ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ
ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ
ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΜΥΧΗ
–ΣΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΓΑΓΓΡΑΙΝΑΣ
Η συζήτηση αναπτύσσεται σύμφωνα με τη δική της εσωτερική λογική. Το κάθε στρατόπεδο, ανταποκρινόμενο στον κοινωνικό του χαρακτήρα και την πολιτική φυσιογνωμία του, πασχίζει να χτυπήσει στα σημεία εκείνα που ο αντίπαλός του είναι πιο αδύνατος και πιο τρωτός. Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που καθορίζει την πορεία της συζήτησης και όχι τα a priori σχέδια των ηγετών της αντιπολίτευσης. Είναι αργά και ανώφελο να θρηνούμε τώρα επειδή φούντωσε η συζήτηση. Πρέπει μόνο να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά, οσοναφορά το ρόλο που παίζουν οι σταλινικοί προβοκάτορες, που αναμφισβήτητα βρίσκονται μέσα στο Κόμμα, και που έχουν πάρει εντολή να δηλητηριάσουν την ατμόσφαιρα και να σπρώξουν την ιδεολογική πάλη σ’ ένα σχίσμα. Δεν είναι και τόσο δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς αυτούς τους κυρίους. Ο ζήλος τους είναι υπερβολικός και φυσικά τεχνητός. Αντικαθιστούν τις ιδέες και τα επιχειρήματα, με κουτσομπολιά και συκοφαντίες. Πρέπει, με τις κοινές προσπάθειες και των δυο ομάδων, να ξεσκεπαστούν και να πεταχτούν έξω. Αλλά η πάλη πάνω σε αρχές, πρέπει να φθάσει μέχρι το τέλος, δηλαδή, μέχρι το σοβαρό ξεκαθάρισμα των σπουδαιότατων ζητημάτων που έχουν τεθεί. Είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί η συζήτηση με τέτοιο τρόπο ώστε να ανεβάσει το θεωρητικό επίπεδο του Κόμματος.
Μια σημαντική αναλογία από τα μέλη του αμερικάνικου τμήματος, όπως άλλωστε και ολόκληρης της νεαρής Διεθνούς μας, ήρθανε σε μας είτε από την Κομμουνιστική Διεθνή στην περίοδο της παρακμής της, είτε από τη Δεύτερη Διεθνή. Κι αυτά τα δυο είναι κακά σχολεία. Η συζήτηση έχει αποκαλύψει ότι πλατείς κύκλοι του Κόμματος στερούνται μιας υγιούς θεωρητικής εκπαίδευσης. Αρκεί να αναφερθούμε, σαν παράδειγμα, στην περίπτωση που ο πυρήνας της Νέας Υόρκης, δεν απάντησε με μια σθεναρή και γρήγορη αντίδραση στις απόπειρες να αναθεωρηθεί με ελαφρότητα η μαρξιστική θεωρία και το πρόγραμμα, αλλά, αντίθετα, η πλειοψηφία του υποστήριξε τους ρεβιζιονιστές. Αυτό είναι ατύχημα, αλλά μπορεί να θεραπευτεί στο βαθμό που το αμερικάνικο τμήμα μας, όπως και ολόκληρη η Διεθνής, αποτελείται από άτομα τίμια που ειλικρινά επιζητούν να μπουν στον επαναστατικό δρόμο. Έχουν την επιθυμία και τη θέληση να μάθουν. Αλλά δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο. Είναι ακριβώς η διείσδυση του Κόμματος στα συνδικάτα και στο εργατικό περιβάλλον γενικά, που απαιτεί μια ανύψωση της θεωρητικής στάθμης των στελεχών μας. Και όταν λέω στελέχη, δεν εννοώ το «μηχανισμό», αλλά ολόκληρο το Κόμμα. Το κάθε μέλος του Κόμματος οφείλει και πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του έναν αξιωματικό στον προλεταριακό στρατό.
«Από πότε έχετε γίνει ειδικοί στο ζήτημα της φιλοσοφίας;», ρωτάνε τώρα ειρωνικά οι αντιπολιτευόμενοι τους αντιπροσώπους της πλειοψηφίας. Αλλά η ειρωνεία εδώ δεν έχει καθόλου θέση. Ο επιστημονικός σοσιαλισμός είναι η συνειδητή έκφραση του ασυνείδητου ιστορικού προτσές, δηλαδή της ενστικτώδους και στοιχειακής κίνησης του προλεταριάτου να ξαναοικοδομήσει την κοινωνία σε κομμουνιστικές αρχές. Αυτές οι οργανικές τάσεις στην ψυχολογία των εργατών, ζωντανεύουν με την πιο μεγάλη ταχύτητα σήμερα, στην εποχή των κρίσεων και των πολέμων. Η συζήτηση έχει αποκαλύψει, πέρα από κάθε αμφιβολία, μια σύγκρουση στο Κόμμα, ανάμεσα σε μια μικροαστική και σε μια προλεταριακή τάση. Η μικροαστική τάση αποκαλύπτει τη σύγχυσή της με την προσπάθειά της να περιορίσει το πρόγραμμα του Κόμματος στα μικρά «συγκεκριμένα» ζητήματα. Η προλεταριακή τάση, αντίθετα, προσπαθεί να συνδέσει όλα τα μερικά ζητήματα σε μια θεωρητική ενότητα. Το ζήτημα, αυτή τη στιγμή, δεν είναι ο βαθμός στον οποίο τα διάφορα μέλη της πλειοψηφίας εφαρμόζουν συνειδητά τη διαλεκτική μέθοδο. Εκείνο που είναι σπουδαίο, είναι το γεγονός ότι η πλειοψηφία σαν σύνολο προσπαθεί να θέσει τα ζητήματα από τη σκοπιά του προλεταριάτου, και, γι’ αυτό το λόγο τείνει να αφομοιώσει τη διαλεκτική που είναι η «άλγεβρα της επανάστασης». Οι αντιπολιτευόμενοι, όπως μου έχει αναφερθεί, δέχονται με δυνατά γέλια, την ίδια την αναφορά στη «διαλεκτική». Μάταια. Αυτή η ανάξια μέθοδος δεν θα τους βοηθήσει. Η διαλεκτική του ιστορικού προτσές έχει, περισσότερο από μια φορά, τιμωρήσει σκληρά εκείνους που προσπάθησαν να την χλευάσουν.
Το τελευταίο άρθρο του συντρόφου Σάχτμαν, «Ένα Ανοιχτό Γράμμα στον Λεόν Τρότσκι», είναι ένα ανησυχητικό σύμπτωμα. Αποκαλύπτει πως ο Σάχτμαν αρνιέται να μάθει από τη συζήτηση και, αντίθετα, επιμένει να βαθαίνει τα σφάλματά του, εκμεταλλευόμενος μ’ αυτό τον τρόπο, όχι μόνο το ανεπαρκές θεωρητικό επίπεδο του Κόμματος, αλλά και τις ειδικές προκαταλήψεις της μικροαστικής του πτέρυγας. Ο καθένας γνωρίζει την ευκολία με την οποία ο Σάχτμαν είναι ικανός να υφαίνει διάφορα ιστορικά επεισόδια γύρω από τον έναν ή τον άλλον άξονα. Αυτή η ικανότητα κάνει τον Σάχτμαν ένα δημοσιογράφο με ταλέντο. Δυστυχώς, αυτό, από μόνο του, δεν είναι αρκετό. Το κύριο ζήτημα είναι ποιον άξονα θα διαλέξεις. Ο Σάχτμαν είναι απορροφημένος πάντα από την αντανάκλαση της πολιτικής στη φιλολογία και στον Τύπο. Του λείπει το ενδιαφέρον για τα πραγματικά προτσές της ταξικής πάλης, της ζωής των μαζών, των αλληλοσυνδέσεων ανάμεσα στα διάφορα στρώματα μέσα στην ίδια την εργατική τάξη, κλπ. Έχω διαβάσει όχι λίγα εξαιρετικά και, ακόμα, θαυμάσια άρθρα του Σάχτμαν, αλλά ποτέ δεν έχω δει ούτε ένα σχόλιο δικό του που να εμβαθύνει πραγματικά στη ζωή της αμερικάνικης εργατικής τάξης ή της πρωτοπορίας της.
Εδώ πρέπει να δόσουμε το χαρακτηρισμό –σ’ αυτόν δεν ενσωματώνεται μόνο η προσωπική αποτυχία του Σάχτμαν, αλλά η μοίρα μιας ολόκληρης επαναστατικής γενιάς, που, εξαιτίας μιας ειδικής συγκυρίας ιστορικών συνθηκών, μεγάλωσε έξω από το εργατικό κίνημα. Περισσότερο από μια φορά στο παρελθόν, μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω και να γράψω για τον κίνδυνο να εκφυλιστούν τα πολύτιμα αυτά στοιχεία, παρά την αφοσίωσή τους στην επανάσταση. Εκείνο που τότε ήταν ένα αναπόφευκτο χαρακτηριστικό της εφηβικής ηλικίας, έχει γίνει τώρα μια αδυναμία. Η αδυναμία προσκαλεί την αρρώστια. Αν παραμεληθεί, η αρρώστια μπορεί να γίνει μοιραία. Για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, είναι αναγκαίο να ανοίξουμε συνειδητά ένα νέο κεφάλαιο στην ανάπτυξη του Κόμματος. Οι προπαγανδιστές και οι δημοσιογράφοι της Τέταρτης Διεθνούς, πρέπει να αρχίσουν ένα νέο κεφάλαιο στη δική τους συνείδηση. Είναι αναγκαίο να επανεξοπλιστούν. Είναι αναγκαίο να κάνουν μια στροφή 180 μοιρών: να γυρίσουν τις πλάτες στους μικροαστούς διανοούμενους και να στραφούν προς τους εργάτες.
Το να θεωρεί κανείς σαν αιτία της τωρινής κρίσης του Κόμματος, το συντηρητισμό του εργατικού του τμήματος, το να αναζητάει μια λύση στην κρίση μέσα από τη νίκη του μικροαστικού μπλοκ, αυτό είναι το πιο επικίνδυνο λάθος που μπορεί κανείς να φανταστεί για το Κόμμα. Στην πραγματικότητα, η ουσία της σημερινής κρίσης, συνίσταται στο συντηρητισμό των μικροαστικών στοιχείων, που έχουν περάσει μέσα από ένα καθαρά προπαγανδιστικό σχολειό και που δεν έχουν ακόμα βρει ένα μονοπάτι προς το δρόμο της ταξικής πάλης. Η τωρινή κρίση είναι η τελική μάχη αυτών των στοιχείων για την αυτοσυντήρησή τους. Κάθε αντιπολιτευόμενος, σαν άτομο, μπορεί, αν σταθερά το επιθυμεί, να βρει μια άξια θέση για τον εαυτό του στο επαναστατικό κίνημα. Σαν φράξια, είναι καταδικασμένοι. Στην πάλη που αναπτύσσεται, ο Σάχτμαν δεν είναι στο στρατόπεδο που θα έπρεπε να είναι. Όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δυνατές του πλευρές έχουν υποχωρήσει στο βάθος, ενώ, από την άλλη μεριά, τα αδύνατα χαρακτηριστικά του, έχουν πάρει μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη έκφραση. Το «Ανοιχτό Γράμμα» του αντιπροσωπεύει, σαν να λέμε, μια αποκρυστάλλωση των αδύνατων χαρακτηριστικών του.
Ο Σάχτμαν έχει παραλείψει μια λεπτομέρεια: την ταξική του θέση. Γι’ αυτό και τα ασυνήθιστα ζιγκ ζαγκ του, οι αυτοσχεδιασμοί και τα πηδήματά του. Αντικαθιστά την ταξική ανάλυση με ασύνδετα ιστορικά ανέκδοτα, με μοναδικό σκοπό να καλύψει τη μετακίνησή του, να καμουφλάρει την αντίφαση ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα. Αυτή είναι η συμπεριφορά του Σάχτμαν απέναντι στην ιστορία του μαρξισμού, στην ιστορία του δικού του Κόμματος και στην ιστορία της Ρωσικής Αντιπολίτευσης. Κάνοντάς το αυτό, συσσωρεύει σφάλματα πάνω σε σφάλματα. Όλες οι ιστορικές αναλογίες στις οποίες καταφεύγει, μιλάνε, όπως θα δούμε, ενάντιά του.
Είναι πολύ πιο δύσκολο να διορθώσεις τα σφάλματα από το να τα κάνεις. Πρέπει να ζητήσω από τον αναγνώστη να είναι υπομονετικός, καθώς θα παρακολουθεί μαζί μου, βήμα προς βήμα, όλα τα ζιγκ ζαγκ των πνευματικών επιχειρήσεων του Σάχτμαν. Από την πλευρά μου, υπόσχομαι να μην περιοριστώ απλά στο ξεσκέπασμα των σφαλμάτων και των αντιφάσεων, αλλά να αντιτάξω, από την αρχή μέχρι το τέλος, την προλεταριακή θέση ενάντια στην μικροαστική, τη μαρξιστική θέση ενάντια στην εκλεκτικιστική. Μ’ αυτό τον τρόπο, ίσως όλοι μας θα μπορέσουμε να μάθουμε κάτι από τη συζήτηση.
«Πώς εμείς, ασυμφιλίωτοι επαναστάτες, γίναμε τόσο ξαφνικά μια μικροαστική τάση;», ρωτάει ο Σάχτμαν με αγανάκτηση. Πού είναι οι αποδείξεις; «Με ποιόν τρόπο εκδηλώθηκε αυτή η τάση τον τελευταίο χρόνο (!) ή τα τελευταία δυο χρόνια από τους κύριους εκπροσώπους της Μειοψηφίας;», («Εσωτερικό Δελτίο», τόμ. 2, αριθμ. 7, σελ. 11, Γενάρης 1940). Γιατί στο παρελθόν δεν υποχωρήσαμε στην επιρροή της μικροαστικής δημοκρατίας; Γιατί στη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου εμείς;... και λοιπά, και λοιπά. Αυτό είναι το κύριο επιχείρημα του Σάχτμαν καθώς αρχίζει την πολεμική του ενάντιά μου, και που πάνω σ’ αυτό παίζει διάφορες παραλλαγές σ’ όλους τους τόνους, ντύνοντάς το προφανώς με μια εξαιρετική σπουδαιότητα. Ούτε καν περνάει από το νου του Σάχτμαν, πως μπορώ να στρέψω το ίδιο αυτό το επιχείρημα ενάντιά του.
Το ντοκουμέντο της αντιπολίτευσης, «Πόλεμος και Γραφειοκρατικός Συντηρητισμός», λέει πως ο Τρότσκι έχει δίκιο εννιά φορές στις δέκα, ίσως ενενήντα εννιά στις εκατό. Καταλαβαίνω πολύ καλά τον τιμητικό και εξαιρετικά μεγαλόψυχο χαρακτήρα αυτής της παραχώρησης. Στην πραγματικότητα η αναλογία των λαθών μου είναι σημαντικά μεγαλύτερη. Πώς εξηγείται τότε το γεγονός ότι, δυο ή τρεις βδομάδες από τότε που γράφτηκε το ντοκουμέντο αυτό, ο Σάχτμαν ξαφνικά αποφάσισε πως ο Τρότσκι:
α) Είναι ανίκανος να έχει μια κριτική στάση απέναντι στις πληροφορίες που του δίνουν, παρ’ όλο που ένας από τους πληροφοριοδότες του για δέκα χρόνια, ήταν ο ίδιος ο Σάχτμαν.
β) Είναι ανίκανος να κάνει διάκριση ανάμεσα σε μια προλεταριακή και σε μια μικροαστική τάση –ανάμεσα σε μια μπολσεβίκικη και σε μια μενσεβίκικη τάση.
γ) Είναι υπέρμαχος της παράλογης αντίληψης της «γραφειοκρατικής επανάστασης» στη θέση της επανάστασης από τις μάζες.
δ) Είναι ανίκανος να επεξεργαστεί μια ορθή απάντηση στα συγκεκριμένα ζητήματα στην Πολωνία, στη Φιλανδία, κλπ.
ε) Εκδηλώνει μια τάση συνθηκολόγησης με το σταλινισμό.
στ) Είναι ανίκανος να καταλάβει τη σημασία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού –και λοιπά, και λοιπά, χωρίς τέλος.
Με μια λέξη, σε διάστημα δυο ή τριών βδομάδων, ο Σάχτμαν έχει ανακαλύψει ότι κάνω σφάλματα ενενήντα εννιά φορές στις εκατό, ιδιαίτερα εκεί που ο Σάχτμαν ο ίδιος τυχαίνει να είναι μπλεγμένος. Μου φαίνεται, πως το τελευταίο ποσοστό υποφέρει επίσης από μια μικρή υπερβολή –αλλά αυτή τη φορά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όπως και νά ’χει, ο Σάχτμαν ανακάλυψε την τάση μου να αντικαταστήσω την επανάσταση των μαζών με τη «γραφειοκρατική επανάσταση», πολύ πιο απότομα απ’ ό,τι ανακάλυψα εγώ τη δική του μικροαστική παρέκκλιση. Ο σύντροφος Σάχτμαν με καλεί να παρουσιάσω αποδείξεις για την ύπαρξη μιας «μικροαστικής τάσης» μέσα στο Κόμμα, τον τελευταίο χρόνο ή ακόμα τα τελευταία δυο τρία χρόνια. Ο Σάχτμαν, είναι απόλυτα δικαιολογημένος να μην επιθυμεί να αναφερθώ στο πιο μακρινό παρελθόν. Αλλά, σύμφωνα με την πρόσκληση του Σάχτμαν, θα περιοριστώ στα τρία τελευταία χρόνια. Σας παρακαλώ να προσέξετε. Στα ρητορικά ερωτήματα του αμείλιχτου κριτικού μου, θα απαντήσω με λίγα ακριβή ντοκουμέντα.
Στις 25 του Μάη 1937, έγραφα στη Νέα Υόρκη σ’ ό,τι αφορά την πολιτική της μπολσεβίκικης-λενινιστικής φράξιας στο Σοσιαλιστικό Κόμμα:
«...Πρέπει να αναφέρω δυο πρόσφατα ντοκουμέντα: α) το ιδιωτικό γράμμα του “Μαξ” γύρω από το συνέδριο, και β) το άρθρο του Σάχτμαν “Προς ένα Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα”. Και μόνο ο τίτλος αυτού του άρθρου χαρακτηρίζει μια εσφαλμένη προοπτική. Εκείνο που μου φαίνεται εμένα πως εγκαθιδρύεται από τα γεγονότα, μαζί και από το τελευταίο συνέδριο, είναι ότι αυτό το Κόμμα εξελίσσεται όχι σε ένα “επαναστατικό” Κόμμα, αλλά σ’ ένα είδος I.L.P. (Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα), δηλαδή, σε ένα άθλιο κεντριστικό πολιτικό έκτρωμα δίχως καμιά προοπτική.
Η διαβεβαίωση ότι το αμερικάνικο Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι τώρα “πλησιέστερα στη θέση του επαναστατικού μαρξισμού από οποιοδήποτε άλλο κόμμα της Δεύτερης ή της Τρίτης Διεθνούς”, είναι μια απολύτως λαθεμένη φιλοφρόνηση: το αμερικάνικο Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι μόνο πιο καθυστερημένο από τους ανάλογους σχηματισμούς στην Ευρώπη –το ΠΟΥΜ, το ΑΕΚ, το S.A.P. (γερμανικό ΣΕΚ), κλπ... Το καθήκον μας είναι να ξεσκεπάσουμε αυτό το αρνητικό πλεονέκτημα του Νόρμαν Τόμας και της παρέας του, και όχι να μιλάμε για την “ανωτερότητα (της απόφασης για τον πόλεμο) σε σχέση με κάθε άλλη απόφαση που έχει ποτέ υιοθετηθεί από το Κόμμα...”. Αυτό είναι μια καθαρά φιλολογική εκτίμηση, γιατί κάθε απόφαση πρέπει να βλέπεται σε σχέση με τα ιστορικά γεγονότα, με την πολιτική κατάσταση και τις επιτακτικές της ανάγκες...».
Και στα δυο ντοκουμέντα που αναφέρονται στο παραπάνω γράμμα, ο Σάχτμαν αποκάλυψε μια υπερβολική προσαρμοστικότητα προς την αριστερή πτέρυγα των μικροαστών δημοκρατών –πολιτική μίμηση– ένα πολύ επικίνδυνο σύμπτωμα για έναν επαναστάτη πολιτικό! Είναι εξαιρετικά σπουδαίο να σημειώσουμε τη μεγάλη εκτίμησή του για τη «ριζοσπαστική» θέση του Νόρμαν Τόμας σε σχέση με τον πόλεμο... στην Ευρώπη. Όπως είναι σ’ όλους γνωστό, οι οπορτουνιστές είναι πολύ ριζοσπάστες όταν βρίσκονται πολύ μακριά από τα γεγονότα. Μ’ αυτό το νόμο υπόψη, δεν είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς στην πραγματική του αξία, το γεγονός ότι ο Σάχτμαν και οι σύμμαχοί του μας κατηγορούν για τάση «συνθηκολόγησης με το σταλινισμό». Όταν κάθεται κανείς στον Μπρονξ, είναι, αλίμονο, πολύ πιο εύκολο να εμφανίζεται πιο αδιάλλακτος προς το Κρεμλίνο παρά προς την αμερικάνικη μικροαστική τάξη.
Αν πιστέψουμε τον σύντροφο Σάχτμαν, τράβηξα από τα μαλλιά κι έβαλα στη συζήτηση το ζήτημα της ταξικής σύνθεσης των φραξιών. Κι εδώ επίσης, θα αναφερθούμε στο πρόσφατο παρελθόν.
Στις 3 του Οκτώβρη 1937, έγραφα στη Νέα Υόρκη:
«Έχω, εκατοντάδες φορές, σημειώσει ότι ο εργάτης που μένει απαρατήρητος στις “κανονικές” συνθήκες της ζωής του Κόμματος, αποκαλύπτει αξιοσημείωτες ιδιότητες σε μια αλλαγή της κατάστασης, όταν οι γενικές φόρμουλες και οι γλαφυρές πέννες δεν είναι αρκετές, όταν εκείνο που χρειάζεται είναι η εξοικείωση με τη ζωή των εργατών και οι πρακτικές ικανότητες. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, ένας προικισμένος εργάτης αποκαλύπτει μια βεβαιότητα για τον εαυτό του, αποκαλύπτει τις γενικές πολιτικές του ικανότητες.
Η υπεροχή των διανοουμένων στην οργάνωση είναι αναπόφευκτη στην πρώτη περίοδο της ανάπτυξης της οργάνωσης. Ταυτόχρονα, αυτό είναι ένα μεγάλο εμπόδιο στην πολιτική εκπαίδευση των πιο προικισμένων εργατών... Είναι απόλυτα αναγκαίο στο επόμενο συνέδριο να μπουν στις τοπικές και κεντρικές επιτροπές, όσο το δυνατό περισσότεροι εργάτες. Για έναν εργάτη, η δραστηριότητα στα ηγετικά όργανα του Κόμματος είναι ταυτόχρονα ένα μεγάλο πολιτικό σχολείο...
Η δυσκολία είναι πως, σε κάθε οργάνωση, υπάρχουν παραδοσιακά μέλη στις επιτροπές και ότι διάφορα δευτερεύοντα, φραξιονιστικά και προσωπικά κριτήρια παίζουν ένα πολύ μεγάλο ρόλο στη σύνθεση του καταλόγου των υποψηφίων».
Δεν είδα ποτέ κάποια προσοχή ή κάποιο ενδιαφέρον του συντρόφου Σάχτμαν σε τέτοιου είδους ζητήματα.
Αν πιστέψουμε τον σύντροφο Σάχτμαν, εγώ έθεσα το ζήτημα της φράξιας του συντρόφου Άμπερν, σαν μια τεχνητή συνάθροιση μικροαστών, χωρίς μια πραγματική βάση. Ωστόσο, στις 10 του Οκτώβρη 1937, σε μια εποχή που ο Σάχτμαν βάδιζε πλάι πλάι με τον Κάνον, και που επίσημα θεωρούνταν ότι ο Άμπερν δεν είχε φράξια, εγώ έγραφα στον Κάνον:
«Το Κόμμα έχει μόνο μια μειοψηφία γνήσιων βιομηχανικών εργατών... Τα μη προλεταριακά στοιχεία αντιπροσωπεύουν μια πολύ αναγκαία μαγιά, και πιστεύω ότι μπορούμε να είμαστε περήφανοι για την καλή ποιότητα αυτών των στοιχείων... Αλλά... Το Κόμμα μας μπορεί να κατακλυστεί από μη προλεταριακά στοιχεία και μπορεί ακόμα και να χάσει τον επαναστατικό του χαρακτήρα. Το καθήκον είναι, φυσικά, όχι να εμποδίσουμε την εισροή των διανοούμενων με τεχνητές μέθοδες... αλλά να προσανατολίσουμε πρακτικά όλη την οργάνωση προς τα εργοστάσια, τις απεργίες, τα συνδικάτα...
Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: Δεν μπορούμε να αφιερώσουμε αρκετές ή ίσες δυνάμεις για όλα τα εργοστάσια. Η τοπική μας οργάνωση μπορεί να διαλέξει για τη δραστηριότητά της την επόμενη περίοδο, ένα, δύο ή τρία εργοστάσια στην περιοχή της, και να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της πάνω σ’ αυτά τα εργοστάσια. Αν σε ένα από αυτά έχουμε δύο ή τρεις εργάτες, μπορούμε να δημιουργήσουμε μια ειδική επιτροπή βοήθειας από πέντε μη εργάτες, με σκοπό να μεγαλώσουμε την επιρροή μας σ’ αυτά τα εργοστάσια.
Το ίδιο μπορούμε να κάνουμε και στα συνδικάτα. Δεν μπορούμε να μπάσουμε μη εργατικά μέλη στα εργατικά συνδικάτα. Μπορούμε, όμως, να δημιουργήσουμε με επιτυχία, επιτροπές βοήθειας για συζητήσεις και θεωρητική δουλειά σε σύνδεση με τους συντρόφους μας των συνδικάτων. Οι απαραβίαστοι όροι θα έπρεπε να είναι: όχι να διατάζουμε τους εργάτες, αλλά μόνο να τους βοηθούμε, να τους κάνουμε υποδείξεις, να τους οπλίζουμε με γεγονότα, ιδέες, εργοστασιακές εφημερίδες, ειδικές προκηρύξεις, κλπ.
Μια τέτια συνεργασία θα είχε μια τεράστια εκπαιδευτική σπουδαιότητα, από τη μια μεριά, για τους εργάτες συντρόφους και, από την άλλη, για τους μη εργάτες που έχουν ανάγκη από μια σταθερή επανεκπαίδευση.
Έχετε, για παράδειγμα, έναν σημαντικό αριθμό εβραίων μη εργατικών στοιχείων στις γραμμές σας. Αυτοί, μπορούν να γίνουν μια πολύ πολύτιμη μαγιά, αν το Κόμμα πετύχει σιγά σιγά να τους αποσπάσει από το κλειστό τους περιβάλλον και να τους δέσει με τους βιομηχανικούς εργάτες μέσα από την καθημερινή δραστηριότητα. Πιστεύω ότι ένας τέτοιος προσανατολισμός θα εξασφάλιζε επίσης μια περισσότερο υγιή ατμόσφαιρα μέσα στο Κόμμα.
Μπορούμε άμεσα να καθιερώσουμε έναν γενικό κανόνα: ένα μέλος του Κόμματος που δεν κερδίζει στο διάστημα τριών ή έξι μηνών έναν καινούργιο εργάτη για το Κόμμα, δεν είναι ένα καλό μέλος του Κόμματος.
Αν εγκαθιδρύσουμε στα σοβαρά έναν τέτοιο γενικό προσανατολισμό και αν επαληθεύουμε κάθε βδομάδα τα πρακτικά αποτελέσματα, θα αποφύγουμε έναν μεγάλο κίνδυνο –τον κίνδυνο να καταπνίξουν οι διανοούμενοι και οι χαρτογιακάδες την εργατική μειοψηφία, να την καταδικάσουν στη σιωπή, να μετατρέψουν το Κόμμα σε μια πολύ έξυπνη συζητητική λέσχη, αλλά που θα είναι αδύνατο να μείνουν εκεί εργάτες.
Οι ίδιοι κανόνες θα πρέπει να ισχύουν με μια επεξεργασμένη μορφή που να ανταποκρίνεται στη δουλειά και τη στρατολόγηση στην Οργάνωση της Νεολαίας, αλλιώς διατρέχουμε τον κίνδυνο να εκπαιδεύουμε καλά νεαρά στοιχεία σε ερασιτέχνες επαναστάτες και όχι σε επαναστάτες αγωνιστές».
Απ’ αυτό το γράμμα είναι, πιστεύω, φανερό, ότι δεν αναφέρθηκα στον κίνδυνο της μικροαστικής παρέκκλισης, την επομένη της συνθήκης Στάλιν-Χίτλερ, ή την επομένη του διαμελισμού της Πολωνίας, αλλά τον επισήμανα, με επιμονή, πριν δυο περίπου χρόνια. Επιπλέον, όπως τόνισα τότε, έχοντας στο νου μου πρώτα απ’ όλα την «ανύπαρκτη» φράξια του Άμπερν, ήταν απόλυτα αναγκαίο, για να καθαριστεί η ατμόσφαιρα του Κόμματος, να βγουν τα εβραϊκά μικροαστικά στοιχεία της τοπικής οργάνωσης της Νέας Υόρκης από το συνηθισμένο τους συντηρητικό περιβάλλον, και να διαλυθούν στο πραγματικό εργατικό κίνημα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, το παραπάνω γράμμα (όχι το πρώτο αυτού του είδους), που γράφτηκε δυο χρόνια πριν να αρχίσει η τωρινή συζήτηση, έχει, σαν απόδειξη, πολύ μεγαλύτερο βάθος απ’ όλα τα γραφτά των ηγετών της αντιπολίτευσης, σ’ ότι αφορά τα κίνητρα που με έσπρωξαν να επέμβω και να υπερασπίσω την «κλίκα του Κάνον».
Η τάση του Σάχτμαν να υποτάσσεται στην επιρροή της μικρομπουρζουαζίας, ιδιαίτερα στην ακαδημαϊκή και λογοτεχνική, δεν ήταν ποτέ άγνωστη σε μένα. Στην περίοδο της Επιτροπής Ντιούι, 14 Οχτώβρη του 1937, έγραφα στους Κάνον, Σάχτμαν και Γουάρντ:
«... Επέμενα στην ανάγκη να πλαισιώσουμε την Επιτροπή με αντιπροσώπους εργατικών ομάδων, για να δημιουργήσουμε αγωγούς από την Επιτροπή προς τις μάζες... Οι σύντροφοι Γουάρντ, Σάχτμαν και άλλοι, δήλωσαν ότι είναι σύμφωνοι μαζί μου σ’ αυτό το σημείο. Μαζί αναλύσαμε τις πρακτικές δυνατότητες για να πραγματοποιήσουμε αυτό το σχέδιο... Αλλά, αργότερα, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις μου, ποτέ δεν μπόρεσα να πάρω πληροφορίες γι’ αυτό το ζήτημα, και μόνο τυχαία άκουσα πως ο σύντροφος Σάχτμαν αντιτίθενταν σ’ αυτό. Γιατί; Δεν ξέρω».
Ο Σάχτμαν δεν μου αποκάλυψε ποτέ τους λόγους του. Στο γράμμα μου εκφράστηκα με μια εξαιρετική διπλωματικότητα, αλλά δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία, πως ο Σάχτμαν ενώ, στα λόγια, συμφωνούσε μαζί μου, στην πραγματικότητα φοβόταν μην πληγώσει την υπερβολική πολιτική ευαισθησία των προσωρινών φιλελεύθερων συμμάχων μας: προς αυτή την κατεύθυνση ο Σάχτμαν εκδηλώνει μια ιδιαίτερη «λεπτότητα».
Στις 15 του Απρίλη 1938, έγραφα στη Νέα Υόρκη:
«Με εξέπληξε κάπως το είδος της δημοσιότητας που δόθηκε στο γράμμα του Ίστμαν στη“Νέα Διεθνή”. Η δημοσίευση του γράμματος είναι ορθή, αλλά η εξέχουσα θέση που της δίνετε στο εξώφυλλο, συνδυαζόμενη με τη σιωπή σ’ ό,τι αφορά το άρθρο του Ίστμαν, στο“Χάρπερ”, μου φαίνεται λίγο συμβιβαστική για τη “Νέα Διεθνή”. Πολύς κόσμος θα ερμηνεύσει αυτό το γεγονός, σαν επιθυμία απομέρους μας να κλείνουμε τα μάτια σε ζητήματα αρχών, όταν πρόκειται για φίλους».
Την 1 του Ιούνη 1938, έγραφα στο σύντροφο Σάχτμαν:
«Μου είναι δύσκολο να καταλάβω γιατί κρατάς μια τόσο ανεχτική και ακόμα φιλική στάση απέναντι στον κ. Ευγένιο Λάιονς. Αυτός μιλάει, όπως φαίνεται, στις συγκεντρώσεις σας. Ταυτόχρονα, μιλάει και στις συγκεντρώσεις των Λευκοφρουρών».
Η επιστολή αυτή συνεχίζει την πάλη για μια περισσότερο ανεξάρτητη και αποφασιστική πολιτική προς τους αυτοαποκαλούμενους «φιλελεύθερους», που, ενώ διεξάγουν μια πάλη ενάντια στην επανάσταση, επιθυμούν να διατηρήσουν «φιλικές σχέσεις» με το προλεταριάτο, γιατί αυτό διπλασιάζει τις μετοχές τους στα μάτια της αστικής κοινής γνώμης.
Στις 6 του Οκτώβρη του 1938, ένα σχεδόν χρόνο πριν αρχίσει η συζήτηση, έγραψα για την ανάγκη να στραφεί ο κομματικός μας Τύπος, αποφασιστικά προς τους εργάτες:
«Πολύ ενδιαφέρουσα από αυτή την άποψη, είναι η στάση της “Σοσιαλιστικής Έκκλησης”. Είναι αναμφισβήτητα μια πολύ καλή μαρξιστική εφημερίδα, αλλά δεν είναι ένα γνήσιο όργανο πολιτικής δράσης... Προσπάθησα να τραβήξω το ενδιαφέρον της συντακτικής επιτροπής της “Σοσιαλιστικής Έκκλησης” σ’ αυτό το ζήτημα, αλλά χωρίς επιτυχία».
Είναι ολοφάνερο πως στα λόγια αυτά υπάρχει ένας τόνος παράπονου. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο σύντροφος Σάχτμαν, όπως έχω ήδη αναφέρει, δείχνει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον για απομονωμένα επεισόδια, για αγώνες που έχουν τελειώσει πολύ καιρό πριν, παρά για την κοινωνική σύνθεση του ίδιου τους Κόμματός του ή του αναγνωστικού κοινού της ίδιας της εφημερίδας του.
Στις 20 του Γενάρη 1939, σε ένα γράμμα, που έχω ήδη αναφέρει, πάνω στο διαλεκτικό υλισμό, έθιξα για άλλη μια φορά το ζήτημα της έλξης που τραβάει τον σ. Σάχτμαν, προς το περιβάλλον της μικροαστικής φιλολογικής αδελφότητας.
«Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η “Σοσιαλιστική Έκκληση” αγνοεί σχεδόν το σταλινικό Κόμμα. Αυτό το Κόμμα αντιπροσωπεύει σήμερα ένα σωρό αντιφάσεις. Τα σχίσματα είναι αναπόφευκτα. Οι επόμενες σπουδαίες κατακτήσεις ασφαλώς θά ’ρθουν από το σταλινικό Κόμμα. Η πολιτική προσοχή μας θα έπρεπε να είναι συγκεντρωμένη σ’ αυτό. Θα έπρεπε να παρακολουθούμε την εξέλιξη των αντιφάσεών του μέρα με τη μέρα και ώρα με την ώρα. Κάποιος από τους επαγγελματίες του Κόμματος θα έπρεπε να αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στις ιδέες και τις πράξεις των σταλινικών. Θα μπορούσαμε να προκαλέσουμε μια συζήτηση και, αν είναι δυνατόν, να δημοσιεύουμε γράμματα από ταλαντευόμενους σταλινικούς.
Αυτό θα ήταν χίλιες φορές πιο σπουδαίο από το να καλέσετε τον Ίστμαν, τον Λάιονς και τους άλλους, να παρουσιάσουν τον προσωπικό τους ιδρώτα. Αναρωτιόμουνα για ποιο λόγο αφιερώσατε χώρο στο τελευταίο ασήμαντο και αλαζονικό άρθρο του Ίστμαν... Βρέθηκα, όμως, σε απόλυτη αμηχανία όταν εσείς προσωπικά καλέσατε αυτούς τους ανθρώπους να ρυπάνουν τις όχι και τόσο πολυάριθμες σελίδες της “Νέας Διεθνούς”. Η διαιώνιση αυτής της πολεμικής μπορεί να ενδιαφέρει μερικούς μικροαστούς διανοούμενους, αλλά όχι τα επαναστατικά στοιχεία. Πιστεύω σταθερά ότι μια ορισμένη αναδιοργάνωση της “Νέας Διεθνούς” και της “Σοσιαλιστικής Έκκλησης” είναι αναγκαία: μεγαλύτερη απόσταση από τον Ίστμαν, τον Λάιονς, κλπ., και πλησιέστερα στους εργάτες, και μ’ αυτή την έννοια, στο σταλινικό Κόμμα».
Τα τελευταία γεγονότα έχουν δείξει –λυπάμαι που το λέω– ότι ο Σάχτμαν όχι μόνο δεν απομακρύνθηκε από τους Ίστμαν και Σία, αλλά, αντίθετα, πήγε πιο κοντά τους.
Στις 27 του Μάη 1939, έγραψα πάλι σε σχέση με το χαρακτήρα της «Σοσιαλιστικής Έκκλησης» και σε σχέση με την κοινωνική σύνθεση του Κόμματος:
«Από το πρακτικά βλέπω ότι συναντάτε δυσκολίες με τη “Σοσιαλιστική Έκκληση”. Η εφημερίδα, από δημοσιογραφική άποψη, είναι πολύ καλή, αλλά είναι μια εφημερίδα για τους εργάτες και όχι μια εργατική εφημερίδα...
Έτσι όπως είναι, η εφημερίδα είναι κατανεμημένη ανάμεσα σε διάφορους συντάκτες, που ο καθένας τους είναι πολύ καλός, αλλά συλλογικά αυτοί δεν επιτρέπουν στους εργάτες να διεισδύσουν στις σελίδες της “Έκκλησης”. Ο καθένας τους μιλάει για τους εργάτες (και μιλάει πολύ καλά) αλλά κανείς δεν ακούει τους εργάτες. Παρά τη φιλολογική λαμπρότητά της, σ’ έναν ορισμένο βαθμό, η εφημερίδα γίνεται θύμα της δημοσιογραφικής ρουτίνας. Εκεί δεν θα δείτε καθόλου, το πως ζουν οι εργάτες, το πως αγωνίζονται, πως χτυπιούνται με την αστυνομία, ή πίνουν ουίσκι. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο για την εφημερίδα σαν επαναστατικό όργανο του Κόμματος. Το καθήκον μας δεν είναι να βγάζουμε μια εφημερίδα που να την γράφει από κοινού μια ειδικευμένη συντακτική επιτροπή, αλλά να ενθαρρύνουμε τους εργάτες να μιλάνε οι ίδιοι για τον εαυτό τους.
Μια ριζική και θαρραλέα αλλαγή είναι αναγκαία σαν όρος για την επιτυχία... Βέβαια, αυτό δεν είναι ένα ζήτημα της εφημερίδας μόνο, αλλά της όλης πορείας της πολιτικής. Εξακολουθώ να έχω τη γνώμη πως έχετε πάρα πολλούς μικροαστούς, αγόρια και κορίτσια, που είναι πολύ καλοί και αφοσιωμένοι στο Κόμμα, αλλά που δεν έχουν ολότελα κατανοήσει ότι το καθήκον τους δεν είναι να συζητούν μεταξύ τους, αλλά να διεισδύσουν μέσα σε φρέσκα εργατικά περιβάλλοντα. Επαναλαμβάνω την πρότασή μου: κάθε μικροαστός, μέλος του Κόμματος, που σ’ ένα ορισμένο διάστημα, ας πούμε τρεις ή έξι μήνες, δεν κερδίζει έναν εργάτη για το Κόμμα, θα πρέπει να υποβιβαστεί σε δόκιμο μέλος και, ύστερα από άλλους τρεις μήνες, να διαγραφεί από το Κόμμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι άδικο, αλλά, για το Κόμμα σαν όλο, θα ήταν ένα σωτήριο τράνταγμα που το έχει πάρα πολύ ανάγκη. Μια πραγματικά ριζική αλλαγή είναι αναγκαία».
Προτείνοντας τέτια δρακόντεια μέτρα, όπως η διαγραφή των μικροαστικών στοιχείων που είναι ανίκανα να συνδέσουν τον εαυτό τους με τους εργάτες, δεν είχα στο νου μου την «υπεράσπιση» της φράξιας του Κάνον, αλλά τη διάσωση του Κόμματος από τον εκφυλισμό.
Σχολιάζοντας τις φωνές των σκεπτικιστών από το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα που είχαν φτάσει στ’ αυτιά μου, έγραφα στον σύντροφο Κάνον, στις 16 του Ιούνη 1939:
«Η κατάσταση επικείμενου πολέμου, η επιδείνωση του εθνικισμού, κλπ., είναι φυσικά εμπόδια στην ανάπτυξή μας και η βαθύτερη αιτία της κατάπτωσης στις γραμμές μας. Αλλά τώρα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι όσο μικροαστική είναι η σύνθεση του Κόμματος, τόσο αυτό εξαρτάται από τις αλλαγές της επίσημης κοινής γνώμης. Αυτό είναι ένα συμπληρωματικό επιχείρημα για την αναγκαιότητα ενός θαρραλέου και δραστήριου επαναπροσανατολισμού προς τις μάζες.
Οι απαισιόδοξοι συλλογισμοί που αναφέρεις στο άρθρο σου, είναι, φυσικά, μια αντανάκλαση της πατριωτικής εθνικιστικής πίεσης της επίσημης κοινής γνώμης. “Αν ο φασισμός νικήσει στη Γαλλία...”, “Αν ο φασισμός νικήσει στην Αγγλία...”. Και ούτω καθεξής. Οι νίκες του φασισμού έχουν μεγάλη σημασία, αλλά η θανάσιμη αγωνία του καπιταλισμού έχει μεγαλύτερη σημασία».
Το ζήτημα της εξάρτησης της μικροαστικής πτέρυγας του Κόμματος από την επίσημη κοινή γνώμη, είχε, κατά συνέπεια, τεθεί αρκετούς μήνες πριν να αρχίσει η τωρινή συζήτηση, και δεν είχε καθόλου μπει τεχνητά για να δυσφημιστεί η αντιπολίτευση.
Ο σύντροφος Σάχτμαν ζητούσε να του αναφέρω «προηγούμενα» σ’ ό,τι αφορά τις μικροαστικές τάσεις των ηγετών της αντιπολίτευσης στη διάρκεια της τελευταίας περιόδου. Προχώρησα τόσο πολύ, απαντώντας σ’ αυτή την απαίτηση, που ξεχώρισα τον ίδιο τον σύντροφο Σάχτμαν από τους ηγέτες της αντιπολίτευσης. Αλλά βρίσκομαι πολύ μακριά από το να έχω εξαντλήσει το υλικό που έχω στη διάθεσή μου. Δυο γράμμα –το ένα του Σάχτμαν, το άλλο δικό μου– που ίσως έχουν περισσότερο ακόμα ενδιαφέρον σαν «προηγούμενα», θα τα παραθέσω σε σχέση με ένα άλλο ζήτημα. Ο Σάχτμαν δεν πρέπει να φέρει την αντίρρηση ότι οι ελλείψεις και τα σφάλματα που αναφέρονται στην αλληλογραφία, έχουν επίσης διατυπωθεί και ενάντια σε άλλους συντρόφους, συμπεριλαμβανομένων και αντιπροσώπων της σημερινής πλειοψηφίας. Αυτό είναι δυνατό. Είναι πιθανό. Αλλά το όνομα του Σάχτμαν δεν επαναλαμβάνεται τυχαία σ’ αυτή την αλληλογραφία. Ενώ οι άλλοι έχουν διαπράξει επεισοδιακά σφάλματα, ο Σάχτμαν έχει δείξει μια τάση.
Όπως και νά ’χει, εντελώς αντίθετα απ’ ό,τι ισχυρίζεται τώρα ο Σάχτμαν για τις δήθεν «απότομες» και «απροσδόκητες» εκτιμήσεις μου, μπορώ, με ντοκουμέντα στο χέρι, να αποδείξω –και πιστεύω ότι έχω αποδείξει– ότι το άρθρο μου για τη «Μικροαστική Αντιπολίτευση» δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να συνοψίσει την αλληλογραφία μου με τη Νέα Υόρκη στα τελευταία τρία χρόνια. (Στην πραγματικότητα στα δέκα τελευταία χρόνια). Ο Σάχτμαν ζήτησε, πολύ επιδεικτικά, «προηγούμενα». Του τα έδοσα και τα «προηγούμενα». Μιλάνε καθαρά ενάντια στον Σάχτμαν.
Οι κύκλοι της αντιπολίτευσης θεωρούν ότι είναι δυνατό να ισχυρίζονται πως το ζήτημα του διαλεκτικού υλισμού μπήκε από μένα, μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούσα να δόσω μια απάντηση στα «συγκεκριμένα» ζητήματα της Φιλανδίας, της Λετονίας, της Ινδίας, του Αφγανιστάν, του Βελουχιστάν, και λοιπά. Αυτό το επιχείρημα, που από μόνο του δεν έχει καμιά αξία, έχει, ωστόσο, ενδιαφέρον από την άποψη ότι χαρακτηρίζει το επίπεδο ορισμένων προσώπων της αντιπολίτευσης, τη στάση τους απέναντι στη θεωρία, απέναντι σε μια στοιχειώδη ιδεολογική πίστη. Δεν θα ήταν λάθος, λοιπόν, να αναφερθώ στο γεγονός ότι η πρώτη μου σοβαρή συζήτηση με τους συντρόφους Σάχτμαν και Γουάρντ, στο τρένο, αμέσως μετά την άφιξή μου στο Μεξικό, το Γενάρη του 1939, ήταν αφιερωμένη στην ανάγκη να προπαγανδίζεται επίμονα ο διαλεκτικός υλισμός. Όταν το αμερικανικό τμήμα μας έσπασε από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, επέμεινα πάρα πολύ, να εκδοθεί, όσο το δυνατό πιο σύντομα, ένα θεωρητικό όργανο, γιατί είχα πάλι στο νου μου την ανάγκη να εκπαιδευτεί το Κόμμα, και πρώτα απ’ όλα τα νέα του μέλη, στο πνεύμα του διαλεκτικού υλισμού. Στις Ενωμένες Πολιτείες –έγραφα τότε– όπου η μπουρζουαζία ενσταλάζει συστηματικά τον χυδαίο εμπειρισμό στους εργάτες, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, είναι αναγκαίο να επιταχύνουμε την εξύψωση του κινήματος σ’ ένα κατάλληλο θεωρητικό επίπεδο. Στις 20 του Γενάρη 1939, έγραφα στον σύντροφο Σάχτμαν, σε σχέση με το άρθρο «Διανοούμενοι σε Υποχώρηση», που είχε γράψει από κοινού με τον Μπάρναμ:
«Το κομμάτι για τη διαλεκτική, είναι το μεγαλύτερο χτύπημα που εσύ, προσωπικά, σαν αρχισυντάκτης της “Νέας Διεθνούς”, μπορούσες να δόσεις στη μαρξιστική θεωρία... Καλά! Θα μιλήσουμε δημόσια γι’ αυτό».
Έτσι, ένα χρόνο πριν, είχα προκαταβολικά και ανοιχτά προειδοποιήσει τον Σάχτμαν ότι σκοπεύω να διεξάγω μια δημόσια πάλη ενάντια στις εκλεκτικιστικές του τάσεις. Εκείνη την εποχή, δεν γινόταν καν λόγος για μελλοντική αντιπολίτευση και όπως και νά ’χει, σε καμιά περίπτωση δεν είχα υποθέσει πως το φιλοσοφικό μπλοκ ενάντια στο μαρξισμό προετοίμαζε το έδαφος για ένα πολιτικό μπλοκ ενάντια στο πρόγραμμα της Τέταρτης Διεθνούς.
Ο χαρακτήρας των διαφορών που έχουν βγει σήμερα στην επιφάνεια, έχει μόνο επιβεβαιώσει τους προηγούμενους φόβους μου σ’ ό,τι αφορά την κοινωνική σύνθεση του Κόμματος και τη θεωρητική εκπαίδευση των στελεχών. Δεν υπήρξε τίποτε που απαιτούσε να αλλάξω γνώμη, ή να βάλω κάτι «τεχνητά». Αυτή είναι η πραγματικότητα. Θα προσθέσω επίσης πως αισθάνομαι κάποια ντροπή για το γεγονός ότι είναι σχεδόν αναγκαίο να δικαιολογήσω την απομέρους μου υπεράσπιση του μαρξισμού, μέσα σ’ ένα από τα τμήματα της Τέταρτης Διεθνούς!
Στο «Ανοιχτό Γράμμα» του, ο Σάχτμαν αναφέρεται ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ο σύντροφος Βίνσεντ Νταν έκφρασε την ικανοποίησή του σε σχέση με το άρθρο για τους διανοούμενους. Αλλά, κι εγώ επίσης το παίνεσα: «Πολλά μέρη είναι έξοχα». Ωστόσο, όπως λέει μια ρώσικη παροιμία, μια κουταλιά πίσσα μπορεί να χαλάσει ένα βαρέλι μέλι. Είναι ακριβώς αυτή η κουταλιά από πίσσα που υπάρχει εδώ. Το κομμάτι που ήταν αφιερωμένο στον διαλεκτικό υλισμό, έκφραζε ορισμένες αντιλήψεις, που είναι τερατώδικες από την άποψη του μαρξισμού, που ο στόχος τους, όπως φαίνεται καθαρά σήμερα, ήταν να προετοιμάσουν το έδαφος για ένα πολιτικό μπλοκ. Επειδή ο Σάχτμαν επιμένει με πείσμα πως πήρα το άρθρο του σαν πρόσχημα, ας παραθέσω γι’ άλλη μια φορά το κεντρικό κομμάτι στο τμήμα που μας ενδιαφέρει:
«... Ούτε έχει κανείς ακόμα δείξει ότι η συμφωνία ή η διαφωνία στις πιο αφηρημένες θεωρίες του διαλεκτικού υλισμού επηρεάζει (!) αναγκαστικά τα σημερινά και τα αυριανά συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα –και τα πολιτικά κόμματα, τα προγράμματα και οι αγώνες είναι βασισμένα σε τέτια συγκεκριμένα ζητήματα», («Νέα Διεθνής», Γενάρης 1939, σελ. 7). Δεν είναι αρκετό αυτό από μόνο του; Εκείνο που πάνω απ’ όλα είναι εκπληκτικό, είναι αυτή η φόρμουλα, η ανάξια για επαναστάτη «τα πολιτικά κόμματα, τα προγράμματα και οι αγώνες είναι βασισμένα σε τέτοια συγκεκριμένα ζητήματα». Ποιά κόμματα; Ποιά προγράμματα; Ποιοί αγώνες; Όλα τα κόμματα και όλα τα προγράμματα μπερδεύονται εδώ όλα μαζί. Το κόμμα του προλεταριάτου, είναι ένα κόμμα διαφορετικό από όλα τα άλλα. Δεν στηρίζεται καθόλου πάνω σε «τέτοια συγκεκριμένα ζητήματα». Από την ίδια του τη βάση, είναι διαμετρικά αντίθετο από τα κόμματα των αστών αλογοεμπόρων και των μικροαστών ρακομπαλωματήδων. Το καθήκον του είναι η προετοιμασία μιας κοινωνικής επανάστασης και η αναγέννηση του ανθρώπινου γένους πάνω σε νέα υλικά και ηθικά θεμέλια. Για να μην υποχωρήσουν κάτω από την πίεση της αστικής κοινής γνώμης και της αστυνομικής καταπίεσης, οι προλετάριοι επαναστάτες, και πολύ περισσότερο ένας ηγέτης, χρειάζεται μια καθαρή, διεισδυτική, εντελώς αφομοιωμένη κοσμοθεωρία. Μόνο πάνω στη βάση μιας ενιαίας μαρξιστικής αντίληψης, είναι δυνατό να πλησιάσει κανείς με σωστό τρόπο, τα «συγκεκριμένα» ζητήματα.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η προδοσία του Σάχτμαν –όχι ένα απλό λάθος όπως ήθελα να πιστεύω πέρυσι, αλλά, όπως είναι τώρα καθαρό, μια ολοκληρωτική θεωρητική προδοσία. Ακολουθώντας τα βήματα του Μπάρναμ, ο Σάχτμαν διδάσκει το νεαρό επαναστατικό κόμμα, πως «κανείς ακόμα δεν έχει δείξει», ότι ο διαλεκτικός υλισμός επηρεάζει ίσως την πολιτική δραστηριότητα του Κόμματος. Με άλλα λόγια, «κανείς δεν έχει ακόμα δείξει», ότι ο μαρξισμός έχει κάποια χρησιμότητα στην πάλη του προλεταριάτου. Το Κόμμα, κατά συνέπεια, δεν έχει κανένα λόγο να αφομοιώσει και να υπερασπίσει το διαλεκτικό υλισμό. Αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια απάρνηση του μαρξισμού, της επιστημονικής μεθόδου γενικά, μια αξιοθρήνητη υποταγή στον εμπειρισμό. Αυτό ακριβώς συνιστά το φιλοσοφικό μπλοκ του Σάχτμαν με τον Μπάρναμ και, διαμέσου του Μπάρναμ, με τους κήρυκες της αστικής «Επιστήμης». Είναι ακριβώς αυτό και μόνον αυτό, στο οποίο αναφερόμουνα στο γράμμα μου της 20 του Γενάρη του περασμένου χρόνου.
Στις 5 του Μάρτη, ο Σάχτμαν μου απάντησε: «Διάβασα ξανά το άρθρο των Μπάρναμ και Σάχτμαν του Γενάρη στο οποίο αναφέρεσαι και παρά το γεγονός ότι, στο φως αυτών που έχεις γράψει, θα μπορούσα, αν επρόκειτο να ξαναγραφτεί το άρθρο, να προτείνω μια διαφορετική διατύπωση εδώ (!) ή εκεί (!), δεν μπορώ να συμφωνήσω με την ουσία της κριτικής σου».
Όπως γίνεται πάντα με τον Σάχτμαν σε κάθε σοβαρή κατάσταση, αυτή η απάντηση, στην πραγματικότητα, δεν λέει απολύτως τίποτε. Δίνει, ωστόσο, ακόμα την εντύπωση πως ο Σάχτμαν έχει αφήσει μια γέφυρα ανοιχτή για υποχώρηση. Αιχμάλωτος, σήμερα, της φραξιονιστικής παραφροσύνης, υπόσχεται να το «κάνει ξανά και ξανά αύριο». Να κάνει τί; Να υποταχτεί στην αστική «Επιστήμη»; Να απαρνηθεί τον μαρξισμό;
Ο Σάχτμαν μου δίνει μια μακροσκελή εξήγηση (σε λίγο θα δούμε πάνω σε ποιες βάσεις) για τη χρησιμότητα τούτου ή του άλλου πολιτικού μπλοκ. Εγώ μιλάω για την εξαιρετική σοβαρότητα της θεωρητικής παράδοσης. Αν ένα μπλοκ μπορεί να είναι δικαιολογημένο ή όχι, αυτό εξαρτάται από το περιεχόμενό του και από τις περιστάσεις. Η θεωρητική προδοσία δεν μπορεί να δικαιωθεί από κανένα μπλοκ. Ο Σάχτμαν αναφέρεται στο γεγονός, ότι αυτό το άρθρο έχει έναν καθαρά πολιτικά χαρακτήρα. Εγώ δεν μιλάω για το άρθρο, αλλά για το κομμάτι εκείνο που αποκηρύσσει το μαρξισμό. Αν ένα εγχειρίδιο φυσικής περιείχε έστω και δυο μόνο γραμμές για το ότι ο θεός είναι η πρώτη αιτία, θα είχα όλο το δικαίωμα να συμπεράνω ότι ο συγγραφέας είναι ένας σκοταδιστής.
Ο Σάχτμαν δεν απαντάει στην κατηγορία, αλλά προσπαθεί να τραβήξει μακριά την προσοχή, στρέφοντάς την σε άσχετα ζητήματα. Ρωτάει: «Αυτό που εσύ αποκαλείς “μπλοκ μου με τον Μπάρναμ στη σφαίρα της φιλοσοφίας”, διαφέρει από το μπλοκ του Λένιν με τον Μπογκντάνοφ; Γιατί αυτό είναι μπλοκ σε αρχές, ενώ το δικό μας είναι χωρίς αρχές; Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να ακούσω την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα». Πιο κάτω θα ασχοληθώ με την πολιτική διαφορά ή μάλλον με την πλήρη πολιτική αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στα δυο μπλοκ. Εδώ μας ενδιαφέρει το ζήτημα της μαρξιστικής μεθόδου. Ρωτάς, πού βρίσκεται η διαφορά; Η διαφορά βρίσκεται στο ότι ο Λένιν ποτέ δεν διακήρυξε, για χάρη του Μπογκντάνοφ, πως ο διαλεκτικός υλισμός είναι περιττός για τη λύση των «συγκεκριμένων πολιτικών ζητημάτων». Στο ότι ο Λένιν ποτέ δεν ανακάτεψε θεωρητικά το μπολσεβίκικο κόμμα με τα κόμματα γενικά. Ήταν οργανικά ανίκανος να εκστομίσει τέτοιες βδελυγμίες. Και όχι μόνο ο Λένιν, αλλά κανείς από τους σοβαρούς μπολσεβίκους. Αυτή είναι η διαφορά. Την καταλαβαίνεις; Ο Σάχτμαν μου απάντησε με σαρκασμό ότι θα του ήταν πολύ «ενδιαφέρον» να έχει μια καθαρή απάντηση. Η απάντηση, πιστεύω, έχει δοθεί. Δεν απαιτώ να του είναι «ενδιαφέρουσα».
Το πιο αξιοθρήνητο μέρος στο αξιοθρήνητο έργο του Σάχτμαν, είναι το κεφάλαιο, «Το Κράτος και ο Χαρακτήρας του Πολέμου». «Ποιά είναι, λοιπόν, η θέση μας;», ρωτάει ο συγγραφέας. «Απλά αυτή: Είναι αδύνατο να καθορίσουμε άμεσα την πολιτική μας απέναντι σ’ έναν ειδικό πόλεμο από έναν αφηρημένο χαρακτηρισμό του ταξικού χαρακτήρα του κράτους που έχει εμπλακεί στον πόλεμο, πιο ιδιαίτερα, από τις μορφές ιδιοκτησίας που κυριαρχούν σ’ αυτό το κράτος. Η πολιτική μας πρέπει να βγαίνει από μια συγκεκριμένη εξέταση του χαρακτήρα του πολέμου, σε σχέση με τα συμφέροντα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης», («Νέα Διεθνής», Γενάρης 1939, σελ. 13, οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Τι σύγχυση! Τι κυκεώνας από σοφιστείες! Αν είναι δυνατό να καθορίσουμε την πολιτική μας άμεσα από τον ταξικό χαραχτήρα ενός κράτους, τότε γιατί αυτό δεν μπορεί να γίνει όχι άμεσα; Γιατί πρέπει η ανάλυση του χαρακτήρα του κράτους να είναι αφηρημένη, ενώ η ανάλυση του χαρακτήρα του πολέμου είναι συγκεκριμένη; Τυπικά μιλώντας, μπορεί κανείς με τον ίδιο τρόπο, στην πραγματικότητα με πολύ περισσότερο δικαίωμα, να πει ότι η πολιτική μας σχετικά με την ΕΣΣΔ, μπορεί να καθορίζεται όχι από τον αφηρημένο χαρακτηρισμό του πολέμου σαν «ιμπεριαλιστικού», αλλά μόνο από μια συγκεκριμένη ανάλυση του χαρακτήρα του κράτους στη δοσμένη ιστορική κατάσταση. Η θεμελιώδης σοφιστεία που πάνω της οικοδομεί ο Σάχτμαν όλα τα άλλα, είναι αρκετά απλή: Επειδή η οικονομική βάση καθορίζει τα γεγονότα στο εποικοδόμημα όχι άμεσα, επειδή ο απλός ταξικός χαρακτηρισμός του κράτους δεν είναι αρκετός να λύσει τα πρακτικά καθήκοντα, γι’ αυτό... γι’ αυτό μπορούμε να προχωρήσουμε χωρίς να εξετάσουμε την οικονομία και την ταξική φύση του κράτους, αλλά αντικαθιστώντας τα, όπως ο Σάχτμαν το διατυπώνει με τα δημοσιογραφικά του κορακίστικα, με τις «πραγματικότητες των ζωντανών γεγονότων», (όπ.π., σελ. 14).
Το ίδιο ακριβώς τέχνασμα που κυκλοφόρησε ο Σάχτμαν για να δικαιολογήσει το φιλοσοφικό του μπλοκ με τον Μπάρναμ (ο διαλεκτικός υλισμός καθορίζει την πολιτική μας όχι άμεσα, κατά συνέπεια... δεν επηρεάζει γενικά «τα συγκεκριμένα πολιτικά καθήκοντα»), επαναλαμβάνεται εδώ, λέξη προς λέξη, σε σχέση με τη μαρξιστική κοινωνιολογία: Επειδή οι μορφές ιδιοκτησίας καθορίζουν την πολιτική ενός κράτους όχι άμεσα, είναι, επομένως, δυνατό να πετάξουμε τη μαρξιστική κοινωνιολογία από το παράθυρο γενικά, όταν καθορίζουμε «τα συγκεκριμένα πολιτικά καθήκοντα».
Αλλά γιατί να σταματήσουμε εδώ; Αφού ο νόμος της αξίας της εργασίας καθορίζει τις τιμές όχι «άμεσα» και όχι «απ’ ευθείας», αφού οι νόμοι της φυσικής επιλογής καθορίζουν όχι «άμεσα» και όχι «απ’ ευθείας» τη γέννηση ενός χοιριδίου, αφού οι νόμοι της βαρύτητας καθορίζουν όχι «άμεσα» και όχι «απ’ ευθείας» το κατρακύλισμα ενός μεθυσμένου αστυφύλακα από μια σκάλα, επομένως, ας αφήσουμε τον Μαρξ, τον Δαρβίνο, τον Νεύτωνα και όλους τους άλλους εραστές των «αφαιρέσεων» να μαζεύουν σκόνη πάνω στα ράφια. Αυτό δεν είναι τίποτε λιγότερο από το επίσημο θάψιμο της επιστήμης, γιατί, στο κάτω κάτω, ολόκληρη η πορεία της ανάπτυξης της επιστήμης προχωράει από τις «άμεσες» και τις «απ’ ευθείες» αιτίες, σε πιο απομακρυσμένα και πιο βαθιά αίτια, από την πολυποικιλία και την καλειδοσκοπική πολυμορφία των γεγονότων –στην ενότητα των κινητηρίων δυνάμεων.
Ο νόμος της αξίας της εργασίας καθορίζει τις τιμές όχι «απ’ ευθείας», αλλά ωστόσο τις καθορίζει. Τα «συγκεκριμένα» φαινόμενα, όπως η χρεοκοπία του Νιου Ντιλ, βρίσκουν, σε τελευταία ανάλυση, την εξήγησή τους στον «αφηρημένο» νόμο της αξίας. Ο Ρούσβελτ δεν το ξέρει αυτό, αλλά ένας μαρξιστής δεν τολμάει να προχωρήσει χωρίς να το ξέρει. Όχι απ’ ευθείας, αλλά μέσα από μια ολόκληρη σειρά ενδιάμεσων παραγόντων και της αμοιβαίας αλληλεπίδρασής τους, οι μορφές ιδιοκτησίας, καθορίζουν όχι μόνο την πολιτική, αλλά και την ηθική ακόμα. Ένας προλετάριος πολιτικός που θα προσπαθήσει να αγνοήσει την ταξική φύση του κράτους, θα καταλήξει αναπόφευκτα σαν τον αστυφύλακα που αγνοεί τους νόμους της βαρύτητας, θα σπάσει δηλαδή τα μούτρα του.
Είναι ολοφάνερο πως ο Σάχτμαν δεν λαβαίνει υπόψη του τη διάκριση ανάμεσα στο αφηρημένο και το συγκεκριμένο. Προσπαθώντας να πλησιάσει το συγκεκριμένο, ο νους μας λειτουργεί με αφαιρέσεις. Ακόμα κι «αυτός» ο «δοσμένος», ο «συγκεκριμένος» σκύλος, είναι μια αφαίρεση, γιατί αλλάζει, για παράδειγμα, κατεβάζοντας την ουρά του, τη «στιγμή» που εμείς τον δείχνουμε με το δάκτυλο. Το συγκεκριμένο είναι μια σχετική, και όχι μια απόλυτη έννοια: εκείνο που είναι συγκεκριμένο στη μια περίπτωση, αποδείχνεται πως είναι αφηρημένο σε μια άλλη: δηλαδή, ανεπαρκώς προσδιορισμένο για ένα δοσμένο σκοπό. Για να αποκτήσουμε μια έννοια, αρκετά «συγκεκριμένη» για μια δοσμένη ανάγκη, είναι αναγκαίο να συσχετίσουμε αρκετές αφαιρέσεις σε μια –ακριβώς όπως, για να αναπαράγουμε ένα κομμάτι της ζωής στην οθόνη, που είναι μια εικόνα σε κίνηση, είναι αναγκαίο να συνδυάσουμε έναν αριθμό από ακίνητες φωτογραφίες.
Το συγκεκριμένο είναι ένας συνδυασμός αφαιρέσεων –όχι ένας αυθαίρετος ή υποκειμενικός συνδυασμός, αλλά ένας συνδυασμός που ανταποκρίνεται στους νόμους της κίνησης ενός δοσμένου φαινόμενου.
«Τα συμφέροντα της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης», που επικαλείται ο Σάχτμαν ενάντια στην ταξική φύση του κράτους, αντιπροσωπεύουν στη δοσμένη αυτή περίπτωση, την πιο αόριστη από όλες τις αφαιρέσεις. Στο κάτω κάτω, το ζήτημα που μας απασχολεί, είναι ακριβώς αυτό: με ποιό συγκεκριμένο τρόπο μπορούμε να προωθήσουμε τα συμφέροντα της επανάστασης; Δεν θα έπρεπε να παραλείψουμε να θυμηθούμε επίσης, πως το καθήκον της σοσιαλιστικής επανάστασης, είναι να δημιουργήσει ένα εργατικό κράτος. Πριν μιλήσουμε για τη σοσιαλιστική επανάσταση, είναι αναγκαίο, κατά συνέπεια, να μάθουμε πως να κάνουμε διαχωρισμό ανάμεσα σε τέτοιες «αφαιρέσεις», όπως είναι η μπουρζουαζία και το προλεταριάτο, το καπιταλιστικό κράτος και το εργατικό κράτος.
Ο Σάχτμαν, πράγματι, κατασπαταλάει και το δικό του χρόνο και τον χρόνο των άλλων, για να αποδείξει πως η εθνικοποιημένη ιδιοκτησία δεν καθορίζει «καθαυτή και από μόνη της», «αυτόματα», «άμεσα», «απ’ ευθείας», την πολιτική του Κρεμλίνου. Στο ζήτημα για το πώς η οικονομική «βάση» καθορίζει το πολιτικό, νομικό, φιλοσοφικό, καλλιτεχνικό και λοιπά, «εποικοδόμημα», υπάρχει μια πλούσια μαρξιστική φιλολογία. Η γνώμη πως η οικονομία καθορίζει πιθανόν άμεσα και απ’ ευθείας τη δημιουργικότητα ενός συνθέτη ή, ακόμα, την ετυμηγορία ενός δικαστή, αντιπροσωπεύει μια πολυγερασμένη καρικατούρα του μαρξισμού, που οι αστοί καθηγητές όλων των χωρών, έχουν χιλιάδες φορές κυκλοφορήσει για να καλύψουν τη δική τους πνευματική ανικανότητα[1].
Όσο για το ζήτημα που μας αφορά άμεσα, την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα κοινωνικά θεμέλια του σοβιετικού κράτους και στην πολιτική του Κρεμλίνου, ας υπενθυμίσω στον αφηρημένο Σάχτμαν πως εμείς, δεκαεφτά χρόνια τώρα, έχουμε δημόσια εγκαθιδρύσει, την αυξανόμενη αντίφαση ανάμεσα στις βάσεις που έβαλε η Οκτωβριανή Επανάσταση και στις τάσεις του κρατικού «εποικοδομήματος». Έχουμε παρακολουθήσει, βήμα προς βήμα, την αυξανόμενη ανεξαρτησία της γραφειοκρατίας από το σοβιετικό προλεταριάτο, και την ανάπτυξη της εξάρτησής της από άλλες τάξεις και ομάδες, τόσο μέσα όσο και έξω από τη χώρα. Τί ακριβώς επιθυμεί να προσθέσει ο Σάχτμαν, σ’ αυτήν τη σφαίρα, στην ανάλυση που έχει ήδη γίνει;
Όμως, παρ’ όλο που η οικονομία καθορίζει την πολιτική όχι άμεσα ή απ’ ευθείας, αλλά μόνο σε τελευταία ανάλυση, ωστόσο η οικονομία καθορίζει την πολιτική. Οι μαρξιστές βεβαιώνουν ακριβώς αυτό, σε αντίθεση με τους αστούς καθηγητές και τους μαθητές τους. Ενώ αναλύουμε και ξεσκεπάζουμε την αυξανόμενη πολιτική ανεξαρτησία της γραφειοκρατίας από το προλεταριάτο, ποτέ δεν χάνουμε από τα μάτια μας τα αντικειμενικά κοινωνικά όρια αυτής της «ανεξαρτησίας», δηλαδή, την εθνικοποιημένη ιδιοκτησία που συμπληρώνεται από το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου.
Είναι καταπληκτικό! Ο Σάχτμαν εξακολουθεί να υποστηρίζει το σύνθημα για μια πολιτική επανάσταση ενάντια στη σοβιετική γραφειοκρατία. Έχει ποτέ σκεφτεί στα σοβαρά τη σημασία αυτού του συνθήματος; Αν υποστηρίζουμε ότι τα κοινωνικά θεμέλια που έχει βάλει η Οκτωβριανή Επανάσταση αντανακλώνται «αυτόματα» στην πολιτική του κράτους, τότε γιατί θα ήταν αναγκαία μια επανάσταση ενάντια στη γραφειοκρατία; Αν, από την άλλη, η ΕΣΣΔ έχει ολότελα πάψει να είναι ένα εργατικό κράτος, τότε απαιτείται όχι μια πολιτική, αλλά μια κοινωνική επανάσταση. Ο Σάχτμαν, κατά συνέπεια, εξακολουθεί να υποστηρίζει το σύνθημα που προκύπτει 1) από τον χαρακτήρα της ΕΣΣΔ σαν εργατικό κράτος, και 2) από την ασυμφιλίωτη αντίθεση ανάμεσα στα κοινωνικά θεμέλια του κράτους και στη γραφειοκρατία. Αλλά, ενώ επαναλαμβάνει αυτό το σύνθημα, προσπαθεί να υπονομεύσει τη θεωρητική του βάση. Αυτό μήπως γίνεται για να δείξει ακόμα μια φορά την ανεξαρτησία της πολιτικής του από τις επιστημονικές «αφαιρέσεις»;
Κάτω από το κάλυμμα της πάλης ενάντια στην αστική καρικατούρα του διαλεκτικού υλισμού, ο Σάχτμαν ανοίγει διάπλατα τις πόρτες στον ιστορικό ιδεαλισμό. Οι μορφές ιδιοκτησίας και ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους, είναι πράγματα αδιάφορα γι’ αυτόν, όταν αναλύει την πολιτική μιας κυβέρνησης. Το κράτος το ίδιο του φαίνεται πως είναι ένα ζώο απροσδιόριστου φύλου. Με τα δυο του πόδια σταθερά στερεωμένα σ’ αυτή τη σαθρή βάση, ο Σάχτμαν μας εξηγεί με στόμφο –σήμερα, το έτος 1940– ότι εκτός από την εθνικοποιημένη ιδιοκτησία, υπάρχει επίσης η βοναπαρτιστική βρομιά και η αντιδραστική της πολιτική. Τι περίφημη ανακάλυψη! Μήπως ο Σάχτμαν νομίζει ότι μιλάει σε κάποιο βρεφοκομείο;
Για να καμουφλάρει την αποτυχία του να καταλάβει την ουσία του προβλήματος σ’ ό,τι αφορά τη φύση του σοβιετικού κράτους, ο Σάχτμαν αρπάζεται από τις λέξεις που ο Λένιν είχε απευθύνει ενάντιά μου στις 30 του Δεκέμβρη του 1920, στη διάρκεια τη λεγόμενης Συζήτησης για τα Συνδικάτα. «Ο σύντροφος Τρότσκι μιλάει για το εργατικό κράτος. Ας μου επιτραπεί να πω ότι αυτό είναι μια αφαίρεση... Το κράτος μας είναι στην πραγματικότητα όχι ένα εργατικό κράτος, αλλά ένα εργατικό και αγροτικό κράτος... Το σημερινό κράτος μας είναι τέτοιο, που το ξεχωριστά οργανωμένο προλεταριάτο πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό του, και μεις πρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις εργατικές οργανώσεις για την υπεράσπιση των εργατών ενάντια στο κράτος τους και για την υπεράσπιση του κράτους μας από τους εργάτες». Παραθέτοντας αυτό το απόσπασμα και διακηρύσσοντας βιαστικά ότι εδώ έχω επαναλάβει το «λάθος» μου του 1920, ο Σάχτμαν στη βιασύνη του παράλειψε να παρατηρήσει ένα μεγάλο σφάλμα στο απόσπασμα, που αφορά τον ορισμό της φύσης του σοβιετικού κράτους. Στις 19 του Γενάρη του 1921, ο ίδιος ο Λένιν έγραψε τα παρακάτω για το λόγο του της 30 του Δεκέμβρη: «Είχα δηλώσει ότι “το κράτος μας είναι στην πραγματικότητα όχι ένα εργατικό κράτος αλλά ένα εργατικό και αγροτικό κράτος”... Διαβάζοντας τα πρακτικά της συζήτησης, βλέπω τώρα ότι έκανα λάθος... Θα έπρεπε να είχα πει: “Το εργατικό κράτος είναι μια αφαίρεση. Στην πραγματικότητα έχουμε ένα εργατικό κράτος με τα ακόλουθα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: 1) Είναι οι αγρότες και όχι οι εργάτες που κυριαρχούν στον πληθυσμό, και 2) Είναι ένα εργατικό κράτος με γραφειοκρατικές παραμορφώσεις”». Απ’ αυτό το επεισόδιο βγαίνουν δυο συμπεράσματα: Ο Λένιν έδινε τόση μεγάλη σπουδαιότητα στον ακριβή κοινωνιολογικό ορισμό του κράτους, ώστε θεώρησε αναγκαίο να διορθώσει τον εαυτό του τη στιγμή που είχε κορυφωθεί η πολεμική! Αλλά ο Σάχτμαν ενδιαφέρεται τόσο λίγο για την ταξική φύση του σοβιετικού κράτους, ώστε, είκοσι χρόνια αργότερα, δεν πρόσεξε ούτε το λάθος του Λένιν, ούτε τη διόρθωση του Λένιν!
Δεν θα σταθώ εδώ στο ζήτημα αν ήταν σωστό το επιχείρημα του Λένιν ενάντιά μου. Πιστεύω ότι δεν ήταν σωστό –δεν υπήρχε διαφορά αντίληψης ανάμεσά μας στον ορισμό του κράτους. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα τώρα. Η θεωρητική διατύπωση του Λένιν για το ζήτημα του κράτους, όπως είναι στο απόσπασμα που παρατίθεται παραπάνω –σε συνδυασμό με τη σοβαρή διόρθωση που ο ίδιος εισηγήθηκε λίγες μέρες αργότερα– είναι απόλυτα σωστή. Αλλά ας ακούσουμε τι απίστευτη χρήση κάνει ο Σάχτμαν στον ορισμό του Λένιν: «Όπως ακριβώς ήταν δυνατόν είκοσι χρόνια πριν, γράφει, να μιλήσουμε για τον όρο “εργατικό κράτος” σαν μια αφαίρεση, έτσι είναι δυνατόν να μιλήσουμε για τον όρο “εκφυλισμένο εργατικό κράτος” σαν μια αφαίρεση», (όπ.π., σελ. 14). Είναι ολοφάνερο πως ο Σάχτμαν δεν καταφέρνει καθόλου να καταλάβει τον Λένιν. Πριν από είκοσι χρόνια ο όρος «εργατικό κράτος», σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να θεωρηθεί σαν μια αφαίρεση γενικά: δηλαδή, κάτι όχι πραγματικό και όχι υπαρκτό. Ο ορισμός «εργατικό κράτος», παρόλο που ήταν ορθός αυτός καθαυτός, ήταν ανεπαρκής σε σχέση με το ιδιαίτερο καθήκον: δηλαδή την υπεράσπιση των εργατών μέσα από τα συνδικάτα τους, και μόνο μ’ αυτήν την έννοια ήταν αφηρημένος. Όμως σε σχέση με την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ο ίδιος αυτός ορισμός ήταν το 1920, ακριβώς όπως είναι ακόμα και σήμερα, ακλόνητα συγκεκριμένος, κάνοντας υποχρεωτική για τους εργάτες την υπεράσπιση αυτού του δοσμένου κράτους.
Ο Σάχτμαν δεν συμφωνεί. Γράφει: «Ακριβώς όπως ήταν κάποτε αναγκαίο, σε σχέση με το πρόβλημα των συνδικάτων, να μιλήσουμε συγκεκριμένα για το τί είδος εργατικό κράτος υπάρχει στη Σοβιετική Ένωση, έτσι είναι και τώρα αναγκαίο να εγκαθιδρύσουμε σε σχέση με τον τωρινό πόλεμο, το βαθμό εκφυλισμού του σοβιετικού κράτους... Και ο βαθμός του εκφυλισμού του καθεστώτος δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί με μια αφηρημένη αναφορά στην ύπαρξη της εθνικοποιημένης ιδιοκτησίας, αλλά μόνο παρατηρώντας τις πραγματικότητες (!) των ζωντανών (!) γεγονότων». Απ’ αυτό είναι εντελώς ακατανόητο γιατί, το 1920, το ζήτημα του χαρακτήρα της ΕΣΣΔ μπήκε σε σχέση με τα συνδικάτα, δηλαδή, με ιδιαίτερα εσωτερικά ζητήματα του καθεστώτος, ενώ σήμερα μπαίνει σε σχέση με την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ, δηλαδή, σε σχέση με ολόκληρη τη μοίρα του κράτους. Στην πρώτη περίπτωση, το εργατικό κράτος αντιπαρατίθενταν στους εργάτες, στη δεύτερη περίπτωση –στους ιμπεριαλιστές. Δεν είναι καθόλου περίεργο που η αναλογία κουτσαίνει και από τα δυο πόδια. Εκείνο που αντιπαρέθετε ο Λένιν, ο Σάχτμαν το ταυτίζει.
Όμως, ακόμα και αν πάρουμε τα λόγια του Σάχτμαν όπως ο ίδιος τα παρουσιάζει, εκείνο που προκύπτει απ’ αυτά, είναι ότι το ζήτημα που τον ενδιαφέρει είναι μόνο ο βαθμός του εκφυλισμού (ποιανού; Ενός εργατικού κράτους;). Δηλαδή, οι ποσοτικές διαφορές στην εκτίμηση. Ας δεχτούμε ότι ο Σάχτμαν έχει επεξεργαστεί (πού;) το «βαθμό», με περισσότερη ακρίβεια από μας. Αλλά, με ποιο τρόπο μπορούν καθαρά ποσοτικές διαφορές στην εκτίμηση του εκφυλισμού του εργατικού κράτους να επηρεάσουν την απόφασή μας για την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ; Δεν μπορείς να βρεις άκρη σ’ όλα αυτά. Το γεγονός είναι ότι ο Σάχτμαν, παραμένοντας πιστός στον εκλεκτικισμό του, δηλαδή, στον εαυτό του, ανασύρει το ζήτημα του «βαθμού», μόνο σε μια προσπάθεια να διατηρήσει την ισορροπία του, ανάμεσα στον Άμπερν και τον Μπάρναμ. Η διαφωνία τώρα, στην πραγματικότητα, δεν είναι καθόλου ο βαθμός που καθορίζεται από «τις πραγματικότητες των ζωντανών γεγονότων» (τι ακριβής, «επιστημονική», «συγκεκριμένη», «πειραματική» ορολογία!) αλλά αν αυτές οι ποσοτικές αλλαγές έχουν μετατραπεί σε ποιοτικές αλλαγές, αν δηλ. η ΕΣΣΔ είναι ακόμα ένα εργατικό κράτος, αν και εκφυλισμένο, ή αν έχει μετατραπεί σε ένα νέου τύπου εκμεταλλευτικό κράτος.
Στο βασικό αυτό ζήτημα, ο Σάχτμαν δεν δίνει καμιά απάντηση: δεν αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει. Το επιχείρημά του είναι απλά μια φραστική μίμηση των λόγων του Λένιν για ένα διαφορετικό ζήτημα, με διαφορετικό περιεχόμενο, και που περιείχαν ένα πραγματικό λάθος. Ο Λένιν στο διορθωμένο του κείμενο δηλώνει: «Το δοσμένο κράτος δεν είναι απλά ένα εργατικό κράτος, αλλά ένα εργατικό κράτος με γραφειοκρατικές παραμορφώσεις». Ο Σάχτμαν δηλώνει: «Το δοσμένο κράτος δεν είναι απλά ένα εκφυλισμένο εργατικό κράτος αλλά...» ...αλλά; Ο Σάχτμαν δεν έχει τίποτε περισσότερο να πει. Και οι δυο, και ο ρήτορας και το ακροατήριο, κοιτάζουν ο ένας τον άλλον με το στόμα διάπλατα ανοιχτό.
Τί σημαίνει στο πρόγραμμά μας «εκφυλισμένο εργατικό κράτος»; Σ’ αυτό το ζήτημα, το πρόγραμμά μας δίνει μια απάντηση, συγκεκριμένη σε τέτοιο βαθμό που είναι εντελώς επαρκής για να λύσει το ζήτημα της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ. Δηλαδή: 1) Τα χαρακτηριστικά εκείνα που το 1920 αποτελούσαν μια «γραφειοκρατική παραμόρφωση» του σοβιετικού συστήματος, έχουν γίνει σήμερα ένα ανεξάρτητο γραφειοκρατικό καθεστώς, που έχει καταβροχθίσει τα σοβιέτ. 2) Η δικτατορία της γραφειοκρατίας, ασυμβίβαστη με τα εσωτερικά και διεθνή καθήκοντα του σοσιαλισμού, έχει προκαλέσει και εξακολουθεί να προκαλεί βαθιές παραμορφώσεις και στην οικονομική ζωή της χώρας. 3) Ωστόσο, βασικά, το σύστημα της σχεδιασμένης οικονομίας, πάνω στη βάση της κρατικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, έχει διατηρηθεί και εξακολουθεί να παραμένει μια τεράστια κατάκτηση του ανθρώπινου γένους. Η ήττα της ΕΣΣΔ σε έναν πόλεμο με τον ιμπεριαλισμό, θα σήμαινε όχι μόνο την εξάλειψη της γραφειοκρατικής δικτατορίας αλλά και της σχεδιασμένης οικονομίας. Το διαμελισμό της χώρας σε σφαίρες επιρροής, μια νέα σταθεροποίηση του ιμπεριαλισμού και μια νέα εξασθένιση του παγκόσμιου προλεταριάτου.
Από το γεγονός ότι η «γραφειοκρατική» παραμόρφωση έχει γίνει ένα καθεστώς γραφειοκρατικής απολυταρχίας, βγάζουμε το συμπέρασμα ότι η υπεράσπιση των εργατών μέσα από τα συνδικάτα τους (που κι αυτά έχουν υποστεί τον ίδιο εκφυλισμό όπως και το κράτος) είναι σήμερα, αντίθετα από το 1920, εντελώς αδύνατη. Η γραφειοκρατία πρέπει να ανατραπεί. Κι αυτό το καθήκον δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο με τη δημιουργία ενός παράνομου μπολσεβίκικου κόμματος στην ΕΣΣΔ.
Από το γεγονός ότι ο εκφυλισμός του πολιτικού συστήματος δεν έχει ακόμα οδηγήσει στην καταστροφή της σχεδιασμένης κρατικής οικονομίας, βγάζουμε το συμπέρασμα ότι είναι ακόμα καθήκον του παγκόσμιου προλεταριάτου να υπερασπιστεί την ΕΣΣΔ ενάντια στον ιμπεριαλισμό και να βοηθήσει το σοβιετικό προλεταριάτο στην πάλη του ενάντια στη γραφειοκρατία.
Στον ορισμό μας για την ΕΣΣΔ, τί ακριβώς βρίσκει ο Σάχτμαν αφηρημένο; Τί συγκεκριμένες τροποποιήσεις προτείνει; Αν η διαλεκτική μας διδάσκει ότι «η αλήθεια είναι πάντα συγκεκριμένη», τότε αυτός ο νόμος ισχύει και για την κριτική. Δεν είναι αρκετό να χαρακτηρίσει κανείς έναν ορισμό αφηρημένο. Είναι αναγκαίο να υποδείξει τι ακριβώς του λείπει. Διαφορετικά η κριτική η ίδια είναι άγονη. Αντί να συγκεκριμενοποιήσει ο Σάχτμαν, ή να αλλάξει τον ορισμό που ισχυρίζεται ότι είναι αφηρημένος, τον αντικαθιστά με ένα κενό. Αυτό δεν είναι αρκετό. Πρέπει να αναγνωρίσει κανείς ότι ένα κενό, ακόμα και το πιο φιλόδοξο κενό, είναι η χειρότερη από όλες τις αφαιρέσεις –μπορεί κανείς να το γεμίσει με οποιοδήποτε περιεχόμενο. Λίγο μας εκπλήσσει το γεγονός ότι το θεωρητικό κενό, αφού εκτόπισε την ταξική ανάλυση, έχει γεμίσει με την πολιτική του ιμπρεσιονισμού και του τυχοδιωκτισμού.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————
[1]. Συνιστώ στους νεαρούς συντρόφους να μελετήσουν πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, τα έργα του Έγκελς (Αντιντίριγκ), του Πλεχάνοφ και του Αντόνιο Λαμπριόλα.