Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι> Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού_c


Λεόν Τρότσκι

ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ
ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

(Ενάντια στη Μικροαστική Αντιπολίτευση)

Προηγούμενο: Γράμμα στον Τζέιμς Π. Κάνον
Επόμενο: Το Δημοψήφισμα και ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός


ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΕΣΣΔ

Ψυχανάλυση και Μαρξισμός

Ορισμένοι σύντροφοι, ή πρώην σύντροφοι, όπως ο Μπρούνο Ρ., έχοντας ξεχάσει τις παλιές συζητήσεις και αποφάσεις της Τέταρτης Διεθνούς, καταφεύγουν στην ψυχανάλυση στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την εκτίμησή μου για το σοβιετικό κράτος. «Ο Τρότσκι, λένε, συμμετείχε στη ρωσική επανάσταση. Του είναι λοιπόν δύσκολο να βάλει στην άκρη την ιδέα του εργατικού κράτους, γιατί θα έπρεπε να απαρνηθεί, ως ένα βαθμό, το έργο ολόκληρης της ζωής του», κλπ. Νομίζω πως ο γερο-Φρόιντ, που ήταν τόσο οξυδερκής, θα τραβούσε τα αυτιά μερικών ψυχαναλυτών αυτού του είδους. Σ’ αυτό που με αφορά, δεν θα ριψοκινδύνευα, φυσικά, πότε μια τέτια επιχείρηση. Μα μπορώ ωστόσο να βεβαιώσω τους κριτικούς μου πως ο υποκειμενισμός και ο συναισθηματισμός δεν βρίσκονται στη μεριά μου, μα στη δική τους.

Η στάση της Μόσχας, που έχει υπερβεί κάθε όριο αθλιότητας και κυνισμού, γεννά σε κάθε προλετάριο επαναστάτη την πιο βίαιη αγανάκτηση. Η αγανάκτηση αυτή γεννά την ανάγκη για απόρριψη. Όταν οι δυνάμεις για άμεση δράση λείπουν, οι ανυπόμονοι επαναστάτες έχουν την τάση να καταφεύγουν σε τεχνητές μέθοδες. Έτσι γεννιέται, λόγου χάρη, η τακτική της ατομικής τρομοκρατίας. Συνήθως, οι άνθρωποι καταφεύγουν σε βίαιους χαρακτηρισμούς, σε προσβολές και σε κατάρες. Στην ιδιαίτερη περίπτωσή μας, ορισμένοι σύντροφοι έχουν την πολύ χαρακτηριστική τάση να αναζητούν την ικανοποίησή τους στην «τρομοκρατία των όρων». Ωστόσο, ακόμα κι απ’ αυτή την άποψη, είναι χωρίς αξία να κολλούμε την ετικέττα της «τάξης» πάνω στη γραφειοκρατία. Αν η βοναπαρτιστική αχρειότητα αποτελεί μια τάξη, αυτό σημαίνει πως δεν είναι ένα έκτρωμα μα ένα βιώσιμο παιδί της ιστορίας. Αν ο λαίμαργος παρασιτισμός της αποτελεί μια μορφή «εκμετάλλευσης» με την επιστημονική έννοια του όρου, αυτό σημαίνει πως η γραφειοκρατία, σαν κυρίαρχη τάξη απαραίτητη στο δοσμένο σύστημα οικονομίας, έχει μπροστά της ένα ιστορικό μέλλον. Να που οδηγεί η ανυπόμονη αγανάκτηση όταν ξεκοπεί από τη μαρξιστική πειθαρχία!

Όταν ένας ευέξαπτος μηχανικός εξετάζει ένα αυτοκίνητο που χρησίμεψε, ας πούμε, σε γκάγκστερ για να ξεφύγουν από το κυνηγητό της αστυνομίας σ’ ένα χαλασμένο δρόμο, κι όταν βρει ένα σασί στραβωμένο, τροχούς χωρίς ευθυγράμμιση και μια μηχανή φθαρμένη ως ένα βαθμό, θα έχει το δικαίωμα να πει: «αυτό δεν είναι αυτοκίνητο, ο διάβολος ξέρει τι είναι». Μια τέτια εκτίμηση δεν θα είχε καμιά επιστημονική-τεχνική αξία, μα θα έκφραζε τη δικαιολογημένη αντίδραση του μηχανικού για το έργο των γκάγκστερ. Ας φανταστούμε ωστόσο πως ο ίδιος αυτός μηχανικός καλέστηκε να επισκευάσει το αντικείμενο που αποκάλεσε «ο διάβολος ξέρει τι είναι». Σ’ αυτή την περίπτωση, θα ξεκινήσει από τη διαπίστωση πως έχει μπροστά του ένα χαλασμένο αυτοκίνητο. Θα προσδιορίσει ποια εξαρτήματα είναι εντάξει και ποια είναι καταστρεμμένα για να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα αρχίσει την επισκευή. Ένας εργάτης με ταξική συνείδηση, θα υιοθετήσει την ίδια στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ. Έχει απόλυτο δίκιο να πει πως οι γραφειοκράτες γκάγκστερ μεταμόρφωσαν το εργατικό κράτος σε κάτι που «ο διάβολος ξέρει τι είναι». Μα όταν περάσει από το ξέσπασμα της αγανάκτησης στο να λύσει το πολιτικό πρόβλημα, είναι υποχρεωμένος να αναγνωρίσει πως έχει μπροστά του ένα χαλασμένο εργατικό κράτος, που έχει πάθει ζημιά το οικονομικό μοτέρ του, μα που συνεχίζει να λειτουργεί και θα μπορούσε να επισκευαστεί πλήρως με την αντικατάσταση ορισμένων εξαρτημάτων. Βέβαια, αυτά που λέμε δεν είναι παρά μια σύγκριση. Αξίζει όμως να τη μελετήσει κανείς.

«Ένα Αντεπαναστατικό Εργατικό Κράτος»

Μερικές κραυγές ακούγονται: «Αν συνεχίσει κανείς να βλέπει στην ΕΣΣΔ ένα εργατικό κράτος, θα πρέπει να εγκαθιδρύσει μια καινούρια κατηγορία: το αντεπαναστατικό εργατικό κράτος». Το επιχείρημα αυτό επιδιώκει να εξάψει τη φαντασία μας αντιπαραθέτοντας ένα άψογο προγραμματικό κανόνα σε μια άθλια, φτηνή, κι ακόμα αηδιαστική πραγματικότητα. Μα, δεν έχουμε μήπως παρατηρήσει, μέρα με τη μέρα από το 1923, τον ολοένα και πιο αντεπαναστατικό ρόλο που παίζει το σοβιετικό κράτος στο διεθνή στίβο; Έχουμε ξεχάσει την εμπειρία της Κινέζικης Επανάστασης, της γενικής απεργίας στην Αγγλία το 1926, και τέλος την πολύ πρόσφατη εμπειρία της Ισπανικής Επανάστασης; Υπάρχουν δυο Διεθνείς εργατών πέρα για πέρα αντεπαναστατικές. Οι κριτικοί έχουν προφανώς ξεχάσει την ύπαρξη αυτής της «κατηγορίας». Τα συνδικάτα στη Γαλλία, στη Μεγάλη Βρετανία, στις Ενωμένες Πολιτείες και στις άλλες χώρες υποστηρίζουν ανεπιφύλαχτα την αντεπαναστατική πολιτική της μπουρζουαζίας τους. Αυτό δεν μας εμποδίζει να ονομάζουμε αυτά τα συνδικάτα, συνδικάτα, να υποστηρίζουμε κάθε προοδευτικό βήμα που κάνουν και να τα υπερασπιζόμαστε ενάντια στην μπουρζουαζία. Γιατί δεν θα μπορούσε κανείς να εφαρμόσει την ίδια μέθοδο απέναντι στο αντεπαναστατικό εργατικό κράτος; Στο κάτω-κάτω, ένα εργατικό κράτος, δεν είναι παρά ένα συνδικάτο που έχει κατακτήσει την εξουσία. Ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο πλησιάζει κανείς τις δυο αυτές περιπτώσεις εξηγείται μονάχα με το απλό γεγονός ότι τα συνδικάτα έχουν μια μακριά ιστορία κι έχουμε συνηθίσει να τα θεωρούμε σαν πραγματικότητες κι όχι απλώς σαν «κατηγορίες» στο πρόγραμμά μας. Αντίστροφα, το πρώτο εργατικό κράτος δεν έχουμε ακόμα μάθει να το πλησιάζουμε σαν ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός που δεν υποτάσσεται στο πρόγραμμά μας.

«Ιμπεριαλισμός;»

Μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει ιμπεριαλισμό τη σημερινή επέκταση του Κρεμλίνου; Πριν απ’ όλα θα πρέπει να εγκαθιδρύσουμε ποιο είναι το κοινωνικό περιεχόμενο που έχει αυτός ο όρος. Η ιστορία έχει γνωρίσει τον «ιμπεριαλισμό» του ρωμαϊκού κράτους που στηριζόταν στην εργασία των σκλάβων, τον ιμπεριαλισμό της φεουδαρχικής γαιοκτησίας, τον ιμπεριαλισμό του εμπορικού και βιομηχανικού κεφαλαίου, τον ιμπεριαλισμό του εμπορικού και βιομηχανικού κεφαλαίου, τον ιμπεριαλισμό της τσαρικής μοναρχίας, κλπ. Η κινητήρια δύναμη της γραφειοκρατίας της Μόσχας βρίσκεται, χωρίς καμιά αμφιβολία, στην τάση της να αυξήσει τη δύναμή της, το κύρος της, τα εισοδήματά της. Το ίδιο στοιχείο «ιμπεριαλισμού» –παρμένο με την πιο πλατιά έννοια του όρου– υπήρχε στο παρελθόν σαν ιδιότητα σ’ όλες τις μοναρχίες, ολιγαρχίες, κυρίαρχες κάστες, φεουδάρχες ή άρχοντες και τάξεις. Όμως, στη σύγχρονη φιλολογία, ή το λιγότερο στη μαρξιστική φιλολογία, με τη λέξη «ιμπεριαλισμό» εννοεί κανείς την επεκτατική πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου που έχει ένα εντελώς προσδιορισμένο οικονομικό περιεχόμενο. Αν χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ιμπεριαλισμός» για την εξωτερική πολιτική του Κρεμλίνου –χωρίς να διευκρινίσουμε τι ακριβώς εννοούμε μ’ αυτό– είναι απλώς σαν να ταυτίζουμε την πολιτική της βοναπαρτιστικής γραφειοκρατίας με την πολιτική του μονοπωλιακού καπιταλισμού, βασισμένοι πάνω στο γεγονός ότι και ο ένας και ο άλλος χρησιμοποιούν τη στρατιωτική βία για επεκτατικούς σκοπούς. Μια τέτια ταύτιση, ικανή για να σπείρει μόνο τη σύγχυση, ταιριάζει στους μικροαστούς δημοκράτες κι όχι στους μαρξιστές.

Συνέχιση της Πολιτικής του Τσαρικού Ιμπεριαλισμού

Το Κρεμλίνο συμμετέχει σ’ ένα νέο διαμελισμό της Πολωνίας, το Κρεμλίνο καταλαμβάνει τα Βαλτικά κράτη, το Κρεμλίνο ενδιαφέρεται άμεσα για τα Βαλκάνια, την Περσία, το Αφγανιστάν. Με άλλα λόγια, το Κρεμλίνο συνεχίζει την πολιτική του τσαρικού ιμπεριαλισμού. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες δεν έχουμε το δικαίωμα να χαρακτηρίσουμε και την πολιτική του Κρεμλίνου «ιμπεριαλιστική»; Το ιστορικό-γεωγραφικό αυτό επιχείρημα δεν είναι πιο πειστικό απ’ όσο τα άλλα επιχειρήματα. Η προλεταριακή επανάσταση που πραγματοποιήθηκε στο έδαφος της τσαρικής αυτοκρατορίας, προσπάθησε από την αρχή να κατακτήσει –και για ένα διάστημα το κατάφερε– τις χώρες τις Βαλτικής. Δοκίμασε να διεισδύσει στη Ρουμανία και στην Περσία και μια ορισμένη στιγμή οδήγησε τα στρατεύματά της μέχρι τη Βαρσοβία (στα 1920). Οι κατευθύνσεις της επαναστατικής επέκτασης ήταν από γεωγραφική άποψη ίδιες με του τσαρισμού, γιατί μια επανάσταση δεν αλλάζει τις γεωγραφικές συνθήκες. Γι’ αυτό ακριβώς οι μενσεβίκοι, από κείνη την εποχή, μιλούσαν ήδη για ένα μπολσεβίκικο ιμπεριαλισμό που τον παρουσίαζαν σαν τον συνεχιστή των παραδόσεων της τσαρικής διπλωματίας. Η μικροαστική δημοκρατία καταφεύγει πρόθυμα σ’ αυτό το επιχείρημα ακόμα και σήμερα. Δεν έχουμε όμως κανένα λόγο, ας το επαναλάβω, να τους μιμηθούμε σ’ αυτό.

Πρακτορείο του Ιμπεριαλισμού;

Ωστόσο, και ξέχωρα από το πως μπορεί να εκτιμάει κανείς την επεκτατική πολιτική της ίδιας της ΕΣΣΔ, παραμένει το ζήτημα της βοήθειας που η Μόσχα δίνει στην ιμπεριαλιστική πολιτική του Βερολίνου. Εδώ πρώτα απ’ όλα, είναι αναγκαίο να εγκαθιδρύσει κανείς πως κάτω από ορισμένες συνθήκες –μέχρι ενός ορισμένου βαθμού και με μια ορισμένη μορφή– η υποστήριξη αυτού ή εκείνου του ιμπεριαλισμού θα ήταν αναπόφευκτη ακόμα και για ένα απόλυτα υγιές εργατικό κράτος –εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι αδύνατο να απαλλαγεί από τις αλυσίδες των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών σχέσεων. Είναι αναμφισβήτητο πως η ειρήνη του Μπρεστ Λιτόφσκ ενίσχυσε προσωρινά το γερμανικό ιμπεριαλισμό ενάντια στη Γαλλία και την Αγγλία. Ένα απομονωμένο εργατικό κράτος δεν μπορεί παρά να ελίσσεται ανάμεσα στα εχθρικά ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα. Το να ελίσσεται σημαίνει ότι υποστηρίζει προσωρινά το ένα απ’ αυτά ενάντια στο άλλο. Το να γνωρίζει κανείς ποιο από τα δύο στρατόπεδα είναι πιο ωφέλιμο ή είναι λιγότερο επικίνδυνο να το υποστηρίξει σε μια ορισμένη στιγμή, δεν είναι ζήτημα αρχών, μα ζήτημα πραχτικού υπολογισμού και οξυδέρκειας. Το αναπόφευκτο μειονέκτημα που απορρέει από την αναγκαστική αυτή υποστήριξη ενός αστικού κράτους ενάντια σ’ ένα άλλο, αντισταθμίζεται από το γεγονός ότι το απομονωμένο εργατικό κράτος κατακτά μ’ αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα να επιζήσει.

Μα υπάρχουν ελιγμοί και ελιγμοί. Στο Μπρεστ Λιτόφσκ, η σοβιετική Κυβέρνηση θυσίασε την εθνική ανεξαρτησία της Ουκρανίας, για να σώσει το εργατικό κράτος. Δεν μπορούσε λοιπόν να τεθεί ζήτημα προδοσίας της Ουκρανίας, γιατί όλοι οι εργάτες με ταξική συνείδηση καταλάβαιναν τον αναγκαστικό χαρακτήρα αυτής της θυσίας. Το ζήτημα της Πολωνίας είναι εντελώς διαφορετικό. Το ίδιο το Κρεμλίνο δεν βεβαίωσε ποτέ και πουθενά πως ήταν αναγκασμένο να θυσιάσει την Πολωνία. Αντίθετα, καυχιέται κυνικά για την κομπίνα του, που πραγματικά αποτελεί μια βρισιά για τα πιο στοιχειώδη δημοκρατικά αισθήματα των καταπιεζομένων τάξεων και λαών σ’ ολόκληρο τον κόσμο, και που, μ’ αυτό, εξασθενίζει σημαντικά τη διεθνή θέση της Σοβιετικής Ένωσης. Πράγμα που δεν μπορούν να αντισταθμίσουν, ούτε στο ένα δέκατο, οι οικονομικές αλλαγές που έγιναν στις κατεχόμενες περιοχές!

Γενικά, η εξωτερική πολιτική του Κρεμλίνου βασίζεται σ’ ένα δόλιο φτιασίδωμα του «φίλου» ιμπεριαλισμού, και έτσι οδηγεί στο να θυσιαστούν τα βασικά συμφέροντα του παγκόσμιου εργατικού κινήματος χάρη σε δευτερεύοντα και ασταθή πλεονεκτήματα. Ύστερα από πέντε χρόνια εξαπάτησης των εργατών με το σύνθημα της «υπεράσπισης των δημοκρατιών», η Μόσχα βάζει για στόχο της να καλύψει τη ληστρική πολιτική του Χίτλερ. Αυτό από μόνο του δεν μετατρέπει την ΕΣΣΔ σε ένα ιμπεριαλιστικό κράτος. Ο Στάλιν όμως και η Κομμουνιστική Διεθνής του είναι τώρα αναμφίβολα το πιο πολύτιμο πρακτορείο του ιμπεριαλισμού.

Αν θέλουμε να δώσουμε έναν ακριβή ορισμό στην εξωτερική πολιτική του Κρεμλίνου, θα πρέπει να πούμε πως είναι η πολιτική της βοναπαρτιστικής γραφειοκρατίας ενός εκφυλισμένου εργατικού κράτους που βρίσκεται σε ιμπεριαλιστική περικύκλωση. Αυτός ο ορισμός δεν είναι τόσο λακωνικός ή τόσο ηχηρός όσο η «ιμπεριαλιστική πολιτική», σε αντάλλαγμα, όμως, είναι πολύ πιο ακριβής.

«Το Μικρότερο Κακό»

Η κατοχή της Ανατολικής Πολωνίας από τον Κόκκινο Στρατό είναι προφανώς το «μικρότερο κακό» σε σύγκριση με την κατοχή των ίδιων εδαφών από τα ναζιστικά στρατεύματα. Αλλά το μικρότερο αυτό κακό έγινε δυνατό γιατί ο Χίτλερ σιγουρεύτηκε ότι θα πετύχαινε, έτσι, ένα μεγαλύτερο κακό. Αν κάποιος βάλει φωτιά ή βοηθήσει να βάλουν φωτιά σ’ ένα σπίτι και μετά σώσει πέντε από τους δέκα ενοίκους του σπιτιού για να τους μετατρέψει σε δικά του υποχείρια, αυτό είναι σίγουρα μικρότερο κακό από το να κάψει και τους δέκα. Είναι όμως αμφίβολο αν ο εμπρηστής αξίζει να πάρει μετάλλιο γιατί τους έσωσε. Αν παρ’ όλα αυτά του δινόταν ένα μετάλλιο, θα έπρεπε να τον εκτελέσουν αμέσως μετά όπως τον ήρωα ενός μυθιστορήματος του Βίκτορ Ουγκό.

«Ένοπλοι Ιεραπόστολοι»

Ο Ροβεσπιέρος είχε πει κάποτε ότι στο λαό δεν αρέσουν οι ιεραπόστολοι με ξιφολόγχες. Μ’ αυτό εννοούσε ότι είναι αδύνατο να επιβληθούν επαναστατικές ιδέες και θεσμοί στους άλλους λαούς με τη στρατιωτική βία. Αυτή η σωστή ιδέα δεν σημαίνει βέβαια ότι είναι απαράδεκτη η στρατιωτική επέμβαση σε άλλες χώρες για να βοηθηθεί μια επανάσταση. Αλλά μια τέτια επέμβαση, σαν τμήμα μιας διεθνούς επαναστατικής πολιτικής, πρέπει να γίνει κατανοητή από το διεθνές προλεταριάτο, πρέπει να ανταποκρίνεται στις επιθυμίες των εργαζομένων μαζών της χώρας που στα εδάφη της μπαίνουν τα επαναστατικά στρατεύματα. Φυσικά, η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα δεν είναι ικανή να δημιουργήσει την ενεργητική αυτή διεθνή αλληλεγγύη, που μπορεί να προετοιμάσει και να δικαιώσει μια ένοπλη επέμβαση. Το Κρεμλίνο βάζει και λύνει το ζήτημα της στρατιωτικής επέμβασης, όπως κι όλα τα άλλα ζητήματα της πολιτικής του, εντελώς ανεξάρτητα από τις ιδέες και τις διαθέσεις της διεθνούς εργατικής τάξης. Γι’ αυτό, οι τελευταίες διπλωματικές «επιτυχίες» του Κρεμλίνου εκθέτουν φοβερά την ΕΣΣΔ και προκαλούν τρομερή σύγχυση στις γραμμές του παγκόσμιου προλεταριάτου.

Εξέγερση σε δυο Μέτωπα

Αλλά αν είναι έτσι το ζήτημα –λένε μερικοί σύντροφοι– είναι σωστό να μιλάμε για υπεράσπιση της ΕΣΣΔ και των κατεχομένων περιφερειών; Δεν είναι ορθότερο να καλέσουμε τους εργάτες και αγρότες και των δύο τμημάτων της πρώην Πολωνίας να εξεγερθούν τόσο ενάντια στον Χίτλερ όσο και ενάντια στον Στάλιν; Αυτό, φυσικά, είναι πολύ ελκυστικό. Αν η επανάσταση ξεσπούσε ταυτόχρονα στη Γερμανία και στην ΕΣΣΔ, μαζί και στις νεοκατεχόμενες περιφέρειες, τότε θα λύνονταν με μιας πολλά ζητήματα. Αλλά η πολιτική μας δεν μπορεί να βασιστεί μόνο πάνω στον πιο ευνοϊκό, στον πιο καλότυχο συνδυασμό περιστάσεων. Το ερώτημα μπαίνει έτσι: τι πρέπει να κάνουμε, αν ο Χίτλερ, (πριν συντριβεί από την επανάσταση) επιτεθεί στην Ουκρανία πριν η επανάσταση συντρίψει τον Στάλιν; Οι οπαδοί της Τέταρτης Διεθνούς θα πολεμήσουν σ’ αυτή την περίπτωση, ενάντια στα στρατεύματα του Χίτλερ, όπως στην Ισπανία πολέμησαν στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού ενάντια στον Φράνκο; Είμαστε απόλυτα και ολόψυχα υπέρ μιας ανεξάρτητης (τόσο από τον Χίτλερ όσο και από τον Στάλιν) Σοβιετικής Ουκρανίας. Αλλά τι πρέπει να κάνουν αν, πριν αποκτήσει αυτή την ανεξαρτησία, ο Χίτλερ δοκιμάσει να καταλάβει την Ουκρανία που είναι κάτω από την κυριαρχία της σταλινικής γραφειοκρατίας; Η Τέταρτη Διεθνής απαντά: Ενάντια στον Χίτλερ θα υπερασπιστούμε την υποδουλωμένη αυτή από τον Στάλιν Ουκρανία.

«Χωρίς Όρους Υπεράσπιση της ΕΣΣΔ»

Τι σημαίνει «χωρίς όρους» υπεράσπιση της ΕΣΣΔ; Σημαίνει ότι δεν θέτουμε κανέναν όρο στη γραφειοκρατία. Σημαίνει ότι ανεξάρτητα από τα κίνητρα και τις αιτίες του πολέμου υπερασπίζουμε την κοινωνική βάση της ΕΣΣΔ, όταν απειλείται από τους ιμπεριαλιστές.

Μερικοί σύντροφοι λένε: «Κι αν ο Κόκκινος Στρατός εισβάλλει αύριο στην Ινδία κι αρχίσει να καταστέλλει ένα επαναστατικό κίνημα εκεί, σ’ αυτή την περίπτωση, εμείς θα τον υποστηρίξουμε;». Ο τρόπος που μπαίνει το ερώτημα δεν είναι καθόλου συνεπής. Πάνω απ’ όλα, δεν ξεκαθαρίζεται το γιατί μπλέκεται εδώ η Ινδία. Δεν είναι πιο απλό να ρωτήσουμε: αν ο Κόκκινος Στρατός απειλήσει εργατικές απεργίες ή αγροτικές διαμαρτυρίες ενάντια στην γραφειοκρατία στην ΕΣΣΔ θα τον υποστηρίξουμε ή όχι; Η εξωτερική πολιτική είναι συνέχεια της εσωτερικής. Ποτέ δεν υποσχεθήκαμε ότι θα υποστηρίξουμε όλες τις πράξεις του Κόκκινου Στρατού, που είναι ένα όργανο στα χέρια της βοναπαρτιστικής γραφειοκρατίας. Έχουμε υποσχεθεί να υπερασπίσουμε μόνο την ΕΣΣΔ σαν εργατικό κράτος και μόνο ό,τι υπάρχει σ’ αυτήν που ανήκει στο εργατικό κράτος.

Ένας επιδέξιος σοφιστής μπορεί να πει: αν ο Κόκκινος Στρατός, ανεξάρτητα από το χαραχτήρα της «αποστολής» που εκπληρώνει, νικηθεί από τις επαναστατημένες μάζες στην Ινδία, αυτό θα εξασθενίσει την ΕΣΣΔ. Σ’ αυτό θα απαντήσουμε: Στη συντριβή ενός επαναστατικού κινήματος στην Ινδία, με τη συνεργασία του Κόκκινου Στρατού, ενυπάρχει ασύγκριτα μεγαλύτερος κίνδυνος για την κοινωνική βάση της ΕΣΣΔ παρά σε μια επεισοδιακή ήττα των αντεπαναστατικών αποσπασμάτων του Κόκκινου Στρατού στην Ινδία. Σε κάθε περίπτωση, η Τέταρτη Διεθνής θα ξέρει πως να ξεχωρίσει που και πότε ο Κόκκινος Στρατός ενεργεί μόνο σαν όργανο της βοναπαρτιστικής αντίδρασης, και που υπερασπίζεται την κοινωνική βάση της ΕΣΣΔ.

Ένα συνδικάτο που στην ηγεσία του έχει αντιδραστικούς απατεώνες, οργανώνει μια απεργία ενάντια στην πρόσληψη Νέγρων εργατών σ’ ένα ορισμένο κλάδο της βιομηχανίας. Θα υποστηρίξουμε μια τέτια βρωμερή απεργία; Ασφαλώς όχι. Αλλά ας φανταστούμε ότι τα αφεντικά χρησιμοποιώντας τη δοσμένη απεργία, κάνουν μια απόπειρα να συντρίψουν το συνδικάτο και να καταστήσουν γενικά αδύνατη την οργανωμένη αυτοάμυνα των εργατών. Είναι αυτονόητο πως στην περίπτωση αυτή θα υπερασπιστούμε το συνδικάτο παρά την αντιδραστική του ηγεσία. Γιατί να μην εφαρμοστεί η ίδια πολιτική και στην ΕΣΣΔ;

Ο Θεμελιακός Κανόνας

Η Τέταρτη Διεθνής έχει σταθερά εγκαθιδρύσει την ακόλουθη αρχή: σ’ όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες, ανεξάρτητα από το αν βρίσκονται σε συμμαχία με την ΕΣΣΔ ή σ’ ένα εχθρικό προς αυτήν στρατόπεδο, τα προλεταριακά κόμματα πρέπει, στη διάρκεια του πολέμου, να αναπτύξουν την ταξική πάλη με σκοπό την κατάληψη της εξουσίας. Ταυτόχρονα, το προλεταριάτο των ιμπεριαλιστικών χωρών δεν πρέπει να χάνει από τα μάτια του τη σημασία της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ (ή των αποικιακών επαναστάσεων) κι όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη πρέπει να καταφύγει στην πιο αποφασιστική δράση, για παράδειγμα απεργίες, πράξεις σαμποτάζ, κλπ. Η διάταξη των δυνάμεων, από τότε που η Τέταρτη Διεθνής διατύπωσε αυτό τον κανόνα έχει αλλάξει ριζικά. Αλλά ο κανόνας ο ίδιος διατηρεί όλη του την ισχύ. Αν η Αγγλία και η Γαλλία απειλήσουν αύριο το Λένινγκραντ ή τη Μόσχα, οι βρετανοί και οι γάλλοι εργάτες θα πρέπει να πάρουν τα πιο αποφασιστικά μέτρα για να εμποδίσουν την αποστολή στρατιωτών και πολεμοφοδίων. Αντίθετα, αν ο Χίτλερ αναγκαστεί από τη λογική των περιστάσεων να στείλει στον Στάλιν στρατιωτικό υλικό, οι γερμανοί εργάτες δεν θα είχαν λόγο να καταφύγουν στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση σε απεργίες ή σαμποτάζ. Κανείς, ελπίζω, δεν θα πρότεινε κάποια άλλη λύση.

«Αναθεώρηση του Μαρξισμού;»

Μερικοί σύντροφοι ξαφνιάστηκαν προφανώς όταν μίλησα στο άρθρο μου («Η ΕΣΣΔ στον Πόλεμο») για το σύστημα του «γραφειοκρατικού κολεχτιβισμού» σαν μια θεωρητική δυνατότητα. Ακόμα, ανακάλυψαν σ’ αυτό μια πλήρη αναθεώρηση του μαρξισμού. Εδώ πρόκειται για μια φανερή παρανόηση. Η μαρξιστική αντίληψη της ιστορικής αναγκαιότητας, δεν έχει καμιά σχέση με τη μοιρολατρία. Ο σοσιαλισμός δεν πραγματοποιείται «μόνος του», αλλά σαν αποτέλεσμα της πάλης ζωντανών δυνάμεων, των τάξεων και των κομμάτων τους. Το αποφασιστικό πλεονέκτημα του προλεταριάτου σε αυτή την πάλη έγκειται στο ότι αντιπροσωπεύει την ιστορική πρόοδο, ενώ η αστική τάξη ενσαρκώνει την αντίδραση και την παρακμή. Από δω ακριβώς πηγάζει η πεποίθησή μας για τη νίκη. Αλλά έχουμε κάθε δικαίωμα να αναρωτηθούμε: τι χαρακτήρα θα έχει η κοινωνία αν νικήσουν οι δυνάμεις της αντίδρασης;

Οι μαρξιστές αμέτρητες φορές έχουν διατυπώσει την αλτερνατίβα: ή σοσιαλισμός ή επιστροφή στη βαρβαρότητα. Μετά την ιταλική «εμπειρία», έχουμε επαναλάβει χιλιάδες φορές: ή κομμουνισμός ή φασισμός. Το πραγματικό πέρασμα στο σοσιαλισμό δεν μπορεί παρά να αποδειχτεί ασύγκριτα πιο περίπλοκο, πιο ετερογενές, πιο αντιφατικό απ’ ό,τι προβλεπόταν στο γενικό ιστορικό σχέδιο. Ο Μαρξ μίλησε για τη δικτατορία του προλεταριάτου και το μελλοντικό μαρασμό της, αλλά δεν είπε τίποτε για το γραφειοκρατικό εκφυλισμό της δικτατορίας. Παρατηρήσαμε και αναλύσαμε για πρώτη φορά μέσα από την ίδια μας την πείρα, έναν τέτοιο εκφυλισμό. Είναι αυτό αναθεώρηση του μαρξισμού;

Η πορεία των γεγονότων κατάφερε να δείξει ότι η αργοπορία της σοσιαλιστικής επανάστασης γεννά, αναμφισβήτητα, φαινόμενα βαρβαρότητας –χρόνια ανεργία, εξαθλίωση της μικροαστικής τάξης, φασισμό, και, τέλος, εξοντωτικούς πολέμους που δεν ανοίγουν καμιά νέα διέξοδο. Τι κοινωνικές και πολιτικές μορφές μπορεί να πάρει η νέα «βαρβαρότητα», αν δεχτούμε θεωρητικά πως το ανθρώπινο γένος δεν θα ήταν ικανό να ανυψωθεί μέχρι το σοσιαλισμό; Έχουμε τη δυνατότητα να εκφραστούμε σ’ αυτό το θέμα πιο συγκεκριμένα απ’ ό,τι ο Μαρξ. Ο φασισμός, από τη μια μεριά, ο εκφυλισμός του σοβιετικού κράτους, από την άλλη, σκιαγραφούν τις κοινωνικοπολιτικές μορφές μιας νέας βαρβαρότητας. Η αλτερνατίβα αυτή –σοσιαλισμός ή ολοκληρωτική δουλεία–δεν παρουσιάζει μόνο ένα θεωρητικό ενδιαφέρον, αλλά και μια τεράστια σπουδαιότητα για την αγκιτάτσια, γιατί στο φως της, η αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης εμφανίζεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο.

Αν είναι να μιλήσουμε για κάποια αναθεώρηση του Μαρξ, στην πραγματικότητα είναι η αναθεώρηση εκείνων των συντρόφων που προβάλλουν ένα νέο τύπο κράτους, «μη-αστικό» και «μη-εργατικό». Επειδή η αλτερνατίβα που ανάπτυξα εγώ, τους οδηγεί να τραβήξουν τις δικές τους σκέψεις μέχρι τη λογική τους συνέπεια, μερικοί απ’ αυτούς τους κριτικούς, τρομοκρατημένοι από τα συμπεράσματα της δικής τους θεωρίας, κατηγορούν εμένα ...ότι αναθεωρώ το μαρξισμό. Προτιμώ να το θεωρήσω αυτό απλά σαν φιλικό αστείο.

«Το Δικαίωμα στην Επαναστατική Αισιοδοξία»

Στο άρθρο μου «Η ΕΣΣΔ στον πόλεμο» προσπάθησα να δείξω ότι η προοπτική μιας μη-εργατικής και μη-αστικής εκμεταλλευτικής κοινωνίας, ή ενός γραφειοκρατικού κολεχτιβισμού, είναι η προοπτική μιας ολοκληρωτικής ήττας και παρακμής του διεθνούς προλεταριάτου, η προοπτική της πιο βαθιάς ιστορικής απαισιοδοξίας. Υπάρχουν πραγματικοί λόγοι για μια τέτια προοπτική; Δεν θα ήταν περιττό να ρωτήσουμε γι’ αυτό τους ταξικούς μας εχθρούς.

Στο βδομαδιάτικο συμπλήρωμα της πασίγνωστης εφημερίδας «Paris Soir» της 31 του Αυγούστου 1939, αναφέρεται μια εξαιρετικά διδακτική συνομιλία ανάμεσα στον γάλλο πρεσβευτή Κουλόντρ και στον Χίτλερ στις 25 του Αυγούστου, στην τελευταία τους συνάντηση. (Η πηγή της πληροφορίας είναι χωρίς αμφιβολία ο ίδιος ο Κουλόντρ). Ο Χίτλερ σαλιαρίζει, και καυχιέται για τη συνθήκη που έκλεισε με τον Στάλιν («μια ρεαλιστική συνθήκη») και «λυπάται» που θα χυθεί γερμανικό και γαλλικό αίμα.

«Αλλά, παρατηρεί ο Κουλόντρ, ο Στάλιν φέρθηκε διπρόσωπα. Ο πραγματικός νικητής (σε περίπτωση πολέμου) θα είναι ο Τρότσκι. Το έχετε σκεφτεί αυτό;».

«Το ξέρω», απαντά ο Φύρερ, αλλά γιατί η Γαλλία και η Βρετανία έδωσαν στην Πολωνία πλήρη ελευθερία δράσης;», κλπ.

Σ’ αυτούς του κυρίους αρέσει να δίνουν ένα προσωπικό όνομα στο φάντασμα της επανάστασης. Αλλά αυτό βέβαια δεν είναι η ουσία της έντονης συζήτησης τη στιγμή ακριβώς που διακόπτονταν οι διπλωματικές σχέσεις. «Ο πόλεμος θα προκαλέσει αναπόφευκτα την επανάσταση», φοβερίζει τον αντίπαλό του, ο εκπρόσωπος της ιμπεριαλιστικής δημοκρατίας, ενώ τρέμει το φυλλοκάρδι του.

«Το ξέρω», απαντά ο Χίτλερ, σαν να ήταν ένα θέμα αποφασισμένο από πολύ καιρό πριν. «Το ξέρω». Εκπληκτικός διάλογος! Και οι δυο, Κουλόντρ και Χίτλερ, αντιπροσωπεύουν τη βαρβαρότητα που προωθείται στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, κανείς τους δεν αμφιβάλλει ότι η βαρβαρότητά τους θα νικηθεί από τη σοσιαλιστική επανάσταση. Τέτοια είναι η επίγνωση που έχουν οι άρχουσες τάξεις όλων των καπιταλιστικών χωρών του κόσμου. Η πλήρης κατάρρευση του ηθικού τους είναι ένα από τα πιο σπουδαία στοιχεία στο συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων. Το προλεταριάτο έχει μια νέα και ακόμα αδύνατη επαναστατική ηγεσία. Αλλά η ηγεσία της μπουρζουαζίας σαπίζει. Από την αρχή κιόλας του πολέμου που δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν, αυτοί οι κύριοι είναι προκαταβολικά σίγουροι για την κατάρρευση του καθεστώτος τους. Αυτό και μόνο το γεγονός πρέπει να είναι για μας η πηγή της πιο ακλόνητης επαναστατικής αισιοδοξίας!

18 του Οκτώβρη 1939

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη