Γράφτηκε: το 1939-1940
Πηγή: Εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», 1980 / Εκδόσεις «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ», 2004
Μετάφραση - Επιμέλεια: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ - ΗΒΗ ΡΟΔΙΤΗ
Σύνταξη: Θεοδόσης Θωμαδάκης
HTML Markup:
Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, Γενάρης 2005
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
ΜΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΖΕΡΙ ΧΙΛΙ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΤΖΕΪΜΣ Π. ΚΑΝΟΝ
Η ΕΣΣΔ στον Πόλεμο
Γράμμα στον Σέρμαν Στάνλεϊ
ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΕΣΣΔ
ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΣΜΟΣ
Γράμμα στον Σέρμαν Στάνλεϊ
Γράμμα στον Τζέιμς Π. Κάνον
Γράμμα στον Μαξ Σάχτμαν
Γράμμα στον Τζέιμς Π. Κάνον
ΜΙΑ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΣΕΚ
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΤΖΟΝ ΤΖ. ΡΑΪΤ
Γράμμα στον Μαξ Σάχτμαν
Τέσσερα Γράμματα στην Πλειοψηφία της Εθνικής Επιτροπής
Γράμμα στον Τζόζεφ Χάνσεν
ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΜΠΑΡΝΑΜ
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΤΖΕΪΜΣ Π. ΚΑΝΟΝ
Γράμμα στον Φάρελ Ντομπς
Γράμμα στον Τζον Τζ. Ράιτ
Γράμμα στον Τζέιμς Π. Κάνον
Γράμμα στον Ουίλιαμ Φ. Γουάρντ
Γράμμα στον Τζόζεφ Χάνσεν
ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΜΥΧΗ –ΣΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΜΙΑΣ ΓΑΓΓΡΑΙΝΑΣ (ΜΕΡΟΣ Α΄)
ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΜΥΧΗ –ΣΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΜΙΑΣ ΓΑΓΓΡΑΙΝΑΣ (ΜΕΡΟΣ Β΄)
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΜΑΡΤΙΝ ΑΜΠΕΡΝ
Δυο Γράμματα στον Άλμπερτ Γκόλντμαν
Επιστρέψτε στο Κόμμα!
«Επιστήμη και Στυλ»
Γράμμα στον Τζέιμς Π. Κάνον
Γράμμα στον Τζόζεφ Χάνσεν
Τρία Γράμματα στον Φάρελ Ντομπς
ΟΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΙ ΗΘΙΚΟΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΟ ΚΟΜΜΑ
Ισολογισμός των Φιλανδέζικων Γεγονότων
Γράμμα στον Τζέιμς Π. Κάνον
Γράμμα στον Άλμπερτ Γκόλντμαν
Για το «Εργατικό" Κόμμα
Γράμμα στον Άλμπερτ Γκόλντμαν
Γράμμα στον Κρις Άντριους
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ι. ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΣΤΥΛ του ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΑΡΝΑΜ
ΙΙ. Γράμμα Παραίτησης του Τζέιμς Μπάρναμ από το Εργατικό Κόμμα
ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ
Το βιβλίο αυτό είναι μια συλλογή άρθρων και γραμμάτων που έγραψε ο Τρότσκι λίγους μήνες πριν δολοφονηθεί από έναν πράκτορα του Στάλιν.
Αυτά αναφέρονται στην πάλη που είχε ξεσπάσει στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα των Ενωμένων Πολιτειών γύρω από την ταξική φύση της Σοβιετικής Ένωσης.
Όλα ξεκίνησαν στο τέλος του 1939, πριν από 40 περίπου χρόνια, αμέσως μετά την κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο κύριος αντίπαλος του Τρότσκι ήταν κάποιος καθηγητής Τζέιμς Μπάρναμ που σχημάτισε μια κοινή φράξια με μερικούς εξέχοντες ηγέτες του ΣΕΚ, όπως ο Μαξ Σάχτμαν και ο Μάρτιν Άμπερν (και οι δυο έχουν πεθάνει), ενάντια στον Τρότσκι. Η πολιτική βάση της φράξιας ήταν η απόρριψη της διαλεκτικής υλιστικής μεθόδου.
Αφού η διαμάχη κρίθηκε, με την πλειοψηφία του ΣΕΚ υπέρ του Τρότσκι, ο Μπάρναμ λιποτάχτησε αμέσως από το ΣΕΚ και έγινε το φερέφωνο της νεοφασιστικής ιδεολογίας, και αυτό παραμένει μέχρι σήμερα. Στο μεταξύ, όπως θα δούμε, η ιστορία επαλήθευσε πέρα για πέρα τις πολιτικές θέσεις που υπερασπίστηκε ο Τρότσκι.
Το θέμα της διαμάχης αφορούσε την ταξική φύση της Σοβιετικής Ένωσης, στις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Τρότσκι επέμενε ότι, παρά τον αντεπαναστατικό ρόλο της σταλινικής γραφειοκρατίας, η ΕΣΣΔ παράμενε ουσιαστικά ένα εκφυλισμένο εργατικό κράτος και η διεθνής εργατική τάξη θα έπρεπε να την υπερασπιστεί σε περίπτωση ιμπεριαλιστικής επίθεσης.
Ο Μπάρναμ και η αντιπολίτευση απόρριπταν την ανάλυση του Τρότσκι. Περιγράφανε τη Σοβιετική Ένωση σαν κράτος «γραφειοκρατικού κολεχτιβισμού» όπου όλα τα κέρδη της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917 είχαν χαθεί. Και επέμεναν ότι σε περίπτωση ιμπεριαλιστικής επίθεσης θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί σαν οποιοδήποτε άλλο ιμπεριαλιστικό κράτος και ότι η διεθνής εργατική τάξη δεν θα έπρεπε να την υπερασπιστεί. Η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή τη θέση, ήταν ο Μπάρναμ.
Σχολιάζοντας τις ρεβιζιονιστικές τους θεωρίες ο Τρότσκι παρατήρησε: «Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι οι θεωρητικοί της αντιπολίτευσης, που απορρίπτουν τη διαλεκτική σκέψη, συνθηκολογούν αξιοθρήνητα μπροστά στην αντιφατική φύση της ΕΣΣΔ. Όμως, η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική βάση που εγκαθίδρυσε η επανάσταση και στο χαραχτήρα της κάστας που γεννήθηκε μέσα από τον εκφυλισμό της επανάστασης, δεν είναι μόνο ένα αναντίρρητο ιστορικό γεγονός, αλλά και κινητήρια δύναμη επίσης. Στην πάλη μας για την ανατροπή της γραφειοκρατίας βασιζόμαστε σ’ αυτή την αντίφαση», (Λεόν Τρότσκι: Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού, σελ. 99-100, η υπογράμμιση είναι δική μας –Τ.Χ.).
Το καθήκον του Τρότσκι δεν ήταν εύκολο. Το ζήτημα δεν ήταν απλά να νικήσει αυτούς που συνθηκολογούσαν μπροστά στην ιμπεριαλιστική πίεση και εγκατέλειπαν την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης σαν προμαχώνα της παγκόσμιας επανάστασης.
Καλούνταν να επανεκπαιδεύσει τα μέλη και τα στελέχη του ΣΕΚ όπως και της Τέταρτης Διεθνούς, που ο ίδιος είχε ιδρύσει το 1938, στο Μαρξισμό σαν επιστημονική κοσμοθεωρία. Αυτή είναι η μέθοδος του διαλεκτικού υλισμού. Αν η Τέταρτη Διεθνής εγκατέλειπε αυτή τη μέθοδο, θα καταντούσε, όπως έγραψε ο Τρότσκι, μια οργάνωση όμοια μ’ ένα «ρολόι χωρίς ελατήριο».
Στη σελίδα 97 της Υπεράσπισης του Μαρξισμού ο Τρότσκι εξηγεί συνοπτικά τις ιστορικές συνέπειες της διαλεκτικής μεθόδου με τον εξής συμπυκνωμένο τρόπο:
«Αποκαλούμε τη διαλεκτική μας υλιστική, γιατί οι ρίζες της δεν βρίσκονται ούτε στον ουρανό ούτε στα βάθη της “ελεύθερης βούλησής” μας αλλά στην αντικειμενική πραγματικότητα, στη Φύση. Η συνείδηση βγήκε από το ασυνείδητο, η ψυχολογία από τη φυσιολογία, ο οργανικός κόσμος από τον ανόργανο, το ηλιακό σύστημα από τα νεφελώματα. Σ’ όλα τα σκαλοπάτια αυτής της ανάπτυξης οι ποσοτικές αλλαγές μετατρέπονταν σε ποιοτικές. Η σκέψη μας, κι εδώ περιλαβαίνεται και η διαλεκτική σκέψη, είναι μια μόνο από τις μορφές έκφρασης της μεταβαλλόμενης ύλης. Σ’ αυτό το σύστημα δεν υπάρχει θέση ούτε για το Θεό ούτε για το Διάβολο, ούτε για αθάνατες ψυχές ούτε για αιώνιους κανόνες νόμων και ηθικής. Επειδή η διαλεκτική της σκέψης έχει βγει από τη διαλεκτική της Φύσης, έχει κατά συνέπεια ένα πέρα για πέρα υλιστικό χαραχτήρα», (Λεόν Τρότσκι: όπ.π., σελ. 97, οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας –Τ.Χ.).
Η Διαλεκτική Φύση είναι η υλική πηγή της εξέλιξης των διαλεκτικών ανθρώπινων όντων. Οι σκέψεις τους αντανακλούν τη διαλεκτική και καθολική αυτοκίνηση της ύλης. Η Φύση αντικειμενικά κυριαρχεί πάνω τους, ενώ είναι ενωμένα μαζί της (Είναι).
Ταυτόχρονα, καθώς δημιουργούν τα δικά τους μέσα συντήρησης, παίρνουν από τη Φύση την τροφή και τον αέρα που χρειάζονται για να ζήσουν. Με αυτό τον τρόπο δεν είναι μόνο ενωμένα με τη Φύση αλλά και βρίσκονται σε σύγκρουση μαζί της.
Έτσι, μέσα στην ενότητα περιέχεται η σύγκρουση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη Φύση που εκδηλώνεται σήμερα στη σύγκρουση ανάμεσα στην ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής (εργαλείων, εργοστασίων, κλπ.) και στον τρόπο παραγωγής όπου η εργατική τάξη πουλάει την εργατική της δύναμη –την πηγή κάθε αξίας– στον καπιταλιστή.
Οι εργάτες αφού έρθουν σε μια συμφωνία μαζί του, παράγουν, και κατασκευάζουν προϊόντα που ενσωματώνουν πολύ μεγαλύτερη αξία από αυτήν που πληρώνονται σαν μισθό. Η εργατική τάξη είναι μια καταπιεσμένη τάξη, που η εγωιστικότητα του κινήτρου του κέρδους της αρνείται να πλησιάσει όλα όσα δικαιούται από τη Φύση.
Έτσι η εκδήλωση της σύγκρουσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη Φύση παίρνει τη μορφή της ταξικής πάλης στην κοινωνία.
Η ενότητα και σύγκρουση του ανθρώπου με τη Φύση, αντανακλάται στη διαλεκτική σκέψη από το «Είναι» Θετικό (ενότητα του ανθρώπου με τη Φύση) στο «Μη Eίναι» Αρνητικό, που είναι το αφηρημένο της καθολικής ενότητας που περιέχεται στο «Είναι». Από αυτό το «όλο» (Είναι) αναδύονται τα μέρη διαμέσου του «Μη Είναι» (αφαίρεση).
Αυτά τα μέρη που περιέχουν το όλο εμφανίζονται σαν ουσία σε αμέτρητες πεπερασμένες μορφές διαμέσου της Εξωτερικής Όψης (Έκφανσης –Θ.Θ.), της Εμφάνισης και της Πραγμάτωσης, που είναι οι υποδιαιρέσεις της Ουσίας.
Αυτή η κίνηση του Θετικού στο Αρνητικό και του Αρνητικού στο Θετικό γίνεται διαμέσου της αλληλοδιείσδυσης (μετάβαση) και μετατροπής του ενός στο άλλο σαν αντίθετα. Συγκεκριμένο στο Αφηρημένο, περιεχόμενο στη μορφή, κλπ., μας αναγκάζουν να αναλύουμε διαλεκτικά τη Σκέψη σαν «μια από τις εκφράσεις της μεταβαλλόμενης ύλης».
Από το Συγκεκριμένο (Θετικό) βγαίνει η Αφαίρεση (Αρνητικό). Έτσι, προκύπτει ένας συνδυασμός αφαιρέσεων, που η αυτοκίνηση της ύλης εκδηλώνει στην ταξική πάλη. Αυτός μας φέρνει πιο κοντά στην πραγματικότητα αυτής της πάλης, κάνοντάς μας ικανούς να αναπτύξουμε νέες πράξεις που να ανταποκρίνονται στις επαναστατικές απαιτήσεις αυτής της πάλης.
Ο «πέρα για πέρα υλιστικός χαρακτήρας» της διαλεκτικής σκέψης είναι στο ότι αισθητηριακά συλλαμβάνει τη στιγμή ή τις στιγμές της Καθολικής απροσδιόριστης Φύσης και τις μετατρέπει σε σκέψη. «Η συνείδηση βγήκε από το ασυνείδητο», λέει ο Τρότσκι, και όπως πριν απ’ αυτόν ο Έγκελς εξήγησε, είναι το «Είναι που καθορίζει τη συνείδηση». Είναι λοιπόν ουσιαστικό να αντιληφτούμε αυτά τα υλιστικά στοιχεία στη διαλεκτική μας σκέψη.
Αν η συνείδηση πρόκειται να βγει από το ασυνείδητο, ολόκληρη η ιστορική κίνηση πρέπει να είναι ενσωματωμένη στη διαλεκτική σκέψη.
Τα ανθρώπινα όντα, όπως εξηγεί ο Φόιερμπαχ, έχουν πέντε αισθήσεις για να αντιλαμβάνονται την υλική πραγματικότητα, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες. Αυτές οι αισθήσεις έχουν αναπτυχθεί και ωριμάσει διαλεκτικά από τη Φύση στη διάρκεια της προϊστορίας του ανθρώπου και πιο πριν, και εξακολουθούν να ωριμάζουν και να αναπτύσσονται.
Η ασυνείδητη Φύση πρέπει να βρει την ιστορική της έκφραση στον διαλεκτικό τρόπο της σκέψης μας, αν πρόκειται να καθοδηγήσουμε τη διαλεκτική επαναστατική μας πράξη σήμερα. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να εκφράσουμε την αντικειμενική πραγματικότητα με τη σκέψη και τη γλώσσα. Αλλιώς οι σκέψεις και οι λεκτικές μορφές με τις οποίες εκφράζονται στη γλώσσα είναι κενές.
Αυτή η πέρα για πέρα ρεβιζιονιστική μέθοδος ονομάζεται «κριτική φιλοσοφία» και την παρουσιάζουν ασύστολα για «Μαρξισμό» οι διάφορες πολιτικές αποχρώσεις των ιδεαλιστών που αποστάτησαν από τον Τροτσκισμό, από τότε που δολοφονήθηκε ο Τρότσκι.
Οι πραγματιστές από την άλλη, επιμένουν ότι είναι τα «γεγονότα» που πρέπει να κυριαρχούν στη διαλεκτική σκέψη. Διατηρούν το δικαίωμα να επιλέγουν αυθαίρετα τα «γεγονότα» ανάλογα με το από πια μεριά του φράχτη βρίσκονται.
Αλλά όλα τα «γεγονότα» συνάγονται από προηγούμενες αφαιρέσεις και μένουν πίσω από τις μεταβαλλόμενες διαλεκτικές συνέπειες της αυτοκίνησης της ύλης καθώς αντανακλάται στη σκέψη. Το «Συγκεκριμένο» όπως τονίζει ο Τρότσκι, είναι συνδυασμός αφαιρέσεων όχι αυθαίρετος ή υποκειμενικός συνδυασμός, αλλά συνδυασμός που αντιστοιχεί στους νόμους της κίνησης ενός δοσμένου φαινομένου!
Η λέξη «νόμος» εδώ αναφέρεται στη μορφή των διαλεκτικών νόμων που περιεχόμενό τους είναι η ουσιαστική σχέση, αλληλοσύνδεση και μετάβαση όλων των σωματιδίων ύλης σε κίνηση, η οποία πρέπει να εκδηλωθεί και να αποκαλυφτεί σαν το περιεχόμενο αυτών των «νόμων».
Ο πραγματιστής με την αιώνια, παντοτινή, σταθερή σύλληψη των «γεγονότων» απορρίπτει την ανάγκη να μελετήσει τους διαλεκτικούς νόμους στη μετάβαση του ενός στον άλλο στη σκέψη. Τα «γεγονότα» που χρησιμοποιούνται για να προσδιορίσουν το απροσδιόριστο καθολικό όλο της Φύσης, πρέπει να αποκαλύπτουν τη μετάβαση αυτού του Καθολικού όλου στην προσδιορισμένη σκέψη των γεγονότων που έχει βγει από προηγούμενη αντικειμενική πράξη. Η μετάβαση του «Είναι» στο «άλλο», σαν το αφηρημένο αυτού του «Είναι» (Καθολικού, απροσδιόριστου Είναι) πρέπει να κατανοηθεί διαλεκτικά. Ο εξωτερικός άπειρος κόσμος που υπάρχει ανεξάρτητα από τον Άνθρωπο και το μυαλό του, περιέχει μέσα του τη δύναμη της αντανάκλασης.
Η έννοια πρέπει, όπως επέμεναν ο Λένιν και ο Χέγκελ να «προσδιοριστεί μέσα από τον εαυτό της» (το πράγμα πρέπει να θεωρηθεί στις σχέσεις του και στην ανάπτυξή του). Η συνειδητή σχετική έννοια πρέπει να προσδιοριστεί μέσα από το απροσδιόριστο, ασυνείδητο, καθολικό «όλο», διαφορετικά είναι τα σχετικά «γεγονότα» που ερμηνεύουν σχετικά «γεγονότα» ή «η σκέψη που ερμηνεύει τη σκέψη», σαν το ιδεαλιστικό λάθος του Χέγκελ.
Το πέρασμα του «άλλου» (αφηρημένη έννοια) της Καθολικής πρώτης στιγμής της σκέψης, αλληλοδιεισδύει με την αφηρημένη γνώση των γεγονότων που έχουμε ήδη αποκτήσει εγκαθιδρύοντας έτσι μια ενότητα που περιεχόμενό της είναι η ουσία. Αυτή έχει ήδη ενοποιήσει το περιεχόμενο της καθολικής γνώσης που αποκτούμε και την αφηρημένη γνώση («γεγονότα») που έχουμε ήδη αποκτήσει. Η διαλεκτική ουσία βρίσκεται υψηλότερα από τα «γεγονότα» γιατί συλλαμβάνει την κίνηση και όχι στατικά γεγονότα.
Το Όλο και τα ΜέρηΑπό το Καθολικό απροσδιόριστο διαλεκτικό «όλο» αναδύονται διαλεκτικά προσδιορισμένες έννοιες που είναι μέρη αυτού του όλου. Η διαλεκτική πραγμάτωση αυτών των μερών στον κόσμο της πραγματικότητας μας κάνει ικανούς να αποκαλύπτουμε την αναγκαιότητα στην ανάδυση των αφηρημένων εννοιών, αρνημένων στην ιδέα, που με τη σειρά της καθοδηγεί την αντικειμενική μας πράξη. Σ’ αυτό το διαλεκτικό προτσές, το «όλο», άπειρο, απόλυτο, πρέπει να αναλυθεί σαν το απόλυτο (αφηρημένο καθολικό) μέσα στο σχετικό πεπερασμένο μέρος.
Μια από τις πιο σημαντικές επιβεβαιώσεις της υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης από τον Τρότσκι αποκαλύπτεται σήμερα στην ανάπτυξη της διαλεκτικής μεθόδου από Σοβιετικούς επιστήμονες ιδιαίτερα στο πεδίο της σύγχρονης φυσικής.
Όσοι από μας ασχολούνται με το να εκπαιδεύσουν στελέχη στη χρησιμοποίηση της διαλεκτικής θεωρίας και πράξης της Γνώσης, έχουν, χάρη στους σοβιετικούς επιστήμονες, ένα χρυσωρυχείο πληροφοριών, που επιβεβαιώνουν τη διαλεκτική ανάπτυξη των επιστημών.
Κι όμως, παρ’ όλα αυτά τα επιτεύγματα, οι σοβιετικοί επιστήμονες είναι υποχρεωμένοι να συγκεντρώνονται μόνο στα μέρη, που αποκαλύπτονται στις έρευνές τους και στα πειράματα στον ιδιαίτερο τομέα της επιστήμης τους. Κατατρύχονται ακόμα από τη ρεφορμιστική θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» του Στάλιν.
Η Σοβιετική Ένωση είναι ένα μέρος μονάχα του διεθνούς παγκόσμιου όλου. Χωρίς την παγκόσμια επανάσταση αυτό το μέρος δεν μπορεί να επιβιώσει.«Σοσιαλισμός σε μια μόνη χώρα» σήμαινε την υποταγή του διεθνούς όλου της παγκόσμιας επανάστασης σε ένα από τα μέρη του.
Η στενή εθνικιστική προσέγγιση του Στάλιν ενσαρκώνεται σήμερα στη γραφειοκρατική ηγεσία του Μπρέζνιεφ. Έτσι οι σοβιετικοί επιστήμονες δεν μπορούν να ξεκινήσουν από το όλο γιατί αυτό θα σήμαινε να ξεκινήσουν από την παγκόσμια επανάσταση και τις συνέπειές της πάνω στις επιστήμες, και αυτό με τη σειρά του θα τους έφερνε σε καταμέτωπο σύγκρουση με τη γραφειοκρατία.
Ο σοβιετικός φιλόσοφος Ε. Β. Ιλιένκοφ στην εισαγωγή στο βιβλίο του πάνω στη Διαλεκτική Λογική αναφέρεται στο πρόβλημα ως εξής: «Στα περασμένα δέκα η δεκαπέντε χρόνια γράφτηκαν αρκετά έργα, αφιερωμένα σε ξεχωριστούς κλάδους που είναι μέρη του όλου, το οποίο ακόμα μόνο το ονειρευόμαστε. Δίκαια μπορούν να θεωρηθούν σαν παράγραφοι, ή ακόμα κεφάλαια της μελλοντικής Λογικής, σαν λιγότερο ή περισσότερο τελειωμένοι λίθοι του οικοδομήματος που χτίζεται. Δεν μπορούμε φυσικά να συναρμολογήσουμε μηχανικά αυτούς του “λίθους” σε όλο», (Ε. Β. Ιλιένκοφ: Διαλεκτική Λογική σελ. 5, ελληνικά σελ. 15).
Ακριβώς. Για να καταλάβουμε τα μέρη πρέπει να ξεκινήσουμε από το όλο και όχι απλά να «συναρμολογήσουμε τα μέρη». Για να καταλάβουμε το όλο πρέπει να αναλύσουμε τις διαλεκτικές συνέπειες των μερών που βγαίνουν από το όλο.
Πρέπει να αφαιρέσουμε αυτό το διαλεκτικό άπειρο «όλο» μέσα στο πεπερασμένο μέρος και τις αλληλοσυνδέσεις ανάμεσα στο άπειρο και στο πεπερασμένο, όπως και τις αλληλοσυνδέσεις, με άλλα αντικείμενα που εξετάζουμε. Παρακάτω στην ίδια σελίδα, ο Ιλιένκοφ αποκαλύπτει μια υπόκωφη δυσφορία με το δίλημμα στο οποίο βρίσκεται. Στην επόμενη παράγραφο φωνάζει:
«Στη φιλοσοφία, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη επιστήμη, όπως παρατήρησε ο Χέγκελ με κάποια θλίψη στη Φαινομενολογία του Πνεύματος, “ο σκοπός ή το τελικό αποτέλεσμα φαίνεται ... να έχει εκφράσει απόλυτα το ολοκληρωμένο γεγονός καθαυτό, στην ίδια του τη φύση: σε αντίθεση μ’ αυτό, το προτσές απλά και μόνο να φέρεις αυτό το γεγονός στο φως θα φαινόταν, για να μιλήσουμε πιο σωστά, να μην έχει ουσιαστική σημασία”, (Χέγκελ: «Άπαντα», τόμ. 4, σελ. 1, 1959).
Αυτό είναι πολύ σωστό. Όσο η διαλεκτική (διαλεκτική λογική) θεωρείται σαν ένα απλό εργαλείο για να αποδείξει κανείς μια από τα πριν παραδεχτή θέση (ανεξάρτητα αν η θέση είχε τεθεί εξαρχής, όπως απαιτούσαν οι κανόνες στις μεσαιωνικές διαμάχες, ή αν βγήκε σαν συμπέρασμα στο τέλος της συζήτησης με σκοπό να δημιουργήσει την εντύπωση ότι δεν ήταν προκατασκευασμένη, δηλαδή σαν να λέει κανείς, “Κοίτα, αυτό πετύχαμε παρ’ όλο που δεν το υποθέσαμε”), θα παραμένει κάτι που “δεν έχει ουσιαστική σημασία”.
Όταν η διαλεκτική μετατρέπεται σε απλό εργαλείο για να αποδείχνει κανείς μια από τα πριν παραδεχτή (ή δοσμένη) θέση, μετατρέπεται σε σοφιστεία που εξωτερικά μόνο μοιάζει με διαλεκτική, αλλά είναι κενή από περιεχόμενο», (Ε. B. Ιλιένκοφ: Διαλεκτική Λογική, σελ. 15-16, Εκδόσεις «Gutenberg»).
Η έμφαση που δίνουν οι σοβιετικοί επιστήμονες και φιλόσοφοι στη διαλεκτική μέθοδο, πρέπει να αποδοθεί αναμφίβολα στη δύναμη της Οκτωβριανής Επανάστασης που ζει στις εθνικοποιημένες σχέσεις ιδιοκτησίας που εγκαθιδρύθηκαν μ’ αυτή την επανάσταση. Σίγουρα δεν συναντιέται στα γραπτά των επιστημόνων που είναι δέσμιοι των ιδεαλιστικών καπιταλιστικών μεθόδων σκέψης στη Δύση.
Έτσι η διαλεκτική μέθοδος, που αρχίζει με το όλο και όχι με τα μέρη, όπως έχει εκτεθεί στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού του Τρότσκι, κάνει αυτό το βιβλίο ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία που έχουν γραφτεί ποτέ.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Η συλλογή αυτή των κειμένων, που για πρώτη φορά παρουσιάζονται σε ολοκληρωμένη έκδοση στην Ελλάδα, είναι ο καρπός της τελευταίας μεγάλης ιδεολογικής μάχης που έδωσε ο Λεόν Τρότσκι πριν δολοφονηθεί από την Γκε Πε Ου τον Αύγουστο του 1940. Το 1938, κάτω από τις δυσκολότερες συνθήκες, ιδρύθηκε η Τέταρτη Διεθνής. Η εγκαθίδρυση του θεμέλιου λίθου του Παγκόσμιου Κόμματος της σοσιαλιστικής επανάστασης αποτελούσε για τη διεθνή εργατική τάξη μια ιστορική νίκη στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και το σταλινισμό και ένα αποφασιστικό βήμα για τη συνέχεια της Οκτωβριανής Επανάστασης και των αρχών του Μαρξισμού-Λενινισμού.
Η νεοϊδρυμένη επαναστατική Διεθνής δεν αντιμετώπισε μόνο το μίσος και τα θανατηφόρα πλήγματα της Γκε Πε Ου και όλων των πρακτορείων του ιμπεριαλισμού. Από το 1939 γνώρισε και την πρώτη, από τα μέσα, επίθεση ενάντια σ’ όλες τις βασικές αρχές της, τις προοπτικές της, τη φιλοσοφική της μέθοδο. Αυτή η επίθεση εξαπολύθηκε από μια μικροαστική αντιπολιτευτική ομάδα στο εσωτερικό του αμερικάνικου τμήματος της Τέταρτης Διεθνούς, του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (SWP), μια φράξια στην οποία ηγούνταν ο καθηγητής Τζέιμς Μπάρναμ, ο Μαξ Σάχτμαν και ο Μάρτιν Άμπερν. Την αντιμετώπισή τους ανάλαβε ο ίδιος ο Λεόν Τρότσκι, εξόριστος τότε στο Κογιοακάν του Μεξικού. Αφορμή για την εμφάνιση του μικροαστικού αυτού μπλοκ έδωσε η υπογραφή του συμφώνου Στάλιν-Χίτλερ και η εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στη Φιλανδία και την Πολωνία. Η ομάδα των Μπάρναμ-Σάχτμαν απόρριψε τη θέση αρχών της Τέταρτης Διεθνούς για την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης, ως ενός γραφειοκρατικά εκφυλισμένου εργατικού κράτους, απέναντι στον ιμπεριαλισμό.
Τα προηγούμενα χρόνια, όταν στόχος της εξωτερικής πολιτικής της σοβιετικής γραφειοκρατίας, την περίοδο των Λαϊκών Μετώπων, ήταν η συμμαχία με τις ιμπεριαλιστικές δημοκρατίες, οι μικροαστοί προπαγανδιστές στο SWP δεν αρνιόντουσαν την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ. Όταν, όμως, το Κρεμλίνο υπόγραψε το σύμφωνο με τους Ναζί, με το χιτλερικό τέρας που γέννησε η σήψη της ιμπεριαλιστικής δημοκρατίας, τα ίδια στοιχεία αντέδρασαν βίαια, προσαρμοζόμενα στην κυρίαρχη τότε ηθική αγανάκτηση της αστικής δημοκρατικής κοινής γνώμης. Αυτή η πολιτική στροφή της μειοψηφίας του SWP ενάντια στην υπεράσπιση της ΕΣΣΔ κι ο χαρακτηρισμός της σαν «γραφειοκρατικού κολεκτιβιστικού καθεστώτος», σαν «κρατικού καπιταλισμού», «ιμπεριαλισμού», ακόμα και «φασισμού», αντιπροσώπευε την απόρριψη της Λενινιστικής και Τροτσκιστικής ανάλυσης του ιστορικού χαρακτήρα της εποχής.
Πίσω από την υποταγή στην αστική δημοκρατία, υπήρχε μια ολόκληρη αντιδραστική προοπτική, γεμάτη από το δηλητήριο της πιο μαύρης μικροαστικής απαισιοδοξίας. Η εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής έπαυε να είναι το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, η εποχή των πολέμων και των επαναστάσεων (Λένιν), η περίοδος της θανάσιμης αγωνίας της κεφαλαιοκρατίας (Τρότσκι) και της μετάβασης στο σοσιαλισμό, μέσα από την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση. Για τον Μπάρναμ, η προοπτική που ανοιγόταν δεν ήταν εκείνη της επέκτασης της Οκτωβριανής Επανάστασης σ’ όλο τον πλανήτη, αλλά αντίθετα η προοπτική της κοσμοκρατορίας ενός ολοκληρωτισμού νέου τύπου. Η βαθύτατα απαισιόδοξη αυτή κοσμοαντίληψη είχε αφετηρία της την ανοιχτή εχθρότητα, από τη μεριά του Μπάρναμ, ή την κυνική αδιαφορία, από τη μεριά του Σάχτμαν, απέναντι στο διαλεκτικό υλισμό, την επιστημονική κοσμοθεωρία του Μαρξισμού.
Η ασύγκριτη δύναμη της αντεπίθεσης του Τρότσκι, το 1939-40, βρίσκεται στο ότι έφερε στο φως το τι κρυβόταν πίσω από τις πολιτικές θέσεις και τις οργανωτικές πρακτικές της αντιπολίτευσης των Μπάρναμ και Σάχτμαν. Έδειξε τις αλληλοσυνδέσεις με τις ταξικές τους ρίζες και τις προοπτικές. Πάνω απ’ όλα, έφερε στο κέντρο της πάλης τη ζωτική αλληλοσύνδεση ανάμεσα στο χτίσιμο της Τέταρτης Διεθνούς και την πάλη για την ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού ενάντια σε κάθε μορφή της αστικής ιδεολογίας. Η τελευταία αυτή μάχη του Τρότσκι, δεν ήταν κάποια συγκυριακή αντιμετώπιση των προβλημάτων σ’ ένα τμήμα της Διεθνούς, το αμερικάνικο κόμμα. Μέσα από τη σύγκρουση με τη φιλοσοφική μέθοδο της αντιπολίτευσης και τη δημιουργική ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας της γνώσης που προήλθε απ’ αυτήν τη σύγκρουση, ο Τρότσκι ήθελε να προετοιμάσει όλο το Παγκόσμιο Κόμμα, την Τέταρτη Διεθνή, για το μεγάλο άλμα στην παγκόσμια επανάσταση, που με εμπιστοσύνη πρόβλεπε ότι θα προκαλούνταν από τον παγκόσμιο πόλεμο.
Η καθοδηγητική γραμμή που χαράζει ο Τρότσκι εδώ είναι πεντακάθαρη: η μόνη επιστημονική βάση για την επαναστατική προετοιμασία και τη νίκη είναι η εκπαίδευση όλων των μελών του Παγκόσμιου Κόμματος, κι όχι μόνο μερικών επίλεκτων διανοητών στη διαλεκτική υλιστική μέθοδο, τη φιλοσοφία του Μαρξισμού: «Η διαλεκτική εξάσκηση του νου, γράφει ο Τρότσκι, είναι τόσο απαραίτητη σ’ έναν επαναστάτη αγωνιστή όσο οι ασκήσεις των δαχτύλων σ’ έναν πιανίστα», (σελ. 100).
Μετά τη δολοφονία του Τρότσκι, η συμβουλή του αυτή αφέθηκε τελείως, με καταστροφικά αποτελέσματα. Το ίδιο το SWP, παρ’ όλη τη νίκη του απέναντι στη μικροαστική μειοψηφία, την επόμενη περίοδο θα υποχωρήσει στις εχθρικές ταξικές πιέσεις, για να περάσει τελικά κάτω από τον πλήρη έλεγχο του Εφ Μπι Αι-ΣΙΑ, όπως απόδειξε η ιστορική έρευνα της Διεθνούς Επιτροπής για τα «Ζητήματα Ασφάλειας και την Τέταρτη Διεθνή».
Μόνο η Διεθνής Επιτροπή της Τέταρτης Διεθνούς, μέσα από τη μακρόχρονη πάλη της ενάντια στο ρεβιζιονισμό, αρχίζοντας με τη ρήξη με τον Παμπλισμό το 1953, ξανάφερε στο επίκεντρο τα κύρια μαθήματα του τελευταίου μεγάλου αγώνα του Τρότσκι.
Όπως υπογραμμίζει το «Μανιφέστο του 8ου Συνεδρίου της Διεθνούς Επιτροπής της Τέταρτης Διεθνούς» (βλ. «Σ.Α.», 15/12/79): «Το Παγκόσμιο αυτό Κόμμα μπορεί να χτιστεί μόνο από στελέχη που σπάνε αποφασιστικά από τη μέχρι τώρα άρνηση να δεχτούν την τελευταία και επείγουσα συμβουλή του Τρότσκι: αναλάβετε την πάλη για την επιστημονική μέθοδο και την κοσμοθεωρία του διαλεκτικού υλισμού σαν τη μόνη βάση για την επαναστατική νίκη. Αυτό είναι το μάθημα της πρώτης πετυχημένης σοσιαλιστικής επανάστασης. Όπως έγραφε ο Τρότσκι: “Η ιστορική εμπειρία είναι πως η μεγαλύτερη επανάσταση σ’ ολόκληρη την Ιστορία δεν καθοδηγήθηκε από το κόμμα που ξεκίνησε με τις βόμβες, αλλά από το κόμμα που ξεκίνησε με τον διαλεκτικό υλισμό”». (σελ. 130).
Μέχρι τώρα μόνο αποσπάσματα αυτού του έργου έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Η πρώτη ολοκληρωμένη παρουσίασή του σήμερα από τις εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ» και την ΕΔΕ, είναι αναπόσπαστη από την ανάληψη αυτής της τελευταίας συμβουλής του ιδρυτή της Τέταρτης Διεθνούς από μια νέα γενιά επαναστατών, στην εκρηκτική αυτή φάση της παγκόσμιας επανάστασης, μετά το Ιράν και τη Νικαράγουα. Η καθυστερημένη ιστορική ανάπτυξη της χώρας, οι παραδόσεις του αντιθεωρητισμού και του μιμητικού φορμαλισμού της ντόπιας αστικής τάξης και οι καταστροφικές συνέπειες του σταλινισμού πάνω στο κομμουνιστικό κίνημα εμπόδισαν για δεκαετίες την ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού σαν οδηγού στην επαναστατική πράξη. Μόνο ο τροτσκιστής ηγέτης Παντελής Πουλιόπουλος, στις φυλακές της Ακροναυπλίας, την ίδια περίπου περίοδο με τον Τρότσκι, και μετά από την πάλη του ενάντια στους «ντεφετιστές», τους έλληνες ομοϊδεάτες του Σάχτμαν, σαν τον Στίνα, είχε υπογραμμίσει τη ζωτική σημασία της εκπαίδευσης στελεχών στη μαρξιστική φιλοσοφία. Ο αγώνας του έμεινε απομονωμένος και βασικά άγνωστος. Πολύ αργότερα, στα χρόνια της χούντας, και μέσα στους όρους που διαμόρφωσε η πάλη της Διεθνούς Επιτροπής, οι τροτσκιστές ξαναγύρισαν στα μαθήματα της πάλης του 1939-40.
Μεγάλα αποσπάσματα από την Υπεράσπιση του Μαρξισμού δημοσιεύτηκαν στα ελληνικά. Η πρώτη ελληνική έκδοση των Φιλοσοφικών Τετραδίων του Λένιν κυκλοφόρησε από την ΕΔΕ τις παραμονές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Ήταν η απαραίτητη προετοιμασία για τις δραματικές εξελίξεις και αλλαγές που ακολούθησαν. Σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, και η τωρινή έκδοση της Υπεράσπισης του Μαρξισμού έρχεται να εξοπλίσει την πρωτοπορία για την ιστορική αναμέτρηση που βρίσκεται μπροστά μας.
Φλεβάρης 1980
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ 1966
Ανάμεσα στην ίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς, το 1938, και στη δολοφονία του, το 1940, ο Τρότσκι έκανε μια σειρά ανεκτίμητων προσφορών στη μαρξιστική θεωρία. Γράφοντας για τον ερχόμενο Παγκόσμιο Πόλεμο, την υπεράσπιση των κατακτήσεων της Οκτωβριανής Επανάστασης ενάντια στον ιμπεριαλισμό και ενάντια στη σταλινική γραφειοκρατία, για την ενσωμάτωση των συνδικάτων στο καπιταλιστικό κράτος, ο Τρότσκι βάθυνε το χαρακτηρισμό της εποχής, που είχε κάνει στο ιδρυτικό πρόγραμμα της Τέταρτης Διεθνούς: Η Θανάσιμη Αγωνία του Καπιταλισμού και τα Καθήκοντα της Τέταρτης Διεθνούς. Ο Λένιν είχε ονομάσει τον Ιμπεριαλισμό, Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού, εποχή των πολέμων και των επαναστάσεων. Ο Τρότσκι βασίστηκε σ’ αυτή την ιστορική άποψη των καθηκόντων του προλεταριάτου. Οι παραγωγικές δυνάμεις του ανθρώπου είχαν αρχίσει να λιμνάζουν και η κοινωνία, κατά συνέπεια, απειλούνταν με την καταστροφή του ίδιου του πολιτισμού. Η κρίση αυτή της ανθρωπότητας θα μπορούσε να λυθεί μόνο με την προλεταριακή επανάσταση. Για να πετύχει όμως την κατάληψη της εξουσίας το προλεταριάτο, θα έπρεπε να λυθεί η κρίση ηγεσίας μέσα στην εργατική τάξη: η Τέταρτη Διεθνής θα χτιζόταν μόνο στη διάρκεια ενός αδυσώπητου αγώνα ενάντια στις καθιερωμένες σοσιαλδημοκρατικές και σταλινικές ηγεσίες, που και οι δυο είχαν τώρα περάσει στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης.
Η οικοδόμηση της διάδοχης αυτής ηγεσίας, και όλα τα προβλήματα που αυτή περιλαμβάνει, αποτελούν την ουσία της πάλης του Τρότσκι. Ήταν ένα καθήκον που είχε αναληφθεί αναγκαστικά σε μια περίοδο που ξεκίναγε και χαρακτηριζόταν από ήττες για το προλεταριάτο και νίκες για την πιο μαύρη αντίδραση, ιδιαίτερα στη Γερμανία και την Ισπανία. Η ίδια κρίση, που παρήγαγε το φασισμό στην Ιταλία, τη Γερμανία και την Ισπανία και που δυνάμωσε την παρασιτική γραφειοκρατία μέσα στο εκφυλισμένο εργατικό κράτος, στην ΕΣΣΔ, δημιούργησε πολλές ποικιλίες της πολιτικής του αποπροσανατολισμού ανάμεσα στους μικροαστούς των «δημοκρατικών» χωρών. Ριγμένοι ανάμεσα στη φασιστική σκληρότητα του χρηματιστικού κεφαλαίου, από τη μια, και την εν δυνάμει ισχύ του προλεταριάτου, από την άλλη, ήταν λεία των επιπόλαιων θελγήτρων των «λαϊκών μετώπων» που αγκάλιαζαν όλους τους εραστές της δημοκρατίας, ανεξάρτητα από ταξικά συμφέροντα. Όπου τα εργατικά κόμματα πήραν μέρος σε τέτοια μέτωπα, αυτό έγινε μέσα από τον μικροαστικό μηχανισμό που τα έλεγχε. Η απότομη άνοδος της λεγόμενης «προλεταριακής κουλτούρας» στη δεκαετία του ’30 ήταν μια απόπειρα της αριστερής μικροαστικής ιντελιγκέντσιας να προσαρμόσει την εργατική τάξη και τη δύναμή της στις απαιτήσεις αυτής της «δημοκρατικής» συμμαχίας. Ήταν επιτρεπτό να εξυμνεί κανείς τη δύναμη και τη ζωτικότητα της εργατικής τάξης, αλλά ήταν αμάρτημα να την κινητοποιήσει ανεξάρτητα για την επανάσταση.
Η Τέταρτη Διεθνής του Τρότσκι ήταν φυσικά ανάθεμα για τη μεγάλη πλειοψηφία των μικροαστών αυτών διανοουμένων και τους γραφειοκράτες συμμάχους τους. Δικηγόροι, ιστορικοί, επιστήμονες και άνθρωποι των γραμμάτων, όλοι μαζί δεν βρήκαν καμιά δυσκολία να αποδεχτούν τις παραποιήσεις των Δικών της Μόσχας, στις οποίες ο Τρότσκι και όλη η «παλιά φρουρά» των μπολσεβίκων «αποδείχτηκε» ότι είναι από παλιά πράκτορες του ιμπεριαλισμού και του φασισμού. Αλλά στη διάρκεια της μάχης του Τρότσκι κατά της σταλινικής γραφειοκρατίας μερικοί διανοούμενοι της Αριστεράς προσελκύστηκαν στις ιδέες του και συμμετείχαν στη δουλειά των πρώτων ομάδων που τελικά επρόκειτο να σχηματίσουν την Τέταρτη Διεθνή: Η τροτσκιστική κριτική των καταχρήσεων της σταλινικής γραφειοκρατίας, στην ΕΣΣΔ και στην Κομμουνιστική Διεθνή, έκαναν ικανά πολλά από αυτά τα άτομα να πλουτίσουν τις σοσιαλιστικές τους πεποιθήσεις με τον εκφυλισμό του εργατικού κράτους και τις προδοσίες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα, οι λαμπρές συνεισφορές του Τρότσκι σε πολλά πεδία τούς εντυπωσίασε, σε αντίθεση με τη μολυβένια ορθοδοξία που είχε καταλάβει όλες τις σφαίρες της μαρξιστικής μελέτης στα χέρια της σταλινικής γραφειοκρατίας.
Τις πιο πολλές φορές, αυτοί που κερδήθηκαν πάνω σε τέτοιες βάσεις αποδείχτηκαν τυχαίες μορφές, που έκαναν περιστασιακές μόνο προσφορές στη δουλειά της Αριστερής Αντιπολίτευσης και της Τέταρτης Διεθνούς. Η ουσία της πάλης του Τρότσκι τους ξέφευγε. Το να μάθει κανείς πως να κριτικάρει τις καταχρήσεις του σταλινισμού ήταν ένα πράγμα, το να το κάνει όμως αυτό με συνέπεια, μέσα στα πλαίσια της υπεράσπισης των κατακτήσεων της Οκτωβριανής Επανάστασης, ήταν κάτι άλλο. Μια τέτια υπεράσπιση ήταν, και είναι ακόμα δυνατή, μόνο με τη μέθοδο της προλεταριακής επανάστασης. Η οικοδόμηση νέων επαναστατικών κομμάτων για την κοινωνική επανάσταση στις καπιταλιστικές χώρες, και για την πολιτική επανάσταση ενάντια στη γραφειοκρατία στο εκφυλισμένο εργατικό κράτος –αυτό το καθήκον επρόκειτο να αποδειχτεί η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον Τρότσκι και τους αυτοαποκαλούμενους υποστηριχτές του. Ο πρώτος χρόνος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έβαλε το ζήτημα πιο αποφασιστικά από ποτέ άλλοτε. Ο Στάλιν είχε υπογράψει τη συνθήκη του με τον Χίτλερ. Τα σοβιετικά στρατεύματα ήταν στην Πολωνία και τη Φιλανδία. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα όλου του κόσμου έκαναν προπαγάνδα ενάντια στους γάλλους και βρετανούς ιμπεριαλιστές, αλλά λιγότερο ενάντια στους γερμανούς ιμπεριαλιστές. Σαν αποτέλεσμα παρουσιάστηκε μια υστερική αντίδραση από τη «δημοκρατική» μικροαστική ιντελιγκέντσια που μέχρι τώρα είχε δεχτεί τη γραμμή της «ενότητας» των Κομμουνιστών, των φιλειρηνιστών και των δημοκρατών ενάντια στο χιτλερισμό. Σ’ αυτό το «δημοκρατικό» περιβάλλον, πολλοί που προηγούμενα είχαν αναγκαστεί να κριτικάρουν ανοιχτά το σταλινισμό, τώρα είχαν το καθήκον να υπερασπίσουν την ΕΣΣΔ, παρά την πολιτική του Στάλιν. Αλλά βρήκαν την πίεση του επαγγελματικού τους περιβάλλοντος πιο δυνατή από τις ανάγκες της ιστορικής πάλης για την πολιτική ανεξαρτησία της εργατικής τάξης. Όπως και οι κάποτε «σύμμαχοι» της εργατικής τάξης στα «λαϊκά μέτωπα», το θεώρησαν αναγκαίο να καταδικάσουν χωρίς όρους τις πράξεις του Κρεμλίνου, και τελικά να υποστηρίξουν τον πόλεμο τον «δυτικών δημοκρατών» ενάντια στη φασιστική Γερμανία και Ιταλία που υποστηρίζονταν από τη συνθήκη Στάλιν-Χίτλερ. Για μια σύντομη περίοδο μιλούσαν, σαν τον Μπάρναμ και τον Σάχτμαν, για ένα «τρίτο στρατόπεδο» –αυτό που ο Τρότσκι ονόμασε: «το στρατόπεδο των αφηνιασμένων μικροαστών»!
Το βιβλίο, Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού είναι η συλλογή των γραφτών του Τρότσκι ενάντια στην ομάδα αυτή των συνθηκολόγων που σήκωσαν τη σημαία της αντιπολίτευσης μέσα στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (ΕΠΑ) το 1939. Ο κύριος εκπρόσωπος των απόψεων αυτής της αντιπολίτευσης ήταν ο Τζέιμς Μπάρναμ, που αργότερα έγινε διάσημος σαν συγγραφέας του βιβλίου, Η Επανάσταση των Διευθυντών και διαβόητος σαν ανοιχτός υποστηριχτής του ατομικού πολέμου ενάντια στην ΕΣΣΔ. Στην πραγματικότητα, Η Επανάσταση των Διευθυντών βασίστηκε στις θεωρίες που από το 1933 ανάπτυξε ο Μπρούνο Ρίτζι. Το βιβλίο του, Ο Γραφειοκρατισμός του Κόσμου αναφέρεται από τον Τρότσκι στη συζήτηση που περιέχει αυτό το βιβλίο. Ο Μπάρναμ δεν πρόσθεσε τίποτε στις θεωρίες αυτές εκτός από μια σειρά βιαστικά μαζεμένες εντυπώσεις στα χρόνια που μεσολάβησαν. Τελευταία, ορισμένοι «σοφοί» ερευνητές στην Ευρώπη ξαναβρήκαν με κόπο την ομοιότητα ανάμεσα στα δυο βιβλία, μετά από δυο δεκαετίες όπου κοινωνιολόγοι και πολιτικοί «επιστήμονες» είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν την Επανάσταση των Διευθυντών σαν ένα είδος ευαγγελίου. Ο Λένιν δεν είχε άδικο όταν, πριν 60 χρόνια, επέμενε ότι η αδυναμία και η σχεδόν αποσύνθεση της αστικής ιδεολογίας έκανε αναγκαία την ύπαρξη του ρεβιζιονισμού μέσα στο μαρξιστικό κίνημα. Μόνο αυτός θα μπορούσε να προμηθέψει τις αναγκαίες στον καπιταλισμό εκλογικεύσεις στην εποχή των πολέμων και των επαναστάσεων.
Η ουσία του βιβλίου αυτού του Τρότσκι είναι η πάλη του ενάντια σ’ αυτόν τον ρεβιζιονισμό και για τη συνέχεια του επαναστατικού μαρξισμού. Για την οικοδόμηση της Τέταρτης Διεθνούς, και ιδιαίτερα ενός τμήματος μέσα στις ΕΠΑ, η πάλη αυτή ενάντια στο ρεβιζιονισμό έκανε αναγκαία μια επιστροφή στη θεμελιώδη βάση του μαρξισμού, το διαλεκτικό υλισμό. Ο Μπάρναμ και ο Σάχτμαν διαμαρτυρήθηκαν βίαια λέγοντας ότι η έκθεση της υλιστικής διαλεκτικής που έκανε ο Τρότσκι ήταν μια παρέκκλιση, ότι τα «συγκεκριμένα ζητήματα» πρέπει να είναι τα αποφασιστικά ζητήματα. Ισχυρίστηκαν ότι η συμφωνία στην πολιτική προοπτική δεν εξαρτιόταν καθόλου από τη συμφωνία στη μαρξιστική μέθοδο. Αλλά η ίδια η συζήτηση στην οποία έπαιρναν μέρος, είχε ένα χαρακτήρα που δεν μπορούσε να κατανοηθεί παρά μόνο με αυτή τη μέθοδο. Οι μαρξιστές επιμένουν στο ότι τα λεγόμενα συγκεκριμένα ζητήματα της σύγχρονης πολιτικής πρέπει να προσεγγίζονται με το ταξικό κριτήριο, δηλαδή με μια μέθοδο που περιέχει την προϋπόθεση του πραγματικού περιεχομένου των δυνάμεων, που η πάλη τους δημιουργεί αυτά τα «συγκεκριμένα ζητήματα». Αν μια τάση μέσα στο κίνημά μας απορρίπτει αυτή την προσέγγιση, αποδέχεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τις κατηγορίες της αστικής σκέψης, κατηγορίες για τα διάφορα πεδία σκέψης που αφαιρούν τη σκέψη από την ταξική πάλη που είναι η υλική τους βάση.
Με άλλα λόγια, η πάλη ενάντια στη μικροαστική αντιπολίτευση στο ΣΕΚ, το 1939-40, δεν ήταν απλώς μια διαφωνία για τα άμεσα πολιτικά ζητήματα, ούτε για τα «φιλοσοφικά» ζητήματα που εισήγαγε ο Τρότσκι. Ήταν μια πάλη ζωντανών δυνάμεων, των προλετάριων επαναστατών που πάλευαν για τον μπολσεβικισμό στην Τέταρτη Διεθνή ενάντια στους ρεβιζιονιστές αντιπροσώπους των αστικών ταξικών συμφερόντων. Ο Τρότσκι το εξηγεί αυτό στο «Ανοιχτό Γράμμα στον Μπάρναμ»:
«Η ουσία του ζητήματος, ωστόσο, συνίσταται στο ότι η συζήτηση έχει τη δική της αντικειμενική λογική, που δεν συμπέφτει καθόλου με την υποκειμενική λογική ατόμων και ομάδων. Ο διαλεκτικός χαρακτήρας της συζήτησης απορέει από το γεγονός ότι η αντικειμενική πορεία καθορίζεται από τη ζωντανή σύγκρουση των αντιτιθέμενων τάσεων, κι όχι από κανένα προκατασκευασμένο λογικό σχέδιο. Η υλιστική βάση της συζήτησης συνίσταται στο ότι αντανακλά την πίεση διαφορετικών τάξεων. Έτσι, η τωρινή συζήτηση μέσα στο ΣΕΚ, όπως το ιστορικό προτσές σαν όλο, αναπτύσσεται –με ή χωρίς την άδειά σου, σύντροφε Μπάρναμ– σύμφωνα με τους νόμους του διαλεκτικού υλισμού. Δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς από αυτούς τους νόμους».
Όλες οι θεωρητικές θέσεις της αντιπολίτευσης Μπάρναμ-Σάχτμαν, πήγαζαν από τον ταξικό της χαρακτήρα, και ο Τρότσκι από την αρχή τόνισε ότι το Κόμμα αναγκαστικά έπρεπε να αναλάβει μια μακρόχρονη και εξαντλητική πάλη:
«Η τωρινή αντιπολίτευση, όπως κάθε άλλη μικροαστική ομάδα μέσα στο σοσιαλιστικό κίνημα, διακρίνεται από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: περιφρονητική στάση προς τη θεωρία και μια τάση προς τον εκλεκτικισμό. Έλλειψη σεβασμού προς την παράδοση της ίδιας τους της οργάνωσης. Ανησυχία για την προσωπική τους «ανεξαρτησία» σε βάρος της ανησυχίας για την αντικειμενική αλήθεια. Νευρικότητα αντί για συνέπεια. Ετοιμότητα να πηδήξουν από τη μια θέση στην άλλη. Έλλειψη κατανόησης και εχθρότητα προς τον επαναστατικό συγκεντρωτισμό. Και, τέλος, μια τάση να αντικαταστήσουν την κομματική πειθαρχία με δεσμούς κλίκας και προσωπικές σχέσεις».
Η πάλη ενάντια στη μικροαστική αντίθεση στο συγκεντρωτισμό, ενάντια στην απόρριψη απομέρους τους των παραδόσεων του κινήματος, ήταν η ίδια με την πάλη για την υπεράσπιση του διαλεκτικού υλισμού ενάντια στον κυρίαρχο πραγματισμό της αμερικάνικης ριζοσπαστικής ιντελιγκέντσιας, που η αντιπολίτευση έφερε μέσα στο ΣΕΚ. Ο Κάνον και η ηγεσία της πλειοψηφίας του ΣΕΚ πάλεψαν επίμονα για να υπερασπίσουν και να χτίσουν το Κόμμα και να πετάξουν έξω την αντιπολίτευση, όταν αυτή αποδείχτηκε αμετάπειστη σε κάθε προσπάθεια να κερδηθεί στις επαναστατικές θέσεις. Αλλά το κύριο μάθημα της διαμάχης του 1939-40 πήγε χαμένο γι’ αυτή την ηγεσία, με τραγικά αποτελέσματα. Η φιλοσοφική άποψη που η μικροαστική αντιπολίτευση μετάφερε μέσα στο ΣΕΚ, δεν ήταν απλά μια σειρά επιχειρημάτων που δίλεξαν ο Μπάρναμ και οι άλλοι για να δικαιολογήσουν την υποταγή τους στην πίεση της «δημοκρατικής» γνώμης. Έκφραζε τον κυρίαρχο τρόπο σκέψης της αμερικάνικης αστικής ιδεολογίας. Ο ίδιος αυτός πραγματισμός διαπερνά κάθε σφαίρα της καπιταλιστικής ιδεολογίας στις ΕΠΑ, συμπεριλαμβανομένου, φυσικά, και του εργατικού κινήματος. Ο Τρότσκι έκανε μια σοβαρή προειδοποίηση στο ΣΕΚ, τονίζοντας ότι αν δεν γίνει μια συστηματική πάλη για την υλιστική διαλεκτική με ένα συνεπή τρόπο ενάντια στον πραγματισμό, ποτέ δεν θα χτιζόταν στην Αμερική μια επαναστατική πρωτοπορία. Η επιστημονική κατανόηση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και ολόκληρου του κοινωνικού και πολιτικού του εποικοδομήματος, που είναι αναγκαία για την επεξεργασία μιας σωστής στρατηγικής και τακτικής, δεν μπορεί να επιτευχθεί, παρά μόνο μέσα από μια βαθιά κριτική της πραγματιστικής κληρονομιάς. Αυτό δεν είναι μια ακαδημαϊκή επιδίωξη, που μπορεί να αφεθεί μόνο στους «ειδικούς» του Κόμματος για τη φιλοσοφία (αν και περιλαβαίνει βέβαια μια ειδικευμένη δουλειά) αλλά μια συνεχής πάλη μέσα στο επαναστατικό κόμμα για τη διαλεκτική υλιστική άποψη και μέθοδο. Ο διαλεκτικός υλισμός είναι η ενότητα της θεωρίας και της πράξης. Είναι μέσα στην πρακτική πάλη να καθοδηγήσει το προλεταριάτο και να οικοδομήσει το Κόμμα που τα ουσιαστικά προβλήματα της πάλης ενάντια στον πραγματισμό έρχονται στην επιφάνεια και λύνονται. Αυτή ήταν η σπουδαιότητα της συζήτησης του 1939-40. Ήταν το πρώτο βήμα, και μάλιστα ένα τεράστιο βήμα, στην όλη αυτή πορεία της πάλης για το μαρξισμό μέσα στο ΣΕΚ.
Τα επόμενα χρόνια αποκάλυψαν όλο και πιο καθαρά, ότι αυτή η ενότητα θεωρίας και πράξης, η ανάγκη για ανάπτυξη της θεωρίας, δεν είχε αφομοιωθεί από την ηγεσία του ΣΕΚ. Ο μαρξισμός ήταν γι’ αυτούς ένα πρόγραμμα, ένα σύνολο ιδεών που συμμορφώνονταν με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, ένα είδος φυσικού συμπεράσματος που κάθε ταξικά συνειδητός εργάτης θα έπρεπε να αποδεχτεί. Δεν συνέλαβαν τη μαρξιστική θεωρία της γνώσης σαν την κοινωνική, ταξική βάση κάθε ιδεολογίας στην κοινωνία. Ποτέ δεν επεξεργάστηκαν τις ιστορικές ρίζες του δικού τους πολιτικού και ιδεολογικού παρελθόντος μέσα στο αμερικάνικο εργατικό κίνημα. Εκτός από την κατανόηση, που είχε ο Κάνον, ότι ο μαρξισμός ήταν ο αναγκαίος διάδοχος των καλύτερων παραδόσεων των IWW (Ένωση Βιομηχάνων Εργατών του Κόσμου) και των πρώτων μαχητικών αγώνων της αμερικάνικης εργατικής τάξης, ήταν επίσης αναγκαίο να κατανοήσει τα όρια αυτών των πρώτων κινημάτων, τα οπορτουνιστικά και σεχταριστικά χαρακτηριστικά, ενός ιδιαίτερα «αμερικάνικου» και πραγματιστικού χαρακτήρα, που αναγκαστικά, αυτά, έφερναν μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα.
Για χρόνια, η βασική αυτή αδυναμία του ΣΕΚ δεν ήταν φανερή. Αναπόφευκτα, η ωρίμανση της κρίσης του αμερικάνικου καπιταλισμού την έφερε στην επιφάνεια. Τόσο ευαίσθητες είναι οι Ενωμένες Πολιτείες στις διεθνείς αντιφάσεις του ιμπεριαλισμού, ώστε οι προκαταρκτικές μάχες της αμερικάνικης επανάστασης περιέχουν ήδη μια τεράστια εκρηχτική γόμωση. Οι πλούσιες ιμπεριαλιστικές χώρες όχι μόνο δεν έδωσαν παραδείγματα «ειρηνικών δρόμων προς το σοσιαλισμό», αλλά και χαρακτηρίζονται οι κοινωνικές δομές τους από τις πιο οξείες αντιφάσεις. Γενιές ολόκληρες «προσαρμογής», «συμβιβασμού» και πραγματιστικών μπαλωμάτων, έχουν επιτρέψει την πιο συμπυκνωμένη συσσώρευση όλων των βασικών προβλημάτων. Το πολιτικό εποικοδόμημα κυριαρχούνταν από τους εκπροσώπους των μικροαστών και των πιο εύπορων εργατών. Οι ιδεολογικές τους πανάκειες χρησίμεψαν για ένα μεγάλο διάστημα, να δημιουργηθεί μια εικόνα μόνιμης προσαρμογής και αναπροσαρμογής. Αλλά ο ίδιος αυτός αποκλεισμός των πλατύτερων στρωμάτων της εργατικής τάξης από τις γραφειοκρατικές και πολιτικές μορφές της «επίσημης» κοινωνίας και του εργατικού κινήματος προετοίμασε τα βίαια και στοιχειακά ξεσπάσματα που τώρα χαραχτηρίζουν την αμερικάνικη κοινωνία. Τα «αναγνωρισμένα» κινήματα διαμαρτυρίας που τα ίδια είναι μάλλον το αριστερό χέρι ολόκληρου του συντηρητικού εποικοδομήματος παρά η έκφραση μιας οργανωμένης εξέγερσης, είναι εντελώς ανίκανα να ανταποκριθούν συνειδητά σε αυτή την κατάσταση. Για κάτι τέτοιο χρειάζεται μια μαρξιστική ηγεσία. Και μια τέτια ηγεσία μπορούσε να είχε προετοιμαστεί μόνο πάνω στις γραμμές ακριβώς που υποδείξαμε πιο πάνω, χρησιμοποιώντας τη διαλεκτική μέθοδο για να διεισδύσει κάτω από την επιφάνεια κάθε εξέλιξης τόσο μέσα στις ΕΠΑ όσο και διεθνώς. Χωρίς μια πάλη ενάντια στο ρεβιζιονισμό, που να ανανεώνει και να αναπτύσσει τα υλιστικά και διαλεκτικά θεμέλια του μαρξισμού και του προγράμματος του Κόμματος, το κίνημα κινδυνεύει να πέσει θύμα στις αντιδράσεις των αριστερών μικροαστών, αντί να αναπτύξει ένα ανεξάρτητο πρόγραμμα για τις μάζες που σπρώχνονται στην πάλη από την όλο και πιο βαθιά κρίση του καπιταλισμού, που στην εποχή μας πάει δίπλα δίπλα με τη θανάσιμη κρίση της σταλινικής γραφειοκρατίας.
Μέσα στην Τέταρτη Διεθνή, ένας νέος ρεβιζιονισμός ωρίμασε στα χρόνια που ακολούθησαν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκφρασμένος συνεπέστερα στις ιδέες και τις μέθοδες του Μιχάλη Πάμπλο –Γραμματέα τότε της Διεθνούς– πήρε τη μορφή συνθηκολόγησης μπροστά στη γραφειοκρατία του Κρεμλίνου. Φτάνοντας στο αποκορύφωμά της το 1952-53, η λικβινταριστική αυτή τάση απείλησε την ίδια την ύπαρξη της Διεθνούς και των τμημάτων της. Ο μεταπολεμικός «συσχετισμός των δυνάμεων» σε παγκόσμια κλίμακα ερμηνεύτηκε από τον Πάμπλο με έναν τρόπο εντελώς ξένο προς το μαρξισμό. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, η γραφειοκρατία όχι μόνο μπόρεσε να επιζήσει από τον πόλεμο, αλλά και διατήρησε τον έλεγχό της πάνω στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ακόμα και όταν η καπιταλιστική εξουσία καταστρεφόταν σε ολόκληρες νέες περιοχές, από τη Γιουγκοσλαβία μέχρι την Κίνα. Ο Πάμπλο συμπέρανε ότι η κρίση του ιμπεριαλισμού θα οδηγούσε αναπόφευκτα σ’ έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, που τον ονόμασε πόλεμο-επανάσταση, γιατί στη διάρκειά του τα εργατικά κράτη που ελέγχονται από τους σταλινικούς, θα αναγκάζονταν να παλέψουν για την ύπαρξή τους ενάντια στους ιμπεριαλιστές, κι αυτό θα οδηγούσε σε επαναστατικούς αγώνες για την εξουσία στις καπιταλιστικές χώρες, κάτω από την ηγεσία των σταλινικών κομμάτων. Οι συνέπειες θα ήταν «αιώνες εκφυλισμένων εργατικών κρατών». Αφού αυτό το προτσές είχε ήδη αρχίσει, και δεν περίμενε να χτιστούν τροτσκιστικά κόμματα, έλεγε ο Πάμπλο, η πραγματική ευθύνη των μαρξιστών ήταν να αναγνωρίσουν τις αντικειμενικές δυνάμεις που λειτουργούσαν και να δράσουν ανάλογα. Αυτό οδηγούσε ολοφάνερα στον λικβινταρισμό.
Μόνο όταν η γραμμή του Πάμπλο απείλησε να διαταράξει την εσωτερική ζωή του ΣΕΚ, ο Κάνον αναγκάστηκε να αναγνωρίσει το λικβινταριστικό και ρεβιζιονιστικό χαρακτήρα του παμπλισμού. Στο τέλος του 1953, ο Κάνον δημοσίεψε το «Ανοιχτό Γράμμα» του ΣΕΚ προς τα τροτσκιστικά κόμματα του κόσμου, καταγγέλλοντας τον παμπλισμό σαν μια μη-τροτσκιστική τάση και σπάζοντας οριστικά από αυτόν. Ο Κάνον χαρακτήρισε το σπάσιμο από τον παμπλισμό τόσο αποφασιστικό όσο αποφασιστική ήταν η ρήξη ανάμεσα στον μπολσεβικισμό και τη σοσιαλδημοκρατία το 1914. Κι όμως το ΣΕΚ απότυχε να φέρει ως το τέλος τη διάσπαση αυτή με τον τρόπο που ο Τρότσκι δίδαξε το 1939-40. Μετά από λίγους μόνο μήνες, η θεωρητική αυτή συζήτηση πέθανε. Αντί να φτάσουν στις μεθοδολογικές και φιλοσοφικές ρίζες του διεθνούς αυτού ρεβιζιονισμού, ο Κάνον και οι ηγέτες του ΣΕΚ βρέθηκαν πολύ σύντομα να διαπραγματεύονται για «επανενοποίηση» με τις παμπλικές δυνάμεις και να απομακρύνονται από τη Διεθνή Επιτροπή, την οποία υποστήριζαν από το 1953. Οι αποφάσεις των συνεδρίων τους και οι πολιτικές διακηρύξεις τους άρχισαν να χαρακτηρίζονται από αμφίβολες και κατόπιν από καθαρά ρεβιζιονιστικές διατυπώσεις πάνω σε θέματα διεθνών προοπτικών. Τελικά η «επανενοποίηση» που γύρευαν επιτεύχθηκε, όχι πάνω στη βάση αρχών φέρνοντας ως το τέλος την πάλη που άρχισε το 1953, αλλά ακριβώς πάνω στα λεγόμενα «συγκεκριμένα ζητήματα» του τύπου εκείνου που τόσο αγαπούσαν οι Μπάρναμ και Σάχτμαν το 1940. Αυτό που ο Μπάρναμ και ο Σάχτμαν ήταν ανίκανοι να κάνουν στο ΣΕΚ το 1940, το κατόρθωσε ο Κάνον το 1961-63. Αποφεύγοντας τη συζήτηση πάνω στη θεωρητική βάση του σχίσματος του 1953, ο Κάνον επέστρεψε στο παμπλικό στρατόπεδο, πάνω στη βάση ότι τα συγκεκριμένα αυτά ζητήματα βρήκαν το ΣΕΚ και τους παμπλικούς σε ταυτόσημες θέσεις.
Στην πραγματικότητα, το ΣΕΚ αποδέχτηκε τον λικβινταρισμό του Πάμπλο. Το δρόμο προς αυτή τη θέση τον βρήκαν, κυρίως, υποτασσόμενοι στον καστρισμό και στους μικροαστούς οπαδούς του στις ΕΠΑ, και όχι με την άμεση υποταγή τους στον σταλινικό μηχανισμό όπως έκανε ο Πάμπλο. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν το ίδιο –και ο Κάνον εξύμνησε τις ενέργειες του Χρουστσόφ όταν απόσυρε τους πυραύλους στη διάρκεια της κουβανέζικης κρίσης, το 1962, με το ρητορικό ερώτημα: «τι άλλο θα μπορούσε να κάνει στις δοσμένες συνθήκες;». Μέσα από τον Κάστρο και τον παμπλισμό, ο Κάνον, έφτασε σ’ ό,τι αφορά τη μέθοδο, ακριβώς στο σημείο εκείνο, όπου βρισκόταν ο Μπάρναμ και ο Σάχτμαν το 1939-40. Το κύριο όργανο για την ολοκλήρωση της καταπληκτικής αυτής μεταμόρφωσης ήταν το ίδιο «;ριζοσπαστικό περιβάλλον» στις ΕΠΑ που είχε προσφέρει την κινητήρια δύναμη για τους Μπάρναμ και Σάχτμαν. Το να επιμείνει στην ανεξάρτητη κινητοποίηση της εργατικής τάξης πίσω από μια συνειδητή τροτσκιστική πρωτοπορία, αυτό θα προκαλούσε την κατηγορία του «σεχταρισμού» από όλους αυτούς τους μικροαστούς ριζοσπάστες, που έδειχναν τις επιτυχίες του νέου τύπου ηγέτη –του Φιντέλ Κάστρο. Αυτός ο φτηνός ιμπρεσιονισμός ανυψώθηκε στο επίπεδο μιας «θεωρίας». Ζητήθηκε από τα στελέχη της Τέταρτης Διεθνούς να δεχτούν την ιδέα ότι η επαναστατική ηγεσία θα ξεπηδήσει «μέσα στο προτσές της ίδιας της επανάστασης». Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμα ότι οι μικροαστοί εθνικιστές ηγέτες θα αναγκάζονταν από την αντικειμενική λογική της πάλης, σε πολλές περιπτώσεις, να γίνουν μαρξιστές. Ο Φιντέλ Κάστρο, ήταν, λόγου χάρη, ένας «φυσικός ή «ασυνείδητος» μαρξιστής. Όπως πάντα, ο εμπειρισμός φάνηκε ότι απέχει ένα μόνο βήμα από τον πιο τρελό ιδεαλισμό.
Αναπόφευκτα, η εγκατάλειψη αυτή του μαρξισμού είχε τις συνέπειές της στην πολιτική του ΣΕΚ μέσα στις Ενωμένες Πολιτείες. Ήδη δείξαμε ότι μόνο ένα κόμμα εκπαιδευμένο στη μαρξιστική θεωρία πάνω στις γραμμές που επέμενε ο Τρότσκι, θα ήταν ικανό να αντιμετωπίσει τα ιδιαίτερα σκληρά και εκρηκτικά προβλήματα της καπιταλιστικής κοινωνικής κρίσης στις ΕΠΑ. Η δολοφονία του προέδρου Τζ.Φ.Κένεντι (22 του Νοέμβρη 1963) απόσπασε από την Εθνική Επιτροπή του ΣΕΚ ένα συλλυπητήριο γράμμα προς τη χήρα Κένεντι! Μπροστά στον όλο και μεγαλύτερο και μανιασμένο καταρράκτη του νέγρικου κινήματος, το ΣΕΚ έγινε ουραγός –πρώτα στους «Δημοκρατικούς» και ύστερα στους μαύρους εθνικιστές ηγέτες– δίνοντάς τους ένα αριστερό κάλυμμα. Φτάσανε ακόμα μέχρι το σημείο να απαιτήσουν την επέμβαση των ενόπλων δυνάμεων της αμερικάνικης κυβέρνησης για να επιβάλουν τον τερματισμό των φυλετικών διακρίσεων ενάντια στις αντιδραστικές διοικήσεις των Νότιων Πολιτειών! Στο κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, τα μέλη του ΣΕΚ πολέμησαν εκείνους τους μαρξιστές που σήκωσαν τη σημαία του ταξικού πολέμου ενάντια στη δική τους αστική τάξη, στάθηκαν στο πλευρό των βιετναμέζων εργατών και αγροτών, και καλούσαν για στρατιωτική ήττα των αμερικάνικων δυνάμεων.
Αυτός ο εκφυλισμός μας θυμίζει τις διάφορες δηλώσεις, σε αυτό το βιβλίο του Τρότσκι, σχετικά με τους εξαιρετικούς κινδύνους καθώς και τις δυνατότητες της περιόδου της ιμπεριαλιστικής παρακμής. Γίνεται πιο αναγκαίο από ποτέ να τονιστεί κυρίως η ανάγκη για το ανεξάρτητο επαναστατικό κόμμα και πρόγραμμα. Ο Τρότσκι γράφει στο «Ανοιχτό Γράμμα προς τον Μπάρναμ»: «Η αποσύνθεση του καπιταλισμού, που γεννάει οξεία δυσαρέσκεια στη μικροαστική τάξη και σπρώχνει τα κατώτερα στρώματά της προς τα αριστερά, ανοίγει πλατιές δυνατότητες, αλλά περιέχει επίσης σοβαρούς κινδύνους». Ο Κάνον έπεσε θύμα αυτών των κινδύνων. Στη διάρκεια της συζήτησης του 1940, ο Κάνον έγραψε ένα μικρό βιβλίο, Η Πάλη για ένα Προλεταριακό Κόμμα, που ο Τρότσκι το παίνεσε θερμά σαν το έργο ενός γνήσιου ηγέτη της εργατικής τάξης. Σε κείνο το βιβλίο, ο Κάνον έκανε μια βαθιά ανάλυση και κριτική της μικροαστικής αντιπολίτευσης. Αλλά «η στροφή προς την εργατική τάξη», που υπόδειξε ο Τρότσκι και εκτέλεσε ο Κάνον, θα ήταν ένα έκτρωμα, αν δεν αποδέχονταν ότι η πάλη για τη θεωρία είναι η μόνο πηγή ζωής του επαναστατικού κόμματος. Ο Τρότσκι προειδοποίησε: «Είναι ακριβώς η διείσδυση του Κόμματος στα συνδικάτα και γενικά στο εργατικό περιβάλλον, που απαιτεί την ανύψωση της θεωρητικής ανάπτυξης των στελεχών μας».
Το ΣΕΚ δεν μπορούσε να αναπτυχθεί σαν η ηγεσία της αμερικάνικης εργατικής τάξης παρά μόνο με την πιο λεπτομερειακή προσοχή στις διεθνείς του ευθύνες. Όπως ακριβώς η επαναστατική πείρα του Τρότσκι και η βαθιά γνώση του της μαρξιστικής θεωρίας, που αναπτύχθηκε, στηριγμένη πάνω σε γενιές διεθνούς πάλης και ιδιαίτερα μέσα από την Ρωσική Επανάσταση, έτσι και τα προβλήματα της οικοδόμησης μιας ηγεσίας για την εργατική τάξη στους μεγάλους αγώνες που αντιμετωπίζουν σήμερα οι αμερικάνοι εργάτες, θα λυθούν αν παρθεί σαν αφετηρία η πείρα και ο πλούτος του Διεθνούς τροτσκιστικού κινήματος στην πάλη ενάντια στο ρεβιζιονισμό. Ο Κάνον και οι φίλοι του προτιμούν τον τύπο της «Διεθνούς» που επιτρέπει στο ΣΕΚ να συνεχίζει με το δικό του είδος οπορτουνιστικής προσαρμογής. Μέσα σε ένα τέτοιο κίνημα, δεν είναι δυνατόν να βγουν τα πραγματικά μαθήματα της πάλης με τους Μπάρναμ και Σάχτμαν το 1939-40. Αλλά για τα στελέχη της Διεθνούς Επιτροπής της Τέταρτης Διεθνούς και τα τμήματά της, στις ΕΠΑ όπως και οπουδήποτε αλλού, το βιβλίο αυτό θα είναι ένας απαραίτητος οδηγός και εκπαιδευτής. Πολλές χιλιάδες νέων εργατών και διανοουμένων, που τραβιούνται στην πολιτική από την κρίση του ιμπεριαλισμού και της σταλινικής γραφειοκρατίας, που τώρα αναπτύσσεται με αλματώδη ρυθμό, θα μάθουν από το βιβλίο αυτό, που είναι ήδη ένα από τα κλασικά του μαρξισμού.
C.S.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Η ανάπτυξη του ρεβιζιονισμού στο ΣΕΚ τα τελευταία χρόνια ήταν το αντικείμενο μιας μακριάς συζήτησης μέσα στη Διεθνή Επιτροπή, όπου τα προβλήματα του διαλεκτικού υλισμού, του πραγματισμού, και του ταξικού κριτηρίου στην κοινωνική και πολιτική ανάλυση, που μπαίνουν σ’ αυτό το βιβλίο του Τρότσκι, ήρθαν γι’ άλλη μια φορά λεπτομερειακά στην επιφάνεια. Με την αποτυχία τους να προχωρήσουν την πάλη για το μαρξισμό ενάντια στον πραγματισμό, οι ηγέτες του ΣΕΚ συμβάλανε όχι μονάχα στον εκφυλισμό του ίδιου του κόμματός τους, αλλά και στη σοβαρότατη κρίση που πέρασε η Τέταρτη Διεθνής στα χέρια των μικροαστών ρεβιζιονιστών κάτω από την ηγεσία του Πάμπλο. Οι αναγνώστες της Υπεράσπισης του Μαρξισμού, μπορούν να διαβάσουν τη γραφτή συζήτηση πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα στο περιοδικό «Τέταρτη Διεθνής», τόμος 1ος, αρ. 1 (Άνοιξη 1964) και τόμος 2, Νο 1 (καλοκαίρι 1965).