ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ
ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ
ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΜΥΧΗ
–ΣΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΓΑΓΓΡΑΙΝΑΣ
Ο Σάχτμαν παραθέτει τα λόγια του Λένιν ότι «η πολιτική είναι συμπυκνωμένη οικονομία», κι αυτό με την έννοια ότι «η πολιτική δεν μπορεί παρά να είναι πρωταρχική σε σχέση με την οικονομία». Από τα λόγια του Λένιν, ο Σάχτμαν απευθύνει σε μένα το δίδαγμα ότι εγώ, παρακαλώ, ενδιαφέρομαι μόνο για την «οικονομία» (εθνικοποιημένα μέσα παραγωγής) και πηδάω πάνω από την «πολιτική». Αυτή η δεύτερη προσπάθεια να εκμεταλλευτεί τον Λένιν, δεν είναι καλύτερη από την πρώτη. Το λάθος του Σάχτμαν, εδώ ειλικρινά, αποκτά τεράστιες αναλογίες! Ο Λένιν εννοούσε: όταν τα οικονομικά προτσές, τα καθήκοντα και τα συμφέροντα αποκτούν ένα συνειδητό και γενικευμένο («συμπυκνωμένο») χαρακτήρα, αυτά μπαίνουν στη σφαίρα της πολιτικής με τη δύναμη ακριβώς αυτού του γεγονότος, και αποτελούν την ουσία της πολιτικής. Μ’ αυτή την έννοια, η πολιτική σαν συμπυκνωμένη οικονομία, υψώνεται πάνω από την καθημερινή εξατομικευμένη, ασυνείδητη και μη γενικευμένη οικονομική δραστηριότητα.
Η ορθότητα της πολιτικής από τη μαρξιστική άποψη, καθορίζεται ακριβώς από το βαθμό που αυτή στο βάθος και ολόπλευρα είναι «συμπυκνωμένη» οικονομία. Δηλαδή εκφράζει τις προοδευτικές τάσεις της ανάπτυξής της. Να γιατί βασίζουμε την πολιτική μας πρώτα απ’ όλα πάνω στην ανάλυση των μορφών ιδιοκτησίας και των ταξικών σχέσεων. Μια περισσότερο λεπτομερής και συγκεκριμένη ανάλυση των παραγόντων του «εποικοδομήματος» είναι δυνατή για μας μόνο πάνω σ’ αυτή τη θεωρητική βάση. Έτσι, για παράδειγμα, αν επρόκειτο να κατηγορήσουμε μια αντιπολιτευόμενη φράξια για «γραφειοκρατικό συντηρητισμό», θα αναζητούσαμε αμέσως τις κοινωνικές, δηλαδή, τις ταξικές ρίζες αυτού του φαινομένου. Οποιαδήποτε άλλη διαδικασία θα μας εστιγμάτιζε σαν «πλατωνικούς» μαρξιστές, αν όχι απλά σαν θορυβώδεις μίμους.
«Η πολιτική είναι συμπυκνωμένη οικονομία». Αυτή η αρχή, θα σκεφτόταν κανείς, ισχύει και για το Κρεμλίνο. Ή, κατ’ εξαίρεση στο γενικό κανόνα, η πολιτική της κυβέρνησης της Μόσχας δεν είναι «συμπυκνωμένη οικονομία», αλλά μια εκδήλωση της ελεύθερης βούλησης της γραφειοκρατίας; Η προσπάθειά μας να εξηγήσουμε την πολιτική του Κρεμλίνου από την εθνικοποιημένη οικονομία, διαθλασμένη μέσα από τα συμφέροντα της γραφειοκρατίας, προκαλεί τη μανιώδη αντίδραση του Σάχτμαν. Αυτός καθοδηγείται, σε σχέση με την ΕΣΣΔ, όχι από τη συνειδητή γενίκευση της οικονομίας, αλλά από την «παρατήρηση των πραγματικοτήτων των ζωντανών γεγονότων», δηλαδή, από εμπειρικές μέθοδες, αυτοσχεδιασμούς, συμπάθειες και αντιπάθειες. Αντιτάσσει αυτή την ιμπρεσιονιστική του πολιτική, στην κοινωνιολογικά θεμελιωμένη πολιτική μας και, ταυτόχρονα, μας κατηγορεί ότι ...αγνοούμε την πολιτική. Απίστευτο και όμως αληθινό! Σε τελευταία, βέβαια, ανάλυση, η αδύνατη και ιδιότροπη πολιτική του Σάχτμαν, είναι επίσης η «συμπυκνωμένη» έκφραση της οικονομίας, αλλά, αλίμονο, αυτή είναι η οικονομία των ντεκλασέ μικροαστών.
Ο Σάχτμαν μας υπενθυμίζει πως οι αστικοί πολέμοι ήταν κάποτε προοδευτικοί, και πως, σε μια άλλη περίοδο, γίνανε αντιδραστικοί και, κατά συνέπεια, δεν είναι αρκετό να δίνουμε τον ταξικό ορισμό ενός κράτους που έχει μπλεχτεί σε πόλεμο. Αυτή η πρόταση δεν διευκρινίζει το ζήτημα, αλλά το μπερδεύει. Οι αστικοί πολέμοι μπορούσαν να είναι προοδευτικοί μόνο σε μια εποχή που ολόκληρο το αστικό καθεστώς ήταν προοδευτικό. Μ’ άλλα λόγια, σε μια εποχή που η αστική ιδιοκτησία, σε αντίθεση με τη φεουδαρχική ιδιοκτησία, ήταν ένας προοδευτικός και εποικοδομητικός παράγοντας. Οι αστικοί πολέμοι έγιναν αντιδραστικοί, όταν η αστική ιδιοκτησία έγινε ένα φρένο στην ανάπτυξη. Θέλει να πει ο Σάχτμαν σε σχέση με την ΕΣΣΔ, πως η κρατική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, έχει γίνει ένα φρένο στην ανάπτυξη, και πως η επέκταση αυτής της μορφής ιδιοκτησίας σε άλλες χώρες αποτελεί οικονομική αντίδραση; Ο Σάχτμαν προφανώς δεν θέλει να πει αυτό. Απλά, δεν βγάζει το λογικό συμπέρασμα από τις ίδιες του τις σκέψεις.
Το παράδειγμα των εθνικών αστικών πολέμων προσφέρει, πραγματικά, ένα πολύ διδακτικό μάθημα, αλλά ο Σάχτμαν το περνάει αδιάφορα. Ο Μαρξ και ο Έγκελς αγωνίστηκαν για μια ενοποιημένη γερμανική δημοκρατία. Στον πόλεμο του 1870-71 στάθηκαν στο πλευρό των Γερμανών, παρά το γεγονός ότι την πάλη για την ενοποίηση την εκμεταλλεύονταν και την παραμόρφωναν τα παράσιτα της δυναστείας.
Ο Σάχτμαν αναφέρεται στο γεγονός ότι ο Μαρξ και ο Έγκελς, αμέσως μετά την προσάρτηση της Αλσατίας-Λωρραίνης, στράφηκαν ενάντια στην Πρωσία. Αλλά αυτή η στροφή δείχνει μόνο την άποψή μας με την πιο μεγάλη σαφήνεια. Δεν επιτρέπεται ούτε για μια στιγμή να ξεχνάει κανείς ότι επρόκειτο για έναν πόλεμο ανάμεσα σε δυο αστικά κράτη. Έτσι, και τα δυο στρατόπεδα είχαν έναν κοινό ταξικό παρονομαστή. Το να αποφασίσουμε ποια από τις δυο πλευρές ήταν το «μικρότερο κακό» –στα βαθμό που η ιστορία γενικά άφηνε χώρο για εκλογή– ήταν δυνατό μόνο στη βάση συμπληρωματικών παραγόντων. Υπέρ της Γερμανίας ήταν το ζήτημα της δημιουργίας ενός εθνικού αστικού κράτους σαν ένα οικονομικό και εκπολιτιστικό στίβο. Σε κείνη την περίοδο, το εθνικό κράτος ήταν ένας προοδευτικός ιστορικός παράγοντας. Σ’ αυτό, ο Μαρξ και ο Έγκελς στάθηκαν στο πλευρό των Γερμανών παρά τον Χοεντζόλερν και τους γιούνκερς του. Η προσάρτηση της Αλσατίας-Λωρραίνης παραβίαζε την αρχή του εθνικού κράτους, τόσο από την άποψη της Γαλλίας όσο και της Γερμανίας, και έβαζε τη βάση για έναν πόλεμο αντεκδίκησης. Ο Μαρξ και ο Έγκελς στράφηκαν, φυσικά με οξύτητα ενάντια στην Πρωσία. Έτσι, όμως, δεν διέτρεχαν καθόλου τον κίνδυνο να προσφέρουν υπηρεσίες σ’ ένα κατώτερο οικονομικό σύστημα ενάντια σ’ ένα ανώτερο, αφού και στα δυο στρατόπεδα, επαναλαμβάνουμε, κυριαρχούσαν οι αστικές σχέσεις. Αν η Γαλλία ήταν, στα 1870, ένα εργατικό κράτος, τότε ο Μαρξ και ο Έγκελς θα ήταν από την αρχή στο πλευρό της Γαλλίας, αφού αυτοί –αισθάνεται κανείς ντροπή που είναι αναγκασμένος να το υπενθυμίσει αυτό– καθοδηγούνταν σ’ όλη τους την δραστηριότητα από το ταξικό κριτήριο.
Σήμερα, στις παλιές καπιταλιστικές χώρες, η λύση των εθνικών καθηκόντων δεν μπαίνει πια καθόλου. Αντίθετα, η ανθρωπότητα υποφέρει από την αντίφαση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τα πάρα πολύ στενά πλαίσια του εθνικού κράτους. Η σχεδιασμένη οικονομία, στη βάση της κοινωνικοποιημένης ιδιοκτησίας αποδεσμευμένης από τα εθνικά σύνορα, είναι το καθήκον του διεθνούς προλεταριάτου, πάνω απ’ όλα, στην Ευρώπη. Αυτό ακριβώς το καθήκον εκφράζεται με το σύνθημά μας «Για τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης!». Η απαλλοτρίωση των ιδιοκτητών στην Πολωνία όπως και στη Φιλανδία, είναι αυτή καθαυτή ένας προοδευτικός παράγοντας. Οι γραφειοκρατικές μέθοδες του Κρεμλίνου καταλαμβάνουν σ’ αυτό το προτσές, την ίδια ακριβώς θέση, που είχαν οι δυναστικές μέθοδες του Χοεντζόλερν στην ενοποίηση της Γερμανίας. Όταν αντιμετωπίζουμε την αναγκαιότητα να διαλέξουμε ανάμεσα στην υπεράσπιση αντιδραστικών μορφών ιδιοκτησίας με αντιδραστικά μέτρα και στην εγκαθίδρυση προοδευτικών μορφών ιδιοκτησίας με γραφειοκρατικά μέσα, δεν τοποθετούμε καθόλου και τις δυο πλευρές στο ίδιο επίπεδο, αλλά διαλέγουμε το μικρότερο κακό. Σ’ αυτό δεν υπάρχει περισσότερη «συνθηκολόγηση» με το σταλινισμό απ’ όση συνθηκολόγηση υπήρχε στην πολιτική του Μαρξ και του Έγκελς με τον Χοεντζόλερν. Είναι βέβαια περιττό να προσθέσω ότι ο ρόλος του Χοεντζόλερν στον πόλεμο 1870-71, δεν δικαίωσε ούτε τον γενικό ιστορικό ρόλο της δυναστείας ούτε, ακόμα, την ύπαρξή της.
Ας εξετάσουμε τώρα το πως ο Σάχτμαν, με τη βοήθεια ενός θεωρητικού κενού, εργάζεται με τις «πραγματικότητες των ζωντανών γεγονότων» πάνω σ’ ένα ιδιαίτερα ζωτικό ζήτημα. Γράφει: «Εμείς ποτέ δεν έχουμε υποστηρίξει τη διεθνή πολιτική του Κρεμλίνου... αλλά τί είναι ο πόλεμος; Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Τότε γιατί θα υποστηρίζαμε τον πόλεμο, που είναι η συνέχιση της διεθνούς πολιτικής, την οποία ποτέ δεν υποστηρίξαμε και δεν υποστηρίζουμε;», (σελ. 15). Την πληρότητα αυτού του επιχειρήματος δεν μπορεί κανείς να την αμφισβητήσει. Με το σχήμα ενός γυμνού συλλογισμού, μας παρουσιάζει εδώ μια ολοκληρωμένη θεωρία ντεφετισμού. Είναι τόσο απλό όσο ο Κολόμβος και το αυγό! Αφού εμείς ποτέ δεν υποστηρίξαμε τη διεθνή πολιτική του Κρεμλίνου, γι’ αυτό, δεν πρέπει ποτέ να υποστηρίξουμε την ΕΣΣΔ. Τότε γιατί δεν το λέει;
Απορρίψαμε την εσωτερική και τη διεθνή πολιτική του Κρεμλίνου πριν από τη γερμανοσοβιετική συνθήκη και πριν από την εισβολή του Κόκκινου Στρατού στην Πολωνία. Αυτό σημαίνει πως οι «πραγματικότητες των ζωντανών γεγονότων» του τελευταίου χρόνου δεν έχουν το παραμικρό βάρος στην περίπτωση. Αν στο παρελθόν ήμασταν ντεφανσιστές σε σχέση με την ΕΣΣΔ, αυτό έγινε μόνο από ασυνέπεια. Ο Σάχτμαν αναθεωρεί όχι μόνον την τωρινή πολιτική της Τέταρτης Διεθνούς, αλλά και την περασμένη. Εφόσον είμαστε ενάντια στον Στάλιν, πρέπει, επομένως, να είμαστε επίσης, και ενάντια στην ΕΣΣΔ. Ο Στάλιν από πολύ καιρό έχει αυτή τη γνώμη. Ο Σάχτμαν έχει φτάσει σ’ αυτήν, τελευταία. Από την απόρριψή του της πολιτικής του Κρεμλίνου, πηγάζει ο πλήρης και αδιαίρετος ντεφετισμός. Τότε γιατί να μην το πει καθαρά:
Αλλά ο Σάχτμαν δεν μπορεί να φέρει τον εαυτό του στο σημείο να το πει. Σε ένα προηγούμενο απόσπασμα γράφει: «Εμείς είπαμε –η Μειοψηφία εξακολουθεί να το λέει– ότι αν οι ιμπεριαλιστές επιτεθούν στη Σοβιετική Ένωση με σκοπό να συντρίψουν την τελευταία κατάκτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης και να κάνουν τη Ρωσία μια σειρά από αποικίες, θα υποστηρίξουμε χωρίς όρους τη Σοβιετική Ένωση», (όπ.π., σελ. 15). Επιτρέψτε μου, επιτρέψτε μου, επιτρέψτε μου! Η Διεθνής πολιτική του Κρεμλίνου είναι αντιδραστική. Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της αντιδραστικής του πολιτικής. Εμείς δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε έναν αντιδραστικό πόλεμο. Πώς τότε έτσι αναπάντεχα βγαίνει ότι, αν οι απαίσιοι ιμπεριαλιστές «επιτεθούν» ενάντια στην ΕΣΣΔ, κι αν οι απαίσιοι ιμπεριαλιστές επιδιώξουν τον όχι αξιέπαινο στόχο να την μετατρέψουν σε αποικία, τότε, κάτω απ’ αυτές τις εξαιρετικές «συνθήκες», ο Σάχτμαν θα υπερασπίσει... «χωρίς όρους» την ΕΣΣΔ; Τί νόημα έχει αυτό; Πού είναι η λογική; Ή μήπως ο Σάχτμαν, ακολουθώντας το παράδειγμα του Μπάρναμ, εξόρισε επίσης τη λογική στη σφαίρα της θρησκείας και στα άλλα εκθέματα του μουσείου;
Το κλειδί σ’ αυτό το πλέγμα της σύγχυσης βρίσκεται στο γεγονός ότι η δήλωση «Εμείς δεν υποστηρίξαμε ποτέ τη διεθνή πολιτική του Κρεμλίνου», είναι μια αφαίρεση. Αυτή πρέπει να την σπάσουμε και να την συγκεκριμενοποιήσουμε. Τόσο στην τωρινή εξωτερική της πολιτική, όσο και στην εσωτερική της πολιτική, η γραφειοκρατία ενδιαφέρεται πρώτα και κύρια για την υπεράσπιση των δικών της παρασιτικών συμφερόντων. Απ’ αυτή την άποψη διεξάγουμε μια θανάσιμη πάλη ενάντιά της, αλλά σε τελευταία ανάλυση, μέσα από τα συμφέροντα της γραφειοκρατίας, με μια πολύ διαστρεβλωμένη μορφή, αντανακλώνται τα συμφέροντα του εργατικού κράτους. Αυτά τα συμφέροντα υπερασπίζουμε –με τις δικές μας μέθοδες. Έτσι, δεν κάνουμε καθόλου μια πάλη ενάντια στο γεγονός ότι η γραφειοκρατία υπερασπίζει (με το δικό της τρόπο!) την κρατική ιδιοκτησία, το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, ή αρνείται να πληρώσει τα τσαρικά χρέη. Επίσης, σ’ έναν πόλεμο ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στον καπιταλιστικό κόσμο –ανεξάρτητα από τα περιστατικά που έχουν οδηγήσει σ’ αυτόν τον πόλεμο ή τους «σκοπούς» αυτής ή εκείνης της κυβέρνησης– εκείνο που μπαίνει είναι η μοίρα εκείνων ακριβώς των ιστορικών κατακτήσεων που εμείς υπερασπιζόμαστε χωρίς όρους, δηλαδή παρά την αντιδραστική πολιτική της γραφειοκρατίας. Το ζήτημα, κατά συνέπεια, ανάγεται –στο τελευταίο και αποφασιστικό στάδιο– στην ταξική φύση της ΕΣΣΔ.
Ο Λένιν έβγαλε την πολιτική του ντεφετισμού από τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου. Αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Έβγαλε τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου από ένα ιδιαίτερο στάδιο στην ανάπτυξη του καπιταλιστικού καθεστώτος και της κυρίαρχης τάξης του. Αφού ο χαρακτήρας του πολέμου καθορίζεται ακριβώς από τον ταξικό χαρακτήρα της κοινωνίας και του κράτους, ο Λένιν συνέστησε, στον καθορισμό της πολιτικής μας, οσοναφορά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, να κάνουμε αφαίρεση των «συγκεκριμένων» αυτών συνθηκών όπως η δημοκρατία και η μοναρχία, η επίθεση και η εθνική άμυνα. Αντίθετα απ’ αυτό, ο Σάχτμαν προτείνει να βγάλουμε το ντεφετισμό από τις συγκυριακές συνθήκες. Αυτός ο ντεφετισμός δεν ενδιαφέρεται για τον ταξικό χαρακτήρα της ΕΣΣΔ και της Φιλανδίας. Είναι αρκετά γι’ αυτόν τα αντιδραστικά χαρακτηριστικά της γραφειοκρατίας και η «επίθεση». Αν η Γαλλία, η Αγγλία ή οι Ενωμένες Πολιτείες στείλουν αεροπλάνα και κανόνια στη Φιλανδία, αυτό δεν έχει καμιά σχέση στον καθορισμό της πολιτικής του Σάχτμαν. Αλλά αν τα βρετανικά στρατεύματα αποβιβαστούν στη Φιλανδία, τότε ο Σάχτμαν θα βάλει ένα θερμόμετρο κάτω από τη γλώσσα του Τσάμπερλεν και θα καθορίσει τις προθέσεις του –αν έχει σκοπό να σώσει μόνο την Φιλανδία από την ιμπεριαλιστική πολιτική του Κρεμλίνου, ή αν, επιπρόσθετα, έχει σκοπό να ανατρέψει την «τελευταία κατάκτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης». Σε αυστηρή συμφωνία με τη διάγνωση του θερμομέτρου, ο Σάχτμαν, ο ντεφετιστής, είναι έτοιμος να αλλάξει και να γίνει ντεφανσιστής. Αυτό σημαίνει να αντικαθιστά κανείς τις αφηρημένες αρχές με τις «πραγματικότητες των ζωντανών γεγονότων».
Ο Σάχτμαν, όπως έχουμε ήδη δει, ζητάει επίμονα να παρουσιάσουμε διάφορα προηγούμενα: πότε και πού, στο παρελθόν, οι ηγέτες της αντιπολίτευσης, είχαν εκδηλώσει το μικροαστικό οπορτουνισμό τους; Η απάντηση που ήδη του έχω δόσει σ’ αυτό το ζήτημα, πρέπει να συμπληρωθεί εδώ με δυο γράμματα που έστειλε ο ένας στον άλλον, για το ζήτημα του ντεφανσισμού και τις μέθοδες του ντεφανσισμού σε σχέση με τα γεγονότα της Ισπανικής Επανάστασης. Στις 18 του Σεπτέμβρη 1937, ο Σάχτμαν μου έγραφε:
«...Λες: “Αν είχαμε ένα μέλος στα Κορτές, αυτό θα ψήφιζε ενάντια στον στρατιωτικό προϋπολογισμό του Νεγκρίν”. Αν αυτό δεν είναι τυπογραφικό λάθος, μας φαίνεται πως είναι ακατανόητο. Αν, όπως όλοι ισχυριζόμαστε, το στοιχείο ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου δεν είναι κυριαρχικό αυτή τη στιγμή στον ισπανικό αγώνα, και αν, αντίθετα, το αποφασιστικό στοιχείο είναι ακόμα ο αγώνας ανάμεσα στην παρακμασμένη αστική δημοκρατία, με όλα όσα αυτή περιλαμβάνει, από το ένα μέρος, και το φασισμό από το άλλο, και αν, επιπλέον, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να δόσουμε στρατιωτική βοήθεια στον αγώνα ενάντια στο φασισμό, δεν βλέπουμε πως θα ήταν δυνατόν να ψηφίζαμε στα Κορτές ενάντια στο στρατιωτικό προϋπολογισμό... Αν ένας σοσιαλιστής σύντροφος στο μέτωπο της Χουέσκα ρωτούσε έναν μπολσεβίκο-λενινιστή, γιατί ο αντιπρόσωπός του στα Κορτές ψήφισε ενάντια στην πρόταση του Νεγκρίν να διατεθούν ένα εκατομμύριο πεσέτες για την αγορά όπλων για το μέτωπο, τί θα μπορούσε αυτός ο μπολσεβίκος-λενινιστής να απαντήσει; Δεν μας φαίνεται ότι θα έδινε μια αποτελεσματική απάντηση...», (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας).
Αυτό το γράμμα με κατάπληξε. Ο Σάχτμαν ήταν έτοιμος να εκφράσει την εμπιστοσύνη του στη δόλια κυβέρνηση του Νεγκρίν, πάνω στην καθαρά αρνητική βάση πως «το στοιχείο ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου» δεν ήταν εκείνο που δέσποζε στην Ισπανία.
Στις 20 του Σεπτέμβρη 1937, απάντησα στον Σάχτμαν:
«Η ψήφος για τον στρατιωτικό προϋπολογισμό της κυβέρνησης του Νεγκρίν σημαίνει ψήφο πολιτικής εμπιστοσύνης σ’ αυτόν... αν το κάνει κανείς αυτό, θα είναι έγκλημα. Πώς να εξηγούμε την ψήφο μας στους αναρχικούς εργάτες; Πολύ απλά: Δεν έχουμε την παραμικρή εμπιστοσύνη στην ικανότητα αυτής της κυβέρνησης να διευθύνει τον πόλεμο και να εξασφαλίσει τη νίκη. Κατηγορούμε αυτή την κυβέρνηση ότι προστατεύει τους πλούσιους και πεθαίνει στην πείνα τους φτωχούς. Αυτή η κυβέρνηση πρέπει να συντριβεί. Όσο δεν είμαστε αρκετά δυνατοί για να την αντικαταστήσουμε, πολεμάμε κάτω από τις διαταγές της. Αλλά σε κάθε ευκαιρία, εκφράζουμε ανοιχτά την ανεμπιστοσύνη μας σ’ αυτήν: αυτή είναι η μόνη δυνατότητα να κινητοποιήσουμε τις μάζες πολιτικά ενάντια σ’ αυτή την κυβέρνηση και να προετοιμάσουμε την ανατροπή της. Κάθε άλλη πολιτική θα ήταν προδοσία της επανάστασης».
Ο τόνος της απάντησής μου αντανακλά ασθενικά μόνο την ...κατάπληξη που μου προκάλεσε η οπορτουνιστική θέση του Σάχτμαν. Τα μεμονωμένα σφάλματα είναι βέβαια αναπόφευκτα, αλλά σήμερα, δυόμισι χρόνια αργότερα, αυτή η αλληλογραφία φωτίζεται με ένα νέο φως. Αφού υπερασπιζόμαστε την αστική δημοκρατία ενάντια στο φασισμό, σκέφτεται ο Σάχτμαν, δεν μπορούμε, κατά συνέπεια, να αρνηθούμε την εμπιστοσύνη μας στην αστική κυβέρνηση. Όταν εφαρμόζεται αυτό ακριβώς το θεώρημα στην ΕΣΣΔ, μεταμορφώνεται στο αντίθετό του –αφού δεν έχουμε εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση του Κρεμλίνου, δεν μπορούμε, κατά συνέπεια, να υπερασπιστούμε το εργατικό κράτος. Ο ψευτοριζοσπαστισμός σ’ αυτή την περίπτωση είναι, επίσης, μόνο η βιτρίνα του οπορτουνισμού.
Ας γυρίσουμε για μια ακόμα φορά στο άλφα - βήτα. Στη μαρξιστική κοινωνιολογία, το αρχικό σημείο ανάλυσης, είναι ο ταξικός ορισμός του δοσμένου φαινομένου, π.χ., του κράτους, του κόμματος, της φιλοσοφικής τάσης, της λογοτεχνικής σχολής, κλπ. Στις περισσότερες, όμως, περιπτώσεις, ο απλός ταξικός ορισμός είναι ανεπαρκής, γιατί μια τάξη αποτελείται από διάφορα στρώματα, περνάει από διάφορα στάδια ανάπτυξης, έρχεται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, υπόκειται στην επιρροή άλλων τάξεων. Γίνεται αναγκαίο να λάβει κανείς υπόψη του τους παράγοντες δεύτερης και τρίτης κατηγορίας, για να ολοκληρώσει την ανάλυση, και να τους υπολογίσει ενμέρει ή στο σύνολό τους, ανάλογα με τον ειδικό σκοπό. Αλλά, για έναν μαρξιστή, η ανάλυση είναι αδύνατη χωρίς τον ταξικό χαρακτηρισμό του φαινομένου που μελετάει.
Ο σκελετός και το μυϊκό σύστημα δεν εξαντλούν την ανατομία ενός ζώου. Ωστόσο, μια ανατομική διατριβή που προσπαθεί να «αφαιρέσει» τον εαυτό της από τα οστά και τους μυς, θα ταλαντεύονταν στον αέρα. Ο πόλεμος δεν είναι ένα όργανο, αλλά μια λειτουργία της κοινωνίας, δηλαδή της άρχουσας τάξης. Είναι αδύνατο να καθορίσει κανείς και να μελετήσει μια λειτουργία, χωρίς να κατανοήσει το όργανο, δηλαδή το κράτος. Είναι αδύνατο να αποκτήσει κανείς μια επιστημονική κατανόηση του οργάνου, χωρίς να κατανοήσει τη γενική δομή του οργανισμού, δηλαδή της κοινωνίας. Τα οστά και οι μυς της κοινωνίας αποτελούνται από τις παραγωγικές δυνάμεις και τις ταξικές (ιδιοκτησιακές) σχέσεις. Ο Σάχτμαν υποστηρίζει πως είναι δυνατό μια λειτουργία, δηλαδή ο πόλεμος, να μελετηθεί «συγκεκριμένα», ανεξάρτητα από το όργανο στο οποίο ανήκει, δηλαδή το κράτος. Δεν είναι αυτό τερατώδες;
Αυτό το θεμελιώδες λάθος συμπληρώνεται μ’ ένα άλλο, εξίσου κραυγαλέο. Αφού διαχωρίζει τη λειτουργία από το όργανο, ο Σάχτμαν, μελετώντας την ίδια τη λειτουργία, αντίθετα από όλες τις υποσχέσεις του, προχωρεί όχι από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, αλλά αντίθετα διαλύει το συγκεκριμένο μέσα στο αφηρημένο. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι μια από τις λειτουργίες του χρηματιστικού κεφαλαίου, δηλαδή της αστικής τάξης που, σε ένα ορισμένο στάδιο ανάπτυξης, στηρίζεται στον καπιταλισμό μιας ιδιαίτερης δομής, δηλαδή το μονοπωλιακό κεφάλαιο. Αυτός ο ορισμός είναι αρκετά συγκεκριμένος για τα βασικά πολιτικά μας συμπεράσματα. Μα επεκτείνοντας τον όρο ιμπεριαλιστικός πόλεμος για να καλύψει επίσης και το σοβιετικό κράτος, ο Σάχτμαν μετακινεί το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Με το σκοπό να βρει ακόμα και μια επιπόλαιη δικαίωση για το ότι εφαρμόζει έναν και τον αυτό προσδιορισμό στην επέκταση του χρηματιστικού κεφαλαίου και στην επέκταση του εργατικού κράτους, ο Σάχτμαν είναι υποχρεωμένος να αποσπαστεί εντελώς από την κοινωνική δομή και των δυο κρατών, διακηρύσσοντας ότι αυτή είναι μια αφαίρεση. Έτσι, παίζοντας κρυφτούλι με τον μαρξισμό, ο Σάχτμαν κολλάει μια ετικέττα στο συγκεκριμένο σαν αφηρημένο, και ταχυδακτυλουργικά παρουσιάζει το αφηρημένο σαν συγκεκριμένο!
Αυτό το αισχρό παιγνίδι με τη θεωρία, δεν είναι τυχαίο. Ο κάθε μικροαστός, χωρίς εξαίρεση, στις Ενωμένες Πολιτείες, είναι έτοιμος να χαρακτηρίσει «ιμπεριαλιστική» κάθε κατάληψη εδάφους, ιδιαίτερα σήμερα που οι Ενωμένες Πολιτείες συμβαίνει να μην ασχολούνται με την απόκτηση εδαφών. Αλλά αν σ’ αυτόν ακριβώς τον ίδιο μικροαστό πει κανείς πως ολόκληρη η εξωτερική πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι ιμπεριαλιστική, ανεξάρτητα από το αν είναι απασχολημένο αυτή τη δοσμένη στιγμή να πετύχει μια προσάρτηση ή να «υπερασπίσει» τη Φιλανδία ενάντια στην προσάρτησή της –τότε ο μικροαστός μας πηδάει μέχρι το ταβάνι από ιερή αγανάκτηση. Φυσικά οι ηγέτες της αντιπολίτευσης διαφέρουν σημαντικά από ένα μέσο μικροαστό και στο σκοπό τους και στο πολιτικό τους επίπεδο. Αλλά, αλίμονο, έχουν κοινές ρίζες σκέψης. Ένας μικροαστός πάντα προσπαθεί να αποσπάσει τα πολιτικά γεγονότα από την κοινωνική τους βάση, κι αυτό γιατί υπάρχει μια οργανική σύγκρουση ανάμεσα σε μια ταξική προσέγγιση στα γεγονότα και στην κοινωνική θέση και εκπαίδευση των μικροαστών.
Η παρατήρησή μου ότι το Κρεμλίνο με τις γραφειοκρατικές του μέθοδες έδοσε μια ώθηση στη σοσιαλιστική επανάσταση στην Πολωνία, έχει μετατραπεί από τον Σάχτμαν σ’ έναν ισχυρισμό που λέει ότι κατά τη γνώμη μου μια «γραφειοκρατική επανάσταση» του προλεταριάτου είναι πιθανόν δυνατή. Αυτό δεν είναι μόνο λαθεμένο, αλλά και κακόπιστο. Η έκφρασή μου ήταν αυστηρά περιορισμένη. Δεν πρόκειται για «γραφειοκρατική επανάσταση», αλλά για μια γραφειοκρατική ώθηση. Όποιος αρνείται αυτή την ώθηση, αρνείται την πραγματικότητα. Ο λαϊκές μάζες στη Δυτική Ουκρανία και στη Λευκορωσία, αισθάνθηκαν οπωσδήποτε, αυτή την ώθηση, κατάλαβαν τη σημασία της, και την χρησιμοποίησαν για να πετύχουν μια δραστική ανατροπή στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Ένα επαναστατικό κόμμα που δεν θα κατάφερνε να παρατηρήσει έγκαιρα αυτή την ώθηση και θα αρνούνταν να την χρησιμοποιήσει, δεν θα άξιζε παρά για το καλάθι τον αχρήστων.
Η ώθηση αυτή προς την κατεύθυνση της σοσιαλιστικής επανάστασης, ήταν δυνατή μόνο επειδή η γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ στηρίζεται και έχει τις ρίζες της στην οικονομία του εργατικού κράτους. Η επαναστατική χρησιμοποίηση αυτής της «ώθησης» από τους Ουκρανούς Λευκορώσους ήταν δυνατή μόνο διαμέσου της ταξικής πάλης στα κατεχόμενα εδάφη και διαμέσου της δύναμης του παραδείγματος της Οκτωβριανής Επανάστασης. Τελικά, ο γρήγορος στραγγαλισμός ή μισοστραγγαλισμός αυτού του επαναστατικού μαζικού κινήματος, έγινε δυνατός διαμέσου της απομόνωσης αυτού του κινήματος, και με τη δύναμη της μοσχοβίτικης γραφειοκρατίας. Όποιος δεν κατάφερε να κατανοήσει τη διαλεκτική αλληλεπίδραση των τριών αυτών παραγόντων: του εργατικού κράτους, των καταπιεζομένων μαζών και της βοναπαρτιστικής γραφειοκρατίας, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να κλείσει το στόμα του και να μην κάνει μάταιες συζητήσεις για τα γεγονότα στην Πολωνία.
Στις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση της Δυτικής Ουκρανίας και της Δυτικής Λευκορωσίας, το εκλογικό πρόγραμμα, υπαγορευμένο φυσικά από το Κρεμλίνο, περιείχε τρία ιδιαίτερα σημαντικά σημεία: ενσωμάτωση των δύο επαρχιών στην Ομοσπονδία της ΕΣΣΔ, κατάσχεση των κτημάτων των γαιοκτημόνων προς όφελος των αγροτών, εθνικοποίηση της μεγάλης βιομηχανίας και των τραπεζών. Οι ουκρανοί δημοκράτες, αν κρίνουμε από τη συμπεριφορά τους, θεωρούν την ενοποίηση κάτω από την κυριαρχία ενός μόνον κράτους σαν το μικρότερο κακό. Και από την άποψη της μελλοντικής πάλης για ανεξαρτησία, έχουν δίκιο. Όσο για τα άλλα δυο σημεία του προγράμματος, θα νόμιζε κανείς ότι, σχετικά με την προοδευτικότητά τους, δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρχει καμιά αμφιβολία ανάμεσά μας. Προσπαθώντας να αποφύγει την πραγματικότητα, δηλαδή το γεγονός ότι μόνο τα κοινωνικά θεμέλια της ΕΣΣΔ είναι εκείνα που επέβαλαν το κοινωνικό επαναστατικό πρόγραμμα στο Κρεμλίνο, ο Σάχτμαν αναφέρεται στη Λιθουανία, την Εσθονία και τη Λετονία, όπου το κάθετι έχει παραμείνει όπως ήταν παλιά. Ένα απίστευτο επιχείρημα! Κανείς δεν έχει πει πως η σοβιετική γραφειοκρατία πάντα και παντού είτε επιθυμεί, είτε είναι ικανή, να πραγματοποιήσει την απαλλοτρίωση της αστικής τάξης. Λέμε μόνο, πως καμιά άλλη κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει αυτή την κοινωνική ανατροπή που η γραφειοκρατία του Κρεμλίνου, παρά τη συμμαχία της με τον Χίτλερ, βρέθηκε αναγκασμένη να εγκρίνει στην Ανατολική Πολωνία. Αν δεν το έκανε αυτό, δεν θα μπορούσε να περιλάβει το έδαφος αυτό στην Ομοσπονδία της ΕΣΣΔ.
Ο Σάχτμαν είναι ενημερωμένος για την ίδια την ανατροπή. Δεν μπορεί να την αρνηθεί. Είναι ανίκανος να την εξηγήσει. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, προσπαθεί να σώσει τα προσχήματα: Γράφει: «Στην πολωνική Ουκρανία και στη Λευκορωσία, όπου η ταξική εκμετάλλευση εντάθηκε από την εθνική καταπίεση... οι αγρότες άρχισαν να παίρνουν οι ίδιοι τη γη, να διώχνουν τους γαιοκτήμονες που ήταν ήδη μισοφευγάτοι», κλπ. (όπ.π., σελ. 16). Ο Κόκκινος Στρατός δεν είχε, φαίνεται, καμιά απολύτως σχέση μ’ όλα αυτά. Αυτός ήρθε στην Πολωνία μόνο σαν μια «αντεπαναστατική δύναμη» για να καταστείλει το κίνημα. Αλλά γιατί οι εργάτες και οι αγρότες της Δυτικής Πολωνίας, που είχε καταληφθεί από τον Χίτλερ, δεν επιχείρησαν μια επανάσταση; Γιατί αυτοί που δραπέτευαν από κει, ήταν κυρίως επαναστάτες, «δημοκράτες» και Εβραίοι, ενώ στην Ανατολική Πολωνία, εκείνοι που το σκούσαν ήταν κυρίως οι γαιοκτήμονες και οι καπιταλιστές; Ο Σάχτμαν δεν έχει καιρό να τα σκεφτεί αυτά –βιάζεται να μου εξηγήσει πως η αντίληψη της «γραφειοκρατικής επανάστασης» είναι παράλογη, γιατί η χειραφέτηση των εργατών μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από τους ίδιους τους εργάτες. Δεν έχω δίκιο να επαναλάβω ότι ο Σάχτμαν αισθάνεται προφανώς πως βρίσκεται σε ένα βρεφοκομείο;
Στο παρισινό όργανο των μενσεβίκων –που, η στάση τους απέναντι στην εξωτερική πολιτική του Κρεμλίνου, είναι, αν είναι δυνατόν, ακόμα πιο «ασυμφιλίωτη» από του Σάχτμαν– αναφέρεται ότι «στα χωριά ξεφύτρωναν παντού –πολύ συχνά μόλις πλησίαζαν τα σοβιετικά στρατεύματα (δηλαδή, πριν από την είσοδό τους ακόμα σε μια δοσμένη περιοχή, Λ.Τ.)– οι αγροτικές επιτροπές, τα στοιχειώδη όργανα της επαναστατικής αγροτικής αυτοδιοίκησης...». Οι στρατιωτικές αρχές βιάστηκαν, φυσικά, να υποτάξουν αυτές τις επιτροπές στα γραφειοκρατικά όργανα που είχαν εγκαθιδρύσει οι ίδιες στα αστικά κέντρα. Ωστόσο, αυτά ήταν υποχρεωμένα να στηρίζονται πάνω στις αγροτικές επιτροπές, αφού, χωρίς αυτές, ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί η αγροτική επανάσταση.
Ο Νταν, ο ηγέτης των μενσεβίκων, έγραφε στις 19 του Οκτώβρη: «Σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία όλων των παρατηρητών, η εμφάνιση του σοβιετικού στρατού και της σοβιετικής γραφειοκρατίας προκαλεί, όχι μόνο στα κατειλημμένα απ’ αυτούς εδάφη, αλλά και πέρα από τα όριά τους –μια ώθηση (!!!) για κοινωνική αναταραχή και κοινωνικούς μετασχηματισμούς». Η «ώθηση», όπως βλέπουμε, δεν επινοήθηκε από μένα, είναι μια «ομόφωνη μαρτυρία όλων των παρατηρητών» που διέθεταν μάτια και αυτιά. Ο Νταν προχωρεί ακόμα πιο πέρα, και εκφράζει την υπόθεση ότι «τα κύματα που προκάλεσε αυτή η ώθηση, δεν θα χτυπήσουν μόνο δυνατά τη Γερμανία σε μια συγκριτικά κοντινή περίοδο, αλλά και θα απλωθούνε, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, και σε άλλα κράτη».
Ένας άλλος μενσεβίκος συγγραφέας γράφει: «Όσο και αν έχει προσπαθήσει το Κρεμλίνο να αποφύγει κάθετι που μπορεί να έχει τη γεύση της μεγάλης επανάστασης, το ίδιο το γεγονός της εισόδου των σοβιετικών στρατευμάτων στα εδάφη της Ανατολικής Πολωνίας με τις από καιρό ξεπερασμένες μισοφεουδαρχικές αγροτικές σχέσεις, επρόκειτο να προκαλέσει ένα θυελλώδες αγροτικό κίνημα. Με το πλησίασμα των σοβιετικών στρατευμάτων, οι αγρότες άρχισαν να καταλαμβάνουν τα χτήματα των γαιοκτημόνων και να σχηματίζουν αγροτικές επιτροπές». Το παρατηρήσατε: με το πλησίασμα των σοβιετικών στρατευμάτων και καθόλου με την αποχώρησή τους όπως θα έπρεπε να είναι σύμφωνα με τα λόγια του Σάχτμαν. Παραθέτω τη μαρτυρία των μενσεβίκων, γιατί αυτοί είναι πολύ καλά πληροφορημένοι, και οι πηγές των πληροφοριών τους είναι διάφοροι φίλοι τους, πολωνοί και εβραίοι εμιγκρέδες, που έχουν συγκεντρωθεί στη Γαλλία, και, επίσης, επειδή οι κύριοι αυτοί δεν μπορούν να θεωρηθούν ύποπτοι για συνθηκολόγηση με το σταλινισμό αφού έχουν συνθηκολογήσει με τη γαλλική μπουρζουαζία.
Η μαρτυρία των μενσεβίκων επιβεβαιώνεται, επιπλέον, από τις ανταποκρίσεις του αστικού Τύπου:
«Η αγροτική επανάσταση στη Σοβιετική Πολωνία είχε την ορμή ενός αυθόρμητου κινήματος. Αμέσως μόλις κυκλοφόρησε η φήμη πως ο Κόκκινος Στρατός πέρασε τον ποταμό Σμπρούκζ, οι αγρότες άρχισαν να μοιράζονται μεταξύ τους τα κτήματα των γαιοκτημόνων. Πρώτα δινόταν γη στους μικρούς αγρότες και, μ’ αυτό τον τρόπο, απαλλοτριώθηκε το τριάντα περίπου τοις εκατό της αγροτικής γης», («Τάιμς της Νέας Υόρκης», 17 του Γενάρη 1940).
Με το κάλυμμα ενός νέου επιχειρήματος, ο Σάχτμαν μου παρουσιάζει τα δικά μου λόγια, σύμφωνα με τα οποία η απαλλοτρίωση των γαιοκτημόνων στην Ανατολική Πολωνία, δεν μπορεί να αλλάξει την εκτίμησή μας για τη γενική πολιτική του Κρεμλίνου. Και βέβαια, δεν μπορεί! Κανείς δεν πρότεινε κάτι τέτοιο. Με τη βοήθεια της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το Κρεμλίνο έχει αποπροσανατολίσει και αποθαρρύνει την εργατική τάξη, σε τέτοιο βαθμό, που, όχι μόνο έχει διευκολύνει το ξέσπασμα ενός νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου, αλλά και έχει κάνει εξαιρετικά δύσκολη τη χρησιμοποίηση αυτού του πολέμου για την επανάσταση. Συγκρινόμενη μ’ αυτά τα εγκλήματα, η κοινωνική ανατροπή στις δυο επαρχίες, που επιπλέον πληρώθηκε με την υποδούλωση της Πολωνίας, έχει φυσικά δευτερεύουσα σπουδαιότητα, και δεν αλλάζει τον γενικό αντιδραστικό χαρακτήρα της πολιτικής του Κρεμλίνου. Αλλά με την πρωτοβουλία της ίδιας της αντιπολίτευσης, το ζήτημα αυτό σήμερα μπαίνει, όχι σαν ένα ζήτημα γενικής πολιτικής, αλλά της συγκεκριμένης του διάθλασης μέσα σε ειδικές συνθήκες χρόνου και τόπου. Για τους αγρότες της Γαλικίας και της Δυτικής Λευκορωσίας, η αγροτική ανατροπή είχε την πιο μεγάλη σπουδαιότητα. Η Τέταρτη Διεθνής δεν θα μπορούσε να μποϋκοτάρει αυτή την ανατροπή, πάνω στη βάση ότι την πρωτοβουλία την είχε η αντιδραστική γραφειοκρατία. Το άμεσο καθήκον μας ήταν να πάρουμε μέρος στην ανατροπή στο πλευρό των εργατών και των αγροτών κι έτσι στο πλευρό του Κόκκινου Στρατού. Ταυτόχρονα, ήταν απαραίτητο να προειδοποιούμε τις μάζες ακούραστα για τον γενικά αντιδραστικό χαρακτήρα της πολιτικής του Κρεμλίνου, και για τους κινδύνους που εγκυμονεί για τις κατεχόμενες περιοχές. Το να ξέρει κανείς το πώς να συνδυάζει τα δύο αυτά καθήκοντα, ή, πιο σωστά, τις δυο αυτές πλευρές ενός και του ίδιου καθήκοντος –αυτό ακριβώς είναι μπολσεβίκικη πολιτική.
Αφού αποκάλυψε την τόσο ασυνήθιστη αυτή οξυδέρκεια στην κατανόηση των γεγονότων της Πολωνίας, ο Σάχτμαν καταφέρεται ενάντιά μου με διπλασιασμένο κύρος σε σχέση με τα γεγονότα της Φιλανδίας. Στο άρθρο μου «Μια Μικροαστική Αντιπολίτευση» έγραφα ότι: «Ο σοβιετοφιλανδικός πόλεμος αρχίζει προφανώς να συμπληρώνεται μ’ έναν εμφύλιο πόλεμο, όπου ο Κόκκινος Στρατός βρίσκεται σε τούτη τη φάση στο ίδιο στρατόπεδο με τους φιλανδούς φτωχούς χωρικούς και εργάτες...». Η ιδιαίτερα επιφυλακτική αυτή διατύπωση δεν συνάντησε την επιδοκιμασία του αμείλικτου κριτή μου. Η εκτίμησή μου για τα γεγονότα της Πολωνίας, τον είχαν ήδη κάνει να χάσει την ισορροπία του. «Βρίσκω ακόμα λιγότερες (αποδείξεις) για τις –πως να το πω αυτό;– καταπληκτικές παρατηρήσεις σου για την Φιλανδία», γράφει ο Σάχτμαν στη σελίδα 16 του «Γράμματός» του. Λυπούμε πολύ που ο Σάχτμαν προτιμάει να μένει κατάπληκτος παρά να μελετάει τα πράγματα.
Στα κράτη της Βαλτικής, το Κρεμλίνο περιόρισε τα καθήκοντά του στην εξασφάλιση στρατηγικών κερδών με τον αναμφισβήτητο υπολογισμό πως, στο μέλλον, αυτές οι στρατηγικές στρατιωτικές βάσεις, θα του επέτρεπαν να σοβιετοποιήσει τις πρώην αυτές επαρχίες της τσαρικής αυτοκρατορίας. Οι επιτυχίες αυτές στη Βαλτική, που έχουν επιτευχθεί στη βάση μιας διπλωματικής απειλής, συνάντησαν, ωστόσο, την αντίσταση της Φιλανδίας. Το να υποχωρήσει σ’ αυτή την αντίσταση, αυτό θα σήμαινε για το Κρεμλίνο πως έθετε σε κίνδυνο το «γόητρό» του, και, μ’ αυτό, τις επιτυχίες του στην Εσθονία, τη Λετονία και τη Λιθουανία. Έτσι, αντίθετα από τα αρχικά του σχέδια, το Κρεμλίνο βρέθηκε υποχρεωμένο να καταφύγει στην ένοπλη βία. Απ’ αυτό το γεγονός, κάθε σκεφτόμενο άτομο, έβαλε στον εαυτό του το παρακάτω ερώτημα: Το Κρεμλίνο επιθυμεί να τρομάξει μονάχα τη φιλανδική μπουρζουαζία και να την εξαναγκάσει να προβεί σε παραχωρήσεις, ή πρόκειται να προχωρήσει τώρα πιο πέρα; Στο ερώτημα αυτό δεν μπορούσε, φυσικά, να υπάρχει «αυτόματη» απάντηση. Ήταν αναγκαίο –στο φως των γενικών τάσεων– να προσανατολιστεί κανείς από τα συγκεκριμένα συμπτώματα. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης είναι ανίκανοι για κάτι τέτοιο.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις άρχισαν στις 30 του Νοέμβρη. Την ίδια αυτή ακριβώς μέρα, η Κεντρική Επιτροπή του Φιλανδέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος, που αναμφισβήτητα έχει την έδρα της είτε στο Λένινγκραντ είτε στη Μόσχα, ανακοίνωσε από το ραδιόφωνο ένα μανιφέστο προς τον εργαζόμενο λαό της Φιλανδίας. Αυτό το μανιφέστο διακήρυσσε: «Για δεύτερη φορά στην Ιστορία της Φιλανδίας, η φιλανδική εργατική τάξη αρχίζει έναν αγώνα ενάντια στο ζυγό της πλουτοκρατίας. Η πρώτη εμπειρία των εργατών και των αγροτών το 1918, κατάληξε στη νίκη των καπιταλιστών και των γαιοκτημόνων. Αλλά αυτή τη φορά... ο εργαζόμενος λαός πρέπει να νικήσει!». Το μανιφέστο αυτό και μόνο, έδειξε καθαρά ότι εδώ δεν επρόκειτο για μια προσπάθεια να τρομάξει την αστική κυβέρνηση της Φιλανδίας, αλλά για ένα σχέδιο με σκοπό να προκαλέσει εξέγερση στη χώρα και να συμπληρώσει την εισβολή του Κόκκινου Στρατού με εμφύλιο πόλεμο.
Η διακήρυξη της αυτοαποκαλούμενης Λαϊκής Κυβέρνησης που δημοσιεύτηκε στις 2 του Δεκέμβρη λέει: «Σε διάφορα μέρη της χώρας, ο λαός έχει ήδη εξεγερθεί και κήρυξε τη δημιουργία μιας λαϊκής δημοκρατίας». Αυτός ο ισχυρισμός είναι προφανώς κατασκευασμένος, διαφορετικά το μανιφέστο θα ανάφερε τα μέρη όπου είχαν γίνει οι απόπειρες εξεγέρσεων. Είναι, όμως, δυνατό, μεμονωμένες απόπειρες, που είχαν προετοιμαστεί απ’ έξω, να κατάληξαν σε αποτυχία και πως, ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, θεώρησαν καλύτερο να μην αναφερθούν σε λεπτομέρειες. Οπωσδήποτε, τα νέα που αφορούσαν τις «εξεγέρσεις» αποτελούσαν ένα κάλεσμα για εξέγερση. Επιπλέον, η διακήρυξη δίνει πληροφορίες σχετικά με τον σχηματισμό «του πρώτου φιλανδικού στρατιωτικού σώματος, που, στην πορεία των επικείμενων μαχών, θα ενισχυθεί με εθελοντές από τις γραμμές των επαναστατών εργατών και αγροτών». Είτε υπήρχαν χίλιοι άνδρες σε αυτό το «σώμα», είτε μόνο εκατό, η σημασία αυτού του «σώματος» στον καθορισμό της πολιτικής του Κρεμλίνου, ήταν αναμφισβήτητη. Ταυτόχρονα, τα τηλεγραφήματα ανάφεραν την απαλλοτρίωση μεγάλων γαιοκτημόνων στις περιοχές των συνόρων. Δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος να αμφιβάλει κανείς για το ότι συνέβαιναν ακριβώς αυτά κατά τη διάρκεια της πρώτης προέλασης του Κόκκινου Στρατού. Αλλά, ακόμα κι αν θεωρήσουμε αυτά τα τηλεγραφήματα κατασκευασμένα, αυτά διατηρούν απόλυτα τη σημασία τους, σαν ένα κάλεσμα για μια αγροτική επανάσταση. Έτσι, ήμουν εντελώς δικαιολογημένος να δηλώσω ότι, «ο σοβιετοφιλανδικός πόλεμος αρχίζει προφανώς να συμπληρώνεται με έναν εμφύλιο πόλεμο». Είναι αλήθεια, ότι στις αρχές του Δεκέμβρη, είχα στη διάθεσή μου ένα μέρος μόνο απ’ αυτά τα γεγονότα. Αλλά στο φόντο της γενικής κατάστασης και –θα μου επιτρέψτε να προσθέσω– με τη βοήθεια μιας κατανόησης της εσωτερικής της λογικής, τα μεμονωμένα συμπτώματα με έκαναν ικανό να βγάλω τα αναγκαία συμπεράσματα σχετικά με την κατεύθυνση ολόκληρης της πάλης. Χωρίς τέτια μισο-απριόρι συμπεράσματα, μπορεί κανείς να είναι ένας παρατηρητής που εκλογικεύει, αλλά σε καμιά περίπτωση, κάποιος που συμμετέχει ενεργά στα γεγονότα. Μα γιατί η έκκληση της «Λαϊκής Κυβέρνησης» δεν μπόρεσε να βρει μια άμεση μαζική ανταπόκριση; Για τρεις λόγους: πρώτο, η Φιλανδία κυριαρχείται πέρα για πέρα από έναν αντιδραστικό στρατιωτικό μηχανισμό, που υποστηρίζεται όχι μόνο από την αστική τάξη, αλλά και από τα ανώτερα στρώματα των αγροτών και από την εργατική γραφειοκρατία. Δεύτερο, η πολιτική του Κρεμλίνου κατόρθωσε να μεταμορφώσει το Φιλανδικό Κομμουνιστικό Κόμμα σ’ έναν ασήμαντο παράγοντα. Τρίτο, το καθεστώς της ΕΣΣΔ, δεν είναι ικανό με κανέναν τρόπο, να προκαλέσει ενθουσιασμό στις καταπιεσμένες φιλανδικές μάζες. Ακόμα και στην Ουκρανία, από το 1918 μέχρι το 1920, οι αγρότες ανταποκρίνονταν με πολύ βραδύτητα στις εκκλήσεις να καταλάβουν τα κτήματα των γαιοκτημόνων, κι αυτό γιατί η τοπική σοβιετική εξουσία ήταν ακόμα πολύ αδύνατη, και κάθε επιτυχία των Λευκών ακολουθούνταν από ανελέητες τιμωρίες. Αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που μας επιτρέπει να μην εκπλαγούμε που οι φιλανδοί φτωχοί αγρότες καθυστερούν να ανταποκριθούν σε μια έκκληση για αγροτική επανάσταση. Για να μπουν σε κίνηση οι αγρότες, είναι απαραίτητες ορισμένες σοβαρές επιτυχίες του Κόκκινου Στρατού. Αλλά στη διάρκεια της πρώτης κακά προετοιμασμένης προέλασης, ο Κόκκινος Στρατός γνώρισε μόνο αποτυχίες. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, δεν μπορούσε καν να γίνεται λόγος για εξέγερση των αγροτών. Ήταν αδύνατο, στο δοσμένο αυτό στάδιο, να περιμένουμε έναν ανεξάρτητο εμφύλιο πόλεμο στη Φιλανδία. Οι υπολογισμοί μου, μιλούσαν πολύ καθαρά για συμπλήρωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων με μέτρα εμφυλίου πολέμου. Στο νου μου είχα –τουλάχιστο μέχρι την εκμηδένιση του φιλανδικού στρατού– μόνον το κατεχόμενο έδαφος και τις γειτονικές περιοχές. Σήμερα, 17 του Γενάρη, καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, τα τηλεγραφήματα από μια φιλανδική πηγή λένε ότι, σε μια από τις συνοριακές περιοχές έχουν εισβάλει αποσπάσματα φιλανδών εμιγκρέδων, και ότι κυριολεκτικά, ο αδελφός σκοτώνει τον αδελφό. Τί άλλο είναι αυτό αν όχι ένα επεισόδιο εμφυλίου πολέμου; Όπως και νά ’χει, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία πως μια νέα προέλαση του Κόκκινου Στρατού στη Φιλανδία θα επιβεβαιώσει σε κάθε βήμα τη γενική μας εκτίμηση για τον πόλεμο. Ο Σάχτμαν δεν έχει ούτε μια ανάλυση για τα γεγονότα, ούτε ένα ίχνος πρόγνωσης. Περιορίζεται στην ευγενή αγανάκτηση και, γι’ αυτό το λόγο, βυθίζεται σε κάθε βήμα, βαθύτερα μέσα στο βάλτο.
Η έκκληση της «Λαϊκής Κυβέρνησης» μιλάει για εργατικό έλεγχο. Τί μπορεί να σημαίνει αυτό!, κραυγάζει ο Σάχτμαν. Στην ΕΣΣΔ δεν υπάρχει εργατικός έλεγχος, από πού θά ’ρθεί στη Φιλανδία; Είναι θλιβερό που το λέμε, αλλά ο Σάχτμαν αποκαλύπτεται εντελώς ανίκανος να καταλάβει την κατάσταση. Στην ΕΣΣΔ, ο εργατικός έλεγχος είναι ένα στάδιο που από πολύ καιρό έχει συμπληρωθεί: από τον έλεγχο πάνω στην αστική τάξη –πέρασαν στη διαχείριση της εθνικοποιημένης παραγωγής. Ένας νέος εργατικός έλεγχος θα σήμαινε, σήμερα, έλεγχο πάνω στη γραφειοκρατία. Κι αυτός δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί παρά μόνο σαν αποτέλεσμα μιας επιτυχούς εξέγερσης ενάντια στη γραφειοκρατία. Στη Φιλανδία, ο εργατικός έλεγχος δεν σημαίνει ακόμα τίποτε περισσότερο από το μαζικό διώξιμο της ντόπιας αστικής τάξης, που τη θέση της σκοπεύει να πάρει η γραφειοκρατία. Επιπλέον, δεν θα έπρεπε κανείς να θεωρεί το Κρεμλίνο τόσο ηλίθιο, ώστε να επιχειρήσει να κυριαρχήσει στην Ανατολική Πολωνία ή στην Φιλανδία με την εισαγωγή κομισαρίων. Η πιο επείγουσα ανάγκη για το Κρεμλίνο, είναι να βγάλει ένα νέο διοικητικό μηχανισμό μέσα από τον εργαζόμενο πληθυσμό των κατεχόμενων περιοχών. Αυτό το καθήκον δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά ύστερα από στάδια. Το πρώτο στάδιο είναι οι αγροτικές επιτροπές και οι επιτροπές εργατικού ελέγχου[1].
Ο Σάχτμαν αρπάζεται με ζήλο ακόμα και από το γεγονός ότι το πρόγραμμα του Κούουζινεν «είναι, τυπικά, το πρόγραμμα μιας αστικής “δημοκρατίας”». Μ’ αυτό θέλει να πει πως το Κρεμλίνο ενδιαφέρεται περισσότερο να εγκαταστήσει μια αστική δημοκρατία στη Φιλανδία παρά να ενσωματώσει τη Φιλανδία στην ΕΣΣΔ. Ο ίδιος ο Σάχτμαν δεν ξέρει τι θέλει να πει. Στην Ισπανία, χώρα που η Μόσχα δεν την προετοίμαζε για ένωση με την ΕΣΣΔ, το ζήτημα ήταν πραγματικά να δείξει το Κρεμλίνο την ικανότητά του να διαφυλάξει την αστική δημοκρατία ενάντια στην προλεταριακή επανάσταση. Αυτό το καθήκον ξεπηδούσε από τα συμφέροντα της γραφειοκρατίας του Κρεμλίνου σε κείνη την ιδιαίτερη διεθνή κατάσταση. Σήμερα, η κατάσταση είναι διαφορετική. Το Κρεμλίνο δεν προετοιμάζεται να δείξει τη χρησιμότητά του στη Γαλλία, την Αγγλία και τις Ενωμένες Πολιτείες. Όπως έχουν αποδείξει οι πράξεις του, είναι σταθερά αποφασισμένο να σοβιετοποιήσει τη Φιλανδία –αμέσως ή σε δύο στάδια. Το πρόγραμμα της κυβέρνησης Κούουζινεν, ακόμα κι αν το προσεγγίσουμε από μια «τυπική» σκοπιά, δεν διαφέρει από το πρόγραμμα των μπολσεβίκων το Νοέμβρη του 1917. Είναι αλήθεια πως ο Σάχτμαν τονίζει πολύ το γεγονός ότι δίνω γενικά σημασία στο μανιφέστο του «ηλίθιου» Κούουζινεν. Ωστόσο, θα πάρω το θάρρος να παρατηρήσω ότι ο «ηλίθιος» Κούουζινεν, ενεργώντας σύμφωνα με τα διατάγματα του Κρεμλίνου και με την υποστήριξη του Κόκκινου Στρατού, αντιπροσωπεύει έναν πάρα πολύ πιο σοβαρό πολιτικό παράγοντα απ’ ό,τι ντουζίνες επιπόλαιοι ψευτοσοφοί που αρνούνται να σκεφτούν με την εσωτερική λογική (διαλεκτική) των γεγονότων.
Σαν αποτέλεσμα της αξιοσημείωτης ανάλυσής του, ο Σάχτμαν, προτείνει, ανοιχτά αυτή τη φορά, μια ντεφετιστική πολιτική σε σχέση με την ΕΣΣΔ, προσθέτοντας (για κατάσταση έκτακτης ανάγκης) ότι δεν έχει καθόλου πάψει να είναι ένας «πατριώτης της τάξης του». Είμαστε ευτυχείς που πήραμε αυτή την πληροφορία. Το κακό είναι πως ο Νταν, ο ηγέτης των μενσεβίκων, έγραψε στις 12 του περασμένου Νοέμβρη, ότι σε περίπτωση που η Σοβιετική Ένωση εισβάλει στη Φιλανδία, το παγκόσμιο προλεταριάτο «πρέπει να πάρει μια οριστική ντεφετιστική θέση σε σχέση μ’ αυτή την παραβίαση », («Sozialisticheski Vestnik», No 19-20, σελ. 43). Είναι αναγκαίο να προσθέσω ότι σ’ όλη τη διάρκεια του καθεστώτος του Κερένσκι, ο Νταν ήταν ένας λυσσασμένος ντεφανσιστής. Δεν κατάφερε να γίνει ντεφετιστής ούτε και κάτω από τον Τσάρο. Μόνον η εισβολή του Κόκκινου Στρατού στη Φιλανδία, μεταμόρφωσε τον Νταν σε ντεφετιστή. Μ’ αυτό, φυσικά, δεν έπαψε να είναι «πατριώτης της τάξης του». Ποιάς τάξης; Αυτό το ερώτημα δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον. Σε ό,τι αφορά την ανάλυση των γεγονότων, ο Σάχτμαν διαφωνεί με τον Νταν, που είναι πλησιέστερα στο πεδίο της δράσης και δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα γεγονότα με μύθους. Σε αντιστάθμισμα, σε αυτό που αφορά τα «συγκεκριμένα πολιτικά συμπεράσματα», ο Σάχτμαν έχει γίνει ένας «πατριώτης» της ίδιας ακριβώς τάξης με τον Νταν. Στη μαρξιστική κοινωνιολογία, αυτή η τάξη, αν μου επιτρέπει η αντιπολίτευση, αυτή η τάξη λέγεται μικροαστική τάξη.
Για να δικαιολογήσει το μπλοκ του με τον Μπάρναμ και τον Άμπερν –ενάντια στην προλεταριακή πτέρυγα του Κόμματος, ενάντια στο πρόγραμμα της Τέταρτης Διεθνούς, και ενάντια στη μαρξιστική μέθοδο– ο Σάχτμαν δεν σέβεται την ιστορία του επαναστατικού κινήματος που –σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια– την μελέτησε ειδικά για να μεταβιβάσει τις μεγάλες παραδόσεις στη νεότερη γενιά. Ο σκοπός, βέβαια, καθεαυτός είναι εξαιρετικός. Αλλά απαιτεί μια επιστημονική μέθοδο. Στο μεταξύ, ο Σάχτμαν έχει αρχίσει να θυσιάζει την επιστημονική μέθοδο για το χατίρι ενός μπλοκ. Τα ιστορικά του παραδείγματα είναι αυθαίρετα, αστόχαστα, εντελώς ψεύτικα.
Κάθε συνεργασία δεν είναι κι ένα μπλοκ με την ακριβή έννοια του όρου. Δεν είναι καθόλου ασυνήθιστες οι επεισοδιακές συμφωνίες, που καθόλου δεν μετατρέπονται και δεν επιζητούν να μετατραπούν σε ένα μπλοκ διαρκείας. Από την άλλη μεριά, τα μέλη ενός και του αυτού κόμματος δεν μπορούν να ονομαστούν μπλοκ. Εμείς, μαζί με το σύντροφο Μπάρναμ, ανήκουμε (και ελπίζω θα συνεχίσουμε να ανήκουμε μέχρι το τέλος) σε ένα και το αυτό διεθνές Κόμμα, αλλά κι αυτό δεν είναι ένα μπλοκ. Δυο κόμματα μπορούν να συνάψουν ένα μακροπρόθεσμο μπλοκ μεταξύ τους ενάντια σ’ έναν κοινό εχθρό: τέτοια ήταν η πολιτική του «Λαϊκού Μετώπου». Στο εσωτερικό ενός και του ίδιου Κόμματος, δυο τάσεις που βρίσκονται κοντά η μια στην άλλη, αλλά που δεν συμπίπτουν εντελώς, μπορούν να φτιάξουν ένα μπλοκ ενάντια σε μια τρίτη φράξια.
Για την εκτίμηση των εσωκομματικών μπλοκ, δυο ερωτήματα έχουν αποφασιστική σημασία:
1) Πρώτα και κύρια, ενάντια σε ποιόν ή σε τί, κατευθύνεται το μπλοκ;
2) Ποιός είναι ο συσχετισμός των δυνάμεων μέσα στο μπλοκ;
Έτσι, για μια πάλη ενάντια στο σοβινισμό μέσα στο Κόμμα, ένα μπλοκ ανάμεσα στους διεθνιστές και τους κεντριστές είναι απόλυτα επιτρεπτό. Τα αποτελέσματα του μπλοκ θα εξαρτηθούν σ’ αυτή την περίπτωση, από την καθαρότητα του προγράμματος των διεθνιστών, από τη συνοχή και την πειθαρχία τους, γιατί τα χαρακτηριστικά αυτά είναι συνήθως πιο σπουδαία στον καθορισμό του συσχετισμού των δυνάμεων, παρά η αριθμητική τους δύναμη.
Ο Σάχτμαν, όπως έχουμε πει παραπάνω, αναφέρεται στο μπλοκ του Λένιν με τον Μπογκντάνοφ. Έχω ήδη αναφέρει πως ο Λένιν δεν έκανε ούτε την ελάχιστη θεωρητική παραχώρηση στο Μπογκντάνοφ. Τώρα θα εξετάσουμε την πολιτική πλευρά του «μπλοκ». Είναι, πρώτα απ’ όλα, αναγκαίο να πούμε ότι εκείνο που στην πραγματικότητα, έγινε, δεν ήταν ένα μπλοκ, αλλά μια συνεργασία μέσα σε μια κοινή οργάνωση. Η μπολσεβίκικη φράξια είχε μια ανεξάρτητη ύπαρξη. Ο Λένιν δεν σχημάτισε ένα «μπλοκ» με τον Μπογκντάνοφ ενάντια σε άλλες τάσεις μέσα στην ίδια του την οργάνωση. Αντίθετα, σχημάτισε ένα μπλοκ ακόμα και με τους συμφιλιωτές μπολσεβίκους (τους Ντουμπρόβινσκι, Ρίκοφ και άλλους) ενάντια στις λαθεμένες θεωρίες του Μπογκντάνοφ. Στην ουσία, το ζήτημα, σ’ ό,τι αφορά τον Λένιν, ήταν κατά πόσο είναι δυνατό να παραμένει με τον Μπογκντάνοφ σε μια και την ίδια οργάνωση, που παρά το γεγονός ότι ονομαζόταν «φράξια», είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός κόμματος. Αν ο Σάχτμαν δεν βλέπει την αντιπολίτευση σαν μια ανεξάρτητη οργάνωση, τότε η αναφορά του στο «μπλοκ» Λένιν-Μπογκντάνοφ καταρρέει.
Αλλά το λάθος στην αναλογία δεν περιορίζεται σ’ αυτό. Η μπολσεβίκικη φράξια-κόμμα, διεξήγαγε μια πάλη ενάντια στο μενσεβικισμό, που τότε είχε κιόλας εντελώς ξεσκεπαστεί σαν ένα μικροαστικό πρακτορείο της φιλελεύθερης μπουρζουαζίας. Αυτό ήταν πολύ πιο σοβαρό, από την κατηγορία για τον λεγόμενο «γραφειοκρατικό συντηρητισμό», που τις ταξικές του ρίζες ο Σάχτμαν ούτε καν επιχειρεί να καθορίσει. Η συνεργασία του Λένιν με τον Μπογκντάνοφ ήταν μια συνεργασία ανάμεσα σε μια προλεταριακή τάση και σε μια σεκταριστική κεντριστική τάση ενάντια στο μικροαστικό οπορτουνισμό. Οι ταξικές γραμμές είναι καθαρές. Το «μπλοκ» αυτό, (αν χρησιμοποιήσει κανείς αυτό τον όρο στη δοσμένη περίπτωση) ήταν δικαιολογημένο.
Η κατοπινή ιστορία του «μπλοκ» δεν στερείται σημασίας. Στο γράμμα προς τον Γκόρκι που αναφέρει ο Σάχτμαν, ο Λένιν έκφραζε την ελπίδα, ότι θα ήταν δυνατό να διαχωριστούν τα πολιτικά ζητήματα από τα καθαρά φιλοσοφικά. Ο Σάχτμαν ξεχνάει να προσθέσει ότι η ελπίδα του Λένιν δεν υλοποιήθηκε καθόλου. Οι διαφορές αναπτύχθηκαν από τα ύψη της φιλοσοφίας μέχρι κάτω, σ’ όλα τα ζητήματα, κι εδώ περιλαβαίνονται και τα τρέχοντα ζητήματα. Αν το «μπλοκ» δεν δυσφήμησε τον μπολσεβικισμό, αυτό έγινε μόνο γιατί ο Λένιν είχε ολοκληρωμένο πρόγραμμα, μια σωστή μέθοδο, μια σταθερά ενσωματωμένη φράξια, όπου η ομάδα του Μπογκντάνοφ αποτελούσε μια μικρή και ασταθή μειοψηφία.
Ο Σάχτμαν έκανε ένα μπλοκ με τον Μπάρναμ και τον Άμπερν, ενάντια στην προλεταριακή πτέρυγα του δικού του Κόμματος. Είναι αδύνατο να το αποφύγει κανείς αυτό. Ο συσχετισμός των δυνάμεων μέσα στο μπλοκ, είναι πέρα για πέρα ενάντια στον Σάχτμαν. Ο Άμπερν έχει τη δική του φράξια. Ο Μπάρναμ, με τη βοήθεια του Σάχτμαν, μπορεί να δημιουργήσει το ομοίωμα μιας φράξιας που θα αποτελείται από διανοούμενους απογοητευμένους από το μπολσεβικισμό. Ο Σάχτμαν δεν έχει ανεξάρτητο πρόγραμμα, ούτε ανεξάρτητη μέθοδο, ούτε ανεξάρτητη φράξια. Ο εκλεκτικιστικός χαρακτήρας του «προγράμματος» της αντιπολίτευσης, καθορίζεται από τις αντιφατικές τάσεις μέσα στο μπλοκ. Σε περίπτωση που το μπλοκ καταρρεύσει –και η κατάρρευση είναι αναπόφευκτη– ο Σάχτμαν θα βγει από την πάλη μόνο με τη ζημιά που προξένησε στο Κόμμα και στον εαυτό του.
Ο Σάχτμαν αναφέρεται παραπέρα στο γεγονός ότι, το 1917, ο Λένιν και ο Τρότσκι ενωθήκανε ύστερα από μια μακριά πάλη, και γι’ αυτό θα ήταν λάθος να τους υπενθυμίζει κανείς τις παλιές τους διαφορές. Αυτό το παράδειγμα είναι λιγάκι εκτεθειμένο από το γεγονός ότι ο Σάχτμαν το έχει ήδη χρησιμοποιήσει μια φορά, για να εξηγήσει το μπλοκ του με τον Κάνον ενάντια στον Άμπερν. Αλλά, εκτός από αυτή τη δυσάρεστη περίπτωση, η ιστορική αναλογία είναι ψεύτικη μέχρι το μεδούλι. Όταν ο Τρότσκι ενώθηκε με το Μπολσεβίκικο Κόμμα, αναγνώρισε πέρα για πέρα και ανοιχτά την ορθότητα των λενινιστικών μεθόδων οικοδόμησης του Κόμματος. Τον ίδιο καιρό, η ασυμφιλίωτη ταξική τάση του μπολσεβικισμού, είχε διορθώσει μια εσφαλμένη πρόγνωση. Αν δεν επανέφερα το ζήτημα της «διαρκούς επανάστασης» στα 1917, ήταν γιατί αυτό είχε ήδη λυθεί και για τις δυο πλευρές από την πορεία των γεγονότων. Η βάση για την κοινή δουλειά ήταν όχι υποκειμενικοί ή επεισοδιακοί συνδυασμοί, αλλά η προλεταριακή επανάσταση. Αυτή είναι μια στερεή βάση. Επιπλέον, εδώ δεν επρόκειτο για ένα «μπλοκ», αλλά για την ενοποίηση σε ένα και μόνο κόμμα –ενάντια στη μπουρζουαζία και στους μικροαστούς πράκτορές της. Στο εσωτερικό του Κόμματος, το οκτωβριανό μπλοκ του Λένιν και του Τρότσκι κατευθυνόταν ενάντια στις μικροαστικές ταλαντεύσεις στο ζήτημα της εξέγερσης.
Εξίσου επιπόλαιη είναι η αναφορά του Σάχτμαν στο μπλοκ του Τρότσκι με τον Ζινόβιεφ, το 1926. Η πάλη τότε γινόταν όχι ενάντια στο «γραφειοκρατικό συντηρητισμό» σαν το ψυχολογικό χαρακτηριστικό μερικών αντιπαθητικών ατόμων, αλλά ενάντια στην ισχυρότερη γραφειοκρατία στον κόσμο, τα προνόμιά της, την αυθαίρετη κυριαρχία της και την αντιδραστική πολιτική της. Το πλάτος των επιτρεπτών διαφορών σ’ ένα μπλοκ καθορίζεται από τη φύση του αντιπάλου.
Ο συσχετισμός των στοιχείων μέσα στο μπλοκ, ήταν επίσης εντελώς διαφορετικός. Η αντιπολίτευση του 1923, είχε το δικό της πρόγραμμα και τα δικά της στελέχη, που δεν αποτελούνταν καθόλου από διανοούμενους, όπως ισχυρίζεται ο Σάχτμαν απηχώντας τις απόψεις των σταλινικών, αλλά κυρίως από εργάτες. Η αντιπολίτευση Ζινόβιεφ-Κάμενεφ αναγνώρισε, με δική μας απαίτηση, σ’ ένα ειδικό ντοκουμέντο, ότι η αντιπολίτευση του 1923 είχε δίκιο σε όλα τα θεμελιώδη ζητήματα. Ωστόσο, αφού είχαμε διαφορετικές παραδόσεις και ήμασταν μακριά από το να συμφωνήσουμε σε όλα, η συγχώνευση δεν έγινε ποτέ. Και οι δυο ομάδες έμειναν ανεξάρτητες φράξιες. Είναι αλήθεια, ότι σε ορισμένα σημαντικά ζητήματα, η αντιπολίτευση του 1923 έκανε –ενάντια στην ψήφο μου– παραχωρήσεις αρχών στην αντιπολίτευση του 1926 –παραχωρήσεις που εγώ θεώρησα και θεωρώ ακόμα απαράδεκτες. Το γεγονός ότι δεν διαμαρτυρήθηκα τότε ανοιχτά ενάντια σ’ αυτές τις παραχωρήσεις, ήταν μάλλον ένα σφάλμα. Αλλά, γενικά, δεν υπήρχε πολύς χώρος για ανοιχτές διαμαρτυρίες: εργαζόμασταν παράνομα. Όπως και νά ’χει, και οι δυο πλευρές ήταν πολύ καλά πληροφορημένες για τις απόψεις μου στα αμφισβητούμενα ζητήματα. Μέσα στην αντιπολίτευση του 1923, το εννιακόσια ενενήντα εννιά τοις χιλίοις, αν όχι και περισσότερο, υποστήριζαν την άποψή μου και όχι την άποψη του Ζινόβιεφ ή του Ράντεκ. Με μια τέτια σχέση ανάμεσα στις δυο ομάδες μέσα στο μπλοκ, μπορούσαν να γίνουν αυτά ή μερικά άλλα λάθη, αλλά δεν υπήρχε ούτε ίχνος τυχοδιωκτισμού.
Με τον Σάχτμαν η περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική. Ποιός είχε δίκιο στο παρελθόν και ακριβώς πότε και πού; Γιατί ο Σάχτμαν ήταν πρώτα με τον Άμπερν, μετά με τον Κάνον, και τώρα πίσω ξανά με τον Άμπερν; Οι εξηγήσεις του ίδιου του Σάχτμαν σ’ ό,τι αφορά τους περασμένους σκληρούς αγώνες είναι άξιες όχι ενός υπεύθυνου πολιτικού προσώπου, αλλά μιας παραμάνας: ο Τζόνι είχε λίγο άδικο, κι ο Μαξ είχε λιγάκι, όλοι είχαν λίγο άδικο, και τώρα όλοι έχουμε λίγο δίκιο. Ποιός είχε άδικο και σε τί, γι’ αυτό δεν υπάρχει λέξη. Δεν υπάρχει παράδοση. Το χθες διαγράφεται από τους λογαριασμούς –και ποιός είναι ο λόγος για όλα αυτά; Γιατί μέσα στον οργανισμό του Κόμματος, ο σύντροφος Σάχτμαν παίζει το ρόλο ενός ξεκολλημένου νεφρού.
Αναζητώντας ιστορικές αναλογίες, ο Σάχτμαν αποφεύγει ένα παράδειγμα με το οποίο το σημερινό μπλοκ, παρουσιάζει μια πραγματική ομοιότητα. Στο νου μου έχω το λεγόμενο μπλοκ του Αυγούστου του 1912. Εγώ συμμετείχα δραστήρια σ’ αυτό το μπλοκ. Με μια ορισμένη έννοια, το δημιούργησα εγώ. Πολιτικά διαφωνούσα με τους μενσεβίκους πάνω σ’ όλα τα θεμελιώδη ζητήματα. Διαφωνούσα επίσης με τους υπεραριστερούς μπολσεβίκους, τους Βπεριοντίστ. Στο γενικό πολιτικό προσανατολισμό, ήμουν πολύ πιο κοντά στους μπολσεβίκους. Αλλά ήμουνα ενάντια στο λενινιστικό «καθεστώς» γιατί δεν είχα ακόμα μάθει να καταλαβαίνω ότι, για να πραγματοποιηθεί ο επαναστατικός σκοπός, ήταν απαραίτητο ένα σταθερά σφυρηλατημένο συγκεντρωτικό κόμμα. Και έτσι σχημάτισα το επεισοδιακό αυτό μπλοκ που το αποτελούσαν διάφορα ετερογενή στοιχεία και που κατευθυνόταν ενάντια στην προλεταριακή πτέρυγα του Κόμματος.
Στο μπλοκ του Αυγούστου, οι λικβινταριστές είχαν τη δική τους φράξια, οι Βπεριοντίστ επίσης, είχαν κάτι που έμοιαζε με φράξια. Εγώ ήμουνα απομονωμένος, έχοντας μερικούς ομοϊδεάτες, αλλά όχι φράξια. Εγώ έγραψα τα περισσότερα ντοκουμέντα –ντοκουμέντα που είχαν σαν στόχο τους, αποφεύγοντας τις διαφορές αρχών, να δημιουργήσουν κάτι που να μοιάζει με ομοψυχία πάνω σε «συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα». Ούτε λέξη για το παρελθόν! Το μπλοκ του Αυγούστου υποβλήθηκε σε ανελέητη κριτική από τον Λένιν, και τα πιο σκληρά χτυπήματα ήταν εναντίον μου. Ο Λένιν απόδειξε ότι εφόσον δεν συμφωνούσα πολιτικά ούτε με τους μενσεβίκους ούτε με τους Βπεριοντίστ η πολιτική μου ήταν τυχοδιωκτική. Αυτό ήταν βαρύ, αλλά ήταν αληθινό.
Σαν «ελαφρυντικά», ας αναφέρω το γεγονός ότι είχα βάλει για καθήκον μου να μην υποστηρίξω τη δεξιά ή την υπεραριστερή φράξια ενάντια στους μπολσεβίκους, αλλά να ενώσω ολόκληρο το Κόμμα σαν όλο. Οι μπολσεβίκοι επίσης είχαν προσκληθεί στη συνδιάσκεψη του Αυγούστου. Αλλά, αφού ο Λένιν αρνήθηκε ρητά να ενωθεί με τους μενσεβίκους (και σ’ αυτό είχε πέρα για πέρα δίκιο) εγώ έμεινα σ’ ένα αφύσικο μπλοκ με τους μενσεβίκους και τους Βπεριοντίστ. Το δεύτερο ελαφρυντικό είναι το γεγονός ότι το ίδιο το φαινόμενο του μπολσεβικισμού, σαν η ενσάρκωση του πραγματικού επαναστατικού κόμματος, τότε μόλις αναπτυσσόταν για πρώτη φορά –στην πρακτική της Δεύτερης Διεθνούς δεν υπήρχε προηγούμενο. Αλλά έτσι δεν ζητάω καθόλου τη αθώωσή μου. Παρά την αντίληψη της διαρκούς επανάστασης, που αναμφίβολα έκφραζε την ορθή προοπτική, δεν είχα απαλλαγεί εκείνη την περίοδο, ιδιαίτερα στον οργανωτικό τομέα, από τα χαρακτηριστικά του μικροαστού επαναστάτη. Έπασχα από την αρρώστια του συμφιλιωτισμού προς τον μενσεβικισμό, και από μια δυσπιστία προς το λενινιστικό συγκεντρωτισμό. Αμέσως μετά τη συνδιάσκεψη του Αυγούστου, το μπλοκ άρχισε να αποσυντίθεται εις τα εξ ων συνετέθη. Μέσα σε λίγους μήνες, δεν ήμουνα μόνο από την άποψη των αρχών, αλλά και από οργανωτική άποψη έξω από το μπλοκ.
Απευθύνω σήμερα στον Σάχτμαν την ίδια ακριβώς επίπληξη που ο Λένιν είχε απευθύνει σε μένα πριν από 27 χρόνια: «Το μπλοκ σας είναι χωρίς αρχές». «Η πολιτική σας είναι τυχοδιωχτική». Με όλη μου τη καρδιά εκφράζω την ελπίδα, ότι από αυτές τις κατηγορίες, ο Σάχτμαν θα βγάλει τα ίδια συμπεράσματα που κι εγώ έβγαλα κάποτε.
Ο Σάχτμαν εκφράζει την έκπληξή του για το γεγονός ότι ο Τρότσκι, «ο ηγέτης της αντιπολίτευσης του 1923» είναι ικανός να υποστηρίζει τη γραφειοκρατική φράξια του Κάνον. Σ’ αυτό, όπως και στο ζήτημα του εργατικού ελέγχου, ο Σάχτμαν πάλι αποκαλύπτει την αδυναμία του να καταλάβει την ιστορική προοπτική. Είναι αλήθεια ότι για να δικαιολογήσει τη δικτατορία της, η σοβιετική γραφειοκρατία εκμεταλλεύτηκε τις αρχές του μπολσεβίκικου συγκεντρωτισμού, αλλά μέσα στο ίδιο το προτσές, τις μεταμόρφωσε ακριβώς στο αντίθετό τους. Αλλά αυτό δεν δυσφημεί στο ελάχιστο τις μέθοδες του μπολσεβικισμού. Για μια περίοδο πολλών χρόνων, ο Λένιν εκπαίδευε το Κόμμα στο πνεύμα της προλεταριακής πειθαρχίας και του αυστηρού συγκεντρωτισμού. Κάνοντάς το αυτό, δεχόταν δεκάδες φορές, την επίθεση των μικροαστικών φραξιών και κλικών. Ο μπολσεβίκικος συγκεντρωτισμός ήταν βαθύτατα προοδευτικός παράγοντας και, στο τέλος, εξασφάλισε τον θρίαμβο της επανάστασης. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς, πως η πάλη της τωρινής αντιπολίτευσης μέσα στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα, δεν έχει τίποτε το κοινό με την πάλη της ρωσικής αντιπολίτευσης του 1923, ενάντια στην προνομιούχα γραφειοκρατική κάστα, αλλά αντίθετα έχει μεγάλη ομοιότητα με την πάλη των μενσεβίκων ενάντια στον μπολσεβίκικο συγκεντρωτισμό.
Ο Κάνον και η ομάδα του είναι, κατά τη γνώμη της αντιπολίτευσης, «μια έκφραση ενός τύπου πολιτικής που μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί σαν γραφειοκρατικός συντηρητισμός». Τί σημαίνει αυτό; Η κυριαρχία μιας συντηρητικής εργατικής γραφειοκρατίας, που συμμετέχει στα κέρδη της εθνικής αστικής τάξης, θα ήταν ακατανόητη δίχως την άμεση ή έμμεση υποστήριξη του καπιταλιστικού κράτους. Η εξουσία της σταλινικής γραφειοκρατίας θα ήταν ακατανόητη χωρίς την Γκε Πε Ου, το στρατό, τα δικαστήρια, κλπ. Η σοβιετική γραφειοκρατία υποστηρίζει τον Στάλιν, επειδή ακριβώς είναι ο γραφειοκράτης που υπερασπίζεται τα συμφέροντά της καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία υποστηρίζει τον Γκριν και τον Λιούις, επειδή ακριβώς τα χαρακτηριστικά τους, σαν ικανών και επιτήδειων γραφειοκρατών, εγγυώνται τα υλικά συμφέροντα της εργατικής αριστοκρατίας. Αλλά πάνω σε ποιά βάση στηρίζεται ο «γραφειοκρατικός συντηρητισμός» μέσα στο ΣΕΚ; Προφανώς όχι σε υλικά συμφέροντα, αλλά σε μια επιλογή γραφειοκρατικών τύπων, σε αντίθεση με ένα άλλο στρατόπεδο, όπου καινοτόμοι, μύστες και δυναμικά πνεύματα έχουν συγκεντρωθεί μαζί. Η αντιπολίτευση δεν δείχνει καμιά αντικειμενική, δηλαδή, κοινωνική βάση για τον «γραφειοκρατικό συντηρητισμό». Το κάθετι ανάγεται στην καθαρή ψυχολογία. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, κάθε σκεφτόμενος εργάτης θα πει: Είναι πιθανό ο σύντροφος Κάνον να έχει πέσει στο αμάρτημα των γραφειοκρατικών τάσεων –είναι δύσκολο για μένα να κρίνω από τόσο μακριά– αλλά, αν η πλειοψηφία της Εθνικής Επιτροπής και ολόκληρο το Κόμμα, που δεν ενδιαφέρεται καθόλου για γραφειοκρατικά «προνόμια», υποστηρίζουν τον Κάνον, το κάνουν αυτό όχι για τις γραφειοκρατικές τους τάσεις, αλλά πέρα και ξέχωρα απ’ αυτές τις τάσεις. Αυτό σημαίνει ότι αυτός έχει ορισμένες άλλες αρετές που ζυγίζουν περισσότερο από τα προσωπικά του ελαττώματα. Αυτό θα πει ένα σοβαρό μέλος του Κόμματος. Και, κατά τη γνώμη μου, θα έχει δίκιο.
Για να δόσουν υπόσταση στα παράπονα και τις κατηγορίες τους, οι ηγέτες της αντιπολίτευσης αναφέρουν ασύνδετα επεισόδια και ανέκδοτα, από αυτά που μπορεί κανείς να αναφέρει κατά εκατοντάδες και χιλιάδες σε κάθε κόμμα και που στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι επιπλέον, αδύνατο, να τα επαληθεύσει αντικειμενικά. Κάθε άλλο παρά σκέπτομαι να ασχοληθώ με μια κριτική του τμήματος ιστοριών των ντοκουμέντων της αντιπολίτευσης. Αλλά υπάρχει ένα επεισόδιο, για το οποίο επιθυμώ να εκφραστώ σαν συμμέτοχος και σαν μάρτυρας. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης πολύ υπεροπτικά διηγούνται πόσο εύκολα, ίσως χωρίς κριτική και χωρίς σκέψη, ο Κάνον και η ομάδα του δέχτηκαν το πρόγραμμα των μεταβατικών διεκδικήσεων. Παραθέτω αυτά που έγραψα στον σύντροφο Κάνον, στις 15 του Απρίλη 1938, σε σχέση με την επεξεργασία αυτού του προγράμματος:
«Σου έχουμε στείλει το Σχέδιο του Μεταβατικού Προγράμματος και μια σύντομη δήλωση για το εργατικό κόμμα. Χωρίς την επίσκεψή σου στο Μεξικό, δεν θα μπορούσα ποτέ να γράψω το Σχέδιο Προγράμματος, γιατί, στη διάρκεια των συζητήσεών μας, έμαθα πολλά και σπουδαία πράγματα, που μου επέτρεψαν να είμαι περισσότερο σαφής και συγκεκριμένος...».
Ο Σάχτμαν γνωρίζει πολύ καλά αυτά τα περιστατικά, αφού ήταν ένας απ’ αυτούς που πήραν μέρος στη συζήτηση.
Οι φήμες, οι προσωπικές επινοήσεις και τα απλά κουτσομπολιά, δεν είναι δυνατό, παρά να καταλαμβάνουν μια σημαντική θέση στους μικροαστικούς κύκλους, όπου οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους, όχι με κομματικούς δεσμούς, αλλά με προσωπικές σχέσεις, και όπου δεν απόκτησαν τη συνήθεια της ταξικής προσέγγισης στα γεγονότα. Μεταδίδεται από το ένα στόμα στο άλλο, πως με επισκέπτονται αποκλειστικά οι αντιπρόσωποι της πλειοψηφίας και πως έχω παρασυρθεί έξω από το δρόμο της αλήθειας. Αγαπητοί σύντροφοι, μην πιστεύετε αυτές τις ανοησίες! Συλλέγω πολιτικές πληροφορίες με τις ίδιες ακριβώς μέθοδες που χρησιμοποιώ σ’ όλη μου γενικά τη δουλειά. Μια κριτική στάση απέναντι στις πληροφορίες, αποτελεί ένα οργανικό μέρος της πολιτικής φυσιογνωμίας κάθε πολιτικού. Αν ήμουνα ανίκανος να κάνω διάκριση ανάμεσα στις ψεύτικες και τις αληθινές πληροφορίες, τί αξία θα μπορούσαν να είχαν γενικά οι κρίσεις μου;
Γνωρίζω, προσωπικά, όχι λιγότερα από είκοσι μέλη της φράξιας του Άμπερν. Σε κάμποσους απ’ αυτούς έχω υποχρέωση για τη φιλική τους βοήθεια στη δουλειά μου, και τους θεωρώ όλους, ή σχεδόν όλους, πολύτιμα μέλη του Κόμματος. Αλλά, ταυτόχρονα, πρέπει να πω, ότι εκείνο που διακρίνει καθέναν από αυτούς, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, είναι η μυρωδιά ενός μικροαστικού περιβάλλοντος, η έλλειψη πείρας στην ταξική πάλη και, σ’ έναν ορισμένο βαθμό, η έλλειψη της αναγκαίας σύνδεσης με το προλεταριακό κίνημα. Τα θετικά τους χαρακτηριστικά τους συνδέουν με την Τέταρτη Διεθνή. Τα αρνητικά τους χαρακτηριστικά τους δένουν με την πιο συντηρητική απ’ όλες τις φράξιες.
«Τα μυαλά των μελών του Κόμματος διαποτίζονται με μια στάση “αντιδιανοουμενίστικη” και “ενάντια στους διανοούμενους”, παραπονιέται το ντοκουμέντο για τον “γραφειοκρατικό συντηρητισμό”», («Εσωτερικό Δελτίο», τόμ. 2ος, Νο. 6, Γενάρης 1940, σελ. 12). Αυτό το επιχείρημα είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά. Εδώ δεν πρόκειται για τους διανοούμενους εκείνους που έχουν οριστικά περάσει με το μέρος του προλεταριάτου, αλλά για κείνα τα στοιχεία που επιδιώκουν να τραβήξουν το Κόμμα μας στη βάση του μικροαστικού εκλεκτικισμού. Το ίδιο αυτό ντοκουμέντο διακηρύσσει: «Μια προπαγάνδα απλώνεται, ενάντια στη Νέα Υόρκη, που, στο βάθος, τροφοδοτεί προκαταλήψεις που δεν είναι πάντοτε υγιείς», (όπ.π.) Ποιές είναι οι προκαταλήψεις που αναφέρονται εδώ; Προφανώς ο αντισημιτισμός. Αν αντισημιτικές ή άλλες φυλετικές προκαταλήψεις υπάρχουν στο Κόμμα μας, είναι αναγκαίο να διεξαχθεί μια αμείλικτη πάλη ενάντιά τους, με ανοιχτά χτυπήματα και όχι με αόριστους υπαινιγμούς. Αλλά το ζήτημα των εβραίων διανοουμένων και μισο-διανοουμένων της Νέας Υόρκης, είναι ένα κοινωνικό και όχι ένα εθνικό ζήτημα. Στη Νέα Υόρκη, υπάρχει ένας πολύ μεγάλος αριθμός εβραίων προλεταρίων, αλλά η φράξια του Άμπερν δεν αποτελείται απ’ αυτούς. Τα μικροαστικά στοιχεία αυτής της φράξιας έχουν αποδειχτεί ανίκανα μέχρι σήμερα, να βρουν ένα δρόμο προς τους εβραίους εργάτες. Μένουν ικανοποιημένα με το δικό τους περιβάλλον.
Υπάρχουν περισσότερα από ένα παραδείγματα στην Ιστορία (πιο σωστά, έτσι μόνο γίνεται στην Ιστορία) όπου, με τη μετάβαση του Κόμματος από τη μια περίοδο στην επόμενη, εκείνα τα στοιχεία που έπαιξαν έναν προοδευτικό ρόλο στο παρελθόν, αλλά που στάθηκαν ανίκανα να προσαρμοστούν έγκαιρα στα νέα καθήκοντα, έλκονται μεταξύ τους στενότερα μπροστά στον κίνδυνο, και αποκαλύπτουν όχι τα θετικά αλλά, σχεδόν αποκλειστικά, τα αρνητικά τους χαρακτηριστικά. Αυτός ακριβώς είναι σήμερα ο ρόλος της φράξιας του Άμπερν, όπου ο Σάχτμαν παίζει το ρόλο του δημοσιογράφου, και ο Μπάρναμ του θεωρητικού εγκέφαλου. «Ο Κάνον ξέρει, επιμένει ο Σάχτμαν, πόσο κίβδηλο είναι να μπάζει κανείς το “ζήτημα του Άμπερν” στην τωρινή συζήτηση. Ξέρει αυτό που κάθε πληροφορημένος ηγέτης του Κόμματος, και πολλά μέλη, ξέρουν, δηλαδή ότι τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον, δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα που να λέγεται “η Ομάδα του Άμπερν”». Θα μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι, αν κάποιος διαστρεβλώνει εδώ την πραγματικότητα, αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Σάχτμαν. Έχω παρακολουθήσει την ανάπτυξη των εσωτερικών σχέσεων του αμερικάνικου τμήματος από δέκα περίπου χρόνια. Η ειδική σύνθεση της οργάνωσης της Νέας Υόρκης και ο ιδιαίτερος ρόλος που αυτή έπαιξε, γίνανε καθαρά σε μένα πριν από οτιδήποτε άλλο. Ο Σάχτμαν θα θυμάται ίσως, ότι όταν ακόμα ήμουν στην Πρίγκιπο, είχα συμβουλέψει την Εθνική Επιτροπή να απομακρυνθεί για ένα διάστημα από τη Νέα Υόρκη και την ατμόσφαιρα των μικροαστικών διαπληκτισμών, και να μεταφερθεί σε κάποιο βιομηχανικό κέντρο στην επαρχία. Μόλις έφτασα στο Μεξικό, είχα την ευκαιρία να μάθω καλύτερα την αγγλική γλώσσα, και χάρη στις πολλές επισκέψεις των βόρειων φίλων μου, μπόρεσα να έχω μια περισσότερο ζωντανή εικόνα για την κοινωνική σύνθεση και την πολιτική ψυχολογία των διαφόρων ομάδων. Στη βάση των προσωπικών μου και άμεσων παρατηρήσεων στη διάρκεια των τριών τελευταίων χρόνων, βεβαιώνω ότι η φράξια του Άμπερν υπήρχε αδιάκοπα, στατικά αν όχι «δυναμικά».
Τα μέλη της φράξιας του Άμπερν αναγνωρίζονταν εύκολα, αν κανείς είχε έστω και λίγη πείρα, όχι μόνο από τα κοινωνικά τους χαρακτηριστικά, αλλά από την προσέγγισή τους σ’ όλα τα ζητήματα. Αυτοί οι σύντροφοι αρνούνταν πάντα κατηγορηματικά την ύπαρξη της φράξιάς τους. Υπήρξε μια περίοδος, όπου, μερικοί απ’ αυτούς δοκίμασαν πραγματικά να διαλυθούν μέσα στο Κόμμα. Αλλά προσπάθησαν να το κάνουν αυτό, βιάζοντας τον εαυτό τους, και σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα, παρουσιάζονταν σαν μια ομάδα απέναντι στο Κόμμα. Αυτοί είχαν πολύ λιγότερο ενδιαφέρον για τα ζητήματα αρχών, και ιδιαίτερα για το ζήτημα της αλλαγής της κοινωνικής σύνθεσης του Κόμματος, απ’ ό,τι για τους συνδυασμούς στην κορυφή, για τις προσωπικές συγκρούσεις και, γενικά, για ό,τι συνέβαινε στο «γενικό επιτελείο». Αυτή είναι η σχολή του Άμπερν. Επίμονα προειδοποίησα πολλούς απ’ αυτούς τους συντρόφους ότι, με το να είναι βυθισμένοι σ’ αυτή την τεχνητή ύπαρξη, αυτό θα τους οδηγούσε, οπωσδήποτε, αργά ή γρήγορα, σε μια νέα φραξιονιστική έκρηξη.
Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης μιλάνε ειρωνικά και υποτιμητικά για την προλεταριακή σύνθεση της φράξιας του Κάνον. Στα μάτια τους, η τυχαία αυτή «λεπτομέρεια» δεν έχει καμιά σπουδαιότητα. Τί είναι αυτό, αν όχι μια μικροαστική περιφρόνηση, συνδυασμένη με στραβομάρα; Στο Δεύτερο Συνέδριο των ρώσων Σοσιαλδημοκρατών, το 1903, όπου έγινε το σχίσμα ανάμεσα στους μπολσεβίκους και τους μενσεβίκους, υπήρχαν μόνο τρεις εργάτες ανάμεσα σε αρκετές δεκάδες αντιπροσώπους. Και οι τρεις τάχτηκαν με το μέρος της πλειοψηφίας. Οι μενσεβίκοι κορόιδευαν τον Λένιν, επειδή απόδιδε μεγάλη συμπτωματική σημασία σ’ αυτό το γεγονός. Οι ίδιοι οι μενσεβίκοι εξηγούσαν αυτή την τοποθέτηση των τριών εργατών, με την έλλειψη «ωριμότητας» από μέρους τους. Αλλά όπως είναι πασίγνωστο, ήταν ο Λένιν που είχε δίκιο.
Αν το προλεταριακό τμήμα του αμερικάνικου Κόμματός μας είναι «πολιτικά καθυστερημένο», τότε το πρώτο καθήκον εκείνων που είναι «προχωρημένοι» θα ήταν να ανεβάσουν τους εργάτες σε ένα ανώτερο επίπεδο. Αλλά γιατί η σημερινή αντιπολίτευση δεν κατόρθωσε να βρει το δρόμο της προς αυτούς τους εργάτες; Γιατί αφήσανε αυτή τη δουλειά στην «κλίκα του Κάνον»; Τί σημαίνει αυτό; Δεν είναι οι εργάτες αρκετά καλοί για την αντιπολίτευση; Ή η αντιπολίτευση είναι ακατάλληλη για τους εργάτες;
Θα ήταν ηλίθιο να νομίσουμε ότι το εργατικό τμήμα του Κόμματος είναι τέλειο. Οι εργάτες μόνο βαθμιαία αποκτούν καθαρή ταξική συνείδηση. Τα συνδικάτα καλλιεργούν πάντα ένα πολιτιστικό πεδίο για οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις. Αναπόφευκτα, θα αντιμετωπίσουμε αυτό το ζήτημα, σ’ ένα από τα επόμενα στάδια. Περισσότερο από μια φορά το Κόμμα θα έχει να υπενθυμίσει στους συνδικαλιστές του ότι μια παιδαγωγική προσαρμογή στα πιο καθυστερημένα στρώματα του προλεταριάτου δεν πρέπει να μετατραπεί σε μια πολιτική προσαρμογή στην συντηρητική γραφειοκρατία των συνδικάτων. Κάθε νέο στάδιο στην ανάπτυξη, κάθε αύξηση στις γραμμές του Κόμματος, και στην πολυπλοκότητα των μεθόδων της δουλειάς του, ανοίγουν όχι μόνο νέες δυνατότητες, αλλά επίσης και νέους κινδύνους. Οι εργάτες στα συνδικάτα, ακόμα κι αυτοί που έχουν εκπαιδευτεί στο πιο επαναστατικό σχολειό, συχνά εκδηλώνουν μια τάση να αποδεσμευτούν από τον έλεγχο του Κόμματος. Σήμερα, ωστόσο, δεν πρόκειται καθόλου γι’ αυτό. Σήμερα, η μη-προλεταριακή αντιπολίτευση, τραβώντας πίσω της την πλειοψηφία της μη-προλεταριακής νεολαίας, προσπαθεί να αναθεωρήσει τη θεωρία μας, το πρόγραμμά μας, την παράδοσή μας –και τα κάνει όλα αυτά ελαφρόμυαλα, παρεμπιπτόντως, για μεγαλύτερη ευκολία στην πάλη ενάντια στην «κλίκα του Κάνον». Σήμερα, η έλλειψη σεβασμού προς το Κόμμα δεν δείχνεται από τους συνδικαλιστές, αλλά από τους μικροαστούς αντιπολιτευόμενους. Ακριβώς για να εμποδίσουμε τους συνδικαλιστές να γυρίσουν τις πλάτες στο Κόμμα, στο μέλλον, είναι αναγκαίο να αποκρούσουμε αποφασιστικά τους μικροαστούς αυτούς αντιπολιτευόμενους.
Είναι, επιπλέον, ανεπίτρεπτο να ξεχνάμε πως τα πραγματικά ή τα πιθανά λάθη εκείνων των συντρόφων που δουλεύουν στα συνδικάτα, αντανακλούν την πίεση του αμερικάνικου προλεταριάτου όπως αυτό είναι σήμερα. Αυτή είναι η τάξη μας. Δεν προετοιμαζόμαστε να συνθηκολογήσουμε στην πίεσή της. Αλλά αυτή η πίεση, μας δείχνει, ταυτόχρονα, τον κύριο ιστορικό μας δρόμο. Τα σφάλματα της αντιπολίτευσης, από την άλλη, αντανακλούν την πίεση μιας άλλης, μιας ξένης τάξης. Μια ιδεολογική ρήξη μ’ αυτή την τάξη, είναι ο στοιχειώδης όρος για τις μελλοντικές μας επιτυχίες.
Οι κρίσεις της αντιπολίτευσης σχετικά με τη νεολαία, είναι πέρα για πέρα ψεύτικες. Βέβαια, δίχως την κατάκτηση της προλεταριακής νεολαίας, το επαναστατικό Κόμμα δεν μπορεί να αναπτυχθεί. Αλλά το κακό είναι πως έχουμε μια σχεδόν εξολοκλήρου μικροαστική νεολαία, με ένα βασικά σοσιαλδημοκρατικό, δηλαδή, οπορτουνιστικό, παρελθόν. Οι ηγέτες αυτής της νεολαίας έχουν αναμφίβολα αρετές και ικανότητα, αλλά, αλίμονο, έχουν διαπαιδαγωγηθεί στο πνεύμα των μικροαστικών μεθόδων της κομπίνας, και, αν αυτοί δεν αποσπαστούν από το συνηθισμένο τους περιβάλλον, αν δεν σταλούν δίχως πομπώδεις τίτλους, σε εργατικές περιοχές για μια καθημερινή σκληρή δουλειά μέσα στο προλεταριάτο, μπορεί να χαθούν για πάντα για το επαναστατικό κίνημα. Σε σχέση με τη νεολαία, όπως και μ’ όλα τα άλλα ζητήματα, ο Σάχτμαν δυστυχώς έχει πάρει μια θέση που είναι ψεύτικη μέχρι το μεδούλι.
Το πόσο έχει εξευτελιστεί η σκέψη του Σάχτμαν ξεκινώντας από μια σφαλερή βάση, μπορεί κανείς να το δει στο γεγονός ότι παρουσιάζει τη θέση μου σαν υπεράσπιση της «κλίκας του Κάνον», και αναμασάει συνέχεια το γεγονός ότι στη Γαλλία υποστήριξα κι εκεί, επίσης λαθεμένα, την «κλίκα του Μολινιέ». Το κάθετι ανάγεται σε υποστήριξη απομέρους μου μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων, εντελώς ανεξάρτητα από το πρόγραμμά τους. Το παράδειγμα του Μολινιέ πυκνώνει μόνο την ομίχλη. Θα προσπαθήσω να την διασκορπίσω. Ο Μολινιέ δεν κατηγορήθηκε ότι υποχώρησε από το πρόγραμμά μας, αλλά ότι ήταν απείθαρχος, αυταρχικός, και ότι ριψοκινδύνευε σ’ όλων των ειδών τους οικονομικούς τυχοδιωκτισμούς, για να υποστηρίξει το Κόμμα και την φράξιά του. Καθώς ο Μολινιέ ήταν ένας πολύ δραστήριος άνθρωπος και είχε αναμφισβήτητες πρακτικές ικανότητες, θεώρησα αναγκαίο –όχι μόνο για το συμφέρον του Μολινιέ, αλλά πάνω απ’ όλα για το συμφέρον της ίδιας της οργάνωσης– να εξαντλήσω κάθε δυνατότητα να τον πείσω και να τον ξανα-εκπαιδεύσω στο πνεύμα της προλεταριακής πειθαρχίας. Επειδή πολλοί από τους αντιπάλους του είχαν όλα τα ελαττώματά του, αλλά καμιά από τις αρετές του, έκανα το κάθετι για να τους πείσω να μην επισπεύσουν ένα σχίσμα, αλλά να δοκιμάσουν τον Μολινιέ ξανά και ξανά. Αυτό είναι εκείνο που αποτέλεσε την «υπεράσπιση» απομέρους μου του Μολινιέ, στην εφηβική ηλικία της ύπαρξης του γαλλικού μας τμήματος.
Θεωρώντας ότι μια υπομονετική στάση απέναντι σε συντρόφους που έπεφταν σε σοβαρά λάθη ή που ήταν απείθαρχοι και ότι ήταν απόλυτα αναγκαίες επανειλημμένες προσπάθειες για την επανεκπαίδευσή τους στο επαναστατικό πνεύμα, εφάρμοσα αυτές τις μέθοδες, αλλά με κανέναν τρόπο μόνο για τον Μολινιέ. Έκανε προσπάθειες για να τραβήξω πιο κοντά στο Κόμμα και να σώσω τον Κουρτ Λαντάου, τον Φιλντ, τον Βάισμπορντ, τον αυστριακό Φρέι, τον γάλλο Τρέιντ, και αρκετούς άλλους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι προσπάθειές μου δεν καρποφόρησαν, σε ορισμένες άλλες, έγινε δυνατό να διασώσουμε πολύτιμους συντρόφους.
Όπως και νά ’χει, δεν έκανα ούτε την ελάχιστη παραχώρηση αρχών στον Μολινιέ. Όταν αυτός αποφάσισε να εκδώσει μια εφημερίδα στη βάση όχι του προγράμματός μας, αλλά των «τεσσάρων συνθημάτων», και ξεκίνησε ανεξάρτητα να εκτελέσει αυτό το σχέδιο, ήμουνα εγώ ανάμεσα σε κείνους που επέμεναν για την άμεση διαγραφή του. Αλλά δεν θα κρύψω το γεγονός ότι, στο ιδρυτικό Συνέδριο της Τέταρτης Διεθνούς, υποστήριξα να δοκιμάσουμε, για μια ακόμα φορά, τον Μολινιέ και την ομάδα του, μέσα στα πλαίσια της Διεθνούς, και να δούμε αν αυτοί έχουν πειστεί για τη λαθεμένη πολιτική τους. Μα κι αυτή τη φορά, η προσπάθεια δεν κατέληξε πουθενά. Αλλά δεν θα αρνηθώ να ξαναδοκιμάσω, κάτω από κατάλληλες συνθήκες. Είναι πάρα πολύ περίεργο το γεγονός ότι ανάμεσα στους πιο αδυσώπητους αντίπαλους του Μολινιέ, ήταν άνθρωποι σαν τον Βερίκεν και τον Σνίβλιετ, που, μόλις σπάσανε από την Τέταρτη Διεθνή, μπόρεσαν να ενωθούν μαζί του.
Ορισμένοι σύντροφοι που διάβασαν τα αρχεία μου, με επιπλήξανε σε φιλικό τόνο γιατί είχα σπαταλήσει, και εξακολουθώ ακόμα να σπαταλώ, πολύ χρόνο για να πείσω «ανθρώπους χωρίς ελπίδα». Απάντησα, ότι πολλές φορές είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω το πώς οι άνθρωποι αλλάζουν με τις περιστάσεις, και πως γι’ αυτό δεν είμαι έτοιμος να τους ονομάσω «ανθρώπους χωρίς ελπίδα», επειδή έκαναν μερικά αν και σοβαρά λάθη.
Όταν μου έγινε καθαρό ότι ο Σάχτμαν οδηγούσε τον εαυτό του και ένα τμήμα του Κόμματος σε αδιέξοδο, του έγραψα ότι αν εξαρτιόταν από μένα, θα έπαιρνα αμέσως το αεροπλάνο και θα πήγαινα στη Νέα Υόρκη, για να συζητήσω μαζί του επί εβδομήντα δυο ώρες. Τον ρωτούσα αν θα επιθυμούσε, κατά κάποιο τρόπο, ο ίδιος να κανονίσει να συναντηθούμε. Ο Σάχτμαν δεν απάντησε. Δικαίωμά του. Είναι πολύ πιθανό, οι σύντροφοι που θα μπορέσουν στο μέλλον να διαβάσουν τα αρχεία μου, να πουν, και σ’ αυτή την περίπτωση, πως το γράμμα μου στον Σάχτμαν ήταν ένα λάθος, και θα αναφέρουν αυτό το «λάθος» μου, σε σχέση με την υπερεπίμονη «υπεράσπιση» του Μολινιέ. Δεν θα με πείσουν. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο το καθήκον να σχηματίσεις, μέσα στις σημερινές συνθήκες, μια διεθνή προλεταριακή πρωτοπορία. Το να κυνηγάς άτομα σε βάρος των αρχών, αυτό θα ήταν, φυσικά, ένα έγκλημα. Αλλά να κάνεις ό,τι είναι δυνατό για να επαναφέρεις στο πρόγραμμά μας διαπρεπείς συντρόφους που έσφαλαν –αυτό το θεωρούσα, και το θεωρώ ακόμα, καθήκον μου.
Ακριβώς από τη Συζήτηση για τα Συνδικάτα, που με τόσο έκδηλη επιπολαιότητα χρησιμοποίησε ο Σάχτμαν, παραθέτω τα λόγια του Λένιν, που θα πρέπει ο Σάχτμαν να τα βάλει καλά στο μυαλό του: «Ένα λάθος αρχίζει πάντα από μικρό και γίνεται ολοένα και πιο μεγαλύτερο. Οι διαφορές αρχίζουν πάντα από ασήμαντα πράγματα. Ο καθένας έχει κατά καιρούς υποφέρει από μια μικρή πληγή, αλλά αν αυτή η μικρή πληγή μολυνθεί, μια θανατηφόρα ασθένεια μπορεί να ακολουθήσει». Έτσι μίλησε ο Λένιν στις 23 του Γενάρη 1921. Είναι αδύνατο να μην κάνει κανείς σφάλματα. Μερικοί σφάλουν πολύ συχνά, άλλοι λιγότερο συχνά. Το καθήκον του προλετάριου επαναστάτη, δεν είναι να επιμένει στα σφάλματά του, δεν είναι να βάζει τη φιλοδοξία του πάνω από το συμφέρον του σκοπού, αλλά να σταματάει έγκαιρα. Είναι καιρός, ο σύντροφος Σάχτμαν να σταματήσει! Διαφορετικά η αμυχή, που έχει ήδη εξελιχτεί σε πληγή, μπορεί να οδηγήσει σε γάγγραινα.
24 του Γενάρη 1940
Κογιοακάν D.F.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————
[1]. Αυτό το άρθρο είχε γραφτεί όταν διάβασα στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» (17 του Γενάρη) τις παρακάτω γραμμές σε σχέση με την πρώην Ανατολική Πολωνία: «Στη βιομηχανία, δεν έχουν ακόμα πραγματοποιηθεί δραστικές επεμβάσεις απαλλοτρίωσης σε πλατιά κλίμακα. Τα κύρια κέντρα του τραπεζιτικού συστήματος, το σιδηροδρομικό δίκτυο και ένας αριθμός από μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις, ήταν κρατική ιδιοκτησία πολλά χρόνια πριν από τη ρωσική κατοχή. Στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι εργάτες ασκούν τώρα τον έλεγχο στην παραγωγή. Οι βιομήχανοι, τυπικά, διατηρούν το πλήρες δικαίωμα οσοναφορά την ιδιοκτησία στις επιχειρήσεις τους, αλλά είναι υποχρεωμένοι να υποβάλουν δηλώσεις για το κόστος της παραγωγής, κλπ., για να μελετηθούν από τους αντιπροσώπους των εργατών. Οι τελευταίοι, από κοινού με τους υπαλλήλους, καθορίζουν τους μισθούς, τις συνθήκες της εργασίας, και ένα “δίκαιο ποσοστό κέρδους” για το βιομήχανο». Έτσι βλέπουμε ότι «οι πραγματικότητες των ζωντανών γεγονότων» δεν υποτάσσονται καθόλου στα σχολαστικά και νεκρά καλούπια των ηγετών της αντιπολίτευσης. Στο μεταξύ, οι δικές μας «αφαιρέσεις» αρχίζουν να αποχτούν σάρκα και οστά.