ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΛΙΣΜΟ
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ
Μέρος Δεύτερο
Δεν μπορούμε να αποφύγουμε πάντως μια ερώτηση, κι αυτή είναι τούτη: από πού προέρχεται η πίστη στους ιστορικούς παράγοντες; Αυτή η έκφραση συναντιέται συχνά στα μυαλά και τα γραφτά πολλών μορφωμένων, επιστημόνων και φιλοσόφων, και κείνων των χρονικογράφων που είτε με τη λογική είτε με τους συνδυασμούς απομακρύνονται αρκετά από την απλή αφήγηση και χρησιμοποιούν αυτή την ιδέα σαν προϋπόθεση για να προσανατολιστούν στην τεράστια μάζα των ανθρώπινων γεγονότων, που από πρώτη ματιά και στην άμεση παρατήρηση φαίνονται τόσο συγκεχυμένα και άκαμπτα. Αυτή η πίστη, αύτη η τρέχουσα άποψη έγινε στους ορθολογιστές ή κυριολεκτικά ρασιοναλιστές ιστορικούς κάτι σαν μισοθεωρία, που υιοθετήθηκε πρόσφατα πολλές φορές σαν αποφασιστικό επιχείρημα εναντίον της ενιαίας θεωρίας της υλιστικής αντίληψης. Είναι, μάλιστα, τόσο ριζωμένη η πίστη και είναι τόσο διαδομένη η άποψη ότι την ιστορία δεν μπορούμε να την κατανοήσουμε παρά μόνο σαν συνάντηση και σύμπτωση διαφορετικών παραγόντων, που πολλοί από κείνους που μιλούν για κοινωνικό υλισμό, τόσο υπέρ όσο και κατά, πιστεύουν πως ξεφεύγουν από κάθε μπελά όταν βεβαιώνουν ότι όλη αυτή εδώ η θεωρία συνίσταται τελικά στο να αποδώσουμε την υπεροχή ή την αποφασιστική δράση στον οικονομικό παράγοντα.
Βέβαια, μας ενδιαφέρει να εξετάσουμε πώς ξεκίνησε αυτή η πίστη, γνώμη, ή μισο-θεωρία, γιατί η αληθινή και πραγματική κριτική συνίσταται κυρίως στο να αναγνωρίσουμε και να κατανοήσουμε τα αίτια αυτού που χαρακτηρίζουμε σαν λάθος. Για να απορρίψουμε μια γνώμη δεν αρκεί να την παρουσιάζουμε στα γρήγορα σαν εσφαλμένη. Το θεωρητικό λάθος γεννιέται πάντοτε από κάποια κακο-κατανοημένη πλευρά μιας ατελούς εμπειρίας, ή από κάποια υποκειμενική ατέλεια. Δεν αρκεί να απορρίψουμε το λάθος, πρέπει να το νικήσουμε και να το ξεπεράσουμε εξηγώντας το.
Κάθε ιστορικός που αρχίζει να εξιστορεί κάνει, ας πούμε, μια πράξη αφαίρεσης. Πρωταρχικά κάνει τομή σε μια συνεχή σειρά γεγονότων και, κατόπιν, ξεκινάει από πολλές και ποικιλόμορφες προϋποθέσεις και προηγούμενα, και μάλιστα σπάει και αποσυνθέτει ένα περίπλοκο ιστό. Για να αρχίσει πρέπει όμως να τοποθετήσει σταθερά ένα σημείο, μια γραμμή, έναν όρο της εκλογής του, και να πει λόγου χάρη: θέλουμε να εξιστορήσουμε πως άρχισε ο πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Περσών· ας δούμε πώς ο Λουδοβίκος 16ος έφτασε στην απόφαση να συγκαλέσει τις Γενικές Τάξεις. Ο αφηγητής βρίσκεται, με μια λέξη, μπροστά σ’ ένα σύνολο από γεγονότα που έχουν συμβεί και γεγονότα που πρόκειται να συμβούν, τα όποια, στο σύνολό τους, εμφανίζονται σαν ένας σχηματισμός. Απ’ αυτή του τη στάση προέρχεται ο τρόπος και το στυλ της αφήγησης· γιατί, για να την πλέξει, χρειάζεται να ξεκινήσει από πράγματα που ήδη έχουν συμβεί, για να δει κατόπιν πώς συνεχίζονται στο γίγνεσθαί τους.
Και επίσης μέσα στο σύνολο αυτό πρέπει να εισαγάγει ένα ορισμένο αίσθημα ανάλυσης, κατανέμοντάς το σε διάφορες ομάδες και σε διάφορες πλευρές γεγονότων, ή σε ανταγωνιστικά στοιχεία, που παρουσιάζονται κατόπιν σ’ ένα ορισμένο σημείο σαν κατηγορίες καθαυτές. Ιδού: εδώ είναι το κράτος με μια ορισμένη μορφή και με ορισμένες εξουσίες· και εδώ είναι οι νόμοι, που ορίζουν, με προσταγή ή απαγόρευση, ορισμένες σχέσεις· και εδώ είναι τα ήθη και έθιμα που αποκαλύπτουν τάσεις, ανάγκες και τρόπους σκέψης, πίστης, φαντασίας· και στο σύνολο τους βλέπουμε μια πολλαπλότητα ανθρώπων που συμβιούν και συνεργάζονται, με κατανεμημένες λειτουργίες και απασχολήσεις· και κατόπιν σημειώνονται οι σκέψεις, οι ιδέες, οι κλίσεις, τα πάθη, οι επιθυμίες, οι προσδοκίες, που απ’ αυτό τον πολυποίκιλο κόσμο της συνύπαρξης και από τις έριδές του με συγκεκριμένους τρόπους απελευθερώνονται και αναπτύσσονται. Επέρχεται μια αλλαγή και αυτή εμφανίζεται σε μια από τις πλευρές ή όψεις του εμπειρικού συνόλου, ή σε όλες αυτές σε μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα: λόγου χάρη, το κράτος διευρύνει τα εξωτερικά του όρια, ή μεταβάλλει τα εσωτερικά του όρια προς την κοινωνία, αυξάνοντας ή ελαττώνοντας τις εξουσίες και αρμοδιότητες του, ή αλλάζοντας μορφή στην άσκηση αυτών ή εκείνων· ή ακόμη, το δίκαιο μεταβάλλει τις διατάξεις του, ή εκφράζεται και βεβαιώνεται σε νέα όργανα· ή ακόμη, τελικά, πίσω από την αλλαγή των καθημερινών εξωτερικών συνηθειών, αποκαλύπτεται μια αλλαγή στα συναισθήματα, στις σκέψεις, στις ροπές των ανθρώπων που έχουν κατανεμηθεί ποικιλόμορφα στις διάφορες κοινωνικές τάξεις, οι οποίες αναμειγνύονται, αλλοιώνονται, μεταθέτονται, συγχέονται ή ανανεώνονται. Για να καταλάβουμε όλ’ αυτά, στο βαθμό και με τον τρόπο που εμφανίζονται καταρχήν και σκιαγραφούνται από τη φυσιολογική προσοχή, αρκούν οι κοινές ικανότητες της φυσιολογικής ευφυΐας, εκείνης, θέλω να πω, που δεν βοηθήθηκε ακόμη, ούτε διορθώθηκε ή συμπληρώθηκε από την κυρίως επιστήμη. Το να κλείνεται σε ακριβή όρια ένα σύνολο τέτοιων αλλαγών, αυτό είναι το αληθινό και πραγματικό αντικείμενο της εξιστόρησης η οποία αποδείχνεται τόσο πιο σαφής, ικανοποιητική και διαμορφωμένη όσο πιο μονογραφική είναι: λόγου χάρη ο Θουκυδίδης στον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
Η κοινωνία που έχει κιόλας σ’ ένα ορισμένο βαθμό διαμορφωθεί, η κοινωνία που έχει πια φτάσει σ’ ένα ορισμένο βαθμό ανάπτυξης, η κοινωνία που είναι πια τόσο περίπλοκη ώστε να κρύβει το οικονομικό υπόστρωμα που υποβαστάζει τα υπόλοιπα, δεν αποκαλύφθηκε στους καθαρούς αφηγητές, παρά μόνο σε κείνες τις ορατές κορυφές, σε κείνα τα πιο φανερά αποτελέσματα, σε κείνα τα πιο σημαντικά συμπτώματα, που είναι οι πολιτικές μορφές, οι διατάξεις νόμων και τα επιμέρους πάθη. Ο αφηγητής, πέρα από την έλλειψη μιας θεωρίας πάνω στις αληθινές πηγές της ιστορικής κίνησης, εξαιτίας της ίδιας της θέσης που παίρνει απέναντι στα πράγματα που συλλαμβάνει στην επιφάνεια του γίγνεσθαί τους, δεν μπορεί να το αναγάγει αυτό σε ενότητα, παρά μόνο από την άποψη των άμεσων αισθήσεων· κι αν είναι προικισμένος τεχνίτης αυτές οι αισθήσεις χρωματίζονται στην ψυχή του και μετατρέπονται σε δραματική πράξη. Ο ρόλος του έχει εκπληρωθεί αν καταφέρει να περικλείσει ένα ορισμένο αριθμό από γεγονότα και συμβάντα μέσα σε όρους και όρια, πάνω στα όποια το βλέμμα μπορεί να κινηθεί με καθαρή προοπτική· με τον ίδιο εκείνο τρόπο που ο καθαρά περιγραφικός γεωγράφος έχει εκπληρώσει σωστά το χρέος του αν κλείσει μέσα σε ένα ζωντανό και καθαρό σχεδίασμα τον ανταγωνισμό των φυσικών αιτίων που καθορίζουν την αισθητή πλευρά, ας πούμε του κόλπου της Νάπολης, χωρίς καθόλου να ανάγεται στη γένεσή του.
Σ’ αυτή την ανάγκη της αφηγηματικής αναπαράστασης βρίσκεται η πρώτη, αισθητή, απτή, και θα έλεγα σχεδόν αισθητική και καλλιτεχνική πλευρά, όλων αυτών των αφαιρέσεων και γενικεύσεων, που τελικά ξεκινούν από τη μισοθεωρία των λεγόμενων παραγόντων.
Εδώ έχουμε δυο διάσημους ανθρώπους, τους Γράκχους, που ήθελαν να σταματήσουν τη διαδικασία ιδιοποίησης του ager publicus, ή να εμποδίσουν τη συγκέντρωση της γαιοκτησίας, εξαιτίας της οποίας μειώνεται ή παύει εντελώς να υπάρχει η τάξη των μικρών ιδιοκτητών, δηλαδή των ελεύθερων ανθρώπων, που είναι η βάση και ο όρος της δημοκρατικής ζωής της αρχαίας πόλης. Ποιές ήταν οι αιτίες της αποτυχίας τους; Το σχέδιο τους είναι σαφές: το πνεύμα τους, η καταγωγή τους, ο χαρακτήρας τους, ο ηρωισμός τους το δείχνουν. Και εναντίον τους στέκουν άλλοι άνθρωποι, με άλλα συμφέροντα και άλλο πνεύμα. Η έρις δεν εμφανίζεται αρχικά στο νου παρά σαν πάλη προθέσεων και παθών, η οποία αναπτύσσεται και φτάνει σε πέρας με τα μέσα εκείνα που επιτρέπουν οι πολιτικές μορφές του κράτους και η χρήση ή η κατάχρηση των δημόσιων εξουσιών. Και να το περιβάλλον: η πόλη που κυριαρχεί με διάφορους τρόπους πάνω σε άλλες πόλεις ή πάνω σε περιοχές που στερούνται κάθε χαρακτήρα αυτονομίας· και μέσα στην πόλη αυτή μια προϊούσα διάκριση πλούσιων και φτωχών· και απέναντι στην ολιγάριθμη ομάδα των καταπιεστών και των ισχυρών απέραντη η μάζα των προλετάριων, που αρχίζουν να χάνουν ή έχουν κιόλας χάσει τη συνείδηση και την πολιτική δύναμη του λαού των πολιτών, η μάζα που αφήνεται έτσι να εξαπατηθεί και να διαφθαρεί, και σε λίγο θα καταλήξει να σαπίσει, σαν υπηρετικό εξάρτημα των μεγαλύτερου βαθμού εκμεταλλευτών. Αυτό είναι το υλικό του αφηγητή, ο οποίος δεν έχει να μετρήσει το γεγονός παρά μόνο με τις άμεσες συνθήκες του ίδιου του γεγονότος. Η αισθητή ενότητα είναι η σκηνή πάνω στην οποία εξελίσσονται οι περιπτώσεις, και για να έχει η αφήγηση τονισμό, πλοκή και προοπτική χρειάζονται σημεία προσανατολισμού και μέσα αναγωγής.
Εδώ βρίσκεται η πρώτη προέλευση αυτών των αφαιρέσεων, χάρη στις όποιες οι διάφορες πλευρές ενός συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου αποσπώνται από λίγο κάθε φορά από το χαρακτήρα τους σαν απλών πλευρών ενός συνόλου, και σιγά-σιγά γενικευμένες οδηγούν κατόπιν στη θεωρία των λεγόμενων παραγόντων.
Αυτά, με άλλα λόγια, οι παράγοντες εννοώ, ριζώνουν στο νου μέσα από την αφαίρεση και τη γενίκευση των άμεσων πλευρών της φαινομενικής κίνησης και στέκουν ισοδύναμοι με όλες τις άλλες εμπειρικές έννοιες, οι οποίες σ’ όποιο άλλο πεδίο της γνώσης και αν έχουν ανακύψει, διατηρούνται, ως ότου ή μειωθούν και εξαλειφθούν μέσα από μια νέα εμπειρία ή απορροφηθούν από μια πιο γενική αντίληψη, γενετική, εξελικτική, διαλεκτική.
Δεν ήταν ίσως αναγκαίο στην εμπειρική ανάλυση και στην άμεση μελέτη των αιτίων και των αποτελεσμάτων ορισμένων συγκεκριμένων φαινομένων, λόγου χάρη των θερμογόνων, να σταματήσει ο νους πρώτα στην υπόθεση και την πεποίθηση ότι μπορεί και πρέπει να τα αποδόσει σ’ ένα υποκείμενο που, αν δεν φάνηκε ποτέ σε κανέναν φυσικό και αληθινά ουσιαστικό ον, φάνηκε όμως σαν συγκεκριμένη και ειδική δύναμη, τέτοια που είναι η θερμότητα. Και να που σ’ ένα ορισμένο σημείο, μέσα από ένα νέο συνδυασμό της εμπειρίας, η επινοημένη αυτή θερμότητα διοχετεύεται, σε συγκεκριμένες συνθήκες, σε μία ορισμένη ποσότητα κίνησης. Και μάλιστα, τώρα, ο νους έχει την τάση να διοχετεύσει πολλούς από τους επινοημένους φυσικούς παράγοντες στη ροή μιας καθολικής Ενέργειας, στην οποία η υπόθεση των ατόμων, στο βαθμό που είναι αναγκαία και χρησιμοποιήσιμη, χάνει κάθε υπόλειμμα μεταφυσικής.
Δεν ήταν μήπως αναπόφευκτο, σαν πρώτο στάδιο της γνώσης αναφορικά προς το πρόβλημα της ζωής, το να βραδύνουμε για πολύ στη διακεκριμένη μελέτη των οργάνων και να τα αναγάγουμε σε συστήματα; Χωρίς αυτή την ανατομία, που φαίνεται πολύ υλική και χοντροκομμένη, καμία πρόοδος δεν θα ήταν δυνατή στη μελέτη· και στο μεταξύ, γύρω από την άγνωστη γένεση και το συντονισμό αυτής της αναλυτικής πολλαπλότητας, τριγύριζαν αβέβαιες και κενές οι γενικές έννοιες της ζωής, της ψυχής και τα παρόμοια. Σ’ αυτά τα νοητικά δημιουργήματα αναζητήθηκε, με τη χρησιμοποίηση τεχνασμάτων και για πολύ καιρό, εκείνη η βιολογική ενότητα που βρήκε τελικά την αισθητή της απάντηση στη βέβαιη αρχή του κύτταρου και στη διαδικασία του ενδογενούς πολλαπλασιασμού.
Πιο δύσκολη ήταν βέβαια η πορεία που έπρεπε να διανύσει η σκέψη για να κάνει φανερή τη γένεση όλων των δεδομένων της ψυχικής ζωής, από τα πιο απλά των στοιχειωδών αισθήσεων ως τα πολύ παράγωγα και σύνθετα προϊόντα. Όχι μόνο εξαιτίας θεωρητικών δυσκολιών αλλά και από άλλες λαϊκές προκαταλήψεις, η ενότητα και ακατάπαυστη συνέχεια των ψυχικών φαινομένων φάνηκε ως το Χέρμπαρτ διασπασμένη και κατανεμημένη σε πολλούς παράγοντες, δηλαδή στις λεγόμενες ιδιότητες της ψυχής.
Μέσα από τις ίδιες δυσκολίες πέρασε και η ερμηνεία των ιστορικο-κοινωνικών διαδικασιών· κι αυτή επίσης χρειάστηκε να εγκλωβιστεί στην πρόσκαιρη οπτική των παραγόντων. Γι’ αυτό το λόγο είναι τώρα σε μας εύκολο να ανιχνεύσουμε την πρώτη περίπτωση αυτής της άποψης στην ανάγκη που έχουν οι ιστορικοί να βρίσκουν, στα γεγονότα που αφηγούνται με μεγαλύτερη ή μικρότερη φιλολογική ικανότητα και με διαφορετική διδακτική πρόθεση, σημεία άμεσου προσανατολισμού, που μπορεί να τους τα προσφέρει η μελέτη της φαινομενικής κίνησης των ανθρώπινων πραγμάτων.
Αλλά σ’ αυτή τη φαινομενική κίνηση υπάρχουν και ενδείξεις που μας ανάγουν σε κάτι άλλο. Οι ανταγωνιστικοί εκείνοι παράγοντες, που επινοεί η αφαίρεση και κατόπιν επιτρέπει να απομονωθούν, δεν φάνηκαν ποτέ να δρουν καθένας καθαυτός· αντίθετα, δρουν με μια αποτελεσματικότητα τέτοια, που δίνει θέση στην έννοια της αμοιβαίας αλληλεπίδρασης. Άλλωστε, οι παράγοντες εκείνοι έχουν κι αυτοί επίσης κάποτε γεννηθεί κι έχουν κατόπιν φτάσει σε κείνη τη φυσιογνωμία που αποκαλύπτουν στη συγκεκριμένη εξιστόρηση. Και για το κράτος ήταν επίσης γνωστό ότι είχε κάποτε γεννηθεί και για κάθε δίκαιο, ή φυλαγόταν η μνήμη, ή γινόταν η υπόθεση ότι είχε μπει σε ισχύ μέσα σ’ αυτές ή τις άλλες περιστάσεις. Για πολλά έθιμα φυλαγόταν η μνήμη ότι είχαν κάποτε εισαχθεί· και η απλούστερη σύγκριση των επιβεβαιωμένων γεγονότων, ανάλογα με το διάφορο χρόνο και τόπο, μας έκανε να βλέπουμε πώς η κοινωνία στο σύνολό της, σαν άθροισμα διαφορετικών τάξεων, θα μπορούσε να πάρει και έπαιρνε συνεχώς διαφορετικές μορφές.
Τόσο η αμοιβαία αλληλεπίδραση των διαφόρων παραγόντων, χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η παραμικρότερη αφήγηση, όσο και οι λίγο πολύ επιβεβαιωμένες γνώσεις για την προέλευση και τις παραλλαγές των ίδιων των παραγόντων, πίεζαν στην έρευνα και το στοχασμό πολύ περισσότερο απ’ όσο η ανάγλυφη αφήγηση των μεγάλων ιστορικών που είναι αληθινοί τεχνίτες. Και πραγματικά, τα προβλήματα που ανακύπτουν αυθόρμητα από τα δεδομένα της ιστορίας, όταν αυτά συνδυάζονται με άλλα θεωρητικά στοιχεία, άφησαν χώρο στις διάφορες θεωρίες τις λεγόμενες πρακτικές, που με διαφορετική ταχύτητα κίνησης και διαφορετική επιτυχία καθεμιά αναπτύχθηκαν απ’ τα αρχαία χρόνια ως τα σύγχρονα, από την Ηθική ως τη Φιλοσοφία του Δικαίου, από την Πολιτική ως την Κοινωνιολογία, από τη Νομική ως την Οικονομία.
Και να που με τη γένεση και τη διαμόρφωση τόσων θεωριών, μέσα από τον ίδιο τον αναπόφευκτο καταμερισμό της εργασίας, πολλαπλασιάστηκαν πάνω από το φυσιολογικό οι οπτικές γωνίες. Το βέβαιο είναι, ότι για την πρώτη και άμεση ανάλυση των πολύμορφων εμπειρικών πλευρών του κοινωνικού συνόλου χρειαζόταν μακρόχρονη δουλειά μερικής αφαίρεσης· πράγμα που συνεπάγεται πάντοτε την αναπόφευκτη συνέπεια της μονόπλευρης οπτικής. Αυτό φάνηκε με τον πιο οξύ και ξεκάθαρο τρόπο όχι σε άλλο πεδίο αλλά σε κείνο της Νομικής, και στις ποικίλες του γενικεύσεις ως τη Φιλοσοφία του Δικαίου. Μέσα απ’ αυτές τις αφαιρέσεις, που είναι αναπόφευκτες στη μερική και εμπειρική ανάλυση, και εξαιτίας του καταμερισμού της εργασίας, οι διάφορες πλευρές και εκδηλώσεις του κοινωνικού συνόλου από καιρό σε καιρό παγιώνονταν και ακινητοποιούνταν σε γενικές έννοιες και κατηγορίες. Τα έργα, τα αποτελέσματα, οι δημοσιεύσεις, οι εκδηλώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας –δίκαιο, οικονομικές μορφές, αρχές συμπεριφοράς, κλπ.– μετατρέπονταν και αντιστρέφονταν σε νόμους, σε επιταγές και σε αρχές που στέκονταν πάνω από τον ίδιο τον άνθρωπο. Και έπρεπε, κατόπιν, από καιρό σε καιρό να ανακαλύπτεται ξανά η απλή αλήθεια ότι το μόνο διαρκές και σίγουρο γεγονός, δηλαδή ο δεδομένος δόλος, απ’ όπου ξεκινάει ή όπου αναφέρεται κάθε ιδιαίτερη πρακτική θεωρία, είναι αυτό: οι άνθρωποι, συγκεντρωμένοι σε μια συγκεκριμένη κοινωνική μορφή μέσα από συγκεκριμένους δεσμούς. Οι διάφορες αναλυτικές θεωρίες, που φωτίζουν τα γεγονότα που αναπτύσσονται στην ιστορία, κατέληξαν να προκαλέσουν τελικά την ανάγκη μιας κοινής και γενικής κοινωνικής επιστήμης, που να κάνει δυνατή την ενοποίηση της ιστορικής προόδου. Και η υλιστική θεωρία σημειώνει ακριβώς τον τελευταίο όρο, και μάλιστα το ανώτατο σημείο, αυτής της ενοποίησης.
Αλλά δεν ήταν, και δεν θα είναι ποτέ, χαμένος καιρός αυτός που ξοδεύτηκε στην προκαταρκτική και επιμέρους ανάλυση των σύνθετων γεγονότων. Οφείλουμε στο μεθοδικό καταμερισμό της εργασίας την ακριβή πολυμάθεια, δηλαδή τη μάζα των διακηρυγμένων, κοσκινισμένων, συστηματοποιημένων γνώσεων, χωρίς τις όποιες κάθε κοινωνική ιστορία θα περιπλανιόταν πάντοτε στην καθαρή αφαίρεση, στο τυπικό και την ορολογία. Η επιμέρους μελέτη των υποτιθέμενων ιστορικο-κοινωνικών παραγόντων βοήθησε, όπως βοηθά και κάθε άλλη εμπειρική μελέτη που αγγίζει τη φαινομενική κίνηση των πραγμάτων, στο να εκλεπτυνθούν τα όργανα της παρατήρησης και να ανεβρεθούν μέσα στα ίδια τα γεγονότα, που είχαν τεχνητά αποκοπεί από το σύνολο, οι αιχμές εκείνες που τα δένουν με το κοινωνικό σύνολο. Οι διάφορες θεωρίες, που κρατήθηκαν απομονωμένες και ανεξάρτητες μέσα από την προϋπόθεση των ανταγωνιστικών παραγόντων στον ιστορικό σχηματισμό, χάρη στο βαθμό ανάπτυξης που πέτυχαν, χάρη στο υλικό που συνέλεξαν και στις μεθόδους που παρήγαγαν, είναι τώρα για μας όλες αναπόφευκτες, όταν θέλουμε να ανοικοδομήσουμε οποιοδήποτε μέρος των περασμένων εποχών. Τί θα ήταν η ιστορική μας επιστήμη χωρίς τη μονομέρεια της Φιλολογίας, που είναι το όργανο βοήθειας κάθε ερευνάς· και πού θα είχε βρεθεί η άκρη μιας ιστορίας των νομικών θεσμών, που μας έχει ανάγει κατόπιν σε τόσα άλλα πράγματα και συνδυασμούς, χωρίς την πεισματική πίστη των ρωμαϊστών στην καθολική εξοχότητα του Ρωμαϊκού Δικαίου, η οποία γέννησε με τη γενικευμένη Νομική και με τη Φιλοσοφία του Δικαίου τόσα από τα προβλήματα μέσα στα όποια βρίσκεται τελικά το σπέρμα της Κοινωνιολογίας;
Έτσι που, τελικά, οι ιστορικοί παράγοντες που διατρέχουν το νου και τα γραφτά τόσων, δείχνουν κάτι που είναι πολύ λιγότερο από την αλήθεια, αλλά που είναι πολύ περισσότερο απ’ το απλό λάθος, με τη χοντροκομμένη έννοια του θαμπώματος, της αυταπάτης και της πλάνης. Είναι το αναγκαίο προϊόν μιας γνώσης που βρίσκεται στο δρόμο της ανάπτυξης και του σχηματισμού. Γεννιώνται από την ανάγκη προσανατολισμού που θα ξεπερνάει το συγκεχυμένο θέαμα που παρουσιάζουν τα ανθρώπινα πράγματα σε όποιον θέλει να τα περιγράψει· και χρησιμεύουν, μετά, ας το πω έτσι, σαν τίτλος, κατηγορία, δείκτης στον αναπόφευκτο εκείνο καταμερισμό της εργασίας μέσα στον όποιο έγινε ως τώρα η θεωρητική επεξεργασία της ιστορικο-κοινωνικής ύλης. Σ’ αυτό το πεδίο γνώσης, καθώς και σε κείνο των φυσικών επιστημών, η πραγματική ενότητα αρχής και η ενότητα της τυπικής διαπραγμάτευσης δεν συναντιώνται ποτέ από πρώτη ματιά, αντίθετα, βρίσκονται μόνο στο τέρμα μιας μακριάς και περίπλοκης πορείας· έτσι που, και γι’ αυτό το λόγο, μας φαίνεται σωστή η αναλογία που εντοπίζει ο Έγκελς ανάμεσα στην ανεύρεση του ιστορικού υλισμού και κείνη της διατήρησης της ενέργειας.
Ο προσωρινός προσανατολισμός, σύμφωνα με το προφανές σχήμα αυτού που ονομάζουν παράγοντες, μπορεί, σε δεδομένες συνθήκες, να χρειαστεί και σε μας που κηρύσσουμε μια καθόλου ενιαία αρχή της ιστορικής ερμηνείας. Θέλω να πω, αν σκοπεύουμε να μην κάνουμε απλώς θεωρία, αλλά θέλουμε, με δική μας έρευνα, να φωτίσουμε μια συγκεκριμένη περίοδο της ιστορίας. Όπως σ’ αυτή την περίπτωση πέφτει το καθήκον της λεπτομερούς και άμεσης έρευνας, έτσι κάνουμε την ακροβασία να στηριχθούμε καταρχήν στις ομάδες γεγονότων που φαίνονται, ή προέχουν, ή είναι ανεξάρτητα ή αποσπασμένα, μέσα στην άμεση εμπειρία. Γιατί δεν θα πρέπει αληθινά να πιστέψουμε ότι η ενιαία αρχή μεγίστης προφάνειας και διαφάνειας, όπου φτάσαμε όσον άφορα στη γενική αντίληψη της ιστορίας, μπορεί, σαν από θαύμα, να ισχύει συνεχώς και με το πρώτο, σαν ασφαλές μέσο για να αναλύεται σε απλά στοιχεία ο τεράστιος μηχανισμός και τα σύνθετα γρανάζια της κοινωνίας. Η υποκείμενη οικονομική δομή, που καθορίζει όλα τα υπόλοιπα, δεν είναι ένας απλός μηχανισμός από τον οποίο ανακύπτουν άμεσα, αυτόματα και μηχανικά, θεσμοί, νόμοι, ήθη, συλλογισμοί, αισθήματα και ιδεολογίες. Απ’ αυτό το υπόστρωμα ως όλα τα υπόλοιπα, η διαδικασία προέλευσης και μεσολάβησης είναι πολύ σύνθετη, συχνά λεπτή και επίπονη, και δεν είναι δυνατό πάντοτε να αποκρυπτογραφηθεί.
Η κοινωνική οργάνωση είναι, όπως κιόλας ξέρουμε, συνεχώς ασταθής, αν και αυτό δεν γίνεται φανερό σε όλους, παρά μόνο όταν η αστάθεια μπει σε κείνη την οξεία κατάσταση που ονομάζεται επανάσταση. Αύτη η αστάθεια, με τη συνεχή πάλη στους κόλπους της ίδιας της οργανωμένης κοινωνίας, αποκλείει μάλιστα τη δυνατότητα να μπουν οι άνθρωποι σε μια κατάσταση συνεχιζόμενης συναίνεσης ή προσαρμογής, πράγμα εξαιτίας του οποίου θα μπορούσαμε να έχουμε μια επιστροφή στη ζωή των ζώων. Στην αντίθεση βρίσκεται η πρωταρχική αιτία της προόδου (Μαρξ). Αλλά είναι εξίσου αληθινό ότι μέσα σ’ αυτή την ασταθή οργάνωση, στην οποία είναι δεδομένη η αναπόφευκτη μορφή της κυριαρχίας και της υποταγής, η διάνοια αναπτύχθηκε πάντοτε όχι μόνο άνισα, αλλά πολύ ατελώς, ανάρμοστα και μερικά. Υπήρχε και υπάρχει ακόμη στην κοινωνία σαν ιεραρχία του νου αλλά και των συναισθημάτων και των ιδεάσεων. Το να υποθέτει κανείς ότι οι άνθρωποι, πάντοτε και σε όλες τις περιπτώσεις, είχαν μια κατά προσέγγιση ξεκάθαρη συνείδηση της κατάστασης τους, και κείνου που τους συνέφερε λογικά να κάνουν είναι σαν να υποθέτει το απίθανο, μάλιστα το ανύπαρκτο.
Μορφές δικαίου, πολιτικές πράξεις και απόπειρες κοινωνικής τάξης, ήταν, και είναι ως τώρα, άλλοτε πράγματα πετυχημένα, άλλοτε εσφαλμένα, δηλαδή δυσανάλογα και ασυνεπή προς την περίπτωση. Η ιστορία είναι γεμάτη σφάλματα· πράγμα που σημαίνει ότι κι αν όλα ήταν αναγκαία, δεδομένης της σχετικής νοημοσύνης εκείνων που θα είχαν να λύσουν μια δυσκολία ή να βρουν μια λύση σ’ ένα δεδομένο πρόβλημα κλπ., κι αν όλα είχαν την επαρκή αιτία τους, δεν ήταν όμως και όλα λογικά, σύμφωνα με την έννοια που δίνουν σ’ αυτή τη λέξη οι αισιόδοξοι που κάνουν ορθολογικές σκέψεις. Στην πορεία των πραγμάτων οι καθοριστικές αιτίες των αλλαγών, δηλαδή οι μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, κατέληξαν και καταλήγουν να βρίσκουν, έστω και μέσα από δρόμους πολύ επίπονους, τις αναγκαίες μορφές δικαίου, τις κατάλληλες πολιτικές διατάξεις, και τους λίγο πολύ συμφέροντες τρόπους του κοινωνικού συμβιβασμού. Αλλά δεν πρέπει να πιστέψουμε ότι η ενστικτώδης σοφία του έλλογου ζώου θα εκδηλωνόταν ή εκδηλώνεται, sit et simpliciter, στην πλήρη και καθαρή σοφία κάθε κατάστασης· κι ότι σε μας δεν μένει πια παρά να διορθώσουμε απλοποιητικά την επαγωγική πορεία από την οικονομική κατάσταση σε όλα τα υπόλοιπα. Η άγνοια –η οποία μπορεί κι αυτή με τη σειρά της να εξηγηθεί– είναι επαρκής αιτία για το πώς προχωρεί η ιστορία· και στην άγνοια πρέπει να προσθέσουμε την ωμότητα που δεν έχει ποτέ νικηθεί ολοκληρωτικά και όλα τα πάθη και τις κακίες και τις ποικίλες μορφές διαφθοράς, που ήταν και είναι η αναγκαία συνέπεια μιας κοινωνίας έτσι οργανωμένης που η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο να είναι αναπόφευκτη, και απ’ αυτή την κυριαρχία ήταν και είναι αξεχώριστα το ψέμα, η υποκρισία, η κατάχρηση δύναμης, και η ανανδρία. Μπορούμε, χωρίς να είμαστε ουτοπιστές, αλλά μόνο στο βαθμό που είμαστε κριτικοί κομμουνιστές, να προβλέψουμε, όπως και πραγματικά προβλέπουμε, την έλευση μιας κοινωνίας που βγαίνοντας μέσα από την παρούσα, και μάλιστα από τις αντιθέσεις της, χάρη στους σύμφυτους νόμους του ιστορικού γίγνεσθαι, προχωρεί σε μια κοινωνική ένωση χωρίς ταξικές αντιθέσεις: πράγμα που συνεπάγεται ότι η ρυθμισμένη παραγωγή θα εξάλειφε το τυχαίο από τη ζωή, που στην ιστορία αποκαλύπτεται ως τώρα σαν πολύμορφος συνδυασμός συμβάντων και επιπτώσεων. Αλλά αυτό είναι το μέλλον και δεν είναι ούτε το παρόν ούτε το παρελθόν. Αν, αντίθετα, έχουμε την πρόθεση να διεισδύσουμε στα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν ως σήμερα παίρνοντας, όπως και παίρνουμε, σαν οδηγητικό νήμα τη μεταβολή των μορφών της υποκείμενης οικονομικής δομής, ως το πιο απλό δεδομένο της μεταβολής των εργαλείων, πρέπει να έχουμε πλήρη συνείδηση της δυσκολίας του προβλήματος που θέτουμε μπροστά μας· γιατί εδώ δεν είναι πια ν’ ανοίξει κανείς τα μάτια και να δει, αλλά πρόκειται για τη μέγιστη προσπάθεια του νου, που κατευθύνεται να νικήσει το πολύμορφο θέαμα της άμεσης εμπειρίας για να αναγάγει τα στοιχεία της σε μια γενετική σειρά. Και γι’ αυτό, έλεγα, ότι στην ιδιαίτερη έρευνα πέφτει σε μας να τραβήξουμε τα νήματα από τις ομάδες εκείνες φαινομενικά μεμονωμένων γεγονότων και από κείνο το ποικιλόμορφο μπλέξιμο, με μια λέξη από την εμπειρική μελέτη απ’ την οποία γεννήθηκε η πίστη στους παράγοντες, που μετά εξελίχθηκε σε μισο-θεωρία.
Δεν αξίζει όμως να αντιπαραθέσουμε στις πραγματικές αυτές δυσκολίες τη μεταφορική υπόθεση, συχνά διφορούμενη, και τελικά καθαρά αναλογικής αξίας, του λεγόμενου κοινωνικού οργανισμού. Και απ’ αυτήν επίσης την υπόθεση, που έγινε κατόπιν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα απλή και χυδαία φρασεολογία, έπρεπε να περάσει ο νους. Γιατί αυτή θεωρεί πώς η ιστορική κίνηση γεννιέται μέσα από τους σύμφυτους στην ίδια την κοινωνία νόμους, κι έτσι αποκλείει την αυθαιρεσία, τη μεταφυσική και τον ιρασιοναλισμό. Αλλά, πέρα απ’ αυτά, η μεταφορά δεν ισχύει· και η ειδικευμένη, κριτική και κατά περίπτωση έρευνα των ιστορικών γεγονότων είναι η μόνη πηγή της συγκεκριμένης εκείνης και θετικής γνώσης, που χρειάζεται στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη του οικονομικού υλισμού.
Οι ιδέες δεν πέφτουν απ’ τον ουρανό ούτε και μας έρχεται η θεία χάρη στον ύπνο μας.
Η αλλαγή στους τρόπους σκέψης, που τελικά δημιούργησε την ιστορική θεωρία, την οποία εξετάζουμε εδώ και την εκθέτουμε προκαταρκτικά, άρχισε να αναπτύσσεται πρώτα αργά αργά και κατόπιν με μεγαλύτερη ταχύτητα σ’ αυτήν ακριβώς την περίοδο του ανθρώπινου γίγνεσθαι κατά την οποία εκδηλώθηκαν οι μεγάλες πολιτικο-οικονομικές επαναστάσεις· δηλαδή, στην εποχή που ως προς τις πολιτικές μορφές χαρακτηρίζεται φιλελεύθερη αλλά, στο βάθος, εξαιτίας της κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην προλεταριακή μάζα, είναι η εποχή της αναρχικής παραγωγής. Η αλλαγή στις ιδέες, ως τη δημιουργία νέων μεθόδων αντίληψης, προχώρησε σιγά σιγά αντανακλώντας την εμπειρία μιας νέας ζωής. Όπως αυτή, στις επαναστάσεις των τελευταίων δυο αιώνων, απεκδυόταν σιγά σιγά τα μυθικά, μυστικιστικά και θρησκευτικά περιβλήματα, στο βαθμό που αποκτούσε την πρακτική και συγκεκριμένη συνείδηση των άμεσων και απευθείας συνθηκών της, έτσι και η σκέψη, που αυτή η ζωή συνοψίζει και θεωρητικοποιεί, αποχωρίστηκε με τη σειρά της τις θεολογικές και μεταφυσικές προϋποθέσεις, για να κλειστεί τελικά σ’ αυτή την πεζή απαίτηση: στην ερμηνεία της ιστορίας πρέπει να περιορίζεται κανείς στον αντικειμενικό συντονισμό των συγκεκριμένων όρων και των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων. Η υλιστική αντίληψη σημειώνει το ψηλότερο σημείο αυτής της νέας κατεύθυνσης στην ανεύρεση των ιστορικο-κοινωνικών νόμων· στο βαθμό που δεν είναι μερική περίπτωση μιας γενικής κοινωνιολογίας, ή μιας γενικής φιλοσοφίας του κράτους, του δικαίου και της ιστορίας, αλλά είναι το διαλυτικό όλων των αμφιβολιών και όλων των αβεβαιοτήτων που συντροφεύουν τις άλλες μορφές φιλοσόφησης των ανθρώπινων πραγμάτων, και είναι η αρχή της ολοκληρωμένης τους ερμηνείας.
Είναι, λοιπόν, εύκολο, ιδιαίτερα έτσι όπως τοποθετήθηκαν μερικοί χυδαίοι κριτικολόγοι, να ψάξουμε να βρούμε τους πρόδρομους του Μαρξ και του Έγκελς, που πρώτοι έβαλαν τα θεμέλια αυτής της θεωρίας. Και πότε πέρασε απ’ το μυαλό κάποιου από τους οπαδούς τους, έστω κι αν είχαν απέναντι τους τον πιο μεγάλο θαυμασμό, να κάνουν τους δυο αυτούς διανοητές να περάσουν σαν κατασκευαστές θαυμάτων; Αντίθετα, αν θέλουμε να βρούμε τις προτάσεις της θεωρητικής δημιουργίας του Μαρξ και του Έγκελς δεν αρκεί να σταθούμε σε κείνους που ονομάζονται πρόδρομοι του σοσιαλισμού ως τον Σεν-Σιμόν και παραπέρα, ούτε στους φιλόσοφους και ιδιαίτερα στο Χέγκελ, ούτε στους οικονομολόγους, που είχαν κάνει την ανατομία της εμπορευματικής κοινωνίας: πρέπει να ανατρέξουμε κυριολεκτικά σ’ ολόκληρο το σχηματισμό της σύγχρονης κοινωνίας και κατόπιν θριαμβευτικά να διακηρύξουμε ότι η θεωρία είναι μια λογοκλοπή των πραγμάτων που εξηγεί.
Γιατί, στην πραγματικότητα, οι αληθινοί πρόδρομοι της νέας θεωρίας ήταν τα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας, που έγινε μ’ αυτό τον τρόπο ξεκάθαρη και αποκάλυψε τον εαυτό της· από τα γεγονότα αυτά προκλήθηκε στην Αγγλία η μεγάλη βιομηχανική επανάσταση του τέλους του περασμένου αιώνα και στη Γαλλία η μεγάλη κοινωνική αναταραχή που όλοι γνωρίζουμε· πράγματα τα όποια, mutatis mutandis (τηρουμένων των αναλογιών), επαναλήφθηκαν μετά με διάφορους συνδυασμούς και με μορφές πιο ήπιες σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Και τί άλλο είναι, στο βάθος, η σκέψη αν όχι η συνειδητή και συστηματική ολοκλήρωση της εμπειρίας· τί είναι αν όχι η αντανάκλαση και η διανοητική επεξεργασία των πραγμάτων και των διαδικασιών που γεννιώνται και αναπτύσσονται ή παρά τη θέληση μας ή εξαιτίας της δραστηριότητας μας· και τί άλλο είναι η διάνοια αν όχι η εξατομικευμένη και συνακόλουθη και οξεία μορφή εκείνης της σκέψης, που από υπαγόρευση της εμπειρίας προκαλείται σε πολλούς ανθρώπους της ίδιας εποχής, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος τους παραμένει αποσπασματική, ατελής, αβέβαιη, ταλαντευόμενη και μερική;
Οι ιδέες δεν πέφτουν απ’ τον ουρανό αλλά, αντίθετα, όπως και κάθε άλλο προϊόν της ανθρώπινης δραστηριότητας, διαμορφώνονται μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες, με τη συγκεκριμένη ωριμότητα των καιρών από τη δράση καθορισμένων αναγκών και από επανειλημμένες απόπειρες να δοθεί σ’ αυτές ικανοποίηση, και με την ανεύρεση αυτών η των άλλων δοκιμαστικών μέσων, που είναι σαν τα εργαλεία της παραγωγής και επεξεργασίας τους. Και οι ιδέες επίσης προϋποθέτουν ένα έδαφος κοινωνικών συνθηκών, και έχουν μορφή εργασίας. Όταν μεταθέτουμε αυτές ή ετούτη, δηλαδή τις ιδέες και τη σκέψη, από τις συνθήκες και το περιβάλλον της γένεσης και ανάπτυξης τους, παραμορφώνουμε τη φύση και το νόημα τους.
Σκοπός του πρώτου μου δοκιμίου ήταν να αποδείξω πως η υλιστική αντίληψη της ιστορίας είχε γεννηθεί ακριβώς σε δεδομένες συνθήκες, δηλαδή όχι σαν προσωπική και συζητήσιμη γνώμη δυο συγγραφέων, αλλά σαν μια νέα κατάκτηση της σκέψης χάρη στην αναπόφευκτη υποβολή ενός νέου κόσμου που αρχίζει κιόλας να γεννιέται, δηλαδή της προλεταριακής επανάστασης. Πράγμα που είναι, σαν να λέμε, ότι μια νέα ιστορική κατάσταση ολοκληρώθηκε με το κατάλληλο διανοητικό της όργανο.
Όμως, το να φανταζόμαστε ότι αυτή η διανοητική παραγωγή θα μπορούσε να συμβεί σε κάθε τόπο και χρόνο είναι σαν να παίρνουμε για μέτρο των ερευνών μας το παράλογο. Το να μετατοπίζουμε αυθαίρετα τις ιδέες από το έδαφος και τις ιστορικές συνθήκες όπου γεννήθηκαν σε οποιοδήποτε άλλο έδαφος, αυτό είναι σα να παίρνουμε για βάση του συλλογισμού μας το καθαρά παράλογο. Και γιατί δεν θα έπρεπε να φανταζόμαστε εξίσου ότι η αρχαία πόλη, στην οποία γεννήθηκαν η ελληνική τέχνη και επιστήμη και το ρωμαϊκό δίκαιο, παραμένοντας πάντοτε αρχαία δημοκρατική πόλη με τους δούλους, θα αποκτούσε το ίδιο και θα ανέπτυσσε όλους τους όρους της σύγχρονης τεχνικής; Γιατί να μην πιστέψουμε ότι η μεσαιωνική συντεχνία, παραμένοντας όπως ήταν στο σταθερό της πλαίσιο, θα έφτανε στην κατάκτηση της παγκόσμιας αγοράς, χωρίς τους όρους του απεριόριστου ανταγωνισμού, που άρχισαν ακριβώς να την διαβρώνουν και να την αρνούνται; Γιατί να μην υποθέτουμε ένα φέουδο, που παραμένοντας φέουδο θα ήταν εργαστήρι που θα παρήγαγε αποκλειστικά εμπορεύματα; Γιατί να μην είχε γράψει ο Μιχαήλ ντι Λάντο, αυτός το Μανιφέστο των Κομμουνιστών;
Γιατί να μην έχουμε σκεφτεί πως οι ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης θα μπορούσαν να βγουν απ’ το μυαλό των ανθρώπων οποιουδήποτε άλλου τόπου και χρόνου, δηλαδή πριν συγκεκριμένες συνθήκες κάνουν να γεννηθούν συγκεκριμένες ανάγκες, που για την ικανοποίηση τους θα έπρεπε να προνοήσουμε με μια επανειλημμένη και συσσωρευμένη πείρα;
Η θεωρία μας προϋποθέτει την πλατιά, ξεκάθαρη, συνειδητή και επίμονη ανάπτυξη της σύγχρονης τεχνικής· και μαζί μ’ αυτήν την κοινωνία που παράγει τα εμπορεύματα μέσα στον ανταγωνισμό, την κοινωνία που θεωρεί σαν αρχικό όρο και αναγκαίο μέσο για τη συνέχιση της την καπιταλιστική συσσώρευση με τη μορφή της ατομικής ιδιοκτησίας, την κοινωνία που παράγει και αναπαράγει συνεχώς τους προλετάριους, και που για να σταθεί έχει ανάγκη να επαναστατικοποιεί ακατάπαυστα τα εργαλεία της, περιλαμβανομένου του κράτους και των νομικών του μηχανισμών. Αυτή η κοινωνία, που με τους ίδιους τους νόμους της κίνησής της έδειξε καθαρά την ανατομία της, παράγει σαν αντίκτυπο την υλιστική αντίληψη. Αυτή, όπως παρήγαγε, με το σοσιαλισμό, τη θετική της άρνηση, έτσι γέννησε, με τη νέα ιστορική θεωρία, την ιδεατή της άρνηση. Αν η ιστορία είναι το όχι αυθαίρετο αλλά το αναγκαίο και φυσιολογικό προϊόν των ανθρώπων στο βαθμό που αναπτύσσονται, και αναπτύσσονται στο βαθμό που πειραματίζονται κοινωνικά και πειραματίζονται στο βαθμό που τελειοποιούν και εκλεπτύνουν την εργασία, και συσσωρεύουν και αποθηκεύουν προϊόντα και αποτελέσματά της, η φάση ανάπτυξης που τώρα ζούμε δεν μπορεί να είναι τελική και οριστική, και οι συγκρούσεις μέσα της, εσωτερικές και συναφείς, είναι οι δυνάμεις που παράγουν νέες συνθήκες. Και να πως η περίοδος των μεγάλων οικονομικών και πολιτικών επαναστάσεων αυτών των δυο τελευταίων αιώνων ωρίμασαν στα μυαλά αυτές τις δυο έννοιες: τη μονιμότητα και διάρκεια της διαδικασίας στα ιστορικά γεγονότα και την υλιστική θεωρία, που είναι στο βάθος η αντικειμενική θεωρία των κοινωνικών επαναστάσεων.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αναδρομή ανά τους αιώνες και η επιμελής αναγωγή με τη σκέψη στην ανάπτυξη των κοινωνικών ιδεών, στο βαθμό που υπάρχουν μαρτυρίες στους συγγραφείς, είναι κάτι που φάνηκε ως τώρα πολύ διαπαιδαγωγητικό και βοηθάει κυρίως στο να αναπτυχθεί σε μας η κριτική συνείδηση, τόσο των εννοιών μας όσο και των διεργασιών μας. Αυτή η επιστροφή του νου στις ιστορικές προϋποθέσεις, όταν δεν μας οδηγεί να χαθούμε στον εμπειρισμό μιας χωρίς όρια πολυμάθειας και δεν μας φέρνει στην προσπάθεια να δημιουργήσουμε βιαστικά κενές αναλογίες, βοηθά χωρίς αμφιβολία στην ευλυγισία και επάρκεια πειθούς των μορφών της επιστημονικής μας δραστηριότητας. Στο σύνολο των επιστημών μας προκύπτει τώρα, μέσα από τα γεγονότα και την προσεγγιστική συνέχεια της παράδοσης, το άριστο απ’ όσα ποτέ ανεβρέθηκαν, επινοήθηκαν και δοκιμάστηκαν, όχι μόνο στη σύγχρονη εποχή αλλά από την εποχή της αρχαίας Ελλάδας, με την οποία ακριβώς αρχίζει κατά τρόπο οριστικό για όλο το ανθρώπινο είδος η κανονική ανάπτυξη της συνειδητής, επεξεργασμένης και μεθοδικής σκέψης. Δεν θα είχαμε κάνει ούτε ένα βήμα στην επιστημονική έρευνα χωρίς τη χρήση των μέσων που από τόσο καιρό έχουν βρεθεί και είναι έτοιμα· δηλαδή, για να αναφέρουμε μερικά από τα πιο γενικά, τη χρήση της λογικής και των μαθηματικών. Στην αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να υποστηρίζουμε ότι κάθε γενιά οφείλει να ξαναρχίζει από την αρχή, σαν μικρό παιδί.
Αλλά ούτε οι αρχαίοι συγγραφείς, στα στενά πλαίσια των δημοκρατικών τους πόλεων, ούτε οι συγγραφείς της Αναγέννησης, αναποφάσιστοι πάντοτε ανάμεσα σε μια φανταστική επιστροφή στην αρχαιότητα και στην ανάγκη να συλλάβουν διανοητικά το νέο κόσμο που βρισκόταν σε κυοφορία, κατάφεραν να φτάσουν στην ακριβή ανάλυση των τελευταίων στοιχείων από τα όποια προκύπτει η κοινωνία, που η αξεπέραστη διάνοια του Αριστοτέλη δεν είδε και δεν κατανόησε πέρα από τα όρια μέσα στα οποία εξηγείται η ζωή του ανθρώπου-πολίτη.
Η έρευνα για κοινωνική δομή, αν την δούμε στην προέλευση και τη διαδικασία της, ζωντάνεψε και οξύνθηκε και έγινε πολύμορφη στο 17ο και 18ο αιώνα, όταν διαμορφώθηκε η Οικονομία και μαζί μ’ αυτήν κάτω από τα ποικίλα ονόματα του Φυσικού Δικαίου, των δοκιμίων για το Πνεύμα των Νόμων και το Κοινωνικό Συμβόλαιο, προχώρησε η προσπάθεια να αναλυθεί σε αιτίες, παράγοντες, λογικά και ψυχολογικά δεδομένα, το πολύμορφο και όχι πάντοτε ξεκάθαρο θέαμα μιας ζωής, όπου προετοιμαζόταν η μεγαλύτερη επανάσταση που γνωρίσαμε. Αυτές οι θεωρίες, όποια κι αν ήταν η υποκειμενική πρόθεση και το πνεύμα των συγγραφέων –όπως στην κατ’ αντιδιαστολή, περίπτωση του συντηρητικού Χομπς και του προλετάριου Ρουσό– ήταν όλες επαναστατικές, τόσο στην ουσία όσο και στα αποτελέσματα. Στο βάθος βρίσκει κανείς σε όλες πάντοτε σαν κίνητρο και σαν αιτία τις υλικές και ηθικές ανάγκες της σύγχρονης εποχής, που χάρη στις ιστορικές συνθήκες ήταν εκείνες της αστικής τάξης –και γι’ αυτό έπρεπε να χτυπηθούν στο όνομα της ελευθερίας η παράδοση, η εκκλησία, τα προνόμια, οι παγιωμένες τάξεις, δηλαδή οι κοινωνικές ομάδες και τα στρώματα, και κατά συνέπεια το κράτος που ήταν ή φαινόταν να είναι η πρώτη αιτία τους, και κατόπιν τα προνόμια του εμπορίου, των συντεχνιών, της εργασίας και της επιστήμης. Έτσι θαυμάζεται ο άνθρωπος αφηρημένα, δηλαδή τα μεμονωμένα χειραφετημένα και απελευθερωμένα, από τους ιστορικούς και αναγκαίας κοινωνικής εξάρτησης δεσμούς, άτομα βάσει λογικών αφαιρέσεων· και στο μυαλό πολλών η έννοια της κοινωνίας έφτασε να αναχθεί σε άτομα, και μάλιστα φάνηκε στους περισσότερους φυσική η πίστη ότι η ίδια η κοινωνία δεν είναι παρά ένα σύνολο ατόμων. Οι αφηρημένες κατηγορίες της ατομικής ψυχολογίας βρέθηκαν σαν σπρωγμένες προς τα μπρος ή βαλμένες στην κορυφή της εξήγησης όλων των ανθρώπινων γεγονότων· και να που σε όλα αυτά τα συστήματα και επινοήσεις δεν γίνεται λόγος παρά για φόβο, για την αγάπη προς τον εαυτό μας, εγωισμό, εθελοντική υποταγή, τάση προς την ευτυχία, πρωτογενή αγαθότητα του ανθρώπου, ελευθερία των συμβάσεων· και ακόμη για την ηθική συνείδηση και το ένστικτο ή ηθικό αίσθημα, και για άλλα τόσα αφηρημένα και γενικά πράγματα, σαν αυτά να ήταν επαρκή για να εξηγήσουν τη συγκεκριμένη υφιστάμενη ιστορία και να δημιουργήσουν εξολοκλήρου μια νέα.
Τη στιγμή που ολόκληρη η κοινωνία έμπαινε σε μια θορυβώδικη κρίση, η αποστροφή στο παλιό, το απαρχαιωμένο, το παραδοσιακό, το από αιώνες οργανωμένο, και η προαίσθηση μιας ανανέωσης ολόκληρης της ανθρώπινης ύπαρξης, γέννησαν τελικά την ολική συσκότιση στις ιδέες της ιστορικής και της κοινωνικής αναγκαιότητας· δηλαδή στις ιδέες εκείνες, που καθώς τις είχαν μόλις υπαινιχθεί οι αρχαίοι φιλόσοφοι, και αναπτύχθηκαν μετά, στον αιώνα μας, τόσο, δεν είχαν εκείνη την περίοδο του επαναστατικού ρασιοναλισμού παρά σπάνιους εκπρόσωπους όπως οι Βίκο, Μοντεσκιέ και ενμέρει ο Κεσνέ. Στην ιστορική αύτη κατάσταση, που προκαλεί τη γένεση μιας οξείας, εύστροφης, εξεγερσιακής, διεισδυτικής και πολύ λαϊκής φιλολογίας, βρίσκεται ο λόγος αυτού που ο Λουί Μπλαν ονόμασε, με μιαν ορισμένη έμφαση, ατομισμό· λέξη με την οποία άλλοι μετά απ’ αυτόν πίστεψαν ότι εκφράζουν ένα διαρκές γεγονός της ανθρώπινης φύσης, που θα μπορούσε να χρησιμεύσει κυρίως σαν αποφασιστικό επιχείρημα κατά του σοσιαλισμού.
Μοναδικό θέαμα, μάλιστα μοναδική αντίθεση! Το κεφάλαιο, που σχηματίστηκε όπως σχηματίστηκε, έτεινε να νικήσει κάθε άλλη προηγούμενη παραγωγική μορφή, σπάζοντάς της τα δεσμά και τα εμπόδια, δηλαδή είχε την τάση να είναι ο άμεσος η έμμεσος κύριος της κοινωνίας, όπως και πράγματι έγινε στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου· απ’ όπου και προχώρησε, πέρα από όλες τις μορφές της σύγχρονης εξαθλίωσης και της νέας ιεραρχίας όπου σήμερα βρισκόμαστε, στην πιο έντονη αντίθεση όλης της ιστορίας, δηλαδή την παρούσα εκείνη ανάμεσα στην αναρχία της παραγωγής στο σύνολο της κοινωνίας και το σιδερένιο δεσποτισμό του τρόπου παραγωγής στις μεμονωμένες επιχειρήσεις, εργαστήρια και εργοστάσια! Και όμως, οι διανοητές, φιλόσοφοι, οικονομολόγοι και εκλαϊκευτές ιδεών του 18ου αιώνα δεν έβλεπαν παρά ελευθερία και ισότητα! Όσοι σκέφτονταν με τον ίδιο τρόπο, όσοι ξεκινούσαν να συμπεράνουν ότι η ελευθερία έπρεπε να κατακτηθεί από μια κυβέρνηση καθαρά διοικητική, ή ήταν κυριολεκτικά δημοκρατικοί ή τέλος κομμουνιστές. Το κοντινό βασίλειο της ευτυχίας ήταν μπροστά στα μάτια όλων σαν αναμφισβήτητο γεγονός καθώς επίσης και το ότι θα κόβονταν τα δεσμά και τα εμπόδια που στον άνθρωπο, από τη φύση του καλό και τελειοποιήσιμο, είχαν επιβάλει η βιασμένη άγνοια και ο δεσποτισμός της εκκλησίας και του κράτους. Αυτά τα εμπόδια δεν φαίνονταν σαν οι συνθήκες και οι όροι όπου οι άνθρωποι είχαν βρεθεί από τους νόμους της ανάπτυξής τους και τις αναπόφευκτες περιπλοκές της ανταγωνιστικής και γι’ αυτό αβέβαιης και εύκαμπτης κίνησης της ιστορίας, όπως φαίνονται τελικά σε μας μετά την επικράτηση του αντικειμενικού ιστορικισμού: αντίθετα, φαίνονταν σαν απλές ενοχλήσεις από τις οποίες έπρεπε να απελευθερωθεί η ορθή χρήση του λόγου. Σ’ αυτό τον ιδεαλισμό που έφτασε στο απόγειό του σε μερικούς από τους ήρωες της Μεγάλης Επανάστασης, υπήρχε ο πυρήνας μιας απεριόριστης πίστης στη σίγουρη πρόοδο ολόκληρου του ανθρώπινου είδους. Για πρώτη φορά η έννοια της ανθρωπότητας φάνηκε σ’ όλη της την έκταση, και χωρίς την ανάμιξη θρησκευτικών ιδεών ή προϋποθέσεων. Οι πιο αποφασιστικοί ανάμεσα σ’ αυτούς τους ιδεαλιστές ήταν ακριβώς οι ακραίοι υλιστές· όπως εκείνοι, που, αρνούμενοι κάθε αντικείμενο στη θρησκευτική φαντασία, απέδιδαν στην ανάγκη της ευτυχίας τούτη τη γη σαν σίγουρη επικράτεια, αρκεί ο λόγος να άνοιγε το δρόμο.
Αλλά τις ιδέες τις κακομεταχειρίζονταν πολύ βάρβαρα τα πεζά πράγματα, όπως έγινε ανάμεσα στα τέλη του περασμένου και τις αρχές αυτού του αιώνα. Πολύ σκληρό ήταν το μάθημα των γεγονότων, από το οποίο βγήκαν οι πιο θλιβερές διαψεύσεις, που κατόπιν τις ακολούθησε μια ριζοσπαστική ανάπτυξη των πνευμάτων. Τα γεγονότα, με μια λέξη, βγήκαν αντίθετα σε κάθε προσδοκία· πράγμα που αν πρώτα προκάλεσε κούραση στους απογοητευμένους δεν μπόρεσε τουλάχιστο να προκαλέσει την επιθυμία και την ανάγκη για νέα έρευνα. Είναι γνωστό πως ο Σεν-Σιμόν και ο Φουριέ, στους οποίους ακριβώς στις αρχές του αιώνα επαληθεύεται, στις μονόπλευρες μορφές της πρώιμης ιδιοφυΐας, η αντίδραση κατά των άμεσων αποτελεσμάτων της μεγάλης πολιτικο-οικονομικής επανάστασης, ορθώθηκαν αποφασιστικά ο πρώτος κατά των νομικών και ο δεύτερος κατά των οικονομολόγων.
Πράγματι, αφού έπεσαν τα εμπόδια στην ελευθερία, που χαρακτήριζαν άλλες εποχές, νέα και συχνά μεγαλύτερα και πιο επίπονα υπεισέρχονταν· και όπως δεν είχε επέλθει η ίση ευτυχία για όλους έτσι η κοινωνία παρέμενε στην πολιτική της μορφή, ακριβώς όπως και πριν, μια οργάνωση των ανισοτήτων. Η κοινωνία πρέπει να είναι, λοιπόν, κάτι καθαυτό, κάτι το φυσικό, ένα αυτόματο σύνολο σχέσεων και συνθηκών, που προκαλεί τις καλές υποκειμενικές προθέσεις των διαφόρων συστατικών της και περνάει πάνω από τις αυταπάτες και τα σχέδια των ιδεαλιστών! Αυτή, λοιπόν, ακολουθεί μια δική της πορεία, απ’ τήν οποία θα είναι θεμιτό να βγουν νόμοι διαδικασίας και ανάπτυξης, αλλά που δεν μπορεί να της επιβληθούν! Χάρη στη μεταβολή αυτή των διανοιών, ο 19ος αιώνας αναγγέλθηκε με την έφεση να είναι ο αιώνας της ιστορικής επιστήμης και της κοινωνιολογίας.
Με την αρχή της ανάπτυξης η σκέψη έχει πράγματι εισβάλει και διεισδύσει σε κάθε πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Σ’ αυτό τον αιώνα ξαναβρέθηκε η ιστορική γραμματική και ανεβρέθηκε το κλειδί για να εξερευνηθεί η γένεση των μύθων. Σ’ αυτό τον αιώνα ανεβρέθηκαν τα εμβρυογενετικά ίχνη της προϊστορίας και μπήκαν για πρώτη φορά σε μια σειρά διαδικασίας οι πολιτικές και νομικές μορφές. Ο 19ος αιώνας αναγγέλθηκε σαν ο αιώνας της κοινωνιολογίας στο πρόσωπο του Σεν-Σιμόν· στον οποίο, όπως συμβαίνει με τους αυτοδίδακτους και τους ιδιοφυείς προδρόμους, βρίσκονται συγκεχυμένα μαζί τα σπέρματα πολλών αντιφατικών τάσεων. Γι’ αυτό το λόγο η υλιστική αντίληψη είναι ένα αποτέλεσμα· αλλά είναι το αποτέλεσμα εκείνο που αποτελεί την επιβίωση μιας διαδικασίας διαμόρφωσης· και σαν αποτέλεσμα και σαν τελείωση αυτή είναι επίσης η απλοποίηση όλης της ιστορικής επιστήμης και όλης της κοινωνιολογίας, γιατί μας φέρνει από τις προϋποθέσεις και τους συνολικούς όρους στις στοιχειώδεις λειτουργίες. Κι αυτό συνέβη κάτω από την άμεση υπαγόρευση μιας νέας και θυελλώδους εμπειρίας.
Οι νόμοι της οικονομίας, τέτοιοι που είναι καθαυτοί και τέτοιοι που εκτυλίσσονται, είχαν θριαμβεύσει πάνω σ’ όλες τις αυταπάτες και κατεύθυναν την κοινωνική ζωή. Η μεγάλη βιομηχανική επανάσταση που έγινε πρώτα στην Αγγλία στο φως της μέρας, μάλιστα στον αιώνα των φώτων, οδήγησε στην κατανόηση του γεγονότος πως οι κοινωνικές τάξεις κι αν δεν προέρχονται από τη Φύση δεν είναι όμως και συνέπεια του τυχαίου ή της αυθαιρεσίας· αντίθετα, γεννιώνται ιστορικά και κοινωνικά μέσα και γύρω από μια συγκεκριμένη μορφή παραγωγής. Και ποιός, αλήθεια, δεν είχε δει να ξεπηδούν, κάτω απ’ τα μάτια του, οι νέοι προλετάριοι από την οικονομική καταστροφή τόσων τάξεων μικροϊδιοκτητών, μικροαγροτών και βιοτεχνών· και ποιός δεν ήταν σε θέση να διακρίνει τη μέθοδο αυτής της νέας δημιουργίας μιας νέας κοινωνικής τάξης, στην οποία τάξη τόσοι άνθρωποι κατέληγαν με τη βία; Ποιός δεν ήταν σε θέση να διακρίνει, πως το χρήμα που έγινε κεφάλαιο κατάφερε σε λίγα χρόνια να κυριαρχήσει χάρη στην έλξη που ασκεί πάνω στην εργασία των ελεύθερων ανθρώπων, στους οποίους η ανάγκη να ανταλλάσσουν ελεύθερα είχε από πολύ καιρό προετοιμαστεί με τόσες φροντισμένες μεθόδους δικαίου, και μέσα από τους δρόμους μιας βίαιης και έμμεσης απαλλοτρίωσης; Ποιός δεν είχε δει να αναφύονται οι νέες πόλεις γύρω από τα εργοστάσια, και να κλείνονται σ’ ένα κύκλο θλιβερής εξαθλίωσης που δεν ήταν πια μια τυχαία περίπτωση μεμονωμένης ατυχίας, αλλά ο όρος και η πηγή του πλούτου; Και σ’ αυτή την αθλιότητα νέου τύπου εμφανίζονταν πολυάριθμες οι γυναίκες και τα παιδιά, που έβγαιναν για πρώτη φορά από μιαν αγνοημένη ύπαρξη, για να εμφανιστούν στη σκηνή της ιστορίας σαν δυσοίωνη εικόνα της κοινωνίας των ίσων. Και ποιος δεν αισθανόταν –υπήρχε δεν υπήρχε η δήθεν θεωρία του σεβάσμιου Μάλθους– ότι ο αριθμός των συμβιούντων, που αυτός ο τρόπος οικονομικής οργάνωσης περιέχει, αν μερικές φορές είναι ανεπαρκής για όποιον χάρη στην ευνοϊκή τύχη της παραγωγής έχει ανάγκη από εργατικά χέρια, άλλες φορές είναι άφθονος και γι’ αυτό το λόγο δεν μπορεί να απασχοληθεί και προκαλεί φόβο; Γινόταν, άλλωστε, φανερό ότι ο ταχύς και βίαιος οικονομικός μετασχηματισμός που φανερώθηκε σαν θύελλα στην Αγγλία είχε πετύχει εκεί γιατί η χώρα αυτή μπορούσε να δημιουργήσει, απέναντι στην υπόλοιπη Ευρώπη, ένα μονοπώλιο που ως τότε δεν είχε υπάρξει και για να κρατηθεί αυτό το μονοπώλιο χρειαζόταν μια πολιτική χωρίς ενδοιασμούς, η οποία επέτρεπε μια και καλή σε όλους να μεταφράσουν πεζά τον ιδεολογικό μύθο του κράτους, που θα έπαιζε το ρόλο κηδεμόνα και παιδαγωγού του λάου.
Στη νέα άμεση οπτική αυτών των συνεπειών της καινούργιας ζωής είχε τις ρίζες του ο πεσιμισμός, λιγότερο ή περισσότερο ρομαντικός, των laudatores temporis actis, απ’ τον Ντε Μεστρ ως τον Καρλάιλ. Η σάτιρα του φιλελευθερισμού κυριεύει τα μυαλά και τη φιλολογία στις αρχές αυτού του αιώνα. Αρχίζει η κριτική εκείνη της κοινωνίας από την οποία ξεκινάει ολόκληρη η κοινωνιολογία. Έπρεπε πριν απ’ όλα να νικηθεί η ιδεολογία, που ήταν συσσωρευμένη και εκφραζόταν στις τόσες θεωρίες του Φυσικού Δικαίου και του Κοινωνικού Συμβολαίου. Έπρεπε να σταθεί κανείς ξανά απέναντι στα γεγονότα που οι γρήγορες μεταβολές μιας διαδικασίας τόσο εντατικής επέβαλαν στην προσοχή με μορφές τόσο νέες και επίφοβες.
Να ο Όουεν, ο απαράμιλλος απ’ όλες τις απόψεις, αλλά ειδικότερα για το ότι υπήρξε τόσο διορατικός στις αιτίες της νέας αθλιότητας όσο ιδιοφυής ήταν στην αναζήτηση των τρόπων να τις νικήσει. Έπρεπε να φτάσουμε στην αντικειμενική κριτική της Οικονομίας, που εμφανίστηκε για πρώτη φορά με μονομερείς και αντιδραστικές μορφές στο Σισμοντί. Την περίοδο εκείνη, που μεταβάλλονταν οι όροι μιας νέας ιστορικής επιστήμης, γεννιώνται και τραβούν πάνω τους την προσοχή τόσες διαφορετικές μορφές ουτοπικού, μονομερούς, ή κυριολεκτικά εκκεντρικού σοσιαλισμού, που δεν έφτασαν ποτέ ως τους προλετάριους, είτε γιατί αυτοί οι τελευταίοι δεν είχαν καθόλου πολιτική συνείδηση είτε γιατί, όταν είχαν κινούνταν με πηδήματα, όπως στις γαλλικές συνωμοσίες και εξεγέρσεις του 1830-48, ή γύριζαν στο πρακτικό πεδίο των άμεσων μεταρρυθμίσεων, όπως είναι η περίπτωση των Χαρτιστών. Και όμως αυτός ο σοσιαλισμός, όσο ουτοπικός, φανταστικός και ιδεολογικός κι αν ήταν, αποτελούσε μιαν άμεση και συχνά ιδιοφυή κριτική της Οικονομίας· με μια λέξη, μια μονομερή κριτική στην οποία χρειαζόταν το επιστημονικό συμπλήρωμα μιας γενικής ιστορικής αντίληψης.
Όλες αυτές οι μορφές μερικής, μονομερούς και ατελούς κριτικής προετοίμασαν αποφασιστικά το έδαφος για τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Αυτός ο τελευταίος δεν είναι πια η υποκειμενική κριτική που εφαρμόζεται στα πράγματα, αλλά η ανεύρεση της αυτοκριτικής που βρίσκεται μέσα στα ίδια τα πράγματα. Η αληθινή κριτική της κοινωνίας είναι η ίδια η κοινωνία, που από τις αντιθετικές αντιφάσεις των συγκρούσεων στις οποίες στηρίζεται γεννάει από μόνη της μέσα της την αντίφαση και αυτή κατόπιν νικάει περνώντας σε μια νέα μορφή. Ο επιλυτής των σημερινών αντιθέσεων είναι το προλεταριάτο, είτε το ξέρουν είτε όχι οι ίδιοι οι προλετάριοι.
Όπως σ’ αυτούς η εξαθλίωσή τους έχει γίνει ο φανερός όρος της σημερινής κοινωνίας, έτσι πάλι σ’ αυτούς και στην εξαθλίωση τους βρίσκεται ο λόγος ύπαρξης της νέας κοινωνικής επανάστασης. Σε τούτο το πέρασμα από την κριτική της υποκειμενικής σκέψης, που εξετάζει απ’ τα έξω τα πράγματα και φαντάζεται ότι μπορεί να τα διορθώσει για λογαριασμό της, στην ευφυΐα της αυτοκριτικής που η κοινωνία ασκεί πάνω της, και στην ίδια τη μονιμότητα της διαδικασίας της, σ’ αυτό συνίσταται η διαλεκτική της ιστορίας που ο Μαρξ και ο Έγκελς, μονάχα στο βαθμό που ήταν υλιστές, πήραν από τον ιδεαλισμό του Χέγκελ. Και, σε τελική ανάλυση, λίγο μας ενδιαφέρει αν αυτές τις απαντήσεις και τις σύνθετες μορφές σκέψης δεν ξέρουν να τις λάβουν υπόψη ούτε οι καλλιεργημένοι, που δεν γνωρίζουν άλλη έννοια της λέξης διαλεκτική εκτός από κείνη του αστικού οικοδομήματος, ούτε οι σοφοί και οι μορφωμένοι που δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν την εμπειρικά αποσυνθεμένη γνώση των απλών λεπτομερειών.
Αλλά η μεγάλη οικονομική μεταβολή που πρόσφερε τα υλικά για να συντεθεί η σύγχρονη κοινωνία, στην οποία έφτασε τελικά στη σχεδόν πλήρη της ανάπτυξη η αυτοκρατορία του καπιταλισμού, δεν θα είχε πετύχει ένα τόσο ταχύ και υποβλητικό δίδαγμα αν δεν είχε φωτιστεί άπλετα από την ιλιγγιώδη και καταστροφική κίνηση της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτή έκανε ολοφάνερες, σαν σε τραγική παράσταση, όλες τις ανταγωνιστικές δυνάμεις της σύγχρονης κοινωνίας, γιατί άνοιξε δρόμο μέσα από τα χαλάσματα και σημείωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα ορμητικά τις φάσεις της γέννησης και της διάταξής της.
Η Επανάσταση γεννήθηκε από τα εμπόδια που έπρεπε να νικήσει η αστική τάξη με τη βία, αφού έγινε φανερό πως η μετάβαση από την παλιά στη νέα μορφή της παραγωγής –ή της ιδιοκτησίας, όπως λένε κατανάγκη στην επαγγελματική τους γλώσσα οι νομικοί– δεν μπορούσε να γίνει μέσα από τους πιο ήσυχους δρόμους των επάλληλων και βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων. Και γι’ αυτό υπήρξε εξέγερση, σύγκρουση και αναταραχή σε όλες τις παλιές τάξεις του Ancien Regime, και ταυτόχρονα γρήγορος και ιλιγγιώδης σχηματισμός νέων τάξεων, στην πολύ σύντομη αλλά μοναδικά έντονη περίοδο δέκα μόνο χρόνων, που αν συγκριθούν με την κανονική ιστορία άλλων χωρών και εποχών φαίνονται αιώνες. Σ’ αυτή τη συμπίεση γεγονότων αιώνων σε τόσο λίγα χρόνια, εξηγήθηκαν οι πιο χαρακτηριστικές στιγμές και πλευρές της νέας ή σύγχρονης κοινωνίας, και τόσο πιο καθαρά όσο η μαχητική αστική τάξη είχε κιόλας δημιουργήσει για τον εαυτό της αυτά τα διανοητικά μέσα και όργανα ώστε να κατέχει στη θεωρία του έργου της τη συνείδηση που αντανακλούσε το κίνημά της.
Η βίαιη απαλλοτρίωση μεγάλου μέρους της παλιάς ιδιοκτησίας, δηλαδή εκείνης που ήταν παγιωμένη στα φέουδα, στα βασιλικά και πριγκηπικά κτήματα και στις εκκλησιαστικές περιουσίες, με τα πραγματικά και προσωπικά δικαιώματα που ανακύπτουν απ’ αυτήν μέσα από χίλιους δρόμους, έβαλε στη διάθεση του κράτους, που έγινε απ’ την ανάγκη των πραγμάτων μια τρομερή και εξαιρετικά παντοδύναμη διακυβέρνηση, μια τεράστια μάζα οικονομικών μέσων· κι αυτά απ’ τη μια επέτρεψαν την πρωτοφανή κάλυψη των χαρτονομισμάτων, που κατέληξαν κατόπιν στην αυτο-εκμηδένισή τους, κι απ’ την άλλη τη διαμόρφωση νέων ιδιοκτητών, που όμως κατέληξαν κι αυτοί οφειλέτες χάρη στις ευκαιρίες του χρηματιστηρίου και τις κομπίνες και τις κερδοσκοπίες, χάρη στην τύχη τους. Και ποιός θα μπορούσε ποτέ να τολμήσει, υστέρα, να ορκιστεί στο όνομα του ιερού και αταβιστικού θεσμού της ιδιοκτησίας, όταν ο πρόσφατος και επιβεβαιωμένος τίτλος της στηριζόταν τόσο σταθερά στη γνώση των τυχερών συγκυριών; Αν ποτέ είχε περάσει από το κεφάλι τόσων ενοχλητικών φιλόσοφων, αρχίζοντας από τους Σοφιστές, ότι το δίκαιο ήταν ένα χρήσιμο και βολικό δημιούργημα του ανθρώπου, τώρα πια αυτή η πρόταση των αντιπαθητικών αιρετικών μπορούσε να φαίνεται σαν απλή και καθαρή αλήθεια ακόμη και στους τελευταίους ξυπόλητους των προαστίων του Παρισιού. Δεν είχαν δόσει αυτοί, οι προλετάριοι, την ώθηση, μαζί με όλο τον υπόλοιπο λαό, στην επανάσταση γενικά με τις ενέργειες που προηγούνταν του Απρίλη του ’89, και δεν βρέθηκαν κατόπιν διωγμένοι ξανά από τη σκηνή της ιστορίας μετά την αποτυχία της εξέγερσης του Πρεριάλ το ’95; Δεν είχαν αυτοί σηκώσει στις πλάτες τους όλους τους παράφορους ρήτορες της ελευθερίας και της ισότητας; Δεν είχαν κρατήσει στα χέρια τους την παρισινή Κομμούνα, που για μεγάλο διάστημα ήταν το άβουλο όργανο της εθνοσυνέλευσης και όλης της Γαλλίας; Και δεν κατέληξαν μετά, τελικά, στην πικρή απογοήτευση πως δημιούργησαν με τα ίδια τους τα χέρια τα καινούργια αφεντικά; Στην κεραυνοβόλα συνείδηση αυτής της απογοήτευσης βρίσκεται το ψυχολογικό, ταχύ και άμεσο κίνητρο της συνωμοσίας του Μπαμπέφ· η οποία, ακριβώς γι’ αυτό, αποτελεί μεγάλο γεγονός της ιστορίας, και έχει μέσα της όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής τραγωδίας.
Η γη, που τα φέουδα και η εκκλησιαστική περιουσία είχαν δεμένη λες σ’ ένα σώμα, σε μια οικογένεια, σ’ ένα τίτλο, απελευθερωμένη από τα δεσμά της είχε γίνει εμπόρευμα, γιατί ήταν βάση και εργαλείο που παράγει εμπορεύματα· και είχε γίνει μεμιάς εμπόρευμα τόσο εύκαμπτο, ευκολομεταχείριστο και προσαρμόσιμο, ώστε να προσφέρεται για να κυκλοφορήσει στα σύμβολα ενός ορισμένου αριθμού κομματιών χαρτιού. Και γύρω απ’ αυτά τα σύμβολα, σε μεγάλο βαθμό πολλαπλάσια των πραγμάτων που έπρεπε να παριστάνουν, που τελικά κατέληξαν στο τίποτα, ξεπήδησε γιγάντια η κερδοσκοπία που στηρίχτηκε πάνω στις πλάτες της εξαθλίωσης των πιο εξαθλιωμένων, ανάμεσα σ’ όλες τις κακοτοπιές της ορμητικής και ελικοειδούς πολιτικής, αναιδής κυρίως καθώς εκμεταλλευόταν τον πόλεμο και τις ένδοξες επιτυχίες του. Τελικά, η αλματώδης πρόοδος μιας επιταχυμένης εξαιτίας των επειγουσών περιστάσεων τεχνικής, έδοσε υλικό και ευκαιρία στην προκοπή της κερδοσκοπίας.
Οι νόμοι της αστικής οικονομίας, που είναι εκείνοι της ατομικής παραγωγής στο ανταγωνιστικό πεδίο του συναγωνισμού, εισέβαλαν μανιασμένα, με όλα τα μέσα της βίας και της επιβουλής, εναντίον της ιδεαλιστικής θέλησης μιας επαναστατικής κυβέρνησης· η οποία, ισχυρή από τη βεβαιότητα ότι θα σώσει την πατρίδα, και ισχυρή ακόμη περισσότερο από την αυταπάτη ότι θα θεμελιώσει στον αιώνα την ελευθερία των ίσων, πίστεψε ότι ήταν ίσως δυνατό να καταργηθεί το χρηματιστήριο με τη γκιλοτίνα, να εξαλειφθεί η οικονομική συναλλαγή με το κλείσιμο του χρηματιστηρίου, και να εξασφαλιστεί στο λαό η επιβίωση με το να οριστούν ανώτατα όρια στις τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης. Τα εμπορεύματα και οι τιμές, καθώς και οι οικονομικές συναλλαγές διεκδίκησαν με τη βία την ελευθερία τους ενάντια σε κείνους που ήθελαν να τους διδάξουν ή να τους επιβάλουν την ηθική.
Ο Θερμιδόρ, όποιες κι αν ήταν οι προσωπικές προθέσεις των Θερμιδοριανών, δειλές ή φοβισμένες είτε και απογοητευμένες, υπήρξε τόσο στις κρυφές αίτιες όσο και στα πιο άμεσα αποτελέσματα, ο θρίαμβος των οικονομικών συναλλαγών πάνω στο δημοκρατικό ιδεαλισμό. Το σύνταγμα του ’93, το οποίο σημειώνει το ακραίο όριο όπου μπορεί να φτάσει η δημοκρατική σκέψη, δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Η σκληρή πίεση των περιστάσεων, η απειλή του ξένου, οι διάφορες μορφές εξέγερσης από τα μέσα, από τη γιρονδίνικη ως εκείνη της Βαντέν, είχαν καταστήσει αναγκαία μια κυβέρνηση εκτάκτων εξουσιών· αυτή ήταν η Τρομοκρατία που γεννήθηκε από το φόβο. Στο μέτρο που έπαψαν οι κίνδυνοι, έπαψε και η ανάγκη της τρομοκρατίας· αλλά η δημοκρατία τσακίστηκε μπροστά στις οικονομικές συναλλαγές, απ’ τις οποίες γεννιόταν η ιδιοκτησία των νέων ιδιοκτητών. Το σύνταγμα του έτους III καθαγίασε την αρχή της φιλελεύθερης μετριοπάθειας, απ’ την οποία προχώρησε όλος ο συνταγματισμός της ευρωπαϊκής ηπείρου: αλλά, κατά κύριο λόγο, υπήρξε ο δρόμος για να φτάσουμε στην εγγύηση της νέας ιδιοκτησίας. Να αλλάξουν οι ιδιοκτήτες, να σωθεί η ιδιοκτησία, αυτή η ρήση, αυτό το σύνθημα, αυτό το δίδαγμα, που προκάλεσε για χρόνια από τις 10 Αυγούστου ’92 τόσο τις βίαιες εξεγέρσεις όσο και τα τολμηρά σχέδια εκείνων που προσπάθησαν να θεμελιώσουν την κοινωνία πάνω στην αρετή, την ισότητα, τη σπαρτιατική αυταπάρνηση. Το Διευθυντήριο ήταν το μέσο απ’ το οποίο η επανάσταση έφτασε να αρνηθεί τον εαυτό της σαν ιδεαλιστική απόπειρα· και με το Διευθυντήριο, που ήταν η εξομολογημένη και επαγγελματοποιημένη διαφθορά, έγινε πραγματικότητα το σύνθημα: να αλλάξουν οι ιδιοκτήτες, αλλά η ιδιοκτησία να μείνει σώα! Και τελικά χρειαζόταν, για να βγει από τόσα ερείπια ένα στέρεο οικοδόμημα, η αληθινή δύναμη· αυτή βρέθηκε σ’ ένα μοναχικό τυχοδιώκτη με αξεπέραστη ιδιοφυΐα, που η τύχη τού είχε ρωμαϊκά χαμογελάσει, και ήταν ο μόνος που διέθετε την ικανότητα να γράψει τον επίλογο της πρέπουσας ηθικής σε κείνο το γιγάντιο παραμύθι, γιατί σ’ αυτόν δεν υπήρχε ούτε σκιά, ούτε ίχνος ηθικού ενδοιασμού.
Βλέπει κανείς τα πάντα σε κείνη τη ληστεία γεγονότων. Οι ένοπλοι πολίτες στην υπεράσπιση της πατρίδας, νικηφόροι πέρα από τα όρια της παρακείμενης Ευρώπης, στην οποία φέρνουν με την κατάκτηση την επανάσταση, γίνονται φανταρία που καταπιέζει την ελευθερία στην πατρίδα. Οι αγρότες, που σε μια έξαψη επιτακτικής υποβολής δημιούργησαν μέσα στη φεουδαρχική γη την αναρχία του ’89, όταν έγιναν στρατιώτες, μικροϊδιοκτήτες, ή μικροί μισθωτές, αφού πριν είχαν γίνει για ένα τέταρτο της ώρας οι προωθημένοι φρουροί της επανάστασης, ξανάπεσαν στη σιωπηρή και βλακώδη ησυχία της παραδοσιακής τους ζωής, που, βουβή σε αλλαγές και κινήματα, αποτελεί το σίγουρο υπόστρωμα της λεγόμενης κοινωνικής τάξης. Οι μικροαστοί της πόλης, κι αυτοί που ήταν κιόλας μέλη των συντεχνιών, μέσα σε λίγο διάστημα κατάφεραν να μισθώσουν, στο πεδίο του οικονομικού ανταγωνισμού, ελεύθερα την εργασιακή τους δύναμη. Η ελευθερία του εμπορίου απαιτούσε να γίνει κάθε προϊόν ελεύθερα εμπορεύσιμο και ξεπερνούσε έτσι και το τελευταίο εμπόδιο πετυχαίνοντας να γίνει κι η εργασία επίσης ελεύθερο εμπόρευμα.
Όλα άλλαξαν εκείνη την εποχή. Το κράτος, που επί αιώνες φαινόταν σε τόσα εκατομμύρια απογοητευμένους σαν ιερός θεσμός ή θεία εντολή, αφήνοντας το κεφάλι του ηγεμόνα του κάτω από την ψυχρή πράξη ενός τεχνικού οργάνου, απόμεινε αποκαθαγιασμένο και βέβηλο. Γινόταν αυτό το ίδιο, το κράτος, ένας τεχνικός μηχανισμός, που ερχόταν να αντικαταστήσει τη γραφειοκρατία με την ιεραρχία. Κι επειδή δεν υπήρχε πια η αλαζονεία των παλιών τίτλων, που παρείχαν το λόγο των προνομίων για τις θέσεις, αυτό το νέο κράτος μπορούσε να γίνει η λεία όποιου θα το άρπαζε· με μια λέξη, έβγαινε σε πλειστηριασμό, φτάνει οι τυχεροί ανάμεσα στους φιλόδοξους να ήταν οι συνηθισμένοι εγγυητές της ιδιοκτησίας και των νέων και παλιών ιδιοκτητών. Το νέο κράτος, που είχε ανάγκη τη 18η Μπριμέρ για να γίνει κανονική γραφειοκρατία στηριγμένη στο νικηφόρο μιλιταρισμό, αυτό το κράτος που ολοκλήρωνε την επανάσταση στην πράξη που την αρνιόταν, δεν μπορούσε να μην έχει και το κείμενο του κι αυτό ήταν ο Αστικός Κώδικας, το libro d’ oro της κοινωνίας που παράγει και πουλά εμπορεύματα. Διόλου μάταια η γενικευμένη νομική επιστήμη είχε φυλάξει και σχολιάσει επί αιώνες, με τη μορφή επιστημονικής θεωρίας, το Ρωμαϊκό Δίκαιο, που ήταν, είναι και θα είναι η τυπική και κλασική μορφή του δικαίου κάθε εμπορευματικής κοινωνίας, μέχρι τη στιγμή που ο κομμουνισμός θα διακόψει τη δυνατότητα να πουλάει κανείς και ν’ αγοράζει εμπορεύματα.
Η αστική τάξη, που χάρη στη συγκυρία τόσων περιστάσεων έκανε τη θυελλώδη επανάσταση με τη συνδρομή πολλών άλλων τάξεων και μισοτάξεων, που εξαφανίστηκαν κατόπιν μετά από σύντομο χρονικό διάστημα όλες σχεδόν από την πολιτική σκηνή, εμφανίστηκε στις στιγμές της πιο ζωηρής σύγκρουσης παρακινημένη από κίνητρα και εμπνευσμένη από μια ιδεολογία, που ήταν εντελώς ασύμφωνα με τα αποτελέσματα που επέζησαν και θετικά συνεχίστηκαν. Το γεγονός αυτό κάνει, μέσα στη ζέση του αγώνα, να φανεί η ιλιγγιώδης αλλαγή του οικονομικού υποστρώματος σαν αποκομμένη από τα ιδεώδη, και σκασμένη από την πλοκή τόσων προθέσεων και σχεδίων, απ’ όπου ανακύπτουν πράξεις κακίας και ηρωισμού ανήκουστες, και ρεύματα αυταπάτης και σκληρές δοκιμασίες απογοητεύσεων. Ποτέ δεν βγήκε από τα ανθρώπινα στήθη τόσο ισχυρή η πίστη στα ιδεώδη της προόδου. Το ν’ απελευθερώσουμε το ανθρώπινο είδος από τη δεισιδαιμονία ή, κυριολεκτικά, από τη θρησκεία, να κάνουμε κάθε άτομο πολίτη και κάθε ιδιώτη δημόσιο άνθρωπο: αυτή η αρχή· και μετά, στη γραμμή αυτού του προγράμματος, να συνοψίσουμε στη σύντομη δράση λίγων χρόνων, εκείνη την εξέλιξη, που στους πιο ιδεαλιστές της στιγμής φαίνεται σαν έργο πολλών αιώνων που θα έρθουν ακόμη: αυτός ο ιδεαλισμός του τότε. Και γιατί έπρεπε να είναι αποκρουστική γι’ αυτούς η παιδαγωγική της γκιλοτίνας;
Αυτή η ποίηση, μεγαλειώδης βέβαια αν όχι τερπνή, άφησε πίσω της μια πεζότητα πολύ σκληρή. Και ήταν η πεζότητα των ιδιοκτητών, που χρωστούσαν την ιδιοκτησία τους στην τύχη , και ήταν εκείνη των χρηματιστών και των πλουτισμένων τροφοδοτών, των στρατηγών, των νομαρχών, των δημοσιογράφων, και των μισθωτών καλλιτεχνών και λογοτεχνών· ήταν η πεζότητα της αυλής του μοναδικού θνητού στον οποίο οι ιδιότητες της στρατιωτικής ιδιοφυΐας, μπολιασμένες στη ληστρική φύση, είχαν χωρίς αμφιβολία αποδόσει το δικαίωμα να θεωρεί σαν ιδεολόγο όποιον δεν θαύμαζε το καθαρό και γυμνό γεγονός, που στη ζωή μπορεί να είναι, όπως και ήταν γι’ αυτόν, η απλή ωμότητα της επιτυχίας.
Η Μεγάλη Επανάσταση επιτάχυνε την πορεία της ιστορίας σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Απ’ αυτήν ξεκίνησε όλο τούτο που ονομάζεται φιλελευθερισμός και σύγχρονη δημοκρατία, εκτός από τις περιπτώσεις της εσφαλμένης μίμησης της Αγγλίας, ως την επίτευξη της ενότητας της Ιταλίας, που ήταν και θα μείνει ίσως η τελευταία πράξη της επαναστατικής αστικής τάξης. Αυτή η επανάσταση ήταν το πιο ζωντανό και διδακτικό παράδειγμα του πώς μια κοινωνία μετασχηματίζεται και του πώς οι νέες οικονομικές συνθήκες αναπτύσσονται και, καθώς αναπτύσσονται, συντονίζουν σε ομάδες και τάξεις τα μέλη της κοινωνίας. Ήταν η απτή απόδειξη του πώς βρίσκεται το δίκαιο, πότε χρειάζεται σαν έκφραση και υπεράσπιση συγκεκριμένων σχέσεων και του πώς δημιουργείται το κράτος και διατάσσονται τα μέσα, οι δυνάμεις και τα όργανά του. Και φάνηκε πώς οι ιδέες αναφύονται στο έδαφος των κοινωνικών αναγκαιοτήτων, και πώς ο χαρακτήρας, οι τάσεις, τα αισθήματα, οι θελήσεις, δηλαδή, με μια λέξη, οι ηθικές δυνάμεις, παράγονται και αναπτύσσονται σε διάφορες συνθήκες. Για να μη μακρηγορούμε, τα δεδομένα της κοινωνικής επιστήμης ήταν, ας πούμε, προετοιμασμένα από την ίδια την κοινωνία· και δεν πρέπει να μας εκπλήσσει αν η Επανάσταση, που ακολούθησε ιδεολογικά την οξύτερη μορφή του ορθολογικού θεωρητισμού που γνωρίζουμε, κατέληξε κατόπιν ν’ αφήσει πίσω της τη διανοητική ανάγκη μιας αντισχολαστικής ιστορικής και κοινωνιολογικής επιστήμης· όπως σε μεγάλο μέρος έγινε στον αιώνα μας, που κινείται τώρα πια προς το τέλος του.
Κι εδώ, με τα πράγματα που είπα και κείνα που γενικά ξέρουμε, θα ήταν ανώφελο να αναφέρουμε ξανά πως με τον Όουεν συναντιώνται ο Σεν-Σιμόν και ο Φουριέ, και να επαναλάβουμε μέσα από ποιους δρόμους προέρχεται ο επιστημονικός σοσιαλισμός. Το σημαντικό βρίσκεται στα έξης δυο σημεία: ότι ο ιστορικός υλισμός δεν μπορούσε να γεννηθεί παρά μόνο από τη θεωρητική συνείδηση του σοσιαλισμού· και ότι δεν μπορεί τώρα πια να εξηγήσει την προέλευση του με τις αρχές του, πράγμα που είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της ωριμότητάς του.
Γι’ αυτό δεν ήταν εκτός τόπου η φράση με την οποία αρχίζει αυτό το κεφάλαιο: οι ιδέες δεν πέφτουν απ’ τον ουρανό.