ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΛΙΣΜΟ
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ
Μέρος Τρίτο
Απ’ όσα είπαμε ως τώρα φαίνεται πια καθαρά στον καθένα ποια είναι η ακριβής καθώς και η σχετική αξία της λεγόμενης θεωρίας των παραγόντων και με ποιο τρόπο θα καταφέρουμε να εξαλείψουμε αντικειμενικά αυτές τις προσωρινές έννοιες που ήταν και είναι απλή έκφραση μιας σκέψης που δεν ωρίμασε πλήρως.
Και όμως σ’ αυτή τη θεωρία πρέπει να ξαναγυρίσουμε ακόμη μια φορά για να δείξουμε καλύτερα, και πιο λεπτομερειακά, από ποιές αιτίες εξαρτήθηκε και εξαρτάται που δυο από τους λεγόμενους παράγοντες, δηλαδή το κράτος και το δίκαιο, πάρθηκαν και παίρνονται ακόμη σαν κύριο και αποκλειστικό υποκείμενο της ιστορίας.
Η ιστοριογραφία, πράγματι, εναπόθεσε επί αιώνες σ’ αυτές τις μορφές της κοινωνικής ζωής την ουσία της ανθρώπινης ανάπτυξης· και, μάλιστα, δεν είδε αυτή την ανάπτυξη παρά μέσα από τη μεταβολή αυτών των μορφών. Η ιστορία αντιμετωπίστηκε επί αιώνες σαν θεωρία που άφορα τη νομικο-πολιτική κίνηση, και μάλιστα κυρίως την πολιτική. Η μεταστροφή από την πολιτική στην κοινωνία είναι πρόσφατη και πολύ πιο πρόσφατη ακόμη είναι ή ανάλυση της κοινωνίας στα στοιχεία του οικονομικού υλισμού. Μ’ άλλα λόγια, ή κοινωνιολογία είναι πολύ πρόσφατη επινόηση· κι ελπίζω ότι ο αναγνώστης θα κατάλαβε από μόνος του ότι υιοθετώ αυτή τη λέξη χάρη συντομίας για να υποδηλώσω γενικά την επιστήμη των κοινωνικών λειτουργιών και μεταβολών και όχι για να αναφερθώ στην ειδική περίπτωση του πώς την πραγματεύονται οι Θετικιστές.
Είναι άλλωστε γνωστό πως ως τις αρχές αυτού του αιώνα οι ειδήσεις που αφορούσαν τα ήθη και έθιμα, τις πεποιθήσεις, κλπ., καθώς και κείνες που αφορούσαν τις φυσικές συνθήκες, που αποτελούν το υπέδαφος και το περιβάλλον των κοινωνικών μορφών, εμφανίζονταν στις πολιτικές ιστορίες σαν απλά περίεργα στοιχεία, ή σαν παραρτήματα και συμπληρώματα της αφήγησης.
Αυτό όλο δεν μπορεί να είναι τυχαίο και δεν είναι. Το να διαπιστώσουμε την καθυστερημένη εμφάνιση της κοινωνικής ιστορίας έχει, γι’ αυτό το λόγο, διπλό ενδιαφέρον: και γιατί η θεωρία μας δικαιολογεί ακόμη μια φορά μ’ αυτό τον τρόπο την αιτία της ύπαρξης της, και γιατί καταργούνται οριστικά οι λεγόμενοι παράγοντες.
Αν εξαιρέσουμε μερικές κρίσιμες στιγμές, στις όποιες οι κοινωνικές τάξεις από ακραία ανικανότητα να κρατηθούν σε μια κατάσταση σχετικής ισορροπίας προσαρμοζόμενες, έμπαιναν σε μια λίγο πολύ επιμηκυμένη κρίση αναρχίας, κι αν εξαιρέσουμε τις μοναδικές εκείνες καταστροφές στις όποιες ένας ολόκληρος κόσμος γκρεμίζεται, όπως με την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή με τη διάλυση του Χαλιφάτου, από τότε που υπάρχει μνήμη γραπτής ιστορίας το κράτος εμφανίζεται όχι μόνο σαν η κορυφή και το ανώτατο σημείο της κοινωνίας, αλλά σαν ο διοικητής της. Το πρώτο βήμα που έκανε η απλοϊκή σκέψη σ’ αυτή την τάξη παρατηρήσεων είναι η έξης διαπίστωση: ο διοικητής είναι ο πρωταίτιος.
Αν εξαιρέσουμε, επίσης, ορισμένες σύντομες περιόδους όπου ή δημοκρατία έχει ασκηθεί με ζωντανή τη συνείδηση της λαϊκής κυριαρχίας, όπως έγινε με μερικές ελληνικές πόλεις, και ιδιαίτερα με την Αθήνα, και με μερικές ιταλικές Κοινότητες, και ιδιαίτερα με τη Φλωρεντία (εκείνες είχαν, όμως, ανθρώπους ελεύθερους, κυρίους δούλων, αυτές είχαν πολίτες προνομιούχους που εκμεταλλεύονταν τον ξένο και την ύπαιθρο), η δημοκρατική κοινωνία αποτελούνταν πάντοτε από μια πλειοψηφία που την εξουσίαζε μια μειοψηφία. Έτσι που η πλειοψηφία των ανθρώπων εμφανίστηκε στην ιστορία σαν μια μάζα διοικούμενη, κυβερνώμενη, καθοδηγούμενη, εκμεταλλευόμενη και κακομεταχειριζόμενη· ή, τουλάχιστον, σαν ποικιλότροπος συμφυρμός συμφερόντων, που οι ολίγοι μόνο ρύθμιζαν, κρατώντας σε ισορροπία τις διαφωνίες, με την πίεση ή τα ανταλλάγματα.
Από δω και η ανάγκη για μια τέχνη της διακυβέρνησης· και όπως αυτή γίνεται πρώτα από καθετί άλλο γνωστή στους παρατηρητές της συλλογικής ζωής, έτσι ήταν φυσικό πως κι η πολιτική θα φαινόταν σαν ο πρωταίτιος της κοινωνικής τάξης και σαν ο δείκτης της συνέχειας στην ακολουθία των ιστορικών μορφών. Όποιος μιλάει για πολιτική, μιλάει για τη δραστηριότητα εκείνη που ως ένα ορισμένο σημείο μας οδηγεί σύμφωνα μ’ ένα σχέδιο· δηλαδή, όσο οι υπολογισμοί δεν συγκρούονται σε αγνοούμενες και αναπάντεχες αντιστάσεις. Παίρνοντας, όπως πρότρεπε η ατελής πείρα, σαν πρωταγωνιστή της κοινωνίας το κράτος και σαν πρωταγωνίστρια της κοινωνικής τάξης την πολιτική, έχουμε σαν συνέπεια ότι οι ιστορικοί αφηγητές και διανοητές έφτασαν να τοποθετούν την ουσία της ιστορίας στην ακολουθία των μορφών, των θεσμών και των πολιτικών ιδεών.
Πού βρισκόταν η καταγωγή του κράτους και πού η βάση της συνέχειάς του δεν ενδιέφερε, όπως δεν ενδιαφέρει και τον κοινό νου. Τα προβλήματα γενετικής φύσης ανακύπτουν, όπως ξέρουμε, πολύ αργότερα. Το κράτος υπάρχει, και βρίσκει τη λογική του στη σημερινή του ανάγκη –τόσο, είναι αλήθεια, που η φαντασία δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στην ιδέα πως κάποτε δεν υπήρχε και του επιμήκυνε την υποτιθέμενη ύπαρξη ως τις πρώτες αρχές του ανθρώπινου είδους. Οι θεοί, οι ημίθεοι και οι ήρωες ήταν οι ιδρυτές του, τουλάχιστον στη μυθολογία, όπως στη μεσαιωνική μυθολογία ο Πάπας αποτελεί την πρώτη πηγή, και γι’ αυτό θεία και διαρκή, κάθε εξουσίας. Ακόμη στην εποχή μας, άπειροι ταξιδευτές και ηλίθιοι ιεραπόστολοι ανακάλυψαν παντού το κράτος, εκεί όπου δεν υπάρχει, στους αγρίους και τους βαρβάρους, με τη μορφή του γένους, ή της τριμπού των γενών, ή της συνύπαρξης των γενών.
Δύο πράγματα χρειάζονται για να νικηθούν αυτές οι προλήψεις. Κατά πρώτο λόγο, ήταν ανάγκη να αναγνωριστεί ότι οι λειτουργίες του κράτους δημιουργούνται, αναπτύσσονται, μειώνονται, εναλλάσσονται και αλληλοδιαδέχονται οι μεν τις δε με τη μεταβολή ορισμένων κοινωνικών συνθηκών. Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει να φτάσουμε να αντιληφθούμε ότι το κράτος υπάρχει και κρατιέται στο βαθμό που είναι ταγμένο στην υπεράσπιση ορισμένων συγκεκριμένων συμφερόντων ενός μέρους της κοινωνίας, ενάντια σ’ όλη την υπόλοιπη κοινωνία, η οποία πρέπει να είναι φτιαγμένη κατά τέτοιο τρόπο, στο σύνολο της, που η αντίσταση των υφισταμένων, των κακομεταχειριζόμενων, των εκμεταλλευόμενων ή να χάνεται μέσα στις πολλαπλές συγκρούσεις ή να συμψηφίζεται στα επιμέρους, έστω τιποτένια, προνόμια των ίδιων των καταπιεζόμενων. Η θαυμαστή και θαυμαζόμενη πολιτική τέχνη διοχετεύεται έτσι στην έξης διατύπωση: εφαρμογή μιας δύναμης ή ενός συστήματος δυνάμεων πάνω σ’ ένα σύνολο αντιστάσεων.
Το πρώτο και πιο δύσκολο βήμα έγινε όταν φτάσαμε να αναλύσουμε το κράτος στις κοινωνικές συνθήκες απ’ όπου αυτό προέρχεται. Αυτές οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες έγιναν μετά πιο συγκεκριμένες με τη θεωρία των τάξεων, η γένεση των οποίων έγινε ανάλογα με τις διάφορες ασχολίες, δεδομένου του καταμερισμού της εργασίας, δηλαδή δεδομένων των σχέσεων που συντονίζουν και δεσμεύουν τους ανθρώπους σε μια συγκεκριμένη παραγωγική μορφή.
Στο σημείο αυτό η έννοια του κράτους έπαψε να αντιπροσωπεύει την άμεση αιτία της ιστορικής κίνησης, σαν υποτιθέμενος πρωταγωνιστής της κοινωνίας: γιατί είδαμε, ότι σε κάθε μορφή του και παραλλαγή δεν είναι παρά η θετική και βιασμένη τάξη μιας συγκεκριμένης ταξικής κυριαρχίας ή μιας συγκεκριμένης συμβίωσης διαφορετικών τάξεων. Και κατόπιν, σαν παραπέρα συνέπεια αυτών των προτάσεων, φτάσαμε τελικά ν’ αναγνωρίσουμε ότι η πολιτική, σαν τέχνη να δρα κανείς σύμφωνα μ’ ένα σχέδιο, είναι ένα πολύ μικρό μέρος της γενικής κίνησης της ιστορίας κι ένα όχι μεγάλο μέρος της διαμόρφωσης και της ανάπτυξης του ίδιου του κράτους· στο όποιο πολλά πράγματα, δηλαδή πολλές σχέσεις, δημιουργούνται και αναπτύσσονται από αναγκαίο συμβιβασμό, από σιωπηρή συναίνεση, από υφιστάμενη ή ανεχόμενη βία, από διαισθητικά τεχνάσματα. Το βασίλειο του ασύνειδου, με την έννοια αυτού που δεν θελήσαμε με τη βούληση μας, με σχεδιασμό ή εκλογή, αλλά που καθορίζεται και δημιουργείται με την επαλληλία ηθών και εθίμων, συμβιβασμών, κλπ., έγινε πολύ πλατύ στο πεδίο των γνώσεων που συνιστούν το αντικείμενο της ιστορικής επιστήμης· και η πολιτική, που είχε παρθεί σαν κανόνας εξήγησης, έγινε αυτή η ίδια εκείνο που έπρεπε να εξηγηθεί.
Για ποιους λόγους η ιστορία παρουσιαζόταν με αποκλειστική πολιτική μορφή είναι, λοιπόν, φανερό.
Αλλά δεν είναι γι’ αυτό το λόγο που το κράτος αποτελεί απλή απόφυση ή απλό συμπλήρωμα, είτε του κοινωνικού σώματος είτε της ελεύθερης ένωσης, όπως φάνηκε σε τόσους ουτοπιστές και σε τόσους υπερφιλελεύθερους αναρχίζοντες. Αν η κοινωνία στήριξε μέχρι σήμερα το κράτος, είναι γιατί είχε ανάγκη αυτό το συμπλήρωμα της δύναμης και της εξουσίας στο βαθμό που η ίδια αποτελείται ακριβώς από άνισα άτομα, εξαιτίας των οικονομικών διαφορών. Το κράτος είναι κάτι το πολύ πραγματικό, σαν σύστημα δυνάμεων που διατηρούν την ισορροπία και την επιβάλλουν με τη βία και την καταπίεση. Και για να υπάρχει σαν τέτοιο σύστημα δυνάμεων έπρεπε να γίνει και να είναι οικονομική δύναμη που είτε θα στηριζόταν στις επιδρομές, στις αρπαγές, την πολεμική επιβολή είτε θα βασιζόταν στην άμεση ιδιοκτησία των δημοσίων κτημάτων είτε θα διαμορφωνόταν σιγά-σιγά, όπως στη σύγχρονη μέθοδο των δημόσιων οικονομικών, που παίρνει τις υποκριτικές θεσμικές μορφές μιας υποτιθέμενης αυτο-φορολογίας. Σ’ αυτή την οικονομική δύναμη, που τόσο αυξήθηκε στα σύγχρονα κράτη, βρίσκεται η βάση της ικανότητας του να δρα. Απ’ αυτήν προκύπτει ότι μέσα από ένα νέο καταμερισμό της εργασίας, γύρω από τις λειτουργίες του ίδιου του κράτους, σχηματίζονται ειδικές τάξεις και στρώματα, δηλαδή ιδιαίτερες τάξεις, περιλαμβανομένης και κείνης των παρασίτων.
Το κράτος που είναι και πρέπει να είναι οικονομική δύναμη, γιατί για να υπερασπίσει τις ηγετικές τάξεις είναι εφοδιασμένο με μέσα καταπίεσης, διακυβέρνησης, διοίκησης, πολέμου, δημιουργεί άμεσα ή έμμεσα ένα σύνολο από νέα και ιδιαίτερα συμφέροντα, που επιδρούν αναγκαστικά πάνω στην κοινωνία. Έτσι που το κράτος, τη στιγμή που πρόκυψε και διατηρείται σαν εγγυητής των κοινωνικών αντιθέσεων, που αποτελούν συνέπεια των οικονομικών διαφορών, σχηματίζει γύρω του ένα κύκλο ανθρώπων που ενδιαφέρονται άμεσα για την ύπαρξη του.
Απ’ αυτό βγαίνουν δύο συνέπειες. Όπως η κοινωνία δεν είναι ένα ομοιογενές σύνολο, αλλά σώμα με ιδιαίτερες διαρθρώσεις, και μάλιστα πολύμορφο σύνολο αντιθετικών συμφερόντων, έτσι συμβαίνει μερικές φορές οι διευθύνοντες το κράτος να έχουν την τάση ν’ απομονωθούν και μ’ αυτή την απομόνωση τους ν’ αντιτάσσονται σ’ ολόκληρη την κοινωνία. Και μετά, κατά δεύτερο λόγο, συμβαίνει τα όργανα και οι λειτουργίες που δημιουργήθηκαν για πρώτη φορά προς όφελος όλων, να εκφυλίζονται σε καταχρήσεις κλίκας, μυστικών συνελεύσεων και συμμοριών. Από δω και οι αριστοκρατίες και οι ιεραρχίες που γεννήθηκαν από τη χρήση των πολιτικών εξουσιών, από δω και οι δυναστείες· σχηματισμοί, οι οποίοι ιδωμένοι στο φως της απλής λογικής, εμφανίζονται εντελώς παράλογοι.
Από τότε που υπάρχει βεβαιωμένη ιστορία, οι εξουσίες του κράτους αυξήθηκαν ή μειώθηκαν, αλλά το ίδιο δεν εξαφανίστηκε ποτέ, γιατί ποτέ πια δεν έλειψαν, στην κοινωνία των οικονομικά άνισων, οι αιτίες για να διατηρηθεί ή να προασπιστεί με τη δύναμη και την κατάκτηση, η δουλεία, ή τα μονοπώλια, ή η κυριαρχία μιας μορφής παραγωγής, μέσα από την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στους ανθρώπους. Έτσι, που το κράτος έγινε σαν αρένα ενός ακατάπαυστου εμφυλίου πολέμου που εξελίσσεται συνεχώς, αν και δεν εμφανίζεται με τις θυελλώδεις μορφές των Μάριου και Σίλα, των ημερών του Ιουνίου και της αμερικάνικης ανεξαρτησίας. Μέσα στο κράτος άνθισε πάντοτε η διαφθορά του ανθρώπου μέσω του ανθρώπου· γιατί, αν δεν υπάρχει μορφή κυριαρχίας που να μην βρίσκει αντίσταση, δεν υπάρχει και αντίσταση που εξαιτίας των επιτακτικών αναγκών της ζωής να μην μπορεί να εκφυλιστεί σε καρτερικό συμβιβασμό.
Γι’ αυτούς τους λόγους οι ιστορικές περιπέτειες, αν τις δούμε στην επιφάνεια της μονότονης τακτικής αφήγησης, φαίνονται σαν η ελάχιστα παραλλαγμένη επανάληψη του ίδιου τύπου, σαν ένα είδος επωδού ή μορφών καλειδοσκοπίου. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει που ο εννοιολογιστής Χέρμπαρτ και ο κακεντρεχής πεσιμιστής Σοπενάουερ έφτασαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ιστορία σαν αληθινή διαδικασία –πράγμα που στη λαϊκή γλώσσα θα λεγόταν ως έξης: η ιστορία είναι ένα ανιαρό τραγούδι!
Όταν περιορίζουμε την πολιτική ιστορία στην πεμπτουσία της, το κράτος ξεκαθαρίζει όλη του την πεζότητα, στην οποία δεν υπάρχει πια ούτε ίχνος θεολογικής θεοποίησης του ανθρώπου ούτε ίχνος από εκείνη τη μεταφυσική μετουσίωση, που ήταν τόσο της μόδας στους γερμανούς φιλόσοφους: λόγου χάρη, το κράτος που είναι η Ιδέα, το κράτος Ιδέα που εκφράζεται στην ιστορία, το κράτος που είναι ή πλήρης πραγματοποίηση της προσωπικότητας, και άλλες τέτοιες ανοστιές. Το κράτος είναι μια πραγματική τάξη άμυνας για την εγγύηση και συνέχιση μιας μεθόδου συμβίωσης, που η βάση της είναι είτε μια μορφή οικονομικής παραγωγής, είτε μια συμφωνία και συμβιβασμός ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές. Με μια λέξη, το κράτος προϋποθέτει είτε ένα σύστημα ιδιοκτησίας είτε τη συμφωνία ανάμεσα σε περισσότερα συστήματα ιδιοκτησίας. Σ’ αυτό βρίσκεται η βάση κάθε τέχνης του, στην άσκηση της οποίας χρειάζεται το ίδιο το κράτος να γίνει οικονομική δύναμη και να έχει και τα μέσα και τους τρόπους για να περάσει από τα χέρια των μεν στα χέρια των δε. Όταν εξαιτίας μιας οξείας και βίαιης ανανέωσης των μορφών της παραγωγής χρειάζεται να δημιουργηθεί μια ασυνήθιστη και έκτακτη μεταβολή των σχέσεων της παραγωγής (λόγου χάρη κατάργηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και του φέουδου, κατάργηση των εμπορικών μονοπωλίων), τότε η παλιά πολιτική μορφή είναι ανεπαρκής και η επανάσταση είναι αναγκαία για να δημιουργηθεί το νέο όργανο που θα φέρει σε πέρας τον οικονομικό μετασχηματισμό.
Κάνοντας, λοιπόν, αφαίρεση από εποχές πολύ παλιές και άγνωστες σε μας μπορούμε να πούμε ότι ολόκληρη η ιστορία αναπτύχθηκε μέσα από τις επαφές και τις αντιθέσεις διαφόρων φυλών και κοινοτήτων, και αργότερα διαφόρων εθνών και κρατών, δηλαδή οι αιτίες των εσωτερικών αντιθέσεων στον κύκλο κάθε κοινωνίας μπλέκονταν ολοένα περισσότερο με τις συγκρούσεις απ’ τα έξω. Αυτές οι δύο αιτίες σύγκρουσης έχουν αμοιβαία εξάρτηση, αλλά πολύ διαφορετικούς τρόπους. Συχνά είναι ή εσωτερική δυσπραγία που ωθεί μια κοινότητα ή ένα κράτος να έρχεται σε εξωτερικές συγκρούσεις· άλλες φορές είναι αυτές οι συγκρούσεις που αλλοιώνουν τις εσωτερικές σχέσεις.
Το πρωταρχικό κίνητρο των ποικίλων σχέσεων ανάμεσα στις διάφορες κοινότητες ήταν απ’ την αρχή, και παραμένει ακόμη, το εμπόριο με την πλατιά έννοια της λέξης, δηλαδή η ανταλλαγή: είτε επρόκειτο να παραχωρηθεί, όπως σε μια φτωχή φυλή, μόνο το πλεόνασμα σ’ ανταλλαγή άλλων πραγμάτων, είτε πρόκειται, όπως σήμερα, για τη μεγάλη μαζική παραγωγή που είναι φτιαγμένη με αποκλειστικό σκοπό την πώληση, για να βγάλουμε από το χρήμα το χρήμα που αυξήθηκε κατά ένα ποσό. Αυτή η τεράστια μάζα εξωτερικών και εσωτερικών συμβάντων, που συσσωρεύονται και υπερπηδούν το ένα τ’ άλλο στη φυσιολογική χρονιστορία, διαταράσσουν τόσο τους ιστοριογράφους εκθέτες και συνοψιστές, ώστε αυτοί να χάνονται σχεδόν σε ατέρμονες απόπειρες τεχνητής συγκέντρωσης στοιχείων, χρονολογιών και προοπτικής. Όποιος, αντίθετα, ακολουθεί την εσωτερική ανάπτυξη των διαφόρων κοινωνικών τύπων ως προς την οικονομική τους διάρθρωση, και θεωρεί τα πολιτικά γεγονότα σαν ιδιαίτερα αποτελέσματα των δυνάμεων που δρουν στην κοινωνία, καταλήγει τελικά να νικήσει τη σύγχιση της πολλαπλής και αβέβαιης εμπειρικής εντύπωσης, και στη θέση της χρονολογικής γραμμής, του συγχρονισμού και της προοπτικής θέτει τη συγκεκριμένη σειρά μιας πραγματικής διαδικασίας.
Μπροστά σ’ αυτό το είδος ρεαλιστικών παρατηρήσεων πέφτουν όλες οι ιδεολογίες που βασίζονται στην ηθική αποστολή του κράτους ή σ’ οποιαδήποτε άλλη παρόμοια φράση. Το κράτος έχει, ας πούμε, μπει στη θέση του και παραμένει ενταγμένο μέσα στα πλαίσια του κοινωνικού γίγνεσθαι, σαν μορφή που είναι αποτέλεσμα άλλων συνθηκών και με τη σειρά της μετά, αφού υπάρχει, αντιδρά φυσικά πάνω στα υπόλοιπα.
Κι εδώ προβάλλει ένα άλλο ζήτημα.
Αύτη η μορφή θα ξεπεραστεί ποτέ; –δηλαδή, μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία δίχως κράτος; –ή ακόμη, μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία δίχως τάξεις; –και, αν χρειάζεται να εξηγηθούμε καλύτερα, θα υπάρξει μια μορφή κομμουνιστικής παραγωγής, μ’ ένα τέτοιο διαχωρισμό εργασίας και λειτουργιών, που να μην μπορεί να δόσει θέση στην ανάπτυξη των ανισοτήτων, απ’ όπου γεννιέται η κυριαρχία του άνθρωπου πάνω στον άνθρωπο;
Στην καταφατική απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα συνίσταται ο επιστημονικός σοσιαλισμός· στο βαθμό που αυτός διατυπώνει την έλευση της κομμουνιστικής παραγωγής, όχι σαν αίτημα κριτικής, ούτε σαν στόχο μιας ηθελημένης επιλογής, αλλά σαν το αποτέλεσμα της σύμφυτης στην ιστορία διαδικασίας.
Όπως ξέρουμε, οι προϋποθέσεις αυτής της πρόβλεψης βρίσκονται μέσα στις ίδιες τις συνθήκες της παρούσας καπιταλιστικής παραγωγής. Αυτή κοινωνικοποιεί συνεχώς τον τρόπο παραγωγής, συσφίγγει ολοένα περισσότερο τη ζωντανή εργασία και ρύθμιση μέσα στις αντικειμενικές συνθήκες της τεχνικής, συγκεντρώνει από μέρα σε μέρα ολοένα περισσότερο την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής στα χέρια λίγων, που σαν μέτοχοι και διαπραγματευτές μετοχών απουσιάζουν ολοένα περισσότερο από την άμεση εργασία, που η διεύθυνσή της περνάει στη διανόηση. Με την ανάπτυξη της συνείδησης αυτής της κατάστασης στους προλετάριους, στους οποίους το δίδαγμα της αλληλεγγύης έρχεται από τις ίδιες τις συνθήκες της διακυβέρνησης, και με τη μείωση της ικανότητας στους κατόχους του κεφαλαίου να διατηρούν την ατομική διεύθυνση της παραγωγικής εργασίας, θα φτάσουμε σ’ ένα σημείο όπου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την κατάργηση κάθε μορφής προσόδου, τόκου και ιδιωτικού κέρδους, η παραγωγή θα περάσει στη συλλογικότητα, δηλαδή θα είναι κομμουνιστική. Έτσι θα πάψουν όλες οι ανισότητες που δεν είναι οι φυσικές εκείνες φύλου, ηλικίας, ιδιοσυγκρασίας και ικανότητας· δηλαδή, θα πάψουν όλες οι ανισότητες που έχουν σχέση με τις οικονομικές τάξεις, και μάλιστα γεννήθηκαν απ’ αυτές: και όταν θα έχουν εξαφανιστεί οι τάξεις θα μειωθεί κι η δυνατότητα του κράτους, σαν κυριαρχίας του άνθρωπου πάνω στον άνθρωπο. Η τεχνική και παιδαγωγική διακυβέρνηση της διανόησης θα είναι η μοναδική τάξη της κοινωνίας.
Απ’ αυτό το δρόμο ο επιστημονικός σοσιαλισμός, για την ώρα ιδεατά τουλάχιστον, ξεπέρασε το κράτος· και ξεπερνώντας το τό κατανόησε σε βάθος, τόσο στην προέλευση του όσο και στις αιτίες της φυσικής του εξαφάνισης. Και το κατανόησε ακριβώς γιατί δεν στάθηκε απέναντι του μονόπλευρα και υποκειμενικά, όπως έκαναν σε άλλες εποχές κυνικοί, στωικοί, επικούρειοι κάθε είδους, και κατόπιν εγωιστικοί θεολόγοι, κοινοβιακοί οραματιστές, μυστικιστές ουτοπικοί και τελευταία αναρχικοί κάθε τύπου και χρώματος. Αντίθετα, αντί να ξεσηκωθεί εναντίον του, ο επιστημονικός σοσιαλισμός προσπάθησε να δείξει πως το κράτος εξεγείρεται συνεχώς από μόνο του κατά του εαυτού του, δημιουργώντας με τα μέσα που δεν μπορεί να αποχωριστεί, λόγου χάρη τα κολοσσιαία δημόσια οικονομικά, το μιλιταρισμό, το καθολικό εκλογικό δικαίωμα, τη διάδοση της κουλτούρας, κλπ., τους όρους της καταστροφής του. Η κοινωνία που το παρήγαγε θα το ξανα-απορροφήσει: δηλαδή, όπως η κοινωνία, σαν παραγωγική μορφή, θα εξαλείψει τις αντιθέσεις κεφαλαίου και εργασίας, έτσι με την εξαφάνιση των προλετάριων και όταν θα έχουν πάψει να υπάρχουν οι όροι που έχουν κάνει δυνατή την ύπαρξη του προλεταριάτου, θα εξαφανιστεί κάθε εξάρτηση ανθρώπου από άνθρωπο, με οποιαδήποτε μορφή ιεραρχίας.
Οι όροι μέσα στους οποίους περιέχεται η γένεση και ανάπτυξη του κράτους, από το αρχικό εκείνο σημείο που εμφανίζεται μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινότητα, στην οποία άρχισε η οικονομική διαφοροποίηση, ως το σημείο που η εξαφάνισή του αρχίζει να διαγράφεται στο νου, μάς το καθιστούν τώρα πια κατανοητό.
Και χάρη σ’ αύτη τη σύλληψη, που μας οδηγεί να το θεωρούμε σαν αναγκαίο συμπλήρωμα συγκεκριμένων οικονομικών μορφών, ο κίνδυνος να φτάσουμε να το θεωρούμε σαν αυτόνομο παράγοντα της ιστορίας εξαλείφεται για πάντα.
Γίνεται έτσι σχετικά εύκολο να φανεί με ποιο τρόπο το δίκαιο αναπτύχθηκε σε αποφασιστικό παράγοντα της κοινωνίας, και συνεπώς της ιστορίας, άμεσα ή έμμεσα.
Και είναι κυρίως καλό να θυμηθούμε μέσα από ποιους δρόμους διαμορφώθηκε η φιλοσοφική εκείνη αντίληψη του γενικευμένου δικαίου, στην όποια έχει κατά κύριο λόγο τη ρίζα της η άποψη ότι η ιστορία κυριαρχείται από τη νομοθετική πρόοδο καθαυτή.
Με την πρώιμη διάλυση της φεουδαρχικής κοινωνίας σε μερικά σημεία της κεντρικής και βόρειας Ιταλίας και με τη δημιουργία κοινοτήτων, που ήταν δημοκρατίες συντεχνιών παραγωγών και συντεχνιών εμπόρων, ξαναγύρισε σε ισχύ το Ρωμαϊκό Δίκαιο. Αυτό άνθισε στα Πανεπιστήμια· και καθώς αναγεννιόταν σε αντίθεση με τα βαρβαρικά δίκαια και, σε μεγάλο βαθμό, σε αντίθεση με το Κανονικό Δίκαιο, είναι προφανώς, σ’ αυτό του το ξανάνθισμα, μια μορφή της σκέψης που απαντούσε περισσότερο στις ανάγκες της αστικής τάξης που άρχιζε να αναπτύσσεται.
Πραγματικά, μπροστά στη μερικότητα των δικαίων που ήταν ή ήθη βαρβαρικών λαών ή προνόμια ενός σώματος ή παπικές και αυτοκρατορικές παραχωρήσεις, το δίκαιο εκείνο φαινόταν σαν η καθολικότητα του γραπτού λόγου. Δεν είχε φτάσει μήπως να αντιμετωπίζει την ανθρώπινη προσωπικότητα στις πιο αφηρημένες και γενικές της σχέσεις, στο βαθμό που ένας οποιοσδήποτε Τίτσιο ήταν ικανός να δέχεται και να αποδίδει υποχρεώσεις, να πουλά και ν’ αγοράζει, να παραχωρεί, να κάνει δωρεές, κλπ.; Το Ρωμαϊκό Δίκαιο, στο βαθμό που είναι επεξεργασμένο στην τελευταία του σύνταξη από δούλους νομικούς για την κυριαρχία αυτοκρατόρων, φαινόταν λοιπόν, στην παρακμή των μεσαιωνικών θεσμών, σαν επαναστατική δύναμη, και σαν τέτια ήταν μεγάλη πρόοδος. Αυτό το τόσο καθολικό δίκαιο, που έδινε τα μέσα για να κλονιστούν και να ανατραπούν τα βαρβαρικά δίκαια, ήταν βέβαια ένα δίκαιο που αντιστοιχούσε περισσότερο στην ανθρώπινη φύση αν την δούμε στις γενικές της σχέσεις· και μέσα από την αντίθεση του στα μερικότερα και προνομιακά δίκαια φαινόταν σαν ένα δίκαιο φυσικό.
Είναι, άλλωστε, γνωστό το πώς γεννήθηκε η ιδεολογία του φυσικού δικαίου. Έφτασε στη μεγαλύτερη άνθισή της στο 17ο και 18ο αιώνα, αλλά προετοιμάστηκε για πολύ από τη νομική που δεχόταν για βάση της το Ρωμαϊκό Δίκαιο, θετό, ανασκευασμένο είτε σχολιασμένο.
Στη διαμόρφωση της ιδεολογίας του φυσικού δικαίου συνέτρεξε κι ένα άλλο στοιχείο, η ελληνική φιλοσοφία των ύστερων εποχών. Οι έλληνες, που ήταν αυτοί που εφεύραν τις συγκεκριμένες εκείνες τέχνες της σκέψης που είναι οι επιστήμες, δεν έβγαλαν ποτέ, όπως είναι γνωστό, από τους πολλαπλούς τοπικούς νόμους τους μια θεωρία που ν’ αντιστοιχεί σ’ αυτό που αποκαλούμε νομική. Αντίθετα, με την ταχεία πρόοδο της αφηρημένης επιστήμης στα πλαίσια των δημοκρατιών έφτασαν με τον καιρό στις πιο τολμηρές λογικές, ρητορικές και παιδαγωγικές συζητήσεις για τη φύση του δικαίου, του κράτους, του νόμου, της ποινής· έτσι, άλλωστε, βρίσκονται στη φιλοσοφία τους οι στοιχειώδεις δυνάμεις όλων των μετέπειτα συζητήσεων. Αλλά μόνο αργότερα, δηλαδή στην ελληνιστική εποχή, όταν τα όρια της ελληνικής ζωής είχαν τόσο διευρυνθεί ώστε να παίρνονται σαν όρια του πολιτισμένου κόσμου, στα πλαίσια εκείνου του κοσμοπολιτισμού που έφερνε μαζί του την ανάγκη ν’ αναζητηθεί σε κάθε άνθρωπο ο άνθρωπος, γεννήθηκε ο ρασιοναλισμός του δικαίου, ή το φυσικό δίκαιο, με τη μορφή που του χάραξε η στωική φιλοσοφία. Αυτός ο ελληνικός ρασιοναλισμός, που είχε κιόλας προσφέρει κάποιο τυπικό στοιχείο στη λογική κωδικοποίηση του Ρωμαϊκού Δικαίου, ξαναφάνηκε το 17ο αιώνα ακριβώς στη θεωρία του φυσικού δικαίου.
Από διάφορες πηγές, λοιπόν, προέκυψε η ιδεολογία που χρησίμευσε σαν όπλο κριτικής και σαν όργανο για να δοθεί νομική μορφή στην οικονομική διάταξη της σύγχρονης κοινωνίας.
Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτή η νομική ιδεολογία αντανακλά, στην πάλη υπέρ του δικαίου και κατά του δικαίου, την επαναστατική περίοδο του αστικού νου. Και στο βαθμό που ξεκινάει καταρχήν θεωρητικά από την επιστροφή στην αρχαία φιλοσοφική παράδοση και από τη γενίκευση της ρωμαϊκής νομικής, σε όλα τα υπόλοιπα και σε όλη της τη γνήσια ανάπτυξη είναι εντελώς νέα και σύγχρονη. Το Ρωμαϊκό Δίκαιο, στο βαθμό που έχει γενικευθεί από το σχολείο και από τη σύγχρονη επεξεργασία, παραμένει πάντοτε καθαυτό μια συλλογή περιπτώσεων που δεν βγαίνουν από συστηματική πρόγνωση, ούτε προκαθορίζονται από το συστηματικό νου ενός νομοθέτη. Και, από την άλλη μεριά, ο ρασιοναλισμός των Στωικών και των σύγχρονων και οπαδών τους ήταν καθαρή θεώρηση, και δεν παρήγαγε γύρω του επαναστατική κίνηση. Αντίθετα, η ιδεολογία του φυσικού δικαίου, που τελικά πήρε το όνομα της φιλοσοφίας του δικαίου, ήταν συστηματική, ξεκίνησε πάντοτε από γενικές διατυπώσεις και ήταν επίσης μαχητική και πολεμική, μάλιστα τα έβαλε με την ορθοδοξία, την έλλειψη ανοχής, τα προνόμια, τα σώματα· με μια λέξη, πάλεψε για τις ελευθερίες, που αποτελούν τώρα τη βάση της σύγχρονης κοινωνίας.
Στα πλαίσια αυτής της ιδεολογίας, που ήταν μια μέθοδος αγώνα, ωρίμασε για πρώτη φορά, με μορφή τυπική και αποφασιστική, η σκέψη ότι υπάρχει ένα δίκαιο που είναι ένα πράγμα με το λόγο. Τα δίκαια που εναντίον τους δινόταν η μάχη φαίνονταν σαν παρέκκλιση, σαν οπισθοδρόμηση, σαν σφάλμα.
Απ’ αυτή την πίστη στο ορθολογικό δίκαιο γεννιόταν η τυφλή πίστη στη δύναμη του νομοθέτη, που εμφανίζεται έτσι τυλιγμένη τις μορφές του φανατισμού στις οξύτερες στιγμές της Γαλλικής Επανάστασης.
Από δω και η πεποίθηση ότι ολόκληρη η κοινωνία πρέπει να επενδύεται από ένα μόνο δίκαιο, ίσο για όλους, συστηματικό, λογικό, συνεπές. Από δω και η σταθερή άποψη ότι ένα δίκαιο το οποίο θα εγγυάται σε όλους τη νομική ισότητα, που είναι η ικανότητα σύναψης συμβολαίων, θα εγγυάται σε όλους και την ελευθερία. Και κάτω όλα τα υπόλοιπα! Με το θρίαμβο του αληθινού δικαίου θριαμβεύει ο λόγος, και η κοινωνία που ρυθμίζεται από το ίσο για όλους δίκαιο είναι η τέλεια κοινωνία!
Είναι ανώφελο να πούμε ποιες αυταπάτες υπήρχαν στο βάθος αυτών των τάσεων. Ξέρουμε κιόλας σε τί θα κατέληγε αυτή η καθολική απελευθέρωση του ανθρώπου. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο εδώ είναι ότι αυτές οι πεποιθήσεις ξεκινούσαν από μιαν έννοια του δικαίου, χάρη στην οποία αυτό παρουσιαζόταν σε απόσταση από τις κοινωνικές αιτίες που το παράγουν. Έτσι που ο λόγος, στον όποιο έκαναν εκκλήσεις αυτοί οι ιδεολόγοι, κατέληγε να αφαιρεί από την εργασία, από την ένωση, από την κυκλοφορία, από το εμπόριο, από τις πολιτικές μορφές και τη συνείδηση, όλους τους περιορισμούς και όλα τα εμπόδια που ξαναγυρίζουν στη μέση με τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Με ποιο τρόπο πάνω σ’ αυτό είχαμε την εμπειρία της Μεγάλης Επανάστασης του περασμένου αιώνα, το είπα κιόλας στο άλλο κεφάλαιο. Κι αν υπάρχει τώρα κάποιος που με πείσμα συζητάει για ένα δίκαιο ορθολογικό, που θα κυριαρχεί στην ιστορία, με μια λέξη για ένα δίκαιο που θα ήταν παράγοντας αντί απλό γεγονός της ιστορικής εξέλιξης, σημαίνει ότι αυτός ζει έξω από την εποχή μας, και δεν κατάλαβε πώς η φιλελεύθερη και εξισωτική κωδικοποίηση έχει κιόλας σημαδέψει σαν γεγονός το τέλος και το όριο ολόκληρης της σχολής του φυσικού δικαίου.
Μέσα από διάφορους δρόμους έφτασαν, στον αιώνα αυτό, να κατεβάσουν το δίκαιο από κάτι το λογικό σε γεγονός· και γι’ αυτό σε κάτι που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις.
Το ιστορικό πριν απ’ όλα ενδιαφέρον, διευρυνόμενο και βαθαίνοντας, οδήγησε το νου ν’ αναγνωρίσει ότι για την κατανόηση της προέλευσης του δικαίου δεν αρκούσε ούτε ν’ αρχίσει κανείς από το λόγο ούτε να σταματήσει στην εξέταση του Ρωμαϊκού Δικαίου. Τα βαρβαρικά δίκαια και τα ήθη και έθιμα των λαών και των κοινωνιών που τόσο τα υποτιμούσαν οι ρασιοναλιστές ξαναγύρισαν τιμητικά· αυτά μιλώντας θεωρητικά. Τούτος ήταν ο μόνος τρόπος για να κατακτηθεί, από τη μελέτη των πιο αρχαίων μορφών, ο οδηγός που θα μας έκανε να κατανοήσουμε το πώς παράχθηκαν κατόπιν οι πιο πρόσφατες.
Το κωδικοποιημένο Ρωμαϊκό Δίκαιο αποτελεί μια πολύ σύγχρονη μορφή· η προσωπικότητα που προϋποθέτει, σαν καθολικό υποκείμενο, είναι επεξεργασμένη σε εποχές προηγμένες, στις οποίες κυριαρχούσε στον κοσμοπολιτισμό των κοινωνικών σχέσεων ένα γραφειοκρατικοστρατιωτικό θεσμικό σύστημα. Σε κείνο τον κόσμο, όπου είχε τελειοποιηθεί ο γραπτός λόγος, δεν υπήρχε πια ίχνος αυθορμητισμού της λαϊκής ζωής, δεν ήταν πια δημοκρατία. Το ίδιο εκείνο δίκαιο πριν φτάσει σ’ αυτή την αποκρυστάλλωση είχε γεννηθεί και είχε αναπτυχθεί· και όταν το βλέπει κανείς στις απαρχές και την ανάπτυξη του, ιδιαίτερα αν σ’ αυτή τη μελέτη συντρέχει η σύγκριση, φαίνεται σε πολλά σημεία συγγενικό με τους θεσμούς των κοινωνιών και των λαών που πιστεύουμε κατώτερους. Γινόταν, λοιπόν, φανερό ότι η αληθινή επιστήμη του δικαίου δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η γενετική ιστορία του ίδιου του δικαίου.
Ενώ, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή ήπειρος είχε δημιουργήσει στην κωδικοποίηση του αστικού δικαίου τον τύπο και το κείμενο του αστικού πρακτικού λόγου, δεν διατηρούνταν μήπως στην Αγγλία μια άλλη αυτογενετική μορφή δικαίου, που είχε γεννηθεί και αναπτυχθεί κατά τρόπο εντελώς πρακτικό, από τις ίδιες τις συνθήκες της κοινωνίας που την παρήγαγε, δίχως σύστημα, και δίχως να επηρεαστεί από τη δράση του μεθοδικού ρασιοναλισμού;
Το δίκαιο που αληθινά υπάρχει, και έχει αξία, είναι λοιπόν κάτι το πολύ πιο απλό και μέτριο απ’ ό,τι θα φαινόταν στους ενθουσιώδεις εκθειαστές του γραπτού λόγου, του κυρίαρχου λόγου· στους οποίους συγχωρείται η αυταπάτη τους, στο βαθμό που ήταν οι ιδεατοί πρόδρομοι μιας μεγάλης επανάστασης. Η ιδεολογία έπρεπε ν’ αντικατασταθεί με την ιστορία των νομικών θεσμών. Η φιλοσοφία του δικαίου τελείωσε στο Χέγκελ· κι αν είναι κάποιος που θέλει να φέρει αντίρρηση, στο όνομα των βιβλίων που δημοσιεύτηκαν από κει και μετά, θα είχα να πω ότι το τυπωμένο χαρτί των καθηγητών δεν είναι πάντοτε και με σιγουριά ο δείκτης προόδου της σκέψης. Η φιλοσοφία του δικαίου μεταβάλλεται μ’ αυτό τον τρόπο σε φιλοσοφική διαπραγμάτευση της ιστορίας του δικαίου. Και δεν χρειάζεται να το επαναλάβουμε για άλλη μια φορά πως η ιστορική φιλοσοφία ξεκινάει από τον οικονομικό υλισμό και με ποια έννοια ο κριτικός κομμουνισμός είναι η ανατροπή του Χέγκελ.
Αύτη η επανάσταση, που φαίνεται να είναι μόνο ιδέες, δεν αποτελεί παρά διανοητική αντανάκλαση των επαναστάσεων που έγιναν στην πρακτική ζωή.
Στον αιώνα μας η νομοθέτηση έγινε αρρώστια και ο κυρίαρχος λόγος της νομικής ιδεολογίας εκθρονίστηκε από τα κοινοβούλια. Μέσα σ’ αυτά οι αντιθέσεις των ταξικών συμφερόντων πήραν κομματική μορφή· και τα κόμματα τάσσονται υπέρ ή κατά συγκεκριμένων δικαιωμάτων· όπου ολόκληρο το δίκαιο εμφανίζεται είτε σαν απλό γεγονός είτε σαν κάτι που είναι χρήσιμο ή όχι χρήσιμο να γίνει.
Το προλεταριάτο ανυψώθηκε: και όπου η εργατική πάλη συγκεκριμενοποιήθηκε, οι αστικοί κώδικες διαψεύστηκαν. Ο γραπτός λόγος αποδείχτηκε αδύναμος να σώσει τους μισθούς από τις ταλαντεύσεις της αγοράς και να προφυλάξει γυναίκες και παιδιά από τα βασανιστικά ωράρια των εργοστασίων ή να βρει ένα μόνο από τα οξυδερκή του τεχνάσματα για να λύσει το πρόβλημα της ανεργίας. Μόνος ο μερικός περιορισμός των ωρών εργασίας έδοσε υλικό και ευκαιρία σε μια γιγάντια πάλη. Μικροί και μεγάλοι αστοί, γαιοκτήμονες και βιομήχανοι, δικηγόροι των φτωχών και υπερασπιστές του συσσωρευμένου πλούτου, μοναρχικοί και δημοκρατικοί, σοσιαλιστές και αντιδραστικοί κοπίασαν να αφαιρέσουν από δω κι από κει τη δράση των δημοσίων εξουσιών και να εκμεταλλευτούν τις συντυχίες της πολιτικής και τις κοινοβουλευτικές ίντριγκες για να βρουν εγγυήσεις και υπεράσπιση σε συγκεκριμένα συμφέροντα, είτε στην ερμηνεία του υπάρχοντος δικαίου είτε στη δημιουργία ενός νέου δικαίου. Μεγάλο μέρος αυτού ξαναφτιάχτηκε πολλές φορές· και φάνηκαν οι πιο παράξενες ταλαντεύσεις, από τη φιλανθρωπία που υπερασπίζεται τους φτωχούς αλλά και τα ζώα, ως τη διακήρυξη της συνοπτικής διαδικασίας. Έπεσε η μάσκα του δικαίου και απόμεινε βέβηλο.
Και να που υπεισήλθε η εμπειρία, και απ’ αυτήν πρόκυψε μια διατύπωση τόσο ακριβής όσο και μετριοπαθής: κάθε δίκαιο ήταν και είναι η υπεράσπιση, εθιμική, αυταρχική είτε δικαστική ενός συγκεκριμένου συμφέροντος· και από δω ως την αναγωγή στην οικονομία δεν είναι πια παρά ένα βήμα.
Αν η υλιστική αντίληψη ήρθε τελικά να παγιώσει αυτές τις τάσεις σε μια όραση ρητή και συστηματική, είναι επειδή ο προσανατολισμός της καθορίστηκε από την οπτική γωνία του προλεταριάτου. Αυτό είναι το αναγκαίο προϊόν και, ταυτόχρονα, ο απαραίτητος όρος μιας κοινωνίας, στην οποία όλα τα πρόσωπα είναι με αφηρημένο τρόπο ίσα απέναντι στο δίκαιο, αλλά οι υλικοί όροι της ανάπτυξης και της ελευθερίας των ατόμων είναι άνισοι. Οι προλετάριοι είναι οι δυνάμεις με την άσκηση των οποίων τα συσσωρευμένα μέσα παραγωγής αναπαράγονται και ξαναγίνονται νέος πλούτος· αλλά αυτοί οι ίδιοι δεν ζουν παρά μόνο αν συνταχθούν γύρω από το κεφάλαιο, κι απ’ τη μια μέρα στην άλλη περνούν στην κατάσταση των ανέργων, των εξαθλιωμένων και των μεταναστών. Είναι ο στρατός της κοινωνικής εργασίας, αλλά οι αρχηγοί είναι τ’ αφεντικά τους. Είναι η άρνηση του σωστού στο βασίλειο του δικαίου· είναι δηλαδή το παράλογο στην υποτιθέμενη κυριαρχία του λόγου.
Η ιστορία, επομένως, δεν ήταν η διαδικασία για να φτάσουμε στο βασίλειο του λόγου μέσα στο δίκαιο· δεν ήταν ως τώρα παρά η σειρά των αλλαγών στις μορφές της υποταγής και της δουλείας. Η ιστορία συνίσταται, λοιπόν, ολόκληρη στην πάλη των συμφερόντων και το δίκαιο δεν είναι παρά η αυταρχική έκφραση εκείνων που θριάμβευσαν. Μ’ αυτές τις διατυπώσεις δεν φτάνουμε βέβαια να εξηγήσουμε κάθε ξεχωριστό δίκαιο, που έκανε την εμφάνιση του στην ιστορία, μέσα από την άμεση οπτική του αντίστοιχου συμφέροντος. Τα ιστορικά πράγματα είναι πολύ σύνθετα· αλλά αυτές οι γενικές διατυπώσεις αρκούν για να δείξουν το στυλ και τη μέθοδο της έρευνας, που αντικατέστησε τώρα πια τη νομική ιδεολογία.
Εδώ έχουν σειρά μερικές σκέψεις που θα συνοψίζουν τα προηγούμενα.
Δεδομένων των όρων ανάπτυξης της εργασίας, και των ιδιοποιημένων και κατάλληλων εργαλείων της η οικονομική δομή της κοινωνίας, δηλαδή η μορφή της παραγωγής των άμεσων πόρων της ζωής, καθορίζει πάνω σ’ ένα τεχνητό έδαφος, κατά πρώτο λόγο και απευθείας, ολόκληρη την υπόλοιπη πρακτική δραστηριότητα όσων συνεργάζονται, και την ποικιλία αυτής της δραστηριότητας στη διαδικασία που ονομάζουμε ιστορία, δηλαδή: τη διαμόρφωση, τις συγκρούσεις, τους αγώνες και τη διάβρωση των τάξεων· τη σχετική ανάπτυξη των ρυθμιστικών σχέσεων, δηλαδή του δικαίου όπως και της ηθικής· και τις αιτίες και τους τρόπους υποταγής και εξάρτησης των ανθρώπων από τους ανθρώπους, με την αντίστοιχη άσκηση της κυριαρχίας και του κύρους, αυτού με μια λέξη όπου τελικά στηρίζεται και στο οποίο συνίσταται το κράτος: και καθορίζει κατά δεύτερο λόγο την κατεύθυνση και σε μεγάλο μέρος, και έμμεσα, τους στόχους της φαντασίας και της σκέψης, στην παραγωγή της τέχνης, της θρησκείας και της επιστήμης.
Τα προϊόντα πρώτου και δεύτερου βαθμού, χάρη στα συμφέροντα που δημιουργούν, τα ήθη που παράγουν, τα πρόσωπα που συντονίζουν, εξειδικεύοντας το πνεύμα και τις κλίσεις, τείνουν να παγιωθούν και να απομονωθούν σαν καθαυτά υπάρχοντα· κι από δω γεννιέται η εμπειρική οπτική, σύμφωνα με την οποία διάφοροι ανεξάρτητοι παράγοντες με δική τους επάρκεια και ρυθμό κίνησης βοηθούν τάχα να διαμορφωθεί η ιστορική διαδικασία, και οι αντίστοιχες κοινωνικές προδιαγραφές που προκύπτουν σαν συνέπειά της. Παράγοντες –αν αυτή η λέξη πρέπει να χρησιμοποιηθεί– αληθινοί, χαρακτηριστικοί και θετικοί της ιστορίας, από την εξαφάνιση του πρωτόγονου κομμουνισμού και δω, και μέχρι τώρα, ήταν και είναι οι κοινωνικές τάξεις, στο βαθμό που αντιπροσωπεύουν διαφορές συμφερόντων, που εκφράζονται με συγκεκριμένους τρόπους και μορφές αντίθεσης –(απ’ όπου γεννιέται η σύγκρουση, η κίνηση, η διαδικασία και η πρόοδος).
Οι ποικιλίες της υποκείμενης οικονομικής δομής της κοινωνίας, που με πρώτη ματιά εκδηλώνονται αισθητά με την έκρηξη των παθών, αναπτύσσονται συνειδητά στους αγώνες κατά και υπέρ του δικαίου, και επαληθεύονται στο τράνταγμα και την καταστροφή μιας συγκεκριμένης πολιτικής διάταξης, βρίσκουν στην πραγματικότητα την κατάλληλη έκφραση τους μόνο στη μεταβολή των υφιστάμενων ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές τάξεις συσχετισμών. Και αυτοί οι συσχετισμοί αλλάζουν με την αλλαγή των σχέσεων, που συνέτρεχαν προηγούμενα, ανάμεσα στην παραγωγικότητα της εργασίας και τους (νομικο-πολιτικούς) ορούς συντονισμού ανάμεσα στους συνεργαζόμενους στην παραγωγή.
Και, σε τελική ανάλυση, αυτές οι σχέσεις ανάμεσα στην παραγωγικότητα της εργασίας και το συντονισμό των συνεργαζόμενων μεταβάλλονται με τη μεταβολή των εργαλείων (με την πλατιά έννοια της λέξης) που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή. Η διαδικασία και η πρόοδος της τεχνικής όπως είναι ο δείκτης έτσι είναι και ο όρος κάθε άλλης διαδικασίας και προόδου.
Η κοινωνία είναι για μας ένα δεδομένο που δεν μπορούμε να το αναλύσουμε παρά μόνο με τον τρόπο εκείνο της ανάλυσης που γίνεται με την αναγωγή των σύνθετων μορφών στις πιο απλές, των σύγχρονων στις παλιότερες: πράγμα που σημαίνει, όμως, πως παραμένουμε πάντοτε δέσμιοι μιας κοινωνίας που υφίσταται. Η ιστορία δεν είναι παρά η ιστορία της κοινωνίας· είναι δηλαδή η ιστορία της μεταλλαγής της ανθρώπινης συνεργατικότητας, από την πρωτόγονη ορδή στο σύγχρονο κράτος, από την άμεση πάλη κατά της Φύσης, με λίγα και στοιχειωδέστατα εργαλεία, στην παρούσα οικονομική δομή, που κορυφώνεται στην πόλωση μεταξύ συσσωρευμένης εργασίας (κεφάλαιο) και ζωντανής εργασίας (οι προλετάριοι). Το να αναλύσουμε το κοινωνικό σύνολο στα απλά άτομα, και να το ξανασυνθέσουμε μετά με επινοημένες πράξεις επιλογής και βούλησης, με μια λέξη, το να οικοδομήσουμε την κοινωνία με συλλογισμούς, σημαίνει ότι παραγνωρίζουμε την αντικειμενική φύση και τη μονιμότητα της ιστορικής διαδικασίας.
Οι επαναστάσεις, με την ευρύτερη έννοια της λέξης, αλλά και με την ειδική εκείνη της καταστροφής μιας πολιτικής τάξης πραγμάτων, σημειώνουν τις αληθινές και χαρακτηριστικές ημερομηνίες των ιστορικών εποχών. Αν τις δούμε από μακριά στα στοιχεία τους, στην προετοιμασία και στα μακράς πνοής αποτελέσματά τους, αυτές μπορούν να φανούν σαν τα στοιχεία μιας σταθερής εξέλιξης, με μίνιμουμ αλλαγές: αλλά αν τις παρατηρήσουμε καθαυτές είναι οριστικές και συγκεκριμένες καταστροφές· και μόνο σαν τέτοιες καταστροφές έχουν το χαρακτήρα ιστορικού συμβάντος.