ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΛΙΣΜΟ
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ
Μέρος Τέταρτο
Τελικά, λοιπόν, η ηθική, η τέχνη, η θρησκεία και η επιστήμη είναι προϊόντα των οικονομικών συνθηκών; Μάλιστα εκφραστές των κατηγοριών αυτών των ίδιων συνθηκών; Δηλαδή παράγωγα, διακοσμητικά στοιχεία, ακτινοβολίες και αντικατοπτρισμοί των υλικών συμφερόντων;
Διατυπώσεις αυτού του είδους, η περίπου τέτοιες, και τόσο ωμές και γυμνές, κυκλοφορούν κιόλας από πολύ καιρό στα στόματα πολλών και επιστρέφουν σαν βολική βοήθεια στους αντίπαλους του υλισμού, που τους βοηθάει να τις χρησιμοποιούν σαν εύκολο φόβητρο. Οι ακαμάτηδες, που είναι άλλωστε πάρα πολλοί κι ανάμεσα στους λεγόμενους διανοούμενους, βολεύονται πολύ ευχαρίστως με τη χοντροκομμένη αποδοχή αυτών των διατυπώσεων όπως αυτός που επιδιορθώνει με το μυαλό το νέο άσυλο της άγνοιας. Τί ωραία γιορτή και τί ωραία διασκέδαση θα πρέπει να είναι αυτή για όλους τους νωθρούς· να έχουν δηλαδή συνοψίσει μια και καλή με συντομία σε ελάχιστες προτάσεις όλα τα γνωστά πράγματα, ώστε να ανοίγουν μετά με ένα και μοναδικό κλειδί όλα τα μυστικά της ζωής! Όλα τα προβλήματα της ηθικής, της αισθητικής, της φιλολογίας, της ιστορικής κριτικής και της φιλοσοφίας αναγμένα σ’ ένα μόνο πρόβλημα, χωρίς τόσες σπαζοκεφαλιές! Και σ’ αυτή την πορεία οι απλοϊκοί θα μπορούσαν να αναγάγουν ολόκληρη την ιστορία στην εμπορική αριθμητική· και τελικά μια νέα αυθεντική ερμηνεία του Δάντη θα μπορούσε να μας δώσει τη Θεία Κωμωδία διανθισμένη με τις εκτιμήσεις των κομματιών ψωμιού, που οι πανούργοι φλωρεντινοί έμποροι πουλούσαν με τόσο κέρδος!
Η αλήθεια είναι ότι οι διατυπώσεις που συνεπάγονται προβλήματα μετατρέπονται πολύ εύκολα σε χυδαία παράδοξα στα μυαλά εκείνων που δεν είναι συνηθισμένοι να νικούν τις δυσκολίες της σκέψης με τη μεθοδική χρήση των σχετικών μέσων. Με τους ακριβείς όρους αυτών των προβλημάτων θα ασχοληθώ εδώ γενικά και κατά τρόπο σχεδόν αφοριστικό: γιατί, στ’ αλήθεια, δεν σκοπεύω να περιγράψω το βάθος του σύμπαντος σ’ αυτό το σύντομο δοκίμιο, που δεν μπορεί άλλωστε να είναι κι εγκυκλοπαίδεια.
Η ηθική πριν απ’ όλα.
Δεν μιλάω για τα συστήματα και τις κατηχήσεις, θρησκευτικές ή φιλοσοφικές. Και τα μεν και οι δε ήταν και είναι πάνω από την κανονική και βέβηλη πορεία των ανθρώπινων πραγμάτων, στο μεγαλύτερο μέρος των περιπτώσεων, όπως οι ουτοπίες στέκουν πάνω από τα πράγματα. Ούτε μιλάω για κείνες τις τυπικές αναλύσεις των ηθικών σχέσεων που διυλίστηκαν τόσο από τους Σοφιστές και το Χέρμπαρτ. Αυτό είναι επιστήμη, δεν είναι ζωή. Και είναι τυπική επιστήμη, όπως η λογική, η γεωμετρία και η γραμματική. Ο τελευταίος οξυδερκής ερευνητής που προσδιορίζει αυτές τις ηθικές σχέσεις, ο Χέρμπαρτ, ήξερε καλά πως οι ιδέες, δηλαδή οι τυπικές απόψεις της ηθικής κρίσης, είναι καθαυτές αδύναμες. Και γι’ αυτό το λόγο τοποθέτησε στις περιστάσεις της ζωής και στην παιδαγωγική διαμόρφωση του χαρακτήρα, την πραγματικότητα της ηθικής. Θα έμοιαζε στον Όουεν, αν δεν ήταν αντιδραστικός.
Μιλάω, αντίθετα, για κείνη την ηθική που υπάρχει πεζά και κατά τρόπο εμπειρικό και ολοφάνερο στις τάσεις, τα ήθη, τις συνήθειες, τα συμβούλια, τις κρίσεις και τις εκτιμήσεις των ανθρώπων όλων των ημερών. Μιλάω για κείνη την ηθική που σαν υπαγόρευση, σαν ώθηση και σαν εμπόδιο, διαμορφώνεται σε διαφορετικούς βαθμούς ανάπτυξης, και λιγότερο ή περισσότερο φανερά, αλλά αποσπασματικά, σε όλους τους ανθρώπους ξεχωριστά· από το ίδιο το γεγονός ότι συμβιώνοντας αυτοί, και κατέχοντας καθένας μια συγκεκριμένη θέση στα πλαίσια της συμβίωσης, σκέπτονται φυσικά και αναγκαία για τα δικά τους έργα και τα έργα άλλων και συλλαμβάνουν προσδοκίες και εκτιμήσεις, και πρωταρχικά στοιχεία γενικών αξιωμάτων.
Αυτό είναι το factum· αλλά εκείνο που ενδιαφέρει περισσότερο είναι ότι αυτό το factum μας παρουσιάζεται ποικίλο και πολλαπλό στις διάφορες καταστάσεις της ζωής, και σε παραλλαγές μέσα από την ιστορία. Αυτό το factum είναι το δεδομένο της έρευνας. Τα γεγονότα δεν είναι ούτε αληθινά ούτε πλαστά, πράγμα που ήξερε κιόλας ο Αριστοτέλης. Αντίθετα, τα συστήματα είτε είναι θεολογικά είτε ρασιοναλιστικά μπορούν να είναι αληθινά ή πλαστά· όπως εκείνα που σκοπεύουν να εξηγήσουν και να συμπληρώσουν το γεγονός ανάγοντάς το σε κάτι άλλο ή ολοκληρώνοντάς το με κάτι άλλο.
Μερικά θεωρητικά σημεία παγιώθηκαν τώρα πια, χάρη στην ερμηνεία αυτού του factum.
Η βούληση δεν θέλει τον εαυτό της καθαυτό, όπως είχαν νομίσει οι εφευρέτες εκείνης της ελεύθερης προαίρεσης, που αποκάλυπτε μόνο την αδυναμία της ψυχολογικής ανάλυσης, η οποία ούτε καν έφτασε στην ωριμότητα. Το βουλητικό, σαν ενσυνείδητο γεγονός, είναι μερικότερη έκφραση του ψυχικού μηχανισμού· είναι αποτέλεσμα πρώτα των αναγκών και μετά όλων αυτών που προηγούνται ως την πιο στοιχειώδη οργανική μονάδα.
Η ηθική δεν θέτει ούτε γεννά τον εαυτό της. Δεν βρίσκεται δηλαδή στην καθολική βάση των διαφόρων και ποικίλων ηθικών σχέσεων εκείνο το πνευματικό ον που ονομάστηκε ηθική συνείδηση, μια και μοναδική για όλους τους ανθρώπους. Αυτό το αφηρημένο ον καταργήθηκε από την κριτική όπως όλα τα παρόμοια όντα, δηλαδή όπως όλες οι λεγόμενες ιδιότητες της ψυχής. Τί εξήγηση των γεγονότων ήταν, αλήθεια, εκείνη που προϋπέθετε τη γενίκευση του ίδιου του γεγονότος, σαν μέσου για να το εξηγήσει, όταν λόγου χάρη υπέθετε ότι οι αισθήσεις, οι συλλήψεις, οι διαισθήσεις σ’ ένα ορισμένο σημείο γίνονται φαντασιοκοπία, δηλαδή αλλοιώνονται, άρα η φαντασία τις έχει μεταβάλει; Σ’ αυτό το είδος επινοήσεων ανήκει και η λεγόμενη ηθική συνείδηση, που πάρθηκε σαν προϋπόθεση των εξαρτημένων ηθικών εκτιμήσεων. Η ηθική συνείδηση, που πραγματικά υπάρχει, είναι γεγονός εμπειρικό· είναι ένας δείκτης, δηλαδή μια σύνοψη, της σχετικής ηθικής διαμόρφωσης κάθε ατόμου. Αν έχουμε εδώ επιστήμη, αυτή δεν μπορεί να εξηγήσει τις ηθικές σχέσεις μέσω της συνείδησης, αλλά πρέπει ακριβώς να κατανοήσει πως διαμορφώνεται σιγά-σιγά αυτή η συνείδηση.
Αν οι βουλήσεις και η ηθική προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής, η ηθική στο σύνολο της δεν είναι παρά ένας σχηματισμός· δηλαδή το πρόβλημα της διοχετεύεται σε κείνο της παιδαγωγικής.
Υπάρχει μια παιδαγωγική, θα έλεγα ατομιστική και υποκειμενική, η οποία, με την προϋπόθεση των γενικών όρων της ανθρώπινης δυνατότητας για τελείωση, οικοδομεί αφηρημένους κανόνες μέσα από τους οποίους οι άνθρωποι, που βρίσκονται στη διαδικασία διαμόρφωσης, θα οδηγούνταν να γίνουν δυνατοί, θαρραλέοι, φιλαλήθεις, σωστοί, αγαθοί, κλπ., σε όλη την έκταση των πρωταρχικών αλλά και δευτερευουσών αρετών. Αλλά μπορεί αυτή η υποκειμενική παιδαγωγική να οικοδομήσει από μόνη της το κοινωνικό έδαφος στο οποίο όλα αυτά τα ωραία πράγματα θα πραγματοποιούνταν; Αν το οικοδομεί, ιχνογραφεί απλώς μιαν ουτοπία.
Γιατί στ’ αλήθεια το ανθρώπινο γένος, στην αυστηρή πορεία του γίγνεσθαί του, δεν είχε ποτέ τον τρόπο και το χρόνο να πάει στο σχολείο του Πλάτωνα ή του Όουεν, του Πεσταλότσι ή του Χέρμπαρτ. Αντίθετα, έκανε αυτό που του επιβλήθηκε να κάνει. Οι άνθρωποι, που αν τους πάρουμε αφηρημένα είναι όλοι διαπαιδαγωγήσιμοι και τελειοποιήσιμοι, τελειοποιήθηκαν και διαπαιδαγωγήθηκαν πάντοτε εκείνο το λίγο και στο μέτρο που μπορούσαν, δεδομένων των συνθηκών της ζωής όπου αναγκάστηκαν να αναπτυχθούν. Έτσι λοιπόν, αυτή είναι ακριβώς η περίπτωση που η λέξη περιβάλλον δεν αποτελεί μεταφορά και η χρήση του όρου προσαρμογή δεν αποτελεί αλληγορία. Η πραγματική ηθική μάς παρουσιάζεται σαν κάτι το εξαρτημένο και περιορισμένο, που η φαντασία προσπάθησε αργότερα να ξεπεράσει, ή επινοώντας ουτοπίες, ή δημιουργώντας έναν υπερφυσικό παιδαγωγό, ή μια ως εκ θαύματος λύτρωση.
Γιατί ο δούλος θα έπρεπε να έχει και κείνος τις διαθέσεις, τα πάθη και τα συναισθήματα του φοβερού κυρίου του; Πώς θα απελευθερωνόταν ο χωρικός από τις ακατανίκητες δεισιδαιμονίες στις οποίες τον καταδικάζουν η άμεση εξάρτηση από τη Φύση, η έμμεση εξάρτηση από τον άγνωστο κοινωνικό μηχανισμό, και η τυφλή πίστη στον παπά, που παίζει το ρόλο του μάγου και του μύθου; Μέσα από ποιούς δρόμους το σύγχρονο προλεταριάτο των μεγάλων βιομηχανικών πόλεων, εκτεθειμένο καθώς είναι συνεχώς στις ποικίλες περιπέτειες εξαθλίωσης και υποταγής, θα μπορούσε να φτάσει το ρυθμισμένο και μονότονο τρόπο ζωής, που χαρακτήριζε ακριβώς τα μέλη των συντεχνιών, που η ύπαρξή του φαινόταν προδιαγεγραμμένη από ένα σχέδιο της θείας πρόνοιας; Από ποιά αισθητά στοιχεία της εμπειρίας εκείνος ο έμπορος χοίρων του Σικάγου που δωρίζει στην Ευρώπη τόσα προϊόντα σε καλή τιμή, θα έπρεπε να βγάλει τους όρους ηρεμίας και πνευματικής ανάτασης που έδιναν στον Αθηναίο τα χαρίσματα του καλού κι αγαθού και στον civis romanus την αξία του ηρωισμού; Ποιά δύναμη χριστιανικής πειθούς θα αποσπάσει από την ψυχή των σύγχρονων προλετάριων τις φυσικές αιτίες του μίσους ενάντια στους συγκεκριμένους ή ακαθόριστους καταπιεστές τους; Γιατί, αν θέλουν να υπάρχει και να γίνεται δικαιοσύνη πρέπει να καταφεύγουν στη βία· και για να τους φαίνεται σαν καθολικός νόμος, εύλογη η αγάπη του πλησίον, πρέπει να φαντάζονται μια ζωή πολύ διαφορετική από την παρούσα, που κάνει το μίσος ανάγκη, υποχρέωση που πρέπει να εκπληρωθεί. Σ’ αυτή την κοινωνία των διαφορών, το μίσος, η έπαρση, η υποκρισία, το ψέμα, η δειλία, η αδικία, αποτελούν την κατήχηση των κύριων αλλά και δευτερευόντων ελαττωμάτων, αποτελούν θλιβερή απόδειξη, και μάλιστα σάτιρα, της ίσης για όλους ηθικής.
Έτσι, η ηθική καταλήγει σ’ ένα ορισμένο σημείο στην ιστορική μελέτη των υποκειμενικών και αντικειμενικών συνθηκών τού με ποιο τρόπο η ηθική αναπτύσσεται, ή βρίσκει εμπόδια στην ανάπτυξη της. Σ’ αυτό μόνο, δηλαδή μ’ αυτούς τους όρους, έχει αξία η διατύπωση ότι η ηθική αντιστοιχεί στις κοινωνικές συνθήκες, δηλαδή σε τελευταία ανάλυση στις οικονομικές συνθήκες. Μόνο απ’ το μυαλό κάποιου κρετίνου μπορεί να περάσει η ιδέα ότι η ατομική ηθική κάθε ανθρώπου έχει αυστηρή αναλογία με την ατομική οικονομική του κατάσταση. Αυτό δεν είναι μόνο εμπειρικό σφάλμα, αλλά είναι και εσωτερικά παράλογο. Δεδομένης της ελαστικότητας του ψυχικού μηχανισμού, δεν είναι ποτέ δυνατό να αναγάγουμε την ανάπτυξη των ατόμων αποκλειστικά στον τύπο της τάξης ή της κοινωνικής κατάστασης. Εδώ πρόκειται για φαινόμενα μαζικά· για τα φαινόμενα εκείνα που αποτελούν και θα έπρεπε να αποτελούν το αντικείμενο της ηθικής στατιστικής: μια θεωρία που έμεινε ως τώρα ατελής γιατί πήρε σαν αντικείμενο των συνδυασμών της τις ομάδες που αύτη η ίδια δημιουργεί, αθροίζοντας τους αριθμούς των περιπτώσεων ( λ.χ. μοιχεία, κλοπές, φόνοι), και όχι εκείνες τις ομάδες που υπάρχουν πραγματικά, δηλαδή κοινωνικά, σαν τάξεις, συνθήκες και καταστάσεις.
Η επιδίωξη και το είδος επιχειρημάτων των κατηχητών ήταν ως τώρα να πρεσβεύουν στους ανθρώπους την ηθική, υποθέτοντας ή αγνοώντας τις συνθήκες. Αυτό που οι κομμουνιστές αντιπαραθέτουν στην ουτοπία και την υποκρισία των ιεροκηρύκων της ηθικής είναι το γεγονός πως αναγνωρίζουν ότι αυτές οι συνθήκες δίνονται από το κοινωνικό περιβάλλον. Και στο βαθμό που βλέπουν στην ηθική όχι ένα προνόμιο των εκλεκτών, ούτε ένα δώρο της Φύσης, αλλά το αποτέλεσμα της εμπειρίας και της παιδείας, αναγνωρίζουν τη δυνατότητα τελείωσης του ανθρώπου με αιτίες και επιχειρήματα που είναι, θα έλεγα, πιο ηθικά και ιδεώδη από κείνα που συνήθως χωρίς σκέψη επικαλούνται οι ιδεολογιστές.
Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος αναπτύσσει, δηλαδή παράγει τον εαυτό του, όχι σαν ον εφοδιασμένο γενικά με ορισμένες αρετές, που επαναλαμβάνονται ή αναπτύσσονται σύμφωνα μ’ ένα λογικό ρυθμό· αλλά παράγει και αναπτύσσει τον εαυτό του σαν αιτία και αποτέλεσμα, σαν αυτουργός και συνέπεια ταυτόχρονα, σε συγκεκριμένες συνθήκες στις όποιες γεννιώνται και συγκεκριμένα ρεύματα ιδεών, γνωμών, πεποιθήσεων, φαντασίας, προσδοκιών, αξιωμάτων. Από δω γεννιώνται οι κάθε είδους ιδεολογίες, όπως και οι γενικεύσεις της ηθικής σε κατηχήσεις, κανόνες και συστήματα. Δεν πρέπει, λοιπόν, να απορεί κανείς αν αυτές οι ιδεολογίες, αφού γεννηθούν καλλιεργούνται κατόπιν ξεχωριστά με τη δύναμη της αφαίρεσης: έτσι που, τελικά, φαίνονται σαν ξεκομμένες από το έδαφος της ζωής όπου αναφύηκαν και σχεδόν σαν να στέκουν πάνω από τους ανθρώπους, σαν επιταγές ή και μοντέλα. Παπάδες και μορφωμένοι κάθε είδους καλλιέργησαν επί αιώνες αυτή τη δουλειά αφαίρεσης, και διατήρησαν τις αυταπάτες που ανέκυπταν. Τώρα που βρέθηκαν οι θετικές πηγές όλων των ιδεολογιών μέσα στο μηχανισμό της ίδιας της ζωής, θα πρέπει να εξηγήσουμε ρεαλιστικά τον τρόπο που γεννήθηκαν. Και όπως αυτό ισχύει για όλες τις ιδεολογίες, έτσι ισχύει ιδιαίτερα για κείνες που συνίστανται στην προβολή των ηθικών εκτιμήσεων, πέρα από τους φυσικούς και άμεσους όρους τους, για να επιτύχουν ή να προκαταβάλουν τις θειες εντολές ή προϋποθέσεις καθολικών υποβολών της συνείδησης.
Αυτά αποτελούν αντικείμενο ειδικών ιστορικών προβλημάτων. Δεν βρίσκεται πάντοτε το νήμα που δένει ορισμένες ηθικές ιδεάσεις με συγκεκριμένες πρακτικές καταστάσεις. Η συγκεκριμένη κοινωνική ψυχολογία των περασμένων εποχών μας παρουσιάζεται συχνά αδιαπέραστη. Συχνά τα πιο φανερά πράγματα μας φαίνονται αδιανόητα, όπως λ.χ., τα ζώα που θεωρούνται ακάθαρτα, ή από που προέρχεται η αποστροφή για το γάμο ανάμεσα σε πρόσωπα με μακρινή συγγένεια. Μια προσεκτική εξέταση μας οδηγεί να συμπεράνουμε ότι θα μένουν πάντα άγνωστες οι αιτίες πολλών λεπτομερειών. Άγνοια, δεισιδαιμονία, μοναδικές αυταπάτες, συμβολισμοί, κλπ., μαζί με τόσα άλλα είναι οι αιτίες εκείνου του ασύνειδου που βρίσκεται συχνά μέσα στα ήθη και που αποτελεί τώρα για μας το άγνωστο και μη γνώσιμο.
Η πρωταρχική αιτία όλων των δυσκολιών βρίσκεται ακριβώς στην αργοπορημένη εμφάνιση αυτού που ονομάζουμε λογικό έτσι που τα ίχνη των αιτίων των ιδεάσεων χάθηκαν, ή έμειναν κρυμμένα στις ίδιες τις ιδεάσεις.
Αντίθετα, τρέχουν πολύ πιο ελεύθερα οι συλλογισμοί για την επιστήμη.
Η ιστορία αυτής της τελευταίας γράφτηκε για πολύ καιρό κατά τρόπο απλοϊκό. Με δεδομένο και αποδεκτό ότι οι διάφορες επιστήμες έβρισκαν τη σύνοψή τους στα εγχειρίδια και τις εγκυκλοπαίδειες, φαινόταν πως αρκούσε να βρεθεί η χρονολογική εμφάνιση των διαφόρων διατυπώσεων, και ν’ αναλυθεί το σύνολο της συστηματικής συνόψισης στα στοιχεία από τα οποία αυτή συντέθηκε προοδευτικά. Η γενική προϋπόθεση ήταν εξίσου απλή: στο βάθος αυτής της χρονολογίας υπάρχει η αιτία που αναπτύσσεται και προοδεύει.
Αυτή η μέθοδος, αν μπορεί να ονομαστεί μέθοδος, έκλεινε μέσα της το έξης μικρό μειονέκτημα: δηλαδή, άφηνε το πολύ-πολύ να καταλάβουμε πως από μια επιστήμη που ήδη υπάρχει προκύπτει μια άλλη επιστήμη σαν νήμα του λόγου, αλλά δεν μας άφηνε να διαβλέψουμε από ποιες πραγματικές αιτίες είχαν ωθηθεί οι άνθρωποι να βρουν για πρώτη φορά την επιστήμη· δηλαδή να αναγάγουν σε συγκεκριμένη και νέα μορφή την εμπειρία που είχαν επεξεργαστεί με το νου τους. Με μια λέξη, για να υπάρξει πραγματική ιστορία της επιστήμης, έπρεπε να βρεθεί η προέλευση της επιστημονικής ανάγκης· πράγμα που συνδέει κατόπιν γενετικά αυτή την ανάγκη με τις άλλες, στη συνέχεια της κοινωνικής διαδικασίας.
Οι μεγάλες πρόοδοι της σύγχρονης τεχνικής, στην οποία βρίσκεται πραγματικά η διανοητική ουσία της αστικής εποχής, ανάμεσα στα άλλα θαύματα έκαναν και τούτο: ν’ αποκαλύψουν για πρώτη φορά την πρακτική προέλευση της επιστημονικής απόπειρας. [Ω! εσύ αξέχαστη Ακαδημία της Φλωρεντίας, που πήρες το όνομα σου από το πείραμα (Accademia del cimento), όταν η Ιταλία βρισκόταν στο λυκόφως περασμένων μεγαλείων, και η σύγχρονη κοινωνία στην αυγή της νέας βιομηχανικής εποχής]. Τώρα πια είμαστε σε θέση να βρούμε το οδηγητικό νήμα αυτού που αφαιρετικά ονομάζεται επιστημονικό πνεύμα: και δεν πρέπει να εκπλήσσεται κανείς που όλα στις επιστημονικές ανακαλύψεις προχωρούν όπως στους πρώτους-πρώτους καιρούς, όταν η τόσο χοντροκομμένη στοιχειώδης γεωμετρία των αιγυπτίων προερχόταν από την ανάγκη να μετρήσουν τις πεδιάδες που ήταν εκτεθειμένες στη χρονιάτικη πλημμύρα του Νείλου, και η περιοδικότητα αυτών των πλημμυρών τους υπαγόρευσε, τόσο στην Αίγυπτο όσο και στη Βαβυλωνία, να αναζητήσουν τις αρχές των αστρονομικών κύκλων.
Είναι αλήθεια, βέβαια, πως όταν ξεκίνησε η επιστήμη και ενμέρει ωρίμασε, όπως συμβαίνει κιόλας στην ελληνιστική περίοδο, η δουλειά της αφαίρεσης, της αναγωγής και του συνδυασμού συνεχίζεται στον κύκλο των μορφωμένων έτσι που φαινομενικά εξαλείφουν τη συνείδηση των κοινωνικών αιτίων της πρώτης παραγωγής της ίδιας της επιστήμης. Αλλά αν παρατηρήσουμε σε μεγάλα διαστήματα τις εποχές ανάπτυξης της επιστήμης, και συγκρίνουμε τις περιόδους που οι οικονομολόγοι θα χαρακτήριζαν εποχές προόδου και οπισθοδρόμησης της διάνοιας, τότε μας αποκαλύπτεται η κοινωνική αιτία των ωθήσεων, που πότε αυξάνουν και πότε πέφτουν, απέναντι στην επιστημονική δραστηριότητα. Τί ανάγκη είχε η φεουδαρχική κοινωνία της Δυτικής Ευρώπης εκείνες τις αρχαίες επιστήμες, που οι βυζαντινοί διατηρούσαν τουλάχιστον υλικά, ενώ οι άραβες μέσα από τις διάφορες ιδιότητες τους είτε σαν ελεύθεροι γεωργοί είτε σαν φιλόπονοι βιοτέχνες είτε ακόμη σαν δραστήριοι έμποροι τις ανέπτυσσαν τόσο; Και τί είναι η Αναγέννηση, αν όχι η επανασύνδεση της αρχικής κίνησης της αστικής τάξης με την παράδοση της αρχαίας γνώσης, που ξανάγινε χρησιμοποιήσιμη, και συνεπώς ικανή να ξεκαθαριστεί; Τί είναι όλη η έπιταχυμένη κίνηση της επιστημονικής γνώσης, από το 17ο αιώνα και δω, αν όχι η σειρά των πράξεων που συντελέστηκαν από τον πεπειραμένο από την εμπειρία νου, για να εξασφαλίσουν στην ανθρώπινη εργασία, με τις μορφές μιας εκλεπτυσμένης τεχνικής, την κυριαρχία πάνω στις φυσικές συνθήκες και δυνάμεις; Από δω ο πόλεμος στο σκοταδισμό, τη δεισιδαιμονία, την εκκλησία, τη θρησκεία· από δω ο νατουραλισμός, ο αθεϊσμός, ο υλισμός, από δω και ο εγκαινιασμός της κυριαρχίας του λόγου. Η αστική εποχή είναι η εποχή των αναπτυσσόμενων διανοιών (Βίκο). Πρέπει να θυμόμαστε ότι η κυβέρνηση εκείνη του Διευθυντηρίου, που ήταν το πρόσωπο και η σύνοψη όλης της φιλελευθερίστικης διαφθοράς, ήταν η πρώτη που εισήγαγε στο Πανεπιστήμιο και στην Ακαδημία τυπικά και πανηγυρικά την επιστήμη της ελεύθερης έρευνας: και μπήκε ο Λαμάρκ! Αύτη η επιστήμη, που η αστική εποχή χάρη στις ίδιες της τις συνθήκες υπέθαλψε και ανέπτυξε σε τεράστιο βαθμό, είναι η μόνη κληρονομιά των περασμένων αιώνων που δέχεται και υιοθετεί ο κομμουνισμός χωρίς επιφυλάξεις.
Δεν χρειάζεται εδώ να σταθούμε και να διακηρύξουμε την υποτιθέμενη αντίθεση μεταξύ επιστήμης και φιλοσοφίας. Αν εξαιρέσουμε εκείνους τους τρόπους φιλοσοφίας που συγχέονται με το μυστικισμό και τη θεολογία, φιλοσοφία δεν σημαίνει ποτέ επιστήμη και θεωρία έξω από πράγματα ειδικότερα, αλλά είναι απλά ένας βαθμός, μια μορφή, ένα στάδιο της σκέψης, με σεβασμό στα ίδια τα πράγματα που υπεισέρχονται στο πεδίο της εμπειρίας. Γι’ αυτό το λόγο η φιλοσοφία είναι η γενική προκαταβολή των προβλημάτων, που η επιστήμη πρέπει ακόμη να επεξεργαστεί ειδικότερα, ή είναι σύνοψη και νοητική επεξεργασία των αποτελεσμάτων στα οποία έχουν κιόλας φτάσει οι επιστήμες. Για κείνους που, μόνο για να μη φαίνονται παλιοί, μιλούν για επιστημονική φιλοσοφία –αν θέλουμε να κρατήσουμε σε κάποια όρια τη χιουμοριστική αιχμή αυτής της έκφρασης, που απορρίπτει κάθε μορφή θεολογίας και καθαρής παραδοσιοκρατίας– πρέπει να πούμε πως θα ήταν μωροί αν πίστευαν πως αντιπροσωπεύουν μια ιδιαίτερη σχολή η τάση.
Έλεγα εδώ πριν από λίγο, όταν διατύπωνα τις σκέψεις μου, ότι η οικονομική δομή καθορίζει κατά δεύτερο λόγο την κατεύθυνση, και σε μεγάλο μέρος και έμμεσα τους στόχους της φαντασίας και της σκέψης, στην παραγωγή της τέχνης, της θρησκείας και της επιστήμης. Αν μιλούσαμε διαφορετικά και πέρα απ’ αυτό, θα ήταν σαν να μπαίναμε ηθελημένα στο δρόμο του παράλογου.
Πρώτα και κύρια, μ’ αυτή τη διατύπωση χτυπιέται το φανταστικό ιδεολογικό αξίωμα ότι τέχνη, θρησκεία και επιστήμη είναι ιστορικά υποκείμενα και εξελίξεις ενός υποτιθέμενου καλλιτεχνικού, θρησκευτικού η επιστημονικού πνεύματος, το οποίο εκδηλώνεται επακόλουθα με ένα δικό του ρυθμό εξέλιξης, υποβοηθούμενο ή παρεμποδιζόμενο εδώ και κει από τις υλικές συνθήκες. Μ’ αυτή τη διατύπωση θέλουμε να επαληθεύσουμε επίσης την αναγκαία σύνδεση, χάρη στην οποία κάθε γεγονός της τέχνης και της θρησκείας είναι ο αισθηματικός, φανταστικός, και άρα παράγωγος εκφραστής συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών. Αν λέω κατά δεύτερο λόγο είναι για να διακρίνω αυτά τα προϊόντα από τα γεγονότα νομικο-πολιτικής τάξης, που είναι η πραγματική και χαρακτηριστική αντικειμενοποίηση των οικονομικών σχέσεων. Και αν λέω σε μεγάλο μέρος και έμμεσα για τους στόχους αυτής της δραστηριότητας, είναι για να δείξω δύο πράγματα: δηλαδή, ότι στην καλλιτεχνική και θρησκευτική παραγωγή η μεσολάβηση από τις συνθήκες ως τα προϊόντα είναι πολύ σύνθετη, και επίσης ότι οι άνθρωποι αν και ζουν στην κοινωνία δεν παύουν γι’ αυτό μόνο να ζουν και στη Φύση και να δέχονται απ’ αυτήν ευκαιρία και υλικό για την περιέργεια και τη φαντασία τους.
Τελικά, όλ’ αυτά ανάγονται σε μια γενικότερη διαπίστωση: ο άνθρωπος δεν διατρέχει πια ιστορίες μέσα σ’ ένα και τον αυτό χρόνο· αλλά όλες οι υποτιθέμενες διάφορες ιστορίες (τέχνη, θρησκεία, κλπ.) αποτελούν μια και μόνη. Κι αυτό δεν μπορεί να φανεί καθαρά παρά μόνο στις χαρακτηριστικές και σημαντικές στιγμές της παραγωγής νέων πραγμάτων, δηλαδή στις περιόδους που θα ονομάσω επαναστατικές. Αργότερα, η συναίνεση στα παραγμένα πράγματα και η παραδοσιακή επανάληψη ενός συγκεκριμένου τύπου σβήνουν την έννοια της προέλευσης.
Ας δοκιμάσει κάποιος να αποσπάσει την ιδεολογία των παραμυθιών, που βρίσκονται στο βάθος των ομηρικών ποιημάτων, από κείνη τη στιγμή της ιστορικής εξέλιξης όπου προβάλλει η αυγή του πολιτισμού των Αρίων στη λεκάνη της Μεσογείου, δηλαδή, από κείνη τη φάση της ανώτερης βαρβαρότητας στην οποία γεννιέται, στην Ελλάδα και άλλου, το γνήσιο έπος. Ας προσπαθήσει κάποιος να φανταστεί, πως ο χριστιανισμός θα γεννιόταν και θα αναπτυσσόταν αλλού έξω από τον κύκλο του ρωμαϊκού κοσμοπολιτισμού και διαφορετικά και όχι από πρωτοβουλία εκείνων των προλετάριων, εκείνων των σκλάβων, εκείνων των εγκαταλειμμένων, εκείνων των απελπισμένων στους οποίους χρειαζόταν η λύτρωση, η αποκάλυψη και η υπόσχεση του βασιλείου του θεού. Ας βρει όποιος θέλει τον τρόπο να φανταστεί πως μέσα στη μέση της Αναγέννησης θα ανάβλυζε ο ρομαντισμός, που μόλις υποδηλώνεται στον Τορκουάτο Τάσο· ή ας αποδόσει στο Ρίτσαρντσον ή το Ντιντερό το μυθιστόρημα του Μπαλζάκ, στον οποίο εμφανίζεται, σαν σε σύγχρονο της πρώτης γενιάς του σοσιαλισμού και της κοινωνιολογίας, η ψυχολογία των τάξεων. Εκεί κάτω πίσω πίσω, στις πρώτες αρχές των μυθικών ιδεάσεων, φάνηκε καθαρά ότι ο Δίας δεν πήρε τα χαρακτηριστικά του πατέρα των ανθρώπων και των θεών παρά μόνο όταν η πατρική εξουσία είχε κιόλας εγκαθιδρυθεί και άρχιζε εκείνη η σειρά διαδικασιών που καταλήγουν στο κράτος. Ο Δίας έπαψε έτσι να είναι αυτό που ήταν πριν, δηλαδή ο απλός ή βροντερός θεός (δηλαδή λαμπρός). Και να εδώ κάτω σ’ ένα αντίθετο σημείο της ιστορικής εξέλιξης, μεγάλος αριθμός διανοητών του περασμένου αιώνα ανάγουν σ’ ένα μόνο αφηρημένο θεό, που είναι απλός νοικοκύρης του κόσμου, ολόκληρη την πολύχρωμη εικόνα του άγνωστου και του υπερβατικού, που εκφράστηκε σε τόση πολυτέλεια μυθολογικών, χριστιανικών ή παγανικών δημιουργιών. Ο άνθρωπος αισθανόταν περισσότερο σαν στο σπίτι του στη Φύση, μέσα από την εμπειρία, και αισθανόταν πιο δραστήριος να διεισδύσει στα γρανάζια της κοινωνίας, της οποίας κατείχε ενμέρει την επιστήμη. Το θαυμαστό περιοριζόταν ολοένα μέσα στο νου του, τόσο που ο υλισμός και ο κριτικισμός μπόρεσαν κατόπι να εξαλείψουν κι αυτό το φτωχό κατάλοιπο υπερβατισμού, χωρίς να επέμβουν στον πόλεμο κατά των θεών.
Υπάρχει βέβαια μια ιστορία των ιδεών, αλλά αυτή δεν συνίσταται στον ελαττωματικό κύκλο των ιδεών που εξηγούν εαυτές. Θα πρέπει να ανέβουμε από τα πράγματα στο ιδεατό. Αυτό είναι ένα πρόβλημα: μάλιστα σ’ αυτό υπάρχει μια πολλαπλότητα προβλημάτων, τόσο είναι ποικίλες, πολλαπλές, πολύμορφες και περίπλοκες οι προβολές που έκαναν οι άνθρωποι του εαυτού τους και των οικονομικο-κοινωνικών τους συνθηκών και συνεπώς των ελπίδων τους και των φόβων τους, των προσδοκιών και των διαψεύσεών τους, στις καλλιτεχνικές και θρησκευτικές ιδεάσεις. Η γραμμή της μεθόδου βρέθηκε, αλλά η ιδιαίτερη εκτέλεση δεν είναι εύκολη. Κυρίως πρέπει να προφυλαχτούμε από τη σχολαστική τάση να κάνουμε αφαίρεση των προϊόντων της ιστορικής δραστηριότητας, όπως γίνεται στην τέχνη και τη θρησκεία. Μπορούμε να ελπίζουμε πως οι φιλόσοφοι αλά Κρουγκ, ο οποίος αφαιρούσε διαλεκτικά την ίδια την πένα με την οποία έγραφε, έμειναν συνεχώς θαμμένοι στις σημειώσεις της Λογικής του Χέγκελ, όπου αυτός αναφέρεται στην ιδιοτροπία τούτη.
Θέλουμε εδώ να συγκεκριμενοποιήσουμε μερικές δυσκολίες.
Μαζί με κάθε προσπάθεια αναγωγής των δευτερευόντων προϊόντων (λ.χ. τέχνη και θρησκεία) στις κοινωνικές συνθήκες που έρχονται να ιδεοποιηθούν σ’ αυτά, πρέπει να διαμορφώσουμε μια μακρόχρονη συνήθεια γύρω απ’ την ειδικευμένη κοινωνική ψυχολογία, στην οποία πραγματοποιείται ο μετασχηματισμός. Σ’ αυτό συνίσταται ο λόγος ύπαρξης εκείνου του συνόλου των σχέσεων, που με άλλες μορφές διατύπωσης παρουσιάζονται λ.χ. σαν αιγυπτιακός κόσμος, ελληνική συνείδηση, πνεύμα της Αναγέννησης, κυρίαρχες ιδέες, ψυχολογία των λαών, της κοινωνίας ή των τάξεων. Όταν αυτές οι σχέσεις παγιώνονται και οι άνθρωποι συνηθίζουν σε ορισμένες ιδεάσεις και σε ορισμένους τρόπους πίστης ή φαντασίας, οι ιδεολογίες που μεταδίδονται από παράδοση τείνουν κι αυτές να παγιωθούν. Γι’ αυτό και εμφανίζονται σαν μια δύναμη που αντιστέκεται στο καινούργιο· και όπως αυτή η αντίσταση εκδηλώνεται στη λέξη, στο γραφτό, στη μισαλλοδοξία, στην πολεμική, στην καταδίωξη, έτσι η πάλη ανάμεσα στις νέες και τις παλιές κοινωνικές συνθήκες παίρνει τη μορφή της πάλης των ιδεών.
Κατά δεύτερο λόγο, μέσα από τους αιώνες της καθαυτής ιστορίας, τόσο εξαιτίας της κληρονομιάς της άγριας προϊστορίας όσο και εξαιτίας των συνθηκών υποταγής και συνεπώς κατωτερότητας, στην οποία το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων κρατήθηκε και κρατιέται ακόμη, δημιουργήθηκε μια συναίνεση στο παραδοσιακό, χάρη στην οποία οι παλιές τάσεις συνεχίζονται σαν πεισματικές επιβιώσεις.
Τρίτο, όπως ανέφερα κιόλας, οι άνθρωποι ζώντας κοινωνικά δεν σταματούν να ζουν και στη Φύση. Δεν είναι βέβαια δεμένοι σ’ αυτήν όπως τα ζώα, γιατί ζουν πάνω σ’ ένα τεχνητό έδαφος. Άλλωστε, καθένας καταλαβαίνει ότι το σπίτι δεν είναι σπηλιά, η γεωργία δεν είναι το φυσικό βοσκοτόπι, και το φάρμακο δεν είναι εξορκισμός. Άλλα η Φύση είναι πάντοτε το άμεσο υπόστρωμα του τεχνητού εδάφους και είναι το περιβάλλον που περιέχει τα πάντα. Η τεχνική τοποθέτησε ανάμεσα σε μας, ζώα κοινωνικά, και τη Φύση αυτούς που μεταβάλλουν, κάνουν να παρεκκλίνουν και απομακρύνουν τις φυσικές επιδράσεις· αλλά δεν κατέστρεψε ωστόσο και την επάρκεια αυτών των τελευταίων, και μεις την αισθανόμαστε συνεχώς. Κι όπως εμείς γεννιόμαστε από τη Φύση αρσενικοί και θηλυκοί, πεθαίνουμε σχεδόν πάντα ερήμην μας και κυριαρχούμαστε από το ένστικτο της αναπαραγωγής, έτσι φέρνουμε και στην ιδιοσυγκρασία μας ειδικούς όρους που η εκπαίδευση με την πλατιά έννοια της λέξης, δηλαδή η κοινωνική προσαρμογή μπορεί βέβαια να μεταβάλει, μέσα σ’ ορισμένα όρια, αλλά δεν μπορεί να εξαφανίσει. Αυτοί οι όροι της ιδιοσυγκρασίας που επαναλαμβάνονται σε περισσότερα αντίτυπα, και εμφανίζονται σε περισσότερα αντίτυπα μέσ’ από τους αιώνες, συνιστούν αυτό που ονομάζεται εθνικός χαρακτήρας. Για όλες αυτές τις αιτίες η εξάρτηση μας από τη Φύση, όσο κι αν έχει ελαττωθεί από την προϊστορία και δω, συνεχίζεται στην κοινωνική μας ζωή· όπως σ’ αυτή την τελευταία συνεχίζεται επίσης και η τροφοδότηση που από το θέαμα της ίδιας της Φύσης φτάνει ως την περιέργεια και τη φαντασία. Τώρα, αυτά τα αποτελέσματα της Φύσης, με τα άμεσα ή έμμεσα αισθήματα που ανακύπτουν απ’ αυτά, στο βαθμό που σημειώνονται, από τότε που υπάρχει ιστορία, μόνο μέσα από την οπτική γωνία που μας πρόσφεραν οι κοινωνικές συνθήκες, δεν παύουν ποτέ να αντανακλώνται στα προϊόντα της τέχνης και της θρησκείας· πράγμα το οποίο περιπλέκει τις δυσκολίες της ρεαλιστικής και πλήρους ερμηνείας τόσο της μιας όσο και της άλλης.
Χρησιμοποιώντας αυτή τη θεωρία σαν μια νέα αρχή έρευνας, σαν ακριβές μέσο προσανατολισμού και σαν συγκεκριμένη οπτική γωνία, μπορούμε μετά, να φτάσουμε τελικά σε μια αφηγηματική και περιγραφική μετάπλαση της ιστορίας;
Στη γενική ερώτηση δεν μπορούμε τουλάχιστον να δόσουμε, γενικά, καταφατική απάντηση. Γιατί, πραγματικά, στην περίπτωση που ο κριτικός κομμουνιστής, δηλαδή ο κοινωνιολόγος του οικονομικού υλισμού και, όπως τώρα λέγεται χυδαία, ο μαρξιστής, έχει την αναγκαία κριτική προετοιμασία, και τον εθισμό της ιστορικής διαπραγμάτευσης, καθώς και τα προσόντα της περιγραφής που χρειάζονται για μια τακτοποιημένη και επαρκή αφήγηση, δεν υπάρχει λόγος να βεβαιώσουμε πως αυτός δεν μπορεί να γράψει την ιστορία, όπως την έγραφαν ως τώρα οι οπαδοί κάθε άλλης πολιτικής σχολής.
Έχουμε εδώ το παράδειγμα του Μαρξ που μας προσφέρει ο ίδιος το πραγματικό επιχείρημα, που δεν επιδέχεται αντίρρηση. Αυτός, που υπήρξε ο πρώτος και κύριος ερευνητής των αποφασιστικών εννοιών τούτης της θεωρίας, την ανήγαγε πολύ γρήγορα σε όργανο πολιτικού προσανατολισμού, σαν άφθαστος δημοσιογράφος, κατά την επαναστατική περίοδο του 1848-50. Και κατόπιν τη διαμόρφωσε με τη μεγαλύτερη ακρίβεια στο δοκίμιο του εκείνο με τον τίτλο Η 18η Μπριμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, για το οποίο μπορούμε να πούμε τώρα, ύστερ’ από τόσα χρόνια, και ύστερ’ από τόσες δημοσιεύσεις, πως αν αφαιρέσουμε μερικές μικρές λεπτομέρειες και λαθεμένες προβλέψεις, δεν θα υπήρχε τρόπος να του επιφέρει κανείς ούτε διορθώσεις, ούτε αξιόλογες προσθήκες. Θέλω εδώ να επαναλάβω, σαν κάποιος που φτιάχνει μια βιβλιογραφία, τον κατάλογο των διαφόρων γραφτών που σκοπεύουν στην εφαρμογή της θεωρίας, γραφτών είτε του ίδιου του Μαρξ είτε του Έγκελς –ο όποιος Έγκελς, από τον Πόλεμο των Χωρικών (1850) ως το γραφτό που δημοσιεύτηκε, μετά το θάνατο του, Η Προέλευση της Παρούσας Ενότητας της Γερμανίας, μας άφησε τόσα δοκίμια– είτε των άμεσων συνεχιστών τους, και των εκλαϊκευτών του επιστημονικού σοσιαλισμού. Και στον σοσιαλιστικό επίσης Τύπο βρίσκονται κάθε τόσο πολύτιμα δοκίμια που εξηγούν τις σημερινές πολιτικές εξελίξεις και στα οποία, ακριβώς εξαιτίας του ιστορικού υλισμού, αναγνωρίζει κανείς μιαν οξυδέρκεια και μια σαφήνεια που μάταια θα αναζητούσε στους συγγραφείς και τους πολέμιους που δεν έχουν ακόμη διαρρήξει τα φανταστικά πέπλα και τα ιδεολογικά καλύμματα της ιστορίας.
Δεν χρειάζεται, με μια λέξη, να αναλάβουμε την υπεράσπιση μιας αφηρημένης θέσης, όπως θα έκανε ένας δικολάβος. Είναι σίγουρα φανερό ότι όπως όλες οι ιστορίες, που ήταν ως τώρα γραφτές, υπάρχει στο βάθος, αν όχι ακριβώς στις ρητές προθέσεις των συγγραφέων οπωσδήποτε όμως στο πνεύμα τους, μια τάση, μια αρχή, μια γενική οπτική της ζωής· έτσι αυτή η θεωρία, που έβαλε οριστικά τάξη στην αντικειμενική παρατήρηση της κοινωνικής δομής, πρέπει τελικά να διευθύνει με ακρίβεια την ιστορική έρευνα, και πρέπει να στηρίξει μια αφήγηση πλήρη, διάφανη και ολοκληρωμένη.
Βέβαια δεν λείπουν τα βοηθητικά στοιχεία.
Η Οικονομία που, όπως βλέπουν τώρα πια όλοι, γεννήθηκε και αναπτύχθηκε σαν επιστήμη της αστικής παραγωγής, αφού προηγουμένως βυθίστηκε στην αυταπάτη ότι αντιπροσωπεύει τους απόλυτους νόμους κάθε μορφής παραγωγής, χάρη στο σκληρό μάθημα των πραγμάτων μπήκε μετά, σ’ ένα ορισμένο σημείο, όπως όλοι ξέρουν, σε μια περίοδο αυτοκριτικής. Όπως απ’ αυτή την αυτοκριτική απ’ τη μια πλευρά γεννήθηκε ο κριτικός κομμουνισμός, έτσι απ’ την άλλη, εξαιτίας δηλαδή των πιο αδιάφορων και συνετών και μετρημένων της ακαδημαϊκής παράδοσης, γεννήθηκε η ιστορική σχολή των οικονομικών φαινομένων. Προς τιμή και από τη δράση αυτής της σχολής, και εξαιτίας της εφαρμογής των συγκριτικών και περιγραφικών μεθόδων, τώρα πια κατέχουμε ένα ευρύτατο υλικό για να γνωρίσουμε τις διάφορες ιστορικές μορφές της οικονομίας, από τα πιο σύνθετα και ειδικά λόγω ουσιαστικών τυπολογικών διαφορών γεγονότα, ως την ιδιαίτερη περίπτωση ενός μοναστηρίου ή μιας μεσαιωνικής συντεχνίας. Το ίδιο συνέβη και με τη Στατιστική, η οποία χρησιμοποιώντας πολλά μέσα συνδυασμού των πηγών καταφέρνει τώρα πια να φωτίζει με αρκετή προσέγγιση την κίνηση του πληθυσμού στους περασμένους αιώνες.
Αυτές οι μελέτες δεν γίνονται βέβαια προς όφελος της θεωρίας μας, αντίθετα μάλιστα τις περισσότερες φορές γίνονται με πνεύμα εχθρικό προς το σοσιαλισμό· πράγμα το οποίο δεν διακρίνουν οι γαϊδουροειδείς εκείνοι αναγνώστες τυπωμένου χαρτιού οι όποιοι τόσο συχνά συγχέουν την οικονομική ιστορία, την ιστορική οικονομία, και τον ιστορικό υλισμό. Αλλά αυτές οι μελέτες, πέρα από το υλικό σε γεγονότα που συγχέουν και δημοσιεύουν, είναι αξιόλογες στο βαθμό που προσφέρουν αποδείξεις για την πρόοδο, που κάνει η εσωτερική ιστορία, η οποία, σιγά σιγά αντικαθιστά την εξωτερική ιστορία εκείνη που επί αιώνες χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά από διανοούμενους και καλλιτέχνες.
Μεγάλο μέρος αυτού του υλικού που συγχέεται υποβάλλεται συνεχώς σε νέες διορθώσεις· όπως συμβαίνει άλλωστε σε κάθε πεδίο εμπειρικών γνώσεων, οι όποιες συνεχώς ταλαντεύονται ανάμεσα σ’ αυτό που πιστεύεται σαν βέβαιο, το απλά πιθανό κι αυτό που πρέπει αργότερα να ολοκληρωθεί ή να εξαλειφθεί. Ούτε τα συμπεράσματα, ούτε οι συνδυασμοί των ιστορικών της οικονομίας, ή εκείνων που αφηγούνται την ιστορία γενικά πάνω στο οδηγητικό νήμα των οικονομικών φαινομένων είναι πάντα τόσο ευλόγα και αποδεικτικά που να μην αισθανθεί κάποιος την ανάγκη να πει: εδώ πρέπει να ξαναρχίσουμε απ’ την αρχή. Αλλά αυτό για το οποίο δεν χωράει αμφιβολία είναι το γεγονός ότι όλη η ιστοριογραφία τείνει πρόσφατα να γίνει επιστήμη ή, καλύτερα, κοινωνική θεωρία· και όταν αυτή η κίνηση, για την ώρα αβέβαιη και πολύμορφη, θα συντελεστεί, οι προσπάθειες των μορφωμένων και των ερευνητών θα καταλήξουν αναπόφευκτα στην αποδοχή του οικονομικού υλισμού. Απ’ αυτή τη σύμπτωση προσπαθειών και επιστημονικών εργασιών που ξεκινούν από τόσο διαφορετικά σημεία, η υλιστική αντίληψη ολόκληρης της ιστορίας θα καταλήξει να διεισδύσει στα μυαλά, να κατακτήσει οριστικά τη σκέψη· πράγμα που θα κόψει, τελικά, από τους υποστηρικτές και τους αντίπαλους την τάση να μιλάνε γι’ αυτήν, υπέρ ή κατά, όπως γίνεται με τις κομματικές θέσεις.
Πέρα από τα άμεσα στηρίγματα, που αναφέραμε προηγουμένως, η θεωρία μας έχει και πολλά άλλα έμμεσα: όπως επίσης βρίσκει εποικοδομητικές επαληθεύσεις σε πολλές επιστήμες, στις όποιες λόγω της μεγαλύτερης απλότητας των υπό εξέταση σχέσεων ήταν ευχερέστερη η εφαρμογή της γενετικής μεθόδου. Τυπική είναι η περίπτωση της γλωσσολογίας και ιδιαίτερα εκείνης που έχει σαν αντικείμενο την άρια γλώσσα.
Από το προφανές και τη σαφήνεια της διαδικασίας, της ανάλυσης και της αναδόμησης που χαρακτηρίζει αυτές τις επιστήμες και ιδιαίτερα τη γλωσσολογία είναι βέβαια ως τώρα πολύ μακριά η εφαρμογή του ιστορικού υλισμού. Γι’ αυτό το λόγο θα ήταν μάταιη προσπάθεια να δοκιμάσουμε, από δω και μπρος, να γράψουμε μια σύνοψη της παγκόσμιας ιστορίας, που θα έπρεπε να αναπτύξει τις διάφορες μορφές της παραγωγής για να συμπεράνουμε κατόπιν όλα τα υπόλοιπα της ανθρώπινης δραστηριότητας κατά τρόπο μερικότερο και λεπτομερειακό. Στην παρούσα κατάσταση των μελετών, όποιος θα αποπειρόταν αυτή τη σύνοψη μιας νέας Kulturgeschichte δεν θα έκανε άλλο από το να ξαναμεταφράσει στην οικονομική φρασεολογία τα σημεία του γενικού προσανατολισμού που σε άλλα βιβλία, λ.χ. στο Χέλβαλντ, είναι δαρβινικής φρασεολογίας.
Υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην αποδοχή μιας αρχής και την πλήρη και λεπτομερειακή εφαρμογή της σε μια ολόκληρη σειρά από προβλήματα ή σε ένα μεγάλο συνδυασμό φαινομένων.
Γι’ αυτό το λόγο η εφαρμογή της θεωρίας μας πρέπει για την ώρα να κρατηθεί στην έκθεση και διαπραγμάτευση συγκεκριμένων τμημάτων της ιστορίας. Πιο καθαροί απ’ όλους τους άλλους είναι οι σύγχρονοι σχηματισμοί, στην κατανόηση των οποίων συντρέχουν το ίδιο φανερά, τόσο η οικονομική ανάπτυξη της αστικής τάξης όσο και η διακηρυγμένη γνώση των διαφόρων εμποδίων που αυτή έπρεπε να ξεπεράσει στις διάφορες χώρες, και συνεπώς η εξέλιξη των διαφόρων επαναστάσεων, νοούμενη η τελευταία αύτη με την πιο πλατιά έννοια της λέξης. Παρουσιάζεται με την ίδια σχεδόν σαφήνεια, μπρος στα μάτια μας, η πρόσφατη προϊστορία της αστικής τάξης κατά την παρακμή του μεσαίωνα· όπου δεν θα ήταν δύσκολο να βρει κανείς, λ.χ. στη συγκεκριμένη ανάπτυξη της πόλης της Φλωρεντίας, την αποδεικτική σειρά των εξελίξεων, στις οποίες η οικονομική και στατιστική κίνηση βρίσκει πλήρη απάντηση στις πολιτικές σχέσεις και επαρκή αποσαφήνιση στη σύγχρονη ανάπτυξη της διάνοιας, μειωμένης σε κάτι το πεζό και που έχει απελευθερωθεί σε μεγάλο μέρος από τις ιδεολογικές αυταπάτες. Ούτε θα ήταν έξω από κάθε πιθανότητα να βάλουμε, από τώρα και μπρος, κάτω από τη συγκεκριμένη και ακριβή οπτική γωνία του υλισμού όλη την αρχαία ρωμαϊκή ιστορία. Σ’ αυτήν, και ιδιαίτερα στην πρωτόγονη περίοδο, μας λείπουν οι άμεσες πηγές, οι οποίες αντίθετα είναι τόσο άφθονες στην Ελλάδα, από τη λαϊκή παράδοση και το έπος, και από την αυθεντική νομική επιγραφή ως την πραγματική διαπραγμάτευση των ιστορικο-κοινωνικών συνδέσεων. Αντίθετα, στη Ρώμη οι αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα φέρνουν μέσα τους σχεδόν πάντοτε τις οικονομικές αιτίες πάνω στις όποιες στηρίζονται· πράγμα από το οποίο προκύπτει μετά πως η κατάργηση συγκεκριμένων τάξεων και η διαμόρφωση νέων, η κίνηση της κατάκτησης και η αλλαγή των νόμων και των μορφών του πολιτικού μηχανισμού, γίνονται τόσο φανερά. Αυτή η ρωμαϊκή ιστορία είναι σκληρή και πεζή· ούτε επενδύεται ποτέ με κείνα τα ιδεολογικά συμπληρωματικά στοιχεία που χαρακτήριζαν την ελληνική ζωή. Η αυστηρή πεζότητα της κατάκτησης, της μελετημένης αποικιοποίησης, των θεσμών και των μορφών του δικαίου, που είχαν εφευρεθεί και επινοηθεί για να λύσουν συγκεκριμένες έριδες και συγκρούσεις, κάνει τη ρωμαϊκή ιστορία μια αλυσίδα από συμβάντα, που εναλλάσσονται με μοναδική και ωμή σαφήνεια.
Γιατί το αληθινό πρόβλημα είναι τούτο: δηλαδή, ότι δεν πρόκειται πια για την αντικατάσταση της ιστορίας με την κοινωνιολογία, σαν η πρώτη να ήταν μόνο φαινόμενο, που σέρνει πίσω της μια μυστική πραγματικότητα· αντίθετα, θα πρέπει να κατανοήσουμε ολοκληρωμένη την ιστορία σε όλες της τις αισθητές εκδηλώσεις και να την κατανοήσουμε μέσα από την οικονομική κοινωνιολογία. Δεν θα πρέπει να διακρίνουμε πια το τυχαίο από την ουσία, το φαινόμενο απ’ την πραγματικότητα, την επιφάνεια από τον εσωτερικό πυρήνα, ή όπως αλλιώς θα το έλεγαν οι οπαδοί οποιουδήποτε σχολαστικισμού· αλλά, αντίθετα, να εξηγήσουμε την πλοκή και το σύνθετο, ακριβώς στο βαθμό που είναι πλοκή και σύνθετο. Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε το κοινωνικό έδαφος μόνο, για να το κάνουμε κατόπιν να εμφανιστεί πάνω στους ανθρώπους, σαν μαριονέτες, που τα νήματα τους κρατιούνται και κινούνται όχι πια από τη θεία πρόνοια αλλά, αντίθετα, από τις οικονομικές κατηγορίες. Αυτές οι κατηγορίες έγιναν και γίνονται αυτές οι ίδιες όπως κι όλα τα υπόλοιπα: γιατί οι άνθρωποι αλλάζουν ως προς την ικανότητα και την τέχνη να νικούν, να υποδουλώνουν, να μεταβάλλουν και να χρησιμοποιούν τις φυσικές συνθήκες· γιατί οι άνθρωποι αλλάζουν πνεύμα και στάση εξαιτίας της αντίδρασης των εργαλείων τους πάνω τους· γιατί οι άνθρωποι αλλάζουν μέσα στις αμοιβαίες σχέσεις μ’ αυτούς που συμβιώνουν και άρα αλληλεξαρτώνται οι μεν από τους δε. Πρόκειται, με μια λέξη, για την ιστορία και όχι για το σκελετό της. Πρόκειται για αφήγηση και όχι για αφαίρεση· θα πρέπει να εκθέσουμε και να χειριστούμε το σύνολο και όχι πια μόνο να το λύσουμε και να το αναλύσουμε· με μια λέξη, θα πρόκειται και τώρα όπως πριν και όπως πάντα για τέχνη.
Μπορεί να τύχει, ο κοινωνιολόγος που ακολουθεί τις αρχές του οικονομικού υλισμού να προτίθεται να κάνει μόνο την ανάλυση λ.χ. του τί ήταν οι τάξεις τη στιγμή που ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση, για να φτάσει κατόπιν στις τάξεις που προκύπτουν από την Επανάσταση και επιζούν και μετά απ’ αυτήν. Σ’ αυτή την περίπτωση οι τίτλοι, οι ενδείξεις και η ταξινόμηση του υλικού που πρέπει να αναλυθεί είναι συγκεκριμένοι, λ.χ. η πόλη και η ύπαιθρος, ο τεχνίτης κι ο εργάτης, οι ευγενείς και οι δούλοι, η γη που ελευθερώνεται από τα φεουδαλικά βάρη και οι μικροϊδιοκτήτες που σχηματίζονται, το εμπόριο που χειραφετείται από τόσους περιορισμούς, το χρήμα που συσσωρεύεται, η βιομηχανία που ευδοκιμεί, κλπ. Ούτε υπάρχει καμιά αντίρρηση για την επιλογή μιας τέτοιας μεθόδου· η οποία, όπως εκείνη που ακολουθεί τα ίχνη της εμβρυογενετικής, είναι αναγκαία για την προετοιμασία της ιστορικής ερευνάς σύμφωνα με την κατεύθυνση της νέας θεωρίας[1].
Αλλά εμείς ξέρουμε πως η εμβρυογενετική δεν αρκεί για να μας πληροφορήσει για τη ζωή των ζώων, η οποία δεν αποτελείται από σχήματα αλλά από ζώντα όντα, που παλεύουν και για να παλέψουν ασκούν δυνάμεις, ένστικτα και πάθη. Έτσι είναι mutatis mutandis και με τους ανθρώπους εφόσον ζουν ιστορικά.
Αυτοί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, κινούμενοι από ορισμένα συμφέροντα, ωθούμενοι από ορισμένα πάθη, πιεζόμενοι από ορισμένες περιστάσεις, με κάποια σχέδια, κάποιες προθέσεις, που δρουν μ’ αυτή την προσδοκία, μ’ αύτη την αυταπάτη ή μ’ αυτή την πλάνη άλλων, που μάρτυρες του εαυτού τους ή των άλλων έρχονται σε οξεία σύγκρουση και αλληλοαναιρούνται αμοιβαία: να η πραγματική ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης. Γιατί, αν είναι αλήθεια πώς κάθε ιστορία δεν αποτελεί παρά την έκφραση συγκεκριμένων οικονομικών συνθηκών, είναι άλλο τόσο αλήθεια πως αυτή δεν εξελίσσεται παρά μόνο σε συγκεκριμένες μορφές ανθρώπινης δραστηριότητας· μπορεί να είναι γεμάτη πάθος ή περίσκεψη, επιτυχής ή άτυχη, τυφλά ενστικτώδης ή αποφασιστικά ηρωική.
Η δύσκολη τέχνη, που πρέπει να εξηγεί την υλιστική αντίληψη είναι: να κατανοούμε την πλοκή και το σύνθετο στον εσωτερικό τους συσχετισμό και στις εξωτερικές τους εκφράσεις· να κατεβαίνουμε από την επιφάνεια στο βάθος και μετά να ξανανεβαίνουμε από το βάθος στην επιφάνεια· να αναλύσουμε τα πάθη και τα σχέδια στα κίνητρα τους, από τα πιο πρόσφατα ως τα πιο παρωχημένα και μετά να ανάγουμε ξανά τα στοιχεία του πάθους, των σχεδίων και των κινήτρων τους στα πιο παρωχημένα στοιχεία μιας συγκεκριμένης οικονομικής κατάστασης.
Κι επειδή δεν ωφελεί να μιμούμαστε το σχολαστικισμό, που στην άκρη της θάλασσας δίδασκε κολύμβηση με τον ορισμό της κολύμβησης, παρακαλώ τον αναγνώστη να περιμένει να παρουσιάσω σε άλλα δοκίμια τη σκέψη μου, κάνοντας μια κάποια πραγματική ιστορική αφήγηση· ξανακάνοντας δηλαδή γραπτώς ένα μέρος αυτού που εδώ και πολύ καιρό κάνω προφορικά, όταν διδάσκω.
Μ’ αυτό τον τρόπο ξεκαθαρίζονται μερικά ζητήματα δευτερεύοντα και παρεπόμενα.
Ποιά είναι, λόγου χάρη, η σημασία της βιογραφίας των λεγόμενων μεγάλων ανδρών;
Είδαμε κιόλας τον τελευταίο καιρό τις απαντήσεις σχετικά μ’ αυτό το θέμα να είναι με τη μια ή την άλλη έννοια ακραίες. Από τη μια μεριά είναι οι υπερβολικά κοινωνιολόγοι, απ’ την άλλη οι ατομιστές, που όπως ο Καρλάιλ θέτουν επικεφαλής της ιστορίας τούς ήρωες. Κατά τη γνώμη των μεν, αρκεί να αποδειχτεί ποιες ήταν οι αιτίες λόγου χάρη του Καισαρισμού και για τον Καίσαρα δεν μας ενδιαφέρει διόλου. Κατά τη γνώμη των άλλων, δεν υπάρχουν αντικειμενικές ταξικές και κοινωνικών συμφερόντων αιτίες που αρκούν να εξηγήσουν ο,τιδήποτε: είναι τα μεγάλα πνεύματα που δίνουν ώθηση σε όλη την ιστορική κίνηση· και η ιστορία έχει, ας πούμε, τους κυρίους και τους μονάρχες της. Οι εμπειριστές πάλι της ιστορίας ξεπερνούν το πρόβλημα απλά, βάζοντας μαζί, όπως τους έρχεται βολικό, ανθρώπους και πράγματα, την πραγματική αναγκαιότητα και τις υποκειμενικές επιδράσεις.
Ο ιστορικός υλισμός ξεπερνάει τις αντιθετικές οπτικές των κοινωνιολογιστών και των ατομιστών, και ταυτόχρονα καταργεί τον εκλεκτικισμό των εμπειρικών ιστορικών.
Πριν απ’ όλα το factum.
Ότι ο συγκεκριμένος εκείνος Καίσαρας που ήταν ο Ναπολέων γεννήθηκε το τάδε έτος, έκανε την τάδε σταδιοδρομία, και βρέθηκε ευτυχώς σε καλό σημείο στη 18η Μπριμέρ, όλ’ αυτά δεν είναι καθόλου τυχαία ως προς τη γενική πορεία των πραγμάτων που ωθούσε τη νέα τάξη, κυρία του πεδίου, να σώσει από την επανάσταση ό,τι της φαινόταν αναγκαίο να σώσει, ανάγκη στην οποία χρειαζόταν η δημιουργία μιας γραφειοκρατικής-στρατιωτικής κυβέρνησης. Αλλά έπρεπε να βρει τον κατάλληλο ή τους κατάλληλους ανθρώπους. Αν όμως αυτό που συνέβη πραγματικά θα συνέβαινε έτσι όπως το ξέρουμε, αυτό εξαρτήθηκε από το γεγονός ότι ήταν ακριβώς αυτός που έκανε την επιχείρηση και όχι ένας φτωχός Μονκ ή ένας γελοίος Μπουλανζέ. Και από τούτο το σημείο και μετά το τυχαίο παύει να είναι τυχαίο, ακριβώς γιατί είναι εκείνο το συγκεκριμένο πρόσωπο που δίνει το χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία στα γεγονότα με τον τρόπο που εξελίχθηκαν.
Βέβαια, το ίδιο το γεγονός πως ολόκληρη η ιστορία βασίζεται στις αντιθέσεις, τις συγκρούσεις, τους αγώνες, τους πολέμους, εξηγεί την αποφασιστική επίδραση συγκεκριμένων ανθρώπων σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι ούτε αμελητέο τυχαίο συμβάν του κοινωνικού μηχανισμού, ούτε θαυματοποιοί αυτού που η κοινωνία δεν θα είχε με κανένα τρόπο κάνει χωρίς αυτούς. Είναι η ίδια η πλοκή των αντιθετικών συνθηκών, η οποία κάνει ώστε συγκεκριμένα άτομα, ιδιοφυή, ηρωικά, τυχερά ή ανόσια κλήθηκαν σε στιγμές κρίσιμες να πουν την αποφασιστική λέξη. Ενώ τα ιδιαίτερα συμφέροντα των διαφόρων κοινωνικών ομάδων βρίσκονται σε μια κατάσταση τέτοιας έντασης που όλα τα αντίπαλα μέρη παραλύουν, χρειάζεται η ατομική συνείδηση ενός συγκεκριμένου προσώπου να κινήσει τα πολιτικά γρανάζια.
Οι κοινωνικές αντιθέσεις, οι όποιες κάνουν κάθε ανθρώπινη συμβίωση ασταθή οργάνωση, δίνουν στην ιστορία, ιδιαίτερα όταν την δει κανείς και την εξετάσει γρήγορα και σε μεγάλα διαστήματα, το χαρακτήρα δράματος.
Αυτό το δράμα επαναλαμβάνεται στις σχέσεις από κοινότητα σε κοινότητα, από έθνος σε έθνος, από κράτος σε κράτος, γιατί οι εσωτερικές ανισότητες συντρέχοντας μαζί με τις εξωτερικές διαφοροποιήσεις, παρήγαγαν και παράγουν όλη την κίνηση των πολέμων, των κατακτήσεων, των συμφωνιών και των αποικιοποιήσεων, κλπ. Σ’ αυτό το δράμα φάνηκαν πάντοτε σαν οδηγοί της κοινωνίας οι άνθρωποι που ονομάζονται επιφανείς ή μεγάλοι και από την παρουσία τους ο εμπειρισμός έβγαλε το επιχείρημα ότι ήταν οι πρωταίτιοι της ίδιας της ιστορίας. Το ν’ αναγάγουμε την εξήγηση της εμφάνισής τους στις γενικές αιτίες και τους κοινούς όρους της κοινωνικής δομής είναι κάτι που έρχεται σε πλήρη αρμονία με τα δεδομένα της θεωρίας μας· αλλά να δοκιμάσουμε να τα εξαλείψουμε, όπως ευχαρίστως θα έκαναν ορισμένοι προσποιητοί αντικειμενιστές του κοινωνιολογισμού είναι αληθινή μωρία.
Και, συμπερασματικά, ο οπαδός του ιστορικού υλισμού που προσπαθεί να εκθέσει και να εξιστορήσει δεν πρέπει να το κάνει σχηματοποιώντας.
Η ιστορία είναι πάντοτε συγκεκριμένη, διαγεγραμμένη, άπειρα τραχιά και ποικιλόμορφη. Έχει συνδυασμούς και προοπτικές.
Δεν αρκεί να καταργήσουμε προληπτικά την προϋπόθεση των παραγόντων γιατί όποιος εξιστορεί βρίσκεται συνεχώς μπροστά σε πράγματα που φαίνονται διακεκριμένα, ανεξάρτητα και καθαυτά. Η δυσκολία βρίσκεται στο να συλλάβουμε το σύνολο σαν σύνολο, και να διακρίνουμε τις σχέσεις με διάρκεια από τα σύντομα συμβάντα.
Το άθροισμα των στενά επάλληλων και σύντομων συμβάντων είναι ολόκληρη η ιστορία· σαν να λέμε δηλαδή πως είναι όλα αυτά που εμείς ξέρουμε πως είναι δικά μας, στο βαθμό που είμαστε κοινωνικά όντα και όχι πια απλώς ζώα.
Αλλά στο σύνολο και στη συνεχή αναγκαιότητα όλων των ιστορικών συμβάντων δεν υπάρχει λοιπόν, ρωτούν μερικοί, κανένα νόημα και καμιά σημασία; Αυτό το ερώτημα είτε ξεκινάει από το πεδίο των ιδεαλιστών είτε φτάνει σε μας από το στόμα των πιο συνετών κριτικών, σίγουρα, και σε όλες τις περιπτώσεις, όπως επιβάλλεται στην προσοχή μας έτσι απαιτεί και την κατάλληλη απάντηση.
Στην πραγματικότητα, αν σκεφτούμε τις προϋποθέσεις, αισθητές ή διανοητικές, από τις οποίες ξεκινά η αντίληψη της προόδου, σαν η ιδέα εκείνη που περιέχει και αγκαλιάζει την ολότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας, βλέπουμε πως αυτές οι προϋποθέσεις βασίζονται όλες στη διανοητική ανάγκη, ότι μένει σε μας να αποδοθεί στη σειρά, ή τις σειρές των συμβάντων, ένα ορισμένο νόημα και μια ορισμένη σημασία. Η Έννοια της προόδου, για όποιον την εξετάζει καλά μέσα στην ειδική της φύση, συνεπάγεται πάντοτε αξιολογικές κρίσεις· και γι’ αυτό δεν μπορεί να συγχέεται με τη γυμνή και ωμή έννοια της απλής ανάπτυξης, η οποία δεν περιλαμβάνει ακριβώς εκείνη την αύξηση της αξίας, χάρη στην οποία λέμε για ένα πράγμα πώς προοδεύει.
Είπα κιόλας πιο πάνω και, νομίζω, αρκετά εκτενώς, πως η πρόοδος δεν επιτυγχάνεται σαν επιταγή ή διαταγή πάνω στη φυσική και άμεση εναλλαγή των ανθρώπινων γενεών. Αύτη είναι τόσο αισθητή όσο αισθητή είναι η σημερινή συνύπαρξη λαών, εθνών και κρατών που βρίσκονται σ’ ένα και τον αυτό χρόνο σε διαφορετικό στάδιο ανάπτυξης· στο βαθμό που είναι αναντίρρητη η παρούσα κατάσταση σχετικότητας και αντίστοιχης ανωτερότητας και κατωτερότητας λαού και λαού· και στο βαθμό που βεβαιώνεται τελικά η μερική και σχετική πρόοδος που έχουμε πολλές φορές στην ιστορία, όπως έγινε επί αιώνες με την Ιταλία. Μάλιστα, αν μπορεί να υπάρξει ποτέ απτή απόδειξη του πώς η πρόοδος δεν πρέπει να νοείται με την έννοια του ενός άμεσου νόμου και, θα το πω προς ενίσχυση, ενός φυσικού ή μοιραίου νόμου, είναι αυτή ακριβώς: πώς η κοινωνική ανάπτυξη, από τις ίδιες τις αιτίες της διαδικασίας που της είναι σύμφυτες, συχνά κατέληξε στην οπισθοδρόμηση. Από την άλλη μεριά, είναι καθαρό και βεβαιωμένο ότι έτσι η πρόοδος, όπως και η πιθανότητα οπισθοδρόμησης, δεν αποτελούν με το πρώτο ούτε άμεσο προνόμιο, ούτε έμφυτο φυλετικό μειονέκτημα· ούτε είναι άμεσο παρεπόμενο των γεωγραφικών συνθηκών. Γιατί όχι μόνο τα πρωτόγονα κέντρα πολιτισμού ήταν πολλαπλά και όχι μόνο τα κέντρα αυτά μετατοπίστηκαν στην πορεία των αιώνων, αλλά υπάρχει και το γεγονός ότι τα μέσα, τα ευρήματα, τα αποτελέσματα και οι ωθήσεις ενός συγκεκριμένου πολιτισμού, που έχει κιόλας αναπτυχθεί, είναι, μέσα σ’ ορισμένα όρια, ανακοινώσιμα σε όλους τους ανθρώπους έπ’ άπειρο. Δηλαδή, με μια λέξη, πρόοδος και οπισθοδρόμηση σχετίζονται με τις συνθήκες και το ρυθμό της κοινωνικής ανάπτυξης γενικά.
Η πίστη, λοιπόν, στην καθολικότητα της προόδου, που φάνηκε τόσο ορμητική το 18ο αιώνα έχει ένα πρώτο σημείο θετικό· δηλαδή, ότι οι άνθρωποι όταν δεν βρίσκουν εμπόδια στις εξωτερικές συνθήκες, και δεν τα βρίσκουν σε κείνες που προκύπτουν από το έργο τους στο κοινωνικό περιβάλλον, είναι όλοι ικανοί να προοδεύσουν.
Και, κατόπιν, στο βάθος της υποτιθέμενης ή φανταστικής, είτε πιστευόμενης ενότητας της ιστορίας, χάρη στην οποία η πρόοδος των διαφόρων κοινωνιών θα αποτελούσε κάτι σαν μοναδική σειρά προόδου, βρίσκεται ένα άλλο γεγονός που έδοσε αφορμή και ευκαιρία σε τόσες ιδεολογικές φαντασιώσεις. Αν δεν προόδευσαν όλοι οι λαοί το ίδιο, και μάλιστα μερικοί είτε παγιδεύτηκαν, είτε βάδισαν στο δρόμο της οπισθοδρόμησης, αν η πρόοδος της κοινωνικής ανάπτυξης δεν είχε πάντα, σε κάθε χώρο και χρόνο, τον ίδιο ρυθμό και την ίδια ένταση, είναι όμως παρ’ όλ’ αυτά σίγουρο το γεγονός ότι στο πέρασμα της αποφασιστικής δράσης από λαό σε λαό στην πορεία της ιστορίας, τα χρήσιμα προϊόντα που είχαν αποκτηθεί ήδη από κείνους που παρήκμαζαν πέρασαν σε κείνους που προχωρούσαν και ανέβαιναν. Πράγμα που δεν ισχύει μόνο για τα προϊόντα, ας πούμε, του αισθήματος και της φαντασίας, που ωστόσο συσσωρεύονται και συνεχίζουν στη φιλολογική παράδοση, όσο ισχύει για τ’ αποτελέσματα του νου και κυρίως για την ανακάλυψη και την παραγωγή των τεχνικών μέσων που, όπου αποκτώνται, άμεσα μεταδίδονται και ανακοινώνονται.
Χρειάζεται μήπως να υπενθυμίσουμε ότι η γραφή δεν χάθηκε ποτέ, όσο κι αν οι λαοί που την ανακάλυψαν εξαφανίστηκαν από την ιστορική συνέχεια; Χρειάζεται μήπως να θυμίσουμε ότι έχουμε ακόμη σήμερα στις τσέπες μας, στα ωρολόγια μας, τη βαβυλωνιακή πλάκα, πως χρησιμοποιούμε την άλγεβρα που την ανακάλυψαν οι άραβες, των οποίων η ιστορική δραστηριότητα σκορπίστηκε κατόπιν όπως η άμμος στην έρημο; Δεν αξίζει να πολλαπλασιάσουμε τυχαία και έπ’ άπειρο τα παραδείγματα, γιατί αρκεί να έχουμε κατά νου την τεχνολογία και την ιστορία των ανακαλύψεων, με την πλατιά έννοια της λέξης, στην οποία είναι εμφανής η σχεδόν συνεχής μετάδοση των εργαλειακών μέσων της εργασίας και της παραγωγής.
Και, τέλος, οι προσωρινές συνόψεις που ονομάζονται καθολικές ιστορίες, όσο κι αν προβάλουν πάντοτε, και στην πρόθεση και στην εκτέλεση, κάτι το βιασμένο και το τεχνητό, δεν θα είχαν ποτέ ούτε καν φτάσει στην απόπειρα, αν οι ανθρώπινες περιπέτειες δεν πρόσφεραν στον εμπειρισμό των ιστοριογράφων ένα κάποιο νήμα συνέχειας, έστω και λεπτό.
Να η Ιταλία του 16ου αιώνα, που φανερά βρίσκεται σε παρακμή· αλλά ενώ παρακμάζει, μεταδίδει στην υπόλοιπη Ευρώπη τα διανοητικά της όπλα. Ούτε παραμένουν αυτά μόνα σαν κληρονομιά στον πολιτισμό που συνεχίζεται· αλλά και η παγκόσμια αγορά εγκαθιδρύεται πάνω στις βάσεις εκείνων των γεωγραφικών ανακαλύψεων και κείνων των ναυτικών ευρημάτων που ήταν έργο των εμπόρων και των ταξιδιωτών και ναυτικών της Ιταλίας. Ούτε μόνο οι μέθοδοι του πολέμου και η τελειοποίηση της πολιτικής πανουργίας πέρασαν έξω από την Ιταλία (πράγμα με το οποίο και μόνο ασχολούνται συνήθως οι καλλιεργημένοι)· αλλά και η τέχνη τού να κάνεις χρήματα με όλη τη σαφήνεια μιας επεξεργασμένης εμπορικής θεωρίας καθώς επίσης σιγά σιγά και τα στοιχεία της επιστήμης στα οποία είναι βασισμένη η σύγχρονη τεχνική και κυρίως η μεθοδική άρδευση των πεδιάδων και οι γενικοί νόμοι της υδραυλικής. Όλ’ αυτά είναι τόσο ακριβολογημένα αληθινά, που σε κάποιον που αγαπά τις εικασίες θα μπορούσε να του έρθει στο μυαλό να προτείνει αυτό το ζήτημα: τί θα ήταν η Ιταλία σ’ αυτή τη σύγχρονη αστική εποχή αν, πραγματοποιώντας το σχέδιο της ενετικής Γερουσίας (1504) να κάνει κάτι που θα έμοιαζε στην πραγματικότητα με το σχέδιο του ισθμού του Σουέζ, το ιταλικό ναυτικό βρισκόταν στο σημείο να αμιλλάται άμεσα με τους πορτογάλους στον Ινδικό Ωκεανό τη στιγμή ακριβώς που η μετατόπιση της ιστορικής δράσης από τη Μεσόγειο στον Ωκεανό προετοίμαζε την παρακμή μας; Αλλά φτάνει μ’ αυτές τις φαντασίες!
Μια ορισμένη ιστορική συνέχεια, με την εμπειρική και εξαρτημένη έννοια της μεταβίβασης και της επακόλουθης ανάπτυξης των μέσων του πολιτισμού είναι, λοιπόν, αδιαμφισβήτητο γεγονός. Και μολονότι αυτό το γεγονός αποκλείει κάθε ιδέα προκατασκευασμένου σχεδίου, μιας σκοπιμότητας εκ προθέσεως ή λανθάνουσας, προκαθορισμένης αρμονίας και όλες εκείνες τις άλλες φαντασιώσεις πάνω στις όποιες έχει γίνει τόση κερδοσκοπία, δεν αποκλείει όμως και την ιδέα της προόδου, που εμείς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε σαν εκτίμηση της πορείας του ανθρώπινου γίγνεσθαι. Είναι αναμφίβολο βέβαια πως η πρόοδος δεν αγκαλιάζει υλικά την εναλλαγή των γενεών, και πώς η κίνηση της δεν συνεπάγεται τίποτε το κατηγορηματικό, τόσο που οι κοινωνίες έχουν κάνει επίσης οπισθοδρομήσεις, αλλά αυτό δεν αφαιρεί το γεγονός πως η ιδέα τούτη μπορεί να μας χρησιμεύσει σαν οδηγητικό νήμα και μέτρο για τη σημασία της ιστορικής διαδικασίας. Απ’ αυτές τις κριτικές επιφυλάξεις, τόσο στη χρήση των ειδικών εννοιών όσο και στον τρόπο της εφαρμογής τους, δεν καταλαβαίνουν τίποτα οι φτωχοί εκείνοι ακραίοι εξελικτικιστές, που είναι επιστήμονες χωρίς γραμματική και χωρίς τον οδηγό καλής συμπεριφοράς της επιστήμης, δηλαδή χωρίς τη λογική.
Όπως είπαμε τόσες φορές, οι ιδέες δεν πέφτουν απ’ τον ουρανό και κείνες επίσης που σε συγκεκριμένες στιγμές ανακύπτουν από συγκεκριμένες καταστάσεις, με την ορμή της πίστης και με μεταφυσικό ένδυμα, φέρνουν πάντοτε μέσα τους την ένδειξη ότι αντιστοιχούν σε μια τάξη γεγονότων για τα οποία γίνεται απόπειρα και αναζητείται η εξήγηση. Η ιδέα της προόδου, σαν ενοποιητικού στοιχείου της ιστορίας, εμφανίστηκε βίαια και γιγαντώθηκε στο 18ο αιώνα, δηλαδή στην ηρωική περίοδο της πολιτικής και διανοητικής ζωής της επαναστατικής αστικής τάξης. Όπως αυτή γέννησε, στην κατηγορία των έργων, την πιο έντονη περίοδο της ιστορίας που γνωρίσαμε ποτέ, έτσι παρήγαγε ταυτόχρονα τη δική της ιδεολογία στην έννοια της προόδου. Αυτή η ιδεολογία στην ουσία της και προς στιγμή, σημαίνει, ότι ο καπιταλισμός είναι η μοναδική μορφή παραγωγής ικανή να επεκταθεί σ’ ολόκληρη τη γη και να φέρει όλο το ανθρώπινο γένος σε συνθήκες που μοιάζουν παντού. Αν η σύγχρονη τεχνική μπορεί να μας οδηγήσει παντού, αν όλο το ανθρώπινο γένος εμφανίζεται σαν ένα και μόνο πεδίο ανταγωνισμού, και όλη η γη σαν μια και μόνη αγορά, γιατί να εκπλαγούμε αν η ιδεολογία που αντανακλά αυτές τις πραγματικές συνθήκες φτάνει στη διαπίστωση πως η παρούσα ιστορική ενότητα προετοιμάστηκε απ’ όλα όσα προηγήθηκαν; Μεταφράστε αύτη την έννοια της υποτιθέμενης προετοιμασίας σε κείνη την καθόλου φυσική των επαληθεύσιμων επακόλουθων συνθηκών και να ανοιχτός ο δρόμος απ’ τον οποίο φτάνουμε από την ιδεολογία της προόδου στον ιστορικό υλισμό: και φτάνουμε επίσης στη διαπίστωση του Μαρξ πως αυτή η μορφή της αστικής παραγωγής είναι η τελευταία ανταγωνιστική μορφή της διαδικασίας της κοινωνίας.
Τα θαύματα της αστικής εποχής, με την ενοποίηση της κοινωνικής διαδικασίας, δεν βρίσκουν ανταπόκριση στο παρελθόν. Να εδώ ολόκληρος ο Νέος Κόσμος, και κατόπιν η Αυστραλία, η Νότια Αφρική και η Νέα Ζηλανδία! Και είναι όλοι σαν και μας! Και μετά, ο αντίκτυπος στην Άπω Ανατολή με την απομίμηση και στην Αφρική με την κατάκτηση! Μπροστά σ’ αύτη την καθολικότητα κι αυτό τον κοσμοπολιτισμό, η κατάκτηση των Κελτών και των Ιβήρων από τον ρωμαϊκό πολιτισμό και κείνη των Γερμανών και των Σλάβων από τον κύκλο του ρωμαιο-βυζαντινο-χριστιανικού πολιτισμού μειώνεται. Αυτή η ενοποίηση που ολοένα αυξάνεται αντανακλάται κάθε μέρα και πιο πολύ στον πολιτικό μηχανισμό της Ευρώπης· μηχανισμό, ο όποιος επειδή είναι βασισμένος στην οικονομική κατάκτηση των άλλων μερών του κόσμου, ταλαντεύεται τώρα πια ανάμεσα στην άμπωτη και την πλημυρίδα, που έρχεται από τις πιο απόμακρες περιοχές. Σ’ αυτό το πολυσύνθετο πλέγμα δράσεων και αντιδράσεων, ο πόλεμος μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας, που έγινε με τα μέσα, ή απομιμήσεις ή κυριολεκτικά δάνεια από την Ευρωπαϊκή τεχνική, αφήνει τα ίχνη του, ούτε ελαφρά ούτε μικρής διάρκειας, στις διπλωματικές σχέσεις της Ευρώπης, κι αφήνει τα πιο ζωηρά απ’ αυτά στο χρηματιστήριο, που είναι ο πιστός διερμηνευτής της συνείδησης της εποχής μας. Αύτη η Ευρώπη, δασκάλα όλου του υπόλοιπου κόσμου, είδε πρόσφατα να ταλαντεύονται οι σχέσεις της πολιτικής των κρατών της με μια αναδίπλωση στο Τρανσβάαλ και με μια αποτυχία των ιταλικών όπλων στην Αβησσυνία, ακριβώς αυτές τις τελευταίες μέρες.
Οι αιώνες που προετοίμασαν και έφεραν στη σημερινή της μορφή την οικονομική κυριαρχία της αστικής παραγωγής, ανέπτυξαν επίσης την τάση να ενοποιηθεί η ιστορία κάτω από μια γενική οπτική· και μ’ αυτό τον τρόπο εξηγείται και δικαιολογείται η ιδεολογία της προόδου που διαμορφώνει τόσα βιβλία φιλοσοφίας της ιστορίας και της Kulturgeschichte. Η ενότητα της κοινωνικής μορφής, δηλαδή η ενότητα της καπιταλιστικής μορφής στην παραγωγή, όπου η αστική τάξη τείνει από αιώνες, αντανακλάστηκε στην έννοια της ενότητας της ιστορίας με μορφές τόσο υποβλητικές όσο δεν μπορούσε ποτέ να δόσει στη σκέψη ο στενός κοσμοπολιτισμός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ούτε ο μονόπλευρος εκείνος της καθολικής εκκλησίας.
Αλλά αυτή η ενοποίηση της κοινωνικής ζωής μέσα από την αστική καπιταλιστική μορφή αναπτύχθηκε για πρώτη φορά, και συνεχίζει και τώρα ν’ αναπτύσσεται, όχι σύμφωνα με κανόνες, σχέδια και προκατασκευές, αλλά, αντίθετα, μέσα από συγκρούσεις και αγώνες που στο σύνολο τους σχηματίζουν ένα κολοσσιαίο πλέγμα αντιθέσεων. Πόλεμος προς τα έξω και πόλεμος προς τα μέσα. Πάλη ακατάπαυστη ανάμεσα στα έθνη, και πάλη ακατάπαυστη ανάμεσα στα μέλη των διαφόρων κρατών. Και είναι τόσο περίπλοκη η σύνδεση των έργων και των πράξεων τόσων συναγωνιστών, ανταγωνιστών και αντιπάλων που ο συντονισμός των γεγονότων ξεφεύγει πολύ συχνά την προσοχή ώστε να μην είναι καθόλου εύκολο να συλληφθεί ο τελευταίος δεσμός. Η άμιλλα που τώρα υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους, οι αγώνες που τώρα με διάφορες μεθόδους αναπτύσσονται ανάμεσα στα έθνη, μας κάνουν να καταλάβουμε καλύτερα μέσα σε ποιες δυσκολίες κινήθηκε η ιστορία του παρελθόντος. Και αν η αστική ιδεολογία, αντανακλώντας την τάση για καπιταλιστική ενοποίηση, διακήρυξε την πρόοδο του ανθρώπινου γένους, ο ιστορικός υλισμός, ανατρέποντας, και χωρίς διακηρύξεις, ανακάλυψε πως μέσα στις αντιθέσεις βρισκόταν ως τώρα η αιτία και η αφορμή κάθε ιστορικού συμβάντος.
Γι’ αυτό κιόλας η κίνηση της ιστορίας, αν παρθεί γενικά φαίνεται να ταλαντεύεται· ή καλύτερα, για να χρησιμοποιήσουμε μια πιο χαρακτηριστική εικόνα, μας φαίνεται πως αναπτύσσεται πάνω σε μια σπασμένη γραμμή, που αλλάζει συχνά κατεύθυνση και ξανασπάει και σε μερικά σημεία σαν να ξαναγυρίζει πίσω, μερικές φορές ξεδιπλώνεται και απομακρύνεται πολύ από το αρχικό σημείο –ένα αληθινό ζικ-ζακ.
Εξαιτίας των εσωτερικών περιπλοκών κάθε κοινωνίας και εξαιτίας της συνάντησης πολλών κοινωνιών στο πεδίο του ανταγωνισμού (από τις γνήσιες μορφές επιδρομών, ληστείας και πειρατείας, ως τις πιο λεπτές μεθόδους του κομψού χρηματιστηριακού παιχνιδιού!) είναι φυσικό πως κάθε ιστορικό αποτέλεσμα, όταν μετριέται με μόνο το μέτρο της ατομικής προσδοκίας, εμφανίζεται πολύ συχνά σαν περίπτωση και, όταν ιδωθεί μετά θεωρητικά, ξαναγυρνάει στο νου πιο μπερδεμένο κι απ’ τις μετεωρολογικές προβλέψεις.
Γι’ αυτό δεν είναι απλό φραστικό σχήμα όταν λέμε πως η ειρωνεία κυριαρχεί στην ιστορία· γιατί, πραγματικά, αν κανείς θεός του Επίκουρου δεν γελάει εκεί πάνω για τα ανθρώπινα πράγματα όμως, εδώ κάτω τα ανθρώπινα πράγματα εξυφαίνουν από μόνα τους μια Θεία Κωμωδία.
Θα πάψει ποτέ αυτή η ειρωνεία της ανθρώπινης μοίρας; Θα είναι δηλαδή ποτέ δυνατή μια τέτια μορφή συμβίωσης που να αφήνει χώρο στη συνεργατική και ολοκληρωμένη ανάπτυξη όλων των κλίσεων, έτσι ώστε η παραπέρα διαδικασία της ιστορίας να γίνεται αληθινή και πραγματική εξέλιξη; Θα γίνει δυνατός, αν έτσι αρέσει στους εραστές των στρογγυλεμένων φράσεων, ο εξανθρωπισμός όλων των ανθρώπων; Αν εξαλείφονταν, στον κομμουνισμό της παραγωγής, οι αντιθέσεις, που είναι τώρα αιτία και αποτέλεσμα των οικονομικών διαφορών, τότε όλες οι ανθρώπινες ενέργειες δεν θα αποκτούσαν έναν υψηλό βαθμό επάρκειας και έντασης στα συνεταιριστικά αποτελέσματα, και ταυτόχρονα δεν θα εξελίσσονταν με τη μεγαλύτερη ελευθερία ατομικότητας κάθε ξεχωριστού προσώπου;
Στις καταφατικές στις ερωτήσεις τούτες απαντήσεις βρίσκεται το σύνολο αυτού που λέει, δηλαδή προλέγει, ο κριτικός κομμουνισμός για το μέλλον. Και δεν το λέει και προλέει σαν να συζητάει μια αφηρημένη δυνατότητα ή σαν κάποιος που θέλει με το μυαλό του να είναι έτσι μια κατάσταση πραγμάτων, που την ελπίζει ή την λαχταράει. Αλλά λέει και προλέει σαν κάποιος που διατυπώνει αυτό που είναι αναπόφευκτο να συμβεί, χάρη στην απέραντη αναγκαιότητα της ιστορίας, αν ειδωθεί και μελετηθεί τώρα πια στο βάθος της οικονομικής της υποδομής.
«Μονάχα σε μια τάξη πραγμάτων όπου δεν θα υπάρχουν πια τάξεις και ταξικοί ανταγωνισμοί, όπου οι κοινωνικές εξελίξεις θα πάψουν να είναι πολιτικές επαναστάσεις»[2].
«Στη θέση της παλιάς αστικής κοινωνίας, με τις τάξεις και τις ταξικές της αντιθέσεις, θα μπει μια νέα συντροφικότητα, όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός θα είναι ο όρος για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων»[3].
«Οι αστικές παραγωγικές σχέσεις είναι η τελευταία ανταγωνιστική μορφή της κοινωνικής παραγωγής, ανταγωνιστική όχι με την έννοια ενός ανταγωνισμού ατομικού, παρά ανταγωνισμού που γεννιέται από τους κοινωνικούς όρους της ζωής των ατόμων· οι παραγωγικές όμως δυνάμεις που αναπτύσσονται μέσα στην αστική κοινωνία δημιουργούν ταυτόχρονα και τους υλικούς όρους για τη λύση αυτού του ανταγωνισμού. Μ’ αυτή λοιπόν την κοινωνική διαμόρφωση κλείνει η προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας»[4].
«[Από τη στιγμή που η κοινωνία θα πάρει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής, παραμερίζεται η εμπορευματική παραγωγή και, συνεπώς, η κυριαρχία του προϊόντος πάνω στους παραγωγούς. Η αναρχία που επικρατούσε στην κοινωνική παραγωγή αντικαθίσταται από τη σχεδιοποιημένη συνειδητή οργάνωση της παραγωγής. Ο αγώνας για την αυτοσυντήρηση σταματά. Έτσι, για πρώτη φορά στην ιστορία ο άνθρωπος θα ξεκόψει οριστικά από το ζωικό βασίλειο, και θα περάσει από τις κτηνώδεις συνθήκες ύπαρξης σε πραγματικά ανθρώπινες συνθήκες. Το σύνολο των συνθηκών της ζωής που περιβάλλουν τους ανθρώπους, και που ως τώρα κυριαρχούσαν επάνω τους, υποτάσσονται τώρα στην εξουσία τους και στον έλεγχο τους και για πρώτη φορά οι άνθρωποι γίνονται συνειδητά και πραγματικά κύριοι της Φύσης και συνάμα, γίνονται κύριοι και της ίδιας τους της κοινωνικότητας.
Οι νόμοι που διέπουν τη δική τους κοινωνική δραστηριότητα και που ως τώρα ορθώνονταν απέναντι τους σαν ξένοι, σαν φυσικοί νόμοι και που τους καταδυνάστευαν, τώρα οι ίδιοι αυτοί νόμοι θα εφαρμόζονται από τους ίδιους τους ανθρώπους, που θα τους γνωρίζουν ως το βάθος και έτσι θα κυριαρχούν πάνω σ’ αυτούς. Η τάση των ανθρώπων να οργανώνονται σε κοινωνίες που ως τώρα πιστευόταν ότι είχε παραχωρηθεί από τη Φύση και την ιστορία, γίνεται τώρα δικιά τους ελεύθερη πράξη.
Οι ως τώρα ξένες αντικειμενικές δυνάμεις, που κυριαρχούσαν πάνω στην ιστορία, μπαίνουν κάτω από τον έλεγχο των ανθρώπων. Μόνο από δω και πέρα οι άνθρωποι θα δημιουργούν συνειδητά την ιστορία τους, μόνο από δω και πέρα τα κοινωνικά ελατήρια που οι ίδιοι θα βάζουν σε κίνηση, θα φέρνουν σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Θα πρόκειται για ένα άλμα της ανθρωπότητας από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας]»[5].
Αν ο Μαρξ και ο Έγκελς ήταν βέβαια κατασκευαστές φράσεων, αν ο νους τους δεν ήταν προσεκτικός ως τη λεπτολογία, από τη χρήση και την καθημερινή και ακριβολόγα εφαρμογή των επιστημονικών μέσων, αν η συχνή επαφή με τόσους συνωμότες και ονειροπόλους δεν τους είχε κάνει να απεχθάνονται τις ουτοπίες, μάλιστα ως τη σχολαστικότητα του αντίθετου, οι ρήσεις αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν μεγαλοφυείς παραδοξολογίες, που ξεφεύγουν από την εξέταση της κριτικής. Αλλά αυτές οι ρήσεις είναι σαν το κλεισμένο, μάλιστα το πραγματικό συμπέρασμα, της θεωρίας του ιστορικού υλισμού. Προκύπτουν απευθείας από τη γραμμή της κριτικής της οικονομίας και από την ιστορική διαλεκτική.
Στις ρήσεις αυτές, που είναι άλλωστε αναπτύξιμες, όπως θα έχω την ευκαιρία να δείξω αλλού, συνοψίζεται ολόκληρη η πρόβλεψη για το μέλλον που δεν είναι κι ούτε θέλει να είναι μυθιστόρημα η ουτοπία. Και στις ίδιες αυτές ρήσεις βρίσκεται η κατάλληλη και συμπερασματική απάντηση στο ερώτημα με το οποίο αρχίζει το κεφάλαιο τούτο: αν, δηλαδή, στη σειρά των ιστορικών συμβάντων υπάρχει τελικά και πραγματικά νόημα και έννοια.
Εδώ τελειώνω, γιατί πιστεύω πώς για μια προκαταρκτική αποσαφήνιση είπαμε αρκετά.
Ρώμη, 10 Μαρτίου 1896
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————–
[1]. Εννοώ εδώ το αξιόλογο γραφτό του Κ. Κάουτσκι: Οι Ταξικές Συγκρούσεις από το 1789.
[2]. Καρλ Μαρξ: Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, εκδόσεις «Νέοι Στόχοι», σελ. 174.
[3]. Κ. Μαρξ-Φρ. Έγκελς: Κομμουνιστικού Μανιφέστο, Αθήνα 1963, σελ. 84.
[4]. Καρλ Μαρξ: Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, εκδόσεις «Νέοι Στόχοι», σελ. 15.
[5]. Έγκελς: Αντιντίριγκ, εκδόσεις «Αναγνωστίδη», σελ. 420.