Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι> Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού_d


Λεόν Τρότσκι

ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ
ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

(Ενάντια στη Μικροαστική Αντιπολίτευση)

Προηγούμενο: Ξανά και ξανά για τη Φύση της ΕΣΣΔ
Επόμενο: Μια Μικροαστική αντιπολίτευση στο ΣΕΚ


ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ
ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΣΜΟΣ
[1]

Απαιτούμε ένα δημοψήφισμα πάνω στο ζήτημα του πολέμου γιατί θέλουμε να παραλύσουμε ή να αποδυναμώσουμε το συγκεντρωτισμό του ιμπεριαλιστικού κράτους. Αλλά, μπορούμε να αναγνωρίσουμε το δημοψήφισμα σαν μια κανονική μέθοδο, για να αποφασίσουμε ζητήματα του Κόμματός μας; Δεν είναι δυνατό να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, παρά μόνο αρνητικά.

Όποιος υποστηρίζει ένα δημοψήφισμα, αναγνωρίζει, ήδη μ’ αυτό, ότι μια κομματική απόφαση είναι απλά το αριθμητικό σύνολο των αποφάσεων των πυρήνων, που ο καθένας τους περιορίζεται, αναπόφευκτα, στις δικές του δυνάμεις και στην περιορισμένη εμπειρία του. Όποιος υποστηρίζει ένα δημοψήφισμα, πρέπει επίσης να υποστηρίζει τις υποχρεωτικές εντολές, δηλαδή, την απόδοση μιας τέτοιας διαδικασίας που δίνει το δικαίωμα σε κάθε τοπική οργάνωση να υποχρεώνει τον αντιπρόσωπό της σε ένα συνέδριο του Κόμματος να ψηφίζει μ’ έναν ορισμένο τρόπο. Όποιος αναγνωρίζει τις υποχρεωτικές εντολές αρνιέται αυτόματα τη σημασία των συνεδρίων σαν το ανώτατο όργανο του Κόμματος. Αντί για συνέδριο, είναι αρκετό να εφαρμόσουμε το μέτρημα των τοπικών ψήφων. Το Κόμμα, σαν ένα συγκεντρωτικό όλο, εξαφανίζεται. Όταν δεχτεί κανείς το δημοψήφισμα, η επιρροή των πιο αναπτυγμένων πυρήνων και των πιο έμπειρων και πιο διορατικών συντρόφων της πρωτεύουσας ή των βιομηχανικών κέντρων υποκαθίσταται με την επιρροή των λιγότερο έμπειρων καθυστερημένων τομέων, κλπ.

Υποστηρίζουμε φυσικά μια ολόπλευρη εξέταση και την ψηφοφορία για κάθε ζήτημα από κάθε κομματική οργάνωση, από κάθε κομματικό πυρήνα. Αλλά, ταυτόχρονα, κάθε αντιπρόσωπος, εκλεγμένος από έναν πυρήνα, πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζυγίζει όλα τα επιχειρήματα σε σχέση με ένα ζήτημα που παρουσιάζεται στο συνέδριο και να ψηφίζει σύμφωνα με την πολιτική του κρίση. Αν στο συνέδριο, ψηφίσει ενάντια στην πλειοψηφία που τον έκλεξε, και, μετά το συνέδριο, δεν είναι ικανός να πείσει την οργάνωσή του για την ορθότητα της στάσης του, η τοπική οργάνωση μπορεί τότε να του αφαιρέσει την πολιτική της εμπιστοσύνη. Τέτοιες περιπτώσεις είναι αναπόφευκτες. Αλλά αντιπροσωπεύουν ένα ασύγκριτα μικρότερο κακό από το σύστημα των δημοψηφισμάτων ή των υποχρεωτικών εντολών που ολοκληρωτικά σκοτώνουν το Κόμμα σα σύνολο.

21 του Οκτώβρη 1939
Κογιοακάν D.F.



ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΣΕΡΜΑΝ ΣΤΑΝΛΕΪ

22 του Οκτώβρη 1939

Αγαπητέ σύντροφε Στάνλεϊ,

Απαντάω με κάποια καθυστέρηση στο γράμμα σου της 11 του Οκτώβρη.

1) Λέτε πως «δεν μπορεί να υπάρχουν σοβαρές διαφορές ή διαφωνίες» πάνω στο ρωσικό ζήτημα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί ο τρομερός αυτός συναγερμός μέσα στο Κόμμα ενάντια στην Εθνική Επιτροπή, δηλαδή ενάντια στην πλειοψηφία της; Δεν μπορείτε να υποκαθιστάτε με τις αντιλήψεις σας την άποψη των μελών της μειοψηφίας της Εθνικής Επιτροπής που θεώρησαν το πρόβλημα αρκετά σοβαρό και αρκετά καυτό για να προκαλέσουν μια συζήτηση στην αρχή ακριβώς του πολέμου.

2) Δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί σου ότι η δήλωσή μου δεν βρίσκεται σε αντίφαση με κείνη του σ. Μ.Σ. Η αντίφαση αφορά δυο θεμελιώδη ζητήματα:

α) Την ταξική φύση της ΕΣΣΔ.
β) Την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ.

Στο πρώτο ζήτημα ο σ. Μ.Σ. βάζει ένα ερωτηματικό, πράγμα που σημαίνει ότι αρνιέται την παλιά απόφαση και αναβάλει το πάρσιμο μιας καινούργιας απόφασης. Ένα επαναστατικό κόμμα δεν μπορεί να ζει ανάμεσα σε δυο αποφάσεις, τη μια ακυρωμένη και την άλλη να μην έχει παρθεί ακόμα.

Στο ζήτημα της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ ή των τελευταίων κατακτημένων εδαφών, ενάντια σε μια επίθεση του Χίτλερ (ή της Μεγάλης Βρετανίας), ο σ. Μ.Σ. προτείνει μια επανάσταση ενάντια στον Στάλιν και τον Χίτλερ. Αυτή η αφηρημένη φόρμουλα σημαίνει άρνηση της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ μέσα σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Προσπάθησα να αναλύσω αυτό το ζήτημα σ’ ένα καινούργιο άρθρο που έστειλα χτες αεροπορικώς στην Εθνική Επιτροπή.

3) Είμαι απόλυτα σύμφωνος μαζί σου πως μόνο μια σοβαρή συζήτηση μπορεί να ξεκαθαρίσει το ζήτημα, αλλά δεν πιστεύω ότι το να ψηφίσει κανείς υπέρ της απόφασης της πλειοψηφίας και ταυτόχρονα υπέρ της απόφασης του σ. Μ.Σ. θα μπορούσε να συμβάλει στο αναγκαίο ξεκαθάρισμα.

4) Διακηρύσσεις μέσα στο γράμμα σου πως το κύριο ζήτημα δεν είναι το ρωσικό ζήτημα, αλλά το «εσωτερικό καθεστώς». Έχω ακούσει συχνά αυτή την κατηγορία, σχεδόν από τις πρώτες κιόλας μέρες της ύπαρξης του κινήματός μας στις Ενωμένες Πολιτείες. Οι φόρμουλες διαφέρανε λίγο, οι ομάδες επίσης, αλλά ένας αριθμός συντρόφων έμεναν πάντα στην αντιπολίτευση προς το «καθεστώς». Ήτανε, π.χ., ενάντια στην είσοδο στο Σοσιαλιστικό Κόμμα (για να μην πάμε πιο μακριά στο παρελθόν). παρ’ όλα αυτά, αμέσως μετά βρέθηκε πως το «κύριο ζήτημα» δεν ήταν η είσοδος, αλλά το καθεστώς. Τώρα η ίδια φόρμουλα επαναλαμβάνεται σε σχέση με το ρωσικό ζήτημα.

5) Εγώ νομίζω πως το πέρασμα μέσα από το Σοσιαλιστικό Κόμμα υπήρξε μια πράξη σωτήρια για τη γενική ανάπτυξη του Κόμματός μας και πως το «καθεστώς» (ή η ηγεσία) που εξασφάλισε αυτό το πέρασμα, είχε δίκιο ενάντια στην αντιπολίτευση που, κείνη την εποχή, αντιπροσώπευε μια τάση αποτελμάτωσης.

6) Σήμερα, στην αρχή του πολέμου, μια νέα δριμύτατη αντιπολίτευση, εμφανίζεται στο ρωσικό ζήτημα. Αφορά την ορθότητα του προγράμματός μας, που επεξεργαστήκαμε μέσα από αναρίθμητες διαφωνίες, πολεμικές και συζητήσεις, στη διάρκεια δέκα τουλάχιστον χρόνων. Οι αποφάσεις μας, βέβαια, δεν είναι αιώνιες. Αν κάποιος σύντροφος που βρίσκεται σε ηγετική θέση, έχει αμφιβολίες και μόνο αμφιβολίες, είναι δικό του καθήκον προς το Κόμμα να ξεκαθαρίσει τη γνώμη του μέσα από καινούριες μελέτες ή με συζητήσεις στα πλαίσια των ηγετικών κομματικών σωμάτων, πριν να βάλει το ζήτημα μέσα στο Κόμμα –όχι με τη μορφή επεξεργασμένων νέων αποφάσεων, αλλά με τη μορφή αμφιβολιών. Βέβαια, από την άποψη του καταστατικού του Κόμματος, καθένας, ακόμα κι ένα μέλος του Πολιτικού Γραφείου, έχει το δικαίωμα να δράσει έτσι, αλλά δεν πιστεύω πως αυτό το δικαίωμα χρησιμοποιήθηκε μ’ έναν υγιή τρόπο, πράγμα που θα συνέβαλε στη βελτίωση του καθεστώτος του Κόμματος.

7) Συχνά στο παρελθόν, άκουσα κατηγορίες από συντρόφους ενάντια στην Εθνική Επιτροπή σαν σύνολο –την έλλειψη πρωτοβουλίας απομέρους της και τα λοιπά. Δεν είμαι ο δικηγόρος της Εθνικής Επιτροπής και είμαι σίγουρος πως πολλά πράγματα που έπρεπε να είχαν γίνει, έχουν παραμεληθεί. Αλλά κάθε φορά που επέμεινα να γίνουν σαφείς οι κατηγορίες, συχνά συνειδητοποίησα ότι αυτοί οι σύντροφοι μετατρέπανε τη δυσαρέσκεια για τη δική τους τοπική δραστηριότητα, τη δική τους έλλειψη πρωτοβουλίας, σε μια κατηγορία ενάντια στην Εθνική Επιτροπή, που υποτίθεται πως ήταν Παντογνώστης, Πανταχού Παρούσα, Πανάγαθη.

8) Στην τωρινή περίπτωση, η Εθνική Επιτροπή κατηγορείται για «συντηρητισμό». Πιστεύω πως η υπεράσπιση της παλιάς προγραμματικής απόφασης μέχρις ότου αυτή αντικατασταθεί από μια νέα, είναι το στοιχειώδες καθήκον της Εθνικής Επιτροπής. Πιστεύω πως ένας τέτοιος «συντηρητισμός» υπαγορεύεται από την αυτοσυντήρηση του ίδιου του Κόμματος.

9) Έτσι, πάνω στα δυο πιο σημαντικά προβλήματα της τελευταίας περιόδου, οι δυσαρεστημένοι από το «καθεστώς» σύντροφοι, είχαν, κατά τη γνώμη μου, μια λαθεμένη πολιτική τοποθέτηση. Το καθεστώς πρέπει να είναι ένα όργανο μιας σωστής κι όχι μιας λαθεμένης πολιτικής. Από τη στιγμή που το λαθεμένο της πολιτικής τους γίνεται ξεκάθαρο, οι πρωταγωνιστές αυτής της πολιτικής συχνά μπαίνουν στον πειρασμό να πουν πως δεν είναι αποφασιστικό αυτό το ιδιαίτερο ζήτημα, αλλά το γενικό καθεστώς. Στη διάρκεια της ανάπτυξης της Αριστερής Αντιπολίτευσης και της Τέταρτης Διεθνούς, εκατοντάδες φορές παλέψαμε ενάντια σε τέτοιου είδους υποκατάστατα. Όταν ο Βερίκεν, ή ο Σνίβλιετ, ή ακόμα ο Μολινιέ, χτυπήθηκαν πάνω σ’ όλα τα ζητήματα που διαφωνούσαν, διακηρύξανε πως το πραγματικό κακό με την Τέταρτη Διεθνή δεν ήταν αυτή ή εκείνη η απόφαση, αλλά το κακό καθεστώς.

10) Δεν επιθυμώ να κάνω την ελάχιστη αναλογία ανάμεσα στους ηγέτες της τωρινής αντιπολίτευσης μέσα στο αμερικάνικο Κόμμα μας και στους Βερίκεν, Σνίβλιετ και τα λοιπά. Ξέρω πολύ καλά πως οι ηγέτες της αντιπολίτευσης είναι σύντροφοι πολύ αξιόλογοι και ειλικρινά ελπίζω ότι θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί με τον πιο φιλικό τρόπο. Αλλά δεν μπορώ παρά να ανησυχώ από το γεγονός ότι: μερικοί από αυτούς επαναλαμβάνουν το ίδιο σφάλμα σε κάθε καινούργιο στάδιο στην ανάπτυξη του Κόμματος, μαζί με την υποστήριξη μιας ομάδας από προσωπικούς οπαδούς. Πιστεύω πως στη διάρκεια της τωρινής συζήτησης, αυτός ο τρόπος διαδικασίας πρέπει να αναλυθεί και να καταδικαστεί αυστηρά από τη γενική γνώμη του Κόμματος που έχει σήμερα να εκπληρώσει τεράστια καθήκοντα.

Με τους καλύτερους συντροφικούς χαιρετισμούς
CRUX (Λεόν Τρότσκι)

Υ.Γ. Επειδή, σ’ αυτό το γράμμα, μιλάω για την πλειοψηφία και τη μειοψηφία της Εθνικής Επιτροπής και, ειδικότερα, για τους συντρόφους που υποστήριξαν την απόφαση του Μ.Σ., στέλνω από ένα αντίγραφο του γράμματος στους συντρόφους Κάνον και Σάχτμαν.



ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΤΖΕΪΜΣ Π. ΚΑΝΟΝ[2]

28 του Οκτώβρη 1939

Αγαπητέ Τζιμ,

Δύο πράγματα μου είναι καθαρά από το γράμμα σου της 24 του Οχτώβρη:

1) Πως έχει γίνει αναπόφευκτη και πολιτικά αναγκαία μια πολύ σοβαρή ιδεολογική πάλη.

2) Πως θα ήταν εξαιρετικά επιζήμιο αν όχι μοιραίο, να συνδέσετε αυτή την ιδεολογική πάλη με την προοπτική ενός σχίσματος, μιας εκκαθάρισης, ή διαγραφών, και τα λοιπά και τα λοιπά.

Άκουσα, για παράδειγμα, πως ο σύντροφος Γκουλντ διακήρυξε σε μια συνάντηση μελών: «Θέλετε να μας διαγράψετε». Αλλά δεν γνωρίζω ποια ήταν η αντίδραση της άλλης πλευράς σ’ αυτό. Αν ήμουν εγώ, θα διαμαρτυρόμουν αμέσως σφοδρότητα γι’ αυτές τις υποψίες. Θα πρότεινα να δημιουργηθεί μια ειδική επιτροπή ελέγχου, για να ελέγχονται τέτοιοι ισχυρισμοί και φήμες. Αν τύχαινε κάποιος από την πλειοψηφία να εκτοξεύσει τέτοιες απειλές, εγώ θα ψήφιζα για μια επίπληξη ή σοβαρή προειδοποίηση εναντίον του.

Έχετε πολλά νέα μέλη και ανεκπαίδευτη νεολαία. Χρειάζονται μια σοβαρή εκπαιδευτική συζήτηση στο φως των μεγάλων γεγονότων. Αν οι σκέψεις τους από την αρχή κατακυριευτούν από την προοπτική της προσωρινής μείωσης, δηλαδή υποβιβασμό, χάσιμο του κύρους, στέρηση των αρμοδιοτήτων, υποβιβασμούς από την Κεντρική Επιτροπή, κλπ, κλπ, ολόκληρη η συζήτηση θα δηλητηριαζόταν και το κύρος της ηγεσίας θα εκτιθόταν.

Αν, αντίθετα, η ηγεσία ανοίξει μια ανελέητη πάλη ενάντια στις μικροαστικές ιδεαλιστικές αντιλήψεις και τις οργανωτικές προκαταλήψεις, αλλά ταυτόχρονα εξασφαλίσει και για την ίδια τη συζήτηση, και για τη μειοψηφία, όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις, το αποτέλεσμα δεν θα είναι μόνο μια ιδεολογική νίκη, αλλά μια σημαντική αύξηση του κύρους της ηγεσίας.

«Μια συνθηκολόγηση και ένας συμβιβασμός στην κορυφή» πάνω στα ζητήματα που αποτελούν το θέμα των διαφορών, θα ήταν, βέβαια, έγκλημα. Αλλά εγώ θα πρότεινα στη μειοψηφία, στην κορυφή, μια συμφωνία, αν θέλετε, ένα συμβιβασμό πάνω στις μέθοδες της συζήτησης και παράλληλα στην πολιτική συνεργασία. Για παράδειγμα: α) Και οι δυο πλευρές εξαλείφουν από τη συζήτηση κάθε απειλή, προσωπικό χαρακτηρισμό, και λοιπά. β) Και οι δυο πλευρές αναλαμβάνουν την υποχρέωση της νομιμόφρονης συνεργασίας στη διάρκεια της συζήτησης. γ) Κάθε λαθεμένη ενέργεια (απειλές, ή φήμες για απειλές, ή μια φήμη για ισχυρισμό απειλής, παραιτήσεις, και λοιπά) θα πρέπει να ερευνηθεί από την Εθνική Επιτροπή ή μια ειδική επιτροπή σαν ένα ιδιαίτερο γεγονός και να μην ριχτεί στη συζήτηση, και τα λοιπά.

Αν η μειοψηφία αποδεχτεί μια τέτια συμφωνία, θα έχετε τη δυνατότητα να πειθαρχήσετε τη συζήτηση και επίσης το πλεονέκτημα ότι έχετε αναλάβει μια καλή πρωτοβουλία. Αν την απορρίψουν, μπορείτε σε κάθε συνάντηση των μελών του Κόμματος, να παρουσιάζετε την έγγραφη πρότασή σας στη μειοψηφία σαν την καλύτερη αναίρεση των παραπόνων τους και σαν ένα καλό παράδειγμα του «καθεστώτος μας».

Μου φαίνεται πως το τελευταίο συνέδριο απότυχε σε μια πολύ κακή στιγμή (ο χρόνος δεν είχε ωριμάσει) και έγινε ένα είδος έκτρωσης. Η πραγματική συζήτηση έρχεται λίγο μετά το συνέδριο. Αυτό σημαίνει πως δεν μπορείτε να αποφύγεται ένα συνέδριο τα Χριστούγεννα ή εκεί γύρω. Η ιδέα ενός δημοψηφίσματος είναι παράλογη. Θα μπορούσε μόνο να διευκολύνει ένα σχίσμα μέσα σε τοπικά πλαίσια. Αλλά πιστεύω πως η πλειοψηφία, στη συμφωνία που αναφέρω παραπάνω, μπορεί να προτείνει στη μειοψηφία ένα νέο συνέδριο, πάνω στη βάση δυο προγραμμάτων, με όλες τις οργανωτικές εγγυήσεις για τη μειοψηφία.

Το συνέδριο κοστίζει πολύ, αλλά δεν βλέπω κανέναν άλλο τρόπο για να φτάσει σ’ ένα τέλος η τωρινή συζήτηση και η κομματική κρίση που αυτή παράγει.

ΤΖ. ΧΑΝΣΕΝ
(Λ. Τρότσκι)

Υ.Γ. Κάθε σοβαρή και σκληρή συζήτηση μπορεί βέβαια να οδηγήσει σε μερικές λιποταξίες, αποχωρήσεις, ή ακόμα και διαγραφές, αλλά ολόκληρο το Κόμμα πρέπει να πειστεί από τη λογική των γεγονότων, ότι είναι αναπόφευκτα αποτελέσματα που συνέβηκαν παρά τις καλύτερες προθέσεις της ηγεσίας, και όχι ένας αντικειμενικός σκοπός ή στόχος της ηγεσίας, και όχι η αφετηρία για ολόκληρη τη συζήτηση. Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το αποφασιστικό σημείο ολόκληρου του ζητήματος.



ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΜΑΞ ΣΑΧΤΜΑΝ

6 του Νοέμβρη 1939

Αγαπητέ σύντροφε Σάχτμαν,

Έλαβα το αντίγραφο της ομιλίας σου της 15 του Οκτώβρη[3] που μου έστειλες και την διάβασα, βέβαια, με την προσοχή που της αξίζει. Μέσα σ’ αυτήν βρήκα πολλές θαυμάσιες ιδέες και διατυπώσεις που μου φάνηκε πως είναι σε πλέρια συμφωνία με τις κοινές μας θέσεις, όπως αυτές εκφράζονται στα θεμελιώδη ντοκουμέντα της Τέταρτης Διεθνούς. Αλλά αυτό που δεν μπόρεσα να βρω, ήταν μια εξήγηση για την επίθεσή σου ενάντια στις προηγούμενες θέσεις μας, σαν «ανεπαρκείς, ελλιπείς και ξεπερασμένες».

Λες πως «είναι το συγκεκριμένο των γεγονότων, που διαφέρει από τη θεωρητική μας υπόθεση και πρόγνωση, που αλλάζει την κατάσταση», (σελ. 17). Αλλά, δυστυχώς, μιλάς για «το συγκεκριμένο» των γεγονότων τόσο αφηρημένα που δεν μπορώ να δω από ποια άποψη, αλλάζουν την κατάσταση και ποιες είναι οι συνέπειες αυτών των αλλαγών για την πολιτική μας. Αναφέρεις μερικά παραδείγματα από το παρελθόν. Έτσι, κατά τη γνώμη σου «είδαμε και προείδαμε» τον εκφυλισμό της Τρίτης Διεθνούς (σελ. 18), αλλά θεωρήσαμε αναγκαίο να ανακηρύξουμε την ίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς μονάχα μετά τη νίκη του Χίτλερ. Το παράδειγμα αυτό δεν διατυπώνεται με ακρίβεια. Προβλέπαμε όχι μόνο τον εκφυλισμό της Τρίτης Διεθνούς αλλά μαζί και την πιθανή της αναγέννηση. Μόνο η εμπειρία της Γερμανίας στα χρόνια 1929-1933 μας έπεισε πως η Κομμουνιστική Διεθνής ήταν καταδικασμένη, και τίποτε δεν μπορούσε να την αναγεννήσει. Αλλά τότε αλλάξαμε την πολιτική μας από τα θεμέλια: στην Τρίτη Διεθνή αντιτάξαμε την Τέταρτη Διεθνή.

Αλλά, δεν βγάλαμε τα ίδια συμπεράσματα σ’ ότι αφορά το σοβιετικό κράτος. Γιατί; Η Τρίτη Διεθνής ήταν ένα κόμμα, ένα σύνολο επιλεγμένων ατόμων πάνω στη βάση ιδεών και μεθόδων. Αυτό το σύνολο εναντιώθηκε με τέτοιο θεμελιακό τρόπο στο μαρξισμό, που αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε κάθε ελπίδα να το αναγεννήσουμε. Αλλά, το σοβιετικό κράτος δεν είναι απλά το σύνολο μιας ιδεολογικής επιλογής: είναι ένα σύνθετο σύνολο κοινωνικών θεσμών που εξακολουθεί να υπάρχει παρά το γεγονός ότι οι ιδέες της γραφειοκρατίας είναι τώρα σχεδόν το αντίθετο από τις ιδέες της Οκτωβριανής Επανάστασης. Γι’ αυτό και δεν αποκηρύξαμε τη δυνατότητα να αναγεννηθεί το σοβιετικό κράτος μέσα από μια πολιτική επανάσταση. Πιστεύεις τώρα πως πρέπει να αλλάξουμε αυτή τη στάση; Αν όχι, κι είμαι σίγουρος πως δεν προτείνεις κάτι τέτοιο, πού βρίσκεται η θεμελιακή αλλαγή που βγήκε από το «συγκεκριμένο» των γεγονότων;

Σε σχέση μ’ αυτό, παραθέτεις το σύνθημα της Ανεξάρτητης Σοβιετικής Ουκρανίας, που, όπως βλέπω με ικανοποίηση, το δέχεσαι. Αλλά προσθέτεις: «Έτσι όπως εγώ καταλαβαίνω τη βασική μας θέση, αυτή ήταν πάντα να αντιτασσόμαστε στις χωριστικές τάσεις μέσα στην Ομοσπονδιακή Σοβιετική Δημοκρατία», (σελ. 19). Σε σχέση μ’ αυτό, βλέπεις μια θεμελιακή «αλλαγή στην πολιτική». Αλλά: 1) Το σύνθημα μιας ανεξάρτητης Σοβιετικής Ουκρανίας προτάθηκε πριν τη συνθήκη Στάλιν-Χίτλερ. 2) Αυτό το σύνθημα είναι μόνο μια εφαρμογή, στο πεδίο του εθνικού ζητήματος, του γενικού μας συνθήματος για την επαναστατική ανατροπή της γραφειοκρατίας. Θα ήσουνα επίσης δικαιολογημένος να πεις: «Έτσι όπως εγώ καταλαβαίνω τη βασική μας θέση, αυτή ήταν πάντα να αντιτασσόμαστε σε κάθε πράξη εξέγερσης ενάντια στη σοβιετική κυβέρνηση». Πράγμα που ήταν αληθινό, αλλά έχουμε αλλάξει τη βασική αυτή θέση αρκετά χρόνια πριν. Πραγματικά δεν βλέπω ποια καινούργια αλλαγή προτείνεις σε σχέση με αυτό τώρα.

Αναφέρεσαι στην προέλαση του Κόκκινου Στρατού στην Πολωνία και τη Γεωργία, στα 1920 και συνεχίζεις: «Αν, σήμερα, δεν υπάρχει τίποτε το καινούργιο στην κατάσταση, γιατί η πλειοψηφία δεν προτείνει να χαιρετίσουμε την προέλαση του Κόκκινου Στρατού στην Πολωνία, στις χώρες της Βαλτικής, στην Φιλανδία;...», (σελ. 20). Σε αυτό το αποφασιστικό κομμάτι της ομιλίας σου εγκαθιδρύεις πως υπάρχει «κάτι το καινούργιο στην κατάσταση» από το 1920 μέχρι το 1939. Βέβαια! Αυτό το καινούργιο στην κατάσταση, είναι η χρεοκοπία της Τρίτης Διεθνούς, ο εκφυλισμός του σοβιετικού κράτους, η ανάπτυξη της Αριστερής Αντιπολίτευσης και η δημιουργία της Τέταρτης Διεθνούς. Αυτό το «συγκεκριμένο των γεγονότων» συνέβηκε ακριβώς ανάμεσα στο 1920 και το 1939. Και αυτά τα γεγονότα εξηγούν επαρκώς το γιατί αλλάξαμε ριζικά τη θέση μας ως προς την πολιτική του Κρεμλίνου, συμπεριλαμβανόμενης και της στρατιωτικής πολιτικής του.

Φαίνεται πως ξεχνάτε κάπως ότι στα 1920 υποστηρίζαμε όχι μόνο τις πράξεις του Κόκκινου Στρατού, αλλά και τις πράξεις της Γκε Πε Ου. Κατά τη δικιά μας εκτίμηση του κράτους, δεν υπάρχει διαφορά αρχών ανάμεσα στον Κόκκινο Στρατό και την Γκε Πε Ου. Στις δραστηριότητές τους δεν είναι απλά στενά συνδεμένοι, αλλά συνυφασμένοι. Μπορούμε να πούμε πως στα 1918 και στα επόμενα χρόνια, χαιρετίσαμε την Τσεκά στην πάλη της ενάντια στους ρώσους αντεπαναστάτες και τους κατασκόπους των ιμπεριαλιστών, αλλά, στα 1927, όταν η Γκε Πε Ου άρχισε να συλλαμβάνει, να εξορίζει και να εξοντώνει τους γνήσιους μπολσεβίκους, αλλάξαμε την εκτίμησή μας γι’ αυτό το θέμα. Αυτή η συγκεκριμένη αλλαγή έγινε τουλάχιστον έντεκα χρόνια πριν από τη γερμανο-σοβιετική συνθήκη. Γι’ αυτό το λόγο, με εκπλήσσεις μάλλον όταν μιλάς σαρκαστικά για «την άρνηση ακόμα (!) και της πλειοψηφίας να πάρει σήμερα την ίδια θέση που όλοι πήραμε στα 1920...», (σελ. 20). Αρχίσαμε να αλλάζουμε αυτή τη θέση στα 1923. Προχωρήσαμε με στάδια, λίγο πολύ σε συμφωνία με τις αντικειμενικές εξελίξεις. Το αποφασιστικό σημείο αυτής της εξέλιξης ήταν για μας η περίοδος 1933-34. Αν δεν καταφέρουμε να δούμε ποιες ακριβώς είναι οι νέες θεμελιακές αλλαγές που προτείνεις στην πολιτική μας, το να ξαναγυρίσουμε στα 1920 δεν σημαίνει τίποτε!

Επιμένεις ιδιαίτερα στην αναγκαιότητα να εγκαταλείψουμε το σύνθημα της χωρίς όρους υπεράσπισης της ΕΣΣΔ, και δω εξηγείς πως αυτό το σύνθημα στο παρελθόν, ήταν μια χωρίς όρους υποστήριξη από τη μεριά μας κάθε διπλωματικής ή στρατιωτικής πράξης του Κρεμλίνου, δηλαδή της πολιτικής του Στάλιν. Όχι, αγαπητέ μου Σάχτμαν, αυτή η παρουσίαση των πραγμάτων δεν ανταποκρίνεται στο «συγκεκριμένο των γεγονότων». Ήδη στα 1927, διακηρύξαμε στην Κεντρική Επιτροπή: «Για τη σοσιαλιστική πατρίδα; Ναι! Για τη σταλινική πορεία; Όχι!», (Η Σταλινική Σχολή της Πλαστογραφίας, σελ. 177). Έπειτα, φαίνεται να ξεχνάτε την αυτοαποκαλούμενη «θέση για τον Κλεμανσό» που σήμαινε πως η προλεταριακή πρωτοπορία μπορεί να αναγκαστεί, χάρη της γνήσιας υπεράσπισης της ΕΣΣΔ, να εξαλείψει την κυβέρνηση του Στάλιν και να την αντικαταστήσει με τη δική της. Αυτό διακηρύχτηκε το 1927! Πέντε χρόνια αργότερα, εξηγήσαμε στους εργάτες πως αυτή η αλλαγή κυβέρνησης μπορεί να γίνει μόνο με μια πολιτική επανάσταση. Έτσι, διαχωρίσαμε θεμελιακά την υπεράσπισή μας της ΕΣΣΔ σαν εργατικού κράτους από την υπεράσπιση της γραφειοκρατίας της ΕΣΣΔ. Και, απ’ αυτά, εξηγείς την προηγούμενη πολιτική μας σαν χωρίς όρους υποστήριξη των διπλωματικών και στρατιωτικών δραστηριοτήτων του Στάλιν! Επιτρέψτε μου να πω πως αυτή είναι μια τρομερή παραμόρφωση ολόκληρης της θέσης μας, όχι μόνο από τη δημιουργία της Τέταρτης Διεθνούς, αλλά από τα πρώτα βήματα της Αριστερής Αντιπολίτευσης.

Η χωρίς όρους υπεράσπιση της ΕΣΣΔ σημαίνει καθαρά, πως η πολιτική μας δεν καθορίζεται από τις πράξεις, τις μανούβρες ή τα εγκλήματα της γραφειοκρατίας του Κρεμλίνου, αλλά μόνο από την αντίληψή μας για το συμφέρον του σοβιετικού κράτους και της παγκόσμιας επανάστασης.

Στο τέλος της ομιλίας σου, αναφέρεις τη φόρμουλα του Τρότσκι, που αφορά την αναγκαιότητα να υποτάξουμε την υπεράσπιση της εθνικοποιημένης ιδιοκτησίας στην ΕΣΣΔ, στα συμφέροντα της παγκόσμιας επανάστασης, και συνεχίζεις: «Ωστόσο, η κατανόησή μου για τη θέση μας στο παρελθόν ήταν πως με σφοδρότητα αρνιόμαστε κάθε δυνατή σύγκρουση ανάμεσα στα δυο... δεν κατάλαβα ποτέ πως η θέση μας, στο παρελθόν, σήμαινε πως υποτάσσουμε το ένα στο άλλο. Αν καταλαβαίνω καλά τα αγγλικά, ο όρος υπονοεί είτε πως υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στα δυο, είτε πως υπάρχει η δυνατότητα για μια τέτια σύγκρουση», (σελ. 37). Κι από αυτό, βγάζεις το συμπέρασμα πως είναι αδύνατο να διατηρήσουμε το σύνθημα για την χωρίς όρους υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης.

Αυτό το επιχείρημα βασίζεται πάνω σε δυο τουλάχιστον παρανοήσεις. Πώς και γιατί θα μπορούσαν τα συμφέροντα της διατήρησης της εθνικοποιημένης ιδιοκτησίας να είναι σε «σύγκρουση» με τα συμφέροντα της παγκόσμιας επανάστασης; Σιωπηρά, αφήνεις να εννοηθεί πως η πολιτική του Κρεμλίνου (όχι η δική μας) της υπεράσπισης μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της παγκόσμιας επανάστασης. Βέβαια! Σε κάθε βήμα! Από κάθε άποψη! παρ’ όλα αυτά η πολιτική μας της υπεράσπισης δεν καθορίζεται από την πολιτική του Κρεμλίνου. Αυτή είναι η πρώτη παρεξήγηση. Αλλά, ρωτάς, αν δεν υπάρχει σύγκρουση, γιατί υπάρχει ανάγκη υποταγής; Εδώ βρίσκεται η δεύτερη παρανόηση. Πρέπει να υποτάξουμε την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ στην παγκόσμια επανάσταση, στο βαθμό που υποτάσσουμε το μέρος στο όλο. Στα 1918 ο Λένιν, στην πολεμική του με τον Μπουχάριν, που επέμενε σ’ έναν επαναστατικό πόλεμο ενάντια στη Γερμανία, απάντησε μ’ αυτά περίπου τα λόγια: «Αν επρόκειτο να ξεσπάσει μια επανάσταση στη Γερμανία τώρα, θα ήταν δικό μας καθήκον να κάνουμε πόλεμο, ακόμα και με τον κίνδυνο να τον χάσουμε. Η επανάσταση στη Γερμανία είναι πιο σπουδαία από τη δική μας, και θα έπρεπε στην ανάγκη, να θυσιάσουμε τη σοβιετική εξουσία στη Ρωσία (για ένα διάστημα) προκειμένου να βοηθήσουμε να εγκαθιδρυθεί στη Γερμανία». Μια απεργία στο Σικάγο αυτή τη στιγμή μπορεί να είναι παράλογη από μόνη της, αλλά αν επρόκειτο να βοηθήσουν μια γενική απεργία σε εθνική κλίμακα, οι εργάτες του Σικάγου θα έπρεπε να υποτάξουν τα συμφέροντά τους στα συμφέροντα της τάξης τους και να αποφασίσουν την απεργία. Αν η ΕΣΣΔ είχε εμπλακεί στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, η γερμανική επανάσταση θα μπορούσε σίγουρα να απειλήσει τα άμεσα συμφέροντα της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ. Θα συμβουλεύαμε τους γερμανούς εργάτες να μη δράσουν; Η Κομμουνιστική Διεθνής θα τους έδινε σίγουρα μια τέτια συμβουλή, αλλά όχι εμείς. Εμείς θα πούμε: «Πρέπει να υποτάξουμε τα συμφέροντα της υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης στα συμφέροντα της παγκόσμιας επανάστασης».

Μερικά από τα επιχειρήματά σου, βρίσκουν, μου φαίνεται, μια απάντηση στο τελευταίο άρθρο του Τρότσκι: «Ξανά και Ξανά για τη Φύση της ΕΣΣΔ», που γράφτηκε πριν λάβω το αντίγραφο της ομιλίας σου.

Έχετε εκατοντάδες και εκατοντάδες νέα μέλη που δεν έχουν περάσει από την κοινή μας εμπειρία. Φοβάμαι πως ο τρόπος που παρουσίασες το ζήτημα μπορεί να τους οδηγήσει στο σφάλμα να πιστέψουν πως είμαστε υπέρ της χωρίς όρους υποστήριξης του Κρεμλίνου, τουλάχιστο στο διεθνές πεδίο, πως δεν προβλέψαμε μια δυνατότητα σαν κι αυτή της συνεργασίας Στάλιν-Χίτλερ, πως τα γεγονότα μας πιάσανε στον ύπνο, και πως πρέπει να αλλάξουμε θεμελιακά τη θέση μας. Αυτό δεν είναι αλήθεια! Και, ανεξάρτητα από όλα τα άλλα ζητήματα που αναφέρθηκαν ή που μόνο θίχτηκαν στην ομιλία σου (ηγεσία, συντηρητισμός, κομματικό καθεστώς, κλπ.) πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ελέγξουμε ξανά τη θέση μας πάνω στο ρωσικό ζήτημα, με όλη την αναγκαία προσοχή, τόσο για το συμφέρον του αμερικάνικου τμήματος, όσο και της Τέταρτης Διεθνούς σαν όλο.

Ο πραγματικός κίνδυνος τώρα δεν προέρχεται από την «χωρίς όρους» υπεράσπιση εκείνου που αξίζει να το υπερασπιστούμε, αλλά από την άμεση ή έμμεση βοήθεια προς το πολιτικό ρεύμα που προσπαθεί να ταυτίσει την ΕΣΣΔ με τα φασιστικά κράτη, για χάρη των δημοκρατιών ή στο συγγενικό ρεύμα που προσπαθεί να βάλει στο ίδιο τσουβάλι όλες τις τάσεις, ώστε να εκθέσει το μπολσεβικισμό ή το μαρξισμό ταυτίζοντάς τον με το σταλινισμό. Είμαστε το μόνο Κόμμα που πραγματικά πρόβλεψε τα γεγονότα, όχι στο εμπειρικά συγκεκριμένο τους, βέβαια, αλλά στη γενική τους τάση. Η δύναμή μας έγκειται στο γεγονός ότι δεν έχουμε ανάγκη να αλλάξουμε τον προσανατολισμό μας καθώς ο πόλεμος αρχίζει. Και το βρίσκω πολύ εσφαλμένο που μερικοί από τους συντρόφους μας, παρασυρμένοι από την φραξιονιστική πάλη για ένα «καλό καθεστώς» (που ποτέ, όσο ξέρω, δεν έχουν προσδιορίσει), επιμένουν να φωνάζουν: «Μας πιάσανε στον ύπνο! Ο προσανατολισμός μας αποδείχτηκε λαθεμένος. Πρέπει να αυτοσχεδιάσουμε μια καινούργια γραμμή! Και τα λοιπά». Αυτά μου φαίνονται εντελώς λαθεμένα και επικίνδυνα.

Με τους θερμότερους συντροφικούς χαιρετισμούς
LUND (Λεόν Τρότσκι)

Αντίγραφο στον Τζ. Π. Κάνον

Υ.Γ. Οι διατυπώσεις σ’ αυτό το γράμμα κάθε άλλο παρά τέλειες είναι μια και δεν πρόκειται για ένα επεξεργασμένο άρθρο, αλλά μόνο για ένα γράμμα που υπαγορεύτηκε από μένα στα αγγλικά και διορθώθηκε από τον συνεργάτη μου στη διάρκεια της υπαγόρευσης.

L.


ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΤΖΕΪΜΣ Π. ΚΑΝΟΝ

15 του Δεκέμβρη 1939

Αγαπητέ σύντροφε Κάνον,

Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης δεν δέχτηκαν μέχρι τώρα την πάλη σ’ ένα επίπεδο αρχών και χωρίς αμφιβολία θα δοκιμάσουν να το αποφύγουν πάλι στο μέλλον. Δεν είναι, κατά συνέπεια, δύσκολο να μαντέψει κανείς τι θα πουν οι ηγέτες της αντιπολίτευσης για το εσώκλειστο άρθρο. «Υπάρχουν πολλές σωστές στοιχειώδεις αλήθειες στο άρθρο», θα πουν. «Δεν τις αρνιόμαστε καθόλου, αλλά το άρθρο δεν καταφέρνει να απαντήσει στα καυτά “συγκεκριμένα” ζητήματα. Ο Τρότσκι είναι πάρα πολύ μακριά από το Κόμμα για να μπορεί να κρίνει σωστά. Δεν είναι όλοι οι μικροαστοί με την αντιπολίτευση, δεν είναι όλοι οι εργάτες με την Πλειοψηφία». Μερικοί από αυτούς σίγουρα θα προσθέσουν πως το άρθρο τους «αποδίδει» ιδέες που ποτές τους δεν υιοθέτησαν, κλπ.

Για απάντηση στα «συγκεκριμένα» ζητήματα, οι αντιπολιτευόμενοι θέλουν συνταγές παρμένες από ένα βιβλίο μαγειρικής για την εποχή των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Δεν έχω την πρόθεση να γράψω ένα τέτοιο βιβλίο. Αλλά προσεγγίζοντας με αρχές τα θεμελιακά ζητήματα, θα είμαστε πάντα σε θέση να φτάνουμε σε μια σωστή λύση για οποιοδήποτε συγκεκριμένο πρόβλημα, όσο περίπλοκο κι αν είναι. Στο φιλανδικό ακριβώς πρόβλημα, η αντιπολίτευση έδειξε την ανικανότητά της να απαντήσει στα συγκεκριμένα ζητήματα.

Δεν έχουν υπάρξει ποτέ φράξιες που η σύνθεσή τους να είναι χημικά αμιγής. Στοιχεία μικροαστικά βρίσκονται αναγκαστικά σε κάθε εργατικό κόμμα και φράξια. Το ζήτημα είναι ποιος δίνει τον τόνο. Στην αντιπολίτευση, τον τόνο τον δίνουν τα μικροαστικά στοιχεία.

Η αναπόφευκτη κατηγορία, ότι το άρθρο αποδίδει στην αντιπολίτευση ιδέες που ποτέ της δεν υιοθέτησε, εξηγείται από τον άμορφο και αντιφατικό χαρακτήρα των ιδεών της αντιπολίτευσης, που δεν αντέχουν το άγγιγμα της κριτικής ανάλυσης. Το άρθρο δεν «αποδίδει» τίποτε στους ηγέτες της αντιπολίτευσης, αναπτύσσει μόνο τις ιδέες τους μέχρι το τέλος. Φυσικά, μπορώ να δω την ανάπτυξη της πάλης, μόνο από το περιθώριο. Αλλά, τα γενικά χαρακτηριστικά της πάλης συχνά παρατηρούνται καλύτερα από το περιθώριο.

Σας σφίγγω θερμά το χέρι
Λεόν Τρότσκι         
Κογιοακάν D.F.       


Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————

[1]. Στην πορεία της φραξιονιστικής πάλης, η μειοψηφία πρόβαλε το αίτημα για δημοψήφισμα πάνω στο αμφισβητούμενο ζήτημα που αφορούσε την ΕΣΣΔ. Η πλειοψηφία αντιτάχτηκε σ’ αυτό. Ο Τρότσκι υποστήριξε την απόρριψη του δημοψηφίσματος από την πλειοψηφία. –Εκδ.

[2]. Αυτό το γράμμα είχε από απροσεξία παραλειφθεί από τον τόμο Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού και τυπώθηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο του Τζέιμς Π. Κάνον: Η Πάλη για ένα Προλεταριακό Κόμμα, σελ. 98-99, υποσημείωση 2.

[3]. Αυτή η ομιλία έγινε σε μια συνάντηση της οργάνωσης της Νέας Υόρκης του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Δημοσιεύτηκε στο Εσωτερικό Δελτίο (Τόμος 2ος, Νο 3, που κυκλοφόρησε στις 14 του Νοέμβρη 1939). –Εκδ.