ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ
ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ
ΟΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΙ ΗΘΙΚΟΛΟΓΟΙ
ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΟ ΚΟΜΜΑ[1]
Η συζήτηση στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα των Ενωμένων Πολιτειών ήταν πλήρης και δημοκρατική. Οι προετοιμασίες για το συνέδριο έγιναν με απόλυτη νομιμοφροσύνη. Η μειοψηφία πήρε μέρος στο συνέδριο, αναγνωρίζοντας έτσι τη νομιμότητα και το κύρος του. Η πλειοψηφία πρόσφερε στη μειοψηφία όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις, που θα της επέτρεπαν να διεξάγει μια πάλη για τις δικές της απόψεις μετά από το συνέδριο. Η μειοψηφία απαίτησε μια άδεια να κάνει έκκληση στις μάζες πάνω από το κεφάλι του Κόμματος. Η πλειοψηφία απόρριψε, φυσικά, την τερατώδη αυτή απαίτηση. Στο μεταξύ, πίσω από την πλάτη του Κόμματος, η μειοψηφία ασχολούνταν με σκοτεινές μηχανορραφίες και σφετερίστηκε τη «Νέα Διεθνή», που εκδιδόταν με την προσπάθεια ολόκληρου του Κόμματος και της Τέταρτης Διεθνούς. Πρέπει να προσθέσω πως η πλειοψηφία είχε συμφωνήσει να δόσει στη μειοψηφία δύο θέσεις από τις πέντε στη συντακτική επιτροπή αυτού του θεωρητικού οργάνου. Αλλά πώς μπορεί μια διανοούμενη «αριστοκρατία» να παραμείνει μειοψηφία σ’ ένα εργατικό Κόμμα; Να βάλει κανείς έναν καθηγητή σε ίσο επίπεδο μ’ έναν εργάτη –στο κάτω κάτω, αυτό είναι «γραφειοκρατικός συντηρητισμός»!
Στην τελευταία πολεμική του ενάντιά μου, ο Μπάρναμ εξήγησε πως ο σοσιαλισμός είναι ένα «ηθικό ιδεώδες». Σίγουρα, αυτό δεν είναι και τόσο καινούργιο; Στην αρχή του προηγούμενου αιώνα, η ηθική ήταν η βάση για τον «Αληθινό Γερμανικό Σοσιαλισμό», που ο Μαρξ και ο Έγκελς κριτίκαραν στην αρχή αρχή της δραστηριότητάς τους. Στις αρχές του αιώνα μας, οι ρώσοι Σοσιαλ-Επαναστάτες, αντιπαραθέτανε το «ηθικό ιδεώδες» στον υλιστικό σοσιαλισμό. Θλιβερό να το λέμε, αυτοί οι κήρυκες της ηθικότητας, κατάληξαν να είναι κοινοί απατεώνες στο πεδίο της πολιτικής. Το 1917 πρόδοσαν πέρα για πέρα τους εργάτες στην αστική τάξη και στον ξένο ιμπεριαλισμό.
Η μακριά πολιτική μου εμπειρία με έχει διδάξει πως, όταν ένας μικροαστός καθηγητής ή δημοσιογράφος αρχίζει να μιλάει για υψηλά ηθικά στάνταρ, είναι αναγκαίο να κρατάει κανείς σφιχτά με το χέρι το πορτοφόλι του. Αυτό συνέβηκε κι αυτή τη φορά. Στο όνομα ενός «ηθικού ιδεώδους», ένας μικροαστός διανοούμενος έχει κλέψει από την τσέπη του προλεταριακού Κόμματος το θεωρητικό του όργανο. Εδώ έχετε ένα πολύ μικρό αλλά ζωντανό παράδειγμα των οργανωτικών μεθόδων αυτών των νεωτεριστών, των ηθικολόγων και των υπέρμαχων της δημοκρατίας.
Τί είναι κομματική δημοκρατία στα μάτια ενός «μορφωμένου» μικροαστού; Ένα καθεστώς που του επιτρέπει να λέει και να γράψει ότι του αρέσει. Τί είναι «γραφειοκρατισμός» στα μάτια ενός «μορφωμένου» μικροαστού; Ένα καθεστώς όπου η προλεταριακή πλειοψηφία επιβάλει με δημοκρατικές μέθοδες τις αποφάσεις και την πειθαρχία της. Εργάτες, κρατείστε το αυτό καλά στο νου σας!
Η μικροαστική μειοψηφία του ΣΕΚ έσπασε από την προλεταριακή πλειοψηφία στη βάση της πάλης ενάντια στον επαναστατικό μαρξισμό. Ο Μπάρναμ διακήρυξε πως ο διαλεκτικός υλισμός είναι ασυμβίβαστος με την σκοροφαγωμένη του «επιστήμη». Ο Σάχτμαν διακήρυξε πως ο επαναστατικός μαρξισμός δεν έχει καμιά σημασία από την άποψη των «πρακτικών καθηκόντων». Ο Άμπερν βιάστηκε να συνδέσει τη μικρή του παράγκα με το αντιμαρξιστικό μπλοκ. Και τώρα αυτοί οι κύριοι ονομάζουν το περιοδικό που έκλεψαν από το Κόμμα «όργανο του επαναστατικού μαρξισμού». Τί είναι αυτό, αν όχι ιδεολογικός τσαρλατανισμός; Ας απαιτήσουν οι αναγνώστες από τους εκδότες αυτούς να δημοσιεύσουν το μοναδικό προγραμματικό έργο της μειοψηφίας: το άρθρο του Μπάρναμ, «Επιστήμη και Στυλ». Αν οι εκδότες δεν προετοιμάζονταν να συναγωνιστούν ένα γυρολόγο που πουλάει σάπια εμπορεύματα κάτω από ελκυστικές ετικέττες, θα είχαν αισθανθεί την ανάγκη να δημοσιεύσουν οι ίδιοι αυτό το άρθρο. Τότε καθένας θα μπορούσε να δει μόνος του τι είδους ακριβώς «επαναστατικό μαρξισμό» έχουμε εδώ. Αλλά δεν θα τολμήσουν να το κάνουν. Ντρέπονται να δείξουν το πραγματικό τους πρόσωπο. Ο Μπάρναμ είναι έμπειρος στο να κρύβει τα πολύ αποκαλυπτικά άρθρα και αποφάσεις στο χαρτοφύλακά του, ενώ ο Σάχτμαν έχει κάνει επάγγελμά του το να χρησιμεύει σαν δικηγόρος στις απόψεις άλλων ανθρώπων, γιατί δεν έχει δικές του απόψεις.
Τα πρώτα «προγραμματικά» άρθρα του κλεμμένου οργάνου αποκαλύπτουν ήδη πολύ καθαρά την ελαφρομυαλιά και τη ρηχότητα της νέας αντιμαρξιστικής ομαδούλας που εμφανίζεται κάτω από την ετικέττα του «Τρίτου Στρατοπέδου». Τί είδους ζώο είναι αυτό; Υπάρχει το στρατόπεδο του προλεταριάτου. Αλλά υπάρχει προφανώς και το «τρίτο στρατόπεδο» –το μικροαστικό καταφύγιο; Όπως φαίνεται, δεν είναι τίποτε άλλο. Αλλά, όπως πάντα, ο μικροαστός καμουφλάρει το «στρατόπεδό» του με τα χάρτινα λουλούδια της ρητορικής. Ας ανοίξουμε τα αυτιά μας! Εδώ είναι ένα στρατόπεδο: Η Γαλλία και η Αγγλία. Εκεί ένα άλλο στρατόπεδο: Ο Χίτλερ και ο Στάλιν. Και ένα τρίτο στρατόπεδο: ο Μπάρναμ και ο Σάχτμαν. Η Τέταρτη Διεθνής αποδείχνεται ότι, γι’ αυτούς, είναι στο στρατόπεδο του Χίτλερ (ο Στάλιν έκανε αυτή την ανακάλυψη πολύ καιρό πριν). Και να το νέο και μεγαλειώδες σύνθημα: Συγχυσμένοι και πατσιφιστές του κόσμου, όλοι εσείς που υποφέρετε από τα χτυπήματα της μοίρας, ελάτε στο «τρίτο» στρατόπεδο!
Αλλά, όλη η φασαρία είναι ότι τα δυο εμπόλεμα στρατόπεδα, δεν εξαντλούν καθόλου τον αστικό κόσμο. Τί γίνεται με όλες τις ουδέτερες και μισο-ουδέτερες χώρες; Τί γίνεται με τις Ενωμένες Πολιτείες; Πού θα έπρεπε να τοποθετηθεί η Ιταλία και η Ιαπωνία; Οι σκανδιναβικές χώρες; Η Ινδία; Η Κίνα; Δεν έχουμε στο νου μας τους επαναστάτες ινδούς ή κινέζους εργάτες, αλλά περισσότερο την Ινδία και την Κίνα σαν καταπιεζόμενες χώρες. Το σχήμα του σχολιαρόπαιδου για τα τρία στρατόπεδα, αφήνει απ’ έξω μια ασήμαντη λεπτομέρεια: τον αποικιακό κόσμο, το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας!
Η Ινδία συμμετέχει στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στο πλευρό της Μεγάλης Βρετανίας. Σημαίνει αυτό πως η στάση μας απέναντι στην Ινδία –όχι στους ινδούς μπολσεβίκους αλλά στην Ινδία – είναι η ίδια με τη στάση μας απέναντι στη Μεγάλη Βρετανία; Αν υπάρχουν σ’ αυτό τον κόσμο, εκτός από τον Σάχτμαν και τον Μπάρναμ, μόνο δυο ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα, τότε, επιτρέψτε μου να ρωτήσω, πού θα τοποθετήσουμε την Ινδία; Ένας μαρξιστής θα πει πως, παρά το γεγονός ότι η Ινδία είναι αναπόσπαστο μέρος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, και η Ινδία συμμετέχει στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, παρά τη δόλια πολιτική του Γκάντι και των άλλων εθνικιστικών ηγετών, η στάση μας προς την Ινδία είναι εντελώς διαφορετική από τη στάση μας προς την Αγγλία. Υπερασπιζόμαστε την Ινδία ενάντια στην Αγγλία. Γιατί, λοιπόν, δεν μπορεί η στάση μας προς τη Σοβιετική Ένωση να είναι διαφορετική από τη στάση μας προς τη Γερμανία, παρά το γεγονός ότι ο Στάλιν έχει συμμαχήσει με τον Χίτλερ; Γιατί δεν υπερασπιζόμαστε τις πιο προοδευτικές κοινωνικές μορφές, που είναι ικανές να αναπτυχθούν ενάντια στις αντιδραστικές μορφές που δεν είναι ικανές παρά μόνο να αποσυντεθούν; Όχι, μόνο μπορούμε, αλλά και πρέπει να το κάνουμε! Οι θεωρητικοί του κλεμμένου περιοδικού, αντικαθιστούν την ταξική ανάλυση με ένα μηχανιστικό οικοδόμημα πολύ ελκυστικό στους μικροαστούς διανοούμενους, εξαιτίας της ψευτο-συμμετρίας του. Όπως ακριβώς οι σταλινικοί καμουφλάρουν την υποταγή τους στον εθνικοσοσιαλισμό (τους Ναζί) με σκληρά επίθετα ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δημοκρατίες, έτσι και οι Σάχτμαν και Σία καλύπτουν τη συνθηκολόγησή τους στην αμερικάνικη μικροαστική κοινή γνώμη, με την πομπώδη φρασεολογία του «τρίτου στρατοπέδου». Σαν το «τρίτο αυτό στρατόπεδο» (και με την ευκαιρία, τί είναι το «τρίτο αυτό στρατόπεδο»; Ένα κόμμα; Μια λέσχη; Μια Ένωση Εγκαταλειμμένων Ελπίδων; Ένα «Λαϊκό Μέτωπο»;) να μην είναι υποχρεωμένο να έχει μια σωστή πολιτική προς τη μικροαστική τάξη, τα συνδικάτα, την Ινδία και την ΕΣΣΔ!
Δεν πάει πολύς καιρός που στον Τύπο ο Σάχτμαν ανάφερε τον εαυτό του σαν «τροτσκιστή». Αν αυτό είναι τροτσκισμός, τότε εγώ, το λιγότερο, δεν είμαι τροτσκιστής. Με τις τωρινές ιδέες του Σάχτμαν, για να μην αναφέρω τον Μπάρναμ, δεν έχω τίποτε το κοινό. Συνήθιζα να συνεργάζομαι ενεργητικά με τη «Νέα Διεθνή», διαμαρτυρόμενος σε γράμματα ενάντια στην επιπόλαιη στάση του Σάχτμαν προς τη θεωρία και στις χωρίς αρχές παραχωρήσεις του προς τον Μπάρναμ, τον κορδωμένο μικροαστό σχολαστικό. Αλλά, τότε, και ο Μπάρναμ και ο Σάχτμαν κρατιόντουσαν κάτω από έλεγχο από το Κόμμα και τη Διεθνή. Σήμερα, η πίεση της μικροαστικής δημοκρατίας, τους έχει αποχαλινώσει. Η στάση μου προς το καινούργιο τους περιοδικό δεν μπορεί να είναι παρά η στάση μου προς όλες τις άλλες μικροαστικές παραχαράξεις του μαρξισμού. Όσο για τις «οργανωτικές μέθοδές» τους και την πολιτική τους «ηθική», αυτά δεν μου προκαλούν τίποτε άλλο από περιφρόνηση.
Αν οι συνειδητοί πράκτορες του ταξικού εχθρού βρίσκονταν πίσω από τον Σάχτμαν δεν θα μπορούσαν να τον συμβουλέψουν να κάνει κάτι το διαφορετικό από ότι ο ίδιος έχει κάνει. Ενώθηκε με τους αντιμαρξιστές, για να διεξάγει μια πάλη ενάντια στο μαρξισμό. Βοήθησε μια μικροαστική φράξια να ενοποιήσει τις γραμμές της ενάντια στους εργάτες. Αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει την εσωκομματική δημοκρατία και να κάνει μια έντιμη προσπάθεια να πείσει την προλεταριακή πλειοψηφία. Μηχανεύτηκε ένα σχίσμα, μέσα σε συνθήκες παγκόσμιου πολέμου. Και, σαν αποκορύφωμα, άπλωσε πάνω από το σχίσμα το πέπλο ενός μικροπρεπούς και βρόμικου σκανδάλου, που φαίνεται να είναι ειδικά σχεδιασμένο για να δόσει στους εχθρούς μας πυρομαχικά. Τέτοιοι είναι οι «δημοκράτες» μας, τέτοια είναι η «ηθική» τους!
Αλλά, όλα αυτά δεν θα τους ωφελήσουν. Είναι χρεοκοπημένοι. Ενάντια στις προδοσίες των ταλαντευόμενων διανοουμένων και τους φτηνούς χλευασμούς όλων των δημοκρατών ξαδέλφων τους, η Τέταρτη Διεθνής θα συνεχίσει στο δρόμο της, δημιουργώντας και εκπαιδεύοντας πραγματικά, επιλεγμένους προλετάριους επαναστάτες, ικανούς να καταλάβουν τί είναι το Κόμμα, τί σημαίνει πίστη στη σημαία, και τί σημαίνει επαναστατική πειθαρχία.
Πρωτοπόροι εργάτες, μην έχετε καμιά εμπιστοσύνη στο «τρίτο μέτωπο» της μικροαστικής τάξης!
23 του Απρίλη 1940
ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
ΤΩΝ ΦΙΛΑΝΔΕΖΙΚΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ[2]
«Εμείς» προβλέψαμε τη συμμαχία με τον Χίτλερ –γράφουν οι Σάχτμαν και Μπάρναμ– αλλά την κατάληψη της Ανατολικής Πολωνίας; Την εισβολή στη Φιλανδία; –όχι, «εμείς» δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε αυτά τα γεγονότα. Τέτοια, εντελώς απίθανα και εντελώς απρόσμενα γεγονότα, φέρνουν αναγκαστικά, επιμένουν οι Σάχτμαν και Μπάρναμ, μια πλέρια αναστάτωση στην πολιτική μας.
Οι πολιτικοί αυτοί εργάστηκαν, έχοντας προφανώς την εντύπωση πως ο Στάλιν χρειαζόταν μια συμμαχία με τον Χίτλερ για να τσουγκρίσει μαζί του πασχαλιάτικα αυγά. Αυτοί «πρόβλεψαν» τη συμμαχία (Πότε; Πού;), αλλά δεν μπορούσαν να προβλέψουν για ποιο λόγο γινόταν και γιατί.
Αναγνωρίζουν το δικαίωμα του εργατικού κράτους να ελίσσεται ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα και να συνάπτει συμφωνίες με το ένα ενάντια στο άλλο. Αυτές οι συμφωνίες θα έπρεπε, προφανώς, να έχουν σαν σκοπό τους την υπεράσπιση του εργατικού κράτους, την απόκτηση οικονομικών, στρατηγικών και άλλων πλεονεκτημάτων και, αν οι περιστάσεις το επιτρέπουν, την επέκταση της βάσης του εργατικού κράτους. Το εκφυλισμένο εργατικό κράτος προσπαθεί να κερδίσει αυτούς τους στόχους με τις δικές του γραφειοκρατικές μέθοδες, που, σε κάθε βήμα, έρχονται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα του παγκόσμιου προλεταριάτου. Αλλά τί είναι ακριβώς τόσο αναπάντεχο και τόσο απρόβλεπτο στο γεγονός ότι το Κρεμλίνο προσπαθεί να τραβήξει όσα περισσότερα μπορεί από τη συμμαχία του με τον Χίτλερ.
Αν οι δύσμοιροι πολιτικοί μας δεν κατάφεραν να το προβλέψουν «αυτό», είναι μόνο και μόνο επειδή δεν καταφέρνουν να σκεφτούν ούτε ένα ζήτημα στα σοβαρά και μέχρι το τέλος. Στη διάρκεια των παρατεταμένων διαπραγματεύσεων με την αγγλο-γαλλική αντιπροσωπία το καλοκαίρι του 1939, το Κρεμλίνο απαίτησε ανοιχτά στρατιωτικό έλεγχο στα κράτη της Βαλτικής. Επειδή η Αγγλία και η Γαλλία αρνήθηκαν να του δόσουν αυτό τον έλεγχο, ο Στάλιν διέκοψε τις διαπραγματεύσεις. Αυτό και μόνο το γεγονός έδειξε καθαρά πως μια συμφωνία με τον Χίτλερ θα εξασφάλιζε στον Στάλιν τουλάχιστο τον έλεγχο στα κράτη της βαλτικής. Οι πολιτικά ώριμοι άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο, προσέγγισαν το ζήτημα απ’ αυτήν ακριβώς τη σκοπιά, κι αναρωτήθηκαν: πώς ακριβώς ο Στάλιν θα πετύχει αυτόν το σκοπό; Θα καταφύγει σε στρατιωτική βία; Και τα λοιπά. Η πορεία των γεγονότων εξαρτιόταν, ωστόσο, σε πολύ πιο μεγάλο βαθμό από τον Χίτλερ παρά από τον Στάλιν. Γενικά μιλώντας, τα συγκεκριμένα γεγονότα δεν μπορούν να προβλεφτούν. Αλλά η κύρια κατεύθυνση των γεγονότων, όπως στην πραγματικότητα ξεδιπλώνονται, δεν περιείχε, ουσιαστικά, τίποτε το καινούργιο.
Εξαιτίας του εκφυλισμού του εργατικού κράτους, η Σοβιετική Ένωση έφτασε, την παραμονή του Δεύτερου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου, να είναι πολύ πιο αδύνατη απ’ ότι έπρεπε να είναι. Η συμφωνία του Στάλιν με τον Χίτλερ είχε σαν αντικειμενικό της στόχο να εξασφαλίσει την ΕΣΣΔ από μια γερμανική επίθεση και, γενικά, να εξασφαλίσει την ΕΣΣΔ από το να τραβηχτεί σε ένα μεγάλο πόλεμο. Ενώ καταλάμβανε την Πολωνία, ο Χίτλερ έπρεπε να προστατέψει τον εαυτό του από την Ανατολή. Ο Στάλιν ήταν υποχρεωμένος, με την άδεια του Χίτλερ, να εισβάλει στην Ανατολική Πολωνία, για να αποκτήσει μερικές συμπληρωματικές εγγυήσεις ενάντια στον Χίτλερ στα δυτικά σύνορα της ΕΣΣΔ. Αλλά, σαν αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών, η ΕΣΣΔ απόχτησε κοινά σύνορα με τη Γερμανία, και εξαιτίας αυτού ακριβώς του γεγονότος, ο κίνδυνος από μια νικηφόρα Γερμανία έγινε πολύ πιο άμεσος, ενώ η εξάρτηση του Στάλιν από τον Χίτλερ αυξήθηκε κατά πολύ.
Το επεισόδιο του διαμελισμού της Πολωνίας βρήκε την εξέλιξη και τη συνέχειά του στη Σκανδιναβία. Ο Χίτλερ δεν μπορεί παρά να είχε κάνει κάποιο υπαινιγμό στο «φίλο» του τον Στάλιν για το ότι σχεδίαζε να καταλάβει τις σκανδιναβικές χώρες. Ο Στάλιν δεν μπορεί παρά να αισθάνθηκε κάποιον κρύο ιδρώτα στην πλάτη. Αυτό σήμαινε, πάνω απ’ όλα, πλήρη γερμανική κυριαρχία στη Βαλτική Θάλασσα και τη Φιλανδία και έτσι γινόταν μια άμεση απειλή για το Λένινγκραντ. Για άλλη μια φορά, ο Στάλιν αναγκάστηκε να γυρέψει συμπληρωματικές εγγυήσεις ενάντια στο σύμμαχό του, αυτή όμως τη φορά στη Φιλανδία. Ωστόσο, εκεί συνάντησε σοβαρή αντίσταση. Ο «στρατιωτικός περίπατος» τραβούσε πολύ. Στο μεταξύ, η Σκανδιναβία κινδύνευε να γίνει το πεδίο σημαντικών συγκρούσεων. Ο Χίτλερ, που είχε ολοκληρώσει τις προετοιμασίες του για το χτύπημα ενάντια στη Δανία και τη Νορβηγία, απαίτησε από τον Στάλιν να συνάψει αμέσως ειρήνη. Ο Στάλιν αναγκάστηκε να σταματήσει τα σχέδιά του στη μέση, και να αρνηθεί τη σοβιετοποίηση της Φιλανδίας. Αυτά είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της πορείας των γεγονότων στη Βορειοδυτική Ευρώπη.
Μέσα σε συνθήκες παγκοσμίου πολέμου, το να προσεγγίζει κανείς το ζήτημα της τύχης των μικρών κρατών από την άποψη της «εθνικής ανεξαρτησίας», της «ουδετερότητας», κλπ., σημαίνει ότι παραμένει στο πεδίο της ιμπεριαλιστικής μυθολογίας. Η πάλη αφορά την παγκόσμια κυριαρχία. Το ζήτημα της ύπαρξης της ΕΣΣΔ θα λυθεί παρεμπιπτόντως. Αυτό το πρόβλημα, που σήμερα παραμένει σε δεύτερο πλάνο, σε μια ορισμένη στιγμή θά ’ρθει στο προσκήνιο. Οσοναφορά τα μικρά και δεύτερης σειράς κράτη, αυτά είναι ήδη σήμερα πιόνια στα χέρια των μεγάλων δυνάμεων. Η μόνη ελευθερία που τους μένει, κι αυτή μόνο σε περιορισμένο βαθμό, είναι η ελευθερία να διαλέξουν τον κύριό τους.
Για ένα ορισμένο διάστημα, στη Νορβηγία, αγωνίζονταν δυο κυβερνήσεις: η κυβέρνηση των νορβηγών ναζί, κάτω από την προστασία των γερμανικών στρατευμάτων στο Νότο, και η παλιά σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση με το βασιλιά της, στο Βορρά. Οι νορβηγοί εργάτες έπρεπε να υποστηρίξουν το «δημοκρατικό» στρατόπεδο ενάντια στο φασιστικό; Αν ακολουθήσει κανείς την αναλογία με την Ισπανία, μπορεί από πρώτη ματιά να φανεί πως πρέπει να απαντήσει θετικά σ’ αυτό το ερώτημα. Στην πραγματικότητα, αυτό θα ήταν η πιο χοντροκομμένη βλακεία. Στην Ισπανία, υπήρχε ένας απομονωμένος εμφύλιος πόλεμος. Η επέμβαση των ξένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όσο σπουδαία κι αν ήταν καθεαυτή, είχε, ωστόσο, έναν δευτερεύοντα χαρακτήρα. Αυτό που έχουμε στη Νορβηγία, είναι μια άμεση και κατευθείαν σύγκρουση ανάμεσα σε δυο ιμπεριαλιστικά στρατεύματα, που, στα χέρια τους, οι εμπόλεμες νορβηγικές κυβερνήσεις δεν είναι παρά βοηθητικά εργαλεία. Στην παγκόσμια αρένα, δεν υποστηρίζουμε ούτε το στρατόπεδο των Συμμάχων, ούτε το στρατόπεδο της Γερμανίας. Κατά συνέπεια, δεν έχουμε τον παραμικρό λόγο ή δικαιολογία για να υποστηρίξουμε το ένα από τα προσωρινά εργαλεία τους μέσα στην ίδια τη Νορβηγία.
Η ίδια προσέγγιση πρέπει να ισχύσει και για τη Φιλανδία. Από την άποψη της στρατηγικής του παγκόσμιου προλεταριάτου, η φιλανδέζικη αντίσταση δεν είναι μια πράξη ανεξαρτητης εθνικής άμυνας περισσότερο απ’ όσο είναι η αντίσταση της Νορβηγίας. Αυτό δείχθηκε πολύ καλά από την ίδια τη φιλανδέζικη κυβέρνηση, που προτίμησε να σταματήσει κάθε αντίσταση, παρά να δει τη Φιλανδία να μεταμορφώνεται ολόκληρη σε μια στρατιωτική βάση της Αγγλίας, της Γαλλίας και των Ενωμένων Πολιτειών. Οι δευτερεύοντες παράγοντες, όπως η εθνική ανεξαρτησία της Φιλανδίας ή της Νορβηγίας, η υπεράσπιση της δημοκρατίας, κλπ., όσο σπουδαίες κι αν είναι καθαυτές, είναι τώρα συνυφασμένες στην πάλη άπειρα πιο ισχυρών παγκοσμίων δυνάμεων, και υποτάσσονται πέρα για πέρα σ’ αυτές. Πρέπει να αγνοήσουμε τους δευτερεύοντες αυτούς παράγοντες και να καθορίσουμε την πολιτική μας σύμφωνα με τους βασικούς παράγοντες.
Έξι χρόνια πριν, οι προγραμματικές θέσεις της Τέταρτης Διεθνούς για τον πόλεμο, έδοσαν μια εξαντλητική απάντηση σ’ αυτό το ζήτημα. Στις θέσεις αυτές δηλώνεται καθαρά: «Η ιδέα της εθνικής άμυνας, ιδιαίτερα όταν συμπίπτει με την ιδέα της υπεράσπισης της δημοκρατίας, μπορούν άμεσα να χρησιμοποιηθούν για να εξαπατηθούν οι εργάτες των μικρών και ουδέτερων χωρών (της Ελβετίας, ιδιαίτερα του Βελγίου, των σκανδιναβικών χωρών...)». Και παρακάτω: «Μόνο ένας μικροαστός χοντροκέφαλος από ένα ξεχασμένο από το θεό ελβετικό χωριό (σαν τον Ρόμπερτ Γκριμ), μπορεί στα σοβαρά να πιστέψει πως ο Παγκόσμιος Πόλεμος, στον οποίο έχει τραβηχτεί, είναι ένα μέσο για να υπερασπίσει την ανεξαρτησία της Ελβετίας». Ορισμένοι άλλοι μικροαστοί, το ίδιο ηλίθιοι, φαντάζονταν ότι ο παγκόσμιος πόλεμος είναι ένα μέσο για να υπερασπιστούν τη Φιλανδία, ότι είναι δυνατό να καθορίσουν την προλεταριακή στρατηγική στη βάση ενός επεισοδίου ταχτικής όπως είναι η εισβολή του Κόκκινου Στρατού στη Φιλανδία.
Όπως ακριβώς στη διάρκεια των απεργιών που κατευθύνονται ενάντια σε μεγάλους καπιταλιστές, οι εργάτες, παρεμπιπτόντως χρεοκοπούν συχνά πολύ ευυπόληπτες μικροαστικές επιχειρήσεις, έτσι και σε μια στρατιωτική πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ή στην αναζήτηση στρατιωτικών εγγυήσεων ενάντια στον ιμπεριαλισμό, το εργατικό κράτος –ακόμα κι αν είναι εντελώς υγιές και επαναστατικό– μπορεί να βρεθεί αναγκασμένο να παραβιάσει την ανεξαρτησία αυτού ή εκείνου του μικρού κράτους. Δάκρυα για το ανελέητο της ταξικής πάλης, στη ντόπια ή στη διεθνή αρένα, μπορεί να χύνουν οι δημοκράτες φιλισταίοι, αλλά όχι οι προλετάριοι επαναστάτες.
Η Σοβιετική Δημοκρατία σοβιετοποίησε, το 1921, βίαια τη Γεωργία, που αποτελούσε ένα ανοιχτό πέρασμα για την ιμπεριαλιστική επίθεση στον Καύκασο. Από την άποψη των αρχών της εθνικής αυτοδιάθεσης, θα μπορούσε κανείς να φέρει πολλές αντιρρήσεις σε αυτή τη σοβιετοποίηση. Από την άποψη της επέκτασης της αρένας της σοσιαλιστικής επανάστασης, η στρατιωτική επέμβαση σε μια αγροτική χώρα, ήταν περισσότερο από μια αμφίβολη πράξη. Από την άποψη, όμως, της αυτοάμυνας του εργατικού κράτους που ήταν περικυκλωμένο από εχθρούς, η βίαιη σοβιετοποίηση ήταν δικαιολογημένη: η διαφύλαξη της σοσιαλιστικής επανάστασης είναι πάνω από τις τυπικές δημοκρατικές αρχές.
Ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός χρησιμοποίησε, για μια μεγάλη περίοδο, το ζήτημα της βίας στη Γεωργία, σαν το κύριο σύνθημά του για να κινητοποιήσει την παγκόσμια κοινή γνώμη ενάντια στα σοβιέτ. Η Δεύτερη Διεθνής μπήκε επικεφαλής σ’ αυτή την καμπάνια. Η Αντάντ είχε σαν στόχο της την προετοιμασία μιας ενδεχόμενης νέας στρατιωτικής επέμβασης ενάντια στα σοβιέτ.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που χρησιμοποίησε την περίπτωση της Γεωργίας, η παγκόσμια μπουρζουαζία χρησιμοποίησε την εισβολή στη Φιλανδία, για να κινητοποιήσει την κοινή γνώμη ενάντια στην ΕΣΣΔ. Η σοσιαλδημοκρατία εμφανίστηκε και σ’ αυτή την περίπτωση, σαν η πρωτοπορία του δημοκρατικού ιμπεριαλισμού. Το δυστυχισμένο «τρίτο στρατόπεδο» της αφηνιασμένης μικροαστικής τάξης, βρίσκεται στην οπισθοφυλακή.
Μαζί με την χτυπητή ομοιότητα ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο περιπτώσεις στρατιωτικής επέμβασης, υπάρχει, ωστόσο, και μια βαθιά διαφορά –η σημερινή ΕΣΣΔ δεν είναι πια η Σοβιετική Δημοκρατία του 1921. Οι θέσεις, του 1934, της Τέταρτης Διεθνούς για τον πόλεμο, διακηρύσσουν: «Η τερατώδης ανάπτυξη του σοβιετικού γραφειοκρατισμού και οι απαίσιες συνθήκες ζωής των εργατών, έχουν μειώσει εξαιρετικά την ελκτική δύναμη της ΕΣΣΔ προς την παγκόσμια εργατική τάξη». Ο Σοβιετοφιλανδικός πόλεμος αποκάλυψε με τον πιο γραφικό και πιο ολοκληρωμένο τρόπο πως το σημερινό καθεστώς της ΕΣΣΔ, ακόμα και σε απόσταση βολής από το Λένινγκραντ, το λίκνο αυτό της Οκτωβριανής Επανάστασης, είναι ανίκανο να ασκήσει μια οποιαδήποτε έλξη. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραδόσουμε την ΕΣΣΔ στους ιμπεριαλιστές, αλλά ότι πρέπει να την αποσπάσουμε από τα χέρια της γραφειοκρατίας.
«Αλλά, πού είναι ο εμφύλιος πόλεμος στη Φιλανδία που υποσχέθηκες;», ρωτούν οι ηγέτες της πρώην αντιπολίτευσης, που τώρα έχουν γίνει οι ηγέτες του «τρίτου στρατοπέδου». Δεν υποσχέθηκα τίποτε. Ανάλυσα μόνο μια από τις δυνατές εκδοχές της παραπέρα ανάπτυξης της σοβιετο-φιλανδικής σύγκρουσης. Η κατάληψη απομονωμένων βάσεων της Φιλανδίας, ήταν τόσο πιθανή όσο και η πλήρης κατοχή της Φιλανδίας. Η κατάληψη βάσεων προϋπόθετε ότι το αστικό καθεστώς θα διατηρούνταν σε ολόκληρη την υπόλοιπη χώρα. Η κατοχή προϋπόθετε μια κοινωνική ανατροπή, που θα ήταν αδύνατη χωρίς να τραβήξει τους εργάτες και τους φτωχούς αγρότες σε εμφύλιο πόλεμο. Οι αρχικές διπλωματικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη Μόσχα και το Ελσίνκι έδειχναν μια προσπάθεια να λυθεί το ζήτημα με τον τρόπο που λύθηκε στα άλλα κράτη της Βαλτικής. Η αντίσταση της Φιλανδίας υποχρέωσε το Κρεμλίνο να επιδιώξει τους σκοπούς του με στρατιωτικά μέτρα. Ο Στάλιν μπορούσε να δικαιώσει τον πόλεμο, στα μάτια των πλατιών μαζών, μόνο σοβιετοποιώντας τη Φιλανδία. Ο διορισμός της κυβέρνησης Κούουζινεν έδειξε ότι αυτό που περίμενε τη Φιλανδία δεν ήταν η τύχη των κρατών της Βαλτικής, αλλά η τύχη της Πολωνίας, όπου ο Στάλιν –κι εδώ δεν έχουν σημασία τα ορνιθοσκαλίσματα των ερασιτεχνών δημοσιογράφων του «τρίτου στρατοπέδου»– βρέθηκε αναγκασμένος να προκαλέσει έναν εμφύλιο πόλεμο και να ανατρέψει τις ιδιοκτησιακές σχέσεις.
Έγραψα καθαρά πολλές φορές πως αν ο πόλεμος στη Φιλανδία δεν βυθιστεί σ’ έναν γενικό πόλεμο, και αν ο Στάλιν δεν αναγκαστεί να υποχωρήσει εξαιτίας μιας απειλής από τα έξω, τότε θα ήταν υποχρεωμένος να προχωρήσει στη σοβιετοποίηση της Φιλανδίας. Το καθήκον αυτό, από μόνο του, ήταν πολύ πιο δύσκολο από τη σοβιετοποίηση της Ανατολικής Πολωνίας. Πιο δύσκολο από στρατιωτική άποψη, γιατί η Φιλανδία συνέβαινε να είναι καλύτερα προετοιμασμένη. Πιο δύσκολο από εθνική άποψη, γιατί η Φιλανδία είχε μια μακριά παράδοση πάλης για εθνική ανεξαρτησία από τη Ρωσία, ενώ οι Ουκρανοί και οι Λευκορώσοι πάλευαν ενάντια στην Πολωνία. Πιο δύσκολο από κοινωνική άποψη, γιατί η φιλανδέζικη μπουρζουαζία είχε, με το δικό της τρόπο, λύσει το προ-καπιταλιστικό αγροτικό πρόβλημα, μέσα από τη δημιουργία μιας αγροτικής μικροαστικής τάξης. Παρ’ όλα αυτά, η στρατιωτική νίκη του Στάλιν πάνω στη Φιλανδία, αναμφισβήτητα, θα έκανε πέρα για πέρα δυνατή την ανατροπή των ιδιοκτησιακών σχέσεων με περισσότερη ή λιγότερο βοήθεια από τους φιλανδούς εργάτες και μικρούς αγρότες.
Γιατί, τότε, ο Στάλιν δεν εφάρμοσε αυτό το σχέδιο; Γιατί άρχισε μια τεράστια κινητοποίηση της αστικής κοινής γνώμης ενάντια στην ΕΣΣΔ. Γιατί η Αγγλία και η Γαλλία έβαζαν σοβαρά τη ζήτημα της στρατιωτικής επέμβασης. Τέλος –τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό– γιατί ο Χίτλερ δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Η εμφάνιση των αγγλικών και γαλλικών στρατευμάτων στη Φιλανδία, θα σήμαινε μια άμεση απειλή για τα σκανδιναβικά σχέδια του Χίτλερ, που βασίζονταν στη συνωμοσία και την έκπληξη. Πιασμένος στη μέγγενη ενός διπλού κινδύνου –από τη μια μεριά, τους Συμμάχους, και από την άλλη, τον Χίτλερ– ο Στάλιν αποκήρυξε τη σοβιετοποίηση της Φιλανδίας και περιορίστηκε στην κατάληψη απομονωμένων στρατηγικών θέσεων.
Οι οπαδοί του «τρίτου στρατοπέδου» (του στρατοπέδου της φρενιασμένης μικροαστικής τάξης), φτιάχνουν τώρα το παρακάτω οικοδόμημα: ο Τρότσκι έβγαλε το συμπέρασμα για τον εμφύλιο πόλεμο στη Φιλανδία από την ταξική φύση της ΕΣΣΔ. Ο εμφύλιος πόλεμος δεν ξέσπασε, κι αυτό σημαίνει πως η ΕΣΣΔ δεν είναι εργατικό κράτος. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε καμιά αναγκαιότητα να «βγει» λογικά ένας πιθανός εμφύλιος πόλεμος στη Φιλανδία από τον κοινωνιολογικό ορισμό της ΕΣΣΔ –ήταν αρκετό να βασιστεί κανείς στην εμπειρία της Ανατολικής Πολωνίας. Η ανατροπή των ιδιοκτησιακών σχέσεων, που συντελέστηκε στην Πολωνία, μπορούσε να επιτευχθεί μόνο από το κράτος που βγήκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Η ανατροπή αυτή επιβλήθηκε στην ολιγαρχία του Κρεμλίνου, στην πάλη της για αυτοσυντήρηση μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες. Δεν υπήρχε η παραμικρή βάση για να αμφιβάλει κανείς πως κάτω από ανάλογες συνθήκες, θα έβρισκε τον εαυτό της υποχρεωμένο να επαναλάβει την ίδια ακριβώς επιχείρηση στη Φιλανδία. Αυτό, και μόνο αυτό, τόνισα. Αλλά οι συνθήκες άλλαξαν στη διάρκεια της πάλης. Ο πόλεμος, όπως και η επανάσταση, αναπτύσσει συχνά απότομες στροφές. Με το σταμάτημα των στρατιωτικών επιχειρήσεων απομέρους του Κόκκινου Στρατού, δεν μπορούσε φυσικά, να γίνεται λόγος για το ξετύλιγμα ενός εμφυλίου πολέμου στη Φιλανδία.
Κάθε ιστορική πρόγνωση είναι πάντα υπό όρους, και όσο περισσότερο συγκεκριμένη είναι η πρόγνωση, τόσο περισσότερο υπό όρους είναι. Μια πρόγνωση δεν είναι ένα γραμμάτιο, που θα εξαργυρωθεί μια συγκεκριμένη ημερομηνία. Η πρόγνωση σκιαγραφεί μόνο τις καθορισμένες τάσεις της εξέλιξης. Αλλά, μαζί μ’ αυτές τις τάσεις, επενεργεί και μια διαφορετική σειρά δυνάμεων και τάσεων, που, σε μια ορισμένη στιγμή, αρχίζουν να κυριαρχούν. Όλοι αυτοί που ψάχνουν να βρουν ακριβείς προγνώσεις συγκεκριμένων γεγονότων θα πρέπει να συμβουλευτούν τους αστρολόγους. Η μαρξιστική πρόγνωση βοηθάει μόνο στον προσανατολισμό. Πολλές φορές, έχω διατυπώσει επιφυλάξεις για την κάτω από όρους πρόγνωσή μου, ορίζοντάς την σαν μια από τις πολλές δυνατές εκδοχές. Το να αρπαχτεί τώρα κανείς, σαν από βράχο σωτηρίας, από το ιστορικό γεγονός δεκάτης σειράς, από το ότι η τύχη της Φιλανδίας καθοριζόταν προσωρινά από αυτό που είχε γίνει στην Λιθουανία, τη Λετονία και την Εσθονία, και όχι από αυτό που είχε γίνει στην Ανατολική Πολωνία, αυτό μπορεί να συμβεί μόνο σε στείρους σχολαστικούς ή στους ηγέτες του «τρίτου στρατοπέδου».
Η επίθεση του Στάλιν στη Φιλανδία δεν ήταν, βέβαια, μόνο μια πράξη υπεράσπισης της ΕΣΣΔ. Η πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης καθορίζεται από τη βοναπαρτιστική γραφειοκρατία. Η γραφειοκρατία αυτή ενδιαφέρεται, πρώτα και κύρια, για τη δύναμή της, το κύρος της, τα εισοδήματά της. Yπερασπίζεται τον εαυτό της καλύτερα απ’ ότι υπερασπίζεται την ΕΣΣΔ. Υπερασπίζεται τον εαυτό της σε βάρος της ΕΣΣΔ, και σε βάρος του παγκόσμιου προλεταριάτου. Αυτό αποκαλύφθηκε καθαρά σ’ ολόκληρη την ανάπτυξη της σοβιετοφιλανδικής σύγκρουσης. Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, να πάρουμε πάνω μας ούτε ένα ίχνος της ευθύνης για την εισβολή στη Φιλανδία, που αντιπροσωπεύει έναν μόνο κρίκο στην πολιτική αλυσίδα της βοναπαρτιστικής γραφειοκρατίας.
Ένα πράγμα είναι να στέκεται κανείς αλληλέγγυος με τον Στάλιν, να υπερασπίζεται την πολιτική του, να αναλαμβάνει την ευθύνη γι’ αυτήν –όπως κάνει η τριπλά περιβόητη Κομμουνιστική Διεθνής– και άλλο πράγμα είναι να εξηγεί στην παγκόσμια εργατική τάξη πως, για όποια εγκλήματα και να είναι ένοχος ο Στάλιν, δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό να συντρίψει τη Σοβιετική Ένωση, να επανεγκαθιδρύσει τον καπιταλισμό, και να μετατρέψει τη γη της Οκτωβριανής Επανάστασης σε μια αποικία. Αυτή η εξήγηση προσφέρει επίσης τη βάση για την υπεράσπιση, απομέρους μας, της ΕΣΣΔ.
Η απόπειρα των συγκυριακών ντεφετιστών, δηλαδή των τυχοδιωχτών στο ντεφετισμό, να βγουν από τη δύσκολη θέση τους υποσχόμενοι πως, σε περίπτωση που οι Σύμμαχοι επέμβουν, αυτοί θα αλλάξουν τη ντεφετιστική πολιτική τους σε μια ντεφανσιστική πολιτική, είναι μια αξιοκαταφρόνητη υπεκφυγή. Γενικά δεν είναι εύκολο να καθορίσει κανείς την πολιτική του σύμφωνα με ένα ξυπνητήρι, ιδιαίτερα μέσα σε συνθήκες πολέμου. Στις κρίσιμες μέρες του Σοβιετο-φιλανδικού Πολέμου –όπως έχει γίνει τώρα γνωστό– τα συμμαχικά γενικά στρατηγεία φτάσανε στο συμπέρασμα πως στη Φιλανδία θα μπορούσε να δοθεί σοβαρή και γρήγορη βοήθεια, μόνο μέσα από την καταστροφή του σιδηροδρόμου του Μουρμάνσκ με αεροπορικό βομβαρδισμό. Από την άποψη της στρατηγικής, αυτό ήταν απόλυτα σωστό. Το ζήτημα της επέμβασης ή μη επέμβασης απομέρους των Συμμαχικών αεροπορικών δυνάμεων, κρινόταν από μια τρίχα. Από την ίδια τρίχα, προφανώς, κρεμόταν επίσης και η με αρχές θέση του «τρίτου στρατοπέδου». Αλλά εμείς από την αρχή κιόλας θεωρήσαμε πως ήταν αναγκαίο να καθορίσει κανείς τη θέση του σύμφωνα με τα βασικά ταξικά στρατόπεδα στον πόλεμο. Σ’ αυτό μπορεί κανείς να στηρίζεται πολύ περισσότερο.
Η πολιτική του ντεφετισμού δεν είναι η τιμωρία μιας δοσμένης κυβέρνησης γι’ αυτό ή εκείνο το έγκλημα που έχει κάνει, αλλά ένα συμπέρασμα που βγαίνει από τις ταξικές σχέσεις. Η μαρξιστική γραμμή στον πόλεμο δεν βασίζεται σε αφηρημένες ηθικές και συναισθηματικές σκέψεις, αλλά στην κοινωνική εκτίμηση ενός καθεστώτος στις αμοιβαίες σχέσεις του με άλλα καθεστώτα. Υποστηρίξαμε την Αβησσυνία, όχι επειδή ο Νεγκούς ήταν πολιτικά ή «ηθικά» ανώτερος από τον Μουσολίνι, αλλά επειδή η υπεράσπιση μιας καθυστερημένης χώρας ενάντια στην αποικιακή καταπίεση, καταφέρνει ένα χτύπημα στον ιμπεριαλισμό, που είναι ο κύριος εχθρός της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Υπερασπιζόμαστε την ΕΣΣΔ, ανεξάρτητα από την πολιτική των Νεγκούς της Μόσχας, για δυο θεμελιακούς λόγους. Πρώτο, η ήττα της ΕΣΣΔ θα έδινε στον ιμπεριαλισμό νέα τεράστια μέσα και θα μπορούσε να παρατείνει για πολλά χρόνια τη θανάσιμη αγωνία της καπιταλιστικής κοινωνίας. Δεύτερο, τα κοινωνικά θεμέλια της ΕΣΣΔ, καθαρισμένα από την παρασιτική γραφειοκρατία, είναι ικανά να εξασφαλίσουν απεριόριστη οικονομική και πολιτιστική πρόοδο, ενώ τα καπιταλιστικά θεμέλια δεν αποκαλύπτουν καμιά άλλη δυνατότητα πέρα από μια αποσύνθεση ακόμα πιο μεγάλη.
Αυτό που ξεσκεπάζει τους φωνακλάδες κριτικούς πιο πολύ από όλα, είναι το ότι συνέχιζαν να θεωρούν την ΕΣΣΔ εργατικό κράτος, σε μια περίοδο όπου ο Στάλιν κατάστρεφε το Μπολσεβίκικο Κόμμα, όπου στραγγάλιζε την προλεταριακή επανάσταση στην Ισπανία, όπου πρόδινε την παγκόσμια επανάσταση στο όνομα των «Λαϊκών Μετώπων» και της «συλλογικής ασφάλειας». Μέσα σ’ όλες αυτές τις συνθήκες, αναγνώριζαν την αναγκαιότητα να υπερασπιστούν την ΕΣΣΔ σαν εργατικό κράτος! Μόλις, όμως, ο ίδιος αυτός Στάλιν εισέβαλε στη «δημοκρατική» Φιλανδία, μόλις η αστική κοινή γνώμη των ιμπεριαλιστικών δημοκρατιών –που κάλυψε και επιδοκίμασε τα εγκλήματα του Στάλιν ενάντια στους κομμουνιστές, τους εργάτες και τους αγρότες– άφησε ένα ουρλιαχτό μέχρι τον ουρανό, αμέσως οι νεωτεριστές μας διακήρυξαν: «Ναι, αυτό είναι ανυπόφορο!». Και ακολουθώντας τον Ρούσβελτ, κήρυξαν ένα ηθικό εμπάργκο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση.
Η λογική του μορφωμένου κομπογιαννίτη Μπάρναμ πάνω στο θέμα, που λέει πως, όταν υπερασπιζόμαστε την ΕΣΣΔ, υπερασπιζόμαστε έτσι τον Χίτλερ, είναι ένα μικρό αλλά καθαρό δείγμα μικροαστικής χοντροκεφαλιάς, που προσπαθεί να εξαναγκάσει την αντιφατική πραγματικότητα, να μπει στα πλαίσια ενός συλλογισμού δυο διαστάσεων. Υπερασπίζοντας τη Σοβιετική Δημοκρατία, μετά την ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, οι εργάτες υποστήριζαν τον Χοεντζόλερν; Ναι ή όχι; Οι προγραμματικές θέσεις της Τέταρτης Διεθνούς για τον πόλεμο, που ασχολούνται γενικά μ’ αυτό το ζήτημα, εγκαθιδρύουν κατηγορηματικά πως, οι συμφωνίες ανάμεσα σ’ ένα σοβιετικό κράτος και αυτό ή εκείνο το ιμπεριαλιστικό κράτος, δεν βάζουν οποιουσδήποτε περιορισμούς στο επαναστατικό Κόμμα αυτού του κράτους. Τα συμφέροντα της παγκόσμιας επανάστασης στέκονται πάνω από τον απομονωμένο διπλωματικό συνδυασμό, όσο δικαιολογημένος κι αν είναι αυτός καθαυτός. Όταν υπερασπιζόμαστε την ΕΣΣΔ, παλεύουμε πολύ πιο σοβαρά τόσο ενάντια στον Στάλιν, όσο και ενάντια στον Χίτλερ, απ’ ό,τι οι Μπάρναμ και Σία.
Ο Μπάρναμ και ο Σάχτμαν, είναι αλήθεια, δεν είναι μόνοι. Ο Λεόν Ζουό, ο διαβόητος πράκτορας του γαλλικού καπιταλισμού, έχει επίσης αγαναχτήσει από το γεγονός ότι οι «τροτσκιστές υπερασπίζονται την ΕΣΣΔ». Ποιός θα έπρεπε να αγαναχτήσει αν όχι αυτός! Αλλά, η στάση μας προς την ΕΣΣΔ είναι η ίδια με τη στάση μας προς τη CGT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας): την υπερασπιζόμαστε ενάντια στην μπουρζουαζία, παρά το γεγονός ότι η Συνομοσπονδία έχει για ηγεσία της παλιανθρώπους σαν τον Λεόν Ζουό, που εξαπατούν και προδίδουν τους εργάτες σε κάθε βήμα. Οι ρώσοι μενσεβίκοι επίσης ουρλιάζουν: «Η Τέταρτη Διεθνής βρίσκεται σε αδιέξοδο!», επειδή η Τέταρτη Διεθνής εξακολουθεί ακόμα να αναγνωρίζει την ΕΣΣΔ σαν εργατικό κράτος. Οι ίδιοι αυτοί κύριοι είναι μέλη της Δεύτερης Διεθνούς, που στην ηγεσία της έχει τέτοιους επιφανείς προδότες όπως ο χαρακτηριστικός αυτός δήμαρχος Χόισμαν και ο Λεόν Μπλουμ, μου πρόδοσε μια εξαιρετικά ευνοϊκή επαναστατική κατάσταση τον Ιούνη του 1936, και έκανε, έτσι, δυνατό τον τωρινό πόλεμο. Οι μενσεβίκοι αναγνωρίζουν τα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς σαν εργατικά κόμματα, αλλά αρνούνται να αναγνωρίσουν τη Σοβιετική Ένωση σαν εργατικό κράτος πάνω στη βάση πως στην ηγεσία του βρίσκονται γραφειοκράτες προδότες. Αυτό το ψέμα βρομάει από αναίδεια και κυνισμό. Ο Στάλιν, ο Μόλοτοφ και οι υπόλοιποι, σαν κοινωνικό στρώμα, δεν είναι ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι από τους διάφορους Μπλουμ, Ζουό, Σιτρίν, Τόμας κλπ. Η διαφορά ανάμεσά τους είναι μόνο ότι οι Στάλιν και Σία εκμεταλλεύονται και ακρωτηριάζουν τη βιώσιμη οικονομική βάση της σοσιαλιστικής ανάπτυξης, ενώ οι Μπλουμ έχουν αρπαχτεί από την εντελώς σάπια βάση της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Το εργατικό κράτος πρέπει να το δει κανείς όπως έχει βγει από το ανελέητο εργαστήρι της Ιστορίας, κι όχι όπως το φαντάζεται ένας «σοσιαλιστής» καθηγητής, που κάνει, σκεφτικός, έρευνες στη μύτη του με το δάχτυλό του. Το καθήκον των επαναστατών είναι να υπερασπιστούν κάθε κατάχτηση της εργατικής τάξης, ακόμα κι αν είναι διαστρεβλωμένη από την πίεση εχθρικών δυνάμεων. Εκείνοι που δεν μπορούν να υπερασπιστούν παλιές θέσεις, ποτέ δεν θα καταχτήσουν καινούργιες.
25 του Απρίλη 1940
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΤΖΕΪΜΣ Π. ΚΑΝΟΝ
28 του Μάη 1940
Αγαπητοί σύντροφοι,
... Η παραίτηση του Μπάρναμ[3] είναι μια εξαιρετική επιβεβαίωση της ανάλυσης και της πρόγνωσής μας οσοναφορά την πρώην Μειοψηφία. Δεν πιστεύουμε πως αυτός είναι ο τελευταίος χωρισμός.
W.R. (Λεόν Τρότσκι)
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΛΜΠΕΡΤ ΓΚΟΛΝΤΜΑΝ
5 του Ιούνη 1940
Αγαπητέ φίλε
... Ο Μπάρναμ δεν αναγνωρίζει τη διαλεκτική, αλλά η διαλεκτική δεν του επιτρέπει να ξεφύγει από τα δίχτυα της. Έχει παγιδευτεί όπως μια μύγα στον ιστό της αράχνης. Το χτύπημα που έδωσε στον Σάχτμαν, είναι αθεράπευτο. Τι σπουδαίο μάθημα πάνω στα μπλοκ με αρχές ή χωρίς αρχές! Και ο καημένος ο Άμπερν. Εδώ και τέσσερα χρόνια, είχε βρει τον προστάτη της μικρής οικογενειακής του κλίκας στο πρόσωπο του Σεβάσμιου Πάτερ Μιστ, και στο παπαδοπαίδι του, τον Σπεκτόρ. Τώρα επανέλαβε το ίδιο πείραμα με τον Λαϊκό Καθολικό Μπάρναμ, και τον δικηγόρο του, τον Σάχτμαν... Τον παλιό καλό καιρό, περιμέναμε, καμιά φορά για χρόνια και δεκαετίες, την επαλήθευση μιας πρόγνωσης. Σήμερα ο ρυθμός των γεγονότων είναι τόσο πυρετώδης που, η επαλήθευση έρχεται απρόσμενα την επόμενη μέρα. Καημένε Σάχτμαν!
Με τις καλύτερες ευχές
ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ
Κογιοακάν, D.F.
ΓΙΑ ΤΟ «ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ»[4]
ΕΡΩΤΗΣΗ: Κατά τη γνώμη σας οι πολιτικές διαφωνίες ανάμεσα στην πλειοψηφία και τη μειοψηφία ήταν αρκετές για να δικαιολογήσουν ένα σχίσμα;
ΤΡΟΤΣΚΙ: Εδώ είναι επίσης αναγκαίο να μελετήσουμε το ζήτημα διαλεκτικά, όχι μηχανιστικά. Τί σημαίνει η τρομερή αυτή λέξη «διαλεκτική»; Σημαίνει πως μελετάμε τα πράγματα στην ανάπτυξή τους, όχι στη στατική τους κατάσταση. Αν πάρουμε τις πολιτικές διαφωνίες καθαυτές, μπορούμε να πούμε πως δεν ήταν αρκετές για ένα σχίσμα, αλλά αν δούμε πως αναπτύσσονταν σε μια τάση να γυρίσουν τις πλάτες στο προλεταριάτο προς την κατεύθυνση των μικροαστικών κύκλων, τότε οι ίδιες αυτές διαφωνίες μπορούν να αποκτήσουν μια εντελώς διαφορετική αξία, μια διαφορετική βαρύτητα αν συνδέονταν με μια διαφορετική κοινωνική ομάδα. Αυτό είναι ένα πολύ σπουδαίο σημείο.
Έχουμε το γεγονός ότι η μειοψηφία έσπασε από μας, παρ’ όλα τα μέτρα που πάρθηκαν από την πλειοψηφία για να μη γίνει διάσπαση. Αυτό σημαίνει πως το εσωτερικό κοινωνικό τους συναίσθημα ήταν τέτοιο που ήταν αδύνατο γι’ αυτούς να είναι μαζί μας. Πρόκειται για μια μικροαστική, όχι για μια προλεταριακή τάση. Αν θέλετε μια καινούργια επιβεβαίωση γι’ αυτό, έχουμε ένα εξαιρετικό παράδειγμα στο άρθρο του Ντουάιτ Μακντόναλντ.
Πρώτα απ’ όλα, τί είναι αυτό που χαρακτηρίζει έναν προλετάριο επαναστάτη; Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να συμμετέχει σ’ ένα επαναστατικό Κόμμα, αλλά αν συμμετέχει, βλέπει το Κόμμα με σοβαρότητα. Αν τολμάμε να καλούμε το λαό για μια επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας, αναλαβαίνουμε μια τεράστια ευθύνη, που πρέπει να την δούμε πολύ σοβαρά. Και τί είναι η θεωρία μας, αν όχι απλά τα εργαλεία της δράσης μας; Αυτά τα εργαλεία, είναι η μαρξιστική μας θεωρία, γιατί μέχρι σήμερα δεν έχουμε βρει καλύτερα εργαλεία. Ένας εργάτης δεν έχει φαντασιώσεις σ’ ότι αφορά τα εργαλεία του –αν είναι τα καλύτερα εργαλεία που μπορεί να προμηθευτεί, είναι προσεκτικός μαζί τους. Δεν τα εγκαταλείπει, ούτε απαιτεί φανταστικά, ανύπαρχτα εργαλεία.
Ο Μπάρναμ είναι ένας σνομπ διανοούμενος. Στήνει ένα κόμμα, το εγκαταλείπει, αρχίζει ένα άλλο. Ένας εργάτης δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Αν μπει σ’ ένα επαναστατικό κόμμα, απευθύνεται στον κόσμο, τους καλεί στη δράση, όπως ένας στρατηγός στον πόλεμο –πρέπει να ξέρει που τους οδηγεί. Τί θα σκεφτόσασταν για έναν στρατηγό που θα έλεγε ότι, κατά τη γνώμη του, τα όπλα δεν αξίζουν δεκάρα –ότι θα ήταν καλύτερα να περιμένουμε δέκα χρόνια ώσπου να εφεύρουν καλύτερα όπλα και έτσι θα ήταν καλύτερα αν ο καθένας πήγαινε σπίτι του. Αλλά, οι άνεργοι παραμένουν και ο πόλεμος συνεχίζεται. Αυτά τα πράγματα δεν μπορούν να αναβληθούν. Επομένως, μόνο ο Μπάρναμ ανέβαλε τη δράση του.
Ο Ντουάιτ Μακντόναλντ δεν είναι σνομπ, αλλά είναι λίγο ηλίθιος. Παραθέτω: «Ο διανοούμενος, αν πρόκειται να παίξει ένα χρήσιμο ρόλο στην κοινωνία, δεν πρέπει να εξαπατάει ούτε τον εαυτό του, ούτε τους άλλους, δεν πρέπει να δέχεται σαν γνήσιο νόμισμα αυτό που ξέρει πως είναι κάλπικο, δεν πρέπει να ξεχνάει μέσα σε μια στιγμή κρίσης όλα όσα έμαθε σε μια περίοδο χρόνων και δεκαετιών». Καλό. Απόλυτα σωστό. Παραθέτω ξανά: «Μονάχα αν πλησιάσουμε τα θυελλώδη και τρομερά χρόνια μπροστά μας, τόσο με σκεπτικισμό όσο και με αφοσίωση –σκεπτικισμό προς όλες τις θεωρίες, όλες τις κυβερνήσεις, και όλα τα κοινωνικά συστήματα, αφοσίωση στην επαναστατική πάλη των μαζών– μόνο τότε θα μπορέσουμε να δικαιωθούμε σαν διανοούμενοι».
Να λοιπόν ένας από τους ηγέτες του ψευτο-«Εργατικού» Κόμματος, που δεν θεωρεί τον εαυτό του προλετάριο, αλλά «διανοούμενο». Μιλάει για σκεπτικισμό απέναντι σ’ όλες τις θεωρίες.
Προετοιμαστήκαμε γι’ αυτή την κρίση μελετώντας, χτίζοντας μια επιστημονική μέθοδο, κι αυτή η μέθοδός μας είναι ο μαρξισμός. Τότε ξεσπάει η κρίση, κι ο κ. Μακντόναλντ λέει «να είσαστε σκεπτικιστές προς όλες τις θεωρίες», και, στη συνέχεια, μιλάει για αφοσίωση στην επανάσταση χωρίς να την αντικαθιστά με οποιαδήποτε νέα θεωρία. Εκτός αν πρόκειται γι’ αυτή τη σκεπτικιστική θεωρία δικιάς του παραγωγής. Πώς μπορούμε να δουλέψουμε χωρίς θεωρία; Τί είναι η πάλη των μαζών και τί είναι ένας επαναστάτης; Ολόκληρο το άρθρο είναι σκανδαλώδες και ένα κόμμα που μπορεί να ανέχεται ένα τέτοιο άνθρωπο σαν έναν από τους ηγέτες του, δεν είναι σοβαρό.
Παραθέτω πάλι: «Ποιά, λοιπόν, είναι η φύση του κτήνους του φασισμού; Ο Τρότσκι επιμένει στο γεγονός πως πρόκειται, ούτε λίγο ούτε πολύ, για το γνωστό φαινόμενο του βοναπαρτισμού, όπου μια κλίκα διατηρείται στην εξουσία φέρνοντας τη μια τάξη ενάντια στην άλλη, κι έτσι δίνοντας στην κρατική εξουσία έναν προαωρινό αυτόνομο χαρακτήρα. Αλλά αυτά τα σύγχρονα ολοκληρωτικά καθεστώτα δεν είναι προσωρινά, έχουν ήδη αλλάξει την κοινωνικο-οικονομική δομή που βρίσκεται από κάτω, όχι μονάχα με το να διαμορφώνουν τις παλιές φόρμες, αλλά, επίσης, με το να καταστρέφουν την εσωτερική τους ζωτικότητα. Η ναζιστική γραφειοκρατία είναι, λοιπόν, μια νέα κυρίαρχη τάξη, κι ο φασισμός μια νέα κοινωνική μορφή, σε σύγκριση με τον καπιταλισμό; Ούτε κι αυτό μοιάζει για αληθινό».
Εδώ δημιουργεί μια νέα θεωρία, ένα νέο ορισμό του φασισμού, αλλά επιθυμεί, παρ’ όλα αυτά, να ήμαστε σκεπτικιστές απέναντι σ’ όλες τις θεωρίες. Έτσι στους εργάτες επίσης θα έλεγε πως τα όργανα και τα εργαλεία με τα οποία δουλεύουν δεν έχουν σημασία, αλλά πως πρέπει να έχουν αφοσίωση στη δουλειά τους! Νομίζω πως οι εργάτες θα εύρισκαν μια πολύ ζωντανή απάντηση σε μια τέτοια δήλωση. Αυτά είναι πολύ χαρακτηριστικά για έναν απογοητευμένο διανοούμενο. Βλέπει τον πόλεμο, την τρομερή εποχή μπροστά του, με απώλειες, με θυσίες, και φοβάται. Αρχίζει να διαδίδει το σκεπτικισμό και νομίζει ακόμα πως μπορεί να ενοποιήσει τον σκεπτικισμό με την επαναστατική σφοσίωση. Μπορούμε να αναπτύξουμε μια επαναστατική σφοσίωση, αν είμαστε σίγουροι πως είναι λογική και δυνατή, κι αυτή η σιγουριά είναι αδύνατη χωρίς μια λειτουργούσα θεωρία. Αυτός που διαδίδει τον θεωρητικό σκεπτικισμό, είναι ένας προδότης.
Στον φασισμό αναλύσαμε διάφορα στοιχεία:
1. Το κοινό στοιχείο ανάμεσα στον παλιό βοναπαρτισμό και το φασισμό είναι ότι και οι δυο χρησιμοποιούν τους ταξικούς ανταγωνισμούς για να δόσουν μεγαλύτερη ανεξαρτησία στην κρατική εξουσία. Αλλά πάντα υπογραμμίζαμε πως ο παλιός βοναπαρτισμός χρονολογείται από την εποχή της ανερχόμενης αστικής κοινωνίας, ενώ ο φασισμός είναι η κρατική εξουσία της παρακμάζουσας αστικής κοινωνίας.
2. Ο φασισμός είναι μια απόπειρα της αστικής τάξης να ξεπεράσει, να περάσει πάνω από την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στη νέα τεχνική και την ατομική ιδιοκτησία, χωρίς να εξαλείψει την ατομική ιδιοκτησία. Είναι η «σχεδιασμένη οικονομία» του φασισμού. Είναι μια απόπειρα διάσωσης και ταυτόχρονα ελέγχου της ατομικής ιδιοκτησίας.
3. Μια απόπειρα για το ξεπέρασμα της αντίφασης ανάμεσα στη νέα, τη σύγχρονη τεχνική, των παραγωγικών δυνάμεων μέσα στα περιορισμένα σύνορα του εθνικού κράτους. Η νέα αυτή τεχνική δεν μπορεί να περιοριστεί μέσα στα σύνορα του παλιού εθνικού κράτους, και ο φασισμός προσπαθεί να ξεπεράσει αυτή την αντίφαση. Το αποτέλεσμα είναι ο πόλεμος. Έχουμε ήδη αναλύσει όλα αυτά τα στοιχεία.
Ο Ντουάιτ Μακντόναλντ θα εγκαταλείψει το Κόμμα, όπως ακριβώς έκανε κι ο Μπάρναμ, αλλά ίσως επειδή είναι λίγο πιο τεμπέλης, μπορεί αυτό να συμβεί αργότερα.
Σε μια ορισμένη εποχή, θεωρούσε κανείς τον Μπάρναμ σαν ένα «καλό υλικό»; Ναι, το προλεταριακό Κόμμα, στην εποχή μας, πρέπει να χρησιμοποιήσει κάθε διανοούμενο που μπορεί να συνεισφέρει στο Κόμμα. Πέρασα πολλούς μήνες προσπαθώντας να σώσω τον Ντιέγκο Ριβέρα για το κίνημά μας, χωρίς να το πετύχω. Αλλά η κάθε Διεθνής γνώρισε τέτοιου είδους εμπειρίες. Η Πρώτη Διεθνής γνώρισε δυσκολίες με τον ποιητή Φρίλιγκραθ, που ήταν κι αυτός πολύ ιδιότροπος. Η Δεύτερη και η Τρίτη Διεθνής είχαν δυσκολίες με τον Μαξίμ Γκόρκι. Η Τέταρτη Διεθνής με τον Ριβέρα. Σε όλες τις περιπτώσεις, χωρίστηκαν από μας.
Ο Μπάρναμ ήταν σίγουρα, πιο κοντά στο κίνημα, αλλά ο Κάνον είχε τις αμφιβολίες του γι’ αυτόν. Ήξερε να γράφει, κι είχε μια τυπική επιδεξιότητα στη σκέψη –χωρίς βάθος, αλλά επιδέξια. Μπορεί να δεχτεί την ιδέα σου, να την αναπτύξει, να γράψει ένα ωραίο άρθρο γι’ αυτήν –και έπειτα να την ξεχάσει. Ένας συγγραφέας μπορεί να ξεχνάει –ένας εργάτης, δεν μπορεί. Παρ’ όλα αυτά, όσο μπορούμε να χρησιμοποιούμε τέτοιους ανθρώπους, το κάνουμε. Ο Μουσολίνι υπήρξε κάποτε, ένα «καλό υλικό» επίσης!
7 Αυγούστου 1940
Κογιοακάν, D.F.
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΛΜΠΕΡΤ ΓΚΟΛΝΤΜΑΝ
Κύριο Άλμπερτ Γκόλντμαν.
9 του Αυγούστου 1940
Αγαπητέ φίλε,
Δεν ξέρω, αν είδες το άρθρο του Ντουάιτ Μακντόναλντ στο τεύχος του Αυγούστου του «Παρτιζάν Ριβιού».
Αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας μαθητής του Μπάρναμ, του σνομπ διανοούμενου. Μετά την λιποταξία του Μπάρναμ, ο Ντουάιτ Μακντόναλντ έμεινε στο Κόμμα του Σάχτμαν, σαν ο τελευταίος εκπρόσωπος της «Επιστήμης».
Πάνω στο ζήτημα του φασισμού, ο Μακντόναλντ μας προσφέρει ένα πενιχρό συνονθύλευμα από λόγια κλεμμένα από το οπλοστάσιό μας, που τα παρουσιάζει σαν δικές του ανακαλύψεις και αντιπαραθέτει σ’ αυτό μερικές χυδαιότητες που παρουσιάζει σαν δικές μας ιδέες. Συνολικά –χωρίς προοπτικές, χωρίς αναλογίες και χωρίς τη στοιχειώδη πνευματική εντιμότητα.
Ωστόσο, το χειρότερο δεν είναι αυτό. Το ορφανό του Μπάρναμ διακηρύσσει: «Πρέπει να εξετάσουμε ξανά με ένα ψυχρό και σκεπτικιστικό μάτι, τις πιο βασικές αρχές του μαρξισμού» (σελ. 266). Και τί πρέπει να κάνει αυτό το καημένο «Εργατικό Κόμμα» στη διάρκεια αυτής της «εξεταστικής» περιόδου; Τί πρέπει να κάνει το προλεταριάτο; Να περιμένει, βέβαια, το αποτέλεσμα της μελέτης του Ντουάιτ Μακντόναλντ. Το αποτέλεσμα αυτό θα είναι σίγουρα η λιποταξία του ίδιου του Μακντόναλντ στο στρατόπεδο του Μπάρναμ.
Οι τέσσερεις τελευταίες γραμμές του άρθρου δεν μπορεί να είναι παρά μια προετοιμασία για προσωπική λιποταξία. «Μονάχα αν πλησιάσουμε τα θυελλώδη και τρομερά χρόνια μπροστά μας, τόσο με σκεπτικισμό όσο και με αφοσίωση –σκεπτικισμό προς όλες τις θεωρίες, όλες τις κυβερνήσεις, και όλα τα κοινωνικά συστήματα, αφοσίωση στην επαναστατική πάλη των μαζών –μόνο τότε θα μπορέσουμε να δικαιωθούμε σαν διανοούμενοι».
Η επαναστατική δραστηριότητα βασισμένη πάνω στο θεωρητικό σκεπτικισμό, είναι η πιο αδέξια εσωτερική αντίφαση. Η «αφοσίωση στην επαναστατική πάλη των μαζών» είναι αδύνατη χωρίς μια θεωρητική κατανόηση των νόμων αυτής της επαναστατικής πάλης. Η επαναστατική αφοσίωση είναι δυνατή μονάχα αν αποκτήσει κανείς τη σιγουριά πως αυτή η αφοσίωση είναι λογική και επαρκής, ότι ανταποκρίνεται στο σκοπό της. Μια τέτοια σιγουριά μπορεί να δημιουργηθεί μόνο από μια θεωρητική επίγνωση της πάλης των τάξεων. «Ο σκεπτικισμός προς όλες τις θεωρίες», δεν είναι τίποτε άλλο από την προετοιμασία για προσωπική λιποταξία.
Ο Σάχτμαν παραμένει σιωπηλός. Σαν «Γενικός Γραμματέας» είναι πολύ απασχολημένος για να υπερασπίσει τις «πιο βασικές αρχές του μαρξισμού» ενάντια στους μικροαστούς φιλισταίους και τους σνομπ...
Αδελφικά δικός σου,
Λ. ΤΡΟΤΣΚΙ
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΡΙΣ ΑΝΤΡΙΟΥΣ
17 του Αυγούστου 1940
Αγαπητέ Κρις,
...Μου άρεσε πολύ η εκτίμησή σου για την αντι-πατσιφιστική θέση που έχει γίνει δεχτή από το Κόμμα. Υπάρχουν δυο μεγάλα πλεονεκτήματα σ’ αυτή τη θέση: πρώτο, είναι επαναστατική στην ουσία της και βασισμένη σ’ ολόκληρο το χαρακτήρα της εποχής μας, όπου όλα τα ζητήματα θα λυθούν όχι μονάχα με τα όπλα της κριτικής, αλλά και με την κριτική των όπλων. Δεύτερο, είναι εντελώς απαλλαγμένη από κάθε σεχταρισμό. Δεν αντιπαραθέτουμε στα γεγονότα και στα αισθήματα των μαζών, μια αφηρημένη διατύπωση της αγνότητάς μας.
Η πενιχρή «Εργατική Δράση» της 12 του Αυγούστου γράφει: «Σ’ αυτή την πάλη ενάντια στην κληρωτή θητεία είμαστε με τον Λούις 100%». Εμείς δεν είμαστε με τον Λούις ούτε με το 1%, γιατί ο Λούις προσπαθεί να υπερασπιστεί την Καπιταλιστική Πατρίδα με εντελώς ξεπερασμένα μέσα. Η μεγάλη πλειοψηφία των εργατών καταλαβαίνει ή συναισθάνεται πως αυτά τα μέσα (ένας στρατός από επαγγελματίες εθελοντές) είναι ξεπερασμένα από στρατιωτική άποψη και εξαιρετικά επικίνδυνα από ταξική άποψη. Γι’ αυτό το λόγο, οι εργάτες υποστηρίζουν την κληρωτή θητεία. Κάτω από μια πολύ συγχυσμένη και αντιφατική μορφή εκδηλώνεται ο τρόπος τους να υποστηρίξουν «τον εξοπλισμό του προλεταριάτου». Εμείς δεν απορρίπτουμε μεμιάς τη μεγάλη αυτή ιστορική αλλαγή, όπως κάνουν οι σεχταριστές κάθε είδους. Εμείς λέμε: «Στράτευση; Ναι. Αλλά να την πραγματοποιήσουμε εμείς οι ίδιοι». Αυτό είναι ένα εξαιρετικό σημείο εκκίνησης.
Με τους καλύτερους χαιρετισμούς
Αδελφικά δικός σας
Ο ΓΕΡΟΣ ΣΑΣ (Λεόν Τρότσκι)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
———————
[1]. Αυτό το άρθρο τυπώθηκε για πρώτη φορά στη «Σοσιαλιστική Έκκληση» στις 4 του Μάη 1940. Η μειοψηφία διασπάστηκε από το ΣΕΚ μετά το συνέδριο του Κόμματος τον Απρίλη του 1940. Ο Μπάρναμ, ο Σάχτμαν και ο Άμπερν, που το Κόμμα τούς είχε διορίσει σε θέσεις στο θεωρητικό όργανο του Κόμματος, τη «Νέα Διεθνή», και που είχαν μετοχές για λογαριασμό του Κόμματος στη Νέα Διεθνή Εκδοτική Εταιρία, σφετερίστηκαν το όνομα του περιοδικού και τα δικαιώματά του σαν προσωπική τους ιδιοκτησία. –Εκδ.
[2]. Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην «Τέταρτη Διεθνή» του Ιούνη 1940. –Εκδ.
[3]. Το γράμμα του Μπάρναμ, που αποκήρυσσε ανοιχτά το σοσιαλισμό και, ταυτόχρονα, ανάγγελνε την παραίτησή του από το ψευτο-«Εργατικό Κόμμα», που στήθηκε από την μειοψηφία μετά το σχίσμα τους τον Απρίλη του 1940, έχει ημερομηνία 21 του Μάη 1940. Το κείμενο αυτού του γράμματος, που ποτέ δεν δημοσίευσαν οι συνεργάτες του Μπάρναμ, δημοσιεύτηκε στο τεύχος του Αυγούστου 1940 της «Τέταρτης Διεθνούς» και ανατυπώνεται στο παράρτημα αυτού του βιβλίου. –Εκδ
[4]. Το άρθρο αυτό ανατυπώνεται από την «Τέταρτη Διεθνή» του Οχτώβρη 1940. –Εκδ.