Marxistbooks> Βιβλιοθήκη> Τρότσκι> Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού_e


Λεόν Τρότσκι

ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ
ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

(Ενάντια στη Μικροαστική Αντιπολίτευση)

Προηγούμενο: Το Δημοψήφισμα και ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός
Επόμενο: Γράμμα στο Τζ. Ράιτ


ΜΙΑ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

Πρέπει να λέμε τα πράγματα με το αληθινό τους όνομα. Τώρα που οι θέσεις των δυο αντίπαλων ομάδων έχουν διαγραφεί με πλήρη καθαρότητα, πρέπει να πούμε ότι η μειοψηφία της Εθνικής Επιτροπής ηγείται σε μια χαρακτηριστικά μικροαστική τάση. Η τωρινή αντιπολίτευση, όπως κάθε μικροαστική ομάδα μέσα στο σοσιαλιστικό κίνημα, διακρίνεται από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: περιφρονητική στάση προς τη θεωρία και μια τάση προς τον εκλεκτικισμό. Έλλειψη σεβασμού προς την παράδοση της ίδια τους της οργάνωσης. Ανησυχία για την προσωπική τους «ανεξαρτησία» σε βάρος της ανησυχίας για την αντικειμενική αλήθεια. Νευρικότητα αντί για συνέπεια. Ετοιμότητα να πηδήξουν από τη μια θέση στην άλλη. Έλλειψη κατανόησης και εχθρότητα προς τον επαναστατικό συγκεντρωτισμό. Και τέλος, μια τάση να αντικαταστήσουν την κομματική πειθαρχία με δεσμούς κλίκας και προσωπικές φιλίες. Φυσικά, αυτά τα γνωρίσματα δεν εκδηλώνονται το ίδιο έντονα σ’ όλα τα μέλη της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, όπως πάντα, σ’ ένα πολύχρωμο μπλοκ, η απόχρωση δίνεται από κείνους που βρίσκονται πιο μακριά από το μαρξισμό και την προλεταριακή πολιτική. Είναι φανερό πως μια παρατεταμένη και σοβαρή πάλη βρίσκεται μπροστά μας. Δεν κάνω καμιά προσπάθεια να εξαντλήσω το πρόβλημα σ’ αυτό το άρθρο, αλλά θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τα γενικά του χαρακτηριστικά.

Θεωρητικός Σκεπτικισμός και Εκλεκτικισμός

Στην έκδοση του Γενάρη του 1939 της «Νέας Διεθνούς» δημοσιεύτηκε ένα μακροσκελές άρθρο των συντρόφων Μπάρναμ και Σάχτμαν: «Διανοούμενοι σε Υποχώρηση». Το άρθρο, ενώ περιέχει πολλές σωστές ιδέες και κατάλληλους πολιτικούς χαρακτηρισμούς, υποφέρει από ένα θεμελιώδες σφάλμα αν όχι ελάττωμα. Ενώ κάνει πολεμική ενάντια σε αντιπάλους που θεωρούν –χωρίς συγκεκριμένο λόγο– τους εαυτούς τους, πάνω απ’ όλα, σαν υπέρμαχους της «θεωρίας», το άρθρο εσκεμμένα δεν ανεβάζει το πρόβλημα σ’ ένα θεωρητικό επίπεδο. Είναι απολύτως αναγκαίο να εξηγηθεί γιατί οι αμερικάνοι «ριζοσπάστες» διανοούμενοι δέχονται το μαρξισμό χωρίς τη διαλεκτική (ένα ρολόι χωρίς ελατήριο). Το μυστικό είναι απλό. Σε καμιά άλλη χώρα δεν έχει απορριφτεί τόσο η ταξική πάλη όσο στη γη των «απεριόριστων ευκαιριών». Η άρνηση των κοινωνικών αντιφάσεων σαν η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, οδήγησε στην άρνηση της διαλεκτικής σαν τη λογική των αντιφάσεων στο βασίλειο της θεωρητικής σκέψης. Όπως ακριβώς στη σφαίρα της πολιτικής θεωρούνταν πως ήταν δυνατό να πειστεί ο καθένας για την ορθότητα ενός «δίκαιου» προγράμματος μέσα από έξυπνους συλλογισμούς, και η κοινωνία να ξαναχτιστεί μέσα από «λογικά» μέτρα, έτσι και στη σφαίρα της θεωρίας έγινε δεχτό σαν αποδειγμένο πως η αριστοτέλεια λογική, υποβιβασμένη στο επίπεδο της «κοινής λογικής» ήταν αρκετή για τη λύση όλων των ζητημάτων.

Ο πραγματισμός, ένα μείγμα ορθολογισμού και εμπειρισμού, έγινε η εθνική φιλοσοφία των Ενωμένων Πολιτειών. Η θεωρητική μέθοδος του Μαξ Ίστμαν δεν είναι θεμελιακά διαφορετική από τη μεθοδολογία του Χένρι Φορντ –και οι δυο αντικρίζουν τη ζωντανή κοινωνία από τη σκοπιά ενός «μηχανικού» (ο Ίστμαν –πλατωνικά). Ιστορικά, η τωρινή περιφρονητική στάση προς τη διαλεκτική, εξηγείται απλά από το γεγονός ότι οι παπούδες και οι γιαγιάδες του Μαξ Ίστμαν και των άλλων, δεν χρειάζονταν τη διαλεκτική για να κατακτήσουν εδάφη και να πλουτίσουν. Αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει και η φιλοσοφία του πραγματισμού έχει μπει σε μια περίοδο χρεοκοπίας, όπως ακριβώς ο αμερικάνικος καπιταλισμός.

Οι συγγραφείς του άρθρου δεν έδειξαν, δεν μπορούσαν και δεν τους ένοιαζε να δείξουν, την εσωτερική αυτή σύνδεση ανάμεσα στη φιλοσοφία και στην υλική ανάπτυξη της κοινωνίας, και ειλικρινά εξήγησαν το γιατί.

«Οι δυο συγγραφείς αυτού του άρθρου, γράψανε για τον εαυτό τους, διαφέρουν πέρα για πέρα στην εκτίμησή τους για τη γενική θεωρία του διαλεκτικού υλισμού: ο ένας απ’ αυτούς την δέχεται και ο άλλος την απορρίπτει... Δεν υπάρχει τίποτε το ανώμαλο σε μια τέτια κατάσταση. Παρότι η θεωρία, αναμφίβολα, σχετίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την πράξη, η σχέση αυτή δεν είναι πάντα ευθεία ή άμεση. Κι όπως είχαμε και άλλοτε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε, τα ανθρώπινα όντα συχνά ενεργούν με ασυνέπεια. Για τον καθένα από τους συγγραφείς, υπάρχει στον άλλο μια ορισμένη τέτοια ασυνέπεια ανάμεσα στη “φιλοσοφική θεωρία” και την πολιτική πράξη, που μπορεί σε κάποια περίπτωση να οδηγήσει σε μια αποφασιστική και συγκεκριμένη πολιτική διαφωνία. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει τώρα, ούτε έχει κανείς ακόμα δείξει ότι η συμφωνία ή η διαφωνία στις πιο αφηρημένες θεωρίες του διαλεκτικού υλισμού επηρεάζει αναγκαστικά τα σημερινά και τα αυριανά συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα –και τα πολιτικά κόμματα, τα προγράμματα και οι αγώνες είναι βασισμένα σε τέτια συγκεκριμένα ζητήματα. Όλοι μπορούμε να ελπίζουμε ότι καθώς προχωράμε ή εφόσον υπάρχει περισσότερος ελεύθερος χρόνος, μπορούμε να φτάσουμε σε μια συμφωνία πάνω στα περισσότερο αφηρημένα ζητήματα. Στο μεταξύ, υπάρχει ο φασισμός και ο πόλεμος και η ανεργία».

Ποιο είναι το νόημα του εκπληκτικότατου αυτού συλλογισμού; Επειδή μερικοί άνθρωποι με μια κακή μέθοδο φτάνουν καμιά φορά σε σωστά συμπεράσματα, επειδή μερικοί άνθρωποι με μια σωστή μέθοδο όχι σπάνια φτάνουν σε λαθεμένα συμπεράσματα, η μέθοδος κατά συνέπεια... δεν έχει και μεγάλη σπουδαιότητα. Θα μελετήσουμε τις μέθοδες κάποτε όταν θα έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο, τώρα όμως έχουμε άλλα πράγματα να κάνουμε.

Φανταστείτε πως θα αντιδρούσε ένας εργάτης, όταν παραπονιότανε στον εργοδηγό του ότι τα εργαλεία του ήταν κακά και έπαιρνε την απάντηση: με κακά εργαλεία είναι δυνατό να βγάλεις καλή δουλειά, και με καλά εργαλεία πολλοί άνθρωποι καταστρέφουν τα υλικά. Φοβάμαι ότι ένας τέτοιος εργάτης, ειδικά αν δούλευε με το κομμάτι, δεν θα απαντούσε στον εργοδηγό του με ακαδημαϊκές εκφράσεις. Ένας εργάτης αντιμετωπίζει στρυφνά υλικά που του φέρνουν αντίσταση και που γι’ αυτό το λόγο, αναγκάζεται να εκτιμάει την αξία των καλών εργαλείων, ενώ ένας μικροαστός διανοούμενος χρησιμοποιεί –αλίμονο!– σαν «εργαλεία» του φευγαλέες παρατηρήσεις και επιπόλαιες γενικεύσεις –μέχρις ότου, μεγαλύτερα γεγονότα, του δώσουν μια κατακεφαλιά.

Το να απαιτεί κανείς από κάθε μέλος του Κόμματος να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία της διαλεκτικής, αυτό θα ήταν, φυσικά, ένας νεκρός σχολαστικισμός. Αλλά ένας εργάτης που έχει περάσει από το σχολειό της ταξικής πάλης κατακτά μέσα από την εμπειρία του μια τάση προς τη διαλεκτική σκέψη. Ακόμα κι αν αγνοεί αυτόν τον όρο, είναι έτοιμος να αποδεχτεί την ίδια τη μέθοδο και τα συμπεράσματά της. Μ’ ένα μικροαστό, είναι πιο δύσκολο. Υπάρχουν βέβαια μικροαστικά στοιχεία οργανικά συνδεμένα με τους εργάτες, που περνάνε στην προλεταριακή άποψη χωρίς εσωτερική επανάσταση. Αλλά αυτοί αποτελούν μια ασήμαντη μειοψηφία. Το ζήτημα είναι εντελώς διαφορετικό με τους ακαδημαϊκά εκπαιδευμένους μικροαστούς. Στις θεωρητικές προκαταλήψεις τους έχει ήδη δοθεί μια ολοκληρωμένη φόρμα από το σχολικό θρανίο. Αφού έχουν καταφέρει να κερδίσουν ένα πλήθος γνώσεων τόσο χρήσιμων όσο και άχρηστων χωρίς της βοήθεια της διαλεκτικής, πιστεύουν ότι μπορούν κάλλιστα να προχωρήσουν στη ζωή και χωρίς αυτήν. Στην πραγματικότητα κάνουν χωρίς τη διαλεκτική, μόνο εφόσον δεν καταφέρνουν να ελέγξουν, να ραφινάρουν και να ακονίσουν θεωρητικά τα εργαλεία της σκέψης τους, και εφόσον δεν καταφέρνουν να σπάσουν πρακτικά από το στενό κύκλο των καθημερινών τους σχέσεων. Όταν βρεθούν αντιμέτωποι με μεγάλα γεγονότα, τα χάνουν εύκολα και ξανακυλούν στους μικροαστικούς τρόπους σκέψης.

Το να επικαλείται κανείς την «ασυνέπεια» σαν δικαιολογία για ένα δίχως αρχές θεωρητικό μπλοκ, σημαίνει πως δίνει στον εαυτό του κακά πιστοποιητικά μαρξιστή. Η ασυνέπεια δεν είναι τυχαία, και στην πολιτική δεν εμφανίζεται μόνο σαν ατομικό σύμπτωμα. Η ασυνέπεια εκτελεί συνήθως μια κοινωνική λειτουργία. Υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που δεν μπορούν να είναι συνεπείς. Μικροαστικά στοιχεία που δεν έχουν απαλλαγεί από παλιές μικροαστικές τάσεις, συστηματικά αναγκάζονται μέσα σ’ ένα εργατικό κόμμα, να κάνουν θεωρητικούς συμβιβασμούς με τη δική τους συνείδηση.

Η στάση του συντρόφου Σάχτμαν προς τη διαλεκτική μέθοδο, όπως εμφανίστηκε στο απόσπασμα που παραθέσαμε προηγούμενα, δεν μπορεί παρά να ονομαστεί εκλεκτικιστικός σκεπτικισμός. Είναι σαφές ότι ο Σάχτμαν μολύνθηκε απ’ αυτό το μικρόβιο όχι στο σχολειό του Μαρξ, αλλά μέσα στους μικροαστούς διανοούμενους, που είναι φορτωμένοι με όλες τις ποικιλίες του σκεπτικισμού.

Προειδοποίηση και Επαλήθευση

Το άρθρο με κατάπληξε σε τέτοιο βαθμό που αμέσως έγραψα στο σύντροφο Σάχτμαν: «Μόλις διάβασα το άρθρο που εσύ και ο Μπάρναμ γράψατε για τους διανοούμενους. Πολλά μέρη είναι έξοχα. Ωστόσο, το κομμάτι για τη διαλεκτική είναι το μεγαλύτερο χτύπημα που εσύ προσωπικά, σαν αρχισυντάκτης της “Νέας Διεθνούς”, μπορούσες να δόσεις στη μαρξιστική θεωρία. Ο σύντροφος Μπάρναμ λέει: “Δεν αναγνωρίζω τη διαλεκτική”. Αυτό είναι καθαρό και ο καθένας πρέπει να το λάβει υπόψη του. Αλλά εσύ λες: “Αναγνωρίζω τη διαλεκτική, αλλά τι πειράζει, δεν έχει την παραμικρή σπουδαιότητα”. Ξαναδιάβασε αυτά που έγραψες. Αυτό το κομμάτι είναι τρομερά αποπροσανατολιστικό για τους αναγνώστες της “Νέας Διεθνούς” και το καλύτερο δώρο στους Ίστμαν όλων των ειδών... Καλά! Θα μιλήσουμε δημόσια γι’ αυτό!...».

Το γράμμα μου γράφτηκε στις 20 του Γενάρη, μερικούς μήνες πριν από την τωρινή συζήτηση. Ο Σάχτμαν δεν απάντησε μέχρι τις 5 του Μάρτη, που απάντησε πράγματι πως δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έκανα τόσο σάλο γι’ αυτό το ζήτημα. Στις 9 του Μάρτη, απάντησα στον Σάχτμαν με τα ακόλουθα λόγια: «Δεν απόρριψα στο ελάχιστο τη δυνατότητα συνεργασίας με τους αντιδιαλεκτικούς, αλλά μόνο τη σκοπιμότητα του να γράψετε μαζί ένα άρθρο, όπου το ζήτημα της διαλεκτικής παίζει, ή θα έπρεπε να παίζει, ένα πολύ σπουδαίο ρόλο. Η πολεμική αναπτύσσεται σε δυο επίπεδα: στο πολιτικό και στο θεωρητικό. Η πολιτική κριτική σου είναι εντάξει. Η θεωρητική πολιτική σου είναι ανεπαρκής: σταματά στο σημείο όπου ακριβώς έπρεπε να γίνει επιθετική. Το καθήκον, δηλαδή, είναι να δείξει κανείς ότι τα λάθη τους (εφόσον είναι θεωρητικά λάθη) είναι προϊόντα της ανικανότητάς τους και της απροθυμίας τους να σκεφτούν τα πράγματα διαλεκτικά. Το καθήκον αυτό μπορούσε να εκπληρωθεί με μια πολύ σοβαρή εκπαιδευτική επιτυχία. Αντί γι’ αυτό δηλώνεις ότι η διαλεκτική είναι ένα ιδιωτικό ζήτημα, και ότι μπορεί κανείς να είναι εντάξει και χωρίς τη διαλεκτική σκέψη». Συμμαχώντας σ’ αυτό το ζήτημα, με τον αντιδιαλεκτικό Μπάρναμ, ο Σάχτμαν στέρησε από τον εαυτό του τη δυνατότητα να δείξει γιατί ο Ίστμαν, ο Χουκ και πολλοί άλλοι, ξεκίνησαν με μια φιλοσοφική πάλη ενάντια στη διαλεκτική, αλλά κατάληξαν με μια πολιτική πάλη ενάντια στη σοσιαλιστική επανάσταση. Κι όμως, αυτή είναι η ουσία του ζητήματος.

Η τωρινή πολιτική συζήτηση στο Κόμμα έχει επιβεβαιώσει τους φόβους μου και την προειδοποίησή μου με ένα ασύγκριτα οξύτερο τρόπο απ’ ότι μπορούσα να περιμένω, ή πιο σωστά απ’ ότι φοβόμουνα. Ο μεθοδολογικός σκεπτικισμός του Σάχτμαν έφερε τους αξιοθρήνητους καρπούς του στο ζήτημα της φύσης του σοβιετικού κράτους. Ο Μπάρναμ άρχισε πριν κάμποσο καιρό οικοδομώντας ολότελα εμπειρικά, στη βάση των άμεσων εντυπώσεών του, ένα μη-προλεταριακό και μη-αστικό κράτος, διαλύοντας στην πορεία τη μαρξιστική θεωρία για το κράτος σαν όργανο ταξικής κυριαρχίας. Ο Σάχτμαν πήρε απροσδόκητα μια θέση υπεκφυγής: «Το ζήτημα, βλέπετε, χρειάζεται παραπέρα μελέτη». Επιπλέον, ο κοινωνιολογικός προσδιορισμός της ΕΣΣΔ, δεν έχει καμιά κατευθείαν και άμεση σημασία για τα «πολιτικά καθήκοντά» μας, στα οποία ο Σάχτμαν συμφωνεί πλήρως με τον Μπάρναμ. Ας ξαναγυρίσει ο αναγνώστης σε ότι έχουν γράψει αυτοί οι σύντροφοι σχετικά με τη διαλεκτική. Ο Μπάρναμ απορρίπτει τη διαλεκτική. Ο Σάχτμαν φαίνεται να την αποδέχεται, αλλά... το θείο δώρο της «ασυνέπειας» τους επιτρέπει να καταλήξουν σε κοινά πολιτικά συμπεράσματα. Η στάση του καθενός τους προς τη φύση του σοβιετικού κράτους αναπαράγει σημείο προς σημείο τη στάση τους προς τη διαλεκτική.

Και στις δυο περιπτώσεις ο Μπάρναμ παίζει τον κύριο ρόλο. Αυτό δεν μας εκπλήσσει: αυτός έχει μια μέθοδο –τον πραγματισμό. Ο Σάχτμαν δεν έχει μέθοδο. Προσαρμόζεται στον Μπάρναμ. Χωρίς να αναλαμβάνει πλήρη ευθύνη για τις αντιμαρξιστικές αντιλήψεις του Μπάρναμ, υπερασπίζει το επιθετικό μπλοκ του με τον Μπάρναμ ενάντια στις μαρξιστικές αντιλήψεις, τόσο στη σφαίρα της φιλοσοφίας όσο και στη σφαίρα της κοινωνιολογίας. Και στις δυο περιπτώσεις, ο Μπάρναμ εμφανίζεται σαν πραγματιστής και ο Σάχτμαν σαν εκλεκτικιστής. Το παράδειγμα αυτό έχει το ανεκτίμητο πλεονέκτημα ότι ο πλήρης παραλληλισμός ανάμεσα στη θέση του Μπάρναμ και τη θέση του Σάχτμαν πάνω σε δυο διαφορετικά επίπεδα σκέψης και πάνω σε δυο ζητήματα πρωταρχικής σπουδαιότητας, θα χτυπήσει στα μάτια ακόμα και συντρόφων που δεν έχουν εμπειρία σε καθαρά θεωρητική σκέψη. Η μέθοδος σκέψης μπορεί να είναι διαλεκτική ή χυδαία, συνειδητή ή ασυνείδητη, όμως υπάρχει και εκδηλώνεται.

Τον περασμένο Γενάρη ακούσαμε από τους συγγραφείς μας: «Αλλά αυτό δεν συμβαίνει τώρα, και κανείς δεν έχει ακόμα αποδείξει ότι η συμφωνία, ή η διαφωνία, στα πιο αφηρημένα δόγματα του διαλεκτικού υλισμού επηρεάζει αναγκαστικά τα σημερινά και τα αυριανά συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα». Και κανείς δεν έχει ακόμα αποδείξει! Δεν πέρασαν παρά μερικοί μήνες για να αποδείξουν οι ίδιοι, ο Μπάρναμ και ο Σάχτμαν ότι η στάση τους προς μια τέτοια «αφαίρεση» όπως ο διαλεκτικός υλισμός βρήκε την ακριβή της εκδήλωση στη στάση τους προς το σοβιετικό κράτος.

Σίγουρα, είναι αναγκαίο να αναφέρουμε πως η διαφορά ανάμεσα στις δυο περιπτώσεις, είναι μάλλον σπουδαία, έχει, όμως, ένα πολιτικό και όχι θεωρητικό χαρακτήρα. Και στις δυο περιπτώσεις, ο Μπάρναμ και ο Σάχτμαν, σχημάτισαν ένα μπλοκ στη βάση της απόρριψης και της μισοαπόρριψης της διαλεκτικής. Αλλά στην πρώτη περίπτωση, το μπλοκ στρεφόταν ενάντια στους αντιπάλους του προλεταριακού κόμματος. Στη δεύτερη, το μπλοκ κατάληξε ενάντια στη μαρξιστική πτέρυγα του ίδιου τους του Κόμματος. Το μέτωπο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, θα λέγαμε, έχει αλλάξει, αλλά το όπλο παραμένει το ίδιο.

Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι είναι συχνά ασυνεπείς. Ωστόσο, η ανθρώπινη συνείδηση τείνει σε μια ορισμένη ομοιογένεια. Η φιλοσοφία και η λογική υποχρεώνονται να στηρίζονται πάνω σ’ αυτή την ομοιογένεια της ανθρώπινης συνείδησης, κι όχι πάνω σ’ ό,τι στερείται αυτή η ομοιογένεια, δηλαδή, την ασυνέπεια. Ο Μπάρναμ δεν αναγνωρίζει τη διαλεκτική, αλλά η διαλεκτική αναγνωρίζει τον Μπάρναμ, δηλαδή, επεκτείνει την εξουσία της πάνω του. Ο Σάχτμαν θεωρεί ότι η διαλεκτική δεν έχει καμιά σχέση με τα πολιτικά συμπεράσματα, αλλά στα πολιτικά συμπεράσματα του ίδιου του Σάχτμαν, βλέπουμε τους αξιοθρήνητους καρπούς της περιφρονητικής στάσης του προς τη διαλεκτική. Θα έπρεπε να περιλάβουμε το παράδειγμα αυτό στα εγχειρίδια για το διαλεκτικό υλισμό.

Πέρυσι με επισκέφθηκε ένας νεαρός βρετανός καθηγητής της πολιτικής οικονομίας, συμπαθών της Τέταρτης Διεθνούς. Στη διάρκεια της συνομιλίας μας πάνω στους τρόπους και τα μέσα για να πραγματοποιηθεί ο σοσιαλισμός έκφρασε ξαφνικά τις τάσεις του βρετανικού ωφελιμισμού στο πνεύμα του Κέινς και άλλων: «Είναι αναγκαίο να προσδιορίσουμε έναν καθαρά οικονομικό στόχο, και να διαλέξουμε τα πιο λογικά μέσα για την πραγματοποίησή του», κλπ. Παρατήρησα: «Βλέπω είσαι ένας αντίπαλος της διαλεκτικής». Απάντησε με κάποια έκπληξη: «Ναι, δεν βλέπω καμιά χρησιμότητα σ’ αυτήν». «Ωστόσο, του απάντησα, η διαλεκτική με έκανε ικανό να καθορίσω, με βάση ορισμένες παρατηρήσεις σου στα οικονομικά προβλήματα, σε ποια κατηγορία φιλοσοφικής σκέψης ανήκεις –αυτό και μόνο δείχνει ότι υπάρχει μια αξία, που μπορεί να υπολογιστεί, στη διαλεκτική». Αν και από τότε δεν έχω ακούσει τίποτε για τον επισκέπτη μου, δεν έχω καμιά αμφιβολία πως αυτός ο αντιδιαλεκτικός καθηγητής θα έχει τη γνώμη ότι η ΕΣΣΔ δεν είναι ένα εργατικό κράτος, ότι η δίχως όρους υπεράσπιση της ΕΣΣΔ είναι μια «ξεπερασμένη» αντίληψη, ότι οι οργανωτικές μας μέθοδες είναι κακές, κλπ. Εφόσον είναι δυνατό να αντιληφθεί κανείς τον γενικό τύπο σκέψης ενός ορισμένου ατόμου με βάση τη σχέση του προς τα συγκεκριμένα πρακτικά προβλήματα, είναι επίσης δυνατό, γνωρίζοντας το γενικό τύπο της σκέψης του, να προβλέπει κατά προσέγγιση, το πως αυτό το ορισμένο άτομο θα πλησιάσει το ένα ή το άλλο πρακτικό ζήτημα. Αυτή είναι η ασύγκριτη εκπαιδευτική αξία της διαλεκτικής μεθόδου σκέψης.

Το Άλφα – Βήτα της Υλιστικής Διαλεκτικής

Οι γαγγραινιασμένοι σκεπτικιστές σαν τον Σουβαρίν, πιστεύουν πως «κανείς δεν ξέρει» τι είναι η διαλεκτική. Και υπάρχουν «μαρξιστές» που υποκλίνονται με ευλάβεια στον Σουβαρίν, και ελπίζουν να μάθουν κάτι απ’ αυτόν. Και αυτοί οι μαρξιστές δεν κρύβονται μόνο στο «Σύγχρονο Μηνιαίο». Δυστυχώς ένα ρεύμα σουβαρινισμού υπάρχει και μέσα στην τωρινή αντιπολίτευση του ΣΕΚ. Και εδώ είναι αναγκαίο να προειδοποιήσουμε τους νέους συντρόφους: Προσέξτε την κακοήθη μολυσματική αυτή νόσο!

Η διαλεκτική δεν είναι ούτε μύθος, ούτε μυστικισμός, αλλά η επιστήμη των μορφών της σκέψης μας, στο βαθμό που δεν περιορίζεται στα καθημερινά προβλήματα της ζωής αλλά προσπαθεί να φτάσει σε μια κατανόηση πιο περίπλοκων και πιο μακρόπνοων προτσές. Η σχέση ανάμεσα στη διαλεκτική και την τυπική λογική, είναι παρόμοια με τη σχέση ανάμεσα στα ανώτερα και τα κατώτερα μαθηματικά.

Θα δοκιμάσω εδώ να σκιαγραφήσω την ουσία του προβλήματος με ένα πολύ συνοπτικό τρόπο. Η αριστοτέλεια λογική του απλού συλλογισμού αρχίζει από την πρόταση ότι το «Α» είναι ίσο με το «Α». Αυτή η υπόθεση γίνεται δεχτή σαν αξίωμα για ένα πλήθος πρακτικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων και στοιχειωδών γενικεύσεων. Αλλά στην πραγματικότητα, το «Α» δεν είναι ίσο το με το «Α». Αυτό είναι εύκολο να αποδειχτεί: αν παρατηρήσουμε τα δυο αυτά γράμματα με ένα φακό –είναι εντελώς διαφορετικά το ένα από το άλλο. Αλλά, μπορεί κανείς να αντιτείνει: το ζήτημα δεν είναι το μέγεθος ή ο τύπος των γραμμάτων, αφού είναι απλά σύμβολα για ίσες ποσότητες, μιας λίμπρας ζάχαρης, για παράδειγμα. Η αντίρρηση δεν ευσταθεί. Στην πραγματικότητα μια λίμπρα ζάχαρη δεν είναι ποτέ ίση με μια λίμπρα ζάχαρη –μια πιο λεπτή ζυγαριά αποκαλύπτει πάντα μια διαφορά. Και πάλι μπορεί κανείς να αντιτείνει: αλλά μια λίμπρα ζάχαρη, είναι ίση με τον εαυτό της. Ούτε αυτό είναι αλήθεια –όλα τα σώματα αλλάζουν αδιάκοπα σε μέγεθος, βάρος, χρώμα, κλπ. Ποτέ δεν είναι ίσα με τον εαυτό τους. Ένας σοφιστής θα απαντήσει ότι μια λίμπρα ζάχαρη είναι ίση με τον εαυτό της σε «κάθε δοσμένη στιγμή». Πέρα από την εξαιρετικά αμφίβολη πρακτική αξία αυτού του «αξιώματος», δεν αντέχει ούτε και σε θεωρητική κριτική. Πώς θα έπρεπε στ’ αλήθεια να συλλάβουμε τη λέξη «στιγμή»; Αν είναι ένα απειροστό διάστημα χρόνου, τότε μια λίμπρα ζάχαρη υπόκειται στη διάρκεια αυτής της «στιγμής» σε αναπόφευκτες αλλαγές. Ή μήπως η «στιγμή» είναι μια καθαρά μαθηματική αφαίρεση, δηλαδή, ένα μηδέν χρόνου; Αλλά τα πάντα υπάρχουν στο χρόνο. Και η ίδια η ύπαρξη είναι ένα αδιάκοπο προτσές μεταμόρφωσης. Ο χρόνος είναι, κατά συνέπεια, ένα θεμελιακό στοιχείο της ύπαρξης. Έτσι, το αξίωμα «Α» ίσο με «Α», σημαίνει πως ένα πράγμα είναι ίσο με τον εαυτό του αν δεν αλλάζει, δηλαδή, αν δεν υπάρχει.

Με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε να φανεί πως αυτές οι «εξυπνάδες» είναι άχρηστες. Στην πραγματικότητα έχουν αποφασιστική σημασία. Το αξίωμα: «Α» είναι ίσο με «Α», φαίνεται, από τη μια, να είναι, η αφετηρία όλης της γνώσης μας και, από την άλλη, η αφετηρία για όλα τα λάθη της γνώσης μας. Είναι δυνατό να κάνουμε χρήση του αξιώματος «Α» είναι ίσο με «Α» ατιμώρητα, μόνο μέσα σε ορισμένα όρια. Όταν οι ποσοτικές αλλαγές στο «Α» είναι αμελητέες σε σχέση με αυτό που θέλουμε να κάνουμε, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι «Α» είναι ίσο με «Α». Αυτός είναι, για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο ένας αγοραστής κι ένας πουλητής αντιμετωπίζουν μια λίμπρα ζάχαρη. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζουμε τη θερμοκρασία του ήλιου. Μέχρι τελευταία αντιμετωπίζαμε την αγοραστική αξία του δολαρίου με τον ίδιο τρόπο. Αλλά οι ποσοτικές αλλαγές πέρα από ορισμένα όρια μετατρέπονται σε ποιοτικές. Μια λίμπρα ζάχαρη κάτω από την επίδραση του νερού ή της βενζίνας, παύει να είναι μια λίμπρα ζάχαρη. Ένα δολάριο κάτω από τις ενέργειες ενός προέδρου παύει να είναι ένα δολάριο. Το να προσδιορίσει κανείς στη σωστή στιγμή το κρίσιμο σημείο, όπου η ποσότητα μετατρέπεται σε ποιότητα, είναι ένα από τα πιο σπουδαία και πιο δύσκολα καθήκοντα σ’ όλες τις σφαίρες της γνώσης συμπεριλαμβανόμενης και της κοινωνιολογίας.

Ο κάθε εργάτης ξέρει ότι είναι αδύνατο να φτιάξει δυο εντελώς ίσα αντικείμενα. Στην επεξεργασία των κώνων των ρουλεμάν αποδέχεται κανείς μια ορισμένη αναπόφευκτη απόκλιση, η οποία όμως πρέπει να μείνει μέσα σε ορισμένα όρια (είναι αυτό που λέμε ανοχή). Στο ποσοστό που κρατιέται κανείς στα όρια της ανοχής, οι κώνοι θεωρούνται σαν ίσοι (Α = Α). Όταν υπερβεί αυτά τα όρια η ποσότητα μετατρέπεται σε ποιότητα, μ’ άλλα λόγια, οι κώνοι γίνονται ελαττωματικοί ή εντελώς άχρηστοι.

Η επιστημονική μας σκέψη είναι ένα μόνο μέρος της γενικής μας πράξης, που περιλαβαίνει και την τεχνική. Και για τις αντιλήψεις επίσης υπάρχει «ανοχή», που καθορίζεται όχι με την τυπική λογική, από το αξίωμα «Α» είναι ίσο με «Α», αλλά με τη διαλεκτική λογική, από το αξίωμα ότι όλα διαρκώς αλλάζουν. Την «κοινή λογική» την χαρακτηρίζει το γεγονός ότι συστηματικά υπερβαίνει τη διαλεκτική «ανοχή».

Η χυδαία σκέψη λειτουργεί με ιδέες όπως καπιταλισμός, ηθική, ελευθερία, εργατικό κράτος, κλπ., Σαν σταθερές αφαιρέσεις, και παίρνοντας σαν δεδομένο ότι ο καπιταλισμός είναι ίσος με τον καπιταλισμό, η ηθική ίση με την ηθική, κλπ. Η διαλεκτική σκέψη αναλύει όλα τα πράγματα και τα φαινόμενα στην συνεχή αλλαγή τους, ενώ προσδιορίζει, μέσα στους υλικούς όρους που πραγματοποιούνται αυτές οι αλλαγές, το κρίσιμο εκείνο σημείο, που πέρα από αυτό το «Α» παύει να είναι «Α», ένα εργατικό κράτος παύει να είναι εργατικό κράτος.

Το θεμελιώδες ελάττωμα της χυδαίας σκέψης έγκειται στο γεγονός ότι επιθυμεί να ικανοποιείται με στατικές εικόνες μιας πραγματικότητας που βρίσκεται σε αιώνια κίνηση. Η διαλεκτική σκέψη προσδίδει στις ιδέες, διαμέσου μιας στενότερης προσέγγισης, διορθώσεων, συγκεκριμενοποιήσεων, πλούτο περιεχομένου και ευλυγισία, θα έλεγα ακόμα τις κάνει χυμώδεις κι έτσι τις φέρνει πιο κοντά, ως ένα ορισμένο βαθμό, στα ζωντανά φαινόμενα. Όχι ένας καπιταλισμός γενικά, αλλά ένας δοσμένος καπιταλισμός σ’ ένα δοσμένο στάδιο ανάπτυξης. Όχι ένα εργατικό κράτος γενικά, αλλά ένα δοσμένο εργατικό κράτος σε μια καθυστερημένη χώρα με ιμπεριαλιστική περικύκλωση, κλπ.

Η διαλεκτική σκέψη σχετίζεται με τη χυδαία σκέψη, με τον ίδιο τρόπο που μια κινηματογραφική ταινία σχετίζεται με μια φωτογραφία. Η κινηματογραφική ταινία δεν καταργεί τη φωτογραφία, αλλά συνδυάζει μια σειρά φωτογραφιών σύμφωνα με τους νόμους της κίνησης. Η διαλεκτική δεν αρνιέται το συλλογισμό, αλλά μας μαθαίνει να συνδυάζουμε τους συλλογισμούς με τέτοιο τρόπο ώστε να φέρνουμε την κατανόησή μας πιο κοντά στην αιώνια μεταβαλλόμενη πραγματικότητα. Ο Χέγκελ στη «Λογική» του, εγκαθίδρυσε μια σειρά από νόμους: μεταβολή της ποσότητας σε ποιότητα, ανάπτυξη μέσα από αντιφάσεις, σύγκρουση περιεχομένου και μορφής, διακοπή της συνεχότητας, αλλαγή της δυνατότητας σε αναγκαιότητα, κλπ., που είναι τόσο σπουδαίοι για τη θεωρητική σκέψη όσο είναι ο απλός συλλογισμός για πιο στοιχειώδη καθήκοντα.

Ο Χέγκελ έγραψε πριν από τον Δαρβίνο και τον Μαρξ. Χάρη στην ισχυρή ώθηση που έδοσε στη σκέψη η Γαλλική Επανάσταση, ο Χέγκελ πρόβλεψε τη γενική κίνηση της επιστήμης. Αλλά επειδή ήταν μονάχα μια πρόβλεψη, έστω κι αν προερχόταν από μια μεγαλοφυΐα, πήρε από τον Χέγκελ ένα ιδεαλιστικό χαρακτήρα. Ο Χέγκελ μεταχειριζόταν τις ιδεολογικές σκιές σαν την υπέρτατη πραγματικότητα. Ο Μαρξ έδειξε πως η κίνηση των ιδεολογικών αυτών σκιών δεν αντανακλούσε παρά την κίνηση υλικών σωμάτων.

Αποκαλούμε τη διαλεκτική μας υλιστική, γιατί οι ρίζες της δεν βρίσκονται ούτε στον ουρανό ούτε στα βάθη της «ελεύθερης βούλησής» μας, αλλά στην αντικειμενική πραγματικότητα, στη Φύση. Η συνείδηση βγήκε από το ασυνείδητο, η ψυχολογία από τη φυσιολογία, ο οργανικός κόσμος από τον ανόργανο: το ηλιακό σύστημα από τα νεφελώματα. Σ’ όλα τα σκαλοπάτια αυτής της ανάπτυξης, οι ποσοτικές αλλαγές μετατρέπονταν σε ποιοτικές. Η σκέψη μας, κι εδώ περιλαβαίνεται και η διαλεκτική σκέψη, είναι μια μόνο από τις μορφές έκφρασης της μεταβαλλόμενης ύλης. Σ’ αυτό το σύστημα δεν υπάρχει χώρος ούτε για το Θεό ούτε για το Διάβολο, ούτε για αθάνατες ψυχές, ούτε για αιώνιους κανόνες νόμων και ηθικής. Επειδή η διαλεκτική της σκέψης, έχει βγει από τη διαλεκτική της Φύσης, έχει, κατά συνέπεια, ένα πέρα για πέρα υλιστικό χαραχτήρα.

Ο δαρβινισμός, που εξήγησε την εξέλιξη των ειδών μέσα από ποσοτικές μετατροπές που περνούσαν σε ποιοτικές, ήταν ο ανώτερος θρίαμβος της διαλεκτικής σ’ ολόκληρο το πεδίο της ενόργανης ύλης. Ένας άλλος μεγάλος θρίαμβος ήταν η ανακάλυψη του πίνακα ατομικών βαρών και χημικών στοιχείων, και, στη συνέχεια, η μετατροπή ενός στοιχείου σε άλλο.

Μ’ αυτές τις μετατροπές (ειδών, στοιχείων, κλπ.) συνδέεται στενά το ζήτημα της ταξινόμησης, σπουδαίο εξίσου στη φυσική όσο και στην κοινωνική επιστήμη. Το σύστημα του Ληναίου (18ος αιώνας), παίρνοντας σαν αφετηρία το αμετάβλητο των ειδών, περιορίστηκε στην περιγραφή και την ταξινόμηση των φυτών, σύμφωνα με τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά. Η νηπιακή περίοδος της βοτανικής είναι ανάλογη με τη νηπιακή περίοδο της Λογικής, αφού οι μορφές της σκέψης μας αναπτύσσονται όπως κάθε πράγμα που ζει. Μόνο η αποφασιστική αποκήρυξη της ιδέας των σταθερών ειδών, μόνο η μελέτη της Ιστορίας της εξέλιξης των φυτών και της ανατομίας τους, προετοίμασε τη βάση για μια πραγματικά επιστημονική ταξινόμηση.

Ο Μαρξ, που αντίθετα από τον Δαρβίνο ήταν συνειδητός διαλεκτικός, ανακάλυψε μια βάση για την επιστημονική ταξινόμηση των ανθρώπινων κοινωνιών στην ανάπτυξη των παραγωγικών τους δυνάμεων και τη δομή των σχέσεων ιδιοκτησίας που αποτελούν την ανατομία της κοινωνίας. Ο μαρξισμός αντικατάστησε την κοινή περιγραφική ταξινόμηση των κοινωνιών και των κρατών, που ακόμα και τώρα ανθεί στα πανεπιστήμια, με μια υλιστική διαλεκτική ταξινόμηση. Μόνο χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του Μαρξ είναι δυνατό να καθορίσει κανείς σωστά και την ιδέα ενός εργατικού κράτους και τη στιγμή της πτώσης του.

Όλα αυτά, καθώς βλέπουμε, δεν περιέχουν τίποτε το «μεταφυσικό» ή «σχολαστικό», όπως η φαντασμένη άγνοια διαβεβαιώνει. Η διαλεκτική λογική εκφράζει τους νόμους της κίνησης στη σύγχρονη επιστημονική σκέψη. Η πάλη ενάντια στην υλιστική διαλεκτική, εκφράζει, αντίθετα, ένα μακρινό παρελθόν, το συντηρητισμό της μικροαστικής τάξης, την αλαζονεία των ρουτινιέρηδων των πανεπιστημίων και ...μια σπίθα ελπίδας για μια μετά θάνατο ζωή.

Η Φύση της ΕΣΣΔ

Ο ορισμός που έχει δόσει ο σύντροφος Μπάρναμ στην ΕΣΣΔ, «όχι ένα εργατικό κράτος, όχι ένα αστικό κράτος», είναι καθαρά αρνητικός, αποσπασμένος από την αλυσίδα της ιστορικής εξέλιξης, μετέωρος, δίχως κόκκο κοινωνιολογίας και αντιπροσωπεύει απλά μια θεωρητική υποταγή του πραγματισμού μπροστά σ’ ένα αντιφατικό ιστορικό φαινόμενο.

Αν ο Μπάρναμ ήταν διαλεκτικός υλιστής, θα είχε εμβαθύνει στα παρακάτω τρία ερωτήματα: 1) Ποιά είναι η ιστορική προέλευση της ΕΣΣΔ; 2) Τί αλλαγές έχει υποστεί αυτό το κράτος στη διάρκεια της ύπαρξής του; 3) Αυτές οι αλλαγές πέρασαν από το ποσοτικό στάδιο στο ποιοτικό; Δηλαδή, δημιούργησαν μια αναγκαία ιστορικά κυριαρχία από μια νέα εκμεταλλεύτρια τάξη; Η απάντηση σ’ αυτές τις ερωτήσεις θα είχε αναγκάσει τον Μπάρναμ να βγάλει το μόνο δυνατό συμπέρασμα –η ΕΣΣΔ είναι ακόμα ένα εκφυλισμένο εργατικό κράτος.

Η διαλεκτική δεν είναι ένα μαγικό κλειδί για όλα τα ζητήματα. Δεν αντικαθιστά την συγκεκριμένη επιστημονική ανάλυση. Αλλά κατευθύνει αυτή την ανάλυση στο σωστό δρόμο, προστατεύοντάς την από τις άγονες περιπλανήσεις στην έρημο του υποκειμενισμού και του σχολαστικισμού.

Ο Μπρούνο Ρ. τοποθετεί τόσο το σοβιετικό όσο και το φασιστικό καθεστώς στην κατηγορία του «γραφειοκρατικού κολεχτιβισμού» επειδή η ΕΣΣΔ, η Ιταλία και η Γερμανία κυβερνιώνται από γραφειοκρατίες. Και δω και κει υπάρχουν οι αρχές του σχεδιασμού, στη μια περίπτωση έχει καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία, στην άλλη έχει περιοριστεί, κλπ. Έτσι, στη βάση της σχετικής ομοιότητας, ορισμένων εξωτερικών χαρακτηριστικών διαφορετικής προέλευσης, διαφορετικού ειδικού βάρους, διαφορετικής ταξικής σημασίας, κατασκευάζεται μια θεμελιακή ταυτότητα κοινωνικών καθεστώτων, πάνω, ακριβώς, στο πνεύμα των αστών καθηγητών που κατασκευάζουν κατηγορίες «ελεγχόμενης οικονομίας», «συγκεντρωτικού κράτους», χωρίς να παίρνουν καθόλου υπόψη τους την ταξική φύση του ενός ή του άλλου. Ο Μπρούνο Ρ. και οι οπαδοί του ή οι μισο-οπαδοί του σαν τον Μπάρναμ, μένουν στην καλύτερη περίπτωση, στη σφαίρα της κοινωνικής ταξινόμησης, στο επίπεδο του Ληναίου, που, όμως, θα πρέπει να παρατηρήσει κανείς, δικαιολογείται, γιατί έζησε πριν από τον Χέγκελ, τον Δαρβίνο και τον Μαρξ.

Ακόμα χειρότεροι και περισσότερο επικίνδυνοι, ίσως, είναι εκείνοι οι εκλεκτικιστές, που εκφράζουν την ιδέα ότι ο ταξικός χαρακτήρας του σοβιετικού κράτους «δεν έχει σημασία», κι ότι η κατεύθυνση της πολιτικής μας καθορίζεται από το «χαραχτήρα του πολέμου». Λες και ο πόλεμος είναι μια ανεξάρτητη υπερκοινωνική υπόσταση, λες και ο χαρακτήρας του πολέμου δεν καθορίζεται από το χαρακτήρα της άρχουσας τάξης, δηλαδή, από τον ίδιο κοινωνικό παράγοντα που καθορίζει επίσης το χαρακτήρα του κράτους. Είναι καταπληκτική η ευκολία με την οποία μερικοί σύντροφοι ξεχνούν το Άλφα – Βήτα του μαρξισμού κάτω από την επήρεια των γεγονότων.

Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι οι θεωρητικοί της αντιπολίτευσης, που απορρίπτουν τη διαλεκτική σκέψη, συνθηκολογούν αξιοθρήνητα μπροστά στην αντιφατική φύση της ΕΣΣΔ. Όμως, η αντίφαση, ανάμεσα στην κοινωνική βάση που εγκαθίδρυσε η επανάσταση και στο χαρακτήρα της κάστας που γεννήθηκε μέσα από τον εκφυλισμό της επανάστασης, δεν είναι μόνο ένα αναντίρρητο ιστορικό γεγονός, αλλά και κινητήρια δύναμη επίσης. Στην πάλη μας για την ανατροπή της γραφειοκρατίας, βασιζόμαστε σ’ αυτή την αντίφαση. Στο μεταξύ, μερικοί υπεραριστεροί έχουν ήδη φτάσει στον έσχατο παραλογισμό, βεβαιώνοντας ότι είναι αναγκαίο να θυσιαστεί η κοινωνική δομή της ΕΣΣΔ για να ανατραπεί η βοναπαρτιστική ολιγαρχία! Δεν υποψιάζονται καν ότι η ΕΣΣΔ χωρίς την κοινωνική δομή που εγκαθίδρυσε η Οκτωβριανή Επανάσταση, θα ήταν ένα φασιστικό καθεστώς.

Εξέλιξη και Διαλεκτική

Ο σύντροφος Μπάρναμ θα διαμαρτυρηθεί ίσως ότι σαν εξελικτικός δεν ενδιαφέρεται λιγότερο απ’ ό,τι εμείς οι διαλεκτικοί για την ανάπτυξη των μορφών της κοινωνίας και του κράτους. Δεν θα το αμφισβητήσουμε αυτό. Κάθε μορφωμένος άνθρωπος από τον καιρό του Δαρβίνου και μετά, έχει κολλήσει στον εαυτό του την ετικέττα του «εξελικτικού». Αλλά ένας πραγματικός εξελικτικός πρέπει να εφαρμόζει την ιδέα της εξέλιξης στις δικές του μορφές σκέψης. Η στοιχειώδης λογική, θεμελιωμένη στην περίοδο που η ιδέα της εξέλιξης δεν υπήρχε ακόμα, είναι φανερά ανεπαρκής για την ανάλυση των εξελικτικών προτσές. Η λογική του Χέγκελ είναι η λογική της εξέλιξης. Μόνο που δεν πρέπει κανείς να ξεχνά ότι η ίδια η ιδέα της «εξέλιξης» έχει εντελώς διαφθαρεί και ευνουχιστεί από τους καθηγητές των πανεπιστημίων και τους φιλελεύθερους συγγραφείς, ώστε να σημαίνει ειρηνική «πρόοδος». Όποιος έχει φτάσει στο σημείο να καταλαβαίνει ότι η εξέλιξη προχωράει διαμέσου της πάλης ανταγωνιστικών δυνάμεων, ότι μια αργή συσσώρευση αλλαγών, μια ορισμένη στιγμή, ανατινάζει το παλιό κέλυφος και φέρνει μια καταστροφή, μια επανάσταση, όποιος τελικά έχει μάθει να εφαρμόζει τους γενικούς κανόνες της εξέλιξης στην ίδια τη σκέψη, αυτός είναι διαλεκτικός, σε αντίθεση με τους χυδαίους εξελικτικούς. Η διαλεκτική εξάσκηση του νου, τόσο απαραίτητη σ’ έναν επαναστάτη αγωνιστή όσο οι ασκήσεις των δαχτύλων σ’ έναν πιανίστα, απαιτεί να προσεγγίζουμε τα προβλήματα σαν προτσές και όχι σαν σταθερές κατηγορίες. Αντίθετα, οι χυδαίοι εξελικτικοί, που γενικά περιορίζουν τον εαυτό τους στην αναγνώριση της εξέλιξης μόνο σ’ ορισμένες σφαίρες, ικανοποιούνται σ’ όλα τα άλλα ζητήματα με τις κοινοτοπίες της «κοινής λογικής».

Ο αμερικάνος φιλελεύθερος, που έχει συμφιλιωθεί με την ύπαρξη της ΕΣΣΔ, και ακριβέστερα με τη μοσχοβίτικη γραφειοκρατία, πιστεύει, ή τουλάχιστον πίστευε μέχρι τη σοβιετογερμανική συνθήκη, ότι το σοβιετικό καθεστώς σαν όλο είναι ένα «προοδευτικό πράγμα», ότι τα απεχθή χαρακτηριστικά της γραφειοκρατίας («που υπάρχουν φυσικά!») θα εξαλειφθούν προοδευτικά και ότι μια ειρηνική και ανώδυνη «πρόοδος» είναι εξασφαλισμένη.

Ένας χυδαίος μικροαστός ριζοσπάστης μοιάζει με έναν «προοδευτικό» φιλελεύθερο, στο ότι παίρνει την ΕΣΣΔ σαν όλο, μη κατανοώντας τις εσωτερικές της αντιφάσεις και τη δυναμική της. Όταν ο Στάλιν υπόγραψε τη συμμαχία με τον Χίτλερ και εισέβαλε στην Πολωνία, και τώρα στη Φιλανδία, οι χυδαίοι ριζοσπάστες θριάμβευσαν: η ταυτότητα μεθόδων σταλινισμού και φασισμού αποδείχτηκε! Βρέθηκαν όμως σε δύσκολη θέση όταν οι νέες αρχές κάλεσαν τον πληθυσμό να απαλλοτριώσει τους γαιοκτήμονες και τους καπιταλιστές –δεν είχαν καθόλου προβλέψει αυτή τη δυνατότητα! Στο μεταξύ, τα κοινωνικά επαναστατικά μέτρα, πραγματοποιούμενα με γραφειοκρατικά πολεμικά μέσα, όχι μόνο δεν ενόχλησαν τον δικό μας, διαλεκτικό ορισμό της ΕΣΣΔ σαν εκφυλισμένο εργατικό κράτος, αλλά και του έδωσαν την πιο αναμφισβήτητη επιβεβαίωση. Αντί να χρησιμοποιήσουν αυτό το θρίαμβο της μαρξιστικής ανάλυσης για τη συνέχιση της αγκιτάτσιας, οι μικροαστοί αντιπολιτευόμενοι άρχισαν να φωνάζουν με εγκληματική ελαφρομυαλιά ότι τα γεγονότα έχουν διαψεύσει την πρόγνωσή μας, ότι η παλιές φόρμουλες δεν είναι δυνατό πια να εφαρμοστούν, ότι νέες λέξεις είναι αναγκαίες. Τί λέξεις; Ούτε οι ίδιοι δεν έχουν αποφασίσει ακόμα.

Η Υπεράσπιση της ΕΣΣΔ

Αρχίσαμε με τη φιλοσοφία και μετά πήγαμε στην κοινωνιολογία. Έγινε καθαρό ότι, και στις δυο σφαίρες, οι δυο ηγετικές προσωπικότητες της αντιπολίτευσης, έχουν πάρει ο ένας μια αντιμαρξιστική και ο άλλος μια εκλεκτικιστική θέση. Αν τώρα εξετάσουμε την πολιτική, και ιδιαίτερα το ζήτημα της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ, θα δούμε ότι το ίδιο μεγάλες εκπλήξεις μας περιμένουν και δω.

Η αντιπολίτευση ανακάλυψε ότι η φόρμουλά μας «χωρίς όρους υπεράσπιση της ΕΣΣΔ», η φόρμουλα του προγράμματός μας, είναι «ασαφής, αφηρημένη και ξεπερασμένη»(!;). Δυστυχώς δεν εξηγούν κάτω από ποιους μελλοντικούς «όρους» είναι έτοιμοι να υπερασπίσουν τις κατακτήσεις της επανάστασης. Η αντιπολίτευση, για να δόσει τουλάχιστο ένα κάποιο γραμμάριο νοήματος στη νέα της φόρμουλα, προσπαθεί να παρουσιάσει το ζήτημα σαν να είχαμε μέχρι τώρα υπερασπίσει «χωρίς όρους» τη διεθνή πολιτική της κυβέρνησης του Κρεμλίνου με τον Κόκκινο Στρατό της και την Γκε Πε Ου της. Όλα έχουν αναποδογυριστεί! Στην πραγματικότητα, για πολύ καιρό τώρα, δεν έχουμε υπερασπιστεί τη διεθνή πολιτική του Κρεμλίνου, ούτε ακόμα και υπό όρους, ιδιαίτερα από τότε που ανοιχτά διακηρύξαμε την αναγκαιότητα να συντριβεί η ολιγαρχία του Κρεμλίνου με εξέγερση! Μια λαθεμένη πολιτική όχι μόνο ακρωτηριάζει τα τρέχοντα καθήκοντα, αλλά και εξαναγκάζει κανέναν να παρουσιάζει το ίδιο του το παρελθόν κάτω από ένα ψεύτικο φως.

Στο άρθρο της «Νέας Διεθνούς» που αναφέραμε προηγούμενα, ο Μπάρναμ και Σάχτμαν πετυχημένα ονόμασαν την ομάδα των απογοητευμένων διανοουμένων «Ένωση των Εγκαταλειμμένων Ελπίδων», και επίμονα ρωτούσαν ποιά θα ήταν η θέση αυτής της αξιοθρήνητης Ένωσης σε περίπτωση στρατιωτικής σύγκρουσης ανάμεσα σε μια καπιταλιστική χώρα και τη Σοβιετική Ένωση.

«Επωφελούμαστε, λοιπόν της ευκαιρίας, γράφουν, να απαιτήσουμε από τον Χουκ, τον Ίστμαν και τον Λάιονς να κάνουν σαφείς δηλώσεις στο ζήτημα της υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης από επίθεση του Χίτλερ ή της Ιαπωνίας –ή ακόμα, της Αγγλίας...». Ο Μπάρναμ και ο Σάχτμαν δεν έβαλαν τίποτε «όρους», δεν προσδιόρισαν τίποτε «συγκεκριμένες» περιστάσεις, και συγχρόνως ζήτησαν «σαφή» απάντηση. «... Η Ένωση (των Εγκαταλειμμένων Ελπίδων), συνέχισαν, θα αποφύγει επίσης να πάρει θέση, ή θα κηρύξει τον εαυτό της ουδέτερο; Με δυο λόγια, είναι υπέρ της υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης από μια ιμπεριαλιστική επίθεση άσχετα και παρά το σταλινικό καθεστώς;», (Η υπογράμμιση είναι δική μας).

Θαυμάσιο απόσπασμα! Αυτό είναι ακριβώς που διακηρύσσει το πρόγραμμά μας. Ο Μπάρναμ και ο Σάχτμαν τον Γενάρη του 1939 τοποθετήθηκαν υπέρ της χωρίς όρους υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης και προσδιόρισαν τη σημασία της χωρίς όρους υπεράσπισης απόλυτα σωστά: «άσχετα και παρά το σταλινικό καθεστώς». Κι ωστόσο, αυτό το άρθρο γράφτηκε όταν η εμπειρία της Ισπανικής Επανάστασης είχε ήδη ολοκληρωθεί. Ο σύντροφος Κάνον έχει απόλυτα δίκιο, όταν λέει ότι ο ρόλος του σταλινισμού στην Ισπανία, ήταν ασύγκριτα πιο εγκληματικός απ’ ό,τι στην Πολωνία ή τη Φιλανδία. Στην πρώτη περίπτωση η γραφειοκρατία με μέθοδες δήμιου στραγγάλισε μια σοσιαλιστική επανάσταση. Στη δεύτερη περίπτωση δίνει μια ώθηση στη σοσιαλιστική επανάσταση με γραφειοκρατικές μέθοδες. Γιατί οι ίδιοι, οι Μπάρναμ και Σάχτμαν, μετακινήθηκαν τόσο απροσδόκητα στη θέση της «Ένωσης των Εγκαταλειμμένων Ελπίδων»; Γιατί; Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τις υπεραφηρημένες αναφορές του Σάχτμαν στο «συγκεκριμένο των γεγονότων» σαν εξήγηση. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν είναι δύσκολο να βρούμε μια εξήγηση. Η συμμετοχή του Κρεμλίνου στο δημοκρατικό στρατόπεδο στην Ισπανία υποστηρίχτηκε από τους αστούς δημοκράτες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Η δουλειά του Στάλιν στην Πολωνία και τη Φιλανδία, αντιμετώπισε τη φρενιασμένη καταδίκη των ίδιων αυτών δημοκρατών. Παρά τις φανταχτερές της φόρμουλες, η αντιπολίτευση συμβαίνει να είναι μια αντανάκλαση μέσα στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα των διαθέσεων της «αριστερής» μικροαστικής τάξης. Αυτό δυστυχώς είναι γεγονός αναμφισβήτητο.

«Αυτοί οι άνθρωποι», έγραφαν οι Μπάρναμ και Σάχτμαν για την «Ένωση των Εγκαταλειμμένων Ελπίδων», «πιστεύουν με υπερηφάνεια ότι συνεισφέρουν κάτι “νέο”, ότι “επανεκτιμούν στο φως νέων εμπειριών”, ότι “δεν είναι δογματικοί”» («συντηρητικοί»; Λ.Τ.) «που αρνούνται να επανεξετάσουν τη “βασική τους αρχή“, κλπ., κλπ. Τι συγκινητική αυτό-εξαπάτηση! Κανείς απ’ αυτούς δεν έφερε σε φως τίποτε νέα γεγονότα, ούτε έχει δόσει καμιά νέα κατανόηση για το παρόν ή για το μέλλον». Καταπληκτικό απόσπασμα! Μήπως θα έπρεπε να προσθέσουμε εμείς ένα νέο κεφάλαιο στο άρθρο τους «Διανοούμενοι σε Υποχώρηση»; Προσφέρω στο σύντροφο Σάχτμαν τη συνεργασία μου...

Είναι δυνατό τόσο εξέχοντα άτομα σαν τον Μπάρναμ και τον Σάχτμαν, που είναι χωρίς όρους αφιερωμένοι στην υπόθεση του προλεταριάτου, να τρομάξουν τόσο πολύ από τους όχι και τόσο τρομερούς κυρίους της «Ένωσης των Εγκαταλειμμένων Ελπίδων»! Στο καθαρά θεωρητικό πεδίο, η εξήγηση σε σχέση με τον Μπάρναμ βρίσκεται στη λαθεμένη του μέθοδο, σε σχέση με τον Σάχτμαν στην αδιαφορία του για τη μέθοδο. Η σωστή μέθοδος όχι μόνο διευκολύνει να φτάσει κανείς σ’ ένα σωστό συμπέρασμα, αλλά, συνδέοντας κάθε νέο συμπέρασμα με τα προηγούμενα συμπεράσματα σε μια αδιάσπαστη αλυσίδα, στερεώνει τα συμπεράσματα στη μνήμη του. Όταν τα πολιτικά συμπεράσματα βγαίνουν εμπειρικά, όταν η ασυνέπεια παρουσιάζεται σαν πλεονέκτημα, τότε το μαρξιστικό σύστημα πολιτικής αντικαθίσταται πάντα από τον ιμπρεσιονισμό –που από κάθε άποψη είναι το χαρακτηριστικό των μικροαστών διανοουμένων. Κάθε νέα στροφή στα γεγονότα αιφνιδιάζει τον εμπειριστή-ιμπρεσιονιστή, τον αναγκάζει να ξεχάσει ό,τι ο ίδιος έγραψε χθες, και του δημιουργεί την επιθυμία για νέες φόρμουλες, πριν να έχουν εμφανιστεί στο κεφάλι του νέες ιδέες.

Ο Σοβιετοφιλανδικός Πόλεμος

Η απόφαση της αντιπολίτευσης στο ζήτημα του σοβιετο-φιλανδικού πόλεμου είναι ένα ντοκουμέντο που θα μπορούσε να υπογραφτεί, με μικρές αλλαγές ίσως, από τους Μπορντιγκιστές, από τον Βερίκεν, τον Σνίβλιετ, τον Φένερ Μπροκγουέι, το Μαρσό Πιβέρ και τους όμοιούς τους, αλλά σε καμιά περίπτωση από μπολσεβίκους-λενινιστές. Η απόφαση βασισμένη αποκλειστικά στα χαρακτηριστικά της σοβιετικής γραφειοκρατίας, και στο απλό γεγονός της «εισβολής», στερείται κάθε κοινωνικού περιεχόμενου. Τοποθετεί τη Φιλανδία και την ΕΣΣΔ στο ίδιο επίπεδο και καθαρά «καταδικάζει, απορρίπτει και αντιτίθεται και στις δυο κυβερνήσεις και τους στρατούς τους». Επειδή, όμως, πρόσεξε ότι κάτι δεν είναι εντάξει, η απόφαση απροσδόκητα και χωρίς καμιά σύνδεση με το κείμενο προσθέτει: «Στην εφαρμογή (!) αυτής της προοπτικής, η Τέταρτη Διεθνής θα λάβει βέβαια (πόσο θαυμάσιο είναι αυτό το «βέβαια») υπόψη της (!) τις διαφορετικές οικονομικές σχέσεις στη Φιλανδία και τη Ρωσία». Κάθε λέξη είναι ένα μαργαριτάρι. Όταν λένε «συγκεκριμένες» περιστάσεις, οι εραστές του «συγκεκριμένου», εννοούν τη στρατιωτική κατάσταση, τις διαθέσεις των μαζών και στην τρίτη θέση, τα αντιτιθέμενα οικονομικά καθεστώτα. Όσο για το πως ακριβώς θα «ληφθούν υπόψη» οι τρεις αυτές «συγκεκριμένες» περιστάσεις, η απόφαση δεν κάνει την παραμικρή νύξη. Αν η αντιπολίτευση αντιτίθεται εξίσου «και στις δυο κυβερνήσεις και τους στρατούς τους» σε σχέση μ’ αυτόν τον πόλεμο, πώς θα «λάβει υπόψη» τις διαφορές στη στρατιωτική κατάσταση και στα κοινωνικά καθεστώτα; Όλα αυτά είναι ακατανόητα.

Η απόφαση, για να τιμωρήσει τους σταλινικούς για τα αναμφισβήτητα εγκλήματά τους, ακολουθεί τους μικροαστούς δημοκράτες όλων των αποχρώσεων και δεν λέει ούτε λέξη για το ότι ο Κόκκινος Στρατός στη Φιλανδία απαλλοτριώνει τους μεγάλους γαιοκτήμονες και εισάγει τον εργατικό έλεγχο, ενώ προετοιμάζεται για την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών.

Αύριο οι σταλινικοί θα στραγγαλίζουν τους φιλανδούς εργάτες. Αλλά τώρα δίνουν –είναι υποχρεωμένοι να δόσουν– μια τεράστια ώθηση στην ταξική πάλη στην οξύτερή της μορφή. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης οικοδομούν την πολιτική τους, όχι πάνω στο «συγκεκριμένο» προτσές που πραγματοποιείται στη Φιλανδία, αλλά πάνω σε δημοκρατικές αφαιρέσεις και ευγενή αισθήματα.

Ο σοβιετοφιλανδικός πόλεμος αρχίζει προφανώς να συμπληρώνεται μ’ έναν εμφύλιο πόλεμο, όπου ο Κόκκινος Στρατός βρίσκεται, σε τούτη τη φάση, στο ίδιο στρατόπεδο με τους φιλανδούς φτωχούς χωρικούς και εργάτες, ενώ ο φιλανδέζικος στρατός έχει την υποστήριξη των κυρίαρχων τάξεων, της συντηρητικής εργατικής γραφειοκρατίας και των αγγλοσαξόνων ιμπεριαλιστών. Οι ελπίδες που ξυπνάει ο Κόκκινος Στρατός μέσα στη φιλανδέζικη φτωχολογιά θα αποδειχτούν, εκτός αν μεσολαβήσει η διεθνής επανάσταση, μια αυταπάτη. Η συνεργασία του Κόκκινου Στρατού με τη φτωχολογιά θα είναι μόνο προσωρινή. Το Κρεμλίνο σύντομα θα στρέψει τα όπλα του ενάντια στους φιλανδούς εργάτες και χωρικούς. Τα ξέρουμε όλα αυτά από τώρα, και τα λέμε ανοιχτά σαν προειδοποίηση. Ποιά «συγκεκριμένη», όμως, θέση πρέπει να πάρουν οι «συγκεκριμένοι» οπαδοί της Τέταρτης Διεθνούς, σ’ αυτό τον «συγκεκριμένο» εμφύλιο πόλεμο που διεξάγεται στο φιλανδέζικο έδαφος; Αν στην Ισπανία πολεμούσαν με το Δημοκρατικό στρατόπεδο, παρ’ όλο που οι σταλινικοί στραγγάλιζαν τη σοσιαλιστική επανάσταση, στη Φιλανδία, θα πρέπει ακόμα περισσότερο να πάρουν μέρος σε κείνο το στρατόπεδο όπου οι σταλινικοί είναι αναγκασμένοι να υποστηρίξουν την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών.

Οι νεωτεριστές μας βουλώνουν τις τρύπες που υπάρχουν στη θέση τους με βίαιες φράσεις. Αποκαλούν την πολιτική της ΕΣΣΔ «ιμπεριαλιστική». Τεράστιος εμπλουτισμός των επιστημών! Από δω και μπρος, τόσο η εξωτερική πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου όσο και η πολιτική της καταστροφής του χρηματιστικού κεφαλαίου, θα ονομάζεται ιμπεριαλισμός. Αυτό θα βοηθήσει σημαντικά στο ξεκαθάρισμα και στην ταξική εκπαίδευση των εργατών! Αλλά την ίδια στιγμή –θα φωνάξει ο πολύ βιαστικός, ας πούμε, Στάνλεϊ– το Κρεμλίνο υποστηρίζει την πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου στη Γερμανία! Αυτή η αντίρρηση βασίζεται στην υποκατάσταση ενός προβλήματος μ’ ένα άλλο, στη διάλυση του συγκεκριμένου στο αφηρημένο (το συνηθισμένο λάθος της χυδαίας σκέψης).

Αν ο Χίτλερ υποχρεωνόταν αύριο να στείλει όπλα στους επαναστατημένους Ινδούς, θα έπρεπε οι επαναστάτες γερμανοί εργάτες να αντιταχθούν σ’ αυτή τη συγκεκριμένη πράξη με απεργίες ή σαμποτάζ; Το αντίθετο, θα έπρεπε να βεβαιωθούν πως οι επαναστατημένοι θα λάβουν τα όπλα το συντομότερο. Ελπίζουμε ότι αυτό είναι καθαρό στον Στάνλεϊ. Αλλά το παράδειγμα αυτό είναι καθαρά υποθετικό. Το χρησιμοποιήσαμε για να δείξουμε ότι ακόμα και μια φασιστική κυβέρνηση του χρηματιστικού κεφαλαίου μπορεί κάτω από ορισμένους όρους να αναγκαστεί να υποστηρίξει ένα εθνικό επαναστατικό κίνημα (για να προσπαθήσει να το στραγγαλίσει την επόμενη στιγμή). Ο Χίτλερ ποτέ, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, δεν θα υποστήριζε μια προλεταριακή επανάσταση, στη Γαλλία, για παράδειγμα. Όσο για το Κρεμλίνο είναι προς το παρόν αναγκασμένο –κι αυτό δεν είναι μια υποθετική αλλά μια πραγματική κατάσταση– να προκαλέσει ένα κοινωνικό επαναστατικό κίνημα στη Φιλανδία (για να προσπαθήσει να το στραγγαλίσει πολιτικά αύριο). Με το να καλύψει κανείς το δοσμένο κοινωνικό επαναστατικό κίνημα με τον γενικό όρο ιμπεριαλισμός μόνο και μόνο επειδή αυτό έχει προκληθεί, ακρωτηριαστεί και ταυτόχρονα στραγγαλιστεί από το Κρεμλίνο, δηλώνει απλά τη θεωρητική και πολιτική του φτώχεια.

Είναι αναγκαίο να προσθέσουμε ότι το άπλωμα της ιδέας «ιμπεριαλισμός» στερείται ακόμα κι από το θέλγητρο του νεωτερισμού. Αυτή τη στιγμή, όχι μόνο οι «δημοκράτες» αλλά και η αστική τάξη των δημοκρατικών χωρών περιγράφουν τη σοβιετική πολιτική σαν ιμπεριαλιστική. Ο στόχος της αστικής τάξης είναι ολοφάνερος –να σβήσει τις κοινωνικές αντιφάσεις ανάμεσα στην καπιταλιστική και τη σοβιετική επέκταση, να κρύψει το πρόβλημα της ιδιοκτησίας, και να βοηθήσει, μ’ αυτό τον τρόπο, τον γνήσιο ιμπεριαλισμό. Ποιός είναι ο στόχος του Σάχτμαν και των άλλων; Ούτε και οι ίδιοι ξέρουν. Ο ορολογικός τους νεωτερισμός, τους οδηγεί αντικειμενικά μακριά από τη μαρξιστική ορολογία της Τέταρτης Διεθνούς και τους φέρνει κοντά στην ορολογία των «δημοκρατών». Αυτό το γεγονός, μαρτυράει ξανά, αλίμονο, την εξαιρετική ευαισθησία της αντιπολίτευσης στην πίεση της μικροαστικής κοινής γνώμης.

«Το Οργανωτικό Ζήτημα»

Από τις γραμμές της αντιπολίτευσης αρχίζει κανείς να ακούει όλο και πιο συχνά: «Το ρωσικό ζήτημα δεν έχει αποφασιστική σπουδαιότητα αυτό καθεαυτό. Το σπουδαιότερο καθήκον είναι να αλλάξουμε το κομματικό καθεστώς». Είναι αναγκαίο να καταλάβει κανείς ότι αλλαγή στο καθεστώς, σημαίνει αλλαγή στην ηγεσία, ή, με μεγαλύτερη ακρίβεια, την αποπομπή του Κάνον και των στενών συνεργατών του από τις καθοδηγητικές θέσεις. Αυτές οι μεγαλόστομες φωνές δείχνουν, πως η τάση για πάλη ενάντια στη «φράξια του Κάνον» προηγήθηκε από κείνο το «συγκεκριμένο των γεγονότων», που ο Σάχτμαν και οι άλλοι αναφέρουν για να εξηγήσουν την αλλαγή της θέσης τους. Ταυτόχρονα, αυτές οι φωνές μας θυμίζουν μια ολόκληρη σειρά προηγούμενων αντιπολιτευτικών ομάδων, που ανάλαβαν μια πάλη σε διαφορετικές περιστάσεις, και που, όταν η βάση αρχών άρχισε να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους, μετακινήθηκαν στο λεγόμενο «οργανωτικό ζήτημα» –η περίπτωση είναι εντελώς η ίδια με του Μολινιέ, του Σνίβλιετ, του Βερίκεν και πολλών άλλων. Όσο δυσάρεστα κι αν φαίνονται αυτά τα προηγούμενα, είναι αδύνατο να περάσει κανείς πάνω από αυτά.

Θα ήταν, όμως, λάθος να πιστέψει κανείς ότι η μετακίνηση της πάλης στο «οργανωτικό ζήτημα» αντιπροσωπεύει μια απλή «μανούβρα» στη φραξιονιστική πάλη. Όχι, η αντιπολίτευση συναισθάνεται πράγματι, αν και συγχυσμένα, πως το ζήτημα αφορά όχι μόνο το «ρωσικό πρόβλημα», αλλά μάλλον ολόκληρη την προσέγγιση στα πολιτικά προβλήματα γενικά, συμπεριλαμβανομένων επίσης των μεθόδων οικοδόμησης του κόμματος. Κι αυτό είναι, με μια ορισμένη έννοια, σωστό.

Είδαμε ξεκάθαρα την ιδεολογική επιρροή μιας άλλης τάξης στην περίπτωση του Μπάρναμ (πραγματισμός) και του Σάχτμαν (εκλεκτικισμός). Δεν μελετήσαμε άλλους ηγέτες σαν τον σύντροφο Άμπερν, γιατί γενικά αυτός δεν συμμετέχει σε συζητήσεις πάνω σε θέματα αρχών, και περιορίζεται στη σφαίρα του «οργανωτικού ζητήματος». Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, πως ο Άμπερν δεν έχει σημασία. Αντίθετα, μπορούμε να πούμε ότι η Μπάρναμ και ο Σάχτμαν είναι οι ερασιτέχνες της αντιπολίτευσης, ενώ ο Άμπερν είναι ο αναμφισβήτητος επαγγελματίας. Ο Άμπερν, και μόνο αυτός, έχει τη δικιά του παραδοσιακή ομάδα, που ξεπήδησε από το παλιό Κομμουνιστικό Κόμμα και δέθηκε μεταξύ της στη διάρκεια της πρώτης περιόδου της ανεξάρτητης ύπαρξης της «Αριστερής Αντιπολίτευσης». Όλοι οι άλλοι που έχουν διάφορους λόγους για κριτική και δυσαρέσκεια προσκολλούνται σ’ αυτή την ομάδα.

Κάθε σοβαρή φραξιονιστική πάλη σ’ ένα κόμμα, είναι πάντα σε τελευταία ανάλυση, αντανάκλαση της ταξικής πάλης. Η φράξια της Πλειοψηφίας εγκαθίδρυσε από την αρχή την ιδεολογική εξάρτηση της αντιπολίτευσης από τη μικροαστική δημοκρατία. Η αντιπολίτευση, αντίθετα, ακριβώς εξαιτίας του μικροαστικού χαρακτήρα της, δεν προσπάθησε καν να ψάξει για τις κοινωνικές ρίζες του εχθρικού στρατοπέδου.

Η αντιπολίτευση άνοιξε μια σκληρή φραξιονιστική πάλη που τώρα παραλύει το Κόμμα σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή. Για να βρει δικαίωση αυτή η πάλη και να μην καταδικαστεί ανελέητα, πρέπει να έχει πολύ σοβαρά και βαθιά θεμέλια. Για έναν μαρξιστή, αυτά τα θεμέλια μπορούν να έχουν μονάχα έναν ταξικό χαρακτήρα. Πριν αρχίσουν τη σκληρή πάλη τους, οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης ήταν αναγκασμένοι να θέσουν στον εαυτό τους την ερώτηση: Ποιά μη προλεταριακή ταξική επιρροή αντανακλάται στην πλειοψηφία της Εθνικής Επιτροπής; παρ’ όλα αυτά, η αντιπολίτευση δεν έχει κάνει την παραμικρή απόπειρα για μια τέτια ταξική εκτίμηση των διαφορών. Βλέπει μόνο «συντηρητισμό», «σφάλματα», «κακές μέθοδες» και παρόμοιες ψυχολογικές, διανοητικές και τεχνικές ελλείψεις. Η αντιπολίτευση δεν ενδιαφέρεται για την ταξική φύση της αντίθετης φράξιας, ακριβώς όπως δεν ενδιαφέρεται για την ταξική φύση της ΕΣΣΔ. Αυτό και μόνο το γεγονός είναι αρκετό για να δείξει το μικροαστικό χαρακτήρα της αντιπολίτευσης, με τη χροιά της ακαδημαϊκής σχολαστικότητας και του δημοσιογραφικού ιμπρεσιονισμού.

Για να καταλάβει κανείς ποιες τάξεις ή στρώματα αντανακλώνται στη φραξιονιστική πάλη, είναι αναγκαίο να μελετήσει ιστορικά την πάλη και των δυο φραξιών. Τα μέλη εκείνα της αντιπολίτευσης που βεβαιώνουν ότι η τωρινή πάλη δεν έχει «τίποτε το κοινό» με τους παλιούς φραξιονιστικούς αγώνες, αποκαλύπτουν για άλλη μια φορά την επιπόλαια στάση τους προς τη ζωή του ίδιου τους του Κόμματος. Ο βασικός πυρήνας της αντιπολίτευσης, είναι ο ίδιος που, τρία χρόνια πριν, συγκεντρώθηκε γύρω από τον Μιστ και τον Σπεκτόρ. Ο βασικός πυρήνας της Πλειοψηφίας, είναι ο ίδιος που συγκεντρώθηκε γύρω από τον Κάνον. Από τα ηγετικά πρόσωπα μόνο ο Σάχτμαν και ο Μπάρναμ μετακινήθηκαν από το ένα στρατόπεδο στο άλλο. Αλλά αυτές οι προσωπικές μετακινήσεις, όσο σημαντικές κι αν είναι, δεν αλλάζουν το γενικό χαρακτήρα των δυο ομάδων. Δεν θα μπω στην ιστορική αλληλουχία της φραξιονιστικής πάλης, αλλά παραπέμπω τον αναγνώστη στο από κάθε άποψη εξαιρετικό άρθρο του Τζόζεφ Χάνσεν «Οργανωτικές Μέθοδες και Πολιτικές Αρχές».

Αν αφαιρέσουμε κάθετι το τυχαίο, το προσωπικό και το επεισοδιακό, αν αναγάγουμε τις τωρινές αντιμαχόμενες ομάδες στους θεμελιακούς πολιτικούς τους τύπους, τότε αναμφίβολα η πάλη του συντρόφου Άμπερν ενάντια στο σύντροφο Κάνον, ήταν η πιο συνεπής. Σ’ αυτή την πάλη, ο Άμπερν αντιπροσωπεύει μια προπαγανδιστική ομάδα, μικροαστική στην κοινωνική της σύνθεση, ενωμένη με παλιούς προσωπικούς δεσμούς, που έχει σχεδόν το χαρακτήρα μιας οικογένειας. Ο Κάνον αντιπροσωπεύει το προλεταριακό κόμμα στο προτσές του σχηματισμού του. Το ιστορικό δίκιο σ’ αυτή την πάλη –ανεξάρτητα από τα σφάλματα και τα λάθη που μπορεί να έχουν γίνει– βρίσκεται εξολοκλήρου με το μέρος του Κάνον.

Όταν οι αντιπρόσωποι της αντιπολίτευσης χαλούσαν τον κόσμο φωνάζοντας ότι η «ηγεσία είναι χρεοκοπημένη», «οι προβλέψεις δεν αποδείχτηκαν σωστές», «τα γεγονότα μας έπιασαν στον ύπνο», «είναι αναγκαίο να αλλάξουμε τα συνθήματά μας» –όλα αυτά χωρίς την παραμικρή προσπάθεια να συλλογιστούν τα ζητήματα σοβαρά– ενεργούσαν, βασικά, σαν ντεφετιστές του Κόμματος. Η αξιοθρήνητη αυτή στάση εξηγείται από την οργή και τον τρόμο του παλιού προπαγανδιστικού κύκλου μπροστά στα νέα καθήκοντα και τις νέες κομματικές σχέσεις. Ο συναισθηματισμός των προσωπικών δεσμών δεν θέλει να υποκύψει στα αίσθημα του καθήκοντος και της πειθαρχίας. Το καθήκον που μπαίνει μπροστά στο Κόμμα, είναι να σπάσει τους παλιούς δεσμούς κλίκας και να διαλύσει τα καλύτερα στοιχεία του προπαγανδιστικού παρελθόντος στο προλεταριακό κόμμα. Είναι αναγκαίο να αναπτυχθεί ένα τέτοιο πνεύμα κομματικού πατριωτισμού, που κανείς να μην τολμάει να πει: «Στην πραγματικότητα, δεν είναι το ρωσικό ζήτημα, αλλά ότι αισθανόμαστε πιο ήσυχα και άνετα κάτω από την ηγεσία του Άμπερν, απ’ ό,τι κάτω από την ηγεσία του Κάνον».

Εγώ προσωπικά δεν έφτασα σ’ αυτό το συμπέρασμα χθες. Το έχω εκφράσει δεκάδες και εκατοντάδες φορές, σε συνομιλίες μου με μέλη της ομάδας του Άμπερν. Υπογράμμιζα πάντα την μικροαστική σύνθεση αυτής της ομάδας. Επίμονα και επανειλημμένα πρότεινα να μεταφέρουμε από μέλη σε δόκιμα μέλη εκείνους τους μικροαστούς συνοδοιπόρους που αποδείχτηκαν ανίκανοι να στρατολογήσουν εργάτες στο Κόμμα. Τα ιδιωτικά γράμματα, οι συνομιλίες και οι συμβουλές δεν οδήγησαν πουθενά, όπως απόδειξαν τα γεγονότα –οι άνθρωποι σπάνια μαθαίνουν από την πείρα του άλλου. Η αντίθεση ανάμεσα σε δυο στρώματα του Κόμματος και σε δυο περίοδες της ανάπτυξής του, ήρθε στην επιφάνεια και πήρε το χαρακτήρα σκληρής φραξιονιστικής πάλης. Δεν απομένει τίποτε άλλο από το να δόσω μια γνώμη, καθαρή και οριστική, στο αμερικάνικο τμήμα και σ’ ολόκληρη τη Διεθνή. «Η φιλία, φιλία αλλά το καθήκον, καθήκον» –λέει μια ρώσικη παροιμία.

Μπορεί να μπει το ακόλουθο ερώτημα: αν η αντιπολίτευση είναι μια μικροαστική τάση, αυτό σημαίνει ότι η παραπέρα ενότητα είναι αδύνατη; Πώς λοιπόν να συμφιλιώσει κανείς τη μικροαστική τάση με την προλεταριακή; Με το να βάζει κανείς το ερώτημα μ’ αυτό τον τρόπο, σημαίνει ότι κρίνει μονόπλευρα, αντιδιαλεκτικά και, γι’ αυτό λαθεμένα. Στην τωρινή συζήτηση, η αντιπολίτευση έχει καθαρά εκδηλώσει τα μικροαστικά της χαρακτηριστικά. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η αντιπολίτευση δεν έχει άλλα χαρακτηριστικά. Η πλειοψηφία των μελών της αντιπολίτευσης είναι διπλά αφοσιωμένη στην υπόθεση του προλεταριάτου, και είναι ικανή για να μάθει. Δεμένη σήμερα μ’ ένα μικροαστικό περιβάλλον, μπορεί αύριο να δεθεί με το προλεταριάτο. Οι ασυνεπείς, κάτω από την επιρροή της πείρας, μπορεί να γίνουν πιο συνεπείς. Όταν το Κόμμα αγκαλιάζει χιλιάδες εργάτες, ακόμα και οι επαγγελματίες φραξιονιστές μπορούν να ξανα-εκπαιδευτούν στο πνεύμα της προλεταριακής πειθαρχίας. Είναι αναγκαίο να τους δόσουμε, γι’ αυτό, το χρόνο. Γι’ αυτό, η πρόταση του συντρόφου Κάνον να συνεχιστεί η συζήτηση απαλλαγμένη από απειλές για σχίσματα, διαγραφές, κλπ., ήταν απόλυτα σωστή και επίκαιρη.

Ωστόσο, μένει έξω από κάθε αμφιβολία, πως αν το Κόμμα σαν όλο έπαιρνε το δρόμο της αντιπολίτευσης, μπορούσε να καταστραφεί ολοκληρωτικά. Η τωρινή αντιπολίτευση είναι ανίκανη να δόσει στο κόμμα μια μαρξιστική ηγεσία. Η πλειοψηφία της τωρινής Εθνικής Επιτροπής, εκφράζει με περισσότερη συνέπεια, πιο σοβαρά και πιο βαθιά, τα προλεταριακά καθήκοντα του Κόμματος, παρά η μειοψηφία. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η πλειοψηφία δεν μπορεί να ενδιαφέρεται να κατευθύνει την πάλη προς ένα σχίσμα –οι σωστές ιδέες θα νικήσουν. Ούτε και τα υγιή στοιχεία της αντιπολίτευσης μπορούν να επιθυμούν ένα σχίσμα –η πείρα του παρελθόντος δείχνει πολύ καθαρά πως όλα τα είδη των αυτοσχέδιων ομάδων που σπάνε από την Τέταρτη Διεθνή, καταδικάζονται σε στειρότητα και αποσύνθεση. Γι’ αυτό το λόγο είναι δυνατό να βλέπουμε το επόμενο συνέδριο του Κόμματος χωρίς κανένα φόβο. Θα απορρίψει τους αντιμαρξιστικούς νεωτερισμούς της αντιπολίτευσης και θα εγγυηθεί την ενότητα του Κόμματος.

15 του Δεκέμβρη 1939


Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη