Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Λαμπριόλα>Η Υλιστική Αντίληψη της Ιστορίας_c


Αντόνιο Λαμπριόλα

Η ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ
ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Προηγούμενο: Τιμώντας το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (Μέρος Δεύτερο)
Επόμενο: Για τον Ιστορικό Υλισμό (Μέρος Δεύτερο)

ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΛΙΣΜΟ
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

Μέρος Πρώτο

Ι

Σ’ αυτό το είδος παρατηρήσεων, καθώς και σε πολλά άλλα, αλλά σ’ αυτό περισσότερο από κάθε άλλο, μας προκαλεί σοβαρό εμπόδιο, μάλιστα καταλήγει να είναι ενοχλητικό κώλυμα, η κακή εκείνη έξη του νου που είναι διαπαιδαγωγημένος με μόνα τα φιλολογικά μέσα της κουλτούρας και που ονομάζεται συνήθως βερμπαλισμός. Η κακή αυτή έξη διεισδύει και επεκτείνεται σε κάθε πεδίο γνώσης· αλλά ιδιαίτερα στις πραγματείες που αναφέρονται στον λεγόμενο ηθικό κόσμο, δηλαδή στο ιστορικό-κοινωνικό πλέγμα, συμβαίνει πολύ συχνά η λατρεία και η κυριαρχία των λέξεων να καταφέρνουν να διαβρώνουν και να σβήνουν το ζωντανό και αληθινό νόημα των πραγμάτων.

Εκεί όπου η παρατεινόμενη παρατήρηση, η επαναλαμβανόμενη εμπειρία, ο ασφαλής χειρισμός λεπτών οργάνων, η ολική ή έστω μερική εφαρμογή του υπολογισμού, καταλήγουν να οδηγούν το νου σε μια μεθοδική σχέση με τα πράγματα και τις παραλλαγές τους, όπως είναι ειδικά η περίπτωση των φυσικών επιστημών, εκεί ο μύθος και η λατρεία των λέξεων έχουν πια ξεπεραστεί και νικηθεί, και τα ζητήματα ορολογίας έχουν, σε τελευταία ανάλυση, τη δευτερεύουσα αξία μιας απλής συνθήκης. Αντίθετα, στη μελέτη των ανθρώπινων σχέσεων και υποθέσεων, τα πάθη, τα συμφέροντα και οι προκαταλήψεις σχολής, ομάδας, τάξης, θρησκείας και, κατόπιν, η φιλολογική κατάχρηση των παραδοσιακών μέσων παρουσίασης της σκέψης καθώς και ο σχολαστικισμός που δεν έχει πάντοτε νικηθεί αλλά αντίθετα, ολοένα αναβιώνει, ή αποκρύπτουν τα αληθινά πράγματα ή τα μεταβάλλουν απροσδόκητα σε όρους, λέξεις και τρόπους του λέγειν, αφηρημένους και συμβατικούς.

Αυτές τις δυσκολίες πρέπει πριν απ’ όλα να έχει υπόψη του όποιος εκθέτει δημόσια ή διατυπώνει την υλιστική αντίληψη της ιστορίας. Σε πολλούς φάνηκε, φαίνεται και θα φαίνεται προφανές και βολικό να συνάγουν την έννοια της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας από την απλή ανάλυση των λέξεων που τη συνθέτουν και όχι από τους όρους μιας έκθεσης ή από τη γενετική μελέτη τού πώς παράχθηκε η θεωρία[1] ή από τις πολεμικές, με τις οποίες οι υποστηρικτές της ανατρέπουν τις αντιρρήσεις των αντιπάλων. Ο βερμπαλισμός έχει την τάση να κλείνεται ολοένα περισσότερο σε καθαρά τυπικούς ορισμούς· οδηγεί το νου στο έξης λάθος: ότι είναι τάχα εύκολο να περιορίσουμε σε απλές και χειροπιαστές εκφράσεις και όρους το περίπλοκο και απέραντο πλέγμα της Φύσης και της ιστορίας· και δημιουργεί την πεποίθηση ότι είναι εύκολο να δούμε κάτω απ’ τα μάτια μας το πολλαπλό και σύνθετο πλέγμα αιτίων και αποτελεσμάτων, σαν θεατρικό θέαμα· ή, για να μιλήσουμε πιο απλά, σβήνει το νόημα των προβλημάτων γιατί δεν βλέπει παρά ονομασίες.

Αν πάρουμε, έπειτα, την περίπτωση που ο βερμπαλισμός βρίσκει υποστήριξη σ’ αυτές ή τις άλλες θεωρητικές υποθέσεις, όπως λ.χ. ότι ύλη σημαίνει κάτι που βρίσκεται κάτω από ή ενάντια σε ένα άλλο πράγμα ανώτερο και ευγενέστερο, που ονομάζεται πνεύμα· ή, αν πάρουμε την περίπτωση που αυτός συγχέεται με τη φιλολογική συνήθεια να αντιπαραθέτεται η λέξη υλισμός, με διάθεση περιφρονητική, σε ό,τι ονομάζεται με μια λέξη ιδεαλισμός, δηλαδή στο σύνολο όλων των αντι-εγωιστικών τάσεων και πράξεων: τότε ασφαλώς και είμαστε καταδικασμένοι. Και να που ακούμε να λένε: εδώ, σ’ αυτή τη θεωρία, γίνεται προσπάθεια να εξηγηθεί ολόκληρος ο άνθρωπος με μόνο τον υπολογισμό των υλικών συμφερόντων, και αρνούνται οποιαδήποτε αξία στα ιδεολογικά ενδιαφέροντα. Στη δημιουργία αυτών των συγχίσεων βοήθησε αρκετά και η απειρία, η ανικανότητα και η βιασύνη ορισμένων υπέρμαχων και προπαγανδιστών αυτής της θεωρίας· οι οποίοι, απ’ τη βιασύνη τους να εξηγήσουν στους άλλους αυτό που οι ίδιοι δεν κατανοούσαν πλήρως, ενώ η θεωρία η ίδια βρίσκεται μόνο στην αρχή της κι έχει ακόμη ανάγκη από μεγάλη ανάπτυξη, ήταν πρόθυμοι να την εφαρμόσουν σ’ ο,τιδήποτε, στην πρώτη ιστορική περίπτωση ή γεγονός που τους έπεφτε στα χέρια, και την κατάντησαν σχεδόν κομμάτια, εκθέτοντάς την στην εύκολη κριτική και τον εμπαιγμό αυτών που αποστηθίζουν τους επιστημονικούς νεωτερισμούς και των αργόσχολων.

Στο βαθμό που είναι δυνατόν εδώ, σ’ αυτές τις πρώτες σελίδες, να απορρίψουμε μόνο καταρχήν αυτές τις προκαταλήψεις, και να μεμφθούμε τις προθέσεις και τις τάσεις που τις υποβοηθούν, πρέπει να αναφέρουμε: ότι το νόημα αυτής της θεωρίας συνάγεται κυρίως από τη θέση που αυτή παίρνει και κατέχει απέναντι στις θεωρίες εκείνες που έχει πραγματικά πολεμήσει και, κυρίως, απέναντι στις κάθε είδους ιδεολογίες· ότι η επιβεβαίωση της αξίας της συνίσταται αποκλειστικά στην πιο πειστική και συνεπή εξήγηση των ανθρώπινων συμβάντων, που προκύπτει απ’ αυτή την ίδια· ότι αύτη η θεωρία δεν συνεπάγεται την υποκειμενική προτίμηση σε μια ορισμένη ποιότητα και ποσότητα ανθρώπινων συμφερόντων, που αντιπαρατάσσονται σε άλλα συμφέροντα αυθαίρετα, αλλά διατυπώνει μόνο τον αντικειμενικό συντονισμό και υποταγή όλων των συμφερόντων στην ανάπτυξη κάθε κοινωνίας, και το διατυπώνει μέσα από κείνη τη γενετική διαδικασία που συνίσταται στο να ερχόμαστε από τους όρους στα εξαρτώμενα από τους όρους, από τα στοιχεία της διαμόρφωσης στο πράγμα που διαμορφώνεται.

Ας ονειροπολούν οι βερμπαλιστές, εσκεμμένα, πάνω στην αξία της λέξης ύλη, αν αποτελεί στοιχείο ή ανάμνηση μεταφυσικής επινόησης ή έκφραση του τελευταίου υποθετικού υποστρώματος της νατουραλιστικής εμπειρίας. Εδώ δεν βρισκόμαστε στο πεδίο της φυσικής, της χημείας ή της βιολογίας· αλλά αναζητούμε μόνο τους ρητούς όρους του ανθρώπινου ζειν, αφού αυτό δεν είναι πια απλά ζωικό. Δεν πρόκειται, επομένως, να κάνουμε αναγωγές ή αφαιρέσεις από τα δεδομένα της βιολογίας· αλλά, αντίθετα, να αναγνωρίσουμε πριν απ’ ο,τιδήποτε άλλο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ζωής, που διαμορφώνεται και αναπτύσσεται με τη διαδοχή και τελειοποίηση των δραστηριοτήτων του ίδιου του ανθρώπου, σε συγκεκριμένες και ποικιλόμορφες συνθήκες· και να βρούμε τις σχέσεις συντονισμού και υποταγής των αναγκών, που είναι το υπόστρωμα της θέλησης και της δράσης. Δεν είναι μια πρόθεση αύτη που θα προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε, δεν είναι μια αξιολογική εκτίμηση αύτη που θα θελήσουμε να διατυπώσουμε, είναι μόνη η πραγματική ανάγκη αυτή που θέλουμε να φανερώσουμε.

Και όπως οι άνθρωποι, όχι από επιλογή, αλλά επειδή δεν θα μπορούσαν διαφορετικά, ικανοποιούν πρώτα ορισμένες στοιχειώδεις ανάγκες, και μετά απ’ αυτές αναπτύσσουν και άλλες, εκλεπτύνοντάς τες και, για την ικανοποίηση των αναγκών τους, όποιες κι αν είναι αυτές, βρίσκουν και χρησιμοποιούν ορισμένα μέσα και όργανα, και έρχονται σε κοινωνία με ορισμένους συγκεκριμένους τρόπους, ο ιστορικής ερμηνείας υλισμός δεν είναι παρά η απόπειρα να ανασκευάσουμε μέσα στο νου, με μεθοδικότητα, τη γένεση και σύνθεση της ανθρώπινης ζωής που αναπτύσσεται διαμέσου των αιώνων. Ο νεωτερισμός αυτής της θεωρίας δεν διαφέρει από κείνον όλων των άλλων θεωριών που, υστέρα από πολλές περιπέτειες στο πεδίο της φαντασίας, έφτασαν τελικά, μετά από αρκετό κόπο, να συλλάβουν την πεζότητα της πραγματικότητας, και να σταθούν σ’ αυτήν.

ΙΙ

Μια ορισμένη συγγένεια, τουλάχιστον στα φαινόμενα, μ’ αυτό το τυπικό ελάττωμα του βερμπαλισμού έχει ένα άλλο ελάττωμα που προκαλείται στο νου από άλλους δρόμους. Αντικρίζοντας ορισμένα πιο κοινά και λαϊκά αποτελέσματά του θα το ονομάσω φρασεολογικό· αν και αυτή η λέξη εδώ δεν εκφράζει πλήρως το πράγμα, και δεν αποσαφηνίζει την προέλευση του.

Εδώ και πολλούς αιώνες η ιστορία γράφεται, εκθέτεται, επεξηγείται. Τα πιο διαφορετικά ενδιαφέροντα, από τα άμεσα πρακτικά ως τα καθαρά αισθητικά, ώθησαν τους διάφορους συγγραφείς να συλλάβουν και να εκτελέσουν αυτό το είδος συνθέσεων· οι οποίες, όμως, είχαν την προέλευση τους στις διάφορες χώρες λίγο μετά από τις αρχές του πολιτισμού, από την ανάπτυξη του κράτους, και από το πέρασμα της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας σε τούτη, θα λέγαμε γενικά τη δική μας, που στηρίζεται στις ταξικές διαφορές και αντιθέσεις. Οι ιστορικοί, που ήταν γνήσιοι όσο κι ο Ηρόδοτος, γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν πάντοτε σε μια κοινωνία ακριβώς γνήσια, και μάλιστα πολύ περίπλοκη και σύνθετη, και όταν οι αιτίες αυτής της περιπλοκής και συνθετότητας ήταν άγνωστες, και η προέλευση τους λησμονημένη. Αύτη η συνθετότητα, με όλες τις αντιθέσεις που φέρνει μέσα της, και που μετά αποκαλύπτει και αφήνει να ξεσπάσουν με διάφορες ευκαιρίες, στεκόταν μπροστά στους συγγραφείς σαν κάτι το μυστηριώδες που ζητά εξήγηση· και, αν λίγο ο ιστορικός ήθελε να δόσει κάποια συνέχεια και μια ορισμένη σύνδεση με τα πράγματα που αφηγούνταν, έπρεπε να βρει τη γενική όραση που θα συμπλήρωνε την απλή αφήγηση. Από το φθόνο των θεών του πατέρα Ηρόδοτου ως το περιβάλλον του κυρίου Τεν, ένας άπειρος αριθμός εννοιών, που νοούνταν σαν μέσα εξήγησης και συμπλήρωσης των αφηγούμενων, επιβλήθηκαν στους συγγραφείς μέσα από τους φυσικούς δρόμους του άμεσου συλλογισμού. Ταξικές τάσεις, θρησκευτικές προλήψεις, λαϊκές προκαταλήψεις, επιδράσεις ή απομιμήσεις μιας τρέχουσας φιλοσοφίας, τεχνάσματα της φαντασίας, και υπαγορεύσεις καλλιτεχνικής συμπλήρωσης γεγονότων που ήταν αποσπασματικά γνωστά· –όλες αυτές και άλλες τόσες αιτίες συνέτρεξαν για να διαμορφωθεί το υπόστρωμα εκείνης της λίγο πολύ απλοϊκής θεωρίας των τυχαίων συμβάντων, που ή βρίσκεται σιωπηρά στο βάθος της αφήγησης ή χρησιμοποιείται, αν όχι τίποτε άλλο, για να την καρυκεύει και να την διακοσμεί. Είτε μιλούν για περίπτωση ή για πεπρωμένο είτε ανάγουν στη θεία πρόνοια τα ανθρώπινα πράγματα είτε τονίζουν το όνομα και την έννοια της τύχης –της θεότητας που μόνη σχεδόν επιζεί ακόμη και στην αυστηρή και συχνά βαριά αντίληψη του Μακιαβέλι –είτε κάνουν αναφορές, όπως γίνεται τώρα αρκετά συχνά, στη λογική των πραγμάτων, όλες αυτές οι επινοήσεις υπήρξαν και είναι εφευρέσεις και τεχνάσματα μιας απλοϊκής σκέψης, μιας σκέψης άμεσης, μιας σκέψης που δεν μπορεί να δικαιολογήσει στον εαυτό της το προχώρημά της και τα προϊόντα της, ούτε απ’ τους δρόμους της κριτικής, ούτε με τα μέσα του πειραματισμού.

Το κίνητρο και η σύνοψη αυτής της λαϊκής φιλοσοφίας, που υποβόσκει ή είναι ρητή στους ιστορικούς συγγραφείς, η οποία εξαιτίας του άμεσου χαρακτήρα της διαλύεται μόλις εμφανίζεται η κριτική της γνώσης είναι να γεμίζει με συμβατικά υποκείμενα (λ.χ. την τύχη) ή με μια διατύπωση με θεωρητική επιφάνεια (λ.χ. τη μοιραία πορεία των πραγμάτων, που μερικές φορές συγχέεται κατόπιν στα μυαλά με την έννοια της προόδου), τα κενά της συνείδησης γύρω από το πώς προχωρούν πραγματικά τα πράγματα από δική τους αναγκαιότητα, και έξω από τη θέληση και την έγκριση μας.

Σ’ όλες αυτές τις έννοιες, και σ’ όλες αυτές τις ιδεάσεις, που στο φως της κριτικής φαίνονται απλά προσωρινά μέτρα και τεχνάσματα μιας ανώριμης σκέψης, αλλά που στον καλλιεργημένο κόσμο φαίνονται συχνά το non plus ultra του νου, αποκαλύπτεται επίσης και αντανακλάται ένα αρκετό μέρος της ανθρώπινης διαδικασίας· γι’ αυτό δεν πρέπει να θεωρούνται σαν αβάσιμες επινοήσεις, ούτε σαν προϊόντα στιγμιαίου ονειροπολήματος. Είναι μέρος και στιγμές του γίγνεσθαι αυτού που ονομάζουμε ανθρώπινο πνεύμα. Ας δούμε, έπειτα, την περίπτωση που αυτές οι έννοιες και ιδεάσεις συμπλέκονται και συγχέονται στην comunis opinio των καλλιεργημένων προσώπων ή εκείνων που περνούν για τέτοια, καταλήγουν να συσταθούν σαν τεράστια μάζα προκαταλήψεων, και διαμορφώνονται σαν το εμπόδιο που η άγνοια αντιπαραθέτει στην καθαρή και πλήρη όραση των αληθινών πραγμάτων. Αυτές οι προκαταλήψεις εμφανίζονται σαν φρασεολογικά παράγωγα στα στόματα των επαγγελματιών πολιτικάντηδων, των λεγόμενων δημοσιογράφων και των εφημεριδογράφων κάθε τύπου και είδους, και προσφέρουν το μοχλό της ρητορικής στη λεγόμενη δημόσια γνώμη.

Να το επαναστατικό καθήκον και ο επιστημονικός στόχος της νέας θεωρίας, η οποία αντικειμενοποιεί και, θα έλεγα, σχεδόν φυσικοποιεί την εξήγηση των ιστορικών διαδικασιών: να αντιπαρατάσσει και κατόπιν να αντικαθιστά αυτή την πλάνη των μη κριτικών ιδεάσεων, αυτά τα είδωλα της φαντασίας, αυτά τα τεχνάσματα του φιλολογικού οικοδομήματος, αυτές τις συμβατικότητες, με τα πραγματικά υποκείμενα, δηλαδή με θετικά δρώσες δυνάμεις, με τους ανθρώπους στις ποικίλες και εκτεθειμένες λεπτομερώς κοινωνικές καταστάσεις που τους χαρακτηρίζουν.

Κάποιος λαός, δηλαδή, όχι μια οποιαδήποτε μάζα ατόμων αλλά ένα σύνολο ανθρώπων οργανωμένων μ’ αυτό και με κείνο τον τρόπο είτε από φυσικές σχέσεις εξ αίματος είτε από λόγους σταθερής γειτονίας· –κάποιος λαός, πάνω σ’ αυτή την περιγραμμένη και περιορισμένη επικράτεια, που είναι με τούτο ή τον άλλο τρόπο γόνιμη, και μ’ αυτή ή την άλλη μορφή παραγωγική, και κατακτήθηκε σε συγκεκριμένες συνθήκες με συνεχή εργασία· –κάποιος λαός, έτσι καταμερισμένος σ’ αυτή την επικράτεια, και έτσι καθαυτός διαμοιρασμένος και διαρθρωμένος, εξαιτίας ενός συγκεκριμένου καταμερισμού εργασίας ο όποιος ή μόλις έχει αρχίσει ή έχει ήδη αναπτύξει και ωριμάσει αυτή ή την άλλη ταξική διαίρεση, ή έχει κιόλας διαβρώσει και μετασχηματίσει αρκετές από τις τάξεις· –κάποιος λαός, που κατέχει τούτα ή τ’ αλλά εργαλεία, από την τσακμακόπετρα ως το ηλεκτρικό φως, και από το τόξο και το βέλος ως το επαναληπτικό ντουφέκι, και που παράγει μ’ έναν ορισμένο τρόπο, και με τον ίδιο τρόπο που παράγει κατανέμει συνεπώς και τα προϊόντα· –κάποιος λαός, που εξαιτίας όλων τούτων των σχέσεων είναι μια κοινωνία, στην οποία είτε μέσα από ήθη αμοιβαίας συμφωνίας είτε από ρητές συμβάσεις είτε από ενεργητικές και παθητικές βιαιότητες, γεννήθηκαν κιόλας ή πρόκειται να γεννηθούν νομικο-πολιτικοί δεσμοί, που κορυφώνονται κατόπι στην τάξη πραγμάτων του κράτους· –κάποιος λαός, στον οποίο όπως κι αν έχει γεννηθεί η οργάνωση του κράτους, που αποτελεί την προσπάθεια σταθεροποίησης, υπεράσπισης και συνέχισης των ανισοτήτων, και που, μέσα από τις νέες αντιθέσεις που φέρνει εντός του, καθιστά συνεχώς ασταθή την κοινωνική τάξη, γεννάει μέσα του τα κινήματα και τις πολιτικές επαναστάσεις, και συνεπώς τις αιτίες της προόδου και της καθυστέρησης: να το άθροισμα των στοιχείων που βρίσκονται στη βάση κάθε ιστορίας. Και να η νίκη της ρεαλιστικής πεζότητας πάνω σε κάθε φανταστικό και ιδεολογικό αποκύημα.

Μας χρειάζεται βέβαια υπομονή για να δούμε τα πράγματα όπως είναι, προσπερνώντας τα φαντάσματα που επί αιώνες μας εμπόδιζαν την καθαρή όραση. Αλλά αύτη η αποκάλυψη της ρεαλιστικής θεωρίας δεν στάθηκε, ούτε και θέλει να είναι, η εξέγερση του υλικού ανθρώπου εναντίον του ιδεατού. Αντίθετα, ήταν και είναι η ανεύρεση των αληθινών και χαρακτηριστικών αρχών και αιτίων κάθε ανθρώπινης ανάπτυξης, περιλαμβανομένου όλου εκείνου που ονομάζουμε ιδεώδες, μέσα σε συγκεκριμένες και πραγματικές θετικές συνθήκες, οι οποίες φέρνουν μέσα τους τις αιτίες, το νόμο και το ρυθμό του γίγνεσθαί τους.

ΙΙΙ

Παρ’ όλα αυτά θα ήταν λάθος να πιστέψουμε πώς οι ιστορικοί αφηγητές, χρονικογράφοι ή αναλυτές έβαλαν σε κυκλοφορία, από κεφαλιού τους και από δική τους επινόηση, την τεράστια εκείνη μάζα προκαταλήψεων, ιδεάσεων και ανώριμων εξηγήσεων, που με τη δύναμη της πρόληψης αποτελούσαν επί αιώνες το πέπλο που κάλυπτε την πραγματική αλήθεια. Είναι δυνατόν, και υπάρχει αληθινά η περίπτωση, μερικές απ’ αυτές τις προκαταλήψεις να αποτελούν προϊόν και κατάληξη προσωπικών επινοήσεων ή των φιλολογικών ρευμάτων τα οποία σχηματίζονται μέσα στο στενό επαγγελματικό κύκλο των πανεπιστημίων και των ακαδημιών –και γι’ αυτά ο λαός δεν ξέρει τίποτε. Όμως, το σημαντικό γεγονός είναι ότι η ιστορία αυτά τα πέπλα τα έβαλε μπροστά της από μόνη της· πράγμα που σημαίνει, ότι οι πρωταγωνιστές και οι ίδιοι οι χειριστές των ιστορικών υποθέσεων είτε αυτοί ήταν οι μεγάλες λαϊκές μάζες είτε ηγετικά στρώματα και τάξεις ή οι μηχανορράφοι του κράτους ή οι κλειστές ομάδες ή τα κόμματα με την πιο στενή έννοια της λέξης, αν εξαιρέσουμε μόνο κάποια στιγμή φωτεινού διαλείμματος, ως το τέλος σχεδόν του περασμένου αιώνα δεν είχαν συνείδηση του έργου τους, παρά μόνο μέσα από κάποιο ιδεολογικό κάλυμμα, που εμπόδιζε να δουν τις πραγματικές αιτίες. Στις σκοτεινές κιόλας εποχές, όταν γινόταν το πέρασμα από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό, δηλαδή, όταν, με τις πρώτες εφευρέσεις της γεωργίας, με την πρώτη σταθερή εγκατάσταση ενός πληθυσμού σ’ ένα συγκεκριμένο έδαφος, με τον πρώτο καταμερισμό της εργασίας στην κοινωνία, και με τις πρώτες συμμαχίες διαφορετικών ομάδων, δημιουργήθηκαν οι όροι μέσα στους οποίους αναπτύχθηκε η ιδιοκτησία και το κράτος, ή τουλάχιστον η πόλη, δηλαδή με μια λέξη στις εποχές των πρώτων πρώτων κοινωνικών επαναστάσεων, οι άνθρωποι μετέτρεψαν το έργο τους σε θαυμαστές πράξεις φανταστικών θεών και ηρώων. Έτσι που ενεργώντας όπως μπορούσαν και όπως έπρεπε στη δεδομένη περίπτωση, αναγκαιότητα και γεγονός της σχετικής οικονομικής τους ανάπτυξης, ιδεάθηκαν μιαν εξήγηση του έργου τους τέτοια σαν να μην ήταν έργο δικό τους. Αυτό το ιδεολογικό κάλυμμα των ανθρώπινων έργων άλλαξε αργότερα πολλές φορές μορφές, επιφάνεια, συνδυασμούς και σχέσεις στην πορεία των αιώνων, από την άμεση παραγωγή των απλοϊκών μύθων ως τα περίπλοκα θεολογικά συστήματα και ως την Πόλη του Θεού του Αγίου Αυγουστίνου, από την προληπτική ευπιστία στα θαύματα ως το τερατώδες θαύμα των μεταφυσικών θαυμάτων, δηλαδή την Ιδέα, που στους παρακμιακούς του χεγκελιανισμού γεννά από μόνη της μέσα της, από δική της γονιμοποίηση, τις πιο διαφορετικές ποικιλίες του ανθρώπινου ζειν στην πορεία της ιστορίας.

Βέβαια, ακριβώς επειδή η οπτική γωνία της ιδεολογικής ερμηνείας δεν ξεπεράστηκε οριστικά παρά μόνο πολύ πρόσφατα, και μόνο στις μέρες μας το σύνολο των πραγματικών και πραγματικά ενεργών σχέσεων διακρίθηκε καθαρά από τις απλοϊκές αντανακλάσεις του μύθου και από τις πιο τεχνητές της θρησκείας και της μεταφυσικής, η θεωρία μας περιέχει ένα νέο πρόβλημα, και φέρνει μέσα της σοβαρές δυσκολίες, για όποιον θέλει να την κάνει πράξη και να κατανοήσει καταλεπτώς την ιστορία του παρελθόντος.

Το πρόβλημα συνίσταται σε τούτο: ότι η θεωρία μας δίνει την ευκαιρία για μια νέα κριτική των ιστορικών πηγών. Δεν μιλώ αποκλειστικά για την κριτική των ντοκουμέντων με τη γνωστή και φανερή από πρώτη ματιά έννοια της λέξης· γιατί, όσον άφορα αυτήν, μπορούμε στο μεγαλύτερο μέρος να αρκεστούμε όπως μας την δίνουν ωραία και καλή οι κριτικοί, οι διανοούμενοι και οι επαγγελματίες φιλόλογοι. Αλλά, αντίθετα, μιλώ για την άμεση εκείνη πηγή, που βρίσκεται πέρα από τα κατεξοχήν αποκαλούμενα ντοκουμέντα και που, πριν εκφραστεί και παγιωθεί σ’ αυτά, βρίσκεται μέσα στο πνεύμα και τη μορφή της επίγνωσης με την οποία τα ιστορικά πρόσωπα υπολόγισαν από μόνα τους τα κίνητρα του έργου τους. Αυτό το πνεύμα, δηλαδή αύτη η επίγνωση, συχνά δεν συμφωνεί με τις αιτίες που είμαστε τώρα σε θέση να ανακαλύψουμε και να θέσουμε, έτσι που τα ιστορικά πρόσωπα μας φαίνονται μπλεγμένα σ’ ένα κύκλο από αυταπάτες. Για να απογυμνώσει κανείς τα ιστορικά γεγονότα απ’ αυτά τα καλύμματα, με τα οποία τα ίδια τα γεγονότα επενδύονται ενώ εξελίσσονται, πρέπει να κάνει μια νέα κριτική των πηγών, με τη ρεαλιστική έννοια της λέξης, και όχι με την τυπική του ντοκουμέντου: πρέπει, με μια λέξη, να κάνει να αντιδράσει απέναντι στις πληροφορίες για τις περασμένες συνθήκες η συνείδηση που διαθέτουμε σήμερα, έτσι ώστε να τις ανοικοδομήσουμε κατόπιν ξανά εκ βάθρων.

Αλλά αυτή η αναθεώρηση των αμεσότατων πηγών, ενώ σημειώνει το ακραίο όριο ιστορικής αυτοσυνείδησης που μπορεί ποτέ να επιτευχθεί, είναι δυνατό να γίνει αφορμή να πέσουμε σε βαριά σφάλματα. Γιατί, όπως εμείς τοποθετούμαστε από μια οπτική γωνία που βρίσκεται πέρα από τις ιδεολογικές οπτικές χάρη στις οποίες οι πρωταγωνιστές της ιστορίας αποκτούσαν συνείδηση του έργου τους, και στις οποίες βρήκαν πολύ συχνά και τα κίνητρα και τη δικαιολογία να δράσουν, εμείς μπορούμε να πέσουμε στην εσφαλμένη γνώμη ότι οι ιδεολογικές εκείνες οράσεις ήταν καθαρό φαινόμενο, ένα απλό τεχνητό οικοδόμημα, καθαρή αυταπάτη, με τη χυδαία έννοια αυτής της λέξης. Ο Μαρτίνος Λούθηρος, για να δόσουμε ένα παράδειγμα, όπως κι οι άλλοι μεγάλοι μεταρρυθμιστές σύγχρονοι του, δεν έμαθε ποτέ, όπως τώρα γνωρίζουμε εμείς, ότι το σύνθημα της Μεταρρύθμισης ήταν ένα από τα στάδια του γίγνεσθαι της τρίτης τάξης και η οικονομική εξέγερση της γερμανικής εθνότητας κατά της εκμετάλλευσης από την παπική αυλή. Εκείνος ήταν αυτό που ήταν, σαν αγκιτάτορας και σαν πολιτικός, γιατί είχε γίνει ένα με την πίστη που τον έκανε να διδάσκει το ταξικό σύνθημα που έδινε ώθηση στην αναταραχή, σαν επιστροφή στον αληθινό χριστιανισμό, και σαν θεία ανάγκη μέσα στη χυδαία πορεία των πραγμάτων. Η μελέτη των πιο μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων, δηλαδή η ενίσχυση της αστικής τάξης των πόλεων κατά των φεουδαρχικών κυρίων και η αύξηση της εδαφικής κυριαρχίας των πριγκίπων σε βάρος της δι-εδαφικής και υπέρ-εδαφικής εξουσίας του μονάρχη και του Πάπα, η βίαιη καταστολή του κινήματος των αγροτών και του πιο ρητά προλεταριακού εκείνου των αναβαπτιστών, μας επιτρέπουν τώρα να ξαναφτιάξουμε τη γνήσια ιστορία των οικονομικών αιτίων της Μεταρρύθμισης· ιδιαίτερα εφόσον πέτυχε, πράγμα που είναι η μεγαλύτερη επικύρωση. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς πρέπει να αποσπάσουμε το γεγονός που συνέβη από τον τρόπο που συνέβη και να διαλύσουμε τις συνθήκες όπου ολοκληρώθηκε με μια κατοπινή ανάλυση, εντελώς υποκειμενική και απλοποιητική. Οι εσώτερες αιτίες ή, όπως θα έλεγε κανείς τώρα, τα βέβηλα και πεζά κίνητρα της Μεταρρύθμισης μας φαίνονται πιο καθαρά στη Γαλλία όπου ακριβώς δεν βγήκε νικηφόρα· και επίσης στις Κάτω Χώρες, όπου, πέρα από τις διάφορες εθνότητες γίνονται σαφείς, στην πάλη με την Ισπανία, οι συγκρούσεις των οικονομικών συμφερόντων και καθαρότατα, τέλος, στην Αγγλία, όπου η θρησκευτική ανανέωση, που εμφανίστηκε μέσα από τους δρόμους της πολιτικής βίας, ρίχνει άπλετο φως στο πέρασμα σ’ αυτές τις συνθήκες, που είναι για τη σύγχρονη αστική τάξη οι πρόδρομοι του καπιταλισμού. Post factum και χωρίς προμελετημένα αποτελέσματα, η ιστορία των πραγματικών αιτίων, που ήταν τα εσώτερα εκείνα της Μεταρρύθμισης, σε μεγάλο μέρος άγνωστα στους ίδιους τους πρωταγωνιστές, εμφανίζεται ξεκάθαρη. Αλλά ότι το γεγονός θα συνέβαινε όπως ακριβώς συνέβη, ότι θα έπαιρνε αυτές τις συγκεκριμένες μορφές, ότι θα ντυνόταν μ’ αυτό το ένδυμα, ότι θα χρωματιζόταν μ’ αυτό το χρώμα, ότι θα εκτυλισσόταν μ’ αυτό το φανατισμό, σ’ αυτό συνίστανται οι ειδικές του συνθήκες που καμιά αναλυτική υπόθεση δεν θα μπορούσε να πει πως θα ήταν όπως έγιναν. Μόνο ο έρωτας του παράδοξου, συνυφασμένος πάντοτε με το ζήλο των παθιασμένων εκλαϊκευτών κάθε νέας θεωρίας, μπορεί να έχει οδηγήσει μερικούς στην πεποίθηση ότι για να γραφτεί η ιστορία αρκεί να φανεί μόνο το οικονομικό στοιχείο (συχνά όχι επιβεβαιωμένο ακόμη, και συχνά καθόλου επιβεβαιώσιμο) για να πεταχτούν κατόπιν όλα τα υπόλοιπα σαν άχρηστο φορτίο, με το οποίο οι άνθρωποι είχαν από ιδιοτροπία φορτωθεί, σαν κάτι το δευτερεύον, τέλος, ή σαν κακής ποιότητας ή κυριολεκτικά σαν κάτι ανύπαρκτο.

Με τη σκέψη ότι την ιστορία πρέπει να την κατανοούμε στο σύνολό της ολοκληρωμένα και ότι σ’ αυτήν πυρήνας και περίβλημα αποτελούν ένα πράγμα, όπως έλεγε ο Γκαίτε για καθετί καθολικό, τρία συμπεράσματα βγαίνουν.

Πρώτο, είναι φανερό ότι στο πεδίο του ιστορικο-κοινωνικού ντετερμινισμού ο συλλογισμός από τις αιτίες στα αποτελέσματα, από τους όρους στα εξαρτώμενα, από τις προϋποθέσεις στις συνέπειες, δεν θα είναι ποτέ φανερός με το πρώτο, όπως και όλες αυτές οι σχέσεις δεν είναι ποτέ φανερές με το πρώτο στον υποκειμενικό ντετερμινισμό της ατομικής ψυχολογίας. Στο δεύτερο αυτό πεδίο ήταν κιόλας από πολύ καιρό σχετικά εύκολο για την αφηρημένη και τυπική φιλοσοφία να ανεύρει, περνώντας πάνω απ’ όλους τους μύθους του φαταλισμού και της ελεύθερης βούλησης, το φανερό στοιχείο του κινήτρου που υπάρχει σε κάθε βούληση, γιατί, με μια λέξη, είναι τόσο βούληση όσο και αιτιολογημένος καθορισμός. Αλλά πριν από τα κίνητρα και τη βούληση βρίσκεται η γένεση εκείνων και αυτής, και για να αναπαραστήσουμε αυτή τη γένεση μάς χρειάζεται να βγούμε από το κλειστό πεδίο της συνείδησης και να φτάσουμε στην ανάλυση των απλών αναγκών, οι οποίες από μια άποψη προκύπτουν από τις κοινωνικές συνθήκες και από μια άλλη χάνονται στα σκοτεινά βάθη των οργανικών ορισμών ως τη γενετική κατανομή και τον αταβισμό. Αλλά δεν συμβαίνει διαφορετικά και στον ιστορικό ντετερμινισμό, όπου με τον ίδιο τρόπο αρχίζουμε ακριβώς από τα κίνητρα, ας υποθέσουμε θρησκευτικά, πολιτιστικά, αισθητικά, πάθους, κλπ., αλλά κατόπιν πρέπει να ανεύρουμε τις αιτίες αυτών των κινήτρων μέσα στις συνθήκες όπου πραγματικά βρίσκονται. Όμως, η μελέτη αυτών των συνθηκών πρέπει να είναι τόσο ειδικευμένη, που μένει τελικά να ξεκαθαριστεί όχι μόνο αν αυτές είναι οι αιτίες αλλά μέσα από ποιες μεσολαβήσεις φτάνουν σ’ αύτη τη μορφή, με την οποία αποκαλύπτονται στη συνείδηση σαν κίνητρα, που η προέλευση τους είναι συχνά σβησμένη.

Και γι’ αυτό ξαναγίνεται φανερό αυτό το συμπέρασμα, ότι δηλαδή στη θεωρία μας δεν θα πρέπει πια να ξαναμεταφράσουμε σε οικονομικές κατηγορίες όλες τις περίπλοκες εκδηλώσεις της ιστορίας, αλλά μόνο να εξηγήσουμε σε τελευταία ανάλυση (Έγκελς) κάθε ιστορικό γεγονός μέσα από την οικονομική δομή που το υποβαστάζει (Μαρξ): πράγμα που συνεπάγεται ανάλυση και αναγωγή, και μετά συλλογισμό και σύνθεση.

Απ’ αυτά προκύπτει, τρίτο, ότι για να προχωρήσουμε από την υποκειμενική δομή στο διαμορφωμένο σύνολο μιας συγκεκριμένης ιστορίας, είναι αναγκαία η συνδρομή εκείνου του συνόλου εννοιών και γνώσεων που μπορεί να ονομαστεί, ελλείψει άλλου όρου, κοινωνική ψυχολογία. Δεν θέλω μ’ αυτό να υπαινιχθώ τη γεμάτη φαντασιοκοπία ύπαρξη μιας κοινωνικής ψυχής, ούτε την επινόηση ενός επιδιωκόμενου, συλλογικού πνεύματος, που χάρη σε δικούς του νόμους, ανεξάρτητους από τη συνείδηση των ατόμων και τις υλικές και προσδιορίσιμες σχέσεις τους, επεκτείνεται και εκφράζεται στην κοινωνική ζωή. Αυτό είναι καθαρός μυστικισμός. Ούτε σκοπεύω να αναφερθώ στις απόπειρες εκείνες συνδυασμένης γενίκευσης, για τις οποίες γράφτηκαν εγχειρίδια κοινωνικής ψυχολογίας, που η ιδέα τους είναι η έξης: η μεταφορά και εφαρμογή σε ένα επινοημένο υποκείμενο, που ονομάζεται κοινωνική συνείδηση, των κατηγοριών και μορφών που έχουν διαπιστωθεί από την ατομική ψυχολογία. Και δεν θέλω να υπαινιχθώ ούτε εκείνη τη σωρό από μισο-οργανικές και μισο-ψυχολογικές ονομασίες χάρη στις οποίες η οντότητα της κοινωνίας, κατά τον τρόπο του Σέφλε, αποκτά και μυαλό, και νωτιαίο μυελό, και αισθαντικότητα, και συναίσθημα, και συνείδηση, και βούληση, κλπ. Αλλά θέλω να μιλήσω για κάτι πιο μετρημένο και πεζό· δηλαδή, για κείνες τις συγκεκριμένες και ακριβείς πνευματικές μορφές, χάρη στις οποίες μας εμφανίζονται έτσι όπως ήταν φτιαγμένοι οι πληβείοι της Ρώμης μιας συγκεκριμένης εποχής, ή οι τεχνίτες της Φλωρεντίας όταν ξέσπασε το κίνημα των Πληβείων ή οι αγρότες της Γαλλίας, ανάμεσα στους οποίους δημιουργήθηκε, σύμφωνα με την έκφραση του Τεν, η αυθόρμητη αναρχία του ’89, οι αγρότες εκείνοι που όταν έγιναν μετά ελεύθεροι εργαζόμενοι και μικροί ιδιοκτήτες είτε προσδοκούσαν κάποια ιδιοκτησία, από νικητές πέρα απ’ τα σύνορα μεταβλήθηκαν αυτομάτως, σε σύντομο διάστημα, σε όργανα της αντίδρασης. Αυτή η κοινωνική ψυχολογία, που κανείς δεν μπορεί να την αναγάγει σε αφηρημένους κανόνες, γιατί στο μεγαλύτερο μέρος των περιπτώσεων είναι μόνο περιγραφική, είναι αυτό που οι ιστορικοί αφηγητές και οι ρήτορες και καλλιτέχνες, οι μυθιστοριογράφοι και οι κάθε τύπου ιδεολόγοι ως τώρα είδαν και γνώρισαν σαν αποκλειστικό αντικείμενο της μελέτης και των επινοήσεών τους. Σ’ αύτη την ψυχολογία, που είναι η ιδιαίτερη συνείδηση των ανθρώπων σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες, αναφέρονται και κάνουν έκκληση οι αγκιτάτορες, οι ρήτορες, όσοι διαδίδουν τις ιδέες. Ξέρουμε ότι αυτή είναι η συνέπεια, η απόρροια, το αποτέλεσμα πραγματικά συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών· αυτή η συγκεκριμένη τάξη, σ’ αυτή τη συγκεκριμένη κατάσταση, χάρη στις λειτουργίες που εκπληρώνει, χάρη στην υποταγή όπου κρατήθηκε, χάρη στην κυριαρχία που ασκεί –και, εξάλλου, τάξη, λειτουργίες, υποταγή και κυριαρχία προϋποθέτουν αυτή ή εκείνη τη συγκεκριμένη μορφή παραγωγής και κατανομής των άμεσων πόρων της ζωής, δηλαδή μια ειδική οικονομική δομή. Αύτη η κοινωνική ψυχολογία από τη φύση της πάντοτε περιστασιακή, δεν είναι η έκφραση της αφηρημένης και γενικής διαδικασίας του λεγόμενου ανθρώπινου πνεύματος. Είναι πάντοτε ο ειδικός σχηματισμός ειδικών συνθηκών.

Δηλαδή, για μας ισχύει χωρίς συζήτηση η αρχή ότι δεν καθορίζουν οι μορφές συνείδησης το Είναι του ανθρώπου, αλλά ο τρόπος του Είναι ακριβώς καθορίζει τη συνείδηση (Μαρξ). Αλλά αυτές οι μορφές της συνείδησης, όπως καθορίζονται από τις συνθήκες ζωής, αποτελούν κι αυτές ιστορία. Η τελευταία αυτή δεν είναι μόνο η οικονομική ανατομία, αλλά όλα εκείνα μαζί που αύτη η ανατομία επενδύει και καλύπτει, ως τις πολύχρωμες αντανακλάσεις της φαντασίας. Ή, για να το πούμε διαφορετικά, δεν υπάρχει γεγονός της ιστορίας που να μην επαναλαμβάνει την προέλευση του από τις συνθήκες της οικονομικής δομής πάνω στην οποία βασίζεται· αλλά δεν υπάρχει και γεγονός της ιστορίας που να μην ακολουθεί, συνοδεύεται και ακολουθείται από συγκεκριμένες μορφές συνείδησης, είτε αυτή είναι προληπτική είτε είναι πειραματική, απλοϊκή ή αντανακλαστική, ώριμη ή ανάρμοστη, παρορμητική ή διδαγμένη, φανταστική ή έλλογη.

ΙV

Έλεγα εδώ, λίγο παραπάνω, ότι η θεωρία μας αντικειμενοποιεί και, με μια ορισμένη έννοια, φυσικοποιεί την ιστορία, στρέφοντας τήν εξήγησή μας γι’ αυτήν από τα με το πρώτο φανερά δεδομένα των βουλήσεων που δρουν σύμφωνα μ’ ένα σχέδιο, και των βοηθητικών στο έργο ιδεάσεων, στις αιτίες και τα κίνητρα της βούλησης και της δράσης, για να βρει κατόπιν το συντονισμό αυτών των αιτίων και κινήτρων στις στοιχειώδεις διαδικασίες της παραγωγής των άμεσων πόρων της ζωής.

Λοιπόν, σ’ αυτό τον όρο της φυσικοποίησης κρύβεται για πολλούς η ισχυρή πλάνη που τους οδηγεί να κάνουν σύγχιση ανάμεσα σ’ αυτή την τάξη προβλημάτων· και μιαν άλλη τάξη προβλημάτων δηλαδή, να επεκτείνουν στην ιστορία τους νόμους και τους τρόπους της σκέψης που φάνηκε να τους έχει ιδιοποιηθεί και παραδεχτεί η μελέτη και η εξήγηση του φυσικού γενικά κόσμου και ειδικότερα του ζωικού. Κι επειδή ο δαρβινισμός κατόρθωσε να εκπορθήσει, με την αρχή της εξέλιξης των ειδών, το τελευταίο οχυρό της μεταφυσικής σταθερότητας των πραγμάτων, απ’ όπου μετά οι οργανισμοί γίνονται για μας οι φάσεις και τα κίνητρα μιας αληθινής φυσικής ιστορίας, φάνηκε σε πολλούς ότι ήταν σαφής και απλή επιχείρηση το να υιοθετήσουμε σαν εξήγηση του γίγνεσθαι και του ιστορικού ανθρώπινου ζειν τις έννοιες, τις αρχές και τις οπτικές, στις οποίες υποτάχτηκε ο ζωικός κόσμος, που χάρη στις άμεσες συνθήκες της πάλης για την ύπαρξη αναπτύσσεται στα τοπογραφικά περιβάλλοντα της γης που δεν έχουν μεταβληθεί από την εργασία. Ο πολιτικός και κοινωνικός δαρβινισμός εισέβαλε σαν επιδημία για κάμποσα χρόνια στα μυαλά αρκετών ερευνητών και πολύ περισσότερο των συνηγόρων και των ρητόρων της κοινωνιολογίας κι έφτασε να αντανακλαστεί, σαν ρούχο της μόδας και φρασεολογικό ρεύμα, και στην καθημερινή επίσης γλώσσα κάθε πολιτικάντη.

Από πρώτη άποψη, φαίνεται να υπάρχει κάτι το άμεσα φανερό και αισθητά εύλογο σ’ αυτό τον τρόπο σκέψης· ο οποίος όμως, διακρίνεται κυρίως για την κατάχρηση της αναλογίας και τη βιασύνη στο συμπέρασμα. Ο άνθρωπος είναι χωρίς αμφιβολία ζώο, και είναι δεμένος με σχέσεις καταγωγής και συγγένειας και με άλλα ζώα. Δεν έχει προνόμιο καταγωγής, ούτε στοιχειώδους δομής, και ο οργανισμός του δεν είναι παρά μια ιδιαίτερη περίπτωση της γενικής φυσιολογίας. Το πρώτο του και άμεσο έδαφος ήταν εκείνο της απλής Φύσης, που δεν είχε μεταβληθεί ακόμη από την τέχνη της εργασίας· κι απ’ αυτό προέκυψαν οι επιτακτικές και αναπόφευκτες συνθήκες της πάλης για την ύπαρξη, με τις συνακόλουθες μορφές προσαρμοστικότητας. Εδώ είχαν την προέλευση τους οι φυλές, με την αληθινή και γνήσια έννοια της λέξης, στο βαθμό δηλαδή που είναι άμεσοι ορισμοί μαύρων, άσπρων, σγουρομάλληδων και λυσίκομων, κλπ., και όχι δευτερεύοντες ιστορικο-κοινωνικοί σχηματισμοί, δηλαδή οι λαοί και τα έθνη. Από δω τα πρωτόγονα ένστικτα κοινωνικότητας και, μέσα στο μικτό τρόπο ζωής, τα πρώτα στοιχεία της επιλογής των φύλων.

Αλλά, για τον άνθρωπο ferus primaevus, που μπορούμε να αναπλάσουμε στη φαντασία μας με συνδυασμό εικασιών, δεν είχαμε την ευκαιρία μιας εμπειρικής αίσθησης· όπως δεν μας δόθηκε η ευκαιρία να καθορίσουμε τη γένεση εκείνου του άγνωστου Χ, δηλαδή της ασυνέχειας εκείνης, χάρη στην οποία το ανθρώπινο γένος βρέθηκε αποσπασμένο από τη ζωή των ζώων, και κατόπιν στη συνέχεια ολοένα ανώτερο απ’ αυτήν. Όλοι οι άνθρωποι, που ζουν τώρα στην επιφάνεια της γης καθώς και όλοι εκείνοι που έζησαν στο παρελθόν, αποτέλεσαν αντικείμενο κάποιας αποτιμητής παρατήρησης, βρίσκονται και βρέθηκαν μια ωραία στιγμή στο σημείο όπου το καθαρά φυσικό ζειν είχε πάψει. Μια κάποια συνήθεια συμβίωσης, που γνωρίζει έθιμα και θεσμούς, έστω και με την πιο στοιχειώδη μορφή που μας είναι τώρα γνωστή, δηλαδή της αυστραλιανής φυλής, διαιρεμένης σε τάξεις και με το γάμο όλων των ανδρών μιας τάξης με όλες τις γυναίκες μιας άλλης τάξης, χωρίζει μ’ ένα μεγάλο διάλειμμα το ανθρώπινο ζειν από το ζωικό. Αν έρθουμε έπειτα στην παρατήρηση του gens materno, που ο κλασικός ιροκέζικος τύπος του έχει επαναστατικοποιήσει με το έργο του Μόργκαν την προϊστορία, δίνοντάς μας ταυτόχρονα το κλειδί της προέλευσης της κατεξοχήν ιστορίας, βρισκόμαστε σε μια μορφή κοινωνίας πολύ προηγμένη κιόλας όσον άφορα τη συνθετότητα των σχέσεων. Στο βαθμό συμβίωσης, λοιπόν που μέσα στον κύκλο των γνώσεών μας μάς φαίνεται στοιχειωδέστατος, δηλαδή στον αυστραλιανό, όχι μόνο η αρκετά περίπλοκη γλώσσα διαφορίζει τους ανθρώπους από όλα τα άλλα ζώα (και γλώσσα σημαίνει όρος και όργανο, αιτία και αποτέλεσμα κοινωνικότητας), αλλά η ειδίκευση του ανθρώπινου ζειν, πέρα από την ανακάλυψη της φωτιάς, έχει καθιερωθεί στη χρήση πολλών άλλων τεχνητών μέσων για τη συντήρηση της ζωής. Ένα κομμάτι γης που κατακτήθηκε με την περιπλάνηση της φυλής –ένας τρόπος κυνηγιού–, η τέλεια χρήση ορισμένων όπλων άμυνας και επίθεσης και η κατοχή ορισμένων σκευών για τη συντήρηση των πραγμάτων που αποκτήθηκαν –και ακόμη η διακόσμηση του σώματος, κλπ.– δηλαδή, κατά βάθος, η ζωή αυτή βασίζεται σ’ ένα τεχνητό έδαφος, όσο κι αν είναι στοιχειωδέστατο, στο οποίο οι άνθρωποι προσπαθούν να σταθεροποιηθούν και να βολευτούν, σ’ ένα έδαφος που είναι, σε τελευταία ανάλυση, ο όρος για κάθε παραπέρα ανάπτυξη. Ανάλογα με το πώς αυτό το τεχνητό έδαφος είναι λιγότερο ή περισσότερο διαμορφωμένο, οι άνθρωποι που το δημιούργησαν και έζησαν πάνω του χαρακτηρίζονται λιγότερο ή περισσότερο σαν άγριοι ή βάρβαροι: και στον πρώτο εκείνο σχηματισμό συνίσταται αυτό που συνήθως ονομάζουμε προϊστορία.

Η ιστορία, σύμφωνα με τη φιλολογική χρήση της λέξης, δηλαδή το μέρος εκείνο της ανθρώπινης διαδικασίας που έχει ακριβή παράδοση στη μνήμη, αρχίζει όταν το τεχνητό έδαφος είναι κιόλας ένα καλά σχηματισμένο στοιχείο. Λόγου χάρη: το κανάλι της Μεσοποταμίας και να η αρχαία προσιμιτική Βαβυλωνία· η εκτροπή του Νείλου με σκοπό την καλλιέργεια των πεδιάδων και να η αρχαιότατη χαμιτική Αίγυπτος. Σ’ αυτό το τεχνητό έδαφος, που εμφανίζεται στον ακραίο ορίζοντα της ενθυμούμενης ιστορίας, δεν έζησαν, όπως και δεν ζουν τώρα, ομοιόμορφες μάζες ατόμων, αλλά οργανωμένες κοινότητες, που επαναλάμβαναν όπως επαναλαμβάνουν και τώρα την οργάνωση τους σαν κατανομή λειτουργημάτων, δηλαδή εργασίας και σαν συνακόλουθες αιτίες και τρόπους συντονισμού και υποταγής. Αυτές οι σχέσεις, δεσμοί και τρόποι ζωής δεν προέκυψαν, όπως δεν προκύπτουν, σαν επανάληψη και παγίωση συνηθειών κάτω από την άμεση πράξη της ζωικής πάλης για την ύπαρξη. Αντίθετα, μάλιστα, προϋποθέτουν την ανεύρεση ορισμένων εργαλείων, λ.χ. την εξημέρωση ορισμένων ζώων και την επεξεργασία των ορυκτών μέχρι το σίδηρο, την εισαγωγή της δουλείας, κλπ., εργαλεία και τρόπους της οικονομίας που διαφορίζουν πρώτα τις κοινότητες τις μεν από τις δε και μετά διαφορίζουν μέσα στις κοινότητες τα συστατικά τους. Μ’ άλλά λόγια, τα έργα των ανθρώπων, σαν λειτουργικά στοιχεία, αντέδρασαν πάνω στους ίδιους τους ανθρώπους. Τα ευρήματα και οι επινοήσεις τους δημιουργώντας τρόπους ζωής, πέρα από τους φυσικούς δημιούργησαν όχι μόνο ήθη και συνήθειες (ένδυση, μαγειρεμένη τροφή, και τα παρόμοια) αλλά σχέσεις και δεσμούς συνύπαρξης, ανάλογα και σύμφωνα με τον τρόπο παραγωγής και αναπαραγωγής των πόρων της άμεσης ζωής.

Όταν η μεταβιβασμένη από μνήμης ιστορία αρχίζει, η οικονομία έχει κιόλας αρχίσει να λειτουργεί. Οι άνθρωποι εργάζονται για την ύπαρξή τους πάνω σ’ ένα πεδίο που το έχουν σε μεγάλο μέρος μεταβάλει με την εργασία τους και με εργαλεία που είναι εντελώς έργο δικό τους. Και απ’ αυτό το σημείο και μετά αγωνίστηκαν για τη δεσπόζουσα θέση των μεν πάνω στους δε όσον άφορα τη χρήση αυτών των τεχνητών μέσων· δηλαδή πάλεψαν μεταξύ τους, σαν δούλοι και αφέντες, υπήκοοι και κύριοι, κατακτημένοι και κατακτητές, εκμεταλλευόμενοι και εκμεταλλευτές· και άλλου προόδευσαν, άλλου καθυστέρησαν και άλλου εγκλωβίστηκαν σε μια μορφή που δεν ήταν πια ικανοί να ξεπεράσουν, αλλά δεν ξαναγύρισαν ποτέ πια στη ζωή των ζώων, με την πλήρη απώλεια του τεχνητού εδάφους.

Λοιπόν, η ιστορική επιστήμη έχει σαν πρώτο και κύριο αντικείμενο της τον ορισμό και την αναζήτηση του τεχνητού εδάφους, και της προέλευσης και σύνθεσής του, της αλλαγής και μεταβολής του. Το να λέμε ότι αυτό δεν είναι παρά μέρος και επέκταση της Φύσης είναι μόνο λόγια, που έτσι τόσο αφηρημένα και γενικά δεν σημαίνουν σε τελευταία ανάλυση τίποτε.

Το ανθρώπινο γένος ζει μόνο στις γήινες συνθήκες και δεν μπορεί να το φανταστεί κανείς μεταφυτευμένο αλλού. Σ’ αυτές τις συνθήκες βρήκε, από την πρώτη πρώτη του προέλευση ως τις μέρες μας, τους άμεσους πόρους για την ανάπτυξη της εργασίας και, ας πούμε έτσι, την υλική πρόοδο καθώς και την εσωτερική του διαμόρφωση. Αυτές οι φυσικές συνθήκες υπήρξαν και είναι πάντοτε αναγκαίες, τόσο στη σποραδική καλλιέργεια των νομάδων, που καλλιεργούν καμιά φορά τη γη μόνο για τη βοσκή των ζώων, όσο και στα εκλεπτυσμένα προϊόντα της εντατικής σύγχρονης αγροκαλλιέργειας. Αυτές οι γήινες συνθήκες, όπως πρόσφεραν τα διάφορα είδη της πέτρας για το δούλεμα των πρώτων όπλων, έτσι προσφέρουν τώρα και το κάρβουνο, την τροφή της μεγάλης βιομηχανίας· όπως πρόσφεραν στα πρώτα γένη τα βούρλα και τις λυγαριές για την καλαθοπλεκτική, έτσι προσφέρουν τώρα όλα τα μέσα απ’ όπου προκύπτει η σύνθετη τεχνική του ηλεκτρισμού.

Δεν είναι όμως τα φυσικά μέσα αυτά καθαυτά που προόδευσαν· αντίθετα, μόνο οι άνθρωποι είναι αυτοί που προοδεύουν, ξαναβρίσκοντας σιγά-σιγά στη Φύση τις συνθήκες για να παράγουν σε νέες και ολοένα πιο σύνθετες μορφές μέσα από τη συσσωρευμένη εργασία που είναι η πείρα. Ούτε αύτη η πρόοδος είναι εκείνη μόνο που εννοούν οι υποκειμενιστές της ψυχολογίας, δηλαδή μια εσωτερική μεταβολή, που θα ήταν η άμεση και ιδιαίτερη ανάπτυξη του νου, του λόγου και της σκέψης. Αντίθετα, μάλιστα, αυτή η εσωτερική πρόοδος μόνο κατά δεύτερο και παράγωγο λόγο, στο βαθμό που υπάρχει κιόλας πρόοδος στο τεχνητό έδαφος, είναι το άθροισμα των κοινωνικών σχέσεων που προκύπτουν από τις μορφές και τους καταμερισμούς της εργασίας. Γι’ αυτό το λόγο, θα ήταν κενή νοήματος η βεβαίωση ότι όλα αυτά δεν είναι παρά απλή επέκταση της Φύσης· αν δεν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λέξη με μια τόσο γενική έννοια, που να μη δείχνει πια τίποτε το συγκεκριμένο και διακεκριμένο, όπως είναι αυτό που εννοούμε σαν διαφορετικό από κείνο που κάνει ο προοδευτικά δρών άνθρωπος.

Η ιστορία είναι ό,τι κάνει ο άνθρωπος, στο βαθμό που ο άνθρωπος μπορεί να δημιουργήσει και να τελειοποιήσει τα εργαλεία της εργασίας του και μ’ αυτά τα εργαλεία μπορεί να δημιουργηθεί ένα τεχνητό περιβάλλον, το οποίο μετά αντιδρά με τα σύνθετα αποτελέσματα πάνω του, και έτσι όπως είναι και όπως σιγά-σιγά μεταβάλλεται, αποτελεί την ευκαιρία και τον όρο της ανάπτυξής του. Λείπουν όλες οι αίτιες για να αναγάγουμε αυτό το γεγονός του ανθρώπου, την ιστορία, στην καθαρή πάλη για την ύπαρξη· η οποία, κι αν εκλεπτύνει και μεταβάλλει τα όργανα των ζώων, και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και με συγκεκριμένους τρόπους προκαλεί τη γένεση και ανάπτυξη νέων οργάνων, όμως δεν παράγει τη συνεχή, τελειοποιητική και παραδοσιακή εκείνη κίνηση που είναι η ανθρώπινη διαδικασία. Δεν υπάρχει χώρος εδώ, στη θεωρία μας, ούτε να κάνουμε συγχίσεις με το δαρβινισμό, ούτε να ανακαλέσουμε την αντίληψη μιας οποιασδήποτε μορφής φαταλισμού είτε μυθικής είτε μυστικιστικής είτε μεταφορικής. Γιατί, αν είναι αλήθεια ότι η ιστορία στηρίζεται πρωταρχικά στην ανάπτυξη της τεχνικής, δηλαδή αν είναι αλήθεια ότι εξαιτίας της κατοπινής ανεύρεσης των εργαλείων γεννήθηκαν οι επακόλουθοι καταμερισμοί της εργασίας και μ’ αυτούς μετά οι ανισότητες, στων οποίων τη λίγο πολύ σταθερή συνδρομή συνίσταται ο λεγόμενος κοινωνικός οργανισμός, είναι άλλο τόσο αλήθεια ότι η ανεύρεση αυτών των εργαλείων είναι ταυτόχρονα αιτία και αποτέλεσμα εκείνων των όρων και μορφών της εσωτερικής ζωής που εμείς, απομονώνοντάς τες στην ψυχολογική αφαίρεση, ονομάζουμε φαντασία, νου, λόγο, σκέψη, κλπ. Παράγοντας, στη συνέχεια, τα διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα, δηλαδή τα συνακόλουθα τεχνητά εδάφη, ο άνθρωπος παρήγαγε ταυτόχρονα τις μεταβολές του εαυτού του· και σ’ αυτό συνίσταται ο σοβαρός πυρήνας, ο συγκεκριμένος λόγος, η θετική βάση αυτού που, μέσα από διάφορους φανταστικούς συνδυασμούς και μέσα από ποικίλη αρχιτεκτονική λογική, δίνει θέση, στους ιδεολογιστές, στην έννοια της προόδου του ανθρώπινου πνεύματος.

Παρόλα αυτά, η έκφραση φυσικοποίηση της ιστορίας, που νοούμενη με πολύ πλατιά και γενική έννοια μπορεί να δόσει αφορμή σε αρκετές παρεξηγήσεις, όταν χρησιμοποιείται με την οφειλόμενη πρόνοια και προσεγγιστικά, συνοψίζει με συντομία την κριτική όλων των ιδεολογιών που έχουμε δει, οι οποίες στην ερμηνεία της ιστορίας ξεκινούν απ’ την προϋπόθεση ότι ανθρώπινο έργο η δραστηριότητα είναι το ίδιο πράγμα με αυθαιρεσία, εκλογή και πρόθεση.

Στους θεολόγους φαινόταν εύκολο και βολικό να ανάγουν την πορεία των ανθρώπινων πραγμάτων σ’ ένα πεδίο ή σχέδιο, γιατί πηδούσαν μ’ ευκολία από την εμπειρία σ’ ένα επίδοξο νου που ρυθμίζει το σύμπαν. Οι νομικοί, που πρώτοι είχαν την ευκαιρία να βρουν στους θεσμούς που αποτελούν αντικείμενο των μελετών τους ένα ορισμένο οδηγητικό νήμα μορφών που εναλλάσσονται αρκετά φανερά, μετέφεραν, όπως μεταφέρουν πάντα χωρίς μεγάλη δυσκολία, το σκεπτόμενο λόγο, που είναι το επάγγελμα τους, στην εξήγηση όλης της πλατιάς κοινωνικής ύλης, που είναι τόσο περίπλοκη. Οι πολιτικοί, που ξεκινούν φυσικά από την πείρα αυτού που οι ηγέτες του κράτους, είτε με τη συναίνεση των υποκείμενων μαζών είτε εκμεταλλευόμενοι τις αντιθέσεις των συμφερόντων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, μπορούν να θέλουν και να εκτελούν σύμφωνα μ’ ένα σχέδιο, σοβαρά και με πρόθεση, έχουν την τάση να βλέπουν στην εναλλαγή των ανθρώπινων πραγμάτων μόνο την ποικιλία αυτών των σχεδίων, σκοπών και προθέσεων. Η αντίληψή μας, επαναστατικοποιώντας στη βάση τους τις προϋποθέσεις των θεολόγων, των νομικών και των πολιτικών, αρχίζει από το αξίωμα ότι ανθρώπινο έργο και δραστηριότητα γενικά δεν είναι πάντοτε στην πορεία της ιστορίας ένα και το αυτό με τη βούληση που δρα σύμφωνα με ένα σχέδιο, με σχέδια που έχουν από πριν συλληφθεί και με την ελεύθερη επιλογή των μέσων· δηλαδή δεν είναι ένα και το αυτό με το σκεπτόμενο λόγο. Όλα όσα συνέβησαν στην ιστορία είναι έργο του ανθρώπου· αλλά ούτε ήταν ούτε είναι, παρά μόνο πολύ σπάνια, έργο κριτικής επιλογής, και έλλογης βούλησης· ήταν και είναι έργο αναγκαιότητας που καθώς ορίζεται από τις ανάγκες και τις εξωτερικές συνθήκες, γεννάει την εμπειρία και την ανάπτυξη εσωτερικών και εξωτερικών οργάνων. Ανάμεσα στα όργανα αυτά είναι ο νους και ο λόγος, αποτελέσματα και συνέπειες κι αυτά μιας εμπειρίας επανειλημμένης και συσσωρευμένης. Η ολοκληρωμένη διαμόρφωση του ανθρώπου μέσα στην ιστορική ανάπτυξη δεν είναι τώρα πια υποθετικό δεδομένο ούτε απλή εικασία· είναι μια αλήθεια αισθητή και χειροπιαστή. Οι συνθήκες της διαδικασίας που γεννάει την πρόοδο μπορούν τώρα πια να αναχθούν σε σειρές εξηγήσεων· και μεις, ως ένα ορισμένο σημείο έχουμε κάτω απ’ τα μάτια μας το σχήμα όλων των ιστορικών εξελίξεων, νοούμενων μορφολογικά. Αύτη η θεωρία είναι η σαφής και οριστική άρνηση κάθε ιδεολογίας, γιατί είναι η ρητή άρνηση κάθε μορφής ρασιοναλισμού· και νοείται κάτω απ’ αυτό το όνομα η πρόληψη ότι τα πράγματα στην ύπαρξη και έκταση τους απαντούν σ’ ένα κανόνα, σ’ ένα ιδεώδες, σε ένα μέτρο, σ’ ένα σκοπό κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο. Ολόκληρη η πορεία των ανθρώπινων πραγμάτων είναι ένα άθροισμα, μάλιστα είναι τόσες σειρές όρων, που οι άνθρωποι τις έφτιαξαν και τις έθεσαν καθαυτές με τη συσσωρευμένη πείρα τους μέσα στην ποικίλουσα κοινωνική συμβίωση· αλλά δεν παρουσιάζει ούτε την προσέγγιση σ’ έναν προσχεδιασμένο στόχο, ούτε την παρέκκλιση από μια πρώτη αρχή τελειοποίησης και ευτυχίας. Η ίδια η πρόοδος δεν συνεπάγεται παρά την έννοια του εμπειρικού και εξαρτημένου από τις περιστάσεις, που μόνο πρόσφατα αποκτάει σαφήνεια και ακρίβεια στα μυαλά μας, ώστε χάρη στην ανάπτυξη που είχαμε ως τώρα να είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε το παρελθόν και να προβλέψουμε, δηλαδή να διαβλέψουμε με μια ορισμένη έννοια και σ’ ένα ορισμένο βαθμό, το μέλλον.

V

Μ’ αυτό τον τρόπο αποσαφηνίζεται μια μεγάλη αμφισβήτηση και παύει ο κίνδυνος που προέρχεται απ’ αυτήν. Λογική και θεμελιωμένη είναι η τάση εκείνων που προσβλέπουν στο να υποτάξουν το σύνολο των ανθρώπινων πραγμάτων, παρατηρούμενων στην πορεία τους, στην αυστηρή αντίληψη του ντετερμινισμού. Χωρίς καμιά βάση, αντίθετα, είναι η ταύτιση αυτού του παράγωγου ντετερμινισμού, αντανακλώμενου και σύνθετου, με κείνον της άμεσης πάλης για την ύπαρξη, η οποία ασκείται και αναπτύσσεται σ’ ένα πεδίο που δεν έχει μεταβληθεί από τη συνεχή εργασία. Νόμιμη και θεμελιωμένη απόλυτα είναι η ιστορική εξήγηση, η οποία, μέσα από ανατροπές προχωρεί από τις υποτιθέμενες βουλήσεις βάσει σχεδίου, που θα ρύθμιζαν εν προκειμένω τις διάφορες φάσεις της ζωής, ως τα κίνητρα και τις αντικειμενικές αιτίες κάθε βούλησης που πρέπει να αναζητηθούν στις συνθήκες του περιβάλλοντος, εδάφους, διαθέσιμων μέσων, ιδιαίτερων περιπτώσεων της εμπειρίας. Αλλά, αντίθετα, στερείται κάθε βάσης η άποψη εκείνη που φτάνει στην άρνηση κάθε βούλησης, μέσα από μια θεωρητική οπτική, που θα αντικαθιστούσε το βολονταρισμό με τον αυτοματισμό· αντίθετα, αυτή είναι τελικά καθαρή μωρία.

Όπου τα τεχνικά μέσα αναπτύχθηκαν ως ένα ορισμένο σημείο, όπου το τεχνητό έδαφος απέκτησε μιαν ορισμένη αντοχή και όπου οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις και οι αντιθέσεις που αυτές έχουν σαν συνέπεια δημιούργησαν και την ανάγκη και τη δυνατότητα και την πιθανότητα και τους όρους μιας οργάνωσης λιγότερο ή περισσότερο σταθερής ή ασταθούς, εκεί πάντοτε και υποχρεωτικά ανακύπτουν τα σχέδια που έχουν συλληφθεί, οι πολιτικές προθέσεις, τα οδηγητικά σχέδια, τα συστήματα δικαίου και, κατόπιν, τα αξιώματα και οι γενικές και αφηρημένες αρχές. Στα πλαίσια αυτών των προϊόντων και αυτής της ανάπτυξης που είναι παράγωγα και σύνθετα, και θά ’λεγα δευτέρου βαθμού, γεννιούνται και οι επιστήμες και οι τέχνες και η φιλοσοφία και η πολυμάθεια και η ιστορία σαν φιλολογικό είδος παραγωγής. Αυτό το περιβάλλον είναι εκείνο που ρασιοναλιστές και ιδεολόγοι, αγνοώντας τις πραγματικές του βάσεις, ονόμασαν και ονομάζουν ακόμη κατά τρόπο αποκλειστικό, πολιτισμό. Γιατί, πραγματικά, είχαμε και έχουμε την περίπτωση μερικοί άνθρωποι, και κυρίως οι εξ επαγγέλματος καλλιεργημένοι, είτε ήταν λαϊκοί είτε κληρικοί, να βρίσκουν τρόπο να ζουν διανοητικά στον κλειστό κύκλο των αντανακλώμενων και δευτερευόντων προϊόντων του πολιτισμού, και να μπορούν μετά να υποβάλλουν όλα τα υπόλοιπα στην υποκειμενική οπτική που διαμορφώνουν μέσα σ’ αυτή την κατάσταση: σ’ αυτό βρίσκεται η προέλευση και η εξήγηση κάθε ιδεολογίας. Η θεωρία μας ξεπέρασε οριστικά την οπτική γωνία οποιασδήποτε ιδεολογίας. Τα σχέδια που έχουν συλληφθεί, οι πολιτικές προθέσεις, οι επιστήμες, τα συστήματα δικαίου, κλπ., αντί να είναι το μέσο και το εργαλείο της εξήγησης της ιστορίας είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να εξηγηθεί· γιατί προκύπτουν από συγκεκριμένες συνθήκες και καταστάσεις. Αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι είναι απλά φαινόμενα και σαπουνόφουσκες. Το ότι αυτά γίνονται και προκύπτουν από άλλα πράγματα δεν σημαίνει πως δεν είναι πραγματικά. Πολύ περισσότερο που εμφανίζονταν για αιώνες ολόκληρους στη μη επιστημονική συνείδηση καθώς και στην επιστημονική συνείδηση που ακόμη διαμορφωνόταν, σαν τα μόνα που αληθινά υπήρχαν.

Αλλά ως εδώ δεν τα είπαμε ακόμη όλα.

Και η δική μας θεωρία μπορεί να αφήσει χώρο σε απόπειρες φαντασιώσεων και να δώσει την ευκαιρία και τα επιχειρήματα σε μια νέα ιδεολογία από την ανάποδη. Αυτή γεννήθηκε στο πεδίο μάχης του κομμουνισμού. Προϋποθέτει την εμφάνιση του σύγχρονου προλεταριάτου στην πολιτική αρένα, και προϋποθέτει εκείνο τον προσανατολισμό, όσον άφορα την προέλευση της σημερινής κοινωνίας, που μας επέτρεψε να διορθώσουμε κριτικά ολόκληρη τη γένεση της αστικής τάξης. Είναι επαναστατική θεωρία από δυο πλευρές: γιατί βρήκε τις αιτίες και τους τρόπους ανάπτυξης της προλεταριακής επανάστασης που επίκειται αλλά και γιατί προσπαθεί να βρει τις αιτίες και τους όρους εξέλιξης κάθε άλλης κοινωνικής επανάστασης, που έλαβε χώρα στο παρελθόν, στις ταξικές εκείνες συγκρούσεις, οι οποίες έφτασαν σ’ ένα ορισμένο κρίσιμο σημείο εξαιτίας της αντίφασης ανάμεσα στις μορφές της παραγωγής και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Και υπάρχει, υστέρα, κάτι άλλο. Στο φως αυτής της θεωρίας η ουσία της ιστορίας βρίσκεται ακριβώς σε τούτα τα κρίσιμα σημεία και ό,τι συναντάμε ανάμεσα στο ένα και το άλλο απ’ αυτά τα σημεία υπολογίζουμε, τουλάχιστον για την ώρα, να το εγκαταλείψουμε στις καλλιεργημένες φροντίδες των εξ επαγγέλματος αφηγητών και επεξηγητών. Σαν επαναστατική θεωρία είναι αυτή κατεξοχήν η διανοούμενη συνείδηση της παρούσας προλεταριακής κίνησης μέσα στην οποία προετοιμάζεται, σύμφωνα με το αξίωμα μας, από πολύ καιρό η έλευση του κομμουνισμού: τόσο, που οι αποφασιστικοί αντίπαλοι του σοσιαλισμού την απωθούν σαν άποψη που, κάτω από την επίφαση της επιστήμης, δεν κάνει άλλο από το να επαναλαμβάνει την πολύ γνωστή σοσιαλιστική ουτοπία.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες μπορεί να παρουσιαστεί η περίπτωση, και πράγματι παρουσιάστηκε κιόλας ενμέρει, η φαντασία των άπειρων σε κάθε τέχνη ιστορικής έρευνας και ο ζήλος των φανατικών, να βρίσκει ερεθισμό και ευκαιρία ακόμη και στον ιστορικό υλισμό για να διαμορφώσει μια νέα ιδεολογία και να βγάλει απ’ αυτήν μια νέα φιλοσοφία της συστηματικής, δηλαδή σχηματικής, ιστορίας δηλαδή ανάλογα με μια τάση κι ένα σχέδιο. Ούτε υπάρχει πρόνοια που να επαρκεί. Ο νους μας σπάνια ικανοποιείται με τη γνήσια κριτική έρευνα και είναι πάντοτε διατεθειμένος να μετατρέψει σε στοιχείο σχολαστικότητας και σε νέα σχολαστική κάθε εύρημα της σκέψης. Με δυο λόγια και η υλιστική αντίληψη μπορεί να μετατραπεί σε μορφή επιχειρημάτων με θέσεις και να χρησιμεύσει για να ξαναμπούν σε νέους τρόπους παλιές προκαταλήψεις· όπως ήταν εκείνη μιας ιστορίας αποδεδειγμένης, αποδεικτικής και επαγωγικής.

Για να μη συμβεί αυτό και ιδιαίτερα για να μην ξαναεμφανιστεί από έμμεσους δρόμους και με τρόπους κρυφούς μια οποιαδήποτε μορφή τελεολογίας, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε δυο σημεία: πρώτο, ότι οι ιστορικές συνθήκες που είναι γνωστές σε μας είναι όλες περιγεγραμμένες· και, δεύτερο, ότι η πρόοδος εμποδιζόταν ως τώρα από πολλαπλά εμπόδια και γι’ αυτό ήταν πάντα μερική και περιορισμένη.

Ένα μόνο μέρος και, μέχρι πολύ πρόσφατα, ένα όχι μεγάλο μέρος του ανθρώπινου γένους έχει εξ ολοκλήρου διατρέξει όλα τα στάδια της διαδικασίας, εξαιτίας της οποίας τα πιο προηγμένα έθνη έφτασαν στην σύγχρονη societe civile, με τις μορφές της προηγμένης τεχνικής που είναι βασισμένη στις ανακαλύψεις της επιστήμης και με όλες τις πολιτικές, διανοητικές, ηθικές, κλπ., συνέπειες, που είναι σχετικές και ανάλογες μ’ αυτή την ανάπτυξη. Πλάι στους Άγγλους –για να αναφέρουμε το πιο χτυπητό παράδειγμα– που, μεταφέροντας μαζί τους στη Νέα Ολλανδία τα ευρωπαϊκά μέσα, δημιούργησαν ένα παραγωγικό κέντρο που κατέχει ήδη αξιόλογη θέση στον ανταγωνισμό της παγκόσμιας αγοράς, ζουν ως τώρα σαν απολιθώματα της προϊστορίας οι ιθαγενείς αυστραλιανοί, ικανοί μόνο να εξαφανιστούν αλλά ανίκανοι να προσαρμοστούν στον πολιτισμό που εισάχθηκε όχι πάνω αλλά πλάι τους. Στην Αμερική, και ιδιαίτερα στη βόρεια Αμερική, η σειρά των εξελίξεων που έλαβαν χώρα κατά την ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας άρχισε με την εισαγωγή από την Ευρώπη των φυτών, των ζώων και των εργαλείων της γεωργίας, που η χρήση του ab antico είχε γεννήσει τον αιώνιο πολιτισμό της Μεσογείου: αλλά η κίνηση αυτή έμεινε ολόκληρη κλεισμένη μέσα στον κύκλο των απογόνων των κατακτητών και των αποίκων, ενώ οι ιθαγενείς, ή διαχέονται μέσα στη νέας διαμόρφωσης μάζα, μέσα από τους φυσικούς δρόμους της φυλετικής ανάμειξης, ή φθίνουν και εξαφανίζονται εντελώς. Η εγγύς Ασία και η Αίγυπτος, που σε πολύ παλιούς ακόμη καιρούς, σαν πρώτο λίκνο ολόκληρου του πολιτισμού μας, αποτέλεσαν το χώρο των μεγάλων ημιπολιτικών σχηματισμών οι όποιοι ακολουθούν τις πρώτες φάσεις της επιβεβαιωμένης και ενθυμούμενης ιστορίας, μας φαίνονται από αιώνες σαν τα κρυσταλλώματα κοινωνικών μορφών, ανίκανων να κινηθούν από μόνες τους σε νέες φάσεις ανάπτυξης. Πάνω τους στέκεται η αιώνια πίεση της βαρβαρικής στρατοπέδευσης, που είναι η τουρκική κυριαρχία. Σ’ αύτη την άκαμπτη μάζα ή σφηνώνεται από δρόμους κρυφούς μια αρκετά εκσυγχρονισμένη διοίκηση ή, στο ρητό όνομα των εμπορικών συμφερόντων, εισχωρούν οι σιδηρόδρομοι και ο τηλέγραφος, θαρραλέα εμπροσθοφυλακή του κατακτητικού ευρωπαϊκού χρηματιστηρίου. Όλη αύτη η άκαμπτη μάζα δεν έχει ελπίδα να ξαναπάρει ζωή, θέρμη και κίνηση παρά μόνο με την καταστροφή της τουρκικής κυριαρχίας, που πάει να την αναπληρώσει, με τους διάφορους δυνατούς τρόπους άμεσης ή έμμεσης κατάκτησης, το κρατίδιο ή το προτεκτοράτο της ευρωπαϊκής αστικής τάξης. Ότι μια διαδικασία μετασχηματισμού των καθυστερημένων ή εγκλωβισμένων στην πορεία τους λαών μπορεί να γίνει και να επισπευσθεί με εξωτερικές επιρροές μάς το αποδείχνει η Ινδία, που ζωηρή κιόλας ακόμη από δική της ζωή, κάτω από τη δράση κατόπιν της Αγγλίας ξαναμπαίνει τώρα με νέες δυνάμεις στο κύκλωμα της διεθνούς ενεργητικότητας, ακόμη και όσον άφορα τα διανοητικά της προϊόντα. Αλλά δεν είναι αυτές οι μόνες συγκρούσεις στην ιστορική φυσιογνωμία των συγχρόνων. Να λοιπόν πώς, ενώ στην Ιαπωνία, χάρη σ’ ένα οξύ και αυθόρμητο μιμητικό φαινόμενο, γίνεται μέσα σε λιγότερα από τριάντα χρόνια μια ορισμένη σχετική αφομοίωση του δυτικού πολιτισμού, που κινεί κιόλας φυσιολογικά τις ενέργειες της ίδιας της χώρας, το δίκαιο και η επιβολή της ρωσικής κατάκτησης τραβάει στον κύκλο της σύγχρονης βιομηχανίας, και μάλιστα της μεγάλης βιομηχανίας, κάποια αξιόλογα σημεία των χωρών πέρα από την Κασπία. Το γιγάντιο μέγεθος της Κίνας μας εμφανιζόταν μέχρι πριν μερικά χρόνια σχεδόν ακίνητο στον αταβιστικό διάκοσμο των θεσμών της, τόσο είναι αργή κάθε κίνηση: ενώ, για λόγους εθνικούς και γεωγραφικούς, ολόκληρη σχεδόν η Αφρική παρέμεινε αδιαπέραστη και ως τις τελευταίες απόπειρες κατάκτησης και αποικιοποίησης φαινόταν ότι δεν θα πρόσφερε στην πράξη του πολιτισμού παρά μόνη την περίμετρο της, σαν να είμασταν όχι στην εποχή των Πορτογάλων αλλά των Ελλήνων και των Καρθαγενίων.

Αυτές οι διαφοροποιήσεις των ανθρώπων, στην πορεία της ιστορίας και της προϊστορίας, μας φαίνονται εξηγήσιμες όταν υπάρχει τρόπος να αναχθούν στις φυσικές και άμεσες συνθήκες που επιβάλλουν όρια στην ανάπτυξη της εργασίας. Αυτή είναι η περίπτωση της Αμερικής, η οποία ως την εμφάνιση των Ευρωπαίων δεν είχε παρά ένα μόνο δημητριακό, το καλαμπόκι, και ένα μόνο εξημερωμένο ζώο για τη δουλειά, το λάμα: μπορούμε, λοιπόν, να είμαστε ευτυχείς που οι Ευρωπαίοι φέρνοντας μαζί τους και με τα εργαλεία τους το βόδι, το γαϊδούρι, το άλογο και το στάρι, το μπαμπάκι, το ζαχαροκάλαμο και τον καφέ, και τελευταία το κλήμα και τα πορτοκάλια δημιούργησαν το νέο κόσμο της ένδοξης εμπορευματικής κοινωνίας, και η οποία με ανήκουστη ταχύτητα κίνησης έχει κιόλας διατρέξει τις δυο φάσεις: της πιο μαύρης σκλαβιάς και την πιο δημοκρατική της μισθωτής εργασίας. Αλλά εκεί όπου υπήρξε πραγματική εμπλοκή και μάλιστα αποδεδειγμένη οπισθοδρόμηση, όπως στην εγγύς Ασία, στην Αίγυπτο, στη χερσόνησο των Βαλκανίων και στη βόρεια Αφρική, και αυτή η εμπλοκή δεν μπορεί να αποδοθεί στη διαφορά των φυσικών όρων, εκεί βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πρόβλημα που περιμένει τη λύση του από την άμεση και ρητή μελέτη της κοινωνικής δομής, αν την δούμε στο εσωτερικό της γίγνεσθαι καθώς και στις περιπλοκές και τις σύνθετες καταστάσεις των διαφόρων λαών, στο έδαφος εκείνο που κανονικά ονομάζεται αρένα των ιστορικών αγώνων.

Αυτή η ίδια η πολιτισμένη Ευρώπη που από τη συνέχεια της παράδοσής της παρουσιάζει το πληρέστερο σχήμα διαδικασίας, τόσο που πάνω σ’ αυτό το μοντέλο έχουν συλληφθεί και οικοδομηθεί ως τώρα όλα τα συστήματα ιστορικής φιλοσοφίας· η ίδια αυτή Δυτική και Κεντρική Ευρώπη που παρήγαγε την εποχή των αστών, και προσπάθησε και προσπαθούσε να επιβάλει αύτη τη μορφή κοινωνίας σε όλο τον κόσμο με διάφορους τρόπους άμεσης ή έμμεσης κατάκτησης, δεν είναι όλη ομοιόμορφη στο βαθμό της ανάπτυξης της και οι διάφορες εθνικές, τοπικές και πολιτικές συσσωρεύσεις της φαίνονται κατανεμημένες σε μια κλίμακα με πολλές διαβαθμίσεις. Απ’ αυτές τις διαφορές εξαρτώνται οι συνθήκες σχετικής ανωτερότητας ή κατωτερότητας από χώρα σε χώρα, και οι λιγότερο ή περισσότερο προνομιακές ή δυσμενείς αιτίες της οικονομικής ανταλλαγής· και από δω στο μεγαλύτερο μέρος τους εξαρτήθηκαν, όπως και εξαρτώνται ως τώρα, και οι έριδες, οι αγώνες, οι συνθήκες και οι πόλεμοι και ό,τι άλλο με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια ήξεραν να μας αφηγηθούν οι πολιτικοί ιστορικοί από την Αναγέννηση ως σήμερα, και φυσικά με αυξανόμενη διαύγεια από το Λουδοβίκο 14ο και τον Κολμπέρ και μετά.

Αυτή η ίδια η Ευρώπη είναι πολύ ποικιλόχρωμη. Να, λοιπόν, η μεγαλύτερη άνθηση της βιομηχανικής και καπιταλιστικής παραγωγής, που έλαβε χώρα στην Αγγλία· και σε άλλα σημεία ζει, δυνατή ή ραχιτική, η βιοτεχνία, από το Παρίσι ως τη Νάπολη, για να συλλάβουμε το γεγονός ως τα άκρα του. Εδώ η ύπαιθρος είναι σχεδόν εξολοκλήρου εκβιομηχανισμένη, όπως είναι και στην Αγγλία· και να που άλλου βλαστάνει, με πολλές παραδοσιακές μορφές, η βλακώδης χωριατιά, όπως στην Ιταλία και την Αυστρία, και μάλιστα στην τελευταία αυτή περισσότερο απ’ ό,τι σε μας. Ενώ σε μια χώρα η πολιτική επιχείρηση του κράτους –όπως συμφέρει στην πεζή συνείδηση μιας αστικής τάξης που ξέρει τη δουλειά της γιατί τη θέση που κατέχει την κατέκτησε αληθινά από μόνη της– ασκείται με τους πιο σίγουρους και γνωστούς τρόπους μιας ρητής ταξικής κυριαρχίας (δεν θα υπάρχει κανείς που να μην κατάλαβε ότι μιλώ για τη Γαλλία), αλλού, και για την ακρίβεια στη Γερμανία, οι παλιές φεουδαρχικές συνήθειες, η προτεσταντική υποκρισία και η ποταπότητα μιας αστικής τάξης που εκμεταλλεύεται τις ευνοϊκές οικονομικές συγκυρίες χωρίς να βάζει μέσα ούτε πνεύμα, ούτε επαναστατική τόλμη, διατηρούν στο ente stato τα ψευδή φαινόμενα μιας ηθικής αποστολής που πρέπει να συντελεστεί –(ω!, μεγάλα κεφάλια και περούκες γερμανών καθηγητών, σε πόσες σάλτσες ελάχιστα νόστιμες και χωνευτικές έχετε μαγειρέψει αυτή την ηθική του κράτους, που είναι και πρωσικό!). Εδώ και κει η σύγχρονη καπιταλιστική παραγωγή παρεμβάλλεται στις χώρες που από άλλες απόψεις δεν μπαίνουν στο κίνημα μας, και ιδιαίτερα σε κείνο της πολιτικής, όπως είναι η περίπτωση της άτυχης Πολωνίας· ή ακόμη αυτή η μορφή εισχωρεί επιτήδεια μόνο έμμεσα, όπως στη μεσημβρινή Σλαβία.

Αλλά να εδώ η οξύτερη αντίφαση, που φαίνεται προορισμένη να μας βάλει μπροστά στα μάτια συνοπτικά όλες τις φάσεις, μάλιστα, όλα τα ακραία σημεία της ιστορίας μας. Η Ρωσία δεν μπόρεσε να προωθήσει, όπως τώρα πραγματικά προωθεί, τη μεγάλη βιομηχανία, παρά μόνο αντλώντας από τη δυτική Ευρώπη, και ιδιαίτερα από το χαριτωμένο γαλλικό σοβινισμό, το χρήμα εκείνο που μάταια δοκίμαζε να βγάλει από μόνη της, δηλαδή από τις συνθήκες της παχύσαρκης εδαφικής της μάζας, πάνω στην οποία, με παλιές οικονομικές μορφές φυτοζωούν πενήντα εκατομμύρια αγρότες. Βέβαια, η Ρωσία για να γίνει οικονομικά σύγχρονη κοινωνία, πράγμα που προετοιμάζει πιθανόν τους όρους μιας ανάλογης πολιτικής επανάστασης, κλήθηκε να καταστρέψει τα τελευταία υπολείμματα του αγροτικού κομμουνισμού που διατηρούνταν σ’ αυτήν μέχρι πριν λίγο καιρό σε μορφές τόσο χαρακτηριστικές και σε τόση έκταση: (δεν μας ενδιαφέρει εδώ να αποφασίσουμε αν αυτός ήταν πρωτόγονος ή δευτερογενής κομμουνισμός, όπως πιστεύουν ορισμένοι). Η Ρωσία πρέπει να αστικοποιηθεί και, για να το κάνει, πρέπει κυρίως να μετατρέψει τη γη σε εμπόρευμα, ώστε να είναι ικανή να παράγει εμπορεύματα και ταυτόχρονα να μετατρέψει σε προλετάριους και επαίτες τους πρώην-κομμουνιστές της υπαίθρου. Και να που, απ’ την άλλη μεριά, στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη βρισκόμαστε στο αντίθετο σημείο από τη σειρά ανάπτυξης που μόλις αρχίζει στη Ρωσία. Εδώ σε μας, όπου η αστική τάξη με αλλιώτικες πηγές πλούτου και κατανικώντας εμπόδια τόσο διαφορετικά διέτρεξε κιόλας τόσα στάδια της ανάπτυξης της, όχι η θύμηση του πρωτόγονου κομμουνισμού που με το ζόρι επιζεί μέσα από διανοούμενες περιπλοκές στα κεφάλια των μορφωμένων, αλλά η ίδια η μορφή της αστικής παραγωγής γεννά στους προλετάριους την τάση προς το σοσιαλισμό, που παρουσιάζεται στα γενικά του χαρακτηριστικά σαν τεκμήριο μιας νέας φάσης της ιστορίας, δηλαδή όχι σαν η επανάληψη αυτού όπου μοιραία καταλήγει στη Σλαβία κάτω από τα μάτια μας.

Ποιός δεν βλέπει στα παραδείγματα αυτά, που δεν τα αναζήτησα εντέχνως και που βγήκαν μάλιστα σχεδόν τυχαία και άτακτα από την πένα μου, σ’ αυτά τα παραδείγματα, λέω, που μπορούν να επεκταθούν απεριόριστα σ’ ένα βιβλίο οικονομικο-πολιτικής γεωγραφίας του σημερινού κόσμου, σαφή την απόδειξη του πώς οι ιστορικές συνθήκες παρουσιάζονται όλες λεπτομερειακά μέσα από τις μορφές της ανάπτυξής τους; Όχι μόνο οι φυλές και οι λαοί, τα έθνη και τα κράτη, αλλά και τα μέρη των εθνών και οι διάφορες περιοχές των κρατών, και κατόπιν τα στρώματα και οι τάξεις είναι σαν να βρίσκονται στα τόσα σκαλιά μιας πολύ μεγάλης κλίμακας, ή στα διαφορετικά σημεία μιας στροφής με μεγάλη και περίπλοκη εξέλιξη. Ο ιστορικός χρόνος δεν έχει διανυθεί ομοιόμορφα απ’ όλους τους ανθρώπους. Η απλή ακολουθία των γενεών δεν ήταν ποτέ ο δείκτης της σταθερότητας και έντασης της διαδικασίας. Ο χρόνος σαν αφηρημένο χρονολογικό μέτρο και οι γενιές που διαδέχονται οι μεν τις δε με τους προσεγγιστικούς όρους χρόνων δεν αποτελούν κριτήριο ούτε δίνουν ενδείξεις νόμου ή διαδικασίας. Η ανάπτυξη υπήρξε ως τώρα ποικίλη, γιατί ποικίλα ήταν τα έργα που συντελέστηκαν μέσα στην ίδια μονάδα χρόνου. Ανάμεσα σ’ αυτές τις ποικίλες μορφές ανάπτυξης υπάρχει συγγένεια, μάλιστα υπάρχει ομοιότητα κινήτρων, δηλαδή αναλογία τύπου, υπάρχει το ομόλογο στοιχείο: σε βαθμό τέτοιο που οι προηγμένες μορφές μπορούν από απλή επαφή, ή με τη βία, να επιταχύνουν την εξέλιξη των καθυστερημένων μορφών. Αλλά το σημαντικό είναι να αντιληφθούμε ότι η πρόοδος, που η έννοια της είναι όχι μόνο εμπειρική αλλά εξαρτάται πάντοτε από τις περιστάσεις και γι’ αυτό είναι περιορισμένη, δεν στέκεται στην πορεία των ανθρώπινων πραγμάτων σαν προορισμός ή πεπρωμένο, ούτε σαν επιταγή κάποιου νόμου. Και γι’ αυτό η θεωρία μας δεν μπορεί να θέλει να αντιπροσωπεύει ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου είδους σε μια όραση οπωσδήποτε προοπτική και ενιαία, η οποία όμως να επαναλαμβάνει, mutatis mutandis, την ιστορική φιλοσοφία βάσει σχεδίου όπως από τον Άγιο Αυγουστίνο ως το Χέγκελ ή, μάλιστα καλύτερα, από τον προφήτη Δανιήλ ως τον κύριο Ντε Ρουζμόν.

Η θεωρία μας δεν προτίθεται να αποτελέσει τη διανοητική οπτική ενός μεγάλου πλάνου ή σχεδίου, αλλά είναι μόνο μέθοδος αναζήτησης και αντίληψης. Ο Μαρξ δεν μιλούσε τυχαία χαρακτηρίζοντας την ανακάλυψή του σαν οδηγητικό νήμα. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι ανάλογη με το δαρβινισμό, που κι αυτός είναι μέθοδος και δεν είναι, ούτε και μπορεί να είναι, εκσυγχρονισμένη επανάληψη της τεχνητά οικοδομημένης Naturphilosophie προς χρήση των Σέλιγκ και Σία.

Αυτός που πρώτος διέκρινε στην έννοια της προόδου την ένδειξη της σχετικότητας και της εξάρτησης από όρους ήταν ο ιδιοφυής Σεν-Σιμόν, που αντιπαράθεσε αυτή του τη σκέψη στη θεωρητική σκέψη του 18ου αιώνα, που κορυφώνεται σε μεγάλο μέρος στον Κοντορσέ. Σ’ αυτή τη θεωρία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ενιαία, εξισωτική, τυπική, γιατί είναι αυτή που θεωρεί πως το ανθρώπινο είδος εξελίσσεται πάνω σε μια διαδικαστική γραμμή, ο Σεν-Σιμόν αντιπαράθεσε την έννοια των ικανοτήτων και των κλίσεων, που υποκαθιστούν οι μεν τις δε και συμψηφίζονται· και μ’ αυτό τον τρόπο παρέμεινε ιδεολόγος.

Αλλά, για να διεισδύσουμε στις πραγματικές αιτίες της σχετικότητας της προόδου χρειάζονταν πολύ περισσότερα. Έπρεπε πρώτ’ απ’ όλα να παραιτηθούμε από κείνες τις προκαταλήψεις που συνεπαγόταν η πίστη, ότι τάχα τα εμπόδια στην ομοιομορφία του ανθρώπινου γίγνεσθαι βρίσκονται αποκλειστικά στις φυσικές και άμεσες αιτίες. Αυτά τα φυσικά εμπόδια ή είναι πολύ προβληματικά, όπως είναι η περίπτωση των φυλών, καμιά από τις όποιες δεν έχει μέσα της το έμφυτο προνόμιο της ιστορίας, ή είναι, όπως στην περίπτωση των γεωγραφικών διαφορών, ανεπαρκή για να εξηγήσουν την εξέλιξη των ιστορικο-κοινωνικών συνθηκών που μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικές σε ένα και το αυτό τοπογραφικό έδαφος. Και όπως η ιστορική κίνηση γεννιέται όταν ακριβώς τα φυσικά εμπόδια έχουν κιόλας σε μεγάλο μέρος ξεπεραστεί ή σε αξιόλογο βαθμό περιοριστεί μέσα από τη δημιουργία ενός τεχνητού εδάφους, το όποιο οι άνθρωποι είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν παραπέρα, είναι γι’ αυτό φανερό ότι τα συνακόλουθα εμπόδια στην ομοιομορφία της προόδου πρέπει να αναζητηθούν στις εσωτερικές και ιδιαίτερες εκείνες συνθήκες που χαρακτηρίζουν την ίδια την κοινωνική δομή.

Αυτή η δομή έχει δόσει ως τώρα μορφές πολιτικής οργάνωσης που η ουσία τους είναι η προσπάθεια να κρατηθούν σε ισορροπία οι οικονομικές ανισότητες: πράγμα που κάνει ώστε αύτη η οργάνωση, όπως έχω πει πολλές φορές, να είναι συνεχώς ασταθής. Από τότε που υπάρχει ενθυμούμενη ιστορία είναι ιστορία της κοινωνίας που ή τείνει να διαμορφώσει το κράτος ή το κράτος έχει πια φέρει σε πέρας. Και το κράτος είναι η πάλη προς τα μέσα, είτε ζωηρή και σε δράση ή που έχει πρόσφατα νικηθεί ή με οποιοδήποτε τρόπο πρόσκαιρα κατευνασμένη και κατασταλμένη. Και το κράτος είναι ακόμη η πάλη προς τα έξω, είτε για την υποδούλωση άλλων λαών, είτε για τον αποικισμό άλλων χωρών, ή για την εξαγωγή προϊόντων σε άλλες αγορές ή για να απομακρυνθεί ο πλεονάζων πληθυσμός, κλπ. Και το κράτος είναι αυτή η πάλη προς τα μέσα και προς τα έξω, γιατί είναι κυρίως το όργανο και το εργαλείο ενός λίγο πολύ μεγάλου μέρους της κοινωνίας ενάντια σ’ όλη την υπόλοιπη κοινωνία, στο βαθμό που αυτή βασικά στηρίζεται πάνω στην οικονομική κυριαρχία των ανθρώπων πάνω στους ανθρώπους, με τρόπους λίγο πολύ άμεσους και ρητούς, ανάλογα με το πώς ο διαφορετικός βαθμός ανάπτυξης της παραγωγής και των φυσικών μέσων και τεχνητών εργαλείων απαιτεί ή την άμεση δουλεία ή τη δουλοπαροικία, ή τον ελεύθερο μισθωτό. Αύτη η κοινωνία των αντιθέσεων που στέκεται σαν κράτος είναι πάντοτε, έστω και με διαφορετικές μορφές και τρόπους, η αντίθεση πόλης και υπαίθρου, χειροτέχνη και αγρότη, προλετάριου και αφεντικού, καπιταλιστή και εργαζόμενου, και πάει λέγοντας χωρίς τελειωμό· και στηρίζεται πάντοτε, με διάφορες περιπλοκές και τρόπους, σε μιαν ιεραρχία, είτε αυτό συμβαίνει σταθερά σαν προνόμιο όπως στο Μεσαίωνα, είτε, στις αποκρυπτικές μορφές του υποτιθέμενου ίσου για όλους δικαίου, αυτό εμφανίζεται στην αυτόματη δράση του οικονομικού ανταγωνισμού όπως γίνεται τώρα.

Σ’ αυτή την οικονομική ιεραρχία αντιστοιχεί με διάφορους τρόπους στις διάφορες χώρες, χρόνους και τόπους, θα έλεγα μια ιεραρχία των ψυχών, των διανοιών, των πνευμάτων. Πράγμα που σημαίνει ότι η κουλτούρα, στην οποία ακριβώς εναποθέτουν οι ιδεαλιστές το σύνολο της προόδου, ήταν και είναι και κατανάγκη κατανεμημένη πολύ άνισα. Το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων, εξαιτίας των φροντίδων και των απασχολήσεων που έχει, βρίσκονται να είναι σαν άτομα διασπασμένα, σε κομμάτια, να έχουν γίνει ανίκανοι για μια πλήρη και φυσιολογική ανάπτυξη. Στην οικονομική των τάξεων και στην ιεραρχία των κοινωνικών καταστάσεων απαντά η ψυχολογία των τάξεων. Η σχετικότητα της προόδου είναι για μας, λοιπόν, η αναπόφευκτη συνέπεια των ταξικών αντιθέσεων. Σ’ αυτές τις αντιθέσεις βρίσκονται τα εμπόδια, χάρη στα όποια εξηγείται η πιθανότητα της σχετικής οπισθοδρόμησης, ως το τέλος τέλος ο εκφυλισμός και η διάλυση μιας ολόκληρης κοινωνίας. Οι μηχανές που σημειώνουν το θρίαμβο της επιστήμης γίνονται, εξαιτίας των αντιθετικών συνθηκών του κοινωνικού συνόλου, τα όργανα προλεταριοποίησης εκατομμυρίων και εκατομμυρίων ελεύθερων τεχνητών και αγροτών. Οι πρόοδοι της τεχνικής, που πλουτίζουν με αγαθά τις πόλεις, κάνουν πιο μίζερη και ποταπή τη ζωή των αγροτών και στις ίδιες τις πόλεις πιο φτωχή τη ζωή των φτωχών. Όλες οι πρόοδοι της σκέψης χρησίμευσαν ως τώρα στη διαφοροποίηση του στρώματος των μορφωμένων, και στο να υπάρχει ολοένα μεγαλύτερη απόσταση της κουλτούρας από τις μάζες, που στραμμένες στην ακατάπαυστη καθημερινή εργασία τρέφουν μ’ αυτήν ολόκληρη την κοινωνία.

Η πρόοδος ήταν και είναι ως τώρα μερική και μονόπλευρη. Οι μειοψηφίες που συμμετέχουν σ’ αυτήν υποστηρίζουν ότι τούτη είναι η ανθρώπινη πρόοδος· και οι αλαζονικοί εξελικτικιστές την αποκαλούν ανθρώπινη φύση που εξελίσσεται. Όλη αυτή η επιμέρους πρόοδος, που αναπτύχθηκε ως τώρα με την καταπίεση των ανθρώπων πάνω στους ανθρώπους, έχει τη βάση του στους όρους της αντίθεσης, εξαιτίας της οποίας οι οικονομικές αντιθέσεις γέννησαν όλες τις κοινωνικές αντιθέσεις και από τη σχετική ελευθερία μερικών γεννήθηκε η δουλεία πάρα πολλών· και το δίκαιο ήταν ο οιωνός της αδικίας. Αν δούμε την πρόοδο έτσι και την κατανοήσουμε στην καθαρή της έννοια, μας φαίνεται σαν η ηθική διανοητική σύνοψη όλης της ανθρώπινης εξαθλίωσης και όλων των υλικών ανισοτήτων.

Για να ανακαλύψουμε μέσα σ’ αυτά την αναπόφευκτη σχετικότητα χρειαζόταν πρώτα να γίνει ο κομμουνισμός επιστήμη και πολιτική, αφού είχε προηγούμενα εμφανιστεί σαν ενστικτώδης κίνηση στην ψυχή των καταπιεζομένων. Και χρειαζόταν επίσης να δίνει η θεωρία μας το μέτρο της αξίας όλης της περασμένης ιστορίας, ανακαλύπτοντας σε κάθε μορφή της κοινωνικής οργάνωσης, που ήταν αντιθετικής προέλευσης και τάξης, όπως ήταν όλες ως τώρα, την έμφυτη αδυναμία παραγωγής των όρων μιας καθολικής και ομοιόμορφης ανθρώπινης προόδου· ανακαλύπτοντας δηλαδή τα εμπόδια που κάνουν ώστε το ευεργέτημα να μετατρέπεται σε ζημιά.

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στους Διάφορους Συγγραφείς
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
——————

[1]. Αύτη η γενετική μελέτη ήταν το θέμα και το κυρίως αντικείμενο του πρώτου μου δοκιμίου: Τιμώντας το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το οποίο είναι ακριβώς το αναγκαίο προοίμιο για την κατανόηση όλων των υπολοίπων.