Marxistbooks> Βιβλιοθήκη >Τρότσκι>Τα Μαθήματα του Οκτώβρη_a


Λεόν Τρότσκι

ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ
ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ
(1924)



Γράφτηκε: το 1924
Πηγή: Εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», Αθήνα 1979 και 1985
Μετάφραση - Επιμέλεια: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης – Γ. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, Σεπτέμβρης 2008


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:


ΠΡΟΛΟΓΟΣ – ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Πρέπει να Μελετήσουμε την Οκτωβριανή Επανάσταση

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Οι Παραμονές της Οκτωβριανής Επανάστασης –Τα Επακόλουθα


Λεόν Τρότσκι 1879 - 1940
         


Πρόλογος στην Δεύτερη Έκδοση

Ποτέ δεν είταν πιο επίκαιρη, η επανέκδοση του σημαντικού αυτού βιβλίου του Λεόν Τρότσκι, που από καιρό έχει εξαντληθεί. Η παγκόσμια οικονομική και πολιτική κρίση του καπιταλισμού σπρώχνει την εργατική τάξη και όλες τις καταπιεσμένες μάζες, σ’ όλες τις χώρες, μαζί και στην Ελλάδα, σε οξύτατες συγκρούσεις με το καπιταλιστικό κράτος, βάζοντας μπροστά τους την αντικειμενική αναγκαιότητα της επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας, την ανάγκη του δικού τους Οχτώβρη.

Όπως τονίζει ο Τρότσκι στα Μαθήματα του Οχτώβρη σε τέτιες καταστάσεις, όπου έχουν συσσωρευτεί όλοι οι όροι για την επανάσταση, προβάλλει όσο ποτέ επιτακτική η ανάγκη για «μια διορατική και αποφασισμένη ηγεσία, ένα κόμμα βασισμένο πάνω στην κατανόηση των νόμων και των μεθόδων της επανάστασης», (σελ. 20).

Πώς θα αναπτυχθεί, πώς θα εκπαιδευτεί μια τέτια ηγεσία; «Για τη μελέτη των νόμων και των μεθόδων της προλεταριακής επανάστασης», υπογραμμίζει ο πρωτεργάτης, μαζί με τον Λένιν, του Οχτώβρη του 1917, «δεν υπάρχει μέχρι σήμερα, πιο σοβαρή και πιο πλούσια πηγή από τη δική μας εμπειρία του Οχτώβρη», (όπ.π.).

Η κριτική και λεπτομερειακή μελέτη της Οχτωβριανής Επανάστασης, που ζητά ο Τρότσκι, δεν έχει χάσει καθόλου την επίκαιρη σημασία της, 68 χρόνια μετά. Ο Οχτώβρης δεν είναι ούτε το απολίθωμα που παρουσιάζουν οι σφετεριστές του, οι γραφειοκράτες του Κρεμλίνου και τα σταλινικά ΚΚ, ούτε το μουσειακό αντικείμενο που «έχει χάσει την προωθητική του δύναμη» κατά τα λεγόμενα του Μπερλίγκουερ και των άλλων εύρο-σταλινικών.

Παραμένει μέχρι σήμερα το πιο υψηλό υπόδειγμα για το πώς ένα κόμμα, που καθοδηγεί την πράξη του με το διαλεχτικό υλισμό, καθοδήγησε την εργατική τάξη, για πρώτη φορά, στην εξουσία. Μπορούμε να μάθουμε από τον Οχτώβρη, μονάχα από τη σκοπιά τις επαναστατικής πράξης, κι όχι όταν τον αντιμετωπίζουμε σαν αντικείμενο ενατένισης.

Απ’ αυτή τη σκοπιά, εξάλλου, έγραψε τα Μαθήματα του Οχτώβρη και ο Τρότσκι. Το έγραψε μετά το θάνατο του Λένιν και την ήττα της Γερμανικής Επανάστασης του 1923, παλεύοντας για τη συνέχεια του Λενινισμού και της Οχτωβριανής Επανάστασης, ενάντια στην ανερχόμενη γραφειοκρατία και τους εκφραστές της μέσα στο Κόμμα.

Από το φθινόπωρο του 1923, ο Τρότσκι ηγήθηκε στο σχηματισμό της Αριστερής Αντιπολίτευσης, μέσα στο σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα ενάντια στη φράξια του Στάλιν, που υποστηριζόταν τότε από τον Ζινόβιεφ, τον Κάμενεφ, τον Μπουχάριν και άλλους.

Η τρόικα Στάλιν - Ζινόβιεφ - Κάμενεφ αντιπροσώπευε μια τάση στο Μπολσεβίκικο Κόμμα, που στην περίοδο ανάμεσα στον Απρίλη και τον Οχτώβρη του 1917, είχε υποχωρήσει στην πίεση της «δημοκρατικής» κοινής γνώμης, έδινε κριτική υποστήριξη στην αστική Προσωρινή Κυβέρνηση κι αρνιόταν την ανατροπή της και την πάλη για εξουσία. Ο Λένιν πάλεψε αποφασιστικά και νίκησε αυτή την τάση.

Ο Τρότσκι συνοψίζει τα μαθήματα της ιστορικής εκείνης εσωκομματικής πάλης χωρίς την οποία δεν θα νικούσε η Οχτωβριανή Επανάσταση και δείχνει ότι οι ηγέτες εκείνοι, που υποχώρησαν στην πίεση της αστικής ιδεολογίας το 1917, δεν διόρθωσαν τα λάθη τους και τα επανέλαβαν το 1923 με καταστροφικές συνέπειες για τη γερμανική και την παγκόσμια επανάσταση και την ίδια τη Σοβιετική Ένωση.

Η ίδια δισταχτικότητα και αναποφασιστικότητα, ο ίδιος διοικητικός ρουτινισμός, που αρνείται να αναλύσει με τη διαλεχτική υλιστική μέθοδο τις αλλαγές στην αντικειμενική κατάσταση, την πράξη και τις ανάγκες της, έγιναν ο υποκειμενικός μηχανισμός μέσα από τον οποίο χάθηκε η αντικειμενική επαναστατική ευκαιρία στη Γερμανία, τον Οχτώβρη του 1923.

Η πάλη του Τρότσκι για να αναλυθούν τα λάθη και να νικηθούν οι μέθοδες που τα αναπαράγουν και μεταφέρουν τις εχθρικές ταξικές πιέσεις μέσα στο μπολσεβίκικο κόμμα, είταν ζωτική για τον θεωρητικό εξοπλισμό της Αριστερής Αντιπολίτευσης ενάντια στον σταλινικό εκφυλισμό. Παραμένει ζωτική και σήμερα.

Ο Μπολσεβικισμός και η πάλη για τη συνέχεια του και την ανάπτυξη του είταν και είναι πάντα η πάλη για νέους Οχτώβρηδες, για την παγκόσμια επανάσταση. Δεν είταν ποτέ μια παρακαταθήκη αποστεωμένων σχημάτων. «Ο Μπολσεβικισμός», συμπεραίνει στα Μαθήματα του Οχτώβρη ο Τρότσκι, «δεν είναι μια θεωρία (δηλαδή δεν είναι απλά μια θεωρία) αλλά ένα σύστημα επαναστατικής εκπαίδευσης για την προλεταριακή επανάσταση. Αυτός είναι όλος ο Χέγκελ και η σοφία των βιβλίων και η ουσία όλης της φιλοσοφίας...», (σελ. 83).

Στον τύπο αυτό επαναστατικής εκπαίδευσης βασίζεται όλη η πάλη της Διεθνούς Επιτροπής της Τέταρτης Διεθνούς. Πάνω σ’ αυτά τα θεμέλια, στηρίζει και το ελληνικό της τμήμα την πάλη του να μετατρέψει την ΕΔΕ στο νέο μπολσεβίκικο κόμμα της εργατικής τάξης. Η δεύτερη έκδοση των Μαθημάτων του Οχτώβρη είναι μια συνεισφορά σ’ αυτή την πορεία προς το Ιδρυτικό Συνέδριο του Νέου Κόμματος, στο οποίο θα μετατραπεί η ΕΔΕ, τον Νοέμβρη του 1985.

Σ.Μ.           

Αύγουστος 1985


Εισαγωγή

Τόσο οι συνθήκες όσο και οι προθέσεις του συγγραφέα, έχουν έτσι διαμορφώσει Τα Μαθήματα του Οχτώβρη ώστε να μην είναι απλά ένα δοκίμιο ιστορικής έρευνας. Αλλά ακόμα κι αν είταν κάτι τέτιο, και τίποτε περισσότερο, η συμβολή τους θα είταν και πάλι ανεχτίμητη. Η πλήρης γνώση των γεγονότων, που αποκορυφώθηκαν με τη σοβιετική εξέγερση, υπάρχει τώρα στην ασύγκριτη αφήγηση της μνημειώδους Ιστορίας του Τρότσκι. Αλλά όταν αυτό εδώ το κείμενο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1924, η περίοδος του Οχτώβρη είχε καλυφθεί από μια πυκνή ομίχλη. Θά ’ταν αρκετό να πάρουμε δυο μόνο περιπτώσεις. Ο αστικός κόσμος θεωρούσε την επιτυχία των Μπολσεβίκων σαν μια περίπτωση επιτυχημένου αυτοσχεδιασμού. Οι κομμουνιστές, ειδικά της Δύσης, σκέπτονταν μυστικιστικά ότι, πέρα από μικρο- εξαιρέσεις, οι Μπολσεβίκοι είχαν αντιμετωπίσει την επαναστατική κρίση με την απαιτούμενη πολιτική διορατικότητα και σαν μια συντονισμένη ομάδα.

Το ότι οι ίδιοι οι Ρώσοι δεν μπόρεσαν να διαλύσουν αυτή τη σύγχυση, αυτό δεν οφείλεται ολοκληρωτικά στο γεγονός ότι είταν απασχολημένοι με τα καθήκοντα της κοινωνικής ανοικοδόμησης. Η προ-Οχτωβριανή Ιστορία του Κόμματος δεν γνώρισε παρόμοιες παραλείψεις. Το πρόβλημα είναι ότι η αναλυτική μελέτη του Οχτώβρη απειλούσε το κύρος «κατεστημένων συμφερόντων». Το γραφειοκρατικό καθεστώς, που παγιώθηκε μετά το θάνατο του Λένιν, είχε λόγους να αποφεύγει μια λεπτομερή εξέταση της Ιστορίας. Η Διαθήκη του Λένιν έλεγε για τους Ζινόβιεφ και Κάμενεφ ότι «η υποχώρηση τους τον Οχτώβρη δεν είταν τυχαία». Ούτε είταν τυχαίο, όπως θα αποκάλυπτε η μελέτη του Οχτώβρη, ότι όταν απουσίαζε ο Λένιν, ολόκληρη η Παλιά Φρουρά των Μπολσεβίκων δεν μπόρεσε να συλλάβει το χαραχτήρα της επανάστασης του 1917. Και είταν γι’ αυτό το λόγο που, συνειδητά ή όχι, περνούσαν την εμπειρία του Οχτώβρη σαν ένα επεισόδιο στην ιστορία του Κόμματος, όχι πιο σημαντικό από μερικά άλλα. Για τον Τρότσκι, από την άλλη, το καμίνι του Οχτώβρη πρόσφερε τη λυδία λίθο της μαρξιστικής στρατηγικής και το ανάστημα της ηγεσίας. Η Κομμουνιστική Διεθνής πρέπει να αφομοιώσει τα μαθήματα της εμπειρίας του Οχτώβρη, αλλιώς θα οδηγήσει στην καταστροφή. Αλλά η αντίδραση είχε ήδη αρχίσει και η κομματική γραφειοκρατία ενδιαφερόταν πολύ περισσότερο να σταθεροποιήσει τη δική της εθνική εξουσία. Ο Τρότσκι, που κάτω από τη δική του, «άμεση ηγεσία», όπως δήλωσε ο ίδιος ο Στάλιν, «έγινε όλη η πραχτική δουλιά της οργάνωσης της εξέγερσης», έγινε ο στόχος μιας εκστρατείας πρωτάκουστης βιαιότητας. Επειδή δεν μπορούσε να αγνοήσει την ιστορία της επανάστασης, η γραφειοκρατία διάταξε τη διαστρέβλωση της. Η επίθεση στα Μαθήματα του Οχτώβρη, που υποκριτικά ονομάστηκε «φιλολογική συζήτηση», επρόκειτο έτσι να σημαδέψει ένα σημαντικό στάδιο στην πάλη ανάμεσα στον σταλινικό εθνικισμό και τον λενινιστικό (ή «τροτσκιστικό») διεθνισμό.

Η άμεση αφορμή για Τα Μαθήματα του Οχτώβρη που γράφτηκαν από τον Τρότσκι σαν εισαγωγή στα «;Άπαντά» του τού 1917, είταν η πανωλεθρία του γερμανικού κομμουνιστικού κινήματος το 1923. Στα μεταπολεμικά χρόνια, το κλειδί της επανάστασης στη Δύση βρισκόταν αναμφίβολα στα χέρια της Γερμανίας. Πνιγμένη από τα βάρη των Βερσαλιών, η πιο εκβιομηχανισμένη και συγκεντρωμένη οικονομία της Ευρώπης προκαλούσε αλλεπάλληλους ταξικούς ανταγωνισμούς που έφταναν σε σημείο έκρηξης. Αγωνιώντας, το 1923, να αναχτήσει την ελευθερία δράσης της, η γερμανική μπουρζουαζία αποφάσισε να εγκαταλείψει την πολιτική της «εκπλήρωσης» των επανορθώσεων, υιοθετώντας μια πολιτική παθητικής αντίστασης. Όταν η κυβέρνηση Κούνο δεν μπόρεσε να κάνει ορισμένες πληρωμές σε είδος, ο Πουανκαρέ διάταξε την κατάληψη του Ρουρ. Για να χρηματοδοτήσει τα έξοδα της αντίστασης η Κεντρική Κυβέρνηση, με εξαντλημένα τα αποθέματα και τις πιστώσεις, κατάφυγε στο μεγαλύτερο πληθωρισμό που γνώρισε η σύγχρονη ιστορία. Αλλά εκείνοι που πλήρωσαν το λογαριασμό δεν είταν ούτε οι επιδοτούμενοι βιομήχανοι του Ρουρ ούτε οι χρηματιστές σαν τον Στίνες, που συσσώρευσαν κολοσσιαίες περιουσίες. Τα θύματα είταν οι μεσαίες τάξεις, που τα σταθερά εισοδήματα τους απαλλοτριώθηκαν αλύπητα, και η εργατική τάξη, που το επίπεδο των μεροκαμάτων της συμπιέστηκε κάτω από το επίπεδο μιας απλής επιβίωσης. Τα θεμέλια της κοινωνικής δομής ράγισαν. Η εμπιστοσύνη στην αστική δημοκρατία, που ποτέ δεν είταν μεγάλη, εξαφανίστηκε. Το μίσος για τη Συνθήκη των Βερσαλιών κορυφώθηκε.

Οι μάζες στρέφονταν όλο και πιο πολύ στον κομμουνισμό για σωτηρία. Αν μετά την πανωλεθρία, το Κομμουνιστικό Κόμμα είταν ακόμα ικανό να συγκεντρώνει 3,7 εκατομμύρια ψήφους και να ενισχύει την εκπροσώπηση του στο Ράιχσταγ, όλα δείχνουν ότι το 1923 το Κόμμα θα μπορούσε να συσπειρώσει την αποφασιστική πλειοψηφία των μαζών. Όμως, ολόκληρη η δράση του περιορίστηκε στο σχηματισμό της κυβέρνησης συνασπισμού με τους αριστερούς Σοσιαλδημοκράτες της «Κόκκινης» Σαξωνίας –μια κυβέρνηση που, στο σύντομα διάλειμμα της ύπαρξής της, δεν μπόρεσε να πάρει ούτε ένα επαναστατικό μέτρο, εκτός αν χαραχτηρίσουμε έτσι τη συμφωνία να αποζημιωθεί ο βασιλιάς της Σαξονίας!

Σε μια στιγμή, η ηγεσία του Κόμματος συγκέντρωσε τελικά το θάρρος της για να ορίσει τη μέρα της εξέγερσης. Αλλά ο Μπράντλερ έκανε μερικούς γρήγορους υπολογισμούς για να δείξει ότι η μπουρζουαζία είχε ανώτερες στρατιωτικές δυνάμεις και η Κεντρική Επιτροπή ανακάλεσε αμέσως την απόφαση της. Ενεργώντας με βάση το Νόμο των Έκτακτων Εξουσιών (Belagerungszustand), η Ράιχσβερ του φον Ζέεκτ άρπαξε τότε την πρωτοβουλία, κυνήγησε την «Κόκκινη» σαξονική κυβέρνηση και πρόγραψε τους κομμουνιστές. Ενώ ο Μπράντλερ, ο Ταλχάιμερ και άλλα κομματικά στελέχη κατάφυγαν στη Μόσχα, ο αμερικάνικος καπιταλισμός μπήκε στη σκηνή με το Σχέδιο Ντοζ και η κατάσταση σταθεροποιήθηκε πάλι.

Οχτώ μήνες μετά από την παθητική αυτή παράδοση του κόμματος, συγκλήθηκε το Πέμπτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, για να κάνει τον απολογισμό. Οι εργασίες του, δυστυχώς, εμπνέονταν περισσότερο από τη γαλήνια αισιοδοξία του δρ. Παγκλός του Βολτέρου, παρά από το κριτικό πνεύμα του Λένιν. Η «κοινοβουλευτική κωμωδία της Σαξονίας» δέχτηκε ένα χείμαρρο από καταδίκες και έγιναν μεγαλόστομες διακηρύξεις ότι ποτέ πια δεν θα γινόταν συνασπισμός με τους «αριστερούς» Σοσιαλδημοκράτες. Ακολούθησε πολλή συζήτηση για το ότι υπολογίστηκε λάθος ο «ρυθμός», μια εύκολη αποκήρυξη του δεξιού κινδύνου και ένας ατέλειωτος θόρυβος υπέρ της «μπολσεβικοποίησης». Το Συνέδριο ενδιαφερόταν, πάνω απ’ όλα, να φορτώσει την ευθύνη στον Μπράντλερ και να βγάλει λάδι τους ποντίφηκες της Εκτελεστικής Επιτροπής στη Μόσχα. Εκείνο που το Συνέδριο δεν πήρε υπόψη του –την ουσία του προβλήματος– είταν, όπως το τοποθέτησε ο Τρότσκι, το γεγονός ότι «στις σημερινές συνθήκες, μια επαναστατική κατάσταση μπορεί, μέσα σε λίγες μέρες, να χαθεί για πολλά χρόνια».

Σ’ όλη του την πολιτική σταδιοδρομία, ο Τρότσκι αντιλαμβανόταν την τύχη του ρώσικου προλεταριάτου δεμένη με τις προοπτικές της ευρωπαϊκής επανάστασης. Ήδη από το 1905, είχε συμπεράνει ότι σε μια καθυστερημένη οικονομικά χώρα σαν τη Ρωσία, η επανάσταση θα δημιουργούσε τέτιες συνθήκες που θα επέτρεπαν στο προλεταριάτο να καταχτήσει την εξουσία νωρίτερα απ’ ότι σε μια αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο, πίστευε ο Τρότσκι, δεν θα σταματούσε στο πρόγραμμα της αστικής δημοκρατίας. Η προσπάθειά του να λύσει το αγροτικό πρόβλημα θα το έφερνε σε σύγκρουση με την καπιταλιστική, όπως και με τη φεουδαρχική ιδιοχτησία, οδηγώντας το στο πρόγραμμα του σοσιαλισμού. Ο Τρότσκι αναγνώριζε, όσο και οποιοσδήποτε άλλος, την ανάγκη άμεσων και πραχτικών εσωτερικών μέτρων για να δυναμώσει η μόνη διχτατορία που υπήρχε, Η Νέα Πορεία του στη σοβιετική οικονομική κρίση του 1923, είταν μια σθεναρή έκκληση για οικονομικό σχεδιασμό στη βάση της πλατύτερης δυνατής εργατικής δημοκρατίας. Αλλά ο Τρότσκι καταλάβαινε, κι όχι λιγότερο από το Λένιν, ότι σε τελευταία ανάλυση η νίκη του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση μπορούσε να σιγουρευτεί μόνο με την Ευρωπαϊκή Επανάσταση. Οι παραγωγικές δυνάμεις είχαν ξεπεράσει τα εθνικά σύνορα, και όσο μεγάλες κι αν είταν οι οικονομικές επιτυχίες ενός απομονωμένου εργατικού κράτους, το πρόγραμμα του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» είταν μια μικροαστική ουτοπία. Η υποχώρηση της επανάστασης στο εξωτερικό, αναπόφευχτα θα απειλούσε τη Σοβιετική Ρωσία με μια όλο και στενότερη καπιταλιστική περικύκλωση. Η Παλιά Φρουρά των Μπολσεβίκων δεν θα μπορούσε να αντέξει στη μακρόχρονη πίεση των αντίπαλων κοινωνικών δυνάμεων περισσότερο από κάθε προηγούμενη επαναστατική ηγεσία που υπόκυψε στον εκφυλισμό. Η σωτηρία της Επανάστασης απαιτούσε την επέχτασή της.

Πραχτικά, λοιπόν, αυτό έκανε αναγκαία την ανάπτυξη κομμουνιστικών κομμάτων, που θα είταν ριζωμένα στις μάζες και αρκετά δυνατά ώστε να επωφεληθούν από κάθε επαναστατική κρίση για να καταχτήσουν την πολιτική εξουσία. Ο λόγος που το μεταπολεμικό επαναστατικό κύμα δεν είχε καταποντίσει τα αστικά κράτη, βρισκόταν στην απουσία κομμουνιστικών κομμάτων που θα αποσπούσαν την ηγεσία του μαζικού κινήματος από την αρπάγη της συντηρητικής Σοσιαλδημοκρατίας. Το πόσο λίγα κοινά έχει η έμφαση που δίνει ο Τρότσκι στο ρόλο της ηγεσίας με τον συνωμοτικό μπλανκισμό φαίνεται από τον αποφασιστικό ρόλο που ο ίδιος έπαιξε δίπλα στον Λένιν, στην καταπολέμηση του πουτσιστικού στοιχείου στο Τρίτο Συνέδριο. Το 1921, οι ηγέτες του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, δρώντας με βάση τη δική τους «θεωρία της συνεχούς επίθεσης», ξεκίνησαν μια ένοπλη εξέγερση σε μια στιγμή που το κόμμα δεν είχε αρκετή μαζική υποστήριξη και που η επαναστατική πλημμυρίδα είχε υποχωρήσει. Εκείνο που ο Τρότσκι πρότρεπε να γίνει, για να είναι το Κόμμα σε θέση να καταχτήσει την εξουσία, είταν να διεισδύσει στις μάζες με μια ρεαλιστική προσέγγιση στις εμπειρίες της καθημερινής πάλης τους και με την πολιτική του Ενιαίου Μετώπου. Αλλά το 1923 το πρόβλημα είταν πολύ διαφορετικό. Εκείνο που παρουσιαζόταν τώρα, είταν ότι, παρά την καπιταλιστική αποσύνθεση και την επαναστατική κατάσταση, ένα μαζικό κομμουνιστικό κόμμα μπορούσε και πάλι να παραλύσει. Όσο πιο πολύ πλησίαζε η επαναστατική κρίση, τόσο πιο κοντά βρισκόταν η κρίση στο επαναστατικό γενικό επιτελείο. Μια δεξιά θα εμφανιζόταν για να ορθολογικοποιήσει την αναποφασιστικότητα της και να καταλήξει στο να αρνηθεί ολοκληρωτικά την παρουσία οποιασδήποτε επαναστατικής κατάστασης. Θα επέμενε ότι «ο χρόνος είναι με το μέρος μας», ότι η κατάσταση χειροτερεύει σταθερά και ότι οι δυνατότητες για τελική νίκη είναι πιο μεγάλες.

Το καθήκον του Πέμπτου Συνεδρίου είταν να φωτίσει αύτη την πλευρά της επαναστατικής κρίσης. Δυστυχώς, όμως, η συμφορά, σ’ ότι αφορά το μέλλον της Κόμιντερν, είταν ότι ο χαραχτήρας της ρώσικης ηγεσίας σ’ αυτό το Συνέδριο είτανε τέτιος που γεννούσε απόλυτη αμφιβολία για την ικανότητα της να κρίνει τους Γερμανούς. Η εποχή του ιμπεριαλισμού κάνει απαραίτητα δυο τουλάχιστο χαραχτηριστικά γνωρίσματα της μαρξιστικής ηγεσίας: να κατανοεί τη σημασία της προλεταριακής επανάστασης και να συλλαμβάνει την αποφασιστική στιγμή της επαναστατικής κρίσης για να ολοκληρώσει τη στροφή από την αγκιτάτσια στην εξέγερση. Όμως, μέχρι την επιστροφή του Λένιν από το εξωτερικό το 1917, ούτε ένα μέλος της Παλιάς Μπολσεβίκικης Φρουράς δεν είχε ούτε καν διανοηθεί την κατάχτηση της εξουσίας ή τη σοσιαλιστική επανάσταση. Πραγματικά, ο ρόλος τους είταν ίδιος και απαράλλαχτος με το ρόλο των αριστερών Σοσιαλδημοκρατών. «Φυσικά, από μας δεν μπαίνει ζήτημα ανατροπής του καπιταλισμού, αλλά ζήτημα ανατροπής της μοναρχίας και της φεουδαρχίας», έγραφε η «Πράβντα», με εκδότες τους Κάμενεφ και Στάλιν, το Μάρτη του 1917. Αφού η Ρωσία δεν είχε ακόμα ολοκληρώσει τη δημοκρατική της επανάσταση, το προλεταριάτο έπρεπε να περιοριστεί με νομιμοφροσύνη στα όρια του «παλιού μπολσεβίκικου» συνθήματος της «δημοκρατικής διχτατορίας», σε αντίθεση με την προλεταριακή διχτατορία. Η Προσωρινή κυβέρνηση έπρεπε να υποστηριχτεί με όρους και «στο βαθμό» που θα αποκήρυσσε τις προσαρτήσεις ή θα έκλεινε ειρήνη. Μόνο κάτω από τη σιδερένια ηγεσία του Λένιν και τη δηκτική κριτική του στα παλιά μπολσεβίκικα σχήματα, το Κόμμα πραγματοποίησε τον επαναπροσανατολισμό του. Απαιτώντας μια πλήρη ρήξη με το αστικό καθεστώς, οι «Θέσεις του Απρίλη» έβαλαν τις μάζες στο δρόμο της εξέγερσης και της σοβιετικής εξουσίας.

Αν ο ιδεολογικός επανεξοπλισμός του Κόμματος το 1917 είταν το μεγάλο επίτευγμα του Λένιν, ο αφοπλισμός του, μετά το 1924, μπορεί να θεωρηθεί, σε μεγάλο βαθμό, σαν κατασκεύασμα του Στάλιν. Όταν έγραψε Τα Μαθήματα του Οχτώβρη, ο Τρότσκι δεν μπορούσε να έχει πλήρη αντίληψη του γεγονότος ότι ο Στάλιν θα γινόταν το επίκεντρο της γραφειοκρατίας, αν και με τη Διαθήκη του ο Λένιν είχε χτυπήσει δυνατά μια προειδοποιητική νότα. Σίγουρα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι και η πιο μικρή κριτική στον Στάλιν θα προκαλούσε τιμωρίες καμιά φορά σκληρότερες από εκείνες του lese majeste (έγκλημα καθοσιώσεως) του τσάρου. Η ότι θα ’ρχόταν μια μέρα που ο Κάμενεφ και ο Ζινόβιεφ, πρόεδροι, αντίστοιχα, των Σοβιέτ της Μόσχας και του Λένινγκραντ, θα εκτελούνταν από τα εκτελεστικά αποσπάσματα του Στάλιν. Μόνο το 1935 συνέλαβε ο Τρότσκι ότι το Θερμιδόρ είχε προλάβει το σοβιετικό καθεστώς από μια δεκαετία πριν. Η ολοένα αυξανόμενη διαφοροποίηση στα μεροκάματα, τα προνόμια και τα αξιώματα, θα δημιουργούσαν μια αριστοκρατία, εθνικιστική στις αντιλήψεις και ασυμβίβαστη με τη σοβιετική δημοκρατία. Όχι μόνο επρόκειτο να τσακιστεί η Αριστερή Αντιπολίτευση, που έκφραζε τα σοσιαλιστικά συμφέροντα της μη προνομιούχας εργατικής τάξης, αλλά και θα καταβροχθιζόταν η διεθνιστική πτέρυγα (στο Λένινγκραντ) της Παλιάς Φρουράς. Οι εξουσίες του Πολιτικού Γραφείου, της Κεντρικής Επιτροπής και του Συνέδριου του Κόμματος, απορροφήθηκαν, διαδοχικά, από τον παντοδύναμο Γενικό Γραμματέα.

Η κύρια πηγή αυτής της αντίδρασης βρισκόταν στις αναρίθμητες ήττες του παγκόσμιου προλεταριάτου. Παρ’ όλα αυτά, είταν η σταλινική Κόμιντερν που έκανε τη μεγαλύτερη συνεισφορά σ’ αυτές τις ήττες. Παρά τα βίαια διαλείμματα υπεραριστερισμού, η γενική γραμμή του Στάλιν φαίνεται με τον καλύτερο τρόπο στην οπορτουνιστική του στάση απέναντι στα γεγονότα της Γερμανίας το 1923. Χαραχτηριστικά, ενώ έπαιρνε μέρος στις κραυγές ενάντια στην ηγεσία των Μπράντλερ και Ταλχάιμερ, ο Στάλιν υποστήριζε μια θέση σχεδόν ταυτόσημη με τη δική τους. Στο γράμμα του προς τον Ζινόβιεφ και τον Μπουχάριν, που ο πρώτος το δημοσίευσε το 1927, ο Στάλιν έγραφε:

«...Αν σήμερα στη Γερμανία πέσει, ας πούμε, η εξουσία και οι κομμουνιστές την αρπάξουν, θα καταρρεύσουν με πάταγο. Αυτό στην “καλύτερη” περίπτωση. Και, στη χειρότερη, θα γίνουν κομμάτια και θα αναγκαστούν να κάνουν πίσω. Το ζήτημα δεν είναι ότι ο Μπράντλερ θέλει να “εκπαιδεύσουμε τις μάζες”, αλλά ότι η μπουρζουαζία, μαζί κι οι δεξιοί Σοσιαλδημοκράτες, σίγουρα θα μετασχηματίσουν τα μαθήματα –τη διαδήλωση– σε μια γενική μάχη (αυτή τη στιγμή όλα τα ατού είναι με το μέρος τους) και να τους εξολοθρεύσουν. Φυσικά, οι φασίστες δεν κοιμούνται, αλλά μας συμφέρει να επιτεθούν πρώτοι. Αυτό θα συσπειρώσει ολόκληρη την εργατική τάξη γύρω από τους κομμουνιστές (η Γερμανία δεν είναι Βουλγαρία). Ακόμα, σύμφωνα μ’ όλες τις πληροφορίες, οι φασίστες είναι αδύνατοι στη Γερμανία. Κατά τη γνώμη μου, οι Γερμανοί πρέπει να αναχαιτιστούν και όχι να σπρωχτούν μπροστά».

Σε άμεση αντίθεση με Τα Μαθήματα του Οχτώβρη, αυτή η πέρα για πέρα οπορτουνιστική δήλωση του Στάλιν είταν λαθεμένη σχεδόν σε κάθε σημείο της. Στο φως των γεγονότων, το συμπέρασμα ότι «η Γερμανία δεν είναι Βουλγαρία», ασυνείδητα φτάνει στο επίπεδο του γελοίου. Οι φασίστες πρέπει να επιτεθούν πρώτοι γιατί αυτό θα συσπειρώσει τους εργάτες γύρω από τους κομμουνιστές, αλλά οι φασίστες είναι αδύνατοι, έτσι... οι Γερμανοί πρέπει να αναχαιτιστούν. Στη Γερμανία, στη Γαλλία ή την Ισπανία σήμερα –σε κάθε επαναστατική κατάσταση μετά το 1923– η στρατηγική σοφία του σταλινισμού είταν η ίδια αυτή γραμμή: η αναχαίτιση των μαζών. Το επιχείρημα μοιάζει πολύ με εκείνο που μερικοί «παλιοί μπολσεβίκοι» χρησιμοποίησαν για να αντιταχτούν στην εξέγερση του 1917. Και όχι μόνο αυτό. Στην πάλη της ενάντια στη διαρκή επανάσταση, η γραφειοκρατία έχει επίσης επιστρέψει ιδεολογικά στην ξεπερασμένη φόρμουλα του μπολσεβικισμού του 1905, τη «δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Αυτή η φόρμουλα μπορεί να αποκαλυφτεί, με τη μια ή την άλλη μορφή, σαν η θεωρία πίσω από το «μπλοκ των τεσσάρων τάξεων» στην Κινέζικη Επανάσταση του 1925-1927, τα Εργατοαγροτικά Κόμματα στην Ανατολή, το Λαϊκό Μέτωπο τώρα.

Η σταλινική προσπάθεια να φτιαχτεί ένας συνασπισμός εργατών-αγροτών, όχι για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, αλλά απλά για την καταστροφή της μοναρχίας και της φεουδαρχίας, ενήργησε καταστροφικά. Όπως στην Κινέζικη Επανάσταση, η Κόμιντερν πρέπει, χάρη στη συμμαχία της με το Κουόμινταγκ, να αναχαιτίσει τις αγροτικές εξεγέρσεις και τις εργατικές απεργίες. Οι αντιτροτσκιστές «θεωρητικοί» δεν μπορούν ούτε πρόκειται να συλλάβουν το απλό γεγονός ότι η παλιά κρατική μηχανή τσακίστηκε και η αγροτική επανάσταση ολοκληρώθηκε, όχι από το καθεστώς του Κερένσκι, αλλά από το προλεταριακό καθεστώς. Η φόρμουλα της «δημοκρατικής διχτατορίας» έχει επιβληθεί στην αποικιακή Ανατολή, για να «εξαφανίσει», υποτίθεται, «τα υπολείμματα της φεουδαρχίας». Για την καπιταλιστική Δύση, όπου ο σταλινισμός είναι τώρα αφοσιωμένος στο να σώσει «τα ίχνη της αστικής δημοκρατίας», έχει επινοήσει την πανάκεια του Λαϊκού Μετώπου. Αν υπήρχε μια χώρα στον κόσμο όπου η υποστήριξη του Λαϊκού Μετώπου θα εμφανιζόταν δικαιωμένη, αυτή είταν η κυριαρχικά αγροτική Ρωσία, που δεν είχε περάσει ακόμα από το στάδιο της δημοκρατικής επανάστασης. Μια παραλλαγή Λαϊκού Μετώπου υπήρχε πράγματι εκεί –ο συνασπισμός των Καντέ (φιλελεύθερων), Σοσιαλεπαναστατών και Μενσεβίκων, στον όποιο ο Στάλιν και ο Κάμενεφ είχαν δόσει «κριτική» υποστήριξη, Κι όμως, όλη η στρατηγική του Λένιν κατευθυνόταν ενάντια στη συμμαχία με τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία και προς την ανατροπή του Λαϊκού αυτού Μετώπου, Ο λενινισμός ποτέ δεν μπέρδεψε τις επεισοδιακές συμφωνίες και συμβιβασμούς για πραχτικούς σκοπούς, με το πολύ διαφορετικό ζήτημα της κοινής πολιτικής και του κοινού προγράμματος. Ο ανεξάρτητος ρόλος του προλεταριάτου στην ταξική πάλη, και η ηγεμονία του, είχαν την ισχύ αξιωμάτων. Ούτε υπήρχε στο μαρξισμό του Λένιν θέση για ένα καθεστώς μεταβατικό ανάμεσα στη διχτατορία της μπουρζουαζίας και στη διχτατορία του προλεταριάτου. Η κρατική εξουσία, πίστευε, είταν το βασικό ζήτημα σε κάθε επανάσταση. Ένα «συνδυασμένο» είδος κράτους, όπου τα Σοβιέτ θα αντιπροσωπεύουν το προλεταριάτο και η Συνταχτική Συνέλευση την αστική εξουσία, είταν για τον Λένιν μια απλή αποκήρυξη του μαρξισμού και του σοσιαλισμού.

Όπως με το κινέζικο «μπλοκ των τεσσάρων τάξεων» άλλοτε, υποστηρίζουν το Λαϊκό Μέτωπο στη βάση του ότι αντιπροσωπεύει μια συμμαχία ανάμεσα στο προλεταριάτο και τους μικροαστούς ή τους αγρότες. Στην πραγματικότητα, η μπουρζουαζία ανέχεται, ωστόσο, το Λαϊκό Μέτωπο, γιατί συνδέει το προλεταριάτο με το στάτους κβο της καπιταλιστικής δημοκρατίας. Το Λαϊκό Μέτωπο υποστηρίζει τον αστικό νόμο και την τάξη. Διατάζει την κινητοποίηση της αστυνομίας ενάντια στην κατάληψη της γης από τους αγρότες και την κατάληψη των εργοστασίων από τους εργάτες. Ψηφίζει τις στρατιωτικές δαπάνες. Η συμμαχία με τις μεσαίες τάξεις δεν γίνεται διαμέσου των αντιπροσώπων των μικροαστικών κομμάτων που εξαρτώνται από το χρηματιστικό κεφάλαιο –τους Αθάνια, τους Νταλαντιέ και τους Εριό. Κάτω από τα σφυροκοπήματα της καπιταλιστικής κρίσης, η προηγούμενη πίστη των μικροαστών στο ρεφορμισμό παραμερίζει μπροστά στο αίτημα για σαρωτικές και ριζικές λύσεις. Αν το προλεταριάτο παρουσιάσει ένα επαναστατικό πρόγραμμα και δείξει την ικανότητα του για ηγεσία, θα κερδίσει τις μεσαίες τάξεις. Αν το προλεταριάτο αποτύχει, θα θριαμβεύσει η δημαγωγία του φασισμού. Η πάλη ενάντια στο φασισμό δεν πρόκειται να κερδηθεί με την υπεράσπιση του διεφθαρμένου και χρεοκοπημένου καθεστώτος της αστικής δημοκρατίας. Η λυδία λίθος της επαναστατικής στρατηγικής σήμερα είναι η Ισπανία. Εδώ έχουμε μια χώρα που παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με τα κύρια χαραχτηριστικά της ρώσικης επανάστασης –μια καθυστερημένη μπουρζουαζία δεμένη με τη φεουδαρχική εκμετάλλευση της γης, μια καταπιεσμένη αγροτιά πολύ άμορφη η ίδια για να αναλάβει την εθνική ηγεσία, ένα δραστήριο προλεταριάτο με ασύγκριτο θάρρος και αυτοθυσία. Ούτε οι Αθάνια ούτε οι Καμπανίς έχουν δόσει την παραμικρή ένδειξη ότι μπορούν να εκπληρώσουν τα δημοκρατικά καθήκοντα της επανάστασης καλύτερα από τον Κερένσκι. Αλλά η σταλινική γραφειοκρατία έχει αποφανθεί ότι το ζήτημα στην Ισπανία είναι «η δημοκρατία ενάντια στο φασισμό» και με λόγια και έργα οι Πασιονάριες και οι άλλοι κάνουν ότι μπορούν για να πνίξουν την προλεταριακή επανάσταση.

Μερικοί θα θεωρήσουν ίσως Τα Μαθήματα του Οχτώβρη πολύ σημαντικά για την Ευρώπη, αλλά κάπως απομακρυσμένα από τα προβλήματα του αμερικανού εργάτη. Αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να κάνει κανείς. Στην κοινωνική δομή των ΕΠΑ έχουν ήδη γίνει βασικές αλλαγές. Η κρίση της δεκαετίας του ’30 έφερε τον αμερικανικό καπιταλισμό στο χείλος της κατάρρευσης. Το ηθικό της άρχουσας τάξης κλονίστηκε φοβερά. Αν σαν αποτέλεσμα είχαμε μόνο το Νιου Ντιλ κι όχι τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση, αυτό έγινε γιατί δεν υπήρχε ένα κόμμα του προλεταριάτου στο προσκήνιο, αρκετά ριζωμένο στις μάζες ώστε να αναλάβει την επαναστατική ηγεσία. Αν λάβουμε υπόψη μας τους βασικούς περιορισμούς του Νιου Ντιλ, η υποτροπή της κρίσης είναι αναπόφευχτη. Αν η σοσιαλιστική πρωτοπορία της αμερικάνικης εργατικής τάξης δεν το δει αυτό καθαρά και δεν πάρει τα απαιτούμενα μέτρα, η ιστορία δεν θα τη μεταχειριστεί με μεγαλύτερη ευγένεια απ’ ότι το γερμανικό ή το αυστριακό προλεταριάτο. Η εποχή μας είναι εποχή της συγκεντροποιημένης ταξικής πάλης. Η μια χώρα μετά την άλλη παρασύρεται στη δίνη της κοινωνικής αναταραχής. Η γερμανική επανάσταση του 1918 ακολουθήθηκε από την ουγγρική επανάσταση του 1919. Οι ιταλοί εργάτες κατάλαβαν τα μεταλλουργικά εργοστάσια το 1920. Ακολουθεί η γερμανική κρίση του 1923 και η βρετανική Γενική Απεργία του 1926. Η Βιέννη φουντώνει το 1927. Η Κινέζικη Επανάσταση το 1925-1927. Το 1933 έχουμε τη γερμανική καταστροφή. Τα αυστριακά οδοφράγματα. Η γαλλική Γενική Απεργία έρχεται το Ι934 και η κατάληψη των εργοστασίων το 1936. Ο εμφύλιος πόλεμος αγκαλιάζει σήμερα την Ισπανία. Αύριο μπορεί να είναι η σειρά των ΕΠΑ. Για να αποφύγει την ήττα, το προλεταριάτο πρέπει να προετοιμαστεί. Οι Φαβιανοί και οι Εργατικοί πολιτικοί που θεωρούν το σοσιαλισμό σαν ένα παιχνίδι για το 51% των ψήφων, δεν το καταλαβαίνουν αυτό –αλλά η κατάχτηση της εξουσίας είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από την υποστήριξη ενός νέου νομοσχεδίου. Η τιμωρία για την πολιτική νωθρότητα στις μέρες μας έρχεται γρήγορα και είναι τρομερή. Το προλεταριάτο δεν μπορεί, όπως η βρετανική αυτοκρατορία, να ξεγλιστρήσει. Δεν είναι αναγκαίο να πιστεύει κανείς ότι η μπολσεβίκικη οργάνωση είταν ένας καλοκουρντισμένος μηχανισμός –απόλυτη ενσάρκωση των 50 παραγράφων της Κόμιντερν για το χτίσιμο του κόμματος. Ενσωμάτωνε, ωστόσο, πείρα, πρωτοβουλία, αυτοθυσία. Είταν η πίεση των οργανωμένων εργατών-μπολσεβίκων που έκανε δυνατή τη νίκη του Λένιν στην Κεντρική Επιτροπή. Το συμπέρασμα είναι αναπόφευχτο. Χωρίς ένα επαναστατικό κόμμα, εκπαιδευμένο στη μέθοδο του μαρξισμού, το αυθόρμητο μαζικό κίνημα παραμένει τυφλό.

Με το θέμα της εξουσίας ασχολήθηκαν τελευταία και συγγραφείς της σχολής του κ. Τζον Στρέιτσι. Αλλά η προσέγγιση τους είναι σε κραυγαλέα αντίθεση με Τα Μαθήματα του Οχτώβρη. Ο Τρότσκι πιστεύει ότι το προλεταριάτο πρέπει να φυλάγεται όχι μόνο από το σοσιαλδημοκρατικό ρεφορμισμό, μα και από την καταστροφική πολιτική της σταλινικής Κόμιντερν. Στην «Επερχόμενη Πάλη για Εξουσία», ο κ. Στρέιτσι υποβάλλει τη Σοσιαλδημοκρατία σε εξουθενωτική κριτική, αλλά, με μεγάλο τακτ κι ακόμα με θαυματουργό τρόπο πετυχαίνει να γράψει ένα κεφάλαιο για τη «Φύση του Κομμουνισμού», χωρίς καμιά σοβαρή αναφορά στην πραγματική ιστορία της Κόμιντερν. Σ’ αυτό συναγωνίζεται έναν άλλο ειδικό στο πρόβλημα της εξουσίας, τον συμπατριώτη του κ. Παλμ Ντατ, που στιγματίζει κάθε μήνα τα εγκλήματα του Εργατικού Κόμματος και της Δεύτερης Διεθνούς, αφήνοντας τους αναγνώστες του με τη σαφή εντύπωση ότι μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι αιώνια μεγαλοπρεπές, αληθινό και ωραίο. Ο Τρότσκι απορρίπτει την πολιτική, αυτή υπεροψία σαν μια πολύ κακή υπηρεσία στην υπόθεση της επανάστασης. Γι’ αυτό το λόγο είναι πάλι σήμερα στη μειοψηφία, και, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, αναγκασμένος να βρει άσυλο στο Μεξικό. Υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι επειδή ο Στάλιν έχει τη δύναμη να τον καταδιώκει, ο Τρότσκι πρέπει να έχει άδικο. Σ’ αυτούς, έδοσε κάποτε την απάντηση ο Λένιν:

«Δεν είμαστε τσαρλατάνοι... Πρέπει να βασιζόμαστε στη συνείδηση των μαζών. Ακόμα κι αν είναι αναγκαίο να μείνουμε στη μειοψηφία, θα το κάνουμε. Δεν πρέπει να φοβόμαστε νά ’μαστε στη μειοψηφία. Θα συνεχίσουμε την κριτική μας για να απελευθερώσουμε τις μάζες από την απάτη... Η γραμμή μας θα αποδειχτεί σωστή... Όλοι οι καταπιεζόμενοι θα ’ρθούν σε μας. Δεν έχουν άλλη διέξοδο...».

Μορίς Σπεκτόρ               

Ν. Υόρκη, 11 του Γενάρη 1937


Μέρος Πρώτο

Πρέπει να Μελετήσουμε την Οκτωβριανή Επανάσταση

Με την Οχτωβριανή Επανάσταση σημειώσαμε μια μεγάλη επιτυχία, η Οχτωβριανή Επανάσταση, όμως, δεν είχε την ίδια επιτυχία στον Τύπο μας. Μέχρι σήμερα δεν έχουμε ούτε ένα έργο που να δίνει μια γενική εικόνα της Οχτωβριανής Επανάστασης και να επισημαίνει τις σπουδαιότερες στιγμές της από πολιτική και οργανωτική άποψη. Κι όχι μόνο αυτό: το υλικό που χαραχτηρίζει τις διάφορες πλευρές της προετοιμασίας της επανάστασης ή την ίδια την επανάσταση δεν έχει ακόμα εκδοθεί. Δημοσιεύουμε πολλά ντοκουμέντα και υλικό πάνω στην ιστορία της επανάστασης και του Κόμματος πριν και μετά τον Οχτώβρη. Δίνουμε όμως πολύ λιγότερη προσοχή στον ίδιο τον Οχτώβρη[1]. Έχοντας ολοκληρώσει την επανάσταση, φαίνεται να έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δε θα χρειαστεί ποτέ πια να την επαναλάβουμε. Από τη μελέτη του Οχτώβρη, από τις συνθήκες της άμεσης προετοιμασίας του, φαίνεται να μην περιμένουμε κανένα άμεσο όφελος για τα επείγοντα καθήκοντα της παραπέρα οργάνωσης.

Μια τέτια, ωστόσο, προσέγγιση, ακόμα κι αν, ως ένα βαθμό, είναι ασυνείδητη, είναι βαθιά λαθεμένη και επιπλέον έχει ένα ορισμένο χαραχτήρα εθνικής στενοκεφαλιάς. Δεν θα χρειαστεί να ξανακάνουμε την Οχτωβριανή Επανάσταση, αυτό, όμως, δε σημαίνει καθόλου ότι δεν έχουμε να διδαχθούμε από την εμπειρία της. Είμαστε τμήμα της Διεθνούς και το προλεταριάτο των άλλων χωρών έχει να λύσει το πρόβλημα του δικού του Οχτώβρη που αναπόφευχτα πλησιάζει. Και στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου, είχαμε αρκετά πειστικές αποδείξεις ότι τα πιο προχωρημένα Κομμουνιστικά Κόμματα της Δύσης όχι μόνο δεν έχουν αφομοιώσει τη δική μας εμπειρία, αλλά και την αγνοούν ακόμα κι από την άποψη των γεγονότων.

Θα μπορούσε, βέβαια, να παρατηρήσει κανείς ότι είναι αδύνατο να μελετηθεί ο Οχτώβρης κι ακόμα να εκδοθεί το υλικό που άφορα τον Οχτώβρη χωρίς να ξανατεθούν επί τάπητος οι παλιές διαφωνίες. Αλλά ένας τέτιος τρόπος προσέγγισης του ζητήματος θα είταν παραπάνω από άθλιος. Οι διαφωνίες του 1917 είταν προφανώς πολύ βαθιές και με κανένα τρόπο τυχαίες. Αλλά θα είταν το λιγότερο μικροπρέπεια να προσπαθήσουμε τώρα να κάνουμε αυτές τις διαφορές ένα όπλο στην πάλη ενάντια σε κείνους που έκαναν τότε λάθος. Θα είταν, όμως, ακόμα πιο απαράδεχτο, ξεκινώντας από προσωπικούς υπολογισμούς, να αποσιωπήσουμε τα κεφαλαιώδη προβλήματα της Επανάστασης του Οχτώβρη, που έχουν μια διεθνή σπουδαιότητα.

Τον περασμένο χρόνο υποστήκαμε δυο σκληρές ήττες στη Βουλγαρία: αρχικά το ΚΚΒουλγαρίας[2], στη βάση φαταλιστικών δογματικών αντιλήψεων, άφησε να περάσει μια εξαιρετικά ευνοϊκή στιγμή για επαναστατική δράση (το ξεσήκωμα των χωρικών μετά το πραξηκόπημα του Τσανκόφ, τον Ιούνη). Στη συνέχεια, πασχίζοντας να επανορθώσει το λάθος του, ρίχτηκε στην εξέγερση του Σεπτέμβρη χωρίς να έχει προετοιμάσει τους αναγκαίους πολιτικούς και οργανωτικούς όρους. Η βουλγάρικη επανάσταση έπρεπε να είναι ο πρόλογος της γερμανικής επανάστασης. Όμως, ο ελεεινός αυτός πρόλογος είχε, δυστυχώς, μια συνέχεια ακόμα πιο ελεεινή στην ίδια τη Γερμανία. Το δεύτερο εξάμηνο του περασμένου χρόνου, παρακολουθήσαμε σ’ αυτή τη χώρα μια κλασική επίδειξη του τρόπου με τον οποίο μπορεί κανείς να αφήσει να περάσει μια εξαιρετική επαναστατική κατάσταση παγκόσμιας ιστορικής σημασίας[3]. Η βουλγάρικη και η γερμανική εμπειρία δεν έγινε, επίσης, το αντικείμενο μιας αρκετά ολοκληρωμένης και συγκεκριμένης μελέτης. Ο συγγραφέας αυτών των γραμμών έχει δόσει το σχεδιάγραμμα της ανάπτυξης των γεγονότων του περασμένου χρόνου στη Γερμανία (δες τα κεφάλαια: «Σε μια Καμπή» και «Το Στάδιο που Διανύουμε», στη μπροσούρα Ανατολή και Δύση). Ό,τι έγινε από κει και υστέρα έχει επιβεβαιώσει πέρα για πέρα αυτό το σχεδιάγραμμα. Κανείς δεν προσπάθησε να δόσει μια άλλη εξήγηση. Αλλά ένα σχεδιάγραμμα δεν είναι αρκετό. Χρειαζόμαστε μια ολοκληρωμένη εικόνα, με όλα τα στοιχεία της εξέλιξης των γεγονότων του περασμένου χρόνου στη Γερμανία –μια εικόνα που να φωτίζει τις αιτίες της φοβερής αυτής ιστορικής ήττας.

Είναι δύσκολο, ωστόσο, να μιλήσουμε για μια ανάλυση των γεγονότων της Βουλγαρίας και της Γερμανίας, όταν δεν έχουμε ακόμα δόσει έναν πίνακα της πολιτικής και ταχτικής της επανάστασης του Οχτώβρη. Δεν έχουμε ακόμα αναλύσει αυτό ακριβώς που κάναμε και πώς το κάναμε. Μετά τον Οχτώβρη, στον πυρετό της νίκης φαινόταν, ότι τα γεγονότα στην Ευρώπη θα εξελίσσονταν από μόνα τους και με τέτια ταχύτητα που δεν θα μας άφηναν καν το χρόνο να αφομοιώσουμε θεωρητικά τα μαθήματα του Οχτώβρη. Αλλά τα γεγονότα απόδειξαν ότι χωρίς ένα κόμμα ικανό να καθοδηγήσει την προλεταριακή επανάσταση, η ίδια η επανάσταση γίνεται αδύνατη. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να καταχτήσει την εξουσία με μια αυθόρμητη εξέγερση: ακόμα και σε μια χώρα πολύ αναπτυγμένη βιομηχανικά και με υψηλή κουλτούρα, όπως είναι η Γερμανία, η αυθόρμητη εξέγερση των εργαζομένων (το Νοέμβρη του 1918) το μόνο που μπόρεσε είταν να ξαναδόσει την εξουσία στα χέρια της μπουρζουαζίας. Μια κυρίαρχη τάξη είναι ικανή να καταχτήσει την εξουσία, αρπάζοντας την από μια άλλη κυρίαρχη τάξη, στηριγμένη στα πλούτη της, στην «κουλτούρα» της και στις αναρίθμητες σχέσεις της με τον παλιό κρατικό μηχανισμό. Αλλά, για το προλεταριάτο, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να υποκαταστήσει το Κόμμα του. Από τα μέσα του 1921[4] αρχίζει πραγματικά η περίοδος της στροφής προς τα έξω για το χτίσιμο των Κομμουνιστικών Κομμάτων (με τα συνθήματα: «πάλη για τις μάζες», «ενιαίο μέτωπο», κλπ.). Τα καθήκοντα του Οχτώβρη υποχωρούν σε δεύτερο πλάνο και, ταυτόχρονα, μπήκε στην άκρη η μελέτη του Οχτώβρη. Ο περασμένος χρόνος μας έφερε πάλι μπροστά στα καθήκοντα της προλεταριακής επανάστασης. Είναι καιρός να συγκεντρώσουμε όλα τα ντοκουμέντα, να εκδόσουμε όλο το υλικό και να προχωρήσουμε στη μελέτη τους.

Ξέρουμε, βέβαια, ότι κάθε λαός, κάθε τάξη, κι ακόμα κάθε κόμμα, εκπαιδεύονται κυρίως στη βάση της δικής τους εμπειρίας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η πείρα των άλλων χωρών, των άλλων τάξεων και κομμάτων είναι μικρότερης σημασίας. Δίχως τη μελέτη της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, της Επανάστασης του 1848 και της Κομμούνας του Παρισιού, δεν θα είχαμε ποτέ πραγματοποιήσει την Οχτωβριανή Επανάσταση, ακόμα και με την πείρα του 1905[5] Στην πραγματικότητα, περάσαμε μέσα από την «εθνική» αυτή εμπειρία βασισμένοι πάνω στα μαθήματα των προηγούμενων επαναστάσεων, επεχτείνοντας την ιστορική τους γραμμή. Στη συνέχεια, ολόκληρη η περίοδος της αντεπανάστασης αφιερώθηκε στη μελέτη των μαθημάτων που έπρεπε να βγουν και των αφαιρέσεων που έπρεπε να γίνουν από το 1905, Αλλά, για τη μελέτη της νικηφόρας επανάστασης του 1917 δεν συμπληρώσαμε ούτε το ένα δέκατο της δουλιάς που κάναμε για την επανάσταση του 1905. Βέβαια, δεν ζούμε σε μια περίοδο αντίδρασης, ούτε είμαστε στην εξορία. Αντίθετα, οι δυνάμεις και τα μέσα που διαθέτουμε τώρα δεν συγκρίνονται ούτε κατά διάνοια με αυτά που είχαμε τα μίζερα εκείνα χρόνια. Παντού όπου χρειάζεται πρέπει να τεθεί απλά και καθαρά στην ημερήσια διάταξη το καθήκον της μελέτης της Οχτωβριανής Επανάστασης, τόσο μέσα στο Κόμμα όσο και σ’ ολόκληρη τη Διεθνή. Είναι απαραίτητο για ολόκληρο το Κόμμα, και ιδιαίτερα για τη νέα γενιά, να μελετήσει και να αφομοιώσει βήμα το βήμα, την πείρα του Οχτώβρη που μας πρόσφερε μια υπέρτατη, αναμφισβήτητη και αμετάκλητη επαλήθευση του παρελθόντος μας και μας άνοιξε διάπλατα την πόρτα του μέλλοντος. Τα μαθήματα της γερμανικής επανάστασης του περασμένου χρόνου, είναι όχι μόνο μια σοβαρή υπενθύμιση, μα και μια απειλητική προειδοποίηση.

Θα μπορούσε να πει κανείς, και είναι αλήθεια, ότι και η πιο βαθιά γνώση της εξέλιξης της Επανάστασης του Οχτώβρη δε θα είταν μια εγγύηση για τη νίκη του γερμανικού μας Κόμματος. Μα αυτό το είδος του χοντροκομμένου και ουσιαστικά άξεστου ορθολογισμού δεν οδηγεί πουθενά. Είναι βέβαιο ότι μια απλή μελέτη της Οχτωβριανής Επανάστασης δεν είναι αρκετή για να εξασφαλίσει τη νίκη στις άλλες χώρες. Μπορεί, όμως, να έχουμε καταστάσεις όπου να έχουν συσσωρευτεί όλοι οι όροι για την επανάσταση και να λείπει μια διορατική και αποφασισμένη ηγεσία, ένα κόμμα, βασισμένο πάνω στην κατανόηση των νόμων και των μεθόδων της επανάστασης. Τέτια ακριβώς είταν η κατάσταση τον περασμένο χρόνο στη Γερμανία. Αυτό μπορεί να επαναληφθεί και σ’ άλλες χώρες. Αλλά, για τη μελέτη των νόμων και των μεθόδων της προλεταριακής επανάστασης, δεν υπάρχει, μέχρι σήμερα, πιο σοβαρή και πιο πλούσια πηγή από τη δική μας εμπειρία του Οχτώβρη. Οι ηγέτες των ευρωπαϊκών Κομμουνιστικών Κομμάτων που δεν θα κατορθώσουν να αφομοιώσουν την ιστορία της Οχτωβριανής Επανάστασης διαμέσου μιας κριτικής και πολύ λεπτομερειακής μελέτης, θα μοιάζανε με ένα στρατηγό που, προετοιμαζόμενος για νέους πολέμους κάτω από σύγχρονες συνθήκες, δεν θα κατόρθωνε να μελετήσει τη στρατηγική, την ταχτική και την τεχνική πείρα του τελευταίου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Ένας τέτιος στρατηγός θα οδηγούσε αναπόφευχτα το στρατό του στην ήττα.

Το κύριο όργανο της προλεταριακής επανάστασης είναι το κόμμα. Η πείρα μας ενός ολόκληρου χρόνου (Φλεβάρης 1917 – Φλεβάρης 1918) και οι συμπληρωματικές εμπειρίες της Φινλανδίας, της Ουγγαρίας, της Ιταλίας, της Βουλγαρίας και της Γερμανίας, μας επιτρέπουν να ανυψώσουμε σε αμετάβλητο σχεδόν νόμο το αναπόφευχτο μιας κρίσης μέσα στο κόμμα όταν αυτό περνάει από την προπαρασκευαστική επαναστατική δουλιά στην άμεση πάλη για την κατάχτηση της εξουσίας. Γενικά μιλώντας, οι κρίσεις μέσα στο Κόμμα ξεσπούν σε κάθε σημαντική στροφή του κόμματος, είτε σαν πρελούντιο αυτής της στροφής είτε σαν αποτέλεσμά της. Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι κάθε περίοδος ανάπτυξης του κόμματος έχει τα ειδικά χαραχτηριστικά της γνωρίσματα, και απαιτεί συγκεκριμένες μέθοδες και συνήθειες εργασίας. Μια στροφή στην ταχτική περιλαβαίνει ένα λίγο ή πολύ σημαντικό σπάσιμο απ’ αυτές τις συνήθειες και τις μέθοδες: σ’ αυτό βρίσκεται η πραγματική πηγή των συγκρούσεων και των κρίσεων.

«Συμβαίνει πολύ συχνά» –έγραφε ο Λένιν τον Ιούλη του 1917– «σε μια απότομη καμπή της ιστορίας, τα ίδια τα προχωρημένα κόμματα να μην μπορούν, για ένα χρονικό διάστημα λίγο ή πολύ μεγάλο, να συνηθίσουν με την καινούργια κατάσταση, επαναλαβαίνοντας τα ίδια συνθήματα που, ενώ χτες είταν σωστά, σήμερα έχουν χάσει κάθε νόημα, κι αυτό τόσο “ξαφνικά” όσο ξαφνική είταν η ιστορική καμπή», (Λένιν: «Άπαντα»[6], τόμ 14ος, σελ. 12).

Σ’ αυτό υπάρχει ο έξης κίνδυνος: εάν η στροφή είναι πολύ απότομη ή τελείως απροσδόκητη, και η προηγούμενη περίοδος έχει συσσωρεύσει πολλά αδρανή και συντηρητικά στοιχεία στα ηγετικά όργανα του κόμματος, τότε το κόμμα αποδείχνεται ανίκανο να δόσει ηγεσία την πιο κρίσιμη στιγμή, για την οποία προετοιμαζόταν δεκάδες χρόνια. Το κόμμα διαβρώνεται από την κρίση, το κίνημα ξεπερνάει το κόμμα και οδηγείται στην ήττα.

Ένα επαναστατικό κόμμα υπόκειται στην πίεση άλλων πολιτικών δυνάμεων. Σε κάθε στάδιο της ανάπτυξής του, το κόμμα επεξεργάζεται τις μέθοδές του για να αντεπιτεθεί και να αντισταθεί σ’ αυτές τις πιέσεις. Στις ταχτικές στροφές, που φέρνουν εσωτερικές ανασυντάξεις και προστριβές, η δύναμη αντίστασης του κόμματος εξασθενίζει. Από δω και η δυνατότητα που πάντα παρουσιάζεται, οι ομάδες μέσα στο κόμμα, που γεννιούνται από την ανάγκη μιας στροφής στην ταχτική, να προχωρήσουν πέρα από τις αρχικές τους διαφορές και να χρησιμέψουν σαν στήριγμα για διάφορες ταξικές τάσεις. Για να το πούμε πιο απλά: το κόμμα που δεν συμβαδίζει με τα ιστορικά καθήκοντα της τάξης του, γίνεται, ή διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει, ένα έμμεσο όργανο άλλων τάξεων.

Αν αυτά που είπαμε πιο πάνω είναι αληθινά για κάθε σημαντική στροφή στην ταχτική είναι ακόμα πιο αληθινά για τις μεγάλες στροφές στη στρατηγική. Λέγοντας ταχτική στην πολιτική εννοούμε, σε αναλογία με τη στρατιωτική επιστήμη, την τέχνη να διεξάγουμε μεμονωμένες επιχειρήσεις. Με τον όρο στρατηγική, εννοούμε την τέχνη της νίκης, δηλαδή της κατάληψης της εξουσίας. πριν από τον πόλεμο, συνήθως, δεν κάναμε αυτή τη διάκριση. Στην εποχή της Δεύτερης Διεθνούς αρκούμασταν στην αντίληψη της σοσιαλδημοκρατικής ταχτικής. Και αυτό δεν είταν τυχαίο. Η σοσιαλδημοκρατία εφάρμοζε κοινοβουλευτικές ταχτικές, συνδικαλιστικές ταχτικές, κοινοτικές ταχτικές, συνεργατικές ταχτικές, κλπ. Το ζήτημα του συνδυασμού όλων των δυνάμεων και όλων των μέσων –όλων των ειδών τα στρατεύματα– για να επιτευχθεί η νίκη ενάντια στον εχθρό, δεν έμπαινε στην εποχή της Δεύτερης Διεθνούς, γιατί αυτή η τελευταία δεν έθετε πραχτικά το καθήκον της πάλης για εξουσία. Μονάχα η επανάσταση του 1905 μετά από ένα μεγάλο διάλειμμα, έθεσε ξανά στην ημερήσια διάταξη τα ουσιώδη ζητήματα, τα στρατηγικά ζητήματα της προλεταριακής πάλης. Μ’ αυτό, εξασφάλισε τεράστια πλεονεχτήματα στους ρώσους σοσιαλδημοκράτες επαναστάτες, δηλαδή στους Μπολσεβίκους. Η μεγάλη εποχή της επαναστατικής στρατηγικής αρχίζει το 1917, πρώτα για τη Ρωσία και μετά για την υπόλοιπη Ευρώπη. Η στρατηγική, βέβαια, δεν είναι εμπόδιο για την ταχτική: τα ζητήματα του συνδικαλιστικού κινήματος, της κοινοβουλευτικής δραστηριότητας, κλπ., δεν εξαφανίζονται, αλλά αποχτούν τώρα μια καινούρια σημασία σαν μέθοδες υποταγμένες στη συνδυασμένη πάλη για εξουσία. Η ταχτική υποτάσσεται στη στρατηγική [7].

Αν οι στροφές στην ταχτική γεννούν συνήθως εσωτερικές προστριβές μέσα στο κόμμα, για ένα λόγο παραπάνω, οι στροφές στη στρατηγική πρέπει να προκαλούν πολύ βαθύτερες και οξύτερες αναστατώσεις. Και η πιο απότομη απ’ όλες τις στροφές είναι η στροφή του προλεταριακού κόμματος από την προπαρασκευαστική και προπαγανδιστική δουλιά, από την οργάνωση και την αγκιτάτσια στην άμεση πάλη για εξουσία, στην ένοπλη εξέγερση ενάντια στην μπουρζουαζία. Καθετί το αναποφάσιστο, το σκεπτικιστικό, το συμβιβαστικό, το συνθηκολόγο, μ’ άλλα λόγια, καθετί το μενσεβίκικο που υπάρχει μέσα στο κόμμα, εμφανίζεται στην επιφάνεια και αντιτίθεται στην εξέγερση, ψάχνει για θεωρητικές φόρμουλες για να δικαιολογήσει την αντίθεση του, και τις βρίσκει ολοέτοιμες στο οπλοστάσιο των χθεσινών οπορτουνιστών αντιπάλων. Θα έχουμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε αυτό το φαινόμενο αρκετές φορές στο μέλλον.

Η τελική επανεξέταση και εκλογή των κομματικών όπλων στις παραμονές της αποφασιστικής πάλης, έγινε στη διάρκεια του διαλείμματος, από το Φλεβάρη μέχρι τον Οχτώβρη, πάνω στη βάση της όσο το δυνατό πλατύτερης οργανωτικής δουλιάς και αγκιτάτσιας μέσα στις μάζες. Στη διάρκεια και μετά τον Οχτώβρη, τα όπλα αυτά δοκιμάστηκαν στη φωτιά κολοσσιαίων και ιστορικών δραστηριοτήτων. Το να επιχειρούμε αυτή τη στιγμή αρκετά χρόνια μετά τον Οχτώβρη, μια εκτίμηση των διαφορετικών απόψεων σ’ ότι άφορα την επανάσταση γενικά και τη ρωσική επανάσταση ιδιαίτερα, και με αυτόν τον τρόπο να περνάμε στα μουγκά την εμπειρία του 1917, είναι σαν να πέφτουμε στον πιο στείρο σχολαστικισμό. Αυτή δεν είναι βέβαια μαρξιστική πολιτική ανάλυση. Θά ’ταν σαν να φιλονικούσαμε γύρω από τα πλεονεχτήματα των διάφορων τρόπων κολύμβησης και την ίδια στιγμή να αρνούμαστε με πείσμα να κοιτάξουμε τους κολυμβητές που στο ποτάμι βάζουν σ’ εφαρμογή αυτά τα συστήματα. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος επαλήθευσης των απόψεων για την επανάσταση από την εφαρμογή τους στη διάρκεια της ίδιας της επανάστασης, όπως ακριβώς ο καλύτερος τρόπος κολύμβησης αποδείχνεται όταν ο κολυμβητής πηδάει στο νερό.

«Δημοκρατική Διχτατορία
του Προλεταριάτου και της Αγροτιάς»

Το Φλεβάρη και τον Οχτώβρη

Με την ανάπτυξη και την έκβαση της, η Οχτωβριανή Επανάσταση έδοσε ένα αμείλιχτο χτύπημα στη σχολαστικιστική παρωδία του μαρξισμού που είταν πλατιά διαδομένη ανάμεσα στους ρώσους σοσιαλδημοκράτες, αρχίζοντας από την Ομάδα για τη Χειραφέτηση της Εργασίας[8] και βρίσκοντας την πιο ολοκληρωμένη έκφραση της στους Μενσεβίκους. Η ουσία αυτού του ψευτο-μαρξισμού βρισκόταν στο ότι διαστρέβλωνε την υπό όρους και περιορισμένη αντίληψη του Μαρξ ότι: «οι πιο αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες δείχνουν στις λιγότερο αναπτυγμένες την εικόνα του μέλλοντος τους», σε έναν απόλυτο και (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του ίδιου του Μαρξ) υπεριστορικό νόμο, και μετά, στη βάση αυτού του νόμου, προσπαθούσε να στηρίξει την ταχτική του προλεταριακού κόμματος. Μια τέτια διατύπωσε απόκλειε φυσικά ακόμα και την αναφορά στην οποιαδήποτε πάλη του ρωσικού προλεταριάτου για την κατάληψη της εξουσίας μέχρι να υπάρξει ένα «προηγούμενο» στις πιο αναπτυγμένες χώρες. Δεν διαφωνούμε, βέβαια, στο ότι κάθε καθυστερημένη χώρα βρίσκει μερικά χαραχτηριστικά του δικού της μέλλοντος στην ιστορία των αναπτυγμένων χωρών, αλλά δεν μπορούμε να μιλάμε για μια επανάληψη της εξέλιξης στο σύνολο της. Αντίθετα, όσο η καπιταλιστική οικονομία έπαιρνε ένα παγκόσμιο χαραχτήρα, τόσο πιο εντυπωσιακά πρωτότυπη γινόταν η εξέλιξη των καθυστερημένων χωρών που αναγκαστικά έπρεπε να συνδυάζουν τα στοιχεία της καθυστέρησής τους με τις τελευταίες επιτεύξεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης[9]. Στον πρόλογό του για τον Πόλεμο των Χωρικών, ο Έγκελς γράφει:

«Σ’ ένα ορισμένο στάδιο, που δεν έρχεται αναγκαστικά την ίδια στιγμή παντού ή στο ίδιο επίπεδο ανάπτυξης, η αστική τάξη αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι οι προλετάριοι, συνταξιδιώτες της την έχουν ξεπεράσει».

Η πορεία της ιστορικής εξέλιξης υποχρέωσε τη ρωσική μπουρζουαζία να κάνει αυτή την παρατήρηση πολύ πιο πριν και πολύ πιο ολοκληρωμένα από τις αστικές τάξεις των άλλων χωρών. Ο Λένιν πριν από το 1905, έκφρασε τον ιδιόρρυθμο χαραχτήρα της ρωσικής επανάστασης με τη φόρμουλα: «Δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς»[10]. Από μόνη της, αυτή η φόρμουλα δεν μπορούσε, όπως το έδειξε η κατοπινή εξέλιξη, να έχει κάποια σημασία, παρά μόνο σαν στάδιο προς τη σοσιαλιστική διχτατορία του προλεταριάτου, που στηρίζεται πάνω στην αγροτιά. Η λενινιστική διατύπωση του προβλήματος, επαναστατική και δυναμική από κάθε άποψη, είταν πέρα για πέρα και ασυμφιλίωτα αντίθετη με το μενσεβίκικο σχήμα, που έλεγε ότι η Ρωσία μπορούσε να διεκδικήσει μόνο μια επανάληψη της ιστορίας των αναπτυγμένων εθνών, με την μπουρζουαζία στην εξουσία και τους σοσιαλδημοκράτες στην αντιπολίτευση. Ορισμένοι κύκλοι του Κόμματος μας, όμως, έριχναν την έμφαση σ’ ότι άφορα τη φόρμουλα του Λένιν, όχι στη διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, μα στο δημοκρατικό της χαραχτήρα, σ’ αντίθεση με το σοσιαλιστικό της χαραχτήρα. Κι αυτό, πρέπει να το ξαναπούμε, μπορούσε να σημαίνει ότι στη Ρωσία, μια καθυστερημένη χώρα, μόνο μια δημοκρατική επανάσταση είταν δυνατή. Η σοσιαλιστική επανάσταση έπρεπε να αρχίσει στη Δύση. Εμείς δεν μπορούσαμε να άγκαζαριστούμε στο δρόμο του σοσιαλισμού παρά πίσω από την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Αλλά μια τέτια διατύπωση γλιστρούσε αναπόφευχτα στο μενσεβικισμό, κι αυτό αποκαλύφθηκε πλήρως το 1917, όταν τα καθήκοντα της επανάστασης έμπαιναν μπροστά μας, όχι σαν πρόγνωση αλλά σαν αποφασιστική δράση.

Το νά ’χεις, κάτω από πραγματικά επαναστατικές συνθήκες, μια θέση υποστήριξης της δημοκρατίας, σπρωγμένη στη λογική της συνέπεια, σε αντιπαράθεση με το Σοσιαλισμό σαν «όχι ακόμα ώριμο», αυτό σήμαινε, στην πολιτική, μια μετάθεση από την προλεταριακή στη μικροαστική θέση. Σήμαινε το πέρασμα στη θέση της αριστερής πτέρυγας της εθνικής επανάστασης.

Η επανάσταση του Φλεβάρη, αν υπολογιστεί από μόνη της, είταν μια αστική επανάσταση. Αλλά σαν αστική επανάσταση ήρθε πολύ αργά, πράγμα που της αφαιρούσε κάθε σταθερότητα. Κομμένη στα δυο από τις αντιθέσεις που βρήκαν αμέσως την έκφρασή τους στη δυαδική εξουσία[11] έπρεπε ή να μεταβληθεί σε άμεσο πρόλογο της προλεταριακής επανάστασης –αυτό που στην πραγματικότητα έγινε– ή να ρίξει τη Ρωσία πίσω σε μια μισο-αποικιακή κατάσταση, κάτω από ένα είδος αστικού-ολιγαρχικού καθεστώτος. Κατά συνέπεια, η περίοδος που ακολούθησε τη Φεβρουαριανή έπανάσταση μπορούσε να αντιμετωπιστεί από δύο πλευρές: είτε σαν μια περίοδος, σταθεροποίησης, ανάπτυξης και ολοκλήρωσης της «δημοκρατικής», επανάστασης, είτε σαν μια περίοδος προετοιμασίας για την προλεταριακή επανάσταση. Η πρώτη άποψη δεν άνηκε μόνο στους Μενσεβίκους[12] και τους Σοσιαλ-Επαναστάτες[13] , αλλά και σ’ ένα ορισμένο τμήμα της ηγεσίας του Κόμματος μας. Με τη μόνη διαφορά, ότι οι τελευταίοι προσπαθούσαν πραγματικά να σπρώξουν τη δημοκρατική επανάσταση όσο το δυνατό πιο αριστερά. Αλλά η μέθοδος στην ουσία είταν μία και μόνη –να «ασκηθεί πίεση» στην κυρίαρχη μπουρζουαζία, μια «πίεση» έτσι υπολογισμένη ώστε να παραμείνει στα πλαίσια του αστικού-δημοκρατικού καθεστώτος. Αν είχε κυριαρχήσει αυτή η πολιτική, η εξέλιξη της επανάστασης θα είχε περάσει πάνω από το κεφάλι του Κόμματος μας, και τελικά, η εξέγερση των εργατών και αγροτών θα είχε γίνει χωρίς κομματική ηγεσία. Μ’ άλλα λόγια, θα είχαμε μια επανάληψη των Ιουλιανών σε μια γιγάντια κλίμακα, δηλαδή, αυτή τη φορά, όχι σαν ένα επεισόδιο αλλά σαν μια καταστροφή.

Είναι ολοφάνερο, ότι η άμεση συνέπεια μιας τέτιας καταστροφής θα είταν και η φυσική συντριβή του Κόμματος μας. Αυτό μας δίνει ένα μέτρο για να καταλάβουμε πόσο βαθιές είταν οι διαφορές.

Η επιρροή των Μενσεβίκων και των Σοσιαλ-Επαναστατών στην πρώτη περίοδο της επανάστασης, δεν είταν βέβαια τυχαία. Αντανακλούσε την επικράτηση των μικροαστικών μαζών –κυρίως των αγροτικών– μέσα στον πληθυσμό, και την ανωριμότητα της ίδιας της επανάστασης. Αυτή ακριβώς η ανωριμότητα, μέσα σε εκπληκτικά ευνοϊκές συνθήκες εξαιτίας του πολέμου, έβαλε στα χέρια των μικροαστών επαναστατών την ηγεσία, ή τουλάχιστον ένα ομοίωμα ηγεσίας, που σήμαινε ότι αυτοί είταν που υπεράσπιζαν τα ιστορικά δικαιώματα της μπουρζουαζίας για την εξουσία. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρωσική Επανάσταση δεν μπορούσε να είχε ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο κι όχι αυτόν που πήρε από τον Φλεβάρη μέχρι τον Οχτώβρη του 1917. Η πορεία σ’ αυτό το διάστημα δεν εξαρτήθηκε μόνο από τις ταξικές σχέσεις, αλλά κι από τις προσωρινές συνθήκες που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος. Εξαιτίας του πολέμου, η αγροτιά είταν οπλισμένη και οργανωμένη σ’ ένα στρατό πολλών εκατομμυρίων πριν μπορέσει το προλεταριάτο να οργανωθεί κάτω από τη δική του σημαία και να πάρει την ηγεσία των αγροτικών μαζών, οι μικροαστοί επαναστάτες βρήκαν ένα φυσικό στήριγμα στον αγροτικό στρατό που ξεσηκωνόταν ενάντια στον πόλεμο. Με όλο το βάρος του αμέτρητου αυτού στρατού, από τον οποίο τελικά εξαρτιόνταν τα πάντα, οι μικροαστοί επαναστάτες εξασκούσαν μια πίεση πάνω στους εργάτες και στην πρώτη περίοδο τούς είχαν πάρει μαζί τους. Τα γεγονότα πριν από τον πόλεμο δείχνουν ότι πάνω στις ίδιες ταξικές βάσεις η πορεία της επανάστασης μπορούσε να είταν διαφορετική. Τον Ιούλη του 1914, η Πετρούπολη συγκλονίστηκε από επαναστατικές απεργίες και τά πράγματα είχαν φτάσει σε τέτιο σημείο ώστε στους δρόμους γινόντουσαν ανοιχτές συγκρούσεις. Η ηγεσία αυτού του κινήματος είταν αναμφισβήτητα στα χεριά της παράνομης οργάνωσης και του νόμιμου Τύπου του Κόμματος μας. Ο μπολσεβικισμός αύξαινε την επιρροή του στη βάση μιας άμεσης πάλης ενάντια στο λικβινταρισμό και γενικά τά μικροαστικά κόμματα. Η ανάπτυξη του κινήματος θα σήμαινε, πάνω απ’ όλα, την ανάπτυξη του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Τα Σοβιέτ των Εργατών Αντιπροσώπων το 1914 –αν η εξέλιξη είχε φτάσει στο στάδιο των Σοβιέτ– θα είταν πιθανό μπολσεβίκικα από την αρχή. Το ξύπνημα των χωριών θα γινόταν κάτω από την άμεση ή έμμεση ηγεσία των Σοβιέτ των πόλεων, κάτω από την ηγεσία των Μπολσεβίκων. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι οι Σοσιαλ-Επαναστάτες θα εξαφανίζονταν ξαφνικά από τα χωριά. Όχι. Το πιθανότερο είναι ότι το πρώτο στάδιο της αγροτικής επανάστασης θα βρισκόταν κάτω από τη σημαία των Ναρόντνικων[14]. Αλλά η εξέλιξη των γεγονότων, έτσι όπως την παρουσιάσαμε, θα ανάγκαζε τους ίδιους τους Ναρόντνικους να προωθήσουν την αριστερή τους πτέρυγα, για να ζητήσουν μια συμμαχία με τα μπολσεβίκικα Σοβιέτ των πόλεων. Βέβαια, το άμεσο αποτέλεσμα μιας εξέγερσης θα εξαρτιόταν ακόμα και σε μια τέτια περίπτωση, την πρώτη περίοδο, από τη διάθεση και την καθοδήγηση του στρατού που είταν δεμένος με την αγροτιά. Είναι αδύνατο κι ακόμα επιπόλαιο το να προσπαθούμε τώρα να μαντέψουμε αν το κίνημα του 1914-1915 θα είχε οδηγήσει σε νίκη, αν το ξέσπασμα του πολέμου δεν έβαζε ένα καινούριο και γιγάντιο κρίκο στην αλυσίδα των εξελίξεων. Αλλά μπορούμε με αρκετή βεβαιότητα να πούμε ότι αν η εξέλιξη των γεγονότων του Ιούλη 1914 είχε οδηγήσει σε μια νικηφόρα-επανάσταση, η ανατροπή της τσαρικής μοναρχίας θα σήμαινε, το πιθανότερο, την άμεση κατάληψη της εξουσίας από τα επαναστατικά εργατικά Σοβιέτ, που, μέσω των αριστερών Ναρόντνικων, θα είχαν φέρει (από την αρχή κιόλας) τις αγροτικές μάζες στην τροχιά τους.

Ο πόλεμος διέκοψε το αναπτυσσόμενο επαναστατικό κίνημα, πρώτα για να το καθυστερήσει αλλά για να το επιταχύνει ύστερα στο έπακρο. Ο πόλεμος, διαμέσου του αμέτρητου αυτού στρατού, δημιούργησε μια απόλυτα ευνοϊκή βάση, τόσο κοινωνικά όσο και οργανωτικά, για τα μικροαστικά κόμματα. Η ιδιομορφία της αγροτιάς βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι, παρά τον τεράστιο αριθμό της, είναι δύσκολο να την συμπτύξεις σε μια οργανωμένη βάση ακόμα κι όταν διέπεται από ένα επαναστατικό πνεύμα. Στηριγμένα στους ώμους μιας έτοιμης οργάνωσης, το στρατό, τα μικροαστικά κόμματα τρομοκράτησαν το προλεταριάτο και το σύγχυσαν με τον αμυνιτισμό[15]. Γι’ αυτό ο Λένιν επιτέθηκε κατευθείαν στο παλιό σύνθημα της «δημοκρατικής διχτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς», που κάτω από τις καινούρiες συνθήκες σήμαινε τη μετατροπή του μπολσεβίκικου Κόμματος σε αριστερή πτέρυγα του αμυνίτικου μπλοκ. Για τον Λένιν το κύριο καθήκον είταν να οδηγήσει την προλεταριακή πρωτοπορία έξω από το βάλτο του αμυνιτισμού. Μόνο μ’ αυτή την προϋπόθεση μπορούσε το προλεταριάτο στο επόμενο στάδιο να γίνει ο άξονας γύρω από τον οποίο θα συγκεντρώνονταν οι εργαζόμενες αγροτικές μάζες. Αλλά σ’ αυτή την περίπτωση, ποια θα είταν η θέση μας απέναντι στη δημοκρατική επανάσταση ή μάλλον στη δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς; Ο Λένιν είταν αδυσώπητος ανασκευάζοντας τους «παλιούς μπολσεβίκους» που «ήδη πολλές φορές, έλεγε, είχαν παίξει έναν αξιοθρήνητο ρόλο στην ιστορία του Κόμματος μας, επαναλαβαίνοντας άκριτα τις φόρμουλες που είχαν μάθει, αντί να μελετάνε τις ιδιομορφίες της καινούριας και ζωντανής πραγματικότητας». «Πρέπει να συμβαδίζουμε όχι με τις παλιές φόρμουλες, αλλά με τη νέα πραγματικότητα». «Ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ρωτούσε ο Λένιν, η παλιά μπολσεβίκικη φόρμουλα του συντρόφου Κάμενεφ ότι “η αστικοδημοκρατική επανάσταση δεν έχει ολοκληρωθεί”;». «Όχι, απαντούσε, δεν ανταποκρίνεται. Η φόρμουλα πάλιωσε. Δεν έχει αξία. Είναι νεκρή. Κάθε προσπάθεια να αναστηθεί θα αποδειχθεί μάταιη», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος 14ος, σελ. 28, 33).

Ο Λένιν, είναι αλήθεια, έλεγε καμιά φορά ότι τα Σοβιέτ των Εργατών, Στρατιωτών και Αγροτών Αντιπροσώπων στην πρώτη περίοδο της Φεβρουαριανής Επανάστασης υλοποίησαν ως ένα βαθμό, την επαναστατική δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Κι αυτό είταν αλήθεια στο ποσοστό που τα Σοβιέτ ενσάρκωναν την εξουσία γενικά. Αλλά, όπως ο Λένιν εξήγησε επανειλημμένα, τα Σοβιέτ της Φεβρουαριανής περιόδου ενσάρκωναν μόνο τη μισή εξουσία. Υποστήριζαν την εξουσία της αστικής τάξης, ενώ ασκούσαν μια μισο-αντιπολιτευτική «πίεση» πάνω της. Και είταν αυτή ακριβώς η ενδιάμεση θέση τους που δεν τους επέτρεψε να υπερβούν τα πλαίσια του δημοκρατικού συνασπισμού των εργατών, αγροτών και χωρικών. Αυτός ο συνασπισμός στο βαθμό που στηριζόταν όχι σε κανονικές κυβερνητικές σχέσεις, αλλά πάνω στην ένοπλη δύναμη και στην άμεση επαναστατική εποπτεία, έτεινε προς τη διχτατορία. Ωστόσο, είταν ακόμα μακριά, από την πραγματική δικτατορία. Η αστάθεια των συμφιλιωτικών Σοβιέτ βρισκόταν ακριβώς στη δημοκρατική αυτή αμορφία ενός συνασπισμού μισοεξουσίας των εργατών, αγροτών και στρατιωτών. Τα Σοβιέτ έπρεπε ή να εξαφανισθούν τελείως ή να πάρουν την πραγματική εξουσία στα χέρια τους. Δεν μπορούσαν, όμως, να πάρουν την εξουσία σαν ένας δημοκρατικός εργατοαγροτικός συνασπισμός όπου αντιπροσωπεύονταν όλα τα κόμματα. Μπορούσαν να την πάρουν μόνο σαν διχτατορία του προλεταριάτου κάτω από την ηγεσία ενός κόμματος που θα κέρδιζε μαζί του τις αγροτικές μάζες αρχίζοντας από τα μισοπρολεταριακά τους στρώματα. Με άλλα λόγια ο δημοκρατικός συνασπισμός των εργατών και αγροτών μπορούσε να σχηματιστεί σαν μια ανώριμη μορφή εξουσίας ανίκανης να καταλάβει την πραγματική εξουσία, και μπορούσε να σχηματισθεί μόνο σαν τάση κι όχι σαν ένα συγκεκριμένο γεγονός. Κάθε επόμενη κίνηση προς την κατάχτηση της εξουσίας έπρεπε αναπόφευχτα να συντρίψει το δημοκρατικό κάλυμμα, να φέρει την πλειοψηφία των αγροτών αντιμέτωπη με την ανάγκη να ακολουθήσουν τους εργάτες, να δόσει στο προλεταριάτο την ευκαιρία να πραγματοποιήσει μια ταξική διχτατορία, και, μ’ αυτό τον τρόπο, να θέσει στην ημερήσια διάταξη –μαζί με μια πλήρη και πέρα για πέρα ριζική δημοκρατικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων– μια ολοκάθαρη σοσιαλιστική εισβολή του εργατικού κράτους στη σφαίρα των καπιταλιστικών δικαιωμάτων ιδιοχτησίας. Κάτω από τέτιες συνθήκες, όποιος συνέχιζε να εξαρτιέται από το σύνθημα της «δημοκρατικής διχτατορίας» αρνιόταν στην πραγματικότητα την εξουσία, και οδηγούσε την επανάσταση σε αδιέξοδο.

Το βασικό ζήτημα που αμφισβητούσαν και που γύρω του στρέφονταν τα πάντα, είταν: θα έπρεπε ή όχι να παλέψουμε για την εξουσία; Θα έπρεπε ή όχι να καταλάβουμε την εξουσία; Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να δείξει ότι τότε δεν είχαμε να κάνουμε με μια απλή επεισοδιακή διαφωνία απόψεων αλλά με δύο τάσεις πρωταρχικής σημασίας. Η πρώτη και κύρια τάση είταν η προλεταριακή που οδηγούσε στο δρόμο της παγκόσμιας επανάστασης. Η άλλη είταν η «δημοκρατική», δηλαδή μια μικροαστική τάση, που οδηγούσε σε τελευταία ανάλυση, στην υποταγή της προλεταριακής πολιτικής στις απαιτήσεις της αστικής κοινωνίας μέσα από ένα ρεφορμιστικό προτσές. Αυτές οι δυο τάσεις βρέθηκαν σε βίαιη σύγκρουση σε κάθε ουσιαστικό ζήτημα που εμφανίστηκε μέσα στο 1917. Είναι ακριβώς η επαναστατική εποχή –δηλαδή η εποχή όπου το συσσωρευμένο κεφάλαιο του κόμματος μπαίνει σε άμεση κυκλοφορία– που πρέπει αναπόφευχτα να ανοίξει στη δράση και να αποκαλύψει τις παρεκκλίσεις αυτού του είδους. Οι δυο αυτές τάσεις σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, με περισσότερες ή λιγότερες αλλαγές, θα εκδηλωθούν περισσότερο από μια φορά στη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου σε κάθε χώρα. Αν με τον όρο Μπολσεβικισμό –κι εδώ τονίζουμε την ουσιαστική όψη του– εννοούμε μια τέτια προετοιμασία, ένα τέτια ατσάλωμα, μια τέτια οργάνωση της εργατικής πρωτοπορίας που να την κάνει ικανή να καταλάβει την εξουσία με το όπλο στο χέρι, κι αν με τον όρο Σοσιαλδημοκρατία καταλαβαίνουμε την παραδοχή μιας ρεφορμιστικής αντιπολιτευόμενης δραστηριότητας μέσα στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας και μια προσαρμογή στη νομιμότητα της –δηλαδή την πραγματική εκπαίδευση των μαζών στην ιδέα του απαραβίαστου του αστικού κράτους– τότε πράγματι, είναι απόλυτα καθαρό ότι ακόμα και μέσα στο ίδιο το Κομμουνιστικό Κόμμα, που δεν βγαίνει πάνοπλο από τη χοάνη της ιστορίας, η πάλη μεταξύ των σοσιαλδημοκρατικών τάσεων και του μπολσεβικισμού εμφανίζεται πιο καθαρά, πιο ανοιχτά, πιο απροκάλυπτα στη διάρκεια της άμεσης επαναστατικής περιόδου, όταν μπαίνει άμεσα το ζήτημα της εξουσίας.

* * *

Τό πρόβλημα της κατάληψης της εξουσίας τέθηκε στο Κόμμα μετά τις 4 του Απρίλη, δηλαδή μετά την άφιξη του Λένιν στην Πετρούπολη. Αλλά ακόμα και μετά απ’ αυτό, η πολιτική γραμμή του Κόμματος με κανένα τρόπο δεν πήρε ένα ενιαίο και αδιαίρετο χαραχτήρα, χωρίς κανείς να την αμφισβητεί. Παρά τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης του Απρίλη 1917[16], η αντιπολίτευση στην επαναστατική πορεία –άλλοτε καλυμμένη, άλλοτε ανοιχτή– διαπέρασε ολόκληρη την περίοδο της προετοιμασίας.

Η μελέτη της ροπής των διαφωνιών ανάμεσα στο Φλεβάρη και τη σταθεροποίηση της Οχτωβριανής Επανάστασης, δεν έχει μόνο ιδιαίτερη θεωρητική, αλλά και μεγάλη πραχτική σημασία. Ο Λένιν μίλησε, το 1910, για τις διαφωνίες του Δεύτερου Συνέδριου του Κόμματος, το 1903, αποκαλώντας τες «προβλεπτικές», δηλαδή προειδοποιητικές. Είναι πολύ σημαντικό να σκιαγραφήσουμε αυτές τις διαφωνίες σε μια μελέτη, αρχίζοντας από την πηγή τους, δηλαδή από το 1903, ή ακόμα από ένα προηγούμενο σημείο, ας πούμε, που αρχίζει με τον «Οικονομισμό»[17]. Αλλά μια τέτια μελέτη αποχτάει νόημα μόνο αν οδηγείται μέχρι τη λογική της συνέπεια κι αν καλύπτει την περίοδο όπου αυτές οι διαφωνίες υποβλήθηκαν σε μια αποφασιστική δοκιμασία, δηλαδή την Οχτωβριανή περίοδο.

Δεν μπορούμε, στα όρια αυτού του προλόγου, να ασχοληθούμε εξαντλητικά με όλα τα στάδια αυτής της πάλης. Αλλά το θεωρούμε αναγκαίο να κλείσουμε κάπως τό απαράδεχτο χάσμα που υπάρχει στη φιλολογία μας σ’ ότι αφορά την πιο σημαντική περίοδο εξέλιξης του Κόμματός μας.

Όπως ήδη έχουμε πει, οι διαφωνίες επικεντρώθηκαν γύρω από το ζήτημα της εξουσίας. Γενικά μιλώντας, αυτή είναι η λυδία λίθος που επιτρέπει να προσδιοριστεί ο χαραχτήρας του επαναστατικού (ή του αντεπαναστατικού) κόμματος.

Υπάρχει μια πολύ στενή σχέση ανάμεσα στο ζήτημα της εξουσίας και το ζήτημα του πολέμου που τέθηκε και αποφασίστηκε εκείνη την περίοδο. Προτείνουμε να μελετήσουμε τα δυο αυτά ζητήματα σε χρονολογική σειρά, παίρνοντας τα πιο χαραχτηριστικά ορόσημα: τη θέση του Κόμματος και του κομματικού Τύπου στην πρώτη περίοδο μετά την ανατροπή του τσαρισμού και πριν από την άφιξη του Λένιν. Την πάλη γύρω από τις Θέσεις του Λένιν. Τη Συνδιάσκεψη του Απρίλη. Τις συνέπειες των Ιουλιανών. Την περίοδο του Κορνίλοφ. Τη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη και τo Προ-Κοινοβούλιο. Το ζήτημα της ένοπλης εξέγερσης και της κατάληψης της εξουσίας (από το Σεπτέμβρη μέχρι τον Οχτώβρη). Και τό ζήτημα μιας «ομοιογενούς» Σοσιαλιστικής Κυβέρνησης.

Η μελέτη αυτών των διαφωνιών πιστεύουμε ότι θα μας βοηθήσει να βγάλουμε συμπεράσματα μεγάλης σπουδαιότητας και για τα άλλα κόμματα τής Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Η Πάλη Ενάντια στον Πόλεμο και ο Αμυνιτισμός

Η ανατροπή του τσαρισμού το Φλεβάρη του 1917 σημείωσε, βέβαια, ένα γιγάντιο άλμα προς τα μπρος. Αλλά αν πάρουμε το Φλεβάρη μόνο του, δηλαδή αν δεν τον θεωρήσουμε σαν ένα βήμα προς τον Οχτώβρη, τότε δεν σημαίνει τίποτε άλλο πέρα από το ότι η Ρωσία πλησίασε τον τύπο μιας αστικής δημοκρατίας, όπως, ας πούμε, της Γαλλίας. Τα μικροαστικά επαναστατικά κόμματα, όπως συνήθως, θεώρησαν ότι η επανάσταση του Φλεβάρη δεν είταν ούτε αστική ούτε ένα βήμα προς τη σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά ένα είδος αυτοσυντήρητης της «δημοκρατικής» οντότητας. Εκεί πάνω στήριξαν την ιδεολογία του επαναστατικού αμυνιτισμού. Υπεράσπιζαν, τάχα, όχι την κυριαρχία μιας τάξης, αλλά την «επανάσταση» και τη «δημοκρατία». Αλλά ακόμα και μέσα στο Κόμμα μας, η επαναστατική ώθηση του Φλεβάρη δημιούργησε στην αρχή μια φοβερή σύγχυση σ’ ότι αφορά τις πολιτικές προοπτικές. Συγκεκριμένα, η «Πράβντα»[18] είχε το Μάρτη μια θέση πολύ πιο κοντινή στον επαναστατικό αμυνιτισμό παρά στη θέση του Λένιν.

«Όταν ένας στρατός στέκεται αντιμέτωπος μ’ έναν άλλο στρατό», διαβάζουμε σ’ ένα από τα κύρια άρθρα της, «η πιο παράλογη πολιτική είναι να προτείνουμε ο ένας από τους δυο στρατούς να παρατήσει τα όπλα και να πάει στο σπίτι του. Μια τέτια πολιτική δεν είναι πολιτική ειρήνης αλλά μια δουλική πολιτική, μια πολιτική που απορρίπτεται περιφρονητικά από έναν ελεύθερο λαό. Όχι. Ο λαός θα παραμείνει ακλόνητος στις θέσεις του, απαντώντας στις σφαίρες με σφαίρες και στις οβίδες με οβίδες. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε καμιά αποδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων της επανάστασης», («Πράβντα» Νο 9, 15 του Μάρτη 1917, στο άρθρο «Όχι στη Μυστική Διπλωματία»).

Εδώ δεν υπάρχει ούτε καν αναφορά στις τάξεις, στους καταπιεζόμενους και στους καταπιεστές. Αντί γι’ αυτό, μιλάει για έναν «ελεύθερο λαό». Δεν υπάρχουν τάξεις που παλεύουν για την εξουσία αλλά ένας «ελεύθερος λαός», που «παραμένει ακλόνητος στις θέσεις του». Τόσο οι ιδέες όσο και η διατύπωση είναι διαποτισμένα από άκρη σ’ άκρη με αμυνιτισμό! Και παρακάτω στο ίδιο άρθρο:

«Το σύνθημα μας δεν είναι η άδεια κραυγή “Κάτω ο Πόλεμος”, που σημαίνει την αποδιοργάνωση του επαναστατικού στρατού και του στρατού που έχει γίνει ακόμα πιο επαναστατικός. Το σύνθημα μας είναι να εξασκήσουμε πίεση (!) ώστε να αναγκάσουμε την Προσωρινή Κυβέρνηση να κάνει, με επιτυχία, ανοιχτά και μπροστά στα μάτια της παγκόσμιας δημοκρατίας (!) μια προσπάθεια (!) να οδηγήσει (!) όλες τις εμπόλεμες χώρες να αρχίσουν άμεσα διαπραγματεύσεις για να σταματήσει ο παγκόσμιος πόλεμος. Μέχρι τότε ο καθένας (!) θα παραμείνει στο πόστο του (!)».

Το πρόγραμμα της εξάσκησης πίεσης σε μια ιμπεριαλιστική κυβέρνηση για να την «οδηγήσει» σε μια τέτια πρωτοβουλία, είταν το πρόγραμμα των Κάουτσκι και Λέντεμπουρ στη Γερμανία, του Ζαν Λονζέν στη Γαλλία, του Μακντόναλντ στην Αγγλία, αλλά ποτέ το πρόγραμμα του μπολσεβικισμού. Σαν συμπέρασμα, το άρθρο όχι μόνο στέλνει τους «θερμότερους χαιρετισμούς» του στο περίφημο Μανιφέστο του Σοβιέτ της Πετρούπολης που απευθυνόταν «Προς τους Λαούς του Κόσμου»[19] (ένα μανιφέστο που είταν διαβρωμένο από την αρχή μέχρι το τέλος από το πνεύμα του επαναστατικού αμυνιτισμού), αλλά και εκφράζει «με ευχαρίστηση» την αλληλεγγύη της Συνταχτικής Επιτροπής με τις αποφάσεις ανοιχτού αμυνιτισμού που υιοθετήθηκαν σε δυο συγκεντρώσεις στην Πετρούπολη. Μια από αυτές τις αποφάσεις έγραφε:

«Αν οι δημοκρατίες της Αυστρίας και της Γερμανίας δεν ενδιαφερθούν για τη φωνή μας» (δηλαδή τη «φωνή» της Προσωρινής Κυβέρνησης και του συμφιλιωτικού Σοβιέτ –Λ.Τ.), «τότε θα υπερασπιστούμε την πατρίδα μας μέχρι την τελευταία σταγόνα του αίματός μας», («Πράβντα», Νο 9, 15 του Μάρτη 1917).

Το πιο πάνω άρθρο δεν είναι μια εξαίρεση. Αντίθετα εκφράζει με ακρίβεια τη θέση της «Πράβντα» πριν να γυρίσει ο Λένιν στη Ρωσία. Έτσι, στο επόμενο τεύχος της εφημερίδας, στο άρθρο «Για τον Πόλεμο», παρόλο που περιέχει κάποια κριτική για το «Μανιφέστο Προς τους Λαούς του Κόσμου», διαβάζουμε το εξής:

«Είναι αδύνατο να μη χαιρετίσουμε τη χθεσινή διακήρυξη του Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Αντιπροσώπων της Πετρούπολης προς τους Λαούς του κόσμου, που τους καλεί να αναγκάσουν τις κυβερνήσεις τους να σταματήσουν τη σφαγή», («Πράβντα», Νο 10, 16 του Μάρτη 1917).

Και ποιος είναι ο δρόμος για το σταμάτημα του πολέμου; Το ίδιο άρθρο συνεχίζει:

«Η διέξοδος είναι η εξάσκηση πίεσης στην Προσωρινή Κυβέρνηση[20] με την απαίτηση να διακηρύξει ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να αρχίσει αμέσως διαπραγματεύσεις για την ειρήνη», (όπ.π.).

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πολλά παρόμοια αποσπάσματα με καλυμμένο χαραχτήρα αμυνιτισμού και συμφιλίωσης. Στη διάρκεια της ίδιας αυτής περιόδου, κι ακόμα βδομάδες νωρίτερα, ο Λένιν, που δεν είχε απελευθερωθεί από το κλουβί της Ζυρίχης, βροντοφώναζε στα άρθρα του, στα «Γράμματα από Μακριά»[21] (πολλά απ’ αυτά τα γράμματα δεν έφτασαν ποτέ στην «Πράβντα») ενάντια στον πιο μικρό υπαινιγμό, ενάντια σε κάθε υποχώρηση στον αμυνιτισμό και τη συμφιλίωση. Διακρίνοντας την εικόνα των επαναστατικών γεγονότων μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη των καπιταλιστικών ειδήσεων, έγραφε στις 8 του Μάρτη:

«Είναι απόλυτα ανεπίτρεπτο να κρύψουμε από τους εαυτούς μας κι από το λαό ότι αυτή η κυβέρνηση επιδιώκει τη συνέχιση του ιμπεριαλιστικού πολέμου και ότι είναι το πραχτορείο του αγγλικού καπιταλισμού που ζητάει την παλινόρθωση της μοναρχίας και την ενίσχυση της εξουσίας των γαιοχτημόνων και των καπιταλιστών<», («Προλετάρσκαγια Ρεβολούτσια», Νο 7 (30), σελ. 299).

Λίγο αργότερα, στις 12 του Μάρτη, έγραφε:

«Το να προτείνεις σ’ αυτή την κυβέρνηση να συνάψει ειρήνη, είναι σαν να κάνεις μάθημα ηθικής σ’ έναν ιδιοχτήτη μπορντέλου», (όπ.π., σελ. 243).

Όταν η «Πράβντα» πρότεινε να «εξασκηθεί πίεση» στην Προσωρινή Κυβέρνηση για να οδηγηθεί να επέμβει υπέρ της ειρήνης «μπροστά στα μάτια της παγκόσμιας δημοκρατίας», ο Λένιν έγραψε:

«Μια έκκληση στην κυβέρνηση Γκούτσοφ-Μιλιουκόφ για να συνάψει γρήγορα μια έντιμη, δημοκρατική και επωφελή ειρήνη, είναι ίδια με την έκκληση ενός καλού παπά στο χωριό προς τους γαιοχτήμονες και τους εμπόρους να διάγουν θεοσέβαστη ζωή, να αγαπάνε τον πλησίον τους όπως τον εαυτό τους και να γυρίζουν το δεξί μάγουλο όταν τους χαστουκίζουν από το αριστερό», (όπ.π., σελ. 244).

Στις 4 του Απρίλη, μια μέρα μετά την άφιξη του στην Πετρούπολη[22] , ο Λένιν εναντιώθηκε αποφασιστικά στη θέση της «Πράβντα» πάνω στο ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης. Έγραφε:

«Καμιά απολύτως υποστήριξη στην Προσωρινή Κυβέρνηση! Πρέπει να ξεσκεπάσουμε την απάτη όλων των υποσχέσεών της, ιδιαίτερα σ’ ότι αφορά την αποκήρυξη των προσαρτήσεων. Πρέπει να υπάρχει ένα ξεσκέπασμα κι όχι η απαράδεκτη αυτή “απαίτηση” –που μόνο αυταπάτες μπορεί να θρέψει– ότι αυτή η κυβέρνηση, μια καπιταλιστική κυβέρνηση, πρέπει να πάψει να είναι ιμπεριαλιστική», (Λένιν: «Άπαντα», τόμος 12ος, μέρος Ι, σελ. 18).

Είναι περιττό να πούμε ότι ο Λένιν χαραχτήρισε τη διακήρυξη των Συμφιλιωτών της 14 του Μάρτη, που με τόσα κομπλιμέντα είχε δεχθεί η «Πράβντα», «σκοτεινή» και «συγχυσμένη». Είναι πλήρης υποκρισία το να καλείς τους άλλους λαούς, να σπάσουν από τους τραπεζίτες τους και την ίδια στιγμή να σχηματίζεις κυβέρνηση συνασπισμού με τους τραπεζίτες της δικής σου χώρας.

«Αυτοί του “κέντρου” ορκίζονται» γράφει ο Λένιν σ’ ένα σχέδιο πλατφόρμας, «ότι είναι μαρξιστές και διεθνιστές, ότι είναι υπέρ της ειρήνης, και για κάθε είδους “πίεση” προς την κυβέρνηση, “απαιτώντας” με κάθε τρόπο η κυβέρνησή τους “να εκφράσει τη θέληση του λαού για ειρήνη”», (όπ.π., σελ. 52).

Θα μπορούσε όμως κανείς να φέρει μια αντίρρηση: το επαναστατικό κόμμα πρέπει να αρνείται να «εξασκεί πίεση» στην μπουρζουαζία και στην κυβέρνηση της; Όχι βέβαια. Η εξάσκηση πίεσης πάνω σε μια αστική κυβέρνηση είναι ο δρόμος για τη μεταρρύθμιση. Ένα επαναστατικό μαρξιστικό κόμμα δεν απορρίπτει τις μεταρρυθμίσεις. Αλλά ο δρόμος της μεταρρύθμισης εξυπηρετεί ένα χρήσιμο σκοπό σε δευτερεύοντα κι όχι ουσιαστικά ζητήματα. Η «πίεση» δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει την αστική τάξη να αλλάξει την πολιτική της σ’ ένα θέμα απ’ όπου εξαρτάται η τύχη της. Ο πόλεμος δημιούργησε μια επαναστατική κατάσταση ακριβώς γιατί δεν υπήρχε κανένα περιθώριο για ρεφορμιστική «πίεση». Η μόνη εκλογή για τις μάζες είταν ή να ακολουθήσουν μέχρι το τέλος την αστική τάξη ή να ξεσηκωθούν ενάντια της και να αρπάξουν την εξουσία από τα χέρια της. Στην πρώτη περίπτωση, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν μερικές υποχωρήσεις από την μπουρζουαζία σ’ ότι άφορα την εσωτερική πολιτική, με την προϋπόθεση της χωρίς όρους υποστήριξης της εξωτερικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής της. Γι’ αυτό το λόγο, ο σοσιαλ-ρεφορμισμός μεταμορφώθηκε ανοιχτά, με το ξέσπασμα του πολέμου σε σοσιαλ-ιμπεριαλισμό. Για τον ίδιο αυτό λόγο, τα πραγματικά επαναστατικά στοιχεία αναγκάστηκαν να αναλάβουν την πρωτοβουλία της δημιουργίας της νέας αυτής Διεθνούς.

Η θέση της «Πράβντα» δεν είταν προλεταριακή-επαναστατική, αλλά δημοκρατική-αμυνίτικη, ακόμα κι αν ταλαντευόταν στον αμυνιτισμό της. Είχαμε ανατρέψει τον τσαρισμό και θα έπρεπε τώρα να εξασκήσουμε πίεση στη δημοκρατική μας κυβέρνηση. Αυτή πρέπει να προτείνει, ειρήνη στους λαούς της γης. Αν η γερμανική Δημοκρατία αποδειχτεί ανίκανη να εξασκήσει επαρκή πίεση στην κυβέρνηση της, τότε θα υπερασπίσουμε την «πατρίδα» μας μέχρι την τελευταία σταγόνα του αίματος μας.

Η πραγματοποίηση της ειρήνης δεν έμπαινε σαν το ανεξάρτητο καθήκον της εργατικής τάξης που οι εργάτες καλούνταν να το εκπληρώσουν πάνω από το κεφάλι της Προσωρινής Κυβέρνησης, γιατί η κατάχτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο δεν έμπαινε σαν ένα πραχτικό επαναστατικό καθήκον. Αυτά όμως τα δυο καθήκοντα είναι άμεσα δεμένα.

Η Συνδιάσκεψη του Απρίλη

Ο λόγος που έβγαλε ο Λένιν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Φινλανδίας πάνω στο σοσιαλιστικό χαραχτήρα της ρωσικής επανάστασης, έπεσε σαν βόμβα για πολλούς ηγέτες του Κόμματος. Η πολεμική ανάμεσα στον Λένιν και τους υποστηριχτές της «ολοκλήρωσης της δημοκρατικής επανάστασης» άρχισε από την πρώτη κιόλας μέρα.

Η ένοπλη διαδήλωση του Απρίλη[23] όπου και ρίχτηκε το σύνθημα «Κάτω η Προσωρινή Κυβέρνηση!» στάθηκε η αφορμή για μια σκληρή σύγκρουση. Αυτό το επεισόδιο χρησιμοποιήθηκε σαν πρόφαση από τους αντιπρόσωπους της δεξιάς πτέρυγας για να κατηγορήσουν τον Λένιν για μπλανκισμό[24]. Η ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης, που τότε υποστηριζόταν από την πλειοψηφία των Σοβιέτ, θα μπορούσε, τάχα, να πραγματοποιηθεί μόνο παραγνωρίζοντας την πλειοψηφία των εργαζομένων. Από τυπική άποψη, μια τέτια κατηγορία μπορούσε να φαίνεται εμπεδωμένη, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπήρχε η παραμικρή σκιά μπλανκισμού στην πολιτική του Λένιν τον Απρίλη. Για τον Λένιν, όλο το ζήτημα εξαρτιόταν από το κατά πόσο τα Σοβιέτ εξακολουθούσαν να αντανακλούν τις πραγματικές διαθέσεις των μαζών, και αν το Κόμμα έκανε ή όχι λάθος καθορίζοντας τη στάση του σε σχέση με την πλειοψηφία των Σοβιέτ. Η διαδήλωση του Απρίλη που πήγε «πιο αριστερά» απ’ ότι περίμενε κανείς, είταν μια αναγνωριστική εξόρμηση για να δοκιμαστεί η διάθεση των μαζών και οι αμοιβαίες σχέσεις τους με την πλειοψηφία των Σοβιέτ. Η αναγνωριστική αυτή επιχείρηση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι είταν αναγκαία μια μακριά προπαρασκευαστική περίοδος. Και βλέπουμε ότι στις αρχές του Μάη, ο Λένιν επιτέθηκε βίαια στους ναύτες της Κρονστάνδης που είχαν προχωρήσει πολύ πιο πέρα και είχαν διακηρύξει την αντίθεσή τους ενάντια στην αναγνώριση της Προσωρινής Κυβέρνησης... Οι αντίπαλοι της πάλης για εξουσία προσέγγιζαν με τελείως διαφορετικό τρόπο το ζήτημα. Στη Συνδιάσκεψη του Απρίλη του Κόμματος, ο σύντροφος Κάμενεφ διατύπωσε την παρακάτω κατηγορία:

«Στο νούμερο 19 της “Πράβντα”, μερικοί σύντροφοι» (είναι ολοφάνερο ότι αναφέρεται στον Λένιν –Λ.Τ.) «πρότειναν για πρώτη φορά μια απόφαση πάνω στην ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης. Η απόφαση αυτή, που τυπώθηκε πριν από την τελευταία κρίση, απορρίφθηκε αργότερα επειδή θά ’φερνε την αποδιοργάνωση και χαραχτηρίστηκε σαν τυχοδιωχτική. Αυτό σημαίνει ότι οι σύντροφοι μας έμαθαν κάτι από την κρίση. Η απόφαση που προτείνεται τώρα» (δηλαδή η απόφαση που πρότεινε ο Λένιν στη Συνδιάσκεψη –Λ.Τ.) «επαναλαμβάνει αυτό το λάθος...».

Αυτός ο τρόπος διατύπωσης του ζητήματος είναι πάρα πολύ ενδεικτικός. Ο Λένιν, μετά την εμπειρία της αναγνωριστικής εξόρμησης, απόσυρε το σύνθημα της άμεσης ανατροπής της Προσωρινής Κυβέρνησης. Αλλά δεν το έκανε για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα –για τόσες βδομάδες ή μήνες– αλλά σε άμεση σχέση με την ταχύτητα που θα αναπτυσσόταν η αγανάχτηση των μαζών ενάντια στους συμφιλιωτές. Η αντιπολίτευση, αντίθετα, θεώρησε το ίδιο σύνθημα σαν ένα σοβαρό λάθος. Στην προσωρινή υποχώρηση του Λένιν δεν υπήρχε ο παραμικρός υπαινιγμός μιας αλλαγής στην πολιτική γραμμή. Ο Λένιν δεν ξεκινούσε από το γεγονός ότι η δημοκρατική επανάσταση δεν είχε ολοκληρωθεί. Βασιζόταν αποκλειστικά στην ιδέα ότι οι μάζες δεν είταν ικανές εκείνη τη στιγμή να ανατρέψουν την Προσωρινή Κυβέρνηση και γι’ αυτό θα έπρεπε να γίνει καθετί που είταν δυνατό για να γίνει ικανή η εργατική τάξη να ανατρέψει την Προσωρινή Κυβέρνηση το γρηγορότερο.

Η Συνδιάσκεψη του Απρίλη του Κόμματος είχε ολόκληρη αφιερωθεί στο εξής βασικό ζήτημα: προχωρούμε προς την κατάχτηση της εξουσίας στο όνομα της σοσιαλιστικής επανάστασης ή βοηθάμε (οποιονδήποτε και οτιδήποτε) για να ολοκληρωθεί η δημοκρατική επανάσταση; Δυστυχώς, τα πραχτικά της Συνδιάσκεψης του Απρίλη δεν έχουν ακόμα εκδοθεί, παρόλο που στην ιστορία του Κόμματος μας δεν υπάρχει άλλο Συνέδριο που να είχε τόση μεγάλη και τόση άμεση σημασία σ’ ότι άφορα την τύχη της επανάστασης όση η Συνδιάσκεψη του Απρίλη 1917.

Οι Θέσεις του Λένιν: Ασυμφιλίωτη πάλη ενάντια στον αμυνιτισμό και τους υποστηριχτές του. Κατάληψη της πλειοψηφίας στα Σοβιέτ. Ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης. Κατάληψη της εξουσίας διαμέσου των Σοβιέτ. Επαναστατική πολιτική για την ειρήνη. Πρόγραμμα Σοσιαλιστικής Επανάστασης στο εσωτερικό και Παγκόσμιας Επανάστασης στο εξωτερικό. Σ’ αντίθεση μ’ αυτές τις θέσεις, η αντιπολίτευση, όπως είδαμε, υποστήριζε ότι είταν απαραίτητο να ολοκληρώσουμε τη δημοκρατική επανάσταση εξασκώντας πίεση στην Προσωρινή Κυβέρνηση και μέσα σ’ αυτό το προτσές τα Σοβιέτ θα παράμεναν τα όργανα «ελέγχου» πάνω στην εξουσία της μπουρζουαζίας. Εδώ έχουμε μια άλλη και ασύγκριτα πιο συμφιλιωτική στάση στον αμυνιτισμό.

Ένας από τους αντίπαλους της θέσης του Λένιν διακήρυχνε στη Συνδιάσκεψη του Απρίλη:

«Μιλάμε για τα Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Αντιπροσώπων σαν να είταν τα οργανωτικά κέντρα των δικών μας δυνάμεων και της κρατικής εξουσίας... Το ίδιο το όνομα τους δείχνει ότι αποτελούν ένα μπλοκ μικροαστικών και προλεταριακών δυνάμεων που αντιμετωπίζουν ακόμα τα ανολοκλήρωτα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα. Αν η αστικοδημοκρατική επανάσταση είχε ολοκληρωθεί, αυτό το μπλοκ δεν θα υπήρχε... και το προλεταριάτο θα διεξήγαγε μια επαναστατική πάλη ενάντια στο μπλοκ... Κι ωστόσο, αναγνωρίζουμε τα Σοβιέτ σαν κέντρα για την οργάνωση των δυνάμεων. Κατά συνέπεια, η αστική επανάσταση δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, δεν έχει ακόμα επιβιώσει, και πιστεύω ότι όλοι πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, με την ολοκλήρωση αυτής της επανάστασης, η εξουσία θα περάσει στα χέρια του προλεταριάτου», (Από την ομιλία του συντρόφου Κάμενεφ).

Είναι ολοφάνερο ότι το επιχείρημα αυτό είναι πέρα για πέρα σχηματικό. Η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι «η ολοκλήρωση αυτής της επανάστασης» δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιηθεί χωρίς να αλλάξει χέρια η εξουσία. Ο παραπάνω ομιλητής αγνοεί τον ταξικό άξονα της επανάστασης. Δεν καθορίζει τα καθήκοντα του Κόμματος από τον πραγματικό συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων, αλλά από ένα τυπικό ορισμό της επανάστασης σαν αστικής ή αστικοδημοκρατικής. Πρέπει να συμμετάσχουμε σ’ ένα μπλοκ με τη μικροαστική τάξη και να ασκούμε έλεγχο πάνω στην αστική εξουσία μέχρι που να ολοκληρωθεί η αστική επανάσταση. Αυτό το σχήμα είναι καθαρά μενσεβίκικο. Καθορίζοντας μ’ ένα δογματικό τρόπο τα καθήκοντα της επανάστασης από την ονομασία της («αστική» επανάσταση) φτάνει αναγκαστικά στην πολιτική της άσκησης ελέγχου πάνω στην Προσωρινή Κυβέρνηση και στην απαίτηση η Προσωρινή Κυβέρνηση να προβάλει μια ειρηνευτική πολιτική χωρίς προσαρτήσεις, κ.τ.λ. Με την ολοκλήρωση της δημοκρατικής επανάστασης εννοούσε μια σειρά μεταρρυθμίσεις που θα πραγματοποιούνταν μέσα από τη Συνταχτική Συνέλευση[25]. Επιπλέον, το Μπολσεβίκικο Κόμμα θα αναλάβαινε το ρόλο της αριστερής πτέρυγας στη Συνταχτική Συνέλευση. Μια τέτια άποψη απογυμνώνει το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» από κάθε πραγματικό περιεχόμενο. Αυτό εκφράστηκε με τη μεγαλύτερη συνέπεια και ακρίβεια στη Συνδιάσκεψη του Απρίλη, από τον Νογκίν που ανήκε επίσης στην αντιπολίτευση.

«Στο προτσές της ανάπτυξης, οι πιο σημαντικές λειτουργίες των Σοβιέτ θα εξαφανισθούν. Μια ολόκληρη σειρά από διοικητικές λειτουργίες θα μεταφερθούν στους κοινοτικούς, νομαρχιακούς και άλλους οργανισμούς. Αν εξετάσουμε τη μελλοντική εξέλιξη της δομής του κράτους, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι πρέπει να συγκληθεί μια Συνταχτική Συνέλευση και μετά ένα Κοινοβούλιο... Έτσι, βλέπουμε ότι οι πιο σημαντικές λειτουργίες των Σοβιέτ θα σβήσουν βαθμιαία. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι τα Σοβιέτ θα σβήσουν στην καταισχύνη. Απλά θα μεταβιβάσουν τις λειτουργίες τους. Κάτω από αυτά ακριβώς τα Σοβιέτ δεν θα πραγματοποιηθεί η Κομμούνα–Δημοκρατία στη χώρα μας».

Τέλος, ένας τρίτος αντίπαλος ασχολήθηκε με το ίδιο ζήτημα από την άποψη ότι η Ρωσία δεν είταν έτοιμη για το σοσιαλισμό:

«Μπορούμε να υπολογίζουμε στην υποστήριξη των μαζών, αν ρίξουμε το σύνθημα της προλεταριακής επανάστασης; Η Ρωσία είναι η πιο μικροαστική χώρα της Ευρώπης. Το να υπολογίζουμε στη συμπάθεια των μαζών για μια σοσιαλιστική επανάσταση είναι αδύνατο. Και, κατά συνέπεια, όσο το Κόμμα θα επιμένει στην άποψη για μια σοσιαλιστική επανάσταση, τόσο ο ρόλος του θα περιορίζεται σ’ έναν προπαγανδιστικό κύκλο. Η παρόρμηση για τη σοσιαλιστική επανάσταση πρέπει να έρθει από τη Δύση».

Και συνεχίζει:

«Από πού θα ανατείλει ο ήλιος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης; Πιστεύω ότι, παίρνοντας υπόψη όλες τις προϋποθέσεις και το γενικό πολιτιστικό επίπεδο, δεν είμαστε εμείς που πρέπει να αρχίσουμε τη σοσιαλιστική επανάσταση. Μας λείπουν οι αναγκαίες δυνάμεις. Στη χώρα μας δεν υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Στη Δύση, όμως, το ζήτημα μπαίνει με τον ίδιο τρόπο που μπήκε σε μας η ανατροπή του τσαρισμού».

Στα συμπεράσματα του Νογκίν δεν έφτασαν όλοι οι αντίπαλοι του Λένιν στη Συνδιάσκεψη του Απρίλη –όλοι τους, όμως, λογικά οδηγήθηκαν μετά από μερικούς μήνες, την παραμονή του Οχτώβρη να δεχτούν αυτά τα συμπεράσματα. Ή πρέπει να αναλάβουμε την ηγεσία της προλεταριακής επανάστασης ή πρέπει να δεχτούμε το ρόλο της αντιπολίτευσης στο αστικό κοινοβούλιο –έτσι έμπαινε το πρόβλημα στο Κόμμα μας. Είναι ολοφάνερο ότι η δεύτερη θέση είναι στην ουσία μια μενσεβίκικη θέση, ή, καλύτερα, η θέση που αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν οι ίδιοι οι Μενσεβίκοι μετά την επανάσταση του Φλεβάρη. Στην πραγματικότητα, οι ηγέτες των Μενσεβίκων, χρόνια ολόκληρα μας διαβεβαίωναν ότι η μελλοντική επανάσταση θα είναι αστική, ότι η κυβέρνηση μιας αστικής επανάστασης μπορεί να εκπληρώσει μόνο αστικά καθήκοντα, κι ότι η Σοσιαλδημοκρατία δεν έπρεπε να αναλάβει τα καθήκοντα της αστικής δημοκρατίας και έπρεπε να παραμείνει μια αντιπολίτευση «πιέζοντας τη μπουρζουαζία προς τα αριστερά». Αυτό το θέμα αναπτύχθηκε με μια ιδιαίτερα ανιαρή εμβάθυνση από τον Μαρτίνοφ. Με την έναρξη της αστικής επανάστασης το 1917, οι Μενσεβίκοι βρέθηκαν αμέσως στο επιτελείο της κυβέρνησης. Πίσω από την «πάνω σε αρχές» θέση τους κρυβόταν ένα μόνο πολιτικό συμπέρασμα, ότι το προλεταριάτο δεν θα τολμούσε να καταλάβει την εξουσία. Αλλά είναι αρκετά καθαρό ότι εκείνοι οι Μπολσεβίκοι που καταδίκαζαν τη μενσεβίκικη υπουργοποίηση και που ταυτόχρονα αντιτίθενταν στην κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο, στην ουσία περνούσαν στις προεπαναστατικές θέσεις των Μενσεβίκων.

Η επανάσταση προκάλεσε πολιτικές μετατοπίσεις προς δυο κατευθύνσεις: ενάντια στη θέληση τους, οι αντιδραστικοί γίνανε Καντέτοι (Συνταγματικοι Δημοκράτες) και οι Καντέτοι Δημοκρατικοί –μια καθαρά τυπική μετατόπιση προς τα αριστερά. Οι Σοσιαλ-Επαναστάτες και οι Μενσεβίκοι έγιναν το κυρίαρχο αστικό κόμμα –μια μετατόπιση προς τα δεξιά. Αυτά είναι τα μέσα με τα όποια η αστική κοινωνία προσπαθεί να δημιουργήσει ένα καινούριο σκελετό για την κρατική εξουσία, σταθερότητα και τάξη. Τη στιγμή, όμως, που οι Μενσεβίκοι περνούσαν από μια τυπική σοσιαλιστική σε μια χυδαία δημοκρατική θέση, η δεξιά πτέρυγα των Μπολσεβίκων μετατοπιζόταν σε μια τυπική σοσιαλιστική θέση, δηλαδή στη χθεσινή μενσεβίκικη θέση.

Η ίδια ανακατάταξη δυνάμεων έγινε και πάνω στο ζήτημα του πολέμου. Η μπουρζουαζία, έχτός από μια χούφτα δογματιστές, συνέχισε να σφυρίζει τον ίδιο ανιαρό της σκοπό: όχι προσαρτήσεις, όχι αποζημιώσεις κι αυτό γιατί οι ελπίδες για προσαρτήσεις είταν ήδη ελάχιστες. Ο τσιμερβαλντικοί Μενσεβίκοι και οι Σοσιαλ-Επαναστάτες που είχαν κάνει κριτική στους γάλλους σοσιαλιστές γιατί είχαν υπερασπίσει την αστική δημοκρατική τους πατρίδα, έγιναν οι ίδιοι αμυνίτες από τη στιγμή που αισθάνθηκαν πώς αποτελούν ένα τμήμα της αστικής δημοκρατίας. Από μια παθητική διεθνιστική θέση, μετατοπίστηκαν σε μια δραστήρια πατριωτική θέση. Την ίδια στιγμή, η δεξιά πτέρυγα των Μπολσεβίκων πέρασε σε μια παθητική διεθνιστική θέση (εξασκώντας «πίεση» στην Προσωρινή Κυβέρνηση για μια δημοκρατική ειρήνη «χωρίς προσαρτήσεις, χωρίς αποζημιώσεις»). Έτσι, στη Συνδιάσκεψη του Απρίλη, η φόρμουλα της δημοκρατικής διχτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς, διχάστηκε και θεωρητικά και πολιτικά και έδοσε δυο ανταγωνιστικές απόψεις: μια δημοκρατική άποψη, μασκαρεμένη με τυπικά σοσιαλιστικές επιφυλάξεις, και μια επαναστατική σοσιαλιστική άποψη, τη γνήσια μπολσεβίκικη και λενινιστική άποψη.

–Τα Ιουλιανά και το Επεισόδιο Κορνίλοφ
–Η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη και το Προ-Κοινοβούλιο

Οι αποφάσεις της Συνδιάσκεψης του Απρίλη έδοσαν στο Κόμμα ένα σωστό και πάνω σε αρχές προσανατολισμό, αλλά δεν διέλυσαν τις διαφωνίες στις κορυφές του Κόμματος. Αντίθετα, με την πορεία των γεγονότων, οι διαφωνίες αυτές πήραν ακόμα πιο συγκεκριμένη μορφή και έφτασαν στην πιο οξυμένη τους έκφραση στην αποφασιστικότερη στιγμή της επανάστασης –τον Οχτώβρη.

Η προσπάθεια να οργανωθεί μια διαδήλωση στις 10 του Ιούνη (με πρωτοβουλία του Λένιν) απορρίφτηκε σαν τυχοδιωχτισμός από τους ίδιους εκείνους συντρόφους που είχαν απογοητευθεί από το χαραχτήρα της διαδήλωσης του Απρίλη. Η διαδήλωση της 10 του Ιούνη δεν έγινε γιατί απαγορεύτηκε από το Συνέδριο των Σοβιέτ. Αλλά στις 18 του Ιούνη το Κόμμα εκδικήθηκε. Η γενική διαδήλωση στην Πετρούπολη, που οι Συμφιλιωτές είχαν χωρίς σύνεση οργανώσει, έγινε σχεδόν εξολοκλήρου κάτω από τα συνθήματα των Μπολσεβίκων. Ωστόσο, η κυβέρνηση γύρευε να βρει το δικό της δρόμο. Τελείως επιπόλαια διέταξε μια ηλίθια επίθεση στο μέτωπο. Η στιγμή είταν αποφασιστική. Ο Λένιν προειδοποιούσε συνέχεια το Κόμμα για κάθε απρόσεχτο βήμα. Στις 21 του Ιούνη, έγραψε, στην «Πράβντα».:

«Σύντροφοι, μια διαδήλωση την κρίσιμη αυτή στιγμή δεν μας συμφέρει. Είμαστε τώρα αναγκασμένοι να ζήσουμε σ’ ένα εντελώς καινούριο στάδιο της επανάστασης μας», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος XIV, μέρος Ι, σελ. 276).

Αλλά τα Ιουλιανά, ένα σημαντικό ορόσημο στο δρόμο της επανάστασης όπως και στο δρόμο των εσωκομματικών διαφωνιών, πλησίαζαν.

Στο Ιουλιανό κίνημα, η αυθόρμητη πίεση των μαζών της Πετρούπολης έπαιξε ένα αποφασιστικό ρόλο. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Λένιν τον Ιούλη ζύγιζε στο μυαλό του διάφορα ερωτήματα, όπως: «Έχει φθάσει η ώρα; Η διάθεση των μαζών έχει ξεπεράσει το εποικοδόμημα των Σοβιέτ; Διατρέχουμε τον κίνδυνο να υπνωτισθούμε από τη Σοβιετική νομιμότητα και να μείνουμε πίσω από τις μάζες και να ξεκόψουμε απ’ αυτές;». Είναι πολύ πιθανό ότι στη διάρκεια των Ιουλιανών έγιναν με πρωτοβουλία συντρόφων που ειλικρινά πίστευαν ότι δεν παρέκκλιναν από τις εκτιμήσεις του Λένιν σ’ ότι αφορά την κατάσταση, μεμονωμένες και καθαρά στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο Λένιν είπε αργότερα: «Κάναμε πολλές και μεγάλες βλακείες τον Ιούλη». Αλλά η ουσία των Ιουλιανών είταν ότι κάναμε ξανά, μια νέα και πολύ πιο εχτεταμένη αναγνώριση της κατάστασης σ’ ένα καινούριο και ανώτερο στάδιο του κινήματος. Έπρεπε να υποχωρήσουμε, κάτω από σκληρές συνθήκες. Το Κόμμα, στο βαθμό που είταν προετοιμασμένο για την εξέγερση και την κατάληψη της εξουσίας, θεωρούσε –όπως και ο Λένιν– ότι η διαδήλωση του Ιούλη είταν μόνο ένα επεισόδιο στο οποίο έπρεπε να πληρώσουμε ακριβά για το ζύγιασμα της δύναμης μας, όπως και της δύναμης του εχθρού, αλλά αυτό δεν μπορούσε να μεταβάλει την κύρια γραμμή της δραστηριότητας μας. Από την άλλη μεριά, οι σύντροφοι που είταν αντίθετοι στην πολιτική που σκόπευε στην κατάληψη της εξουσίας, περιορίζονταν στο να βλέπουν στο επεισόδιο του Ιούλη έναν καταστροφικό τυχοδιωχτισμό. Η κινητοποίηση των δεξιών στοιχείων στο Κόμμα εντατικοποιήθηκε. Η κριτική τους έγινε ακόμα πιο κατηγορηματική. Είχαμε επίσης μια αντίστοιχη αλλαγή στον τόνο των ανταπαντήσεων τους. Ο Λένιν έγραφε:

«Όλα αυτά τα κλαψουρίσματα, όλα αυτά τα επιχειρήματα ότι «δεν υπήρχε ανάγκη» να συμμετάσχουμε (σε μια προσπάθεια να δόσουμε μια «ειρηνική και οργανωτική» έκφραση στην περισσότερο από δικαιολογημένη απογοήτευση και αγανάχτηση των μαζών!!), Ισοδυναμούν με αποστασίες, ανεξάρτητα αν προέρχονται από Μπολσεβίκους ή είναι συνηθισμένες εκδηλώσεις μικροψυχίας και αοριστολογίας των μικροαστών», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος 14ος, μέρος 2ο, σελ. 28).

Η χρησιμοποίηση της λέξης «αποστασία» εκείνο τον καιρό, ρίχνει ένα τραγικό φως πάνω στις διαφωνίες. Στη συνέχεια, η απαίσια αυτή λέξη εμφανιζόταν ολοένα και πιο συχνά.

Η οπορτουνιστική στάση απέναντι στο ζήτημα της εξουσίας και στο ζήτημα του πολέμου, προσδιόρισε, βέβαια, και μια ανάλογη στάση απέναντι στη Διεθνή. Οι δεξιοί έκαναν μια προσπάθεια να οδηγήσουν το Κόμμα στη Συνδιάσκεψη της Στοκχόλμης[26] των σοσιαλπατριωτών. Ο Λένιν έγραψε στις 16 του Αυγούστου:

«Η ομιλία του συντρόφου Κάμενεφ, στις 6 του Αυγούστου, στην Παν-Ρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ, πάνω στο θέμα της Συνδιάσκεψης της Στοκχόλμης, δεν μπορεί παρά να έρθει σε αντίθεση με τό μέρος εκείνο των Μπολσεβίκων που παραμένουν πιστοί στο Κόμμα τους και στις μπολσεβίκικες αρχές τους», (Ν. Λένιν: όπ.π., σελ. 56).

Και πιο κάτω, αναφερόμενος σε ορισμένες δηλώσεις που ισχυρίζονταν ότι ένα μεγάλο επαναστατικό λάβαρο κυμάτιζε πάνω από τη Στοκχόλμη, ο Λένιν είπε:

«Αυτά είναι παχιά λόγια, που έχουν την πηγή τους στο μυαλό του Τσερνόφ και του Τσερετέλι. Είναι ένα εξοργιστικό ψέμα. Δεν είναι τό λάβαρο της επανάστασης, αλλά τό λάβαρο των αλογοεμπόρων, του συμβιβασμού, και της αμοιβαίας αμνήστευσης. Το λάβαρο των σοσιαλ-ιμπεριαλιστών και των παζαρεμάτων ανάμεσα στους τραπεζίτες, για τό μοίρασμα των προσαρτήσεων –αυτό είναι τό λάβαρο που έχει ξεδιπλωθεί διάπλατα πάνω από τη Στοκχόλμη», (Ν. Λένιν: όπ.π., σελ. 57).

Ο δρόμος προς τη Στοκχόλμη είταν, στην πραγματικότητα, ο δρόμος προς τη Δεύτερη Διεθνή, τό ίδιο όπως η συμμετοχή στο Προ-Κοινοβούλιο είταν ο δρόμος για την αστική δημοκρατία. Ο Λένιν είταν υπέρ του μποϊκοταρίσματος της Συνδιάσκεψης της Στοκχόλμης, όπως αργότερα είταν υπέρ του μποϊκοταρίσματος του Προ-Κοινοβουλίου. Πάνω στο κορύφωμα της πάλης δεν ξεχνούσε ούτε για μια στιγμή τα καθήκοντα της οικοδόμησης μιας νέας Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Από τις 10 του Απρίλη, ο Λένιν είχε προτείνει να αλλάξουμε τό όνομα του Κόμματος. Κάθε αντίρρηση ενάντια στο καινούριο όνομα τη χαραχτήριζε με τα παρακάτω λόγια:

«Αυτά τα επιχειρήματα είναι τα επιχειρήματα της ρουτίνας, τα επιχειρήματα του λήθαργου, τα επιχειρήματα της αποτελμάτωσης». «Ε, είναι καιρός πια, επέμενε, να βγάλουμε τό ακάθαρτο πουκάμισο και να βάλουμε ένα καθαρό».

Όμως η αντίσταση στις κορυφές του Κόμματος είταν τόσο δυνατή, που έπρεπε να περάσει ένας ολόκληρος χρόνος –που στη διάρκεια του ολόκληρη η Ρωσία απαλλάχτηκε από τα βρόμικα ρούχα της αστικής κυριαρχίας– πριν αποφασίσει το Κόμμα να πάρει ένα, νέο όνομα, επιστρέφοντας στις παραδόσεις του Μαρξ και του Έγκελς. Το επεισόδιο αυτό για την αλλαγή του ονόματος του Κόμματος είναι μια συμβολική έκφραση του ρόλου του Λένιν στη διάρκεια ολόκληρου του 1917: στην πιο απότομη στροφή της ιστορίας, διεξήγαγε τον πιο έντονο αγώνα μέσα στο Κόμμα ενάντια στις μέρες που είχαν περάσει και στο όνομα των ήμερων που έρχονταν. Κι η αντίσταση, των ήμερων που είχαν περάσει, που βάδιζαν κάτω από το λάβαρο της «παράδοσης», έφτανε μερικές φορές σε σημείο παροξυσμού.

Τα γεγονότα με τον Κορνίλοφ[27] , που δημιούργησαν μια απότομη μετατόπιση της κατάστασης προς όφελος μας, άμβλυναν προσωρινά τις διαφορές, τις άμβλυναν χωρίς να τις εξαλείψουν. Στη δεξιά πτέρυγα, εμφανίστηκε εκείνες τις μέρες μια τάση να πλησιάσουμε την πλειοψηφία στα Σοβιέτ στη βάση της υπεράσπισης της επανάστασης και, ως ένα μέρος, της πατρίδας. Η αντίδραση του Λένιν σ’ αυτό εκφράστηκε με το γράμμα του στην Κεντρική Επιτροπή στις αρχές του Σεπτέμβρη. Έγραφε:

«Έχω την πεποίθηση ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι χωρίς αρχές, οι όποιοι γλιστράνε προς τον αμυνιτισμό[28] ή (όπως άλλοι Μπολσεβίκοι) σ’ ένα μπλοκ με τους Σοσιαλ-Επαναστάτες και στην υποστήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης. Αυτό είναι απόλυτα λαθεμένο. Δεν βασίζεται σε αρχές. Θα γίνουμε αμυνίτες μονάχα μετά το πέρασμα της εξουσίας στο προλεταριάτο...».

Και πιο κάτω:

«Ακόμα και τώρα δεν πρέπει να υποστηρίξουμε την κυβέρνηση Κερένσκι. Αυτό δεν στηρίζεται πάνω σε αρχές. Θα ρωτήσετε ίσως: “Δεν πρέπει να πολεμήσουμε ενάντια στον Κορνίλοφ;”. Ναι, βέβαια. Αλλά αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Μια γραμμή-σύνορο τα διαχωρίζει που μερικοί Μπολσεβίκοι την ξεπερνούν και πέφτουν στο «συμφιλιωτισμό», αφήνοντας τον εαυτό τους να παρασυρθεί από την πλημμυρίδα των γεγονότων», (Ν. Λένιν: όπ.π., σελ. 95).

Το επόμενο στάδιο στην ανάπτυξη των διαφορών είταν η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη (14 με 22 του Σεπτέμβρη) και το Προ–Κοινοβούλιο που την ακολούθησε (7 Οχτώβρη)[29]. Ο στόχος των Μενσεβίκων και των Σοσιαλ–Επαναστατών είταν να μπερδέψουν τους Μπολσεβίκους στη Σοβιετική νομιμότητα και μετά να μετατρέψουν ανώδυνα την τελευταία σε αστική κοινοβουλευτική νομιμότητα. Οι δεξιοί είταν έτοιμοι να το δεχτούν αυτό. Γνωρίσαμε ήδη πιο πάνω τον τρόπο με τον οποίο παρουσίαζαν τη μελλοντική ανάπτυξη της επανάστασης: τα Σοβιέτ θα παράδιδαν βαθμιαία τις λειτουργίες τους στα αντίστοιχα ιδρύματα –στις Δούμες, στα Ζέμστβος, στα συνδικάτα και, τελικά, στη Συνταχτική Συνέλευση– και θα εξαφανίζονταν αυτόματα από το προσκήνιο. Μέσα από το κανάλι του Προ–Κοινοβουλίου, τα πολιτικά ενδιαφέροντα των μαζών θα απομακρύνονταν από τα Σοβιέτ σαν «προσωρινοί» και ετοιμοθάνατοι θεσμοί, και θα διοχετεύονταν προς τη Συνταχτική Συνέλευση σαν τον θρίαμβο της δημοκρατικής επανάστασης. Στο μεταξύ, οι Μπολσεβίκοι είχαν ήδη την πλειοψηφία στα Σοβιέτ της Πετρούπολης και της Μόσχας. Η επιρροή μας στο στρατό μεγάλωνε όχι από μέρα σε μέρα αλλά από ώρα σε ώρα. Δεν είταν πια ένα ζήτημα πρόγνωσης ή προοπτικής. Είταν στην κυριολεξία το ζήτημα του πώς θα δράσουμε την επόμενη μέρα.

Η συμπεριφορά των συμφιλιωτικών κομμάτων που είχαν μεταβληθεί σε πραγματικά κανάλια προς την Δημοκρατική Συνδιάσκεψη είταν η ενσάρκωση της μικροπρεπούς φαυλότητας. Παρ’ όλ’ αυτά, η πρόταση μας που εισηγούνταν να εγκαταλείψουμε επιδειχτικά τη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη αφήνοντας την στα ρετάλια της, αντιμετωπίστηκε με αποφασιστική πάλη απόμερους των δεξιών στοιχείων της φράξιας που εξακολουθούσε να έχει επιρροή στις κορυφές του Κόμματος. Η σύγκρουση σ’ αυτό το ζήτημα είταν το πρελούδιο της πάλης πάνω στο ζήτημα του μποϊκοταρίσματος του Προ–Κοινοβούλιου. Στις 24 του Σεπτέμβρη, δηλαδή μετά τη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη ο Λένιν έγραφε:

«Οι Μπολσεβίκοι έπρεπε να είχαν εγκαταλείψει τη Συνδιάσκεψη σαν διαμαρτυρία και ακόμα για να αποφύγουν την παγίδα που είχε στηθεί από τη Συνδιάσκεψη με στόχο να αποσπάσει την προσοχή του λαού απ’ όλα τα σοβαρά προβλήματα», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος 14ος, μέρος 2ο, σελ. 144).

Η συζήτηση στη μπολσεβίκικη φράξια της Δημοκρατικής Συνδιάσκεψης πάνω στο ζήτημα του μποϊκοταρίσματος του Προ–Κοινοβούλιου, είχε ιδιαίτερη σπουδαιότητα, παρά τη σχετικά περιορισμένη έκταση του ίδιου του θέματος. Στην πραγματικότητα, είταν η πιο εκτεταμένη και, επιφανειακά, η πιο πετυχημένη προσπάθεια απόμερους της δεξιάς να στρέψει το Κόμμα στο μονοπάτι της «ολοκλήρωσης της δημοκρατικής επανάστασης». Φαίνεται ότι δεν κρατήθηκαν πραχτικά απ’ αυτή τη συζήτηση. Όπως και νά ’χει, δεν έχει μείνει κανένα κείμενο, κι απ’ ότι μπορώ να γνωρίζω δεν βρέθηκαν ούτε οι σημειώσεις του γραμματέα. Οι εκδότες αυτού του τόμου βρήκαν ορισμένα, βέβαια πολύ λίγα, ντοκουμέντα ανάμεσα στα χαρτιά μου. Ο σύντροφος Κάμενεφ ανάπτυξε μια επιχειρηματολογία που, αργότερα, κάτω από μια οξύτερη και πιο συγκεκριμένη μορφή, ενσωματώθηκε στο γνωστό γράμμα των Κάμενεφ και Ζινόβιεφ (στις 11 του Οχτώβρη) προς τις κομματικές οργανώσεις. Η μόνη διατύπωση τού ζητήματος πάνω σε αρχές έγινε από τον Νογκίν: το μποϊκοτάρισμα τού Προ–Κοινοβούλιου είναι ένα κάλεσμα για εξέγερση δηλ. μια επανάληψη των Ιουλιανών. Άλλοι σύντροφοι βασίστηκαν σε γενικές αντιλήψεις σοσιαλ–δημοκρατικής κοινοβουλευτικής ταχτικής. Στην ουσία λέγανε:

«Κανείς δεν θα τολμούσε να προτείνει να μποϊκοτάρουμε το Κοινοβούλιο. Κι όμως γίνεται μια πρόταση να μποϊκοτάρουμε ένα ολόιδιο οργανισμό μόνο και μόνο γιατί ονομάζεται Προ–Κοινοβούλιο».

Η βασική αντίληψη των δεξιών είταν η εξής: η επανάσταση πρέπει αναπόφευχτα να οδηγήσει από τα Σοβιέτ στην εγκαθίδρυση του αστικού κοινοβουλευτισμού. Το «Προ–Κοινοβούλιο» αποτελεί ένα φυσικό κρίκο μέσα σ’ αυτό το προτσές. Γι’ αυτό, είναι τρέλα να αρνούμαστε να πάρουμε μέρος στο Προ–Κοινοβούλιο τη στιγμή που είμαστε έτοιμοι να καταλάβουμε τα αριστερά έδρανα στο ίδιο το Κοινοβούλιο. Είταν απαραίτητο να ολοκληρώσουμε τη δημοκρατική επανάσταση και να «προετοιμαστούμε» για την σοσιαλιστική επανάσταση. Πώς όμως θα προετοιμαστούμε; Με το πέρασμα από το σχολειό του αστικού κοινοβουλευτισμού. Γιατί, βλέπετε, οι αναπτυγμένες χώρες δείχνουν στις καθυστερημένες την εικόνα του μέλλοντος τους. Η ανατροπή της τσαρικής μοναρχίας είχε κατανοηθεί σαν επαναστατική –και είταν– αλλά η κατάχτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο γίνεται αντιληπτή μ’ έναν κοινοβουλευτικό τρόπο, πάνω στη βάση μιας ολότελα ολοκληρωμένης δημοκρατίας. Πολλά χρόνια δημοκρατικού καθεστώτος πρέπει να μεσολαβήσουν ανάμεσα στην αστική και την προλεταριακή επανάσταση. Η πάλη για τη συμμετοχή μας στο Προ–Κοινοβούλιο είταν μια πάλη για τον «Εξευρωπαϊσμό» του εργατικού κινήματος, για να το κατευθύνουμε όσο το δυνατό πιο γρήγορα στο κανάλι μιας δημοκρατικής «πάλης για εξουσία», δηλαδή στο κανάλι της σοσιαλ–δημοκρατίας. Η φράξια μας στη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη, που αριθμούσε πάνω από 100 άτομα, δεν διέφερε πολύ, ιδιαίτερα εκείνες τις μέρες, από ένα συνέδριο του Κόμματος. Η πλειοψηφία της φράξιας εκφράστηκε υπέρ της συμμετοχής στο Προ–Κοινοβούλιο. Το γεγονός αυτό είταν από μόνο του αρκετό για να σημάνουμε συναγερμό, και από κείνη τη στιγμή ο Λένιν χτυπούσε συναγερμό αδιάκοπα.

Τη στιγμή που συνεδρίαζε η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη, ο Λένιν έγραφε:

«Θα είταν τεράστιο λάθος και η αποκορύφωση του κοινοβουλευτικού κρετινισμού απόμερους μας, αν αντιμετωπίζαμε τη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη σαν Κοινοβούλιο, γιατί ακόμα κι αν ανακηρυσσόταν σε Κοινοβούλιο, σε Ανώτατο Κοινοβούλιο της Επανάστασης, δεν μπορεί να αποφασίσει τίποτε. Η τελική απόφαση βρίσκεται έξω απ’ αυτό, στις εργατικές συνοικίες της Πετρούπολης και της Μόσχας», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος 14ος, μέρος 2ο, σελ. 138).

Οι εχτιμήσεις του Λένιν σ’ ότι άφορα τη σημασία της συμμετοχής ή της μη συμμετοχής στο Προ-Κοινοβούλιο μπορούν να βρεθούν σε πολλές διακηρύξεις του και ιδιαίτερα στο γράμμα του της 29 του Σεπτέμβρη στην Κεντρική Επιτροπή, όπου μιλάει για τα «τόσο εξοργιστικά λάθη των Μπολσεβίκων, όπως η αδιάντροπη απόφαση για συμμετοχή στο Προ-Κοινοβούλιο». Για τον Λένιν, η απόφαση αυτή είταν μια έκφραση των ίδιων δημοκρατικών αυταπατών και μικροαστικών ταλαντεύσεων ενάντια στις οποίες είχε πολεμήσει, είχε αναπτύξει και τελειοποιήσει, στην πορεία αυτής της πάλης, τις αντιλήψεις του για την προλεταριακή επανάσταση. Δεν είναι αλήθεια ότι πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια από την αστική στην προλεταριακή επανάσταση. Δεν είναι αλήθεια ότι το σχολειό του κοινοβουλευτισμού είναι το μοναδικό ή το κυριότερο ή το αναγκαίο εκπαιδευτικό σχολειό για την κατάληψη της εξουσίας. Δεν είναι αλήθεια ότι ο δρόμος προς την εξουσία περνάει αναγκαστικά από την αστική δημοκρατία. Όλες αυτές είναι νεκρές αφαιρέσεις, δογματικά πρότυπα και έχουν ένα και μόνο συγκεκριμένο πολιτικό ρόλο, να δέσουν την προλεταριακή πρωτοπορία χειροπόδαρα και μέσα από «δημοκρατικούς» κρατικούς μηχανισμούς να την μεταβάλουν σε μια αντιπολιτευόμενη πολιτική σκιά της μπουρζουαζίας με το όνομα Σοσιαλ-δημοκρατία. Η πολιτική του προλεταριάτου δεν πρέπει να καθοδηγείται από μαθητικά πρότυπα αλλά σύμφωνα με την πραγματική ροή της ταξικής πάλης. Το καθήκον μας δεν είναι να πάμε στο Προ-Κοινοβούλιο αλλά να οργανώσουμε την εξέγερση και να καταλάβουμε την εξουσία. Τά υπόλοιπα θα ακολουθήσουν. Ο Λένιν πρότεινε ακόμα να συγκληθεί ένα έκτακτο Συνέδριο του Κόμματος, προτείνοντας σαν πλατφόρμα το μποϊκοτάρισμα του Προ-Κοινοβούλιου. Από κει και ύστερα, όλα τα γράμματα και τα άρθρα του χτυπούν σ’ ένα σημείο: δεν πρέπει να πάμε στο Προ-Κοινοβούλιο και να γίνουμε «επαναστατική» ουρά των Συμφιλιωτών. Πρέπει να βγούμε στους δρόμους –να πολεμήσουμε για εξουσία!

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————

Οι ημερομηνίες που χρησιμοποιούνται σ’ αυτές τις σημειώσεις αναφέρονται στο σημερινό ημερολόγιο (π.χ. η 16 του Απρίλη στο παλιό ρωσικό ημερολόγιο θα είταν 3 του Απρίλη –μια διαφορά 13 ήμερων).

[1]. Τα Μαθήματα του Οχτώβρη εκδόθηκαν για πρώτη φορά τον Οχτώβρη του 1924 σαν μια εισαγωγή που έγραψε ο Τρότσκι στους 2 τόμους της συλλογής των έργων του τού πρώτου χρόνου της επανάστασης, με τον τίτλο «1917». Οι ιδέες που περιέχει η Εισαγωγή αυτή είχαν όλες εκφραστεί τη μια στιγμή ή την άλλη, μετά το 1917, αλλά όσο ζούσε ο Λένιν δεν είχε αμφισβητηθεί ποτέ η μπολσεβίκικη ακεραιότητά τους. Η Τριανδρία (Στάλιν–Ζινόβιεφ–Κάμενεφ), όμως, πήραν σαν πρόφαση την Εισαγωγή για να εξορκίσουν το φάντασμα του «Τροτσκισμού». Όταν αργότερα ο Ζινόβιεφ έσπασε από τον Στάλιν, παραδέχτηκε ότι οι ανάγκες της «πάλης για εξουσία» τον είχαν ωθήσει να προτείνει να συνδεθούν οι τωρινές συγκεκριμένες διαφορές με τον Τρότσκι, με στις διαφορές του ιστορικού παρελθόντος. Ο Τρότσκι θα κατηγορούνταν ότι προσπαθούσε να εκτοπίσει ιδεολογικά τον Λενινισμό. Στη διάρκεια της επίθεσης ενάντια στα Μαθήματα του Οχτώβρη (της λεγόμενης «φιλολογικής συζήτησης») ο Τρότσκι κατηγορήθηκε, κατά καιρούς, για απαισιοδοξία και τυχοδιωχτισμό, για μια μικροαστική παρέκκλιση και ότι υποτιμούσε την αγροτιά. Κρυφά, ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ πρότειναν να διαγραφτεί ο Τρότσκι από το Κόμμα. Αλλά ο Στάλιν, που προσπαθούσε προσεχτικά να κερδίσει χρόνο –και την απόλυτη εξουσία– πρόβαλε βέτο ενάντια σ’ αυτή τη σκέψη. Ολόκληρος ο μηχανισμός του κράτους και της Κόμιντερν, όμως, μπήκε σε κίνηση για να απομονώσει τον Τρότσκι και να τρομοκρατήσει τους οπαδούς του. Παρόλο που άφησαν τον Τρότσκι να παραμείνει στο Πολιτικό Γραφείο, τον βγάλανε (τεχνικά «παραιτήθηκε») από την Επαναστατική Επιτροπή Πολέμου. Η επίσημη απόφαση που έκλεισε τη «συζήτηση» πρόβλεπε τη διεξαγωγή μιας συστηματικής καμπάνιας μέσα στο Κόμμα για να το εκπαιδεύσει ενάντια στον «μικροαστικό» και «αντιμπολσεβίκικο» χαραχτήρα του Τροτσκισμού από το 1903 και μετά! (σελ. 17).

[2]. Τον Ιούνη του 1923, η βουλγάρικη κυβέρνηση του αγροτικού ηγέτη Σταμπουλίνσκι, ανατράπηκε με μια ένοπλη εξέγερση των δυνάμεων της αντίδρασης, που είχαν ηγέτη τους τον Τσανκόφ, τον αρχηγό του βουλγάρικου φασισμού πριν τον πόλεμο. Χάραχτηρίζοντας την κατάσταση σαν μια πάλη ανάμεσα σε αστικές κλίκες και παραβλέποντας και το αγροτικό και το εθνικό (Μακεδονικό) πρόβλημα, το Κομμουνιστικό Κόμμα διακήρυξε την ουδετερότητα του. Μόλις νίκησε, το καθεστώς του Τσανκόφ, άρχισε την πιο άγρια καταδίωξη ενάντια στους κομμουνιστές, αναγκάζοντας τους να περάσουν στην παρανομία. Όμως, ο Κολάροφ, ο επίσημος αντιπρόσωπος των βουλγάρων κομμουνιστών στη Μόσχα, απλά αρνήθηκε ότι το Κόμμα είχε υποστεί οποιαδήποτε ήττα. Το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου οι κομμουνιστές, κάνοντας μια πέρα για πέρα λαθεμένη εχτίμηση της αλλαγής στην κατάσταση σαν αποτέλεσμα της αδράνειας τους τον Ιούνη, προσπάθησαν να ανακτήσουν το έδαφος με μια άκαιρη εξέγερση. Αυτή η περιπέτεια είταν, φυσικά, από τα πριν καταδικασμένη να ηττηθεί, (σελ. 18).

[3]. Αναφέρεται στα γεγονότα της Γερμανίας το 1923, μετά τη γαλλική κατάχτηση του Ρουρ, όταν η γερμανική κυβέρνηση δεν παράδοσε ορισμένες αποζημιώσεις σε είδος, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας των Βερσαλλιών. Η γενική εξάρθρωση της γερμανικής οικονομίας (δες Εισαγωγή) έφερε μια φοβερή κοινωνική και πολιτική κρίση, (σελ. 18).

[4]. Το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς συνήλθε τον Ιούνη του 1921. Μετά από μια λεπτομερειακή συζήτηση της «Δράσης του Μάρτη» του γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το Συνέδριο υιοθέτησε τελικά το σύνθημα «Στην εξουσία μέσα από την κατάχτηση των μαζών», βάζοντας τη βάση για την πολιτική του Ενιαίου Μετώπου. Αυτή η προσέγγιση στο πρόβλημα της εξουσίας, που παρουσιάστηκε πιο δυναμικά από τον Λένιν και τον Τρότσκι, δεν έγινε δεχτή χωρίς την πιο σκληρή πάλη ενάντια στο υπεραριστερό και πουτσιστικό στοιχείο του Συνεδρίου. Με την αξιέπαινη πρόθεση να βοηθήσει τη Σοβιετική Ρωσία, αλλά αψηφώντας πλήρως την πραγματικότητα σ’ ότι αφορά την κατάσταση στη Γερμανία, το Κομμουνιστικό Κόμμα χρησιμοποίησε ορισμένα παράπονα των εργατών της κεντρικής Γερμανίας για να καλέσει σε ένοπλη εξέγερση. Η στρατηγική πίσω απ’ αυτή τη Δράση του Μάρτη του 1921, είταν γνωστή σαν η «Θεωρία της Διαρκούς Επίθεσης». Η ιδέα είταν να «ηλεκτρίσει» τις αδρανείς μάζες με τη δράση της εξεγειρόμενης μειοψηφίας. Μα οι μάζες των σοσιαλδημοκρατών αποδείχτηκαν εχθρικές ή αδιάφορες και η κομμουνιστική εξέγερση καταπνίχτηκε από το στρατό, (σελ. 19).

[5]. Τα γεγονότα του 1905 είταν ένας πρόλογος στις επαναστάσεις του Φλεβάρη και του Οχτώβρη 1917. Ο αντίχτυπος του Ρωσο-Γιαπωνέζικου πολέμου υπόσκαψε σοβαρά την αυτοκρατορία. Τον πρώτο χρόνο του πολέμου υπήρχαν 25.000 μόνο απεργοί. Το 1905, το κύμα των απεργιών, πολιτικών και οικονομικών, αγκάλιασε 2.863.000 εργάτες. Την ίδια στιγμή, ξέσπασαν αγροτικές εξεγέρσεις που συνοδεύονταν με την κατάληψη της γης. Εκμεταλλευόμενη το μαζικό κίνημα, η φιλελεύθερη μπουρζουαζία απαίτησε από τη μοναρχία την παραχώρηση μιας συνταγματικής μορφής κυβέρνησης. Οι εργάτες οργανώθηκαν ανεξάρτητα από τον αστικό φιλελευθερισμό, μέσα στα Σοβιέτ, που έγιναν το όργανο της Γενικής Απεργίας και της πάλης για εξουσία. Σ’ ένα στάδιο των γεγονότων, τα Σοβιέτ θέσανε ανοιχτά υπό αμφισβήτηση την εξουσία της μοναρχίας. Όταν οι φιλελεύθεροι κατάλαβαν ότι δεν θα έφτανε να κλονίσουν μονάχα τον τσαρισμό, αλλά ότι η πάλη θα συνεπαγόταν και την ανατροπή του, έσπασαν από τις μάζες, διευκολύνοντας τη μοναρχία να κλείσει τους αιματηρούς λογαριασμούς της με τους εργάτες και τους αγρότες, (σελ. 19).

[6]. Όλες οι παραθέσεις από τον Λένιν (σημειώνει ο αμερικανός μεταφραστής των Μαθημάτων του Οχτώβρη από τα ρωσικά, Τζον Ράιτ) είναι από την πρώτη ρωσική έκδοση των «Απάντων» του Λένιν. Να σημειώσουμε ότι την πρώτη αυτή έκδοση των «Απάντων», που την είχε επιμεληθεί ο Κάμενεφ με «ακριβείς βιογραφικές σημειώσεις» και πραγματικά ιστορικά γεγονότα, θα την απαγορεύσει ο Στάλιν στις αρχές της δεκαετίας του 1930, και «μάλιστα θα βάλει τη NKVD να την κατασχέσει από όλα τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου που την είχαν», όπως μας πληροφορεί ο γάλλος βιογράφος του Στάλιν, Ζαν Ζακ Μαρί (βλ. ΣΤΑΛΙΝ, σελ. 238, Εκδόσεις «Οδυσσέας», 2003). Έτσι ανοίγει ο «αιώνας» της σταλινικής Πλαστογραφίας, της απάτης και των εγκλημάτων,(σελ. 21)

[7]. «Η αντίληψη της επαναστατικής στρατηγικής ρίζωσε στα μεταπολεμικά μονάχα χρόνια και στην αρχή, αναμφισβήτητα, κάτω από την επίδραση της στρατιωτικής ορολογίας. Κι αυτό δεν είναι με κανένα τρόπο τυχαίο. Πριν από τον πόλεμο μιλούσαμε μονάχα για ταχτική του προλεταριακού κόμματος. Κι αυτή η αντίληψη συμβιβαζόταν αρκετά ικανοποιητικά με τις τότε ισχύουσες συνδικαλιστικές, κοινοβουλευτικές μέθοδες που δεν υπέρβαιναν τα όρια των καθημερινών απαιτήσεων και καθηκόντων. Λέγοντας ταχτική, εννοούμε το σύστημα μέτρων που υπηρετεί ένα και μόνο τρέχον καθήκον ή ένα και μόνο κλάδο της ταξικής πάλης. Αντίθετα, η επαναστατική στρατηγική αγκαλιάζει ένα συνδυασμένο σύστημα δραστηριοτήτων που λόγω της σχέσης, της συνέπειας και της ανάπτυξης τους πρέπει να οδηγήσουν το προλεταριάτο στην κατάχτηση της εξουσίας. Οι βασικές αρχές της επαναστατικής στρατηγικής διατυπώθηκαν φυσικά από τότε που ο μαρξισμός πρωτόβαλε μπροστά στα επαναστατικά κόμματα το καθήκον της κατάχτησης της εξουσίας στη βάση της ταξικής πάλης...», (Λ. Τρότσκι: Η Τρίτη Διεθνής Μετά τον Λένιν, σελ. 75-77), (σελ. 22).

[8]. «Η Ομάδα για τη Χειραφέτηση της Εργασίας» ιδρύθηκε από τον Πλεχάνοφ και άλλους ρώσους πρόσφυγες ηγέτες (Άξελροντ, Ζασούλιτς, Ντόιτς, Ιγκνάτοφ), μετά το σπάσιμο τους από το Λαϊκισμό, το 1893 στην Ελβετία. Είταν η πρώτη, βασικά, ρώσικη σοσιαλδημοκρατική οργάνωση και διαλύθηκε όταν Ιδρύθηκε το Ενωμένο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, (σελ. 24).

[9]. «Οι νόμοι της ιστορίας δεν έχουν τίποτε το κοινό με τα σχολαστικά σχήματα. Η ανισομέρεια, ο πιο γενικός νόμος του ιστορικού προτσές, αποκαλύπτεται με περισσότερη οξύτητα και πολυπλοκότητα στα πεπρωμένα των καθυστερημένων χωρών. Κάτω από το μαστίγιο της εξωτερικής αναγκαιότητας, η καθυστερημένη τους κουλτούρα αναγκάζεται να κάνει άλματα. Από τον καθολικό νόμο της ανισομέρειας απορρέει ένας άλλος νόμος, που ελλείψει ενός καλύτερου ονόματος, μπορούμε να τον ονομάσουμε νόμο της συνδυασμένης ανάπτυξης –με την έννοια της προσέγγισης διαφόρων σταδίων– του συνδυασμού ξεχωριστών βημάτων, του αμαλγάματος αρχαϊκών με νεότερες μορφές...», (Λ. Τρότσκι: Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, Τόμος 1ος, σελ. 5-6), (σελ. 24).

[10]. Το σύνθημα της «δημοκρατικής διχτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς», πρέπει να ξεχωριστεί απ’ αυτό της «διχτατορίας του προλεταριάτου». Με το πρώτο εννοούμε έναν επαναστατικό συνασπισμό των εργατών και των αγροτών κάτω από την ηγεμονία των εργατών, για την κατάργηση της αυτοκρατορίας και της δουλοπαροικίας και γενικά για την πραγματοποίηση της δημοκρατικής επανάστασης. Από την άλλη, η διχτατορία του προλεταριάτου είναι το πολιτικό καθεστώς διαμέσου του οποίου οι εργάτες, με την υποστήριξη της αγροτιάς, εγκαθιδρύουν μια σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων. Ενάντια στην άποψη του Πλεχάνοφ ότι η αστική δημοκρατική επανάσταση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τη βοήθεια της αστικής τάξης, ο Λένιν έμεινε σταθερά αντίθετος σε οποιαδήποτε συμμαχία με τον αστικό φιλελευθερισμό, στη βάση ότι οι οικονομικοί και κοινωνικοί δεσμοί του με το παλιό καθεστώς τον προόριζαν να παίξει έναν αντιδραστικό ρόλο. Ο Τρότσκι, όπως και όλοι οι ρώσοι μαρξιστές, είταν απόλυτα σύμφωνος με τον Λένιν στο θέμα των δημοκρατικών καθηκόντων της Ρωσικής Επανάστασης. Ούτε υπήρξε καμιά πραγματική διαφορά μεταξύ τους οσοναφορά την αναγκαιότητα να κινητοποιηθεί η αγροτιά σαν σύμμαχος. Η θεωρία της «Διαρκούς Επανάστασης» του Τρότσκι, που την θεωρούσε θεμελιακά εναρμονισμένη με τη στρατηγική του μπολσεβικισμού, τόνιζε ότι η πραγματική λύση των δημοκρατικών και εθνικών καθηκόντων σε χώρες καθυστερημένης αστικής ανάπτυξης είταν δυνατή μόνο κάτω από τη διχτατορία του προλεταριάτου. Και ο λόγος βρίσκεται στο γεγονός ότι η αγροτιά είναι πολύ άμορφη για να παίξει έναν ανεξάρτητο ρόλο, (σελ. 25).

[11]. Ο Λένιν, στο βιβλίο του Για τη Δυαδική Εξουσία, γράφει: «Το βασικό ζήτημα σε κάθε επανάσταση είναι το ζήτημα της κρατικής εξουσίας. Αν δεν κατανοηθεί αυτό, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική συμμετοχή στην επανάσταση, για να μη μιλήσουμε για την καθοδήγησή της... Σε τί συνίσταται η δυαδική εξουσία; Στο γεγονός ότι δίπλα στην Προσωρινή Κυβέρνηση, την κυβέρνηση της μπουρζουαζίας, έχει αναπτυχθεί μια άλλη, ακόμα αδύνατη, εμβρυακή, αλλά αναμφισβήτητα μια πραγματική και αναπτυσσόμενη κυβέρνηση –τα Σοβιέτ των Αντιπροσώπων των Εργατών και Στρατιωτών... Αυτή η εξουσία είναι του τύπου της Κομμούνας του Παρισιού του 1871. Τα βασικά χαραχτηριστικά αυτού του είδους της εξουσίας είναι: (1) Από την άποψη της καταγωγής της δεν έχει προηγούμενα μελετηθεί νομικά και δεν έχει περάσει από το κοινοβούλιο, αλλά είναι το αποτέλεσμα της άμεσης πρωτοβουλίας των μαζών από τα κάτω, από παντού: σαν κατευθείαν “κατάχτηση” για να χρησιμοποιήσουμε μια δημοφιλή έκφραση. (2) Αντί οι θεσμοί της αστυνομίας και του στρατού να είναι χωρισμένοι από το λαό και αντίθετοι από το λαό, υπάρχει ο άμεσος εξοπλισμός ολόκληρου του λαού. Η κυβερνητική τάξη εξασφαλίζεται έτσι από τους ίδιους τους οπλισμένους εργάτες και αγρότες, από τον ίδιο τον οπλισμένο λαό. (3) Οι υπάλληλοι, όπως και οι γραφειοκράτες, που ή εκτοπίζονται από την άμεση εξουσία του λαού ή τίθενται κάτω από ειδικό έλεγχο, γίνονται όχι μόνο υπάλληλοι εκλεγμένοι από το λαό, αλλά και είναι πάντα ανακλητοί με πρωτοβουλία του λαού, υποβιβάζονται στη θέση απλών αντιπροσώπων, από ένα προνομιούχο κοινωνικό στρώμα που κατείχε βολικές και πολύ επικερδείς “θέσεις”, μεταμορφώνονται σε εργάτες ειδικευμένους στο χειρισμό ορισμένων “εργαλείων” παίρνοντας ένα μισθό όχι υψηλότερο από αυτόν του μέσου ειδικευμένου εργάτη...», (Λένιν: «Άπαντα», τόμος 20ός, μέρος Ι, σελ. 115-116), (σελ. 25).

[12]. Οι Μενσεβίκοι είταν η ρεφορμιστική πτέρυγα της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας, που ιδρύθηκε το 1898. Έσπασαν από τους Μπολσεβίκους το 1903 πάνω σε οργανωτικά ζητήματα του Κόμματος και ζητήματα επαναστατικής πολιτικής. Οι Μενσεβίκοι αντιτίθενταν στην αντίληψη του Λένιν για ένα επαναστατικό κόμμα σαν την πρωτοπορία του προλεταριάτου, χτισμένο στη βάση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Προτιμούσαν την πιο χαλαρή, λιγότερο πειθαρχημένη μορφή της Δυτικοευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας. Εκτιμώντας το χαραχτήρα της Ρωσικής Επανάστασης σαν αστικοδημοκρατικό, οι Μενσεβίκοι υποστήριξαν ένα συνασπισμό με τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία. Υποστήριξαν την Προσωρινή Κυβέρνηση το 1917 και αντιτάχτηκαν σθεναρά στην εξέγερση του Οχτώβρη, στη βάση του ότι η Ρωσία «δεν είταν ώριμη για το σοσιαλισμό», (σελ. 26).

[13]. Οι Σοσιαλ-Επαναστάτες βασίζονταν σε ένα πρόγραμμα χειραφέτησης των αγροτών. Καθαρά αντιμαρξιστές, είταν από την αρχή αντίθετοι σ’ αυτό που αποκαλούσαν «δόγμα της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας, ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμιά επαναστατική δύναμη έξω από το προλεταριάτο των πόλεων». Το πρόγραμμά τους καλούσε για «ελεύθερη λαϊκή εξουσία, εθνικοποίηση της γης και εθνικοποίηση όλων των μεγάλων βιομηχανιών». Μια από τις κύριες μέθοδες τους για την πάλη ενάντια στον τσαρισμό, είταν η τρομοκρατία. Το 1917 χρησιμοποίησαν, όπως και οι Μενσεβίκοι, την επιρροή τους στα Σοβιέτ για να στηρίξουν το καθεστώς του Κερένσκι και πάλεψαν σκληρά ενάντια στην ιδέα της κατάχτησης της εξουσίας από το προλεταριάτο. Η αριστερή τους πτέρυγα, όμως, συνεργάστηκε με τους Μπολσεβίκους μέχρι τη Συμφωνία Ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, που την κατάγγειλαν σαν μια «προδοσία» της επανάστασης, (σελ. 26).

[14]. Οι Ναρόντνικοι είταν ρώσοι λαϊκιστές-σοσιαλιστές του τέλους του περασμένου αιώνα, που οι ιδέες τους είχαν μια ανταπόκριση σ’ ένα αξιόλογο αριθμό υποστηριχτών. Αμφισβητούσαν τη μαρξιστική αντίληψη ότι η Ρωσία θα περνούσε από το στάδιο του καπιταλισμού. Θεωρούσαν τις αγροτικές κοινότητες, που επιβίωναν ακόμα, σαν την εμβρυακή μορφή κομμουνισμού. Προσπαθούσαν να εξαπλώσουν τις ιδέες τους με το «να πάνε στο λαό» και να ξεσηκώσουν την αγροτιά για τον αγώνα ενάντια στον τσαρισμό, μέσα από την «προπαγάνδα των έργων» ή την τρομοκρατία, (σελ. 27).

[15]. «Αμυνιτισμός» είταν η άποψη ότι ο ρωσικός στρατός έπρεπε να συνεχίσει τον πόλεμο όσο ο γερμανικός στρατός υπάκουε ακόμα στον Κάιζερ. Σαν πολιτική είταν αντίθετη στον «ντεφετισμό» του Λένιν, που διακήρυξε ότι «η ήττα της Ρωσίας είναι το μικρότερο κακό». Η «Πράβντα», πριν από την επιστροφή του Λένιν, ισχυριζόταν ότι «όλος ο “ντεφετισμός”... πέθανε από τη στιγμή που το πρώτο επαναστατικό σύνταγμα εμφανίστηκε στους δρόμους της Πετρούπολης». Η «Πράβντα» οδηγήθηκε σ’ αυτή τη θέση γιατί, όπως έγραφε, «το σύνθημα μας είναι πίεση στην Προσωρινή Κυβέρνηση με στόχο να την αναγκάσουμε... να κάνει μια απόπειρα να πείσει όλες τις εμπόλεμες χώρες να αρχίσουν άμεσα διαπραγματεύσεις...». Ο Λένιν, όμως, κατάγγειλε ανοιχτά την Προσωρινή Κυβέρνηση σαν καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική και στιγμάτισε την πολιτική της πατριωτικής «υπεράσπισης» της σαν προδοσία του Σοσιαλισμού, (σελ. 28).

[16]. Η Παν-Ρωσική Συνδιάσκεψη του Απρίλη των Μπολσεβίκων συνήλθε στην Πετρούπολη στις 24-29 του Απρίλη. Στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνονταν τα εξής: Η Πολιτική Κατάσταση (Προοπτικές της Ρωσικής Επανάστασης), ο Πόλεμος, οι Προπαρασκευαστικές Εργασίες για την Ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς, το Αγροτικό Ζήτημα, το Ζήτημα του Προγράμματος και το Εθνικό Ζήτημα. Τα πραχτικά αναφέρονται συνοπτικά μόνο στη συζήτηση, αλλά το ίδιο το Συνέδριο είταν ίσως ένα από τα πιο αποφασιστικά στην ιστορία του Κόμματος. Η γραμμή που ακολουθούσαν ο Στάλιν και ο Κάμενεφ πριν φτάσει ο Λένιν στη Ρωσία, αντικαταστάθηκε οριστικά από τη στρατηγική της κατάληψης της εξουσίας. Ο Στάλιν έβλεπε τη διαφορά ανάμεσα στη Σοβιετική και την Προσωρινή Κυβέρνηση σαν μια απλή διαφορά καταμερισμού της εργασίας. Έβλεπε την Προσωρινή Κυβέρνηση, όπως ο ίδιος έλεγε, «σαν ενισχυτή των καταχτήσεων του επαναστατικού λαού». Είταν υπέρ της ένωσης με τους Μενσεβίκους. «Πρέπει να το κάνουμε. Είναι απαραίτητο να καθορίσουμε την πρόταση μας για τη βάση μιας ένωσης. Η ένωση είναι δυνατή στη βάση του Τσίμερβαλντ-Κίνταλ... Θα ξεπεράσουμε τις μικροδιαφωνίες μέσα στο Κόμμα». Οι Θέσεις του Απρίλη του Λένιν βγάλανε στην επιφάνεια μια πολύ βαθιά διαφωνία. «Ακόμα και οι μπολσεβίκοι μας δείχνουν εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση», έγραφε ο Λένιν. «Μονάχα οι καπνοί της επανάστασης μπορούν να το εξηγήσουν αυτό. Αυτός είναι ο θάνατος του σοσιαλισμού. Αν αυτή είναι η θέση σας, οι δρόμοι μας χωρίζουν. Προτιμάω να μείνω στη μειοψηφία», (σελ. 30).

[17]. Ο Οικονομισμός είταν μια ρωσική ποικιλία του συνδικαλισμού. Είχε την άποψη ότι ο οικονομικός αγώνας αρκούσε να αναπτύξει αυθόρμητα ένα μαζικό κίνημα, την πολιτική συνείδηση και μια δραστήρια ηγεσία. Ο Λένιν αφιέρωσε ένα πολύ μεγάλο μέρος της σημαντικής μπροσούρας του Τί να Κάνουμε; σε μια επίθεση στον οικονομισμό, σαν μια επικίνδυνη τάση να εξιδανικεύει την καθυστέρηση της εργατικής τάξης, να αποφεύγει τα ζητήματα ενός πολιτικού κινήματος και την αναγκαιότητα ενός επαναστατικού κόμματος, σελ. 30).

[18]. «Πράβντα» είταν το όργανο της Κεντρικής Επιτροπής των Μπολσεβίκων. Εκδόθηκε ξανά στην Πετρούπολη μετά από την επανάσταση του Φλεβάρη, (σελ. 32).

[19]. Στις 14 του Μάρτη, η Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ έβγαλε ένα μανιφέστο που καλούσε για μια δημοκρατική ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις ή αποζημιώσεις. «Η ώρα έχει φτάσει, δήλωνε, για να πάρει ο λαός στα δικά του τα χέρια την απόφαση για τον πόλεμο και την ειρήνη». Αλλά, στην πραγματικότητα, το μανιφέστο το αποδέχτηκε πέρα για πέρα ο Λόιντ Τζορτζ και με κανένα τρόπο δεν διάφερε από τη ρητορική του Γούντροου Ουίλσον. Ο πραγματικός έλεγχος της εξωτερικής πολιτικής παράμεινε στα χέρια του Μιλιουκόφ, που ακολούθησε τους παλιούς ρωσικούς ιμπεριαλιστικούς στόχους, (σελ. 33).

[20] . Ο τσάρος πιάστηκε στις 15 του Μάρτη 1917, αφού είχε ήδη παραιτηθεί υπέρ του Αρχιδούκα Μικαέλ, σαν αντιβασιλέα. Ο τελευταίος, όμως, αρνήθηκε «φρονίμως ποιών». Η Προσωρινή Επιτροπή της Αυτοκρατορικής Δούμας, με τη συγκατάθεση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ της Πετρούπολης, εγκαθίδρυσε μια Προσωρινή Κυβέρνηση με τον πρίγκιπα Λβοφ σαν πρωθυπουργό. Ο καθηγητής Μιλιουκόφ είχε το υπουργείο των Εξωτερικών, ο Α.Φ. Γκούτσκοφ είταν υπουργός Πολέμου, ο Κερένσκι υπουργός Δικαιοσύνης. Η Προσωρινή Κυβέρνηση συνέχισε την ιμπεριαλιστική πολιτική του τσαρικού προκατόχου της. Ο Μιλιουκόφ διακήρυξε ότι είταν υπέρ της προσάρτησης της Κωνσταντινούπολης και της υποτιθέμενης θέλησης του έθνους να φέρει τον πόλεμο σε μια αποφασιστική νίκη. Η αγανάχτηση των μαζών βρήκε την έκφραση της στις διαδηλώσεις του Απρίλη, με την απαίτηση να παραιτηθεί ο Μιλιουκόφ. Αλλά, με ηγεσία τους συμβιβαστές Μενσεβίκους και Σοσιαλ-Επαναστάτες, το Σοβιέτ κράτησε τις μάζες κάτω από τον έλεγχο του. Νοιώθοντας την ανασφάλεια της, όμως, η Προσωρινή Κυβέρνηση κάλεσε την Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ να σχηματίσουν μαζί μια κυβέρνηση συνασπισμού. Ενάντια στην άποψη των Μπολσεβίκων, η Εκτελεστική Επιτροπή συμφώνησε. Ο Μιλιουκόφ και οι άλλοι παραιτήθηκαν. Στις 18 του Μάη σχηματίστηκε η δεύτερη Προσωρινή Κυβέρνηση (ο πρώτος συνασπισμός) με τον Κερένσκι υπουργό Πολέμου. Ο σοσιαλεπαναστάτης Βίκτορ Τσερνόφ είταν υπουργός Γεωργίας, ο μενσεβίκος Σκομπέλεφ υπουργός Εργασίας, ο μενσεβίκος Τσερετέλι υπουργός Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων, ο λαϊκιστής-σοσιαλιστής Πεσεκχόνοφ υπουργός Τροφίμων και Εφοδίων. Η Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ δικαιολόγησε τον συνασπισμό με το επιχείρημα ότι θα έφερνε την ειρήνη και θα στερέωνε τη Δημοκρατία. Στην πραγματικότητα ο συνασπισμός συνέχιζε τον πόλεμο και ενθάρρυνε την αντίδραση. Η κυβέρνηση δεν μπορούσε να αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των αντιμαχόμενων τάξεων. Η κρίση έγινε πιο οξεία και η μπουρζουαζία σαμποτάριζε την παραγωγή. Ο καντέτος υπουργός Εμπορίου, Κονοβάλοφ, παραιτήθηκε. Πέντε υπουργοί των καντέτων παραιτήθηκαν πάνω στη συμφωνία του Τσερετέλι με την ουκρανική Ράντα. Καθετί αναβαλλόταν μέχρι τη Συνταχτική Συνέλευση, που με τη σειρά της αναβαλλόταν συνέχεια. Στις 20 του Ιούλη, ο πρίγκιπας Λβοφ παραιτήθηκε και πήρε τη θέση του ο Κερένσκι σαν Πρωθυπουργός, διατηρώντας το υπουργείο Πολέμου. Από την αρχή, οι απόψεις του Λένιν για την Προσωρινή Κυβέρνηση είταν εντελώς ξεκάθαρες. Σαν καπιταλιστική κυβέρνηση, έπρεπε να ανατραπεί. Αλλά επειδή συντηρούνταν με την υποστήριξη των Σοβιέτ, η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν μπορούσε να ανατραπεί αμέσως. Μια και η χρήση βίας ενάντια στις μάζες απορρίπτεται χωρίς συζήτηση, μια και οι μαρξιστές δεν πιστεύουν στην κατάχτηση της εξουσίας από μια μειοψηφία, η επαναστατική πρωτοπορία έπρεπε πρώτα να κερδίσει την πλειοψηφία των εργατών και αγροτών. Όλη η εξουσία έπρεπε να ανήκει στα Σοβιέτ. Τα Σοβιέτ δεν θα μπορούσαν να συνυπάρχουν με ένα αστικό-κοινοβουλευτικό κράτος. Ή η διχτατορία του προλεταριάτου ή οι κατέχουσες τάξεις έπρεπε να υπερισχύσουν, (σελ. 34).

[21]. Τα «Γράμματα από Μακριά», ο Λένιν τα έγραψε από την Ελβετία, ανάμεσα στις 2 και 8 του Απρίλη. Μονάχα το πρώτο γράμμα αυτής της σειράς, «Το Πρώτο Στάδιο της Πρώτης Επανάστασης», έφτασε στην Πετρούπολη για να δημοσιευτεί στην «Πράβντα» Νο 14 και 15. Τα άλλα δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1924 στο Νο 2 της Συλλογής Λένιν (στα Ρωσικά). Το πέμπτο («Προβλήματα της Επαναστατικής Προλεταριακής Οργάνωσης του Κράτους»), που άρχισε στις 8 του Απρίλη, τη μέρα που αναχώρησε ο Λένιν από την Ελβετία, δεν τελείωσε ποτέ, (σελ. 34).

[22]. Ο Λένιν έφτασε στην Πετρούπολη στις 16 του Απρίλη του 1917. Την επόμενη μέρα, ο Ζινόβιεφ αναφέρθηκε στις συνθήκες του ταξιδιού τους από την Ελβετία, μέσω της Γερμανίας, στο ξακουστό «σφραγισμένο τρένο», στην Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Τριάντα δύο πολιτικοί εξόριστοι που συνδέονταν με διάφορα κόμματα, είχαν κάνει μαζί αυτό το ταξίδι. Ο Φριτς Πλάτεν, ο ελβετός σοσιαλιστής, είταν εκείνος που διαπραγματεύτηκε τους όρους του ταξιδιού. Είχε συνάψει μια γραπτή συμφωνία με τον γερμανό πρεσβευτή στην Ελβετία. Τα κύρια σημεία της είταν τα έξης: (1) Όλοι οι εξόριστοι, ανεξάρτητα από την άποψη τους για τον πόλεμο, μπορούσαν να περάσουν από τη Γερμανία. (2) Το σιδηροδρομικό βαγόνι που θα χρησιμοποιούσαν οι εξόριστοι θα θεωρούνταν ξένο έδαφος. Κανείς δεν θα είχε το δικαίωμα να μπει σ’ αυτό χωρίς την άδεια του Πλάτεν. Δεν θα υπήρχε κανένας έλεγχος, ούτε των διαβατηρίων ούτε των αποσκευών. (3) Οι ταξιδιώτες συμφωνούσαν να κάνουν ζύμωση στη Ρωσία για να ανταλλαγούν οι εξόριστοι που πέρασαν από τη Γερμανία μ’ έναν αντίστοιχο αριθμό αυστρο-γερμανών φυλακισμένων στη Ρωσία, (σελ. 34).

[23]. Μια αυθόρμητη ένοπλη διαδήλωση, με 25-30.000 στρατιώτες υποστηριζόμενους από τους εργάτες, βγήκαν στους δρόμους με το σύνθημα «να απομακρυνθεί ο Μιλιουκόφ», που θεωρούνταν υπεύθυνος για την παράταση του πολέμου. Στις 21 του Απρίλη, η Επιτροπή των Μπολσεβίκων της Πετρούπολης κάλεσε για άλλη μια διαδήλωση. Με τη σειρά της, η Κεντρική Επιτροπή των καντέτων κάλεσε τους οπαδούς της «να ενωθούν γύρω από Την Προσωρινή Κυβέρνηση και να την υποστηρίξουν». Το αστικό πατριωτικό στοιχείο συγκρούστηκε με τους εργάτες και ακολούθησε μια αιματηρή συμπλοκή. Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος, αναφέρει ο Τρότσκι, συγκέντρωσε τους αριστερούς μπολσεβίκους και τους δήλωσε ότι θεωρεί το βέτο του Σοβιέτ για τις διαδηλώσεις απόλυτα εντάξει και ότι έπρεπε να υποτάσσονται σ’ αυτό χωρίς όρους. «Το σύνθημα “Κάτω η Προσωρινή Κυβέρνηση” είναι λαθεμένο σήμερα, έλεγε η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, γιατί χωρίς μια σταθερή (δηλαδή, συνειδητή και οργανωμένη) πλειοψηφία στο πλευρό του επαναστατικού προλεταριάτου, ένα τέτιο σύνθημα είναι ή μια κούφια φράση ή οδηγεί σε απόπειρες τυχοδιωχτικού χαραχτήρα». Η απόφαση αυτή διακήρυσσε ότι το καθήκον του κινήματος είταν η κριτική, η προπαγάνδα και το κέρδισμα της πλειοψηφίας των Σοβιέτ, σαν το θεμέλιο της κατάχτησης της εξουσίας, (σελ. 37).

[24] . Ο Α. Μπλανκί (1805-1881), ο διάσημος γάλλος επαναστάτης, υποστήριζε την κατάχτηση της εξουσίας με μια συνωμοτική εξέγερση του προλεταριάτου. Ο μαρξισμός δεν διαφωνεί με τον μπλανκισμό σ’ ότι αφορά την αντιμετώπιση της εξέγερσης σαν μια τέχνη, διαφωνεί, όμως, πάνω στο ζήτημα των συνθηκών της εξέγερσης. «Για να πετύχει, έγραφε ο Λένιν, η εξέγερση πρέπει να βασίζεται όχι σε μια συνωμοσία, όχι σε ένα κόμμα, αλλά στην προχωρημένη τάξη. Αυτό είναι το πρώτο σημείο. Η εξέγερση πρέπει να βασίζεται στο επαναστατικό ξεσήκωμα του λαού. Αυτό είναι το δεύτερο σημείο. Η εξέγερση πρέπει να βασίζεται στο κρίσιμο σημείο της ιστορίας της ωριμάζουσας επανάστασης, τότε που η δραστηριότητα της πρωτοπορίας του λαού είναι ατό κορύφωμα της, τότε που οι ταλαντεύσεις στις γραμμές των εχθρών, και στις γραμμές των αδύνατων, τρομοκρατημένων, αναποφάσιστων φίλων της επανάστασης, είναι στο κορύφωμά τους. Αυτό είναι το τρίτο σημείο. Είναι στον τονισμό αυτών των τριών όρων, σαν έναν τρόπο προσέγγισης της εξέγερσης, που ο μαρξισμός διαφέρει από τον μπλανκισμό», (σελ. 37).

[25]. «Η απαίτηση για τη σύγκληση της Συνταχτικής Συνέλευσης αποτελούσε στο παρελθόν ένα εντελώς κανονικό μέρος του προγράμματος της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας, γιατί σε μια αστική δημοκρατία η Συνταχτική Συνέλευση αποτελεί την υψηλότερη μορφή της δημοκρατίας...», έγραφε ο Λένιν στις «Θέσεις για τη Συνταχτική Συνέλευση», στις 8 του Γενάρη 1918. Μα το 1917 οι μπολσεβίκοι, ενώ απαιτούσαν τη Συνταχτική Συνέλευση, συνέχεια δίνανε έμφαση στο ότι μια δημοκρατία των Σοβιέτ είταν μια υψηλότερη μορφή δημοκρατίας από την κοινή αστική δημοκρατία. Αφού τα Σοβιέτ αποσπάσανε την εξουσία με την Οχτωβριανή Επανάσταση, η Συνταχτική Συνέλευση έχασε τη σημασία της. Όταν η Συνταχτική Συνέλευση συνήλθε στις 18 του Γενάρη 1918, είταν για μια μέρα μόνο. Η σύνθεση της, βασικά δεξιά Σοσιαλ-Επαναστατική, βασιζόταν σε εκλογικούς καταλόγους που είχαν συνταχθεί πριν μετακινηθούν οι μάζες προς τον μπολσεβικισμό. Αφού διάβασαν μια διακήρυξη που κατάγγελνε την πλειοψηφία της Συνταχτικής Συνέλευσης σαν αντεπαναστατική, οι Μπολσεβίκοι και οι αριστεροί Σοσιαλ-Επαναστάτες αποσύρθηκαν. Την ίδια μέρα, η Συνταχτική Συνέλευση διαλύθηκε και στις 19 του Γενάρη η Σοβιετική Κυβέρνηση τη διάλυσε και επίσημα, (σελ. 40).

[26]. Απόμερους μιας Κοινής Επιτροπής των Σκανδιναβικών Σοσιαλιστικών Κομμάτων, ο εκδότης της δανέζικης «Σοσιαλ-Ντεμοκράτεν», Μπόργκμπγιεργκ, έδοσε μια πρόσκληση στην Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ να παρακολουθήσουν ένα Διεθνές Συνέδριο Ειρήνης στη Στοκχόλμη. Οι Μενσεβίκοι και οι Σοσιαλ-Επαναστάτες δέχτηκαν, όπως και οι γερμανοί κεντριστές Χάαζε, Κάουτσκι και Λέντεμπουρ. Οι άγγλοι και γάλλοι σοσιαλιστές απορρίψανε την πρόσκληση για πατριωτικούς λόγους. Η Συνδιάσκεψη του Απρίλη των Μπολσεβίκων απόρριψε το σχέδιο για το λόγο που είπε ο Λένιν, ότι είταν μια πολιτική μανούβρα του γερμανικού ιμπεριαλισμού, που δούλευε μέσα από τις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις να ψαρέψει τους πιο επωφελείς όρους σ’ ότι άφορα την ειρήνη. Μονάχα ο Κάμενεφ υποστήριξε την ιδέα της συμμετοχής (σελ. 45).

[27]. Μετά από το Κρατικό Συνέδριο της Μόσχας, στις 26 του Αυγούστου 1917, τα πιο αντιδραστικά στοιχεία της χώρας άρχισαν να ετοιμάζουν ένα πραξικόπημα ενάντια στα Σοβιέτ. Το Συνέδριο αυτό το κάλεσε ο Κερένσκι σαν μέρος της βοναπαρτιστικής πολιτικής του, του «πλατέματος της βάσης» της Προσωρινής Κυβέρνησης. Στη σύνθεση του, το Συνέδριο αυτό είταν πέρα για πέρα αντεπαναστατικό. Το γενικό παράπονο τους είταν ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν είχε αρκετή δύναμη, υπονοώντας ότι τα Σοβιέτ είχαν πάρα πολλή δύναμη. Τα γεγονότα επιταχύνθηκαν, όταν, στις 2 του Σεπτέμβρη, οι Γερμανοί ξεκίνησαν την επίθεση τους στο μέτωπο της Ντβίνα και κατάλαβαν τη Ρίγα. Υπήρχαν στοιχεία ότι το ρωσικό μέτωπο το είχε ανοίξει προδοτικά ο Κορνίλοφ για να δημιουργήσει μια κατάσταση πανικού –την απαραίτητη ατμόσφαιρα για το στρατιωτικό πραξικόπημα του. Ο Κερένσκι και ο Κορνίλοφ εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση για να πάρουν μέρος σε μια συνωμοσία ενάντια στις μάζες της Πετρούπολης. Το σχέδιό τους είταν να επιτεθεί ο Κορνίλοφ στην Πετρούπολη και να αφοπλίσει τις σοβιετικές μάζες με τους κοζάκους του. Αλλά στο μεταξύ, το Σοβιέτ ανάγκασε τον Κερένσκι να εκδόσει μια εντολή για τη σύλληψη του Κορνίλοφ. Ο τελευταίος επιτέθηκε στην Πετρούπολη για να εγκαθιδρύσει τη στρατιωτική διχτατορία του. Οι μάζες κινητοποιήθηκαν με επαναστατικό ζήλο και ο Κορνίλοφ ηττήθηκε. Το κύρος των Μπολσεβίκων ανέβηκε αμέσως και ο Τρότσκι εκλέχτηκε πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης, (σελ. 46).

[28]. Από τη δομή του τελευταίου μέρους της φράσης είναι καθαρό ότι εδώ έχει παραληφθεί μια αναφορά σε ορισμένα ονόματα –(Λ.Τ.), (σελ. 46).

[29]. Το Δημοκρατικό Συνέδριο αποφασίστηκε στον καιρό της ανταρσίας του Κορνίλοφ για να στηρίξει το καταρρακωμένο κύρος της «Δημοκρατίας» και να βάλει φρένο στον Κερένσκι. Βασικά, όμως, είταν ένα μέσο που σχεδίασε ο Τσερετέλι για να εμποδίσει την πάλη των Μπολσεβίκων για την εξουσία των Σοβιέτ και με την ελπίδα ότι το Συνέδριο θα μπορούσε να γίνει ένα αντίβαρο στα Σοβιέτ. Στο Συνέδριο, οι Μπολσεβίκοι είταν στη μειοψηφία, μια που το σύστημα αντιπροσώπευσης είχε πολύ προσεχτικά δόσει στα Ζέμστβος και στους άλλους αστικούς θεσμούς την πλειοψηφία σε σχέση με τους αντιπροσώπους του Σοβιέτ. Σε μια συνέλευση των τελευταίων, ο Τρότσκι μίλησε για τη μεταβίβαση της εξουσίας στα Σοβιέτ, αλλά καταψηφίστηκε. Στο ίδιο το Συνέδριο, στη δήλωση του απόμερους των Μπολσεβίκων, είπε ότι είταν έτοιμοι να πάρουν την εξουσία αν γίνονταν πλειοψηφία στα Σοβιέτ. Το Συνέδριο δεν μπορούσε να πάρει μια απόφαση για το ζήτημα του συνασπισμού (δηλαδή συμπεριλαμβανόμενων και των Καντέτων). Πριν διαλυθεί, διόρισε ένα μόνιμο σώμα που αποτελούνταν από το 15% των μελών κάθε ομάδας, για να αποτελέσει ένα Συμβούλιο της Δημοκρατίας ή ένα Προ-Κοινοβούλιο, μέχρι να συνέλθει η Συνταχτική Συνέλευση. Σε μια Συνδιάσκεψη των μπολσεβίκων αντί-προσώπων, ο Τρότσκι πρότεινε το μποϊκοτάρισμα του Προ-Κοινοβούλιου για το λόγο ότι δεν αντιπροσώπευε τον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων και είταν ένα μέσο να ακινητοποιηθούν τα Σοβιέτ. Βρέθηκε στη μειοψηφία, αλλά ο Λένιν, που έλλειπε, συμμεριζόταν την άποψη του ότι το Προ-Κοινοβούλιο είταν «κάλπικο». Είταν τότε που έγραφε: «Ο Τρότσκι είταν υπέρ του μποϊκοτάζ. Μπράβο, σύντροφε Τρότσκι!». Στην πρώτη συνεδρίαση του Προ-Κοινοβούλιου, ο Τρότσκι δήλωσε ότι είταν γεμάτο από εκπροσώπους των κατεχουσών τάξεων και ότι είταν ενάντια στην επανάσταση. Οι Μπολσεβίκοι αποσύρθηκαν τελικά, αφού διάβασαν μια δήλωση, και αποφάσισαν να καλέσουν το Παν-Ρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, (σελ. 46).

Πίσω στα Περιεχόμενα

Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη