ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ
ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ
ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΣ
ΤΟΝ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΜΠΑΡΝΑΜ
Αγαπητέ σύντροφε,
Πληροφορήθηκα ότι αντέδρασες στο άρθρο μου για τη «Μικροαστική Αντιπολίτευση», δηλώνοντας ότι δεν έχεις την πρόθεση να συζητήσεις μαζί μου για τη διαλεκτική και ότι θα συζητήσεις μόνο τα «συγκεκριμένα ζητήματα». «Έχω σταματήσει να συζητώ για τη θρησκεία πολύ καιρό πριν», πρόσθεσες ειρωνικά. Κάποτε άκουσα τον Μαξ Ίστμαν να εκφράζει το ίδιο αυτό συναίσθημα.
Όπως εγώ το καταλαβαίνω, τα λόγια σου υπονοούν ότι η διαλεκτική του Μαρξ, του Έγκελς και του Λένιν, ανήκει στη σφαίρα της θρησκείας. Τί σημαίνει αυτός ο ισχυρισμός; Η διαλεκτική, επέτρεψέ μου να το υπενθυμίσω για άλλη μια φορά, είναι η λογική της εξέλιξης. Όπως ακριβώς ένα μηχανουργικό τμήμα σ’ ένα εργοστάσιο, προμηθεύει όργανα για όλα τα τμήματα, έτσι κι η λογική είναι απαραίτητη για όλες τις σφαίρες της ανθρώπινης γνώσης. Αν δεν θεωρείς ότι η λογική είναι γενικά μια θρησκευτική προκατάληψη (είναι θλιβερό που το λέω, αλλά τα αντιφατικά γραφτά της αντιπολίτευσης κάνουν να τείνει όλο και περισσότερο προς την αξιοθρήνητη αυτή ιδέα), τότε, ποιά ακριβώς λογική δέχεσαι; Ξέρω δυο συστήματα λογικής άξια προσοχής: τη λογική του Αριστοτέλη (τυπική λογική) και τη λογική του Χέγκελ (τη διαλεκτική). Η αριστοτέλεια λογική παίρνει σαν αφετηρία της αμετάβλητα αντικείμενα και φαινόμενα. Η επιστημονική σκέψη της εποχής μας μελετάει όλα τα φαινόμενα στην προέλευση, την αλλαγή και την αποσύνθεσή τους. Υποστηρίζεις ότι η πρόοδος των επιστημών, που περιλαβαίνουν το δαρβινισμό, το μαρξισμό, τη σύγχρονη φυσική, τη χημεία, κλπ., δεν έχει επηρεάσει καθόλου τις μορφές της σκέψης μας; Μ’ άλλα λόγια υποστηρίζεις ότι σ’ έναν κόσμο όπου κάθετι αλλάζει, ο συλλογισμός μόνο παραμένει αμετάβλητος και αιώνιος; Το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο αρχίζει με τις λέξεις: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ό Λόγος», δηλαδή, στην αρχή ήταν το Λογικό ή ο Λόγος (λογικό εκφρασμένο με το λόγο, δηλαδή, ο συλλογισμός). Για τον Άγιο Ιωάννη ο συλλογισμός είναι ένα από τα φιλολογικά ψευδώνυμα του θεού. Αν θεωρείς πως ο συλλογισμός είναι αμετάβλητος, πως δεν έχει δηλαδή ούτε προέλευση ούτε ανάπτυξη, αυτό σημαίνει τότε, πως για σένα ο συλλογισμός είναι προϊόν της θείας αποκάλυψης. Αλλά, αν αναγνωρίζεις πως οι λογικές μορφές της σκέψης μας αναπτύσσονται στο προτσές της προσαρμογής μας στη Φύση, τότε παρακαλώ κάνε τον κόπο να μας πληροφορήσεις, ποιος ακριβώς, μετά τον Αριστοτέλη, ανάλυσε και συστηματοποίησε την παραπέρα πρόοδο της λογικής. Εφόσον δεν ξεκαθαρίζεις αυτό το σημείο, θα μου επιτραπεί να πω πως το να ταυτίζει κανείς τη λογική (τη διαλεκτική) με τη θρησκεία, αποκαλύπτει πλήρη άγνοια και επιπολαιότητα στα βασικά ζητήματα της ανθρώπινης σκέψης.
Ας δεχτούμε, παρ’ όλα αυτά, ότι ο περισσότερο από θρασύς υπαινιγμός σου είναι σωστός. Αυτό, όμως, δεν κάνει τα πράγματα καλύτερα για σένα. Η θρησκεία, όπως ελπίζω θα συμφωνήσεις, τραβάει την προσοχή μακριά από την πραγματική γνώση προς την φανταστική γνώση, μακριά από την πάλη για μια καλύτερη ζωή, σε ψεύτικες ελπίδες για ανταμοιβή στη Μετά–Θάνατο–Ζωή. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Όποιος δεν παλεύει ενάντια στη θρησκεία, είναι ανάξιος να φέρει το όνομα του επαναστάτη. Πάνω σε ποιά βάση, λοιπόν, δικαιολογείς την άρνησή σου να παλέψεις ενάντια στη διαλεκτική, αν την θεωρείς μια από τις ποικιλίες της θρησκείας;
Έπαψες να σκοτίζεις το μυαλό σου εδώ και πολύ καιρό, όπως λες, με το ζήτημα της θρησκείας. Αλλά έπαψες μόνο για τον εαυτό σου. Εκτός από σένα, υπάρχουν όλοι οι άλλοι. Και είναι αρκετοί. Εμείς οι επαναστάτες ποτέ δεν «πάψαμε» να σκοτιζόμαστε για τα θρησκευτικά ζητήματα, επειδή το καθήκον μας είναι να απελευθερώσουμε από την επιρροή της θρησκείας, όχι μόνο τον εαυτό μας, αλλά και τις μάζες. Αν η διαλεκτική είναι μια θρησκεία, πως είναι δυνατό να απαρνηθεί κανείς την πάλη ενάντια σ’ αυτό το όπιο, μέσα στο ίδιο του το Κόμμα;
Ή μήπως θες να πεις ότι η θρησκεία δεν έχει πολιτική σπουδαιότητα; Πώς είναι δυνατό να είναι κανείς θρήσκος και, ταυτόχρονα, συνεπής κομμουνιστής και επαναστάτης αγωνιστής; Δεν θα ριψοκινδύνευες ένα τόσο απερίσκεπτο ισχυρισμό. Φυσικά, διατηρούμε την πιο συνετή στάση προς τις θρησκευτικές προκαταλήψεις ενός καθυστερημένου εργάτη. Αν επιθυμεί να παλέψει για το πρόγραμμά μας, θα τον δεχτούμε σαν μέλος του Κόμματος, αλλά, ταυτόχρονα, το Κόμμα μας θα τον εκπαιδεύει με επιμονή πάνω στο πνεύμα του υλισμού και του αθεϊσμού. Αν συμφωνείς μ’ αυτό, πως είναι δυνατό να αρνιέσαι να παλέψεις ενάντια σε μια «θρησκεία», που υποστηρίζεται, απ’ όσο ξέρω από τη συντριπτική πλειοψηφία εκείνων των μελών του Κόμματός σου που ενδιαφέρονται για τα θεωρητικά ζητήματα; Είναι φανερό πως έχεις παραβλέψει την πάρα πολύ σπουδαία αυτή πλευρά του ζητήματος;
Ανάμεσα στη μορφωμένη μπουρζουαζία δεν είναι λίγοι εκείνοι που, προσωπικά, έχουν σπάσει με τη θρησκεία, που ο αθεϊσμός τους, όμως, είναι αποκλειστικά και μόνο για δική τους ιδιωτική κατανάλωση. Σκέψεις σαν κι αυτές τις κρατούν για τον εαυτό τους, αλλά δημόσια, συχνά υποστηρίζουν πως πρέπει οι άνθρωποι να έχουν μια θρησκεία. Είναι δυνατό να έχεις μια τέτοια άποψη για το ίδιο σου το Κόμμα; Είναι δυνατό να εξηγείται έτσι η άρνησή σου να συζητήσεις με μας τα φιλοσοφικά θεμέλια του μαρξισμού; Αν συμβαίνει αυτό, τότε κάτω από την περιφρόνησή σου για τη διαλεκτική, ηχεί μια νότα περιφρόνησης για το Κόμμα.
Σε παρακαλώ, μη φέρεις την αντίρρηση ότι έχω βασιστεί σε μια φράση που είπες σε μια ιδιωτική συζήτηση, κι ότι δεν σκοπεύεις να απορρίψεις δημόσια το διαλεκτικό υλισμό. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η φράση που πέταξες είναι μόνο ένα δείγμα. Όποτε σου δόθηκε η ευκαιρία, διακήρυξες για διάφορους λόγους, την αρνητική σου στάση προς το δόγμα εκείνο που αποτελεί τη θεωρητική βάση του προγράμματός μας. Αυτό το γνωρίζει καλά ο καθένας μέσα στο Κόμμα. Στο άρθρο «Διανοούμενοι σε Υποχώρηση», γραμμένο από σένα, σε συνεργασία με τον Σάχτμαν, και δημοσιευμένο στο θεωρητικό όργανο του Κόμματος, επιβεβαιώνεται κατηγορηματικά πως απορρίπτεις το διαλεκτικό υλισμό. Το Κόμμα, δεν έχει τουλάχιστο το δικαίωμα να μάθει ακριβώς για ποιό λόγο; Πιστεύεις πραγματικά ότι μέσα στην Τέταρτη Διεθνή μπορεί ένας αρχισυντάκτης ενός θεωρητικού οργάνου να περιοριστεί στη γυμνή δήλωση: «Απορρίπτω αποφασιστικά το διαλεκτικό υλισμό» –σαν να αρνείται ένα τσιγάρο που του προσφέρουν: «Ευχαριστώ, δεν καπνίζω»; Το ζήτημα ενός ορθού φιλοσοφικού δόγματος, δηλαδή, μιας ορθής μεθόδου σκέψης, είναι αποφασιστικής σημασίας για το επαναστατικό Κόμμα, ακριβώς όπως ένα καλό μηχανουργικό τμήμα είναι αποφασιστικής σημασίας για την παραγωγή. Είναι ακόμα δυνατό να υπερασπίσει κανείς την παλιά κοινωνία με τις υλικές και διανοητικές μέθοδες που έχουν κληρονομηθεί από το παρελθόν. Είναι, όμως, απόλυτα αδιανόητο, να ανατραπεί η παλιά κοινωνία και να ανοικοδομηθεί μια νέα, χωρίς πρώτα να αναλυθούν κριτικά οι σύγχρονες μέθοδες. Αν το Κόμμα σφάλλει στα ίδια τα θεμέλια της σκέψης του, το στοιχειώδες σου καθήκον είναι να δείξεις τον ορθό δρόμο. Αλλιώτικά, η συμπεριφορά σου θα ερμηνευτεί αναπόφευκτα, σαν την ιπποτική στάση ενός ακαδημαϊκού προς μια προλεταριακή οργάνωση, που είναι, τελικά, ανίκανη να συλλάβει μια πραγματικά «επιστημονική» θεωρία. Τί θα μπορούσε να είναι χειρότερο από αυτό;
Όποιος γνωρίζει την ιστορία των αγώνων των τάσεων μέσα στα εργατικά κόμματα, ξέρει πως οι λιποταξίες στο στρατόπεδο του οπορτουνισμού, κι ακόμα στο στρατόπεδο της αστικής αντίδρασης αρχίζουν συχνά με την απόρριψη της διαλεκτικής. Οι μικροαστοί διανοούμενοι θεωρούν τη διαλεκτική σαν το πιο τρωτό σημείο στο μαρξισμό και ταυτόχρονα επωφελούνται από το γεγονός ότι είναι πολύ δύσκολο για τους εργάτες να δουν τις διαφορές στο φιλοσοφικό παρά στο πολιτικό πεδίο. Το από παλιά γνωστό αυτό γεγονός βεβαιώνεται από μια ολόκληρη σειρά εμπειριών. Από την άλλη, είναι ανεπίτρεπτο να μειώνει κανείς ένα, ακόμα σημαντικότερο, γεγονός: το γεγονός δηλαδή ότι όλοι οι μεγάλοι και σπουδαίοι επαναστάτες –και πρώτα πρώτα ο Μαρξ, ο Έγκελς, ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ, ο Φραντς Μέριγκ– στηρίχτηκαν στη βάση του διαλεκτικού υλισμού. Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ήταν όλοι τους ανίκανοι να διακρίνουν την επιστήμη από τη θρησκεία; Δεν σου φαίνεται, σύντροφε Μπάρναμ, πως έχεις πάρα πολύ μεγάλο θράσος; Τα παραδείγματα του Μπέρνσταϊν, του Κάουτσκι και του Φραντς Μέριγκ, είναι πάρα πολύ διδακτικά. Ο Μπέρνσταϊν απόρριψε κατηγορηματικά τη διαλεκτική σαν «σχολαστικισμό» και «μυστικισμό». Ο Κάουτσκι παράμεινε αδιάφορος στο ζήτημα της διαλεκτικής, όπως, κατά κάποιο τρόπο, ο σύντροφος Σάχτμαν. Ο Μέριγκ ήταν ακούραστος προπαγανδιστής και υπερασπιστής του διαλεκτικού υλισμού. Δεκαετίες ολόκληρες παρακολουθούσε όλες τις καινοτομίες της φιλοσοφίας και της φιλολογίας, ξεσκεπάζοντας ακούραστα την αντιδραστική ουσία του ιδεαλισμού, του νεοκαντιανισμού, του ωφελιμισμού, όλες τις μορφές του μυστικισμού, κλπ. Η πολιτική τύχη αυτών των τριών ατόμων είναι πάρα πολύ γνωστή. Ο Μπέρνσταϊν τέλειωσε τη ζωή του σαν ένας φαντασμένος μικροαστός δημοκράτης. Ο Κάουτσκι, από κεντριστής, έγινε χυδαίος οπορτουνιστής. Όσο για τον Μέριγκ, πέθανε, επαναστάτης κομμουνιστής.
Στη Ρωσία, τρεις πολύ επιφανείς ακαδημαϊκοί μαρξιστές, ο Στρούβε, ο Μπουλγκάκοφ και ο Μπέρντιεφ, ξεκίνησαν απορρίπτοντας τη φιλοσοφική θεωρία του μαρξισμού και κατάληξαν στο στρατόπεδο της αντίδρασης και στην ορθόδοξη εκκλησία. Στις Ενωμένες Πολιτείες, ο Ίστμαν, ο Σίντεϊ Χουκ και οι φίλοι τους, χρησιμοποίησαν σαν κάλυμμα την αντίθεσή τους στη διαλεκτική για να μεταμορφωθούν από συνοδοιπόροι του προλεταριάτου σε συνοδοιπόροι της μπουρζουαζίας. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε δεκάδες παρόμοια παραδείγματα από άλλες χώρες. Το παράδειγμα του Πλεχάνοφ, που φαίνεται ότι είναι μια εξαίρεση, στην πραγματικότητα αποδείχνει μόνο τον κανόνα. Ο Πλεχάνοφ ήταν ένας αξιοσημείωτος προπαγανδιστής του διαλεκτικού υλισμού, αλλά σ’ ολόκληρη τη ζωή του δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να πάρει μέρος στην πραγματική ταξική πάλη. Η σκέψη του ήταν χωρισμένη από την πράξη. Η επανάσταση του 1905 και, στη συνέχεια, ο Παγκόσμιος Πόλεμος τον εκσφενδόνισαν στο στρατόπεδο της μικροαστικής δημοκρατίας, και τον υποχρέωσαν, στην πραγματικότητα, να αποκηρύξει το διαλεκτικό υλισμό. Στη διάρκεια του Παγκοσμίου Πολέμου, ο Πλεχάνοφ βγήκε ανοιχτά σαν ο πρωταγωνιστής της καντιανής κατηγορικής προσταγής στη σφαίρα των διεθνών σχέσεων: «Μην κάνεις στον άλλο αυτό που δεν θα ήθελες να σου κάνουν». Το παράδειγμα του Πλεχάνοφ αποδείχνει ότι ο διαλεκτικός υλισμός καθαυτός και από μόνος του δεν κάνει έναν άνθρωπο επαναστάτη.
Ο Σάχτμαν, από την άλλη, φέρνει σαν επιχείρημα το ότι ο Λίμπκνεχτ άφησε με το θάνατό του ένα έργο ενάντια στο διαλεκτικό υλισμό, που το είχε γράψει στη φυλακή. Πολλές ιδέες περνούν από το μυαλό ενός ανθρώπου όταν βρίσκεται στη φυλακή, που δεν μπορούν να ελεγχθούν από την επαφή με άλλους ανθρώπους. Ο Λίμπκνεχτ, που κανείς δεν τον θεωρούσε θεωρητικό, και λιγότερο από όλους ο ίδιος τον εαυτό του, έγινε το σύμβολο του ηρωισμού στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα. Αν κάποιος από τους αμερικανούς αντιπάλους της διαλεκτικής δείξει μια παρόμοια αυτοθυσία και ανεξαρτησία από τον πατριωτισμό στη διάρκεια του πολέμου, θα του αποδόσουμε τα πρέποντα σαν επαναστάτη. Αλλά αυτό δεν θα λύσει, ωστόσο, το ζήτημα της διαλεκτικής μεθόδου.
Είναι αδύνατο να πούμε ποια θα ήταν τα τελικά συμπεράσματα του Λίμπκνεχτ, αν απελευθερωνόταν. Όπως και νά ’χει, πριν να δημοσιεύσει το έργο του, θα το είχε, αναμφίβολα, δείξει στους πιο ικανούς φίλους του, δηλαδή στον Φραντς Μέριγκ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Το πιο πιθανό είναι ότι, με τη συμβουλή τους, θα πετούσε απλά το χειρόγραφο στη φωτιά. Ας δεχτούμε, παρόλα αυτά, ότι ενάντια στη συμβουλή των ανθρώπων που, στη σφαίρα της θεωρίας, υπερείχαν πολύ απ’ αυτόν, αποφάσιζε, ωστόσο, να δημοσιεύσει το έργο του. Ο Μέριγκ, η Λούξεμπουργκ, ο Λένιν και οι άλλοι, δεν θα πρότειναν βέβαια, να διαγραφτεί γι’ αυτό από το Κόμμα. Αντίθετα, θα επεμβαίνανε αποφασιστικά, υπερασπίζοντάς τον, αν κανείς είχε κάνει μια τέτια ανόητη πρόταση. Αλλά, ταυτόχρονα, δεν θα σχημάτιζαν μαζί του ένα φιλοσοφικό μπλοκ, αλλά, αντίθετα, θα είχαν ξεχωρίσει τον εαυτό τους αποφασιστικά από τα θεωρητικά λάθη του.
Η συμπεριφορά του συντρόφου Σάχτμαν, όπως βλέπουμε, είναι τελείως διαφορετική. «Θα παρατηρήσετε, λέει, –κι αυτό για να διδάξει τη νεολαία!– ότι ο Πλεχάνοφ ήταν ένας εξαιρετικός θεωρητικός του διαλεκτικού υλισμού, αλλά κατάληξε οπορτουνιστής. Ο Λίμπκνεχτ ήταν ένας αξιοσημείωτος επαναστάτης, αλλά είχε τις αμφιβολίες του για τον διαλεκτικό υλισμό». Αν το επιχείρημα αυτό σημαίνει κάτι, είναι ότι ο διαλεκτικός υλισμός δεν έχει καμιά απολύτως χρησιμότητα για έναν επαναστάτη. Με τα παραδείγματα αυτά του Λίμπκνεχτ και του Πλεχάνοφ, που έχουν αποκοπεί τεχνητά από την Ιστορία, ο Σάχτμαν ενισχύει και «βαθαίνει» την ιδέα του περυσινού άρθρου του, που είναι ότι η πολιτική δεν εξαρτάται από τη μέθοδο, αφού η μέθοδος είναι χωρισμένη από την πολιτική με το θείο δώρο της ασυνέπειας. Ερμηνεύοντας λαθεμένα δυο «εξαιρέσεις», ο Σάχτμαν προσπαθεί να ανατρέψει τον κανόνα. Αν αυτό είναι το επιχείρημα ενός «υποστηρικτή» του μαρξισμού, τί πρέπει να περιμένουμε από έναν αντίπαλο; Η αναθεώρηση του μαρξισμού περνάει εδώ στην τέλεια διάλυσή του, κι ακόμα περισσότερο, στη διάλυση κάθε θεωρίας και κάθε μεθόδου.
Ο διαλεκτικός υλισμός δεν είναι, βέβαια, μια αιώνια και αμετάβλητη φιλοσοφία. Αν το νομίζει κανείς αυτό, τότε είναι αντίθετος με το πνεύμα της διαλεκτικής. Η παραπέρα ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης, θα δημιουργήσει αναμφίβολα μια πιο βαθιά θεωρία όπου ο διαλεκτικός υλισμός θα μπει απλά σαν υλικό δομής. Παρ’ όλα αυτά, είναι αβάσιμο να περιμένει κανείς ότι αυτή η φιλοσοφική επανάσταση θα εκπληρωθεί μέσα στο παρακμάζον αστικό καθεστώς, χωρίς να αναφέρουμε το γεγονός ότι ένας Μαρξ δεν γεννιέται κάθε χρόνο ή κάθε δεκαετία. Το καθήκον ζωής ή θανάτου του προλεταριάτου σήμερα συνίσταται όχι στο να ερμηνεύσει ξανά τον κόσμο, αλλά στο να τον ξαναφτιάξει από πάνω μέχρι κάτω. Στην επόμενη περίοδο μπορούμε να περιμένουμε μεγάλους επαναστάτες στη δράση, αλλά κανέναν καινούργιο Μαρξ. Μόνο στη βάση της σοσιαλιστικής κουλτούρας, το ανθρώπινο γένος θα αισθανθεί την ανάγκη να αναθεωρήσει την ιδεολογική κληρονομιά του παρελθόντος και, χωρίς αμφιβολία, θα μας ξεπεράσει κατά πολύ, όχι μόνο στη σφαίρα της οικονομίας, αλλά και στη σφαίρα της πνευματικής δημιουργίας. Το καθεστώς της βοναπαρτιστικής γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ είναι εγκληματικό, όχι μόνο γιατί δημιουργεί μια ανισότητα, που συνεχώς αυξάνει σ’ όλες τις σφαίρες της ζωής, αλλά και γιατί υποβιβάζει την πνευματική δραστηριότητα της χώρας στα επίπεδα της αχαλίνωτης χοντροκεφαλιάς της Γκε Πε Ου.
Ας δεχτούμε, ωστόσο, ότι, αντίθετα με την υπόθεσή μας, το προλεταριάτο είναι τόσο τυχερό στη σημερινή εποχή των πολέμων και επαναστάσεων, ώστε να παράγει ένα νέο θεωρητικό ή ένα νέο πλήθος θεωρητικών, που θα ξεπεράσουν το μαρξισμό, και, ιδιαίτερα, θα προχωρήσουν τη λογική πέρα από την υλιστική διαλεκτική. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι όλοι οι προχωρημένοι εργάτες θα μάθουν από τους νέους δασκάλους, και ότι οι παλιοί θα πρέπει να ξανα-εκπαιδευτούν. Αλλά, στο μεταξύ, όλα αυτά παραμένουν μια μουσική του μέλλοντος. Ή κάνω λάθος; Θα μπορούσες, ίσως, να μου υποδείξεις εκείνα τα έργα που θα έπρεπε να υποσκελίσουν το σύστημα του διαλεκτικού υλισμού για το προλεταριάτο; Αν υπήρχαν, αυτά σίγουρα δεν θα αρνιόσουνα να διεξάγεις μια πάλη ενάντια στο όπιο της διαλεκτικής. Αλλά δεν υπάρχει κανένα. Ενώ προσπαθείς να δυσφημίσεις τη φιλοσοφία του μαρξισμού, δεν προτείνεις τίποτε για να την αντικαταστήσεις.
Φαντάσου ένα νέο ερασιτέχνη γιατρό, που αρχίζει να λέει σ’ ένα χειρούργο που χρησιμοποιεί ένα νυστέρι, πως η σύγχρονη ανατομία, νευρολογία, κλπ., δεν αξίζουν, πως πολλά σ’ αυτές παραμένουν σκοτεινά και ελλιπή, και πως μόνο «συντηρητικοί γραφειοκράτες» θα μπορούσαν να στρώνονται στη δουλειά μ’ έναν νυστέρι, πάνω στη βάση αυτών των ψευτο–επιστημών, κλπ. Πιστεύω πως ο χειρούργος θα ζητούσε από τον ανεύθυνο συνάδελφό του να φύγει αμέσως από το χειρουργείο. Και μεις επίσης, σύντροφε Μπάρναμ, δεν μπορούμε να υποχωρήσουμε σε φτηνούς υπαινιγμούς για τη φιλοσοφία του επιστημονικού σοσιαλισμού. Αντίθετα, αφού στη διάρκεια της φραξιονιστικής πάλης, μπήκε το ζήτημα απερίφραστα, θα πούμε, γυρίζοντας προς όλα τα μέλη του Κόμματος, και κυρίως στη νεολαία: Προσέξτε τη διείσδυση του αστικού σκεπτικισμού στις γραμμές σας. Να θυμάστε πως ο σοσιαλισμός δεν έχει βρει μέχρι σήμερα ανώτερη επιστημονική έκφραση από το μαρξισμό. Να έχετε στο μυαλό σας ότι η μέθοδος του επιστημονικού σοσιαλισμού, είναι ο διαλεκτικός υλισμός. Απασχοληθείτε με σοβαρή μελέτη! Μελετείστε Μαρξ, Έγκελς, Πλεχάνοφ, Λένιν και Φραντς Μέριγκ. Αυτό είναι εκατό φορές σπουδαιότερο για σας από τη μελέτη των μονόπλευρων, στείρων και κάπως γελοίων διατριβών για το συντηρητισμό του Κάνον. Ας φέρει η τωρινή συζήτηση τουλάχιστον αυτό το θετικό αποτέλεσμα, να σπρώξει τη νεολαία στην προσπάθεια να αποκτήσει μια σοβαρή θεωρητική βάση για επαναστατική πάλη!
Στην περίπτωσή σου, ωστόσο, το ζήτημα δεν περιορίζεται στη διαλεκτική. Οι παρατηρήσεις στην απόφασή σου, που βεβαιώνουν ότι τώρα δεν βάζεις το ζήτημα της φύσης του σοβιετικού κράτους για απόφαση στο Κόμμα, στην πραγματικότητα σημαίνουν, ότι βάζεις αυτό το ζήτημα, αν όχι καταστατικά, θεωρητικά και πολιτικά. Μόνο τα νήπια μπορεί να μην το καταλαβαίνουν αυτό. Η ίδια αυτή δήλωση έχει επίσης και μια άλλη σημασία, πολύ πιο αποκρουστική και ολέθρια. Σημαίνει ότι χωρίζεις την πολιτική από τη μαρξιστική κοινωνιολογία. Κι όμως, για μας, η ουσία του πράγματος βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό. Αν είναι δυνατό να δόσει κανείς ένα σωστό ορισμό του κράτους, χωρίς να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού, αν είναι δυνατό να καθορίσει κανείς μια σωστή πολιτική χωρίς να δόσει μια ταξική ανάλυση του κράτους, τότε μπαίνει το ερώτημα: χρειάζεται καθόλου ο μαρξισμός;
Ενώ διαφωνούν μεταξύ τους πάνω στην ταξική φύση του σοβιετικού κράτους, οι ηγέτες της αντιπολίτευσης συμφωνούν στο ότι η εξωτερική πολιτική του Κρεμλίνου πρέπει να ονομαστεί «ιμπεριαλιστική» και ότι δεν μπορεί κανείς να υπερασπίζεται την ΕΣΣΔ «χωρίς όρους». (Πλατφόρμα ευρύτατου περιεχομένου!). Και όταν η αντίπαλη «κλίκα» εγείρει το ζήτημα της φύσης του σοβιετικού κράτους απερίφραστα στο συνέδριο (τι έγκλημα!) έχετε από τα πριν συμφωνήσει ... να διαφωνήσετε, δηλαδή, να ψηφίσετε διαφορετικά. Στη βρετανική «εθνική» κυβέρνηση, αυτό το πράγμα συμβαίνει, με τους υπουργούς που «συμφωνούν να διαφωνήσουν», δηλαδή, να ψηφίσουν διαφορετικά. Αλλά οι υπουργοί της Αυτού Μεγαλειότητας απολαμβάνουν αυτό το πλεονέκτημα, επειδή γνωρίζουν πολύ καλά τη φύση του δικού τους κράτους, και έτσι μπορούν να έχουν την πολυτέλεια της διαφωνίας σε δευτερεύοντα ζητήματα. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης, είναι σε πολύ λιγότερο ευνοϊκή θέση. Επιτρέπουν στον εαυτό τους την πολυτέλεια να διαφωνούν στο θεμελιώδες ζήτημα, για να ενώνονται σε δευτερεύοντα ζητήματα. Αν αυτό είναι μαρξισμός και πολιτική με αρχές, τότε δεν ξέρω τι είναι η κομπίνα χωρίς αρχές.
Φαίνεται να θεωρείς, προφανώς, ότι με το να αρνιέσαι να συζητήσεις για το διαλεκτικό υλισμό και την ταξική φύση του σοβιετικού κράτους, και με το να κολλάς πάνω στα «συγκεκριμένα» ζητήματα, παίζεις το ρόλο ενός ρεαλιστή πολιτικού. Αυτή η αυταπάτη είναι αποτέλεσμα της ανεπαρκούς γνωριμίας σου με την ιστορία των περασμένων πενήντα χρόνων εσωκομματικών αγώνων στο εργατικό κίνημα. Σε κάθε σύγκρουση με αρχές, χωρίς καμία εξαίρεση, οι μαρξιστές προσπαθούσαν πάντα να αντικρίσουν το κόμμα ίσια, πάνω στα θεμελιώδη προβλήματα της θεωρίας και του προγράμματος, γιατί θεωρούσαν ότι μόνο μ’ αυτό τον όρο, θα μπορούσαν να βρουν τη σωστή θέση και αναλογία τα «συγκεκριμένα» ζητήματα. Από την άλλη μεριά, οι οπορτουνιστές κάθε απόχρωσης, ιδιαίτερα εκείνοι που είχαν ήδη δοκιμάσει μερικές ήττες στη σφαίρα της συζήτησης αρχών, πάντα αντιπαραθέτανε στη μαρξιστική ταξική ανάλυση, τις «συγκεκριμένες» περιστασιακές εκτιμήσεις που, όπως γίνεται συνήθως, τις φορμάρανε κάτω από την πίεση της αστικής δημοκρατίας. Μέσα από δεκαετίες φραξιονιστικής πάλης, αυτός ο καταμερισμός των ρόλων έχει διατηρηθεί. Η αντιπολίτευση, επίτρεψέ μου να σε διαβεβαιώσω, δεν έχει εφεύρει τίποτε το καινούργιο. Συνεχίζει την παράδοση του ρεβιζιονισμού στη θεωρία και του οπορτουνισμού στην πολιτική.
Προς το τέλος του περασμένου αιώνα, οι ρεβιζιονιστικές απόπειρες του Μπέρνσταϊν, που στην Αγγλία επηρεάστηκε από τον αγγλοσαξονικό εμπειρισμό και ωφελιμισμό –την αθλιότερη από τις φιλοσοφίες!– αποκρούστηκαν ανελέητα. Μετά από αυτό, οι γερμανοί οπορτουνιστές πισωδρόμησαν ξαφνικά από τη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία. Στα συνέδρια και στον Τύπο δεν έπαυαν να κατηγορούν τους μαρξιστές, αποκαλώντας τους «σχολαστικούς», που αντικαθιστούσαν τα «συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα» με γενικές σκέψεις πάνω σε αρχές. Διαβάστε τα αρχεία της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας προς το τέλος του περασμένου και την αρχή αυτού του αιώνα –και θα εκπλαγείτε με το βαθμό που, όπως λένε οι Γάλλοι, le mort saisit le vif (ο πεθαμένος αρπάζει τον ζωντανό)!
Γνωρίζεις τον μεγάλο ρόλο που έπαιξε η «Ίσκρα» στην ανάπτυξη του ρωσικού μαρξισμού. Η «Ίσκρα» άρχισε την πάλη ενάντια στον αυτοαποκαλούμενο «οικονομισμό» στο εργατικό κίνημα και ενάντια στους Ναρόντνικους (Κόμμα των Σοσιαλ–Επαναστατών). Το κύριο επιχείρημα των «οικονομιστών» ήταν πως η «Ίσκρα» πλέει στη σφαίρα της θεωρίας, ενώ αυτοί, οι «οικονομιστές», έχουν σκοπό να ηγηθούν στο συγκεκριμένο εργατικό κίνημα. Το κύριο επιχείρημα των Σοσιαλ–Επαναστατών ήταν το εξής: Η «Ίσκρα» θέλει να ιδρύσει ένα σχολείο διαλεκτικού υλισμού, ενώ εμείς θέλουμε να ανατρέψουμε την τσαρική απολυταρχία. Πρέπει να πούμε ότι οι Ναρόντνικοι τρομοκράτες πήραν τα ίδια τους τα λόγια πολύ στα σοβαρά: «Κάτω από ορισμένες συνθήκες μια βόμβα είναι ένα εξαιρετικό πράγμα, αλλά πρώτα θα έπρεπε να ξεκαθαρίσουμε το μυαλό μας». Η ιστορική εμπειρία είναι πως η μεγαλύτερη επανάσταση σ’ ολόκληρη την Ιστορία δεν καθοδηγήθηκε από το κόμμα που ξεκίνησε με τις βόμβες, αλλά από το κόμμα που ξεκίνησε με το διαλεκτικό υλισμό.
Όταν οι μπολσεβίκοι και οι μενσεβίκοι ήταν ακόμα μέλη του ίδιου Κόμματος, στις προσυνεδριακές περίοδες και στο ίδιο το συνέδριο, ήταν πάντα μάρτυρες μιας σκληρής πάλης πάνω στην ημερήσια διάταξη. Ο Λένιν συνήθιζε να προτείνει σαν πρώτα θέματα στην ημερήσια διάταξη, ζητήματα όπως το ξεκαθάρισμα της φύσης της τσαρικής μοναρχίας, η ανάλυση του ταξικού χαραχτήρα της επανάστασης, η εκτίμηση των σταδίων της επανάστασης από τα οποία περνούσαμε, κλπ., ο Μάρτοφ και ο Νταν, οι ηγέτες των μενσεβίκων, πάντα αντέτειναν: δεν είμαστε μια κοινωνιολογική λέσχη, αλλά ένα πολιτικό κόμμα, πρέπει να έρθουμε σε μια συμφωνία, όχι πάνω στην ταξική φύση της τσαρικής οικονομίας, αλλά πάνω στα «συγκεκριμένα πολιτικά καθήκοντα». Αυτό το παραθέτω από μνήμης, αλλά δεν διατρέχω κανέναν κίνδυνο σφάλματος, αφού αυτές οι διαφωνίες επαναλαμβάνονταν από χρόνο σε χρόνο, και είχαν γίνει στερεότυπες στο χαρακτήρα. Θα μπορούσα να προσθέσω ότι εγώ προσωπικά διέπραξα όχι λίγες αμαρτίες πάνω σ’ αυτό το θέμα. Αλλά κάτι έχω μάθει από τότε.
Σε κείνους που ήταν ερωτευμένοι με τα «συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα», ο Λένιν εξηγούσε πάντα πως η πολιτική μας δεν είναι περιστασιακού χαρακτήρα αλλά με αρχές, πως η τακτική υποτάσσεται στη στρατηγική, πως για μας ο κύριος σκοπός κάθε πολιτικής καμπάνιας είναι να οδηγήσει τους εργάτες από το μερικό ζήτημα στο γενικό, να τους διδάξει τη φύση της σύγχρονης κοινωνίας και το χαρακτήρα των θεμελιωδών της δυνάμεων. Στο ασταθές τους συνονθύλευμα, οι μενσεβίκοι ένοιωθαν πάντα την επείγουσα ανάγκη να συσκοτίζουν με υπεκφυγές τις διαφορές αρχών, ενώ αντίθετα, ο Λένιν, έβαζε απερίφραστα τα ζητήματα αρχών. Τα τωρινά επιχειρήματα της αντιπολίτευσης ενάντια στη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία, υπέρ των «συγκεκριμένων πολιτικών ζητημάτων», είναι μια αργοπορημένη επανάληψη των επιχειρημάτων του Νταν. Ούτε μια καινούργια λέξη! Πόσο θλιβερό είναι να σέβεται ο Σάχτμαν την πολιτική αρχών του μαρξισμού μόνο όταν έχει τόσο παλιώσει ώστε να μην κάνει παρά για το αρχείο.
Η έκκληση να μεταφερθούμε από τη μαρξιστική θεωρία στα «συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα», ηχεί ιδιαίτερα αδέξια και άπρεπα στα δικά σου χείλη, σύντροφε Μπάρναμ, γιατί δεν ήμουνα εγώ, αλλά εσύ, εκείνος που έθεσε το ζήτημα του χαρακτήρα της ΕΣΣΔ, και έτσι με ανάγκασες να βάλω το ζήτημα της μεθόδου, με την οποία προσδιορίζεται ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους. Είναι αλήθεια ότι απόσυρες την πρότασή σου. Αλλά αυτή η φραξιονιστική μανούβρα δεν έχει καμιά απολύτως αντικειμενική σημασία. Βγάζεις τα πολιτικά σου συμπεράσματα από την κοινωνιολογική σου θέση, ακόμα κι αν προσωρινά την έχεις βάλει μέσα στο χαρτοφύλακά σου. Ο Σάχτμαν βγάζει τα ίδια ακριβώς πολιτικά συμπεράσματα, χωρίς κοινωνιολογική προϋπόθεση: προσαρμόζεται σε σένα. Ο Άμπερν προσπαθεί να επωφεληθεί το ίδιο, κι από την κρυμμένη θέση, κι από την έλλειψη θέσης, για τις «οργανωτικές» του κομπίνες. Αυτή είναι η πραγματική, κι όχι η διπλωματική κατάσταση στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης. Εσύ προχωρείς σαν αντιμαρξιστής, ο Σάχτμαν και ο Άμπερν –σαν πλατωνικοί μαρξιστές. Ποιος είναι ο χειρότερος, δεν είναι εύκολο να το προσδιορίσει κανείς.
Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με το διπλωματικό μέτωπο των αντιπάλων μας που περιλαμβάνει τις κρυμμένες θέσεις και την έλλειψη θέσεων, εμείς, οι «συντηρητικοί», φυσικά, τους απαντούμε: μια γόνιμη διαφωνία πάνω στα «συγκεκριμένα ζητήματα», είναι δυνατή μόνο αν προσδιορίσετε καθαρά από ποιες ταξικές θέσεις ξεκινάτε. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι, σ’ αυτή τη συζήτηση, να περιοριστούμε σε κείνα τα θέματα που τεχνητά έχετε επιλέξει. Αν κάποιος πρότεινε να συζητήσουμε σαν «συγκεκριμένα» ζητήματα, την εισβολή του σοβιετικού στόλου στην Ελβετία, ή το μήκος της ουράς μιας μάγισσας του Μπρονξ, τότε δεν είμαι δικαιολογημένος αν βάλω πρώτα ερωτήματα όπως: Έχει η Ελβετία παραλία; Υπάρχουν πράγματι μάγισσες;
Κάθε σοβαρή συζήτηση αναπτύσσεται από το ιδιαίτερο, και ακόμα από το τυχαίο, στο γενικό και το θεμελιακό. Οι άμεσες αιτίες και τα κίνητρα μιας συζήτησης έχουν ενδιαφέρον, στις περισσότερες περιπτώσεις, μόνο συμπτωματικά. Πραγματικής πολιτικής σημασίας είναι μόνο εκείνα τα προβλήματα που η συζήτηση βάζει στην ανάπτυξή της. Σε ορισμένους διανοούμενους, που είναι έτοιμοι να κατηγορήσουν τον «γραφειοκρατικό συντηρητισμό» και να επιδείξουν το «δυναμικό πνεύμα» τους, μπορεί να φαίνεται πως τα ζητήματα που αφορούν τη διαλεκτική, το μαρξισμό, τη φύση του κράτους, τον συγκεντρωτισμό, μπαίνουν «τεχνητά», και πως η συζήτηση έχει πάρει «εσφαλμένη» κατεύθυνση. Η ουσία του ζητήματος, ωστόσο, συνίσταται στο ότι, η συζήτηση έχει τη δική της αντικειμενική λογική, που δεν συμπέφτει καθόλου με την υποκειμενική λογική ατόμων και ομάδων. Ο διαλεκτικός χαραχτήρας της συζήτησης απορρέει από το γεγονός ότι η αντικειμενική της πορεία καθορίζεται από την ζωντανή σύγκρουση των αντιτιθέμενων τάσεων, και όχι από ένα προκατασκευασμένο λογικό σχέδιο. Η υλιστική βάση της συζήτησης συνίσταται στο ότι αντανακλά την πίεση διαφορετικών τάξεων. Έτσι, η τωρινή συζήτηση μέσα στο ΣΕΚ, όπως και το ιστορικό προτσές σαν όλο, αναπτύσσεται –με ή χωρίς την άδειά σου, σύντροφε Μπάρναμ– σύμφωνα με τους νόμους του διαλεκτικού υλισμού. Δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς από αυτούς τους νόμους.
Κατηγορώντας τους αντιπάλους σου για «γραφειοκρατικό συντηρητισμό» (μια καθαρή ψυχολογική αφαίρεση εφόσον δεν δείχνονται τα ιδιαίτερα κοινωνικά συμφέροντα που βρίσκονται πίσω από αυτόν το «συντηρητισμό»), απαιτείς στο ντοκουμέντο σου να αντικατασταθεί η συντηρητική πολιτική από μια «κριτική και πειραματική πολιτική –με μια λέξη, από μια επιστημονική πολιτική», (σελ. 32). Αυτή η δήλωση, που από πρώτη ματιά φαίνεται τόσο αθώα και χωρίς σημασία παρ’ όλο το πομπώδες της ύφος, είναι καθεαυτή μια πλήρης αποκάλυψη. Δεν μιλάς για μια μαρξιστική πολιτική. Δεν μιλάς για μια προλεταριακή πολιτική. Μιλάς για μια «πειραματική», «κριτική», «επιστημονική» πολιτική. Γιατί αυτή η επιδεικτική και εσκεμμένα δυσνόητη ορολογία, η τόσο ασυνήθιστη στις γραμμές μας; Να σου πω εγώ. Είναι το προϊόν της προσαρμογής σου, σύντροφε Μπάρναμ, στην αστική κοινή γνώμη, και της προσαρμογής του Σάχτμαν και του Άμπερν στη δική σου προσαρμογή. Ο μαρξισμός δεν είναι πια της μόδας στους πλατιούς κύκλους των αστών διανοουμένων. Επιπλέον, αν κανείς αναφέρει το μαρξισμό μπορεί να θεωρηθεί (θεός φυλάξοι!) διαλεκτικός υλιστής. Είναι καλύτερα να αποφεύγει την ανυπόληπτη αυτή λέξη. Με τί να την αντικαταστήσει; Μα, βέβαια, με την «επιστήμη», κι ακόμα με την Επιστήμη με κεφαλαίο «Ε». Και η επιστήμη, όπως όλοι μας ξέρουμε, βασίζεται πάνω στην «κριτική» και στα «πειράματα». Έχει τη δική της νότα, την τόσο στερεή, την τόσο ανεχτική, την τόσο μη–σεχταριστική, την τόσο προφεσόρικη! Μ’ αυτή τη φόρμουλα μπορεί κανείς να μπει σ’ οποιοδήποτε δημοκρατικό σαλόνι.
Ξαναδιάβασε, σε παρακαλώ γι’ άλλη μια φορά τη δήλωση σου: «Στη θέση της συντηρητικής πολιτικής, πρέπει να βάλουμε μια τολμηρή, ευλύγιστη, κριτική και πειραματική πολιτική –με μια λέξη, μια επιστημονική πολιτική». Δεν θα μπορούσε να γίνει καλύτερη! Αλλά αυτή ακριβώς είναι η φόρμουλα που έχουν αντιτάξει όλοι οι μικροαστοί εμπειριστές, όλοι οι ρεβιζιονιστές και, τελευταίοι αλλά όχι με λιγότερο πείσμα, όλοι οι πολιτικοί τυχοδιώκτες, στον «στενό», «περιορισμένο», «δογματικό» και «συντηρητικό» μαρξισμό.
Ο Μπιφόν είπε κάποτε: Το στυλ είναι ο άνθρωπος. Η πολιτική ορολογία δεν είναι μόνο ο άνθρωπος, αλλά το κόμμα. Η ορολογία είναι ένα από τα στοιχεία της ταξικής πάλης. Μόνο οι χωρίς ζωή σχολαστικοί μπορούν να μην το καταλαβαίνουν αυτό. Στο ντοκουμέντο σου εξαλείφεις προσεκτικά –ναι, όχι κανείς άλλος αλλά εσύ, σύντροφε Μπάρναμ– όχι μόνο τέτοιους όρους όπως τη διαλεκτική και τον υλισμό, αλλά και το μαρξισμό. Είσαι πάνω από όλα αυτά. Είσαι ένας άνθρωπος της «κριτικής», της «πειραματικής» επιστήμης. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο διάλεξες, λόγου χάρη, την ετικέττα «ιμπεριαλισμός», για να περιγράψεις την εξωτερική πολιτική του Κρεμλίνου. Αυτή η καινοτομία σε κάνει να διαφέρεις από την πάρα πολύ στενόχωρη ορολογία της Τέταρτης Διεθνούς, μια και δημιουργεί λιγότερο «σεχταριστικές», λιγότερο «θρησκευτικές», λιγότερο άκαμπτες φόρμουλες, που είναι κοινές σε σένα και –ω, τι ευτυχής σύμπτωση!– στην αστική δημοκρατία.
Θέλεις να πειραματιστείς; Αλλά, επέτρεψέ μου να σου θυμίσω πως το εργατικό κίνημα διαθέτει μια μακριά ιστορία, όπου δεν λείπουν οι εμπειρίες, και, αν προτιμάς, τα πειράματα. Αυτή η εμπειρία, πληρωμένη τόσο ακριβά, έχει αποκρυσταλλωθεί στο σχήμα μιας ορισμένης θεωρίας, του ίδιου του μαρξισμού, που και το όνομά του αποφεύγεις τόσο προσεκτικά. Πριν να σου δόσει το δικαίωμα να πειραματίζεσαι, το Κόμμα έχει το δικαίωμα να ρωτήσει: Τί μέθοδο θα χρησιμοποιήσεις; Ο Χένρι Φορντ ασφαλώς και δεν θα επέτρεπε να πειραματίζεται στο εργοστάσιό του ένα άτομο που δεν έχει αφομοιώσει τα αναγκαία συμπεράσματα της περασμένης ανάπτυξης της βιομηχανίας και τα αναρίθμητα πειράματα που έχουν ήδη γίνει. Επιπλέον, τα εργαστήρια ερευνών στα εργοστάσια, είναι προσεκτικά διαχωρισμένα από τη μαζική παραγωγή. Πολύ πιο ανεπίτρεπτα ακόμα είναι τα κομπογιαννίτικα πειράματα στη σφαίρα του εργατικού κινήματος –ακόμα κι όταν γίνονται κάτω από τη σημαία της ανώνυμης «επιστήμης». Για μας, η επιστήμη του εργατικού κινήματος είναι ο μαρξισμός. Την ανώνυμη κοινωνική επιστήμη, την Επιστήμη με κεφαλαίο «Ε», αυτά τα αφήνουμε εξολοκλήρου στη διάθεση του Ίστμαν και των ομοίων του.
Ξέρω ότι έχεις έρθει σε σύγκρουση με τον Ίστμαν, και σε μερικά ζητήματα τον έχεις αντιμετωπίσει πολύ καλά. Αλλά συζητάς μαζί του σαν να επρόκειτο για έναν αντιπρόσωπο του δικού σου κύκλου, και όχι για έναν πράκτορα του ταξικού εχθρού. Αυτό το αποκάλυψες καθαρά στο κοινό άρθρο σου με τον Σάχτμαν, όπου καταλήξατε με την αναπάντεχη πρόσκληση στον Ίστμαν, τον Χουκ, τον Λάιονς και τους λοιπούς, να επωφεληθούν από τις σελίδες της «Νέας Διεθνούς» για να διακηρύξουν τις απόψεις τους. Ούτε καν σε απασχόλησε το ζήτημα ότι θα μπορούσαν να θέσουν το ζήτημα της διαλεκτικής, και έτσι να σε βγάλουν από τη διπλωματική σιωπή σου.
Στις 20 του Γενάρη του περασμένου χρόνου, δηλαδή πολύ καιρό πριν απ’ αυτή τη συζήτηση, σ’ ένα γράμμα προς τον σύντροφο Σάχτμαν, επέμενα πάνω στην επείγουσα αναγκαιότητα να παρακολουθήσετε με προσοχή τις εσωτερικές εξελίξεις του σταλινικού κόμματος. Έγραφα: «Αυτό θα ήταν χίλιες φορές πιο σπουδαίο, από το να καλέσετε τον Ίστμαν, τον Λάιονς και τους άλλους, να παρουσιάσουν τον προσωπικό τους ιδρώτα. Αναρωτιόμουνα για ποιο λόγο αφιερώσατε χώρο στο τελευταίο ασήμαντο και αλαζονικό άρθρο του Ίστμαν. Αυτός έχει στη διάθεσή του το “Περιοδικό Χάρπερς”, το “Σύγχρονο Μηνιαίο”, το “Κοινή Λογική”, κλπ. Βρέθηκα, όμως, σε απόλυτη αμηχανία όταν εσείς προσωπικά καλέσατε αυτούς τους ανθρώπους να ρυπάνουν τις όχι και τόσο πολυάριθμες σελίδες της “Νέας Διεθνούς”. Η διαιώνιση αυτής της πολεμικής μπορεί να ενδιαφέρει μερικούς μικροαστούς διανοούμενους, αλλά όχι τα επαναστατικά στοιχεία. Πιστεύω σταθερά ότι μια ορισμένη αναδιοργάνωση της “Νέας Διεθνούς” και της “Σοσιαλιστικής Έκκλησης” είναι αναγκαία: μεγαλύτερη απόσταση από τον Ίστμαν, τον Λάιονς κλπ. και πλησιέστερα στους εργάτες, και, μ’ αυτή την έννοια, στο σταλινικό κόμμα».
Όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Σάχτμαν απάντησε απρόσεκτα και απερίσκεπτα. Στην πραγματικότητα, το ζήτημα λύθηκε από το γεγονός ότι οι εχθροί του μαρξισμού που καλέσατε, αρνήθηκαν να δεχτούν την πρόσκλησή σας. Αυτό, ωστόσο, το επεισόδιο, αξίζει να το προσέξει κανείς καλύτερα. Από τη μια μεριά, σύντροφε Μπάρναμ, υποστηριζόμενος από τον Σάχτμαν, καλείς τους αστούς δημοκράτες να στείλουν φιλικές εξηγήσεις που θα τυπωθούν στις σελίδες του κομματικού μας οργάνου. Από την άλλη, αρνιέσαι, υποστηριζόμενος πάλι από τον Σάχτμαν, να μπεις σε μια συζήτηση μαζί μου πάνω στη διαλεκτική και την ταξική φύση του σοβιετικού κράτους. Δεν σημαίνει αυτό, πως εσύ, μαζί με τον σύμμαχό σου τον Σάχτμαν, έχετε κάπως στρέψει τα πρόσωπά σας προς τους αστούς μισοαντιπάλους, και τις πλάτες σας προς το δικό σας το Κόμμα; Ο Άμπερν, εδώ και πολύ καιρό, έχει φτάσει στο συμπέρασμα πως ο μαρξισμός είναι μια θεωρία που πρέπει να την τιμάει κανείς, αλλά μια καλή αντιπολιτευτική κομπίνα είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Στο μεταξύ, ο Σάχτμαν γλιστράει στον κατήφορο, παρηγορώντας τον εαυτό του με ευφυολογήματα. Αισθάνομαι, ωστόσο, ότι η καρδιά του είναι λιγάκι βαριά. Ελπίζω πως μόλις φτάσει σ’ ένα ορισμένο σημείο, ο Σάχτμαν, θα συγκρατηθεί και θα αρχίσει πάλι να σκαρφαλώνει προς τα πάνω. Σ’ αυτό βρίσκεται η ελπίδα ότι η «πειραματική» φραξιονιστική πολιτική του θα βγει, τουλάχιστον, σε καλό της «Επιστήμης».
Χρησιμοποιώντας σαν κείμενό του την παρατήρησή μου που αφορά τον Δαρβίνο, ο Σάχτμαν δήλωσε, όπως πληροφορούμαι, ότι είσαι ένας «ασυνείδητος διαλεκτικός». Αυτό το διφορούμενο κομπλιμέντο περιέχει ένα ίχνος αλήθειας. Κάθε άτομο είναι ένας διαλεκτικός στον ένα ή στον άλλο βαθμό, και στις περισσότερες περιπτώσεις, ασυνείδητα. Μια νοικοκυρά ξέρει ότι μια ορισμένη ποσότητα αλατιού κάνει τη σούπα νόστιμη, αλλά το πολύ αλάτι κάνει τη σούπα για πέταμα. Κατά συνέπεια, μια αγράμματη αγρότισσα, όταν μαγειρεύει σούπα, καθοδηγείται από το χεγκελιανό νόμο της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα. Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει άπειρα τέτια παραδείγματα από την καθημερινή ζωή. Ακόμα και τα ζώα φτάνουν στα πρακτικά τους συμπεράσματα, όχι μόνο πάνω στη βάση του αριστοτέλειου συλλογισμού, αλλά και πάνω στη βάση της χεγκελιανής διαλεκτικής. Έτσι, μια αλεπού ξέρει ότι τα τετράποδα και τα πουλιά είναι θρεπτικά και εύγευστα. Όταν βλέπει ένα λαγό, ένα κουνέλι, ή μια κότα, μια αλεπού συμπεραίνει: αυτό το ιδιαίτερο πλάσμα ανήκει στον εύγευστο και θρεπτικό τύπο, και τρέχει πίσω από το θήραμα. Εδώ έχουμε έναν πλήρη συλλογισμό, παρότι μπορούμε να υποθέσουμε ότι η αλεπού δεν διάβασε ποτέ Αριστοτέλη. Όταν, όμως, η ίδια αυτή αλεπού, συναντήσει το πρώτο ζώο που την ξεπερνάει σε μέγεθος, ένα λύκο, για παράδειγμα, συμπεραίνει στα γρήγορα ότι η ποσότητα μετατρέπεται σε ποιότητα, και το βάζει αμέσως στα πόδια. Ένα πράγμα είναι καθαρό: τα πόδια της αλεπούς είναι εφοδιασμένα με χεγκελιανές τάσεις, αν και όχι εξολοκλήρου συνειδητές. Όλα αυτά δείχνουν, παρεμπιπτόντως, πως οι μέθοδες της σκέψης μας, και η τυπική και η διαλεκτική λογική, δεν είναι αυθαίρετα κατασκευάσματα του λογικού μας, αλλά εκφράσεις των πραγματικών αλληλοσυνδέσεων στην ίδια τη Φύση. Μ’ αυτή την έννοια, ολόκληρο το σύμπαν διαπερνιέται από «ασυνείδητη» διαλεκτική. Αλλά η Φύση δεν σταμάτησε εκεί. Δεν έγινε λίγη ανάπτυξη πριν οι αλληλοσυνδέσεις της Φύσης μετατραπούν στη γλώσσα της συνείδησης των αλεπούδων και των ανθρώπων, και ο άνθρωπος μπόρεσε τότε να γενικεύσει αυτές τις μορφές συνείδησης, και να τις μετατρέψει σε λογικές (διαλεκτικές) κατηγορίες, δημιουργώντας έτσι τη δυνατότητα να εμβαθύνει πιο πολύ στον κόσμο γύρω μας.
Η πιο ολοκληρωμένη, μέχρι σήμερα, έκφραση των νόμων της διαλεκτικής που επικρατούν στη Φύση και στην κοινωνία, έχει δοθεί από τον Χέγκελ και τον Μαρξ. Παρά το γεγονός ότι ο Δαρβίνος δεν ενδιαφέρθηκε να επιβεβαιώσει τις λογικές του μέθοδες, ο εμπειρισμός του –ο εμπειρισμός μιας μεγαλοφυΐας– έφτασε στη σφαίρα της φυσικής επιστήμης, στις ανώτερες διαλεκτικές γενικεύσεις. Με αυτή την έννοια, ο Δαρβίνος ήταν, όπως είπα στο προηγούμενο άρθρο μου, ένας «ασυνείδητος διαλεκτικός». Παρόλα αυτά, δεν εκτιμάμε το Δαρβίνο για την ανικανότητά του να υψωθεί μέχρι τη διαλεκτική, αλλά, γιατί, παρά τη φιλοσοφική του καθυστέρηση, μας εξήγησε την προέλευση των ειδών. Ο Έγκελς, θα μπορούσε να αναφέρει κανείς, είχε εξοργιστεί από τον στενό εμπειρισμό της δαρβίνειας μεθόδου, παρότι κι αυτός, όπως ο Μαρξ, εκτίμησε αμέσως το μεγαλείο της θεωρίας της φυσικής επιλογής. Ο Δαρβίνος, αντίθετα, ως το τέλος της ζωής του, δεν γνώρισε, αλίμονο, τη σημασία της κοινωνιολογίας του Μαρξ. Αν ο Δαρβίνος είχε εμφανιστεί στον Τύπο ενάντια στη διαλεκτική ή τον υλισμό, ο Μαρξ και ο Έγκελς θα του επιτίθενταν με διπλάσια δύναμη, έτσι που να μην επιτρέψουν στο κύρος του να καλύψει την ιδεολογική αντίδραση.
Στο δικηγορίστικο επιχείρημα του Σάχτμαν ότι είσαι ένας «ασυνείδητος διαλεκτικός», η έμφαση πρέπει να δοθεί στη λέξη ασυνείδητος. Ο στόχος του Σάχτμαν (ασυνείδητος ως ένα μέρος επίσης), είναι να υπερασπίσει το μπλοκ του μαζί σου, υποβιβάζοντας τον διαλεκτικό υλισμό. Γιατί, στην πραγματικότητα, ο Σάχτμαν λέει: Η διαφορά ανάμεσα σ’ ένα «συνειδητό» και σ’ έναν «ασυνείδητο» διαλεκτικό, δεν είναι τόσο μεγάλη, που να πρέπει κανείς να φιλονικεί γι’ αυτό. Ο Σάχτμαν, έτσι, προσπαθεί να υποβιβάσει τη μαρξιστική μέθοδο.
Αλλά το κακό πάει ακόμα παραπέρα. Σ’ αυτό τον κόσμο υπάρχουν πάρα πολλοί ασυνείδητοι ή μισοσυνειδητοί διαλεκτικοί. Μερικοί από αυτούς εφαρμόζουν την υλιστική διαλεκτική στην πολιτική μ’ έναν εξαιρετικό τρόπο, παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν έχουν ενδιαφερθεί για τα ζητήματα της μεθόδου. Είναι φανερό ότι θα ήταν σχολαστική χοντροκεφαλιά το να επιτεθεί κανείς σε τέτοιους συντρόφους. Αλλά τα πράγματα είναι διαφορετικά με σένα, σύντροφε Μπάρναμ. Είσαι ο αρχισυντάκτης του θεωρητικού οργάνου, που το καθήκον του είναι να εκπαιδεύει το Κόμμα στο πνεύμα της μαρξιστικής μεθόδου. Κι όμως είσαι ένας συνειδητός αντίπαλος της διαλεκτικής και καθόλου ένας ασυνείδητος διαλεκτικός. Ακόμα κι αν ακολουθούσες με επιτυχία τη διαλεκτική στα πολιτικά ζητήματα, όπως επιμένει ο Σάχτμαν, δηλαδή, κι αν ήσουνα προικισμένος με ένα διαλεκτικό «ένστικτο», θα ήμασταν και πάλι αναγκασμένοι να αρχίσουμε μια πάλη ενάντιά σου, επειδή το διαλεκτικό σου ένστικτο, όπως και άλλες ατομικές ιδιότητες, δεν μπορεί να μεταδοθεί στους άλλους, ενώ η συνειδητή διαλεκτική μέθοδος μπορεί να γίνει προσιτή, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, σ’ ολόκληρο το Κόμμα.
Ακόμα κι αν έχεις ένα διαλεκτικό ένστικτο –και δεν αναλαβαίνω να το κρίνω αυτό– το ένστικτο αυτό έχει πραγματικά στραγγαλιστεί κάτω από την ακαδημαϊκή ρουτίνα και τη διανοουμενίστικη υπεροψία. Αυτό που ονομάζουμε ταξικό ένστικτο του εργάτη, αποδέχεται με σχετική ευκολία τη διαλεκτική προσέγγιση στα ζητήματα. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα τέτοιο ταξικό ένστικτο σ’ έναν αστό διανοούμενο. Μόνο με το συνειδητό ξεπέρασμα του μικροαστικού πνεύματος μπορεί ένας διανοούμενος, χωρισμένος από το προλεταριάτο, να υψωθεί μέχρι τη μαρξιστική πολιτική. Δυστυχώς, ο Σάχτμαν και ο Άμπερν κάνουν ό,τι μπορούν για να σου φράξουν αυτό το δρόμο. Με την υποστήριξή τους σου προσφέρουν μια πολύ κακή υπηρεσία, σύντροφε Μπάρναμ.
Υποστηριζόμενος από το μπλοκ σου, που θα μπορούσε να περιγραφεί σαν η «Ένωση της Φραξιονιστικής Εγκατάλειψης», κάνεις το ένα χοντρό λάθος πίσω από το άλλο: στη φιλοσοφία, στην κοινωνιολογία, στην πολιτική, στην οργανωτική σφαίρα. Τα σφάλματά σου δεν είναι τυχαία. Πλησιάζεις κάθε ζήτημα απομονώνοντάς το, αποκόβοντάς το από τη σύνδεσή του με τα άλλα ζητήματα, από τη σύνδεσή του με τους κοινωνικούς παράγοντες και ανεξάρτητα από τη διεθνή εμπειρία. Σου λείπει η διαλεκτική μέθοδος. παρ’ όλη σου τη μόρφωση, στην πολιτική προχωράς σαν κομπογιαννίτης.
Στο ζήτημα της Επιτροπής Ντίες, ο κομπογιαννιτισμός σου εκδηλώθηκε με την ίδια καθαρότητα που εκδηλώθηκε και στο ζήτημα της Φιλανδίας. Στα επιχειρήματά μου υπέρ της χρησιμοποίησης του κοινοβουλευτικού αυτού σώματος, απάντησες ότι το ζήτημα θα έπρεπε να αποφασιστεί όχι από μια μελέτη πάνω σε αρχές, αλλά από κάποιες ειδικές συνθήκες που είναι γνωστές μονό σε σένα, αλλά που δεν ασχολήθηκες να τις προσδιορίσεις. Επίτρεψέ μου να σου πω ότι αυτές οι συνθήκες ήταν: η ιδεολογική εξάρτησή σου από την αστική κοινή γνώμη. παρ’ όλο που η αστική δημοκρατία, μ’ όλα της τα στρώματα, φέρνει την πλήρη ευθύνη για το καπιταλιστικό καθεστώς, και δω περιλαβαίνεται και η Επιτροπή Ντίες, είναι υποχρεωμένη, για το συμφέρον αυτού του ίδιου του καπιταλισμού, να τραβήξει, με τρόπο, την προσοχή μακριά από τα πάρα πολύ γυμνά όργανα του καθεστώτος. Ένας απλός καταμερισμός εργασίας! Μια παλιά απάτη, που, ωστόσο, συνεχίζει ακόμα να λειτουργεί αποτελεσματικά! Όσο για τους εργάτες, στους οποίους αναφέρεσαι αόριστα, ένα τμήμα τους, ένα πολύ σημαντικό τμήμα τους, βρίσκεται, όπως και συ, κάτω από την επιρροή της αστικής δημοκρατίας. Αλλά ο μέσος εργάτης που δεν έχει μολυνθεί από τις προκαταλήψεις της εργατικής αριστοκρατίας, θα καλωσόριζε, όλος χαρά, κάθε τολμηρή επαναστατική λέξη που εκσφενδονίζεται στο πρόσωπο του ταξικού εχθρού. Και όσο πιο αντιδραστικός είναι ο θεσμός που χρησιμεύει σαν πεδίο για τη μάχη, τόσο πιο πλήρης είναι η ικανοποίηση του εργάτη. Αυτό έχει αποδειχτεί από την ιστορική πείρα. Ο ίδιος ο Ντίες, που τρόμαξε και πήδηξε προς τα πίσω έγκαιρα, έδειξε πόσο λαθεμένη ήταν η θέση σου. Είναι πάντοτε καλύτερα να υποχρεώνεις τον εχθρό να υποχωρεί, από το να κρύβεσαι χωρίς μάχη.
Αλλά, σ’ αυτό το σημείο, βλέπω την οργισμένη μορφή του Σάχτμαν, που σηκώνεται για να με σταματήσει με μια χειρονομία διαμαρτυρίας: «Η αντιπολίτευση δεν είναι υπεύθυνη για τις απόψεις του Μπάρναμ σ’ ότι αφορά την Επιτροπή Ντίες. Αυτό το ζήτημα δεν πήρε φραξιονιστικό χαρακτήρα», και τα λοιπά, και τα λοιπά. Όλα αυτά τα ξέρω. Λες και το μόνο πράγμα που έλλειπε, ήταν να εκφραστεί ολόκληρη η αντιπολίτευση υπέρ της τακτικής του μποϋκοτάζ –τακτική τόσο παράλογη σ’ αυτή την περίπτωση! Είναι αρκετό το γεγονός ότι ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, που έχει απόψεις και τις εκφράζει ανοιχτά, τάχτηκε υπέρ του μποϋκοτάζ. Αν έχεις ξεπεράσει την ηλικία στην οποία συζητάει κανείς για τη «θρησκεία», τότε, επίτρεψέ μου να ομολογήσω ότι θεωρώ πως ολόκληρη η Τέταρτη Διεθνής είχε ξεπεράσει την ηλικία στην οποία η αποχή λογαριαζόταν σαν η πιο επαναστατική πολιτική. Εκτός από την έλλειψη μεθόδου, σ’ αυτή την περίπτωση, αποκάλυψες ολοφάνερα μια έλλειψη πολιτικής οξύνοιας. Στη δοσμένη κατάσταση, ένας επαναστάτης δεν θα χρειαζόταν πολλές συζητήσεις, πριν ορμήσει μέσα από την πόρτα που ανοίχτηκε από τον εχθρό, για να κερδίσει όσα μπορεί περισσότερα απ’ αυτή την ευκαιρία. Για τα μέλη εκείνα της αντιπολίτευσης που, μαζί με σένα, μίλησαν ενάντια στη συμμετοχή στην Επιτροπή Ντίες –και ο αριθμός τους δεν είναι και τόσο μικρός– είναι αναγκαίο, κατά τη γνώμη μου, να οργανώσουμε μια ειδική σειρά στοιχειωδών μαθημάτων, για να τους εξηγήσουμε τις στοιχειώδεις αλήθειες της επαναστατικής τακτικής, που δεν έχουν τίποτε το κοινό με την ψευτοριζοσπαστική αποχή των διανοουμενίστικων κύκλων.
Η αντιπολίτευση είναι περισσότερο αδύνατη στη σφαίρα ακριβώς που φαντάζεται τον εαυτό της ιδιαίτερα δυνατό –στη σφαίρα της καθημερινής επαναστατικής πολιτικής. Αυτό ταιριάζει περισσότερο από όλους σε σένα, σύντροφε Μπάρναμ. Η ανικανότητα μπροστά σε μεγάλα γεγονότα, εκδηλώθηκε σε σένα, όπως και σ’ ολόκληρη την αντιπολίτευση, πιο φανερά στα ζητήματα της Πολωνίας, των κρατών της Βαλτικής και της Φιλανδίας. Ο Σάχτμαν άρχισε με την ανακάλυψη μιας φιλοσοφικής λίθου: την επίτευξη μιας ταυτόχρονης εξέγερσης τόσο ενάντια στον Χίτλερ όσο και ενάντια στον Στάλιν στην κατεχόμενη Πολωνία. Η ιδέα ήταν εξαιρετική. Είναι κρίμα που δεν δόθηκε στον Σάχτμαν η ευκαιρία να την βάλει σε εφαρμογή. Οι αναπτυγμένοι εργάτες στην Ανατολική Πολωνία θα μπορούσαν, και δικαιολογημένα, να πουν: «Μια ταυτόχρονα εξέγερση τόσο ενάντια στον Χίτλερ όσο και ενάντια στον Στάλιν σε μια χώρα κατεχόμενη από στρατεύματα, θα μπορούσε ίσως να τακτοποιηθεί πολύ εύκολα από το Μπρονξ, αλλά εδώ, στην Πολωνία, είναι πιο δύσκολο. Θα θέλαμε, ωστόσο, να ακούσουμε την απάντηση του Μπάρναμ και του Σάχτμαν σ’ ένα “συγκεκριμένο πολιτικό ζήτημα”: Τί θα κάνουμε στο διάστημα που μας χωρίζει από την επερχόμενη εξέγερση;». Στο μεταξύ, η διοίκηση του σοβιετικού στρατού κάλεσε τους αγρότες και τους εργάτες να καταλάβουν τη γη και τα εργοστάσια. Αυτό το κάλεσμα, που υποστηρίζεται από μια ένοπλη δύναμη, έπαιξε έναν τεράστιο ρόλο στη ζωή της κατεχόμενης χώρας. Οι εφημερίδες της Μόσχας ξεχείλιζαν από ραπόρτα για τον απέραντο «ενθουσιασμό» των εργατών και των φτωχών αγροτών. Θα έπρεπε και πρέπει να πλησιάσουμε αυτές τις περιγραφές με δικαιολογημένη δυσπιστία: τα ψέματα δεν λείπουν. Αλλά, παρόλα αυτά, είναι ανεπίτρεπτο να κλείνει κανείς τα μάτια του μπροστά στα γεγονότα. Το κάλεσμα να ταχτοποιήσουν τους λογαριασμούς τους με τους γαιοκτήμονες και να διώξουν τους καπιταλιστές, δεν μπορούσε παρά να αφυπνίσει το πνεύμα των κυνηγημένων και σκληρά καταπιεσμένων ουκρανών και λευκορώσων αγροτών και εργατών, που έβλεπαν στον πολωνό γαιοκτήμονα ένα διπλό εχθρό.
Τα παρισινό όργανο των μενσεβίκων, που βρίσκονται σε αλληλεγγύη με την αστική δημοκρατία της Γαλλίας και όχι με την Τέταρτη Διεθνή, δήλωσε απερίφραστα ότι η προέλαση του Κόκκινου Στρατού συνοδευόταν από ένα κύμα επαναστατικού ξεσηκώματος, που οι αντίλαλοί του έφτασαν ακόμα και στις αγροτικές μάζες της Ρουμανίας. Αυτό που προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στα μηνύματα του οργάνου των μενσεβίκων, είναι η στενή σύνδεσή τους με τους ηγέτες της Εβραϊκής Ένωσης, με το Πολωνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και με άλλες οργανώσεις, που είναι εχθρικές προς το Κρεμλίνο και που έφυγαν από την Πολωνία. Επομένως είχαμε απόλυτα δίκιο, όταν λέγαμε στους μπολσεβίκους της ανατολικής Πολωνίας: «Μαζί με τους εργάτες και τους αγρότες, και στην πρώτη γραμμή, πρέπει να διεξάγετε μια πάλη ενάντια στους γαιοκτήμονες και τους καπιταλιστές. Μην αποκοπείτε από τις μάζες, παρ’ όλες τις αυταπάτες τους, όπως ακριβώς οι ρώσοι επαναστάτες δεν αποκόπηκαν από τις μάζες που δεν είχαν ακόμα απαλλαγεί από τις ελπίδες τους στον Τσάρο (Ματωμένη Κυριακή, 22 του Γενάρη 1905). Εκπαιδεύτε τις μάζες στη διάρκεια της πάλης, προειδοποιείστε τις μάζες ότι δεν πρέπει να τρέφουν μάταιες ελπίδες στη Μόσχα, αλλά μην αποκοπείτε απ’ αυτές, πολεμείστε στο στρατόπεδό τους, προσπαθείστε να επεκτείνετε και να βαθύνετε την πάλη τους, και να δόσετε σ’ αυτήν την πάλη τη μεγαλύτερη δυνατή ανεξαρτησία. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο θα προετοιμάσετε την επερχόμενη επανάσταση ενάντια στον Στάλιν». Η πορεία των γεγονότων στην Πολωνία έχει επιβεβαιώσει πέρα για πέρα την καθοδηγητική αυτή γραμμή, που ήταν η συνέχεια και η ανάπτυξη όλης της προηγούμενης πολιτικής μας, ιδιαίτερα στην Ισπανία.
Εφόσον, δεν υπάρχει διαφορά αρχών ανάμεσα στην πολωνική και στη φιλανδική κατάσταση, δεν έχουμε λόγους να αλλάξουμε την κατεύθυνσή μας. Αλλά η αντιπολίτευση, που δεν μπόρεσε να καταλάβει τη σημασία των πολωνικών γεγονότων, προσπαθεί τώρα να αρπαχτεί από τη Φιλανδία σαν μια νέα σανίδα σωτηρίας. «Πού είναι ο εμφύλιος πόλεμος στην Φιλανδία; Ο Τρότσκι μιλάει για εμφύλιο πόλεμο. Δεν έχουμε δει τίποτε απ’ όλα αυτά στον Τύπο», και τα λοιπά. Το ζήτημα της Φιλανδίας παρουσιάζεται στην αντιπολίτευση, από την άποψη των αρχών, διαφορετικό από το ζήτημα της δυτικής Ουκρανίας και της Λευκορωσίας. Κάθε ζήτημα απομονώνεται και αντικρίζεται μεμονωμένα και χωριστά από τη γενική πορεία της ανάπτυξης. Μπερδεμένη από την πορεία των γεγονότων, η αντιπολίτευση προσπαθεί κάθε φορά να στηριχτεί πάνω σε κάποιες τυχαίες, δευτερεύουσες, προσωρινές και επεισοδιακές περιστάσεις.
Αυτές οι φωνές για την απουσία εμφυλίου πολέμου στη Φιλανδία σημαίνουν ότι η αντιπολίτευση θα υιοθετούσε την πολιτική μας, αν πραγματικά υπήρχε εμφύλιος πόλεμος στη Φιλανδία; Ναι ή όχι; Αν ναι, τότε η αντιπολίτευση καταδικάζει μ’ αυτό τη δική της πολιτική σε σχέση με την Πολωνία, αφού εκεί, παρά τον εμφύλιο πόλεμο, περιορίστηκαν στο να αρνηθούν να πάρουν μέρος στα γεγονότα, ενώ περίμεναν για μια ταυτόχρονη επανάσταση τόσο ενάντια στον Στάλιν όσο και ενάντια στον Χίτλερ. Είναι φανερό, σύντροφε Μπάρναμ, ότι εσύ και οι σύμμαχοί σου, δεν έχετε σκεφτεί αυτό το ζήτημα ως την τελευταία του συνέπεια.
Ποιός ήταν ο ισχυρισμός μου σ’ ό,τι αφορά τον εμφύλιο πόλεμο στη Φιλανδία; Με την έναρξη των στρατιωτικών εχθροπραξιών, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως ο στόχος της Μόσχας ήταν μια «μικρή» εκστρατεία τιμωρίας για να φέρει μια αλλαγή στην κυβέρνηση του Χέλσιγκφορς και για να εγκαθιδρύσει με τη Φιλανδία τις ίδιες σχέσεις που είχε και με τα άλλα κράτη της Βαλτικής. Αλλά ο διορισμός της κυβέρνησης Κούουζινεν στο Τεριγιόκι έδειξε πως η Μόσχα είχε άλλα σχέδια και σκοπούς. Τα μηνύματα αναφέρανε τότε τη δημιουργία ενός φιλανδικού «Κόκκινου Στρατού». Φυσικά, επρόκειτο μόνο για μικρούς σχηματισμούς που είχαν οργανωθεί από τα πάνω. Δημοσιεύτηκε το πρόγραμμα του Κούουζινεν. Μετά από αυτό εμφανίστηκαν τα μηνύματα για το μοίρασμα των μεγάλων αγροκτημάτων στους φτωχούς αγρότες. Στο σύνολό τους, τα μηνύματα αυτά φανέρωναν μια απόπειρα απομέρους της Μόσχας, να οργανώσει έναν εμφύλιο πόλεμο. Φυσικά, αυτός είναι ένας εμφύλιος πόλεμος ειδικού τύπου. Δεν πηγάζει αυθόρμητα μέσα από τις λαϊκές μάζες. Δεν καθοδηγείται από την ηγεσία του φιλανδέζικου επαναστατικού κόμματος που βασίζεται σε μια μαζική υποστήριξη. Εισάγεται με ξιφολόγχες από τα έξω. Ελέγχεται από τη γραφειοκρατία της Μόσχας. Όλα αυτά τα ξέρουμε, και ασχοληθήκαμε με όλ’ αυτά, όταν συζητούσαμε για την Πολωνία. Παρόλα αυτά, πρόκειται ακριβώς για έναν εμφύλιο, για μια έκκληση στους καταπιεσμένους, στους φτωχούς, ένα κάλεσμα να απαλλοτριώσουν τους πλούσιους, να τους διώξουν, να τους συλλάβουν, κλπ. Δεν ξέρω άλλο όνομα που να ταιριάζει σ’ αυτές τις πράξεις πέρα από το «εμφύλιος πόλεμος».
«Αλλά, τελικά, ο εμφύλιος πόλεμος στη Φιλανδία δεν αναπτύχθηκε», αντιτείνουν οι ηγέτες της αντιπολίτευσης. «Αυτό σημαίνει ότι οι προβλέψεις σου δεν υλοποιήθηκαν». Με την ήττα και την υποχώρηση του Κόκκινου Στρατού, απαντώ, ο εμφύλιος πόλεμος στη Φιλανδία δεν μπορούσε, βέβαια, να αναπτυχθεί κάτω από τις ξιφολόγχες του Μανερχάιμ. Αυτό το γεγονός είναι ένα επιχείρημα, όχι ενάντια σε μένα, αλλά ενάντια στον Σάχτμαν, γιατί δείχνει πως, στα πρώτα στάδια του πολέμου, τότε που η πειθαρχία στα στρατεύματα ήταν ακόμα ισχυρή, μια επανάσταση –και μάλιστα σε δυο μέτωπα– είναι πολύ πιο εύκολο να οργανωθεί από το Μπρονξ παρά από το Τεριγιόκι.
Δεν προβλέψαμε τις ήττες των πρώτων αποσπασμάτων του Κόκκινου Στρατού. Δεν μπορούσαμε να έχουμε προβλέψει σε ποιο βαθμό η βλακεία και η αποθάρρυνση βασίλευαν στο Κρεμλίνο, και στην ηγεσία του στρατού που είχε αποκεφαλιστεί από το Κρεμλίνο. Παρόλα αυτά, αυτό που έχουμε εδώ δεν είναι παρά ένα στρατιωτικό επεισόδιο, που δεν μπορεί να προσδιορίσει την πολιτική μας γραμμή. Αν η Μόσχα, μετά την πρώτη ανεπιτυχή της απόπειρα, απόσχε εντελώς από κάθε παραπέρα επίθεση ενάντια στη Φιλανδία, τότε το ίδιο το ζήτημα, που σήμερα συσκοτίζει ολόκληρη την παγκόσμια κατάσταση στα μάτια της αντιπολίτευσης, θα παραμεριζόταν από την ημερήσια διάταξη. Αλλά οι πιθανότητες γι’ αυτό είναι λίγες. Από την άλλη μεριά, αν η Αγγλία, η Γαλλία και οι Ενωμένες Πολιτείες ορμώμενες από την Σκανδιναβία, βοηθούσαν με στρατιωτικές δυνάμεις τη Φιλανδία, τότε το φιλανδικό ζήτημα θα επισκιαζόταν από τον πόλεμο ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ακόμα και μια πλειοψηφία των αντιπολιτευομένων θα ξαναθυμότανε το πρόγραμμα της Τέταρτης Διεθνούς.
Για την ώρα, όμως, η αντιπολίτευση δεν ενδιαφέρεται για τις δυο αυτές παραλλαγές της κατάστασης: την ανακοπή της επίθεσης απομέρους της ΕΣΣΔ, ή την έναρξη εχθροπραξιών ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στις ιμπεριαλιστικές δημοκρατίες. Η αντιπολίτευση ενδιαφέρεται μόνο για το απομονωμένο ζήτημα της εισβολής της ΕΣΣΔ στην Φιλανδία. Πολύ καλά, ας το πάρουμε αυτό σαν αφετηρία. Αν η δεύτερη επίθεση, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, έχει καλύτερα προετοιμαστεί και καθοδηγηθεί, τότε η προέλαση του Κόκκινου Στρατού στη χώρα, θα φέρει ξανά το ζήτημα του εμφυλίου πολέμου στην ημερήσια διάταξη, και, επιπλέον, σε πολύ ευρύτερη κλίμακα απ’ ό,τι στη διάρκεια της πρώτης και οικτρά αποτυχημένης απόπειρας. Η γραμμή μας, συνεπώς, παραμένει σε πλήρη ισχύ, όσο το ίδιο το ζήτημα παραμένει στην ημερήσια διάταξη. Αλλά τί προτείνει η αντιπολίτευση, σε περίπτωση που ο Κόκκινος Στρατός προχωρήσει επιτυχημένα μέσα στη Φιλανδία και αρχίσει εκεί ένας εμφύλιος πόλεμος; Η αντιπολίτευση προφανώς δεν το σκέπτεται αυτό καθόλου, γιατί ζει από τη μια μέρα στην άλλη, από το ένα περιστατικό στο άλλο, και αρπάζεται από επεισόδια, κρέμεται από απομονωμένες φράσεις σ’ ένα κύριο άρθρο, τρέφεται με συμπάθειες και αντιπάθειες. Η αδυναμία των εμπειριστών και ιμπρεσιονιστών αποκαλύπτεται πάντα πιο καθαρά στον τρόπο που πλησιάζουν τα «συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα».
Μέσα σ’ όλες τις ταλαντεύσεις και τους σπασμούς της αντιπολίτευσης, όσο αντιφατικά κι αν είναι αυτά, υπάρχουν δυο γενικά χαρακτηριστικά, που την διαπερνούν σαν νήμα από τα υψηλότερα σημεία της θεωρίας μέχρι τα πιο μηδαμινά πολιτικά επεισόδια. Το πρώτο γενικό χαρακτηριστικό της είναι η απουσία μιας ενιαίας αντίληψης. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης ξεχωρίζουν την κοινωνιολογία από το διαλεκτικό υλισμό. Ξεχωρίζουν την πολιτική από την κοινωνιολογία. Στη σφαίρα της πολιτικής, ξεχωρίζουν τα καθήκοντά μας στην Πολωνία, από την πείρα μας στην Ισπανία –τα καθήκοντά μας στη Φιλανδία από τη θέση μας στην Πολωνία. Η Ιστορία μετατρέπεται σε μια σειρά εξαιρετικών περιστατικών, η πολιτική μετατρέπεται σε μια σειρά αυτοσχεδιασμών. Εδώ, έχουμε την αποσύνθεση του μαρξισμού, μ’ όλη τη σημασία του όρου, την αποσύνθεση της θεωρητικής σκέψης, την αποσύνθεση της πολιτικής στα συστατικά της στοιχεία. Ο εμπειρισμός και ο θετός αδελφός του, ο ιμπρεσιονισμός, κυριαρχούν από πάνω μέχρι κάτω. Γι’ αυτό το λόγο, η ιδεολογική ηγεσία μένει σε σένα, σύντροφε Μπάρναμ, γιατί είσαι ένας αντίπαλος της διαλεκτικής, ένας εμπειριστής, που δεν ντρέπεται για τον εμπειρισμό του.
Μέσα στις ταλαντεύσεις και τους σπασμούς της αντιπολίτευσης, υπάρχει ένα δεύτερο γενικό χαρακτηριστικό πολύ στενά δεμένο με το πρώτο, δηλαδή, μια τάση να απέχει από την ενεργητική συμμετοχή, μια τάση προς την αυτό–εξαφάνιση, προς την αποχή, κάτω φυσικά από το κάλυμμα υπερ–ριζοσπαστικών φράσεων. Είσαστε υπέρ της ανατροπής του Χίτλερ και του Στάλιν στην Πολωνία, του Στάλιν και του Μανερχάιμ στη Φιλανδία. Και μέχρι τότε, απορρίπτετε το ίδιο και τις δυο πλευρές, μ’ άλλα λόγια, απόσχετε από την πάλη, μαζί κι από τον εμφύλιο πόλεμο. Το ότι αναφερθήκατε στην απουσία εμφυλίου πολέμου στη Φιλανδία, δεν είναι παρά ένα τυχαίο περιστασιακό επιχείρημα. Αν ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος, η αντιπολίτευση θα προσπαθήσει να μην τον προσέξει, όπως προσπάθησαν να μην τον προσέξουν και στην Πολωνία, ή θα δηλώσουν πως, στο βαθμό που η πολιτική της μοσχοβίτικης γραφειοκρατίας έχει «ιμπεριαλιστικό» χαρακτήρα, «εμείς» δεν συμμετέχουμε στις βρόμικες αυτές υποθέσεις. Με το να τρέχει πίσω από τα διάφορα «συγκεκριμένα» πολιτικά καθήκοντα στα λόγια, η αντιπολίτευση, τοποθετεί τον εαυτό της, στην πραγματικότητα, έξω από το ιστορικό προτσές. Η θέση σου, σύντροφε Μπάρναμ, σε σχέση με την Επιτροπή Ντίες, αξίζει να προσεχτεί ακριβώς επειδή είναι μια γραφική παράσταση της ίδιας αυτής τάσης αποχής και αμηχανίας. Η αρχή που σε καθοδηγεί παραμένει πάντα η ίδια: «Ευχαριστώ, δεν καπνίζω».
Φυσικά, κάθε άνθρωπος, κάθε κόμμα, και ακόμα κάθε τάξη, μπορεί να βρεθεί σε αμηχανία. Αλλά για τους μικροαστούς, η αμηχανία, ιδιαίτερα μπροστά σε μεγάλα γεγονότα, είναι μια αναπόφευκτη και, σαν να λέμε, έμφυτη κατάσταση. Οι διανοούμενοι προσπαθούν να εκφράσουν την κατάσταση αμηχανίας στην οποία βρίσκονται με τη γλώσσα της «επιστήμης». Η αντιφατική πλατφόρμα της αντιπολίτευσης, αντανακλά τη μικροαστική αμηχανία, που εκφράζεται με τη στομφώδη γλώσσα των διανοούμενων. Δεν υπάρχει σ’ αυτήν τίποτε το προλεταριακό.
Στην οργανωτική σφαίρα, οι απόψεις σας είναι το ίδιο ακριβώς σχηματικές, εμπειρικές, μη–επαναστατικές, όπως είναι και στη σφαίρα της θεωρίας και της πολιτικής. Ο Α. Στόλμπεργκ, με το φανάρι στο χέρι, κυνηγάει μια ιδεώδη επανάσταση, που να μην συνοδεύεται από υπερβολές, και εγγυημένη ενάντια στο Θερμιδόρ και την αντεπανάσταση. Εσείς, με τη σειρά σας, ζητάτε μια ιδεώδη κομματική δημοκρατία, που θα εγγυόταν για πάντα και σε όλους τη δυνατότητα να λένε και να κάνουν ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι, και που θα εξασφάλιζε το Κόμμα ενάντια στον γραφειοκρατικό εκφυλισμό. Παραβλέπετε μια ασήμαντη λεπτομέρεια, ότι, δηλαδή, το Κόμμα δεν είναι μια αρένα για την υπεράσπιση της ελευθερίας του ατόμου, αλλά ένα όργανο για την προλεταριακή επανάσταση, ότι μόνο μια νικηφόρα επανάσταση είναι ικανή να εμποδίσει τον εκφυλισμό όχι μόνο του Κόμματος, αλλά και του ίδιου του προλεταριάτου, και του σύγχρονου πολιτισμού σαν όλο. Δεν βλέπετε πως το αμερικάνικο τμήμα μας δεν πάσχει από πάρα πολύ συγκεντρωτισμό –είναι γελοίο ακόμα και να μιλάμε για κάτι τέτοιο– αλλά από μια τερατώδη κατάχρηση και διαστρέβλωση της δημοκρατίας απομέρους των μικροαστικών στοιχείων. Αυτό βρίσκεται στη ρίζα της τωρινής κρίσης.
Ένας εργάτης περνάει τη μέρα του στο εργοστάσιο. Του μένουν, συγκριτικά, λίγες ώρες για το Κόμμα. Στις συγκεντρώσεις, ενδιαφέρεται να μάθει τα πιο σπουδαία πράγματα: τη σωστή εκτίμηση της κατάστασης και τα πολιτικά συμπεράσματα. Εκτιμάει εκείνους τους ηγέτες που το κάνουν αυτό με τον πιο σαφή και πιο ακριβή τρόπο, και που είναι ενήμεροι σ’ ό,τι αφορά τα γεγονότα. Οι μικροαστοί, και ιδιαίτερα τα ντεκλασέ στοιχεία, χωρισμένοι από το προλεταριάτο, φυτοζωούν σ’ ένα τεχνητό και κλειστό περιβάλλον. Έχουν άφθονο χρόνο για να τσαλαβουτάνε στην πολιτική ή το υποκατάστατό της. Ανακαλύπτουν λάθη, ανταλλάσσουν κάθε είδους μικρά νέα και κουτσομπολιά, που αφορούν περιστατικά τις «κορυφές» του Κόμματος. Βρίσκουν πάντα ένα ηγέτη, που θα τους μπάσει σ’ όλα τα «μυστικά». Η συζήτηση είναι το στοιχείο τους. Καμιά ποσότητα δημοκρατίας, δεν είναι ποτέ αρκετή γι’ αυτούς. Στο λογοπόλεμό τους ψάχνουν να βρουν την τέταρτη διάσταση. Γίνονται νευρικοί, περιστρέφονται σε ένα φαύλο κύκλο, και σβήνουν τη δίψα τους με αλμυρό νερό. Θέλετε να μάθετε το οργανωτικό πρόγραμμα της αντιπολίτευσης; Συνίσταται σ’ ένα τρελό κυνηγητό για την τέταρτη διάσταση της κομματικής δημοκρατίας. Στην πράξη, αυτό σημαίνει θάψιμο της πολιτικής, κάτω από τη συζήτηση, και θάψιμο του συγκεντρωτισμού, κάτω από την αναρχία των διανοουμενίστικων κύκλων. Όταν μερικές χιλιάδες εργάτες προσχωρήσουν στο Κόμμα, θα ανακαλέσουν στην τάξη με αυστηρότητα τους μικροαστούς αναρχικούς. Κι όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο.
Γιατί απευθύνομαι σε σένα, κι όχι στους άλλους ηγέτες της αντιπολίτευσης; Επειδή εσύ είσαι ο ιδεολογικός ηγέτης του μπλοκ. Η φράξια του συντρόφου Άμπερν, χωρίς πρόγραμμα και σημαία, έχει πάντα ανάγκη από ένα κάλυμμα. Κάποτε της χρησίμεψε σαν κάλυμμα ο Σάχτμαν, μετά ο Μιστ με τον Σπεκτόρ, και τώρα εσύ, με τον Σάχτμαν να προσαρμόζεται σε σένα. Θεωρώ πως η ιδεολογία σου είναι η έκφραση της αστικής επιρροής μέσα στο προλεταριάτο.
Σε μερικούς συντρόφους, ο τόνος αυτού του γράμματος ίσως να φανεί πολύ οξύς. Ωστόσο, επιτρέψτε μου να το ομολογήσω, έκανα ό,τι μπορούσα για να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Γιατί, στο κάτω κάτω, εδώ έχουμε, ούτε λίγο, ούτε πολύ, μια απόπειρα να απορριφτούν, να αχρηστευτούν και να ανατραπούν τα θεωρητικά θεμέλια, οι πολιτικές αρχές και οι οργανωτικές μέθοδες του κινήματός μας.
Μου αναφέρθηκε πως, σαν αντίδραση στο προηγούμενο άρθρο μου, ο σύντροφος Άμπερν παρατήρησε: «Αυτό σημαίνει σχίσμα». Μια τέτια απάντηση δείχνει απλά πως από τον Άμπερν λείπει η αφοσίωση στο Κόμμα και στην Τέταρτη Διεθνή –είναι ένας άνθρωπος των κύκλων. Οπωσδήποτε, οι απειλές για σχίσμα δεν θα μας αποτρέψουν από το να παρουσιάσουμε μια μαρξιστική ανάλυση των διαφορών. Για μας τους μαρξιστές, το ζήτημα δεν είναι ένα σχίσμα, αλλά η εκπαίδευση του Κόμματος. Ελπίζω σταθερά πως το ερχόμενο συνέδριο θα χτυπήσει ανελέητα τους ρεβιζιονιστές.
Το συνέδριο, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να δηλώσει κατηγορηματικά ότι, στις απόπειρές τους να χωρίσουν την κοινωνιολογία από το διαλεκτικό υλισμό και την πολιτική από την κοινωνιολογία, οι ηγέτες της αντιπολίτευσης έχουν σπάσει από το μαρξισμό, και έχουν γίνει ο μηχανισμός μεταβίβασης του μικροαστικού εμπειρισμού. Το Κόμμα, ενώ θα ξαναβεβαιώνει, αποφασιστικά και πλέρια, την πίστη του στη μαρξιστική θεωρία και στις πολιτικές και οργανωτικές μέθοδες του μπολσεβικισμού, ενώ θα δεσμεύει τις συντακτικές επιτροπές των επίσημων εντύπων του να διακηρύσσουν και να υπερασπίζονται αυτή τη θεωρία και αυτές τις μέθοδες, θα προσφέρει ασφαλώς στο μέλλον, τις σελίδες των εντύπων του σε εκείνα από τα μέλη του που πιστεύει ότι είναι ικανά να προσθέσουν κάτι καινούργιο στη θεωρία του μαρξισμού. Αλλά δεν θα επιτρέψει το κρυφτούλι με το μαρξισμό, ούτε τους ελαφρόμυαλους χλευασμούς σε βάρος του.
Η πολιτική ενός Κόμματος έχει ταξικό χαρακτήρα. Χωρίς μια ταξική ανάλυση του κράτους, των κομμάτων και των ιδεολογικών τάσεων, είναι αδύνατο να φτάσει κανείς σ’ ένα σωστό πολιτικό προσανατολισμό. Το Κόμμα πρέπει να καταδικάσει σαν χυδαίο οπορτουνισμό, την απόπειρα να προσδιοριστεί η πολιτική, σε σχέση με την ΕΣΣΔ, από περιστατικό σε περιστατικό, και ανεξάρτητα από την ταξική φύση του σοβιετικού κράτους.
Η αποσύνθεση του καπιταλισμού, που γεννάει οξεία δυσαρέσκεια στη μικροαστική τάξη και σπρώχνει τα κατώτερα στρώματά της προς τα αριστερά, ανοίγει πλατιές δυνατότητες, αλλά περιέχει επίσης και σοβαρούς κινδύνους. Η Τέταρτη Διεθνής χρειάζεται μόνο εκείνους τους μετανάστες από τη μικροαστική τάξη, που έχουν σπάσει ολοκληρωτικά από το κοινωνικό τους παρελθόν, και που έχουν περάσει αποφασιστικά με τη μεριά του προλεταριάτου.
Το θεωρητικό και πολιτικό αυτό πέρασμα, πρέπει να συνοδεύεται από ένα πραγματικό σπάσιμο από το παλιό περιβάλλον, και την εγκαθίδρυση στενών δεσμών με εργάτες, ιδιαίτερα με τη συμμετοχή στη στρατολόγηση και την εκπαίδευση προλεταρίων για το Κόμμα τους. Οι μετανάστες από το μικροαστικό περιβάλλον, που αποδείχνονται ανίκανοι να προσαρμοστούν στο προλεταριακό περιβάλλον, πρέπει, ύστερα από μια ορισμένη μικρή περίοδο, να υποβιβαστούν, από μέλη του Κόμματος, σε συμπαθούντες.
Μέλη του Κόμματος που δεν έχουν δοκιμαστεί στην ταξική πάλη, δεν πρέπει να τοποθετούνται σε υπεύθυνες θέσεις. Ανεξάρτητα από το πόσο προικισμένος και πόσο αφοσιωμένος στο σοσιαλισμό μπορεί να είναι ένας μετανάστης από το αστικό περιβάλλον, πριν να γίνει δάσκαλος, πρέπει πρώτα να πάει σχολείο μέσα στην εργατική τάξη. Οι νέοι διανοούμενοι δεν πρέπει να τοποθετούνται επικεφαλής της διανοούμενης νεολαίας, αλλά να στέλνονται έξω, στις επαρχίες, για μερικά χρόνια, στα καθαρά προλεταριακά κέντρα, για σκληρή πρακτική δουλειά.
Η ταξική σύνθεση του Κόμματος πρέπει να ανταποκρίνεται στο ταξικό του πρόγραμμα. Το αμερικάνικο τμήμα της Τέταρτης Διεθνούς, ή θα γίνει προλεταριακό, ή θα πάψει να υπάρχει.
Σύντροφε Μπάρναμ! Αν μπορούμε να φτάσουμε σε μια συμφωνία με σένα πάνω στη βάση αυτών των αρχών, τότε θα βρούμε χωρίς δυσκολία μια σωστή πολιτική σε σχέση με την Πολωνία, τη Φιλανδία, κι ακόμα και την Ινδία. Ταυτόχρονα, υπόσχομαι να σε βοηθήσω να διεξάγεις μια πάλη ενάντια σ’ οποιαδήποτε εκδήλωση γραφειοκρατισμού και συντηρητισμού. Αυτοί, κατά τη γνώμη μου, είναι αναγκαίοι όροι για να τερματιστεί η τωρινή κρίση.
Με μπολσεβίκικους χαιρετισμούς
Λ. ΤΡΟΤΣΚΙ
Κογιοακάν D.F.
7 του Γενάρη 1940