλλιτέχνες, οι γλύπτες, οι μουσικοί θα βρουν οι ίδιοι τους δρόμους και τις μέθοδές τους, αν το απελευθερωτικό κίνημα των καταπιεζόμενων τάξεων και λαών διαλύσει τα σύννεφα του σκεπτικισμού και του πεσιμισμού που σκεπάζουν σήμερα τον ορίζοντα της ανθρωπότητας. Πρώτος όρος για μια τέτοια αναγέννηση είναι η αποτίναξη της αποπνικτικής κηδεμονίας της γραφειοκρατίας του Κρεμλίνου.

Εύχομαι στην επιθεώρησή σας να πιάσει θέση στο νικηφόρο στρατό του σοσιαλισμού κι όχι σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Κογιοακάν, 17 Ιούνη 1938


Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη