ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ
ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΤΖΕΪΜΣ Π. ΚΑΝΟΝ
12 του Σεπτέμβρη 1939
Αγαπητέ Τζιμ,
Γράφω τώρα μια μελέτη για την κοινωνική φύση της ΕΣΣΔ σε σχέση με το ζήτημα του πολέμου. Το γράψιμο, μαζί με τη μετάφραση, θα χρειαστούν τουλάχιστον μια βδομάδα ακόμα. Οι θεμελιώδεις ιδέες που περιλαβαίνει είναι οι παρακάτω:
1. Ο ορισμός μας για την ΕΣΣΔ μπορεί να είναι σωστός ή λαθεμένος, αλλά δεν βλέπω κανένα λόγο να εξαρτήσω αυτόν τον ορισμό από τη γερμανοσοβιετική συνθήκη.
2. Η κοινωνική φύση της ΕΣΣΔ δεν καθορίζεται από τη φιλία της με τη δημοκρατία ή με το φασισμό. Όποιος υιοθετεί την αντίθετη άποψη γίνεται δέσμιος της σταλινικής αντίληψης της εποχής των Λαϊκών Μετώπων.
3. Όποιος λέει πως η ΕΣΣΔ δεν είναι πια ένα εκφυλισμένο κράτος, αλλά ένας καινούργιος κοινωνικός σχηματισμός, θα πρέπει να πει καθαρά τι προσθέτει στα δικά μας πολιτικά συμπεράσματα.
4. Το ζήτημα της ΕΣΣΔ δεν μπορεί να απομονωθεί σαν κάτι το μοναδικό, το ανεξάρτητο από ολόκληρο το ιστορικό προτσές της εποχής μας. Ή το κράτος του Στάλιν είναι ένας μεταβατικός σχηματισμός, είναι μια παραμόρφωση ενός εργατικού κράτους σε μια καθυστερημένη και απομονωμένη χώρα, ή ο «γραφειοκρατικός κολεχτιβισμός» (Μπρούνο Ρ., «La Bureaucratisation du monde», Παρίσι 1939) είναι ένας νέος κοινωνικός σχηματισμός που αντικαθιστά τον καπιταλισμό σ’ ολόκληρο τον κόσμο (σταλινισμό, φασισμό, Νιου Ντιλ, κλπ). Τα ορολογικά πειράματα (εργατικό κράτος, όχι εργατικό κράτος, τάξη, όχι τάξη, κλπ.), αποκτούν μια έννοια μόνο κάτω από μια τέτια ιστορική προοπτική. Όποιος εκλέξει τη δεύτερη λύση δέχεται, ανοιχτά ή σιωπηλά, πως όλες οι επαναστατικές δυνατότητες του παγκόσμιου προλεταριάτου έχουν εξαντληθεί, πως το σοσιαλιστικό κίνημα έχει χρεοκοπήσει, και πως ο παλιός καπιταλισμός μεταμορφώνεται σε «γραφειοκρατικό κολεχτιβισμό» με μια καινούργια εκμεταλλεύτρια τάξη.
Η τεράστια σπουδαιότητα ενός τέτοιου συμπεράσματος είναι αυταπόδειχτη. Αφορά ολόκληρη τη μοίρα του παγκόσμιου προλεταριάτου και της ανθρωπότητας. Έχουμε έστω και το παραμικρό δικαίωμα να τραβηχτούμε από απλά ορολογικά πειράματα, σε μια καινούργια ιστορική αντίληψη που τυχαίνει να είναι σε απόλυτη αντίφαση με το πρόγραμμα, τη στρατηγική και την τακτική μας; Ένα τέτοιο τυχοδιωκτικό πήδημα θα ήταν διπλά εγκληματικό σήμερα μπροστά στον παγκόσμιο πόλεμο, όταν η προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης γίνεται μια επικείμενη πραγματικότητα και όταν η περίπτωση της ΕΣΣΔ θα εμφανιστεί στον καθένα σαν ένα μεταβατικό επεισόδιο μέσα στο προτσές της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης.
Γράφω αυτές τις γραμμές βιαστικά, πράγμα που εξηγεί την ανεπάρκειά τους, αλλά σε μια βδομάδα, ελπίζω να σας στείλω την πιο ολοκληρωμένη θέση μου.
Με συντροφικούς χαιρετισμούς
V.T.O. (Λεόν Τρότσκι)[1]
Η ΕΣΣΔ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ
Μπορεί κανείς, μετά την υπογραφή της γερμανοσοβιετικής συνθήκης να θεωρεί την ΕΣΣΔ εργατικό κράτος; Το μέλλον του σοβιετικού κράτους έχει προκαλέσει πολλές φορές συζητήσεις ανάμεσά μας. Δεν είναι να απορεί κανείς. Έχουμε μπροστά μας το πρώτο πείραμα εργατικού κράτους στην Ιστορία. Ποτέ πριν και πουθενά αλλού δεν έχει υπάρξει αυτό το φαινόμενο ώστε να είναι δυνατό να αναλυθεί. Οσοναφορά την κοινωνική φύση της ΕΣΣΔ, όπως έχουμε ήδη πει, συνήθως γίνονται λάθη, εξαιτίας της αντικατάστασης του ιστορικού γεγονότος με τον προγραμματικό κανόνα. Το συγκεκριμένο γεγονός απομακρύνεται από τον κανόνα. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι έχει ανατρέψει τον κανόνα. Απεναντίας, τον έχει επιβεβαιώσει, από την αρνητική πλευρά. Ο εκφυλισμός του πρώτου εργατικού κράτους, που εξακριβώθηκε και εξηγήθηκε από μας, έχει απλά δείξει πιο ανάγλυφα τι θα έπρεπε να ήταν το εργατικό κράτος, τι θα μπορούσε να ήταν και τι θα ήταν κάτω από ορισμένες ιστορικές συνθήκες. Η αντίφαση ανάμεσα στο συγκεκριμένο γεγονός και στον κανόνα μας αναγκάζει όχι να απορρίψουμε τον κανόνα, αλλά, αντίθετα, να πολεμήσουμε γι’ αυτόν μέσα από τον επαναστατικό δρόμο. Το πρόγραμμα της επερχόμενης επανάστασης στην ΕΣΣΔ καθορίζεται, από τη μια μεριά, από την εκτίμησή μας για την ΕΣΣΔ σαν ένα αντικειμενικό ιστορικό γεγονός και, από την άλλη, από έναν κανόνα του εργατικού κράτους. Δεν λέμε: «Όλα χάθηκαν, πρέπει να αρχίσουμε ξανά από την αρχή». Δείχνουμε καθαρά εκείνα τα στοιχεία του εργατικού κράτους που στο δοσμένο στάδιο μπορούν να διασωθούν, να διατηρηθούν και να αναπτυχθούν παραπέρα.
Εκείνοι που σήμερα ζητούν να αποδείξουν πως η σοβιετογερμανική συνθήκη αλλάζει την εκτίμησή μας για το σοβιετικό κράτος, στέκουν στην ουσία, στη θέση της Κομμουνιστικής Διεθνούς –για να το βάλουμε πιο σωστά, στη χτεσινή θέση της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, η ιστορική αποστολή του εργατικού κράτους είναι η πάλη για ιμπεριαλιστική δημοκρατία. Η «προδοσία» των δημοκρατιών για χάρη του φασισμού αφαιρεί από την ΕΣΣΔ το δικαίωμα να θεωρείται εργατικό κράτος. Στην πραγματικότητα, η υπογραφή της συνθήκης με τον Χίτλερ απλά μας δίνει ένα ακόμα μέτρο για να μετρήσουμε το βαθμό του εκφυλισμού της σοβιετικής γραφειοκρατίας, και την περιφρόνησή της για τη διεθνή εργατική τάξη, συμπεριλαμβάνοντας και την Κομμουνιστική Διεθνή, αλλά δεν παρέχει καμιά απολύτως βάση για μια κοινωνιολογική επανεκτίμηση της ΕΣΣΔ.
Ας αρχίσουμε θέτοντας το ζήτημα της φύσης του σοβιετικού κράτους όχι στο αφηρημένο-κοινωνιολογικό επίπεδο αλλά στο επίπεδο των συγκεκριμένων-πολιτικών καθηκόντων. Ας δεχτούμε για μια στιγμή ότι η γραφειοκρατία είναι μια νέα «τάξη» και ότι το τωρινό καθεστώς στην ΕΣΣΔ είναι ένα ιδιαίτερο σύστημα ταξικής εκμετάλλευσης. Τι νέα πολιτικά συμπεράσματα βγαίνουν για μας από αυτούς τους ορισμούς; Η Τέταρτη Διεθνής πολύ καιρό πριν αναγνώρισε την αναγκαιότητα της ανατροπής της γραφειοκρατίας μέσα από μια επαναστατική εξέγερση των εργατών. Τίποτε άλλο δεν προτείνουν ούτε πρόκειται να προτείνουν εκείνοι που διακηρύσσουν ότι η γραφειοκρατία είναι μια εκμεταλλεύτρια «τάξη». Ο σκοπός που θα επιτευχθεί από την ανατροπή της γραφειοκρατίας είναι η επανεγκαθίδρυση της εξουσίας των σοβιέτ, που θα έχουν διαγράψει από τους κόλπους τους την τωρινή γραφειοκρατία. Τίποτε διαφορετικό δεν μπορεί να προταθεί ούτε προτείνεται από τους αριστεριστές κριτικούς[2]. Καθήκον των ανανεωμένων σοβιέτ είναι να συνεργαστούν με την παγκόσμια επανάσταση και η οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η ανατροπή της γραφειοκρατίας, λοιπόν, προϋποθέτει τη διατήρηση της κρατικής ιδιοκτησίας και της σχεδιασμένης οικονομίας. Εδώ βρίσκεται και η ουσία όλου του προβλήματος.
Δεν χρειάζεται να πούμε ότι η κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της οικονομίας και γενικά ολόκληρο το περιεχόμενο του σχεδίου θα αλλαχτεί δραστικά, όταν το σχέδιο καθορίζεται σύμφωνα με τα συμφέροντα όχι της γραφειοκρατίας αλλά των ίδιων των παραγωγών. Αλλά στο βαθμό που το ζήτημα της ανατροπής της παρασιτικής ολιγαρχίας παραμένει ακόμα συνδεμένο με το ζήτημα της διατήρησης της εθνικοποιημένης (κρατικής) ιδιοκτησίας, ονομάσαμε την μελλοντική επανάσταση πολιτική. Ορισμένοι από τους κριτικούς μας (ο Σιλίγκα, ο Μπρούνο και άλλοι) θέλουν, πάση θυσία, να ονομάσουν την μελλοντική επανάσταση κοινωνική. Ας δώσουμε αυτό τον ορισμό. Τι αλλάζει στην ουσία; Στα καθήκοντα της επανάστασης που έχουμε ήδη απαριθμήσει δεν προσθέτει απολύτως τίποτε.
Οι κριτικοί μας, κατά κανόνα, παίρνουν τα γεγονότα όπως εμείς, πολύ καιρό πριν, τα έχουμε δείξει. Δεν προσθέτουν απολύτως τίποτε το ουσιαστικό ούτε στην εκτίμηση της θέσης της γραφειοκρατίας και των εργατών, ούτε στην εκτίμηση του ρόλου του Κρεμλίνου στη διεθνή αρένα. Σ’ όλους αυτούς τους τομείς, όχι μόνο αποτυγχάνουν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ανάλυσή μας, αλλά αντίθετα, βασίζονται πέρα για πέρα σ’ αυτήν και ακόμα περιορίζονται ολοκληρωτικά σ’ αυτήν. Η μόνη κατηγορία που εκτοξεύουν ενάντιά μας είναι ότι δεν βγάζουμε τα αναγκαία «συμπεράσματα». Μόλις, ωστόσο, το αναλύσει κανείς αυτό, αποδείχνεται ότι τα συμπεράσματα έχουν καθαρά ορολογικό χαρακτήρα. Οι κριτικοί μας αρνούνται να ονομάσουν το εκφυλισμένο εργατικό κράτος –εργατικό κράτος. Απαιτούν η ολοκληρωτική γραφειοκρατία να ονομαστεί άρχουσα τάξη. Προτείνουν να θεωρείται η επανάσταση ενάντια στη γραφειοκρατία όχι πολιτική αλλά κοινωνική. Αν τους κάναμε αυτές τις ορολογικές παραχωρήσεις, θα φέρναμε τους κριτικούς μας σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί και οι ίδιοι δεν θα ήξεραν τι να κάνουν με την καθαρά φραστική νίκη τους.
Θα ήταν, λοιπόν, τερατώδης ανοησία να διασπαστούμε με τους συντρόφους εκείνους που στο ζήτημα της κοινωνιολογικής φύσης της ΕΣΣΔ έχουν μια γνώμη διαφορετική από τη δική μας, εφόσον βρίσκονται αλληλέγγυοι μαζί μας στα πολιτικά καθήκοντα. Αλλά, από την άλλη μεριά, θα ήμασταν τυφλοί αν αγνοούσαμε καθαρά θεωρητικές και ακόμα ορολογικές διαφορές, γιατί στην πορεία της παραπέρα ανάπτυξης μπορεί να αποκτήσουν σάρκα και οστά και να οδηγήσουν σε διαμετρικά αντίθετα πολιτικά συμπεράσματα. Όπως ακριβώς μια καλή νοικοκυρά δεν επιτρέπει ποτέ να συσσωρευτούν αράχνες και σκουπίδια στο σπίτι της, έτσι και το επαναστατικό κόμμα δεν μπορεί να ανεχτεί την έλλειψη διαύγειας, τη σύγχυση, τα διφορούμενα. Το σπίτι μας πρέπει να κρατιέται καθαρό!
Για να το δόσω πιο παραστατικά, επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω το ζήτημα του Θερμιδόρ. Για πολύ καιρό επιμέναμε ότι το Θερμιδόρ στην ΕΣΣΔ προετοιμαζόταν, αλλά δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Αργότερα, δίνοντας στην αναλογία με το Θερμιδόρ ένα πιο ακριβή και πιο βαθύ χαραχτήρα, φτάσαμε στο συμπέρασμα ότι το Θερμιδόρ είχε πραγματοποιηθεί πολύ καιρό πριν. Αυτή η ανοιχτή διόρθωση του λάθους μας δεν επέφερε τον ελάχιστο πανικό στις γραμμές μας. Γιατί; Γιατί η ουσία των προτσές στη Σοβιετική Ένωση εκτιμούνταν ίδια απ’ όλους μας, καθώς μαζί μελετούσαμε μέρα με τη μέρα την ανάπτυξη της αντίδρασης. Για μας δεν ήταν παρά ζήτημα να κάνουμε πιο ακριβή μια ιστορική αναλογία, τίποτε περισσότερο. Ελπίζω ότι ακόμα και σήμερα, παρά την απόπειρα μερικών συντρόφων να δείξουν διαφορές στο ζήτημα της «υπεράσπισης της ΕΣΣΔ» –με το οποίο θα ασχοληθούμε σε λίγο– θα πετύχουμε, κάνοντας τις ιδέες μας απλά πιο ακριβείς, να διατηρήσουμε ομοφωνία στη βάση του προγράμματος της Τέταρτης Διεθνούς.
Οι κριτικοί μας έχουν πολλές φορές φέρει το επιχείρημα ότι η σημερινή σοβιετική γραφειοκρατία έχει πολύ λίγη ομοιότητα και προς την αστική και προς την εργατική γραφειοκρατία στην καπιταλιστική κοινωνία. Ότι αντιπροσωπεύει, σ’ ένα πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τη φασιστική γραφειοκρατία, ένα νέο και πολύ ισχυρότερο κοινωνικό σχηματισμό. Αυτό είναι απόλυτα σωστό και ποτέ δεν κλείσαμε τα μάτια μας σ’ αυτό. Αλλά αν θεωρήσουμε τη σοβιετική γραφειοκρατία σαν μια «τάξη», τότε είμαστε υποχρεωμένοι να δηλώσουμε αμέσως ότι αυτή η τάξη δεν μοιάζει καθόλου με καμιά από κείνες τις ιδιοκτήτριες τάξεις που γνωρίσαμε στο παρελθόν. Το κέρδος μας, κατά συνέπεια, δεν είναι μεγάλο. Συχνά ονομάζουμε τη σοβιετική γραφειοκρατία κάστα, τονίζοντας έτσι τον κλειστό της χαρακτήρα, την αυθαίρετη διοίκησή της, και την αλαζονεία του κυβερνώντος στρώματος που υπολογίζει ότι οι πρόγονοί του έπεσαν από τα θεϊκά χείλη του Βράχμαν, ενώ οι λαϊκές μάζες από τα πιο χυδαία μέρη του σώματός του. Αλλά ακόμα κι αυτός ο προσδιορισμός δεν έχει, βέβαια, ένα αυστηρά επιστημονικό χαρακτήρα. Η σχετική υπεροχή του έγκειται στο ότι ο προσωρινός χαρακτήρας του όρου είναι καθαρός σ’ όλους, αφού κανείς δεν θα σκεφτόταν να ταυτίσει την ολιγαρχία της Μόσχας με την ινδική κάστα των Βραχμάνων. Η παλιά κοινωνιολογική ορολογία δεν προετοίμασε και δεν μπορούσε να προετοιμάσει ένα όνομα για ένα νέο κοινωνικό γεγονός που βρίσκεται σε μια πορεία εξέλιξης (εκφυλισμού) και που δεν έχει ακόμα αποκτήσει σταθερές φόρμες. Όλοι μας, ωστόσο, εξακολουθούμε να ονομάζουμε τη σοβιετική γραφειοκρατία, γραφειοκρατία, χωρίς να χάνουμε από το νου μας τις ιστορικές της ιδιομορφίες. Κατά τη γνώμη μας, αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετό προς το παρόν.
Επιστημονικά και πολιτικά –και όχι καθαρά ορολογικά– το ζήτημα μπαίνει ως εξής: η γραφειοκρατία αντιπροσωπεύει έναν προσωρινό όγκο σ’ έναν κοινωνικό οργανισμό ή έχει αυτός ο όγκος μεταμορφωθεί ήδη σ’ ένα ιστορικά αναγκαίο όργανο; Τα κοινωνικά καρκινώματα μπορεί να είναι το προϊόν μιας «τυχαίας» (δηλαδή προσωρινής και ασυνήθιστης) περιπλοκής των ιστορικών περιστάσεων. Ένα κοινωνικό όργανο (και τέτοιο είναι κάθε τάξη, κι εδώ περιλαβαίνεται και η εκμεταλλεύτρια τάξη) μπορεί να σχηματιστεί μόνο σαν αποτέλεσμα των βαθιά ριζωμένων εσωτερικών αναγκών της ίδιας της παραγωγής. Αν δεν απαντήσουμε σ’ αυτό το ζήτημα, τότε ολόκληρη η συζήτηση θα εκφυλιστεί σε ένα άγονο παιχνίδι λέξεων.
Η ιστορική δικαίωση κάθε άρχουσας τάξης βρισκόταν πάντα σε τούτο δω: το σύστημα της εκμετάλλευσης στο οποίο ηγούνταν, ανέβαζε την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε ένα νέο επίπεδο. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, ότι το σοβιετικό καθεστώς έδοσε μια ισχυρή ώθηση στην οικονομία. Αλλά η πηγή αυτής της ώθησης ήταν η εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η αρχή του σχεδιασμού και με κανέναν τρόπο το γεγονός ότι η γραφειοκρατία σφετερίστηκε τη διοίκηση της οικονομίας. Αντίθετα, ο γραφειοκρατισμός, σαν σύστημα, έγινε το μεγαλύτερο φρένο στην τεχνική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας. Αυτό κρυβόταν για μια ορισμένη περίοδο από το γεγονός ότι η σοβιετική οικονομία ήταν απασχολημένη, για δύο δεκαετίες, με το να μεταφυτέψει και να αφομοιώσει την τεχνολογία και την οργάνωση της παραγωγής των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών. Η περίοδος του δανεισμού και της μίμησης μπορούσε ακόμα, καλά ή κακά, να συμβιβαστεί με τον γραφειοκρατικό αυτοματισμό, δηλαδή το πνίξιμο κάθε πρωτοβουλίας και κάθε δημιουργικής ορμής. Αλλά όσο αναπτυσσόταν η οικονομία, όσο πιο σύνθετες γίνονταν οι απαιτήσεις της, τόσο πιο ανυπόφορο γινόταν το εμπόδιο του γραφειοκρατικού καθεστώτος. Η διαρκώς οξυνόμενη αντίφαση ανάμεσά τους, οδηγεί σε αδιάκοπους πολιτικούς σπασμούς, σε συστηματική εκμηδένιση των πιο σπουδαίων δημιουργικών στοιχείων σε κάθε σφαίρα δραστηριότητας. Έτσι, πριν μπορέσει η γραφειοκρατία να παράγει από μέσα της μια «άρχουσα τάξη», ήρθε σε ασυμφιλίωτη αντίφαση με τις απαιτήσεις της ανάπτυξης. Την εξήγηση σ’ αυτό, θα την βρούμε ακριβώς στο γεγονός ότι η γραφειοκρατία δεν είναι ο φορέας ενός νέου συστήματος οικονομίας που την χαρακτηρίζει και είναι αδύνατο να υπάρξει χωρίς αυτήν, αλλά ένας παρασιτικός όγκος σ’ ένα εργατικό κράτος.
Η σοβιετική ολιγαρχία έχει όλα τα ελαττώματα των παλιών κυρίαρχων τάξεων, δεν έχει, όμως, την ιστορική τους αποστολή. Στο γραφειοκρατικό εκφυλισμό του σοβιετικού κράτους, δεν είναι οι γενικοί νόμοι της σύγχρονης κοινωνίας, από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, που βρίσκουν την έκφρασή τους, αλλά μια ειδική, εξαιρετική και προσωρινή διάθλαση αυτών των νόμων μέσα σε συνθήκες μιας καθυστερημένης επαναστατικής χώρας σε καπιταλιστική περικύκλωση. Η έλλειψη καταναλωτικών αγαθών και η καθολική πάλη για την απόκτησή τους γεννούν έναν αστυνομικό που διεκδικεί για τον εαυτό του την υπηρεσία της διανομής. Η εχθρική πίεση από τα έξω επιβάλλει στον αστυφύλακα το ρόλο του «υπερασπιστή» της χώρες, τον προικίζει με εθνικό κύρος, και του επιτρέπει να λεηλατεί διπλά τη χώρα.
Και οι δύο όροι για την παντοδυναμία της γραφειοκρατίας –η καθυστέρηση της χώρας και η ιμπεριαλιστική περικύκλωση– έχουν, παρ’ όλα αυτά, ένα προσωρινό και μεταβατικό χαρακτήρα και πρέπει να εξαφανιστούν με τη νίκη της παγκόσμιας επανάστασης. Ακόμα και οι αστοί οικονομολόγοι έχουν υπολογίσει ότι με μια σχεδιασμένη οικονομία θα ήταν δυνατό να ανεβάσουν ταχύτατα το εθνικό εισόδημα των Ηνωμένων Πολιτειών σε 200 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο κι έτσι να εξασφαλίσουν σε ολόκληρο τον πληθυσμό όχι μόνο την ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών του, αλλά πραγματικές ανέσεις. Από την άλλη μεριά, η παγκόσμια επανάσταση θα καταργούσε τον κίνδυνο από τα έξω σαν μια συμπληρωματική αιτία γραφειοκρατικοποίησης. Η εξάλειψη της ανάγκης να ξοδεύεται ένα τεράστιο μέρος του εθνικού εισοδήματος σε εξοπλισμούς, θα ανέβαζε το βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο των μαζών ακόμα υψηλότερα. Σ’ αυτές τις συνθήκες, η ανάγκη ενός αστυφύλακα–διανομέα θα κατάρρεε από μόνη της. Η διοίκηση, σαν μια γιγαντιαία κοπερατίβα, θα αντικαθιστούσε πολύ γρήγορα την κρατική εξουσία. Δεν θα υπήρχε χώρος για μια νέα άρχουσα τάξη ή για ένα νέο εκμεταλλευτικό καθεστώς τοποθετημένο ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό.
Η αποσύνθεση του καπιταλισμού έχει φτάσει στα έσχατα όριά της, όπως και η αποσύνθεση της παλιάς άρχουσας τάξης. Η παραπέρα ύπαρξη αυτού του συστήματος είναι αδύνατη. Οι παραγωγικές δυνάμεις πρέπει να οργανωθούν σύμφωνα με ένα σχέδιο. Αλλά ποιός θα εκπληρώσει αυτό το καθήκον –το προλεταριάτο ή μια νέα άρχουσα τάξη «κομισαρίων»– πολιτικών, διοικητών και τεχνικών; Σύμφωνα με τη γνώμη ορισμένων ορθολογιστών, η ιστορική πείρα μαρτυράει ότι δεν μπορεί κανείς να ελπίζει στο προλεταριάτο. Το προλεταριάτο αποδείχτηκε «ανίκανο» να αποτρέπει τον τελευταίο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αν και οι υλικές προϋποθέσεις για μια σοσιαλιστική επανάσταση υπήρχαν ήδη από τότε. Οι επιτυχίες του φασισμού μετά τον πόλεμο ήταν και πάλι η συνέπεια της «ανικανότητας» του προλεταριάτου να βγάλει την καπιταλιστική κοινωνία από το αδιέξοδο. Η γραφειοκρατικοποίηση του σοβιετικού κράτους ήταν με τη σειρά της η συνέπεια της «ανικανότητας» του ίδιου του προλεταριάτου να ρυθμίσει την κοινωνία διαμέσου του δημοκρατικού μηχανισμού. Η Ισπανική Επανάσταση στραγγαλίστηκε από τη φασιστική και τη σταλινική γραφειοκρατία μπροστά στα μάτια του παγκόσμιου προλεταριάτου. Τελικά, ο τελευταίος κρίκος σ’ αυτή την αλυσίδα είναι ο νέος ιμπεριαλιστικός πόλεμος, που η προετοιμασία του έγινε εντελώς ανοιχτά, μπροστά στην πλήρη ανικανότητα του παγκόσμιου προλεταριάτου. Αν υιοθετηθεί αυτή η αντίληψη, αν δηλαδή γίνει αποδεχτό ότι το προλεταριάτο δεν έχει τις δυνάμεις να εκπληρώσει τη σοσιαλιστική επανάσταση, τότε το επείγον καθήκον της κρατικοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων θα εκπληρωθεί προφανώς από κάποιον άλλον. Από ποιόν; Από μια νέα γραφειοκρατία, που θα αντικαταστήσει τη σάπια μπουρζουαζία σαν μια νέα άρχουσα τάξη σε παγκόσμια κλίμακα. Έτσι αρχίζει να μπαίνει το ζήτημα από κείνους τους «αριστεριστές» που δεν τους αρέσει να συζητούν πάνω σε λέξεις.
Αυτό το ζήτημα μπαίνει τώρα πολύ συγκεκριμένα από την ίδια την πορεία των γεγονότων. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει αρχίσει. Αυτό επιβεβαιώνει μ’ έναν αναμφισβήτητο τρόπο το γεγονός ότι η κοινωνία δεν μπορεί πια να ζήσει πάνω στη βάση του καπιταλισμού. Έτσι βάζει το προλεταριάτο σε μια νέα, και ίσως πιο αποφασιστική, δοκιμασία.
Αν αυτός ο πόλεμος προκαλέσει, όπως σταθερά πιστεύουμε, την προλεταριακή επανάσταση, πρέπει αναπόφευκτα να οδηγήσει στην ανατροπή της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ και στην αναγέννηση της σοβιετικής δημοκρατίας σε μια πολύ ανώτερη οικονομική και πολιτιστική βάση από ό,τι το 1918. Σ’ αυτή την περίπτωση το ζήτημα, αν και κατά πόσο, η σταλινική γραφειοκρατία ήταν μια «τάξη» ή ένα καρκίνωμα στο εργατικό κράτος θα λυθεί αυτόματα. Θα γίνει καθαρό στον καθένα ότι στο προτσές της ανάπτυξης της παγκόσμιας επανάστασης, η σοβιετική γραφειοκρατία ήταν μόνο μια επεισοδιακή υποτροπή.
Αν, ωστόσο, δεχτεί κανείς ότι ο τωρινός πόλεμος δεν θα προκαλέσει την επανάσταση, αλλά μια παρακμή του προλεταριάτου, τότε δεν μένει πια παρά η εναλλακτική λύση: η παραπέρα παρακμή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, η παραπέρα συγχώνευσή του με το κράτος και η αντικατάσταση της δημοκρατίας, όπου ακόμα απομένει, από ένα ολοκληρωτικό σύστημα. Η ανικανότητα του προλεταριάτου να πάρει στα χέρια του την ηγεσία της κοινωνίας, μπορούσε πράγματι να οδηγήσει, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες στην ανάπτυξη μιας νέας εκμεταλλεύτριας τάξης από την βοναπαρτιστική φασιστική γραφειοκρατία. Αυτό θα ήταν, σύμφωνα μ’ όλες τις ενδείξεις, ένα καθεστώς παρακμής, που θα σήμαινε την έκλειψη του πολιτισμού.
Ένα ανάλογο αποτέλεσμα μπορεί να προκύψει στην περίπτωση που το προλεταριάτο των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, έχοντας κατακτήσει την εξουσία, θα αποδειχνόταν ανίκανο να την κρατήσει και θα την παράδινε, όπως στην ΕΣΣΔ, σε μια προνομιούχα γραφειοκρατία. Τότε θα ήμασταν υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι ο λόγος για τη γραφειοκρατική υποτροπή δεν έχει τη ρίζα του στην καθυστέρηση της χώρας ούτε και στην ιμπεριαλιστική περικύκλωση, αλλά στην ενδογενή ανικανότητα του προλεταριάτου να γίνει άρχουσα τάξη. Τότε θα ήταν αναγκαίο να εγκαθιδρύσουμε αναδρομικά, ότι στα θεμελιώδη της χαρακτηριστικά η τωρινή ΕΣΣΔ ήταν ο πρόδρομος ενός νέου εκμεταλλευτικού καθεστώτος σε διεθνή κλίμακα.
Έχουμε παρεκκλίνει πάρα πολύ από την ορολογική διαφωνία για την ονομασία του σοβιετικού κράτους. Αλλά ας μην διαμαρτύρονται οι κριτικοί μας. Μόνο αν ακολουθήσουμε την αναγκαία ιστορική προοπτική μπορούμε να φτάσουμε σε μια σωστή κρίση πάνω σ’ ένα τέτοιο ζήτημα όπως είναι η αντικατάσταση ενός κοινωνικού καθεστώτος από ένα άλλο. Η ιστορική εναλλαγή, τραβηγμένη ως την τελευταία της συνέπεια, είναι η παρακάτω: Ή το καθεστώς του Στάλιν είναι μια απεχθής υποτροπή στο προτσές του μετασχηματισμού της αστικής κοινωνίας σε σοσιαλιστική κοινωνία, ή το καθεστώς του Στάλιν είναι το πρώτο στάδιο μιας νέας εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Αν η δεύτερη πρόγνωση αποδειχτεί η σωστή, τότε, βέβαια, η γραφειοκρατία θα γίνει μια νέα εκμεταλλεύτρια τάξη. Όσο βαριά κι αν είναι η δεύτερη προοπτική, αν το παγκόσμιο προλεταριάτο αποδειχνόταν πραγματικά ανίκανο να εκπληρώσει την αποστολή που του ανάθεσε η πορεία της ανάπτυξης, τότε δεν θα έμενε τίποτε άλλο παρά να αναγνωρίσουμε ότι το σοσιαλιστικό πρόγραμμα, βασισμένο στις εσωτερικές αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας, τελείωσε σαν μια Ουτοπία. Είναι ολοφάνερο ότι θα χρειαζόταν ένα νέο «μίνιμουμ» πρόγραμμα –για την υπεράσπιση των συμφερόντων των σκλάβων της ολοκληρωτικής γραφειοκρατικής κοινωνίας.
Αλλά υπάρχουν τέτοια αναμφισβήτητα ή ακόμα εντυπωσιακά αντικειμενικά δεδομένα που μας υποχρεώνουν σήμερα να αποκηρύξουμε την προοπτική της κοινωνικής επανάστασης; Αυτό είναι όλο το ζήτημα.
Λίγο μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, ένας γερμανός «αριστερός κομμουνιστής», ο Ούγκο Ούρμπανς, έβγαλε το συμπέρασμα ότι μια νέα ιστορική εποχή, η εποχή του «κρατικού καπιταλισμού» πάει να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό. Σαν πρώτα παραδείγματα αυτού του καθεστώτος έδοσε την Ιταλία, την ΕΣΣΔ, τη Γερμανία. Ο Ούρμπανς, ωστόσο, δεν έβγαλε τα πολιτικά συμπεράσματα από τη θεωρία του. Τελευταία, ένας Ιταλός «αριστερός κομμουνιστής», ο Μπρούνο Ρ., που προηγούμενα υποστήριζε την Τέταρτη Διεθνή, κατάληξε στο συμπέρασμα ότι ο «γραφειοκρατικός κολεχτιβισμός» ήταν έτοιμος να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό, (Μπρούνο Ρ.: Η Γραφειοκρατικοποίηση του Κόσμου, Παρίσι 1939, σελ. 350). Η νέα γραφειοκρατία είναι μια τάξη, η σχέση της με τους εργάτες είναι η συλλογική εκμετάλλευση, οι προλετάριοι μεταμορφώνονται σε σκλάβους των ολοκληρωτικών εκμεταλλευτών.
Ο Μπρούνο Ρ. βάζει στην ίδια θέση τη σχεδιασμένη οικονομία στην ΕΣΣΔ, το φασισμό, τον εθνικο-σοσιαλισμό και το «Νιου Ντιλ» του Ρούσβελτ. Όλα αυτά τα καθεστώτα έχουν, αναμφίβολα, κοινά χαρακτηριστικά, που σε τελευταία ανάλυση καθορίζονται από τις κολεχτιβίστικες τάσεις της σύγχρονης οικονομίας. Ο Λένιν πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση ακόμα, διατύπωσε τα κύρια χαρακτηριστικά του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού έτσι: γιγάντια συγκέντρωση των παραγωγικών δυνάμεων, όλο και μεγαλύτερη συγχώνευση του μονοπωλιακού καπιταλισμού με το κράτος, οργανική τάση προς τη γυμνή δικτατορία σαν αποτέλεσμα αυτής της συγχώνευσης. Τα χαρακτηριστικά της συγκέντρωσης και του κολεχτιβισμού καθορίζουν και την πολιτική της επανάστασης, και την πολιτική της αντεπανάστασης. Αλλά αυτό, με κανέναν τρόπο, δεν σημαίνει ότι είναι δυνατό να εξισώνουμε την επανάσταση με το Θερμιδόρ, το φασισμό και τον αμερικάνικο «ρεφορμισμό». Ο Μπρούνο έχει πιαστεί από το γεγονός ότι οι τάσεις του κολεχτιβισμού παίρνουν, σαν αποτέλεσμα της πολιτικής κατάπτωσης της εργατικής τάξης, τη μορφή του «γραφειοκρατικού κολεχτιβισμού». Το φαινόμενο καθεαυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Αλλά πού είναι τα όριά του, και ποιό είναι το ιστορικό του βάρος; Αυτό που δεχόμαστε σαν δυσμορφία μιας μεταβατικής περιόδου, το αποτέλεσμα της ανισόμερης ανάπτυξης διαφόρων παραγόντων στο κοινωνικό προτσές, θεωρείται από τον Μπρούνο Ρ. σαν ένας ανεξάρτητος κοινωνικός σχηματισμός όπου η γραφειοκρατία είναι η άρχουσα τάξη. Έτσι κι αλλιώς, ο Μπρούνο Ρ. έχει το προσόν να προσπαθεί να μεταφέρει το ζήτημα από τον μαγικό κύκλο των ορολογικών ασκήσεων του τετραδίου στο επίπεδο σημαντικών ιστορικών γενικεύσεων. Αυτό κάνει ακόμα πιο εύκολο να αποκαλύψουμε το λάθος του.
Όπως πολλοί υπεραριστεροί, ο Μπρούνο Ρ. ταυτίζει στην ουσία το σταλινισμό με το φασισμό. Από τη μια μεριά, η σοβιετική γραφειοκρατία έχει υιοθετήσει τις πολιτικές μέθοδες του φασισμού. Από την άλλη μεριά, η φασιστική γραφειοκρατία, που ακόμα περιορίζεται σε «μερικά» μέτρα κρατικού παρεμβατισμού, κατευθύνεται, και σύντομα θα φτάσει, στην πλήρη κρατικοποίηση της οικονομίας. Ο πρώτος ισχυρισμός είναι απόλυτα σωστός. Αλλά ο ισχυρισμός του Μπρούνο ότι ο φασιστικός «αντικαπιταλισμός» είναι ικανός να φτάσει στην απαλλοτρίωση της αστικής τάξης, είναι εντελώς λαθεμένος. Τα «μερικά» μέτρα κρατικού παρεμβατισμού και εθνικοποίησης, στην πραγματικότητα διαφέρουν από τη σχεδιασμένη κρατική οικονομία, όπως ακριβώς οι μεταρρυθμίσεις διαφέρουν από την επανάσταση. Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ «συντονίζουν» απλά τα συμφέροντα των ιδιοκτητών και «ρυθμίζουν» την καπιταλιστική οικονομία, και, επιπλέον, κυρίως για πολεμικούς σκοπούς. Η ολιγαρχία του Κρεμλίνου, πάλι, είναι κάτι άλλο: έχει την ευκαιρία να διευθύνει την οικονομία σαν ένα σύνολο, κι αυτό χάρη στο γεγονός ότι η εργατική τάξη της Ρωσίας επιτέλεσε τη μεγαλύτερη ανατροπή ιδιοκτησιακών σχέσεων στην Ιστορία. Αυτή τη διαφορά δεν πρέπει να τη χάνει κανείς από τα μάτια του.
Αλλά ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ο σταλινισμός και ο φασισμός από αντίθετους πόλους θα φτάσουν κάποια μέρα σ’ ένα και τον αυτό τύπο εκμεταλλευτικής κοινωνίας («γραφειοκρατικού κολεχτιβισμού» σύμφωνα με την ορολογία του Μπρούνο Ρ.), αυτό δεν θα οδηγήσει την ανθρωπότητα, έξω από το αδιέξοδο. Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος γεννιέται όχι μόνο από τον αντιδραστικό ρόλο της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά επίσης από τον όχι λιγότερο αντιδραστικό ρόλο του εθνικού κράτους. Ακόμα κι αν οι διάφορες φασιστικές κυβερνήσεις πετύχαιναν να ιδρύσουν ένα σύστημα σχεδιασμένης οικονομίας στη χώρα τους, τότε, εκτός από τα μακροπρόθεσμα, αναπόφευκτα επαναστατικά κινήματα του προλεταριάτου τα απρόβλεπτα από οποιοδήποτε σχέδιο, η πάλη ανάμεσα στα ολοκληρωτικά κράτη για παγκόσμια κυριαρχία, θα συνεχιζόταν και επιπλέον θα εντεινόταν. Πόλεμοι θα καταβρόχθιζαν τους καρπούς της σχεδιασμένης οικονομίας και θα κατάστρεφαν τις βάσεις του πολιτισμού. Είναι αλήθεια ότι ο Μπέρτραντ Ράσελ θεωρεί, πως κάποιο νικηφόρο κράτος μπορεί σαν αποτέλεσμα του πολέμου, να ενώσει ολόκληρο τον κόσμο σε μια ολοκληρωτική μέγγενη. Αλλά ακόμα κι αν πραγματοποιούνταν μια τέτια υπόθεση, πράγμα πάρα πολύ αμφίβολο, η στρατιωτική «ενοποίηση» δεν θα είχε μεγαλύτερη σταθερότητα από την συνθήκη των Βερσαλλιών. Οι εθνικές εξεγέρσεις και ειρηνεύσεις θα αποκορυφώνονταν σ’ έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο, που θα ήταν ο τάφος του πολιτισμού. Δεν είναι οι υποκειμενικές μας ευχές, αλλά η αντικειμενική πραγματικότητα που δείχνει ότι η μόνη διέξοδος είναι η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Η εναλλακτική λύση σ’ αυτό, είναι το ξανακύλισμα στη βαρβαρότητα.
Πολύ σύντομα θα αφιερώσουμε ένα ιδιαίτερο άρθρο στο ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην τάξη και στην ηγεσία της. Εδώ θα περιοριστούμε στα πιο απαραίτητα. Μόνο χυδαίοι «μαρξιστές», που θεωρούν ότι η πολιτική είναι μια απλή και άμεση «αντανάκλαση» της οικονομίας, είναι ικανοί να σκέφτονται ότι η ηγεσία αντανακλά άμεσα και απλά την τάξη. Στην πραγματικότητα, η ηγεσία, έχοντας ανέβει πάνω από την καταπιεζόμενη τάξη, αναπόφευκτα υποκύπτει στην πίεση της κυρίαρχης τάξης. Η ηγεσία των αμερικάνικων συνδικάτων, για παράδειγμα, «αντανακλά» όχι τόσο το προλεταριάτο, όσο την αστική τάξη. Η επιλογή και εκπαίδευση μιας αληθινά επαναστατικής ηγεσίας, ικανής να αντιστέκεται στην πίεση της αστικής τάξης, είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο καθήκον. Η διαλεκτική του ιστορικού προτσές εκφράζεται με τον πιο λαμπρό τρόπο στο γεγονός ότι το προλεταριάτο της πιο καθυστερημένης χώρας, της Ρωσίας, κάτω από ορισμένες ιστορικές συνθήκες, έχει προωθήσει την πιο οξυδερκή και πιο θαρραλέα ηγεσία. Αντίθετα, το προλεταριάτο στη χώρα της πιο παλιάς καπιταλιστικής κουλτούρας, στη Μεγάλη Βρετανία, έχει ακόμα και σήμερα, την πιο ηλίθια και πιο δουλοπρεπή ηγεσία.
Η κρίση της καπιταλιστικής κοινωνίας που πήρε μια ανοιχτή μορφή τον Ιούλη του 1914, από την πρώτη κιόλας μέρα του πολέμου, προκάλεσε μια οξεία κρίση στην προλεταριακή ηγεσία. Στη διάρκεια των 25 χρόνων που πέρασαν από τότε, το προλεταριάτο των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, δεν έχει ακόμα δημιουργήσει μια ηγεσία που θα μπορούσε να υψωθεί στο επίπεδο των καθηκόντων της εποχής μας. παρ’ όλα αυτά, η πείρα της Ρωσίας, μαρτυράει ότι μια τέτια ηγεσία μπορεί να δημιουργηθεί. (Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι θα είναι αδύνατο να εκφυλιστεί). Το ζήτημα, κατά συνέπεια, τίθεται ως εξής: Η αντικειμενική ιστορική αναγκαιότητα, θα ανοίξει, μακροπρόθεσμα, ένα δρόμο στη συνείδηση της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης; Στο προτσές δηλαδή, αυτού του πολέμου και των βαθιών κλονισμών που σίγουρα θα παράγει, θα σχηματιστεί μια γνήσια επαναστατική ηγεσία ικανή να οδηγήσει το προλεταριάτο στην κατάκτηση της εξουσίας;
Η Τέταρτη Διεθνής έχει απαντήσει καταφατικά σ’ αυτό το ερώτημα, όχι μόνο με το πρόγραμμά της, αλλά και με το ίδιο το γεγονός της ύπαρξής της. Αντίθετα, οι διάφοροι τύποι των απογοητευμένων και τρομοκρατημένων εκπροσώπων του ψευτο-μαρξισμού ξεκινούν από την υπόθεση ότι η χρεοκοπία της ηγεσίας «αντανακλά» απλά την ανικανότητα του προλεταριάτου να εκπληρώσει την επαναστατική του αποστολή. Όλοι οι αντίπαλοί μας δεν εκφράζουν καθαρά αυτή τη σκέψη, αλλά όλοι –οι υπεραριστεροί, οι κεντριστές, οι αναρχικοί, για να μην αναφέρω τους σταλινικούς και τους σοσιαλδημοκράτες– μεταθέτουν την ευθύνη για τις ήττες από τους εαυτούς τους στους ώμους του προλεταριάτου. Κανείς από αυτούς δεν δείχνει κάτω από ποιες συνθήκες, συγκεκριμένα, το προλεταριάτο θα είναι ικανό να εκπληρώσει τη σοσιαλιστική ανατροπή.
Αν δεχτούμε σαν αληθινό ότι η αιτία για τις ήττες είναι ριζωμένη στις κοινωνικές ιδιότητες του ίδιου του προλεταριάτου, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε τη θέση της σύγχρονης κοινωνίας απελπιστική. Μέσα στις συνθήκες του παρακμάζοντα καπιταλισμού, το προλεταριάτο δεν αναπτύσσεται ούτε αριθμητικά ούτε πολιτιστικά. Κατά συνέπεια, δεν παρέχεται η βάση για να περιμένουμε ότι κάποτε θα ανυψωθεί στο επίπεδο των επαναστατικών του καθηκόντων. Εντελώς διαφορετικά παρουσιάζεται η κατάσταση σε κείνον που έχει ξεκαθαρίσει στο μυαλό του τον βαθύ ανταγωνισμό ανάμεσα στην οργανική, βαθιά, ακατανίκητη ανάγκη των εργατικών μαζών να απαλλαγούν από το ματοβαμμένο καπιταλιστικό χάος, και τον συντηρητικό, πατριωτικό, πέρα για πέρα αστικό χαρακτήρα της ξεπερασμένης εργατικής ηγεσίας. Πρέπει να διαλέξουμε μια από αυτές τις δύο ασυμφιλίωτες αντιλήψεις.
Η επανάσταση του Οκτώβρη δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Είχε προβλεφτεί από πολύ πριν. Τα γεγονότα επιβεβαίωσαν αυτή την πρόβλεψη. Ο εκφυλισμός δεν αναιρεί την πρόβλεψη, γιατί οι μαρξιστές ποτέ δεν πίστευαν ότι ένα απομονωμένο εργατικό κράτος στη Ρωσία θα μπορούσε να διατηρηθεί επ’ αόριστο. Είναι αλήθεια ότι περιμέναμε μάλλον την καταστροφή του σοβιετικού κράτους, παρά τον εκφυλισμό του ή για να το πούμε πιο σωστά, δεν κάναμε σαφή διάκριση ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο δυνατότητες. Αλλά η μια δεν βρίσκεται σε αντίφαση με την άλλη. Ο εκφυλισμός πρέπει αναπόφευκτα να καταλήξει σε ένα ορισμένο στάδιο, στην κατάρρευση.
Ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, είτε σταλινικού είτε φασιστικού τύπου, από την ίδια του την ουσία, δεν μπορεί να είναι παρά ένα προσωρινό μεταβατικό καθεστώς. Η απροκάλυπτη δικτατορία στην Ιστορία ήταν γενικά το προϊόν και το σύμπτωμα μιας ιδιαίτερα σοβαρής κοινωνικής κρίσης και καθόλου ενός σταθερού καθεστώτος. Η σοβαρή κρίση δεν μπορεί να είναι μια μόνιμη κατάσταση της κοινωνίας. Ένα ολοκληρωτικό καθεστώς είναι ικανό να καταστείλει τις κοινωνικές αντιφάσεις για μια ορισμένη περίοδο, αλλά είναι ανίκανο να διαιωνίσει τον εαυτό του. Οι τερατώδεις εκκαθαρίσεις στην ΕΣΣΔ είναι η πιο πειστική μαρτυρία του γεγονότος ότι η σοβιετική κοινωνία οργανικά τείνει προς την αποβολή της γραφειοκρατίας.
Είναι καταπληκτικό το ότι ο Μπρούνο Ρ. βλέπει ακριβώς στις σταλινικές εκκαθαρίσεις την απόδειξη του γεγονότος ότι η γραφειοκρατία έχει γίνει η άρχουσα τάξη, επειδή κατά τη γνώμη του μόνο μια άρχουσα τάξη είναι ικανή να παίρνει μέτρα σε τόση μεγάλη κλίμακα[3]. Ξεχνά, όμως, ότι ο τσαρισμός, που δεν ήταν μια «τάξη», επέτρεψε επίσης στον εαυτό του αρκετά μεγάλης κλίμακας εκκαθαρίσεις και επιπλέον ακριβώς την περίοδο που πλησίαζε η καταδίκη του. Σαν σύμπτωμα της επερχόμενης θανάσιμης αγωνίας του, με την πλατιά και τερατώδη απάτη των εκκαθαρίσεων, ο Στάλιν δεν αποδείχνει τίποτε άλλο πέρα από την ανικανότητα της γραφειοκρατίας να μεταμορφωθεί σε μια σταθερή άρχουσα τάξη. Δεν θα ρίχναμε τον εαυτό μας σε μια γελοία θέση αν τιτλοφορούσαμε τη βοναπαρτιστική ολιγαρχία νέα άρχουσα τάξη, μερικά μόλις χρόνια ή ακόμα μερικούς μήνες πριν από την άδοξη πτώση της; Και μόνο το να θέσει κανείς καθαρά αυτό το ερώτημα θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μας, να συγκρατήσει τους συντρόφους από το να κάνουν ορολογικούς πειραματισμούς και βιαστικές γενικεύσεις.
Ένα τέταρτο του αιώνα έχει αποδειχτεί πολύ μικρό διάστημα για τον επαναστατικό επανεξοπλισμό της παγκόσμιας προλεταριακής πρωτοπορίας και πολύ μεγάλη περίοδος για να διατηρηθεί το σοβιετικό σύστημα άθιχτο σε μια απομονωμένη και καθυστερημένη χώρα. Η ανθρωπότητα πληρώνει τώρα γι’ αυτό μ’ έναν νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αλλά το βασικό καθήκον της εποχής μας δεν έχει αλλάξει, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έχει λυθεί. Το γεγονός όμως ότι ένα από τα τμήματα του παγκόσμιου προλεταριάτου στάθηκε ικανό να δείξει στην πράξη πώς πρέπει να λυθεί αυτό το καθήκον, αντιπροσωπεύει μια κολοσσιαία κατάκτηση στα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια και μια ανεκτίμητη υπόσχεση για το μέλλον.
Ο δεύτερος ιμπεριαλιστικός πόλεμος θέτει το άλυτο αυτό καθήκον σ’ ένα ιστορικό στάδιο ακόμα πιο υψηλό. Βάζει ξανά σε δοκιμασία όχι μόνο τη σταθερότητα των υπαρχόντων καθεστώτων, αλλά και την ικανότητα του προλεταριάτου να τα αντικαταστήσει. Τα αποτελέσματα αυτής της δοκιμασίας θα έχουν, χωρίς αμφιβολία, αποφασιστική σημασία για την εκτίμηση απομέρους μας της σύγχρονης εποχής σαν εποχή της προλεταριακής επανάστασης. Αν, αντίθετα προς όλες τις πιθανότητες, η Οκτωβριανή Επανάσταση αποτύχει, στη διάρκεια του τωρινού πολέμου, ή αμέσως μετά, να βρει τη συνέχειά της σε οποιαδήποτε από τις προηγμένες χώρες, και αν, αντίθετα, το προλεταριάτο σπρωχτεί πίσω, παντού και σ’ όλα τα μέτωπα –τότε θα πρέπει, χωρίς αμφιβολία, να βάλουμε το ζήτημα της επανεξέτασης της αντίληψής μας για την τωρινή εποχή και τις κινητήριες δυνάμεις της. Σ’ αυτή την περίπτωση το ζήτημα δεν θα ήταν να κολλήσει κανείς μια ετικέτα στην ΕΣΣΔ ή στη σταλινική συμμορία, αλλά να επανεκτιμήσει την παγκόσμια ιστορική προοπτική για τις επόμενες δεκαετίες αν όχι για τους επόμενους αιώνες: έχουμε μπει στην εποχή της κοινωνικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής κοινωνίας ή, αντίθετα, στην εποχή της παρακμάζουσας κοινωνίας της ολοκληρωτικής γραφειοκρατίας.
Το διπλό λάθος των σχηματικών σαν τον Ούγκο Ούρμπανς και τον Μπρούνο Ρ., βρίσκεται, πρώτο, στο ότι διακηρύσσουν ότι αυτό το καθεστώς έχει ήδη εγκαθιδρυθεί, και, δεύτερο, στο ότι δηλώνουν ότι είναι μια παρατεταμένη μεταβατική κατάσταση της κοινωνίας ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό. Κι ωστόσο, είναι εντελώς αυταπόδειχτο ότι αν το διεθνές προλεταριάτο αποδειχτεί, σαν αποτέλεσμα της πείρας ολόκληρης της εποχής μας και του τωρινού νέου πολέμου, ανίκανο να γίνει ο κύριος της κοινωνίας, αυτό θα σήμαινε το χάσιμο κάθε ελπίδας για μια σοσιαλιστική επανάσταση, γιατί είναι αδύνατο να περιμένει κανείς ευνοϊκότερες συνθήκες γι’ αυτήν. Όπως και νά ’χει, κανείς δεν μπορεί να τις προβλέψει τώρα, ούτε είναι ικανός να τις χαρακτηρίσει. Οι μαρξιστές δεν έχουν το ελάχιστο δικαίωμα (αν η απογοήτευση και η κούραση δεν θεωρηθούν «δικαιώματα») να βγάλουν το συμπέρασμα ότι το προλεταριάτο έχει χάσει τις επαναστατικές του δυνατότητες και πρέπει να εγκαταλείψει κάθε ελπίδα για ηγεμονία στην αμέσως επόμενη περίοδο. Στη ζυγαριά της Ιστορίας, όταν έχουμε να κάνουμε με βαθύτατες αλλαγές στο οικονομικό και στο πολιτιστικό σύστημα, 25 χρόνια ζυγίζουν λιγότερο από ότι μια ώρα στη ζωή του ανθρώπου. Τι αξίζει ένα άτομο που, στη βάση των εμπειρικών αποτυχιών στη διάρκεια μιας ώρας ή μιας μέρας, αποκηρύσσει ένα σκοπό που είχε βάλει στον εαυτό του, πάνω στη βάση της εμπειρίας και της ανάλυσης ολόκληρης της προηγούμενης ζωής του; Στα χρόνια της πιο μαύρης αντίδρασης στη Ρωσία (1907 μέχρι 1917) πήραμε σαν αφετηρία μας εκείνες τις επαναστατικές δυνατότητες που είχαν αποκαλυφτεί από το ρωσικό προλεταριάτο το 1905. Στα χρόνια της παγκόσμιας αντίδρασης, πρέπει να προχωρήσουμε από κείνες τις δυνατότητες που το ρωσικό προλεταριάτο αποκάλυψε το 1917. Η Τέταρτη Διεθνής δεν ονομάστηκε τυχαία Παγκόσμιο Κόμμα της Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Ο δρόμος μας δεν πρέπει να αλλάξει. Κατευθύνουμε την πορεία μας προς την παγκόσμια επανάσταση και, εξαιτίας ακριβώς αυτού του γεγονότος, προς την αναγέννηση της ΕΣΣΔ σαν ένα εργατικό κράτος.
Τί υπερασπίζουμε στην ΕΣΣΔ; Όχι αυτό που την κάνει να μοιάζει με τις καπιταλιστικές χώρες, αλλά ακριβώς εκείνο που την κάνει να διαφέρει απ’ αυτές. Στη Γερμανία επίσης, υποστηρίζουμε μια εξέγερση ενάντια στην άρχουσα γραφειοκρατία, αλλά μόνο για να ανατραπεί αμέσως η καπιταλιστική ιδιοκτησία. Στην ΕΣΣΔ, η ανατροπή της γραφειοκρατίας είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της κρατικής ιδιοκτησίας. Μόνο μ’ αυτή την έννοια είμαστε υπέρ της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ.
Δεν υπάρχει ούτε ένας ανάμεσά μας που να αμφιβάλει για το ότι οι σοβιετικοί εργάτες πρέπει να υπερασπίσουν την κρατική ιδιοκτησία, όχι μόνο ενάντια στον παρασιτισμό της γραφειοκρατίας, αλλά και ενάντια στις τάσεις προς την ατομική ιδιοκτησία, για παράδειγμα, απομέρους της αριστοκρατίας των κολχόζ. Αλλά, στο κάτω-κάτω, η εξωτερική πολιτική είναι η συνέχεια της εσωτερικής πολιτικής. Αν στην εσωτερική πολιτική συσχετίζουμε την υπεράσπιση των κατακτήσεων της Οκτωβριανής Επανάστασης με την αδιάλλακτη πάλη ενάντια στην γραφειοκρατία, τότε πρέπει να κάνουμε το ίδιο πράγμα και στην εξωτερική πολιτική. Ασφαλώς, ο Μπρούνο Ρ., ξεκινώντας από το γεγονός ότι ο «γραφειοκρατικός κολεχτιβισμός» έχει ήδη νικήσει σ’ όλα τα επίπεδα, μας διαβεβαιώνει ότι κανένας δεν απειλεί την κρατική ιδιοκτησία, αφού ο Χίτλερ (και ο Τσάμπερλεν;) ενδιαφέρεται, όπως βλέπετε, τόσο να την διατηρήσει, όσο και ο Στάλιν. Οι διαβεβαιώσεις του Μπρούνο Ρ., λυπούμαστε που το λέμε, είναι άδειες φράσεις. Σε περίπτωση νίκης, ο Χίτλερ θα αρχίσει, πιθανότατα, απαιτώντας την επιστροφή στους γερμανούς καπιταλιστές, όλης της απαλλοτριωμένης τους ιδιοκτησίας. Κατόπιν θα εξασφαλίσει μια παρόμοια αποκατάσταση ιδιοκτησίας για τους Άγγλους, τους Γάλλους και τους Βέλγους, ώστε να φτάσει σε μια συμφωνία μ’ αυτούς σε βάρος της ΕΣΣΔ. Τελικά, θα κάνει τη Γερμανία εργολάβο των πιο σπουδαίων κρατικών επιχειρήσεων στην ΕΣΣΔ προς το συμφέρον της γερμανικής στρατιωτικής μηχανής. Για την ώρα ο Χίτλερ είναι ο σύμμαχος και ο φίλος του Στάλιν, αλλά αν ο Χίτλερ, με τη βοήθεια του Στάλιν, έβγαινε νικητής στο Δυτικό Μέτωπο, την επόμενη θα γύριζε τα όπλα του ενάντια στην ΕΣΣΔ. Τελικά, σε παρόμοιες συνθήκες, κι ο Τσάμπερλεν, δεν θα ενεργούσε διαφορετικά από τον Χίτλερ.
Τα λάθη στο ζήτημα της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ απορρέουν, πολύ συχνά, από μια λαθεμένη κατανόηση των μεθόδων «υπεράσπισης». Υπεράσπιση της ΕΣΣΔ δεν σημαίνει καθόλου προσέγγιση με τη γραφειοκρατία του Κρεμλίνου, την αποδοχή της πολιτικής της ή μια συμφιλίωση με την πολιτική των συμμάχων της. Σ’ αυτό το ζήτημα, όπως σε όλα τα άλλα, μένουμε εντελώς πάνω στη βάση της διεθνούς ταξικής πάλης.
Το μικροσκοπικό γαλλικό περιοδικό «Que Faire» («Τι να Κάνουμε»), δήλωνε τελευταία, ότι εφόσον οι «τροτσκιστές» είναι ντεφετιστές σε σχέση με τη Γαλλία και την Αγγλία, άρα είναι ντεφετιστές επίσης σε σχέση με την ΕΣΣΔ. Με άλλα λόγια: αν θέλετε να υπερασπιστείτε την ΕΣΣΔ, πρέπει να πάψετε να είστε ντεφετιστές οσοναφορά τους ιμπεριαλιστές συμμάχους της. Το «Que Faire» υπολόγιζε ότι οι «δημοκρατίες» θα ήταν οι σύμμαχοι της ΕΣΣΔ. Τι θα λένε τώρα αυτοί οι σοφοί, δεν ξέρουμε. Αλλά αυτό έχει ελάχιστη σημασία, γιατί είναι η ίδια η μέθοδός τους που είναι σάπια. Το να αποκηρύξουμε τον ντεφετισμό σε σχέση με κείνο το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο που η ΕΣΣΔ υποστηρίζει σήμερα ή μπορεί να υποστηρίζει αύριο, σημαίνει να σπρώχνουμε τους εργάτες του εχθρικού στρατόπεδου στο πλευρό της κυβέρνησής τους, σημαίνει αποκήρυξη του ντεφετισμού γενικά. Η αποκήρυξη του ντεφετισμού μέσα στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, ισοδυναμεί με την απόρριψη της σοσιαλιστικής επανάστασης –απόρριψη της επανάστασης στο όνομα της «υπεράσπισης της ΕΣΣΔ»– και θα καταδίκαζε την ΕΣΣΔ σε τελική αποσύνθεση και καταστροφή.
Η «υπεράσπιση της ΕΣΣΔ», με τον τρόπο που ερμηνεύεται από την Κομμουνιστική Διεθνή, όπως και η «πάλη κατά του φασισμού» χθες, βασίζεται στην αποκήρυξη της ανεξάρτητης ταξικής πολιτικής. Το προλεταριάτο μεταμορφώνεται –για διαφορετικούς λόγους σε διαφορετικές περιστάσεις, αλλά πάντα και αμετάβλητα– σε μια βοηθητική δύναμη ενός αστικού στρατοπέδου ενάντια σ’ ένα άλλο αστικό στρατόπεδο. Σε αντιπαράθεση μ’ αυτό, μερικοί από τους συντρόφους μας λένε: αφού δεν θέλουμε να γίνουμε όργανα του Στάλιν και των συμμάχων του, αποκηρύσσουμε, κατά συνέπεια, την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ. Αλλά μ’ αυτό, δείχνουν μόνο ότι η κατανόησή τους για την «υπεράσπιση», συμπέφτει ουσιαστικά με την κατανόηση των οπορτουνιστών. Δεν σκέφτονται από την άποψη της ανεξάρτητης πολιτικής του προλεταριάτου. Στην πραγματικότητα, υπερασπίζουμε την ΕΣΣΔ όπως υπερασπίζουμε τις αποικίες, όπως λύνουμε όλα μας τα προβλήματα, όχι υποστηρίζοντας ορισμένες ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις ενάντια σε άλλες, αλλά με τη μέθοδο της διεθνούς ταξικής πάλης, τόσο στις αποικίες όσο και στα μητροπολιτικά κέντρα.
Δεν είμαστε ένα κυβερνητικό κόμμα, είμαστε το κόμμα της ασυμφιλίωτης αντιπολίτευσης όχι μόνο στις καπιταλιστικές χώρες, αλλά και στην ΕΣΣΔ. Τους σκοπούς μας, κι ανάμεσά τους, την «υπεράσπιση της ΕΣΣΔ», τους πραγματοποιούμε όχι μέσα από αστικές κυβερνήσεις, και ακόμα όχι μέσα από την κυβέρνηση της ΕΣΣΔ, αλλά αποκλειστικά μέσα από την εκπαίδευση των μαζών, με αγκιτάτσια, με το να εξηγούμε στους εργάτες τι θα έπρεπε να υπερασπιστούν και τι να ανατρέψουν. Μια τέτια «υπεράσπιση» δεν μπορεί να δόσει άμεσα θαυματουργά αποτελέσματα. Αλλά ποτέ δεν παραστήσαμε τους θαυματοποιούς. Όπως έχουν τα πράγματα, είμαστε μια επαναστατική μειοψηφία. Η δουλειά μας πρέπει να κατευθύνεται έτσι, ώστε οι εργάτες στους οποίους έχουμε επιρροή, να εκτιμήσουν σωστά τα γεγονότα, να μην επιτρέψουν στον εαυτό τους να αιφνιδιαστεί, και να προετοιμάσουν το γενικό αίσθημα της τάξης τους για την επαναστατική λύση των καθηκόντων που αντιμετωπίζουμε.
Η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ συμπέφτει για μας με την προετοιμασία της παγκόσμιας επανάστασης. Επιτρεπτές είναι εκείνες μόνο οι μέθοδες, που δεν συγκρούονται με τα συμφέροντα της επανάστασης. Η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ συνδέεται με την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση, όπως ένα καθήκον τακτικής συνδέεται με ένα στρατηγικό καθήκον. Μια τακτική υποτάσσεται σ’ ένα στρατηγικό στόχο, και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι σε αντίθεση μ’ αυτόν.
Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, το ζήτημα των κατεχομένων από τον Κόκκινο Στρατό εδαφών παραμένει ακόμα σκοτεινό. Τα τηλεγραφικά μηνύματα αναιρούν το ένα το άλλο, αφού και οι δυο πλευρές λένε πολλά ψέματα. Αλλά οι πραγματικές σχέσεις εκεί, είναι χωρίς αμφιβολία, φοβερά συγκεχυμένες. Τα περισσότερα από τα κατεχόμενα εδάφη θα γίνουν, χωρίς αμφιβολία, μέρος της ΕΣΣΔ. Με ποιά μορφή;
Ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι, σύμφωνα με τη συνθήκη της με τον Χίτλερ, η κυβέρνηση της Μόσχας αφήνει ανέπαφα τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας στις κατεχόμενες περιοχές και περιορίζεται στον «έλεγχο», σύμφωνα με το φασιστικό πρότυπο. Μια τέτια παραχώρηση θα είχε ένα βαθύ χαρακτήρα αρχής και μπορεί να γινόταν η αφετηρία για ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του σοβιετικού καθεστώτος, και, κατά συνέπεια, μια αφετηρία για μια νέα εκτίμηση απομέρους μας σ’ ότι αφορά τη φύση του σοβιετικού κράτους.
παρ’ όλα αυτά, είναι πιο πιθανό, ότι στα εδάφη που πρόκειται να προσαρτιστούν στην ΕΣΣΔ, η κυβέρνηση της Μόσχας θα πραγματοποιήσει την απαλλοτρίωση των μεγάλων γαιοκτημόνων και την κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής. Αυτή η εκδοχή είναι η πιθανότερη, όχι γιατί η γραφειοκρατία παραμένει πιστή στο σοσιαλιστικό πρόγραμμα, αλλά επειδή ούτε επιθυμεί, ούτε είναι ικανή να μοιράσει την εξουσία και τα προνόμια που αυτή παρέχει με τις παλιές άρχουσες τάξεις στα κατεχόμενα εδάφη. Εδώ προσφέρεται μια αναλογία κυριολεκτικά από μόνη της. Ο πρώτος Βοναπάρτης σταμάτησε την επανάσταση επιβάλλοντας στρατιωτική δικτατορία. Κι όμως, όταν τα γαλλικά στρατεύματα έκαναν εισβολή στην Πολωνία, ο Ναπολέων υπόγραψε ένα διάταγμα: «Η δουλεία καταργείται». Αυτό το μέτρο υπαγορευόταν όχι από τις συμπάθειες του Βοναπάρτη προς τους χωρικούς, ούτε από δημοκρατικές αρχές, αλλά, αντίθετα, από το γεγονός ότι η βοναπαρτιστική δικτατορία βασιζόταν όχι στις φεουδαρχικές, αλλά στις αστικές ιδιοκτησιακές σχέσεις. Εφόσον η βοναπαρτιστική δικτατορία του Στάλιν βασίζεται όχι στην ατομική αλλά στην κρατική ιδιοκτησία, η εισβολή του Κόκκινου Στρατού στην Πολωνία θα καταλήξει από τη φύση των πραγμάτων, στην κατάργηση της ιδιωτικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας έτσι που να φέρει το καθεστώς των κατεχόμενων εδαφών σε συμφωνία με το καθεστώς της ΕΣΣΔ.
Αυτό το μέτρο, επαναστατικό στο χαραχτήρα του –«η απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών»– επιτυγχάνεται σ’ αυτή την περίπτωση μ’ ένα στρατιωτικό-γραφειοκρατικό τρόπο. Η έκκληση για ανεξάρτητη δραστηριότητα των μαζών στα νέα εδάφη –και χωρίς μια τέτια έκκληση, ακόμα κι αν αυτή ήταν εξαιρετικά προσεκτική είναι αδύνατο να εγκαθιδρυθεί ένα νέο καθεστώς– ασφαλώς θα καταπνιγεί την επόμενη μέρα με ανελέητα αστυνομικά μέτρα, για να εξασφαλιστεί η επικράτηση της γραφειοκρατίας πάνω στις αφυπνισμένες επαναστατικές μάζες. Αυτή είναι μια πλευρά του ζητήματος. Αλλά υπάρχει και μια άλλη. Για να κερδίσει τη δυνατότητα κατοχής της Πολωνίας μέσα από μια στρατιωτική συμμαχία με τον Χίτλερ, το Κρεμλίνο για πολύ καιρό εξαπατούσε και εξακολουθεί να εξαπατά τις μάζες στην ΕΣΣΔ και σ’ ολόκληρο τον κόσμο, κι έχει, έτσι, προκαλέσει την πλήρη αποδιοργάνωση των γραμμών της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το πρωταρχικό πολιτικό κριτήριο για μας δεν είναι η μεταμόρφωση των σχέσεων ιδιοκτησίας, σ’ αυτή ή την άλλη περιοχή, όσο σπουδαίες κι αν είναι αυτές καθεαυτές, αλλά μάλλον η αλλαγή στη συνείδηση και οργάνωση του παγκόσμιου προλεταριάτου, η αύξηση της ικανότητάς του να υπερασπίζεται προηγούμενες κατακτήσεις και να πετυχαίνει νέες. Απ’ αυτήν και μόνο την αποφασιστική άποψη, η πολιτική της Μόσχας, παρμένη σαν όλο, διατηρεί πέρα για πέρα τον αντιδραστικό της χαρακτήρα και παραμένει το κύριο εμπόδιο στο δρόμο για την παγκόσμια επανάσταση.
Ωστόσο, η γενική μας εκτίμηση για το Κρεμλίνο και την Κομμουνιστική Διεθνή, δεν αλλάζει το ιδιαίτερο γεγονός ότι η κρατικοποίηση της ιδιοκτησίας στα κατεχόμενα εδάφη αποτελεί καθεαυτή ένα προοδευτικό μέτρο. Αυτό πρέπει να το αναγνωρίσουμε ανοιχτά. Αν αύριο ο Χίτλερ έριχνε τα στρατεύματά του ενάντια στην ανατολή για να αποκαταστήσει το «νόμο και την τάξη» στην ανατολική Πολωνία, οι πρωτοπόροι εργάτες θα υπεράσπιζαν ενάντια στον Χίτλερ τις νέες ιδιοκτησιακές μορφές που εγκαθίδρυσε η βοναπαρτιστική σοβιετική γραφειοκρατία.
Η κρατικοποίηση των μέσω παραγωγής είναι, όπως είπαμε, ένα προοδευτικό μέτρο. Αλλά η προοδευτικότητά του είναι σχετική. Το ειδικό βάρος εξαρτάται από το σύνολο όλων των άλλων παραγόντων. Έτσι, πρέπει πρώτα και κύρια να αποδείξουμε ότι η επέκταση του εδάφους όπου κυριαρχεί η γραφειοκρατική απολυταρχία και ο παρασιτισμός, καλυμμένα με «σοσιαλιστικά» μέτρα, μπορεί να μεγαλώσει το γόητρο του Κρεμλίνου, να γεννήσει αυταπάτες οσοναφορά τη δυνατότητα της αντικατάστασης της προλεταριακής επανάστασης από γραφειοκρατικές μανούβρες και λοιπά. Αυτό το κακό ξεπερνά κατά πολύ το προοδευτικό περιεχόμενο των σταλινικών μεταρρυθμίσεων στην Πολωνία. Για να γίνει η εθνικοποιημένη ιδιοκτησία στις κατεχόμενες περιοχές, όπως και στην ΕΣΣΔ, βάση για γνήσια προοδευτική, δηλαδή σοσιαλιστική ανάπτυξη, είναι αναγκαίο να ανατραπεί η μοσχοβίτικη γραφειοκρατία. Το πρόγραμμά μας, διατηρεί, κατά συνέπεια, όλη του την αξία. Τα γεγονότα δεν μας βρήκαν απροετοίμαστους. Είναι αναγκαίο μόνο να τα ερμηνέψουμε σωστά. Είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε καθαρά ότι στο χαρακτήρα της ΕΣΣΔ και στη διεθνή της θέση περιέχονται οξείες αντιφάσεις. Είναι αδύνατο να απαλλαγεί κανείς από αυτές τις αντιφάσεις με τη βοήθεια ορολογικών ταχυδακτυλουργιών («εργατικό κράτος» – «μη εργατικό κράτος»). Πρέπει να πάρουμε τα γεγονότα όπως είναι. Πρέπει να οικοδομήσουμε την πολιτική μας παίρνοντας σαν αφετηρία τις πραγματικές σχέσεις και αντιφάσεις.
Δεν εμπιστευόμαστε στο Κρεμλίνο καμιά ιστορική αποστολή. Ήμασταν και παραμένουμε ενάντια στις καταλήψεις νέων εδαφών από το Κρεμλίνο. Υποστηρίζουμε την ανεξαρτησία της Σοβιετικής Ουκρανίας, και αν οι ίδιοι οι Λευκορώσοι το επιθυμούν –της Σοβιετικής Λευκορωσίας. Ταυτόχρονα, στα τμήματα της κατεχόμενης από τον Κόκκινο Στρατό, Πολωνίας, οι οπαδοί της Τέταρτης Διεθνούς πρέπει να παίξουν τον πιο αποφασιστικό ρόλο στην απαλλοτρίωση των γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών, στο μοίρασμα της γης στους αγρότες, στη δημιουργία σοβιέτ και εργατικών επιτροπών, κλπ. Ενώ θα τα κάνουν αυτά, πρέπει να διατηρήσουν την πολιτική τους ανεξαρτησία, πρέπει να αγωνιστούν στη διάρκεια των εκλογών στα σοβιέτ και στις εργοστασιακές επιτροπές για την πλήρη ανεξαρτησία αυτών των σωμάτων από τη γραφειοκρατία, και πρέπει να κάνουν επαναστατική προπαγάνδα στο πνεύμα δυσπιστίας προς το Κρεμλίνο και τα τοπικά του πρακτορεία.
Αλλά ας υποθέσουμε ότι ο Χίτλερ στρέφει τα όπλα του ενάντια στην ανατολή και εισβάλει στα κατεχόμενα από τον Κόκκινο Στρατό εδάφη. Σ’ αυτές τις συνθήκες, οι οπαδοί της Τέταρτης Διεθνούς, χωρίς να αλλάξουν με κανέναν τρόπο τη στάση τους προς την ολιγαρχία του Κρεμλίνου, θα περάσουν στην πρώτη γραμμή, σαν το πιο επείγον καθήκον της στιγμής, τη στρατιωτική αντίσταση ενάντια στον Χίτλερ. Οι εργάτες θα πουν: «Δεν μπορούμε να αφήσουμε στον Χίτλερ την ανατροπή του Στάλιν. Αυτό είναι δικό μας καθήκον». Στη διάρκεια της στρατιωτικής πάλης ενάντια στον Χίτλερ, οι επαναστάτες εργάτες θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν τις στενότερες δυνατές συντροφικές σχέσεις με τους απλούς αγωνιστές του Κόκκινου Στρατού. Ενώ με το όπλο στο χέρι θα καταφέρνουν χτυπήματα στον Χίτλερ, οι Μπολσεβίκοι-Λενινιστές θα κατευθύνουν συγχρόνως την επαναστατική τους προπαγάνδα ενάντια στον Στάλιν, προετοιμάζοντας την ανατροπή του στο επόμενο και ίσως πολύ κοντινό στάδιο.
Αυτό το είδος της «υπεράσπισης της ΕΣΣΔ» θα διαφέρει φυσικά, όπως η νύχτα από τη μέρα, από την επίσημη υπεράσπιση που καθοδηγείται τώρα από το σύνθημα: «Για την Πατρίδα! Για τον Στάλιν!». Η δική μας υπεράσπιση της ΕΣΣΔ γίνεται με το σύνθημα «Για το σοσιαλισμό! Για την Παγκόσμια Επανάσταση! Ενάντια στον Στάλιν!». Για να μην μπερδευτούν αυτά τα δυο είδη «υπεράσπισης της ΕΣΣΔ» στη συνείδηση των μαζών, είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε καθαρά και με ακρίβεια πώς να διατυπώνουμε συνθήματα που ανταποκρίνονται στην συγκεκριμένη κατάσταση. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι αναγκαίο να αποδείξουμε καθαρά τί ακριβώς υπερασπιζόμαστε, πώς ακριβώς το υπερασπιζόμαστε, ενάντια σε ποιόν το υπερασπιζόμαστε. Τα συνθήματά μας θα δημιουργήσουν σύγχυση ανάμεσα στις μάζες μόνο αν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε σαφή αντίληψη για τα καθήκοντά μας.
Δεν έχουμε κανένα λόγο προς το παρόν να αλλάξουμε την πάνω σε αρχές θέση μας σε σχέση με την ΕΣΣΔ.
Ο πόλεμος επιταχύνει τα διάφορα πολιτικά προτσές. Μπορεί να επιταχύνει το προτσές της επαναστατικής αναγέννησης της ΕΣΣΔ. Αλλά μπορεί επίσης να επιταχύνει το προτσές του τελικού εκφυλισμού της. Γι’ αυτό το λόγο είναι απαραίτητο να παρακολουθούμε προσεκτικά και χωρίς προκατάληψη τις μεταβολές εκείνες που φέρνει ο πόλεμος στην εσωτερική ζωή της ΕΣΣΔ, έτσι ώστε να μπορούμε να δίνουμε εμείς οι ίδιοι έγκαιρα μια έκθεση γι’ αυτές.
Τα καθήκοντά μας στις κατεχόμενες περιοχές παραμένουν βασικά τα ίδια όπως στην ίδια την ΕΣΣΔ. Αλλά στο βαθμό που μπαίνουν από τα γεγονότα με μια εξαιρετικά οξεία μορφή, μας κάνουν ακόμα περισσότερο ικανούς να ξεκαθαρίσουμε τα γενικά μας καθήκοντα σε σχέση με την ΕΣΣΔ.
Πρέπει να διατυπώσουμε τα συνθήματά μας με τέτοιο τρόπο ώστε οι εργάτες να δουν καθαρά τι ακριβώς υπερασπιζόμαστε στην ΕΣΣΔ (την κρατική ιδιοκτησία και τη σχεδιασμένη οικονομία), και ενάντια σε ποιον διεξάγουμε μια ανελέητη πάλη (ενάντια στην παρασιτική γραφειοκρατία και την Κομμουνιστική Διεθνή της). Δεν πρέπει να χάσουμε από τα μάτια μας, ούτε για μια στιγμή, το γεγονός ότι το ζήτημα της ανατροπής της σοβιετικής γραφειοκρατίας, είναι για μας υποταγμένο στο ζήτημα της διατήρησης της κρατικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής στην ΕΣΣΔ, ότι το ζήτημα της διατήρησης της κρατικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής στην ΕΣΣΔ είναι για μας υποταγμένο στο ζήτημα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης.
25 του Σεπτέμβρη 1939
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΣΕΡΜΑΝ ΣΤΑΝΛΕΪ
8 του Οκτώβρη 1939
Αγαπητέ σύντροφε Στάνλεϊ,
Πήρα εγώ το γράμμα σου προς τον Ο’ Μπράιαν εξαιτίας της αναχώρησής του. Το γράμμα μου προκάλεσε μια παράξενη εντύπωση, γιατί, αντίθετα από τα πολύ καλά άρθρα σου, είναι γεμάτο αντιφάσεις.
Δεν έλαβα ακόμα καθόλου υλικό σ’ ό,τι αφορά την Ολομέλεια και δεν γνωρίζω ούτε το κείμενο της Απόφασης της πλειοψηφίας ούτε το κείμενο του Μ. Σ.[4], αλλά εσύ λες πως δεν υπάρχει ασυμβίβαστη αντίθεση ανάμεσα στα δυο κείμενα. Ταυτόχρονα λες ότι μια «καταστροφή» πλησιάζει το Κόμμα. Γιατί; Ακόμα κι αν υπήρχαν δυο ασυμβίβαστες θέσεις, αυτό δεν θα σήμαινε μια «καταστροφή», αλλά μια αναγκαιότητα να κάνουμε την πολιτική πάλη μέχρι το τέλος. Αλλά, αν οι δυο προτάσεις δεν αντιπροσωπεύουν παρά αποχρώσεις της ίδιας άποψης που εκφράζεται στο πρόγραμμα της Τέταρτης Διεθνούς, πως μπορεί να βγει απ’ αυτή τη χωρίς αρχές (κατά τη γνώμη σου) διαφωνία, μια καταστροφή; Το ότι η πλειοψηφία προτίμησε τη δικιά της απόχρωση (αν είναι μόνο μια απόχρωση), είναι φυσικό. Αλλά αυτό που είναι εντελώς αφύσικο, είναι το ότι η μειοψηφία διακηρύσσει: «Εφόσον εσείς, η πλειοψηφία, δέχεστε τη δικιά σας απόχρωση και όχι τη δικιά μας, προφητεύουμε μια καταστροφή». Από ποιανού την πλευρά;;;... Και λες ότι «εξετάζεις αντικειμενικά τις διάφορες ομάδες». Αυτή δεν είναι καθόλου η εντύπωσή μου.
Γράφεις, για παράδειγμα, ότι από το άρθρο μου «έλλειπε μια σελίδα για τον ένα ή τον άλλο λόγο». Μ’ αυτό τον τρόπο εκφράζεις μια πολύ δηλητηριώδη υποψία για υπεύθυνους συντρόφους. Η σελίδα έλλειπε εξαιτίας μιας λυπηρής αδιαφορίας στο γραφείο μας εδώ, και ήδη στείλαμε ένα καινούργιο πλήρες κείμενο για μετάφραση[5].
Το επιχείρημά σου για την εκφυλισμένη «εργατική αυτοκρατορία» δεν μου φαίνεται και πολύ καλή εφεύρεση. Από την πρώτη σχεδόν μέρα της Οκτωβριανής Επανάστασης, οι μπολσεβίκοι κατηγορήθηκαν ότι ακολουθούν το «επεκτατικό πρόγραμμα του τσαρισμού». Ακόμα κι ένα υγιές εργατικό κράτος θα έτεινε προς μια επέκταση, και οι γεωγραφικές γραμμές θα συνέπεφταν αναπόφευκτα με τις γενικές γραμμές της τσαρικής επέκτασης επειδή, συνήθως, οι επαναστάτες δεν αλλάζουν τις γεωγραφικές συνθήκες. Αυτό που κατηγορούμε τη συμμορία του Κρεμλίνου δεν είναι η επέκταση, ούτε η γεωγραφική κατεύθυνση της επέκτασης, αλλά οι γραφειοκρατικές, αντεπαναστατικές μέθοδες της επέκτασης. Αλλά, ταυτόχρονα, επειδή εμείς, σαν μαρξιστές, «εξετάζουμε αντικειμενικά» τα ιστορικά γεγονότα, αναγνωρίζουμε ότι ούτε ο Τσάρος, ούτε ο Χίτλερ, ούτε ο Τσάμπερλεν δεν είχαν ούτε έχουν τη συνήθεια να καταργούν στις κατεχόμενες χώρες, την καπιταλιστική ιδιοκτησία, και αυτό το γεγονός, ένα πολύ προοδευτικό γεγονός, εξαρτάται από ένα άλλο γεγονός, δηλαδή από το γεγονός ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν δολοφονήθηκε ολοκληρωτικά από τη γραφειοκρατία, και ότι αυτή είναι αναγκασμένη, από την ίδια της τη θέση, να πάρει μέτρα που εμείς πρέπει να υπερασπίσουμε σε μια δοσμένη κατάσταση, ενάντια στους ιμπεριαλιστές-εχθρούς. Αυτά τα προοδευτικά μέτρα είναι, βέβαια, ασύγκριτα πιο ασήμαντα από τη γενική αντεπαναστατική δραστηριότητα της γραφειοκρατίας: γι’ αυτό το λόγο κρίνουμε αναγκαίο να ανατρέψουμε τη γραφειοκρατία...
Οι σύντροφοι αγανακτούν πολύ με τη συνθήκη Στάλιν-Χίτλερ. Αυτό είναι κατανοητό. Θέλουν να πάρουν την εκδίκησή τους από τον Στάλιν. Πολύ καλά. Αλλά σήμερα είμαστε αδύνατοι, και δεν μπορούμε άμεσα να ανατρέψουμε το Κρεμλίνο. Μερικοί σύντροφοι προσπαθούν τότε να βρουν μια ικανοποίηση καθαρά στα λόγια: βγάζουν από την ΕΣΣΔ τον τίτλο εργατικό κράτος, με τον ίδιο τρόπο που ο Στάλιν στερεί έναν υπάλληλο που έπεσε σε δυσμένεια από το παράσημο του Λένιν. Το βρίσκω, αγαπητέ μου φίλε, λιγάκι παιδιάστικο. Η μαρξιστική κοινωνιολογία και η υστερία είναι δυο πράγματα απόλυτα ασυμφιλίωτα.
Με τους καλύτερους συντροφικούς χαιρετισμούς
CRUX (Λεόν Τρότσκι)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————
[1]. Εξαιτίας των συνθηκών παραμονής του στις διάφορες χώρες όπου έζησε στη διάρκεια της εξορίας του, ο Τρότσκι χρησιμοποιούσε συχνά ψευδώνυμα στα γράμματά του. Τα γράμματά του υπογράφονταν συνήθως με το όνομα του άγγλου γραμματέα του. –Eκδ.
[2]. Θυμόμαστε ότι μερικοί από αυτούς τους συντρόφους που έχουν την τάση να θεωρούν ότι η γραφειοκρατία είναι μια νέα τάξη, ήταν ταυτόχρονα μανιώδεις αντίπαλοι του αποκλεισμού της γραφειοκρατίας από τα σοβιέτ.
[3]. Είναι αλήθεια ότι στο τελευταίο μέρος του βιβλίου του που αποτελείται από φανταστικές αντιφάσεις, ο Μπρούνο Ρ. απόλυτα συνειδητά και ξεκάθαρα ανασκευάζει την ίδια του τη θεωρία για τον «γραφειοκρατικό κολεχτιβισμό» που αναπτύσσεται στο πρώτο μέρος του βιβλίου και διακηρύσσει ότι ο σταλινισμός, ο φασισμός και ο ναζισμός είναι μεταβατικοί και παρασιτικοί σχηματισμοί, ιστορικές ποινές για την ανικανότητα του προλεταριάτου. Μ’ άλλα λόγια, ο Μπρούνο Ρ. αφού πρώτα υποβάλλει τις απόψεις της Τέταρτης Διεθνούς στην οξύτερη κριτική, αναπάντεχα ξαναγυρίζει σ’ αυτές τις απόψεις, αλλά μονάχα με το σκοπό να εξαπολύσει μια νέα σειρά από τυφλές αναζητήσεις. Δεν βλέπουμε καμιά βάση για να ακολουθήσουμε τα βήματα ενός συγγραφέα που ολοφάνερα έχει χάσει την ισορροπία του. Από τα επιχειρήματά του μας ενδιαφέρουν εκείνα με τα οποία προσπαθεί να θεμελιώσει τις απόψεις του ότι η γραφειοκρατία είναι μια τάξη.
[4]. Εδώ αναφέρεται στον Μαξ Σάχτμαν.
[5]. Το ντοκουμέντο «Η ΕΣΣΔ στον Πόλεμο», έφτασε στη διάρκεια της συνόδου της Ολομέλειας της Εθνικής Επιτροπής του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Έλλειπε μια σελίδα. Η πλειοψηφία της Ολομέλειας υποστήριξε την πολιτική γραμμή αυτού του ντοκουμέντου. Η μειοψηφία δημιούργησε σάλο για τη σελίδα που έλλειπε, εκτοξεύοντας την κατηγορία, ανάμεσα σε άλλα, πως είχε επίτηδες αποκρυφτεί. –Εκδ