Marxistbooks> Βιβλιοθήκη >Τρότσκι>Τα Μαθήματα του Οκτώβρη_b


Λεόν Τρότσκι

ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ
ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ
(1924)




Γράφτηκε: το 1924
Πηγή: Εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», Αθήνα 1979 και 1985
Μετάφραση - Επιμέλεια: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης – Γ. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, Σεπτέμβρης 2008


Μέρος Δεύτερο

Οι Παραμονές της Οκτωβριανής Επανάστασης
–Τα Επακόλουθα

Το έκτακτο Συνέδριο αποδείχτηκε περιττό. Η πίεση που άσκησε ο Λένιν, εξασφάλισε την απαραίτητη μετατόπιση των δυνάμεων προς τα αριστερά τόσο μέσα στην Κεντρική Επιτροπή όσο και μέσα στη φράξια μας στο Προ-Κοινοβούλιο. Οι Μπολσεβίκοι αποχώρησαν από το Προ-Κοινοβούλιο στις δέκα του Οκτώβρη. Στην Πετρούπολη το Σοβιέτ ήρθε σε σύγκρουση με την Κυβέρνηση πάνω στη διαταγή της μετάθεσης στο μέτωπο του μέρους εκείνου της φρουράς που συμπαθούσε τους Μπολσεβίκους. Στις 16 του Οκτώβρη δημιουργήθηκε η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή, το νόμιμο Σοβιετικό όργανο της εξέγερσης. Η δεξιά πτέρυγα του Κόμματος προσπαθούσε να επιβραδύνει την εξέλιξη των γεγονότων. Η πάλη των τάσεων μέσα στο Κόμμα, όπως και η ταξική πάλη μέσα στη χώρα, μπήκε σε μια αποφασιστική φάση. Η θέση των δεξιών παρουσιάζεται καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα στα κυριότερα σημεία της σε ένα γράμμα των Κάμενεφ και Ζινόβιεφ με τον τίτλο «Για την Τρέχουσα Κατάσταση». Τό γράμμα γράφτηκε στις 11 του Οκτώβρη, δυο βδομάδες δηλαδή πριν από την εξέγερση, και στάλθηκε στις κυριότερες οργανώσεις του Κόμματος. Τό γράμμα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την απόφαση για την ένοπλη εξέγερση που είχε υιοθετήσει η Κεντρική Επιτροπή. Συμβουλεύοντάς μας να μην υποτιμούμε τον εχθρό, στην πραγματικότητα υποτιμώντας χυδαία στις δυνάμεις της επανάστασης, κι ακόμα αρνούμενοι ότι οι μάζες είχαν τη διάθεση για μάχη (δυο βδομάδες πριν στις 25 του Οκτώβρη!), οι συγγραφείς του γράμματος δήλωναν:

«Είμαστε βαθιά πεισμένοι ότι με το να κηρύσσουμε την άμεση ένοπλη εξέγερση παίζουμε κορώνα-γράμματα όχι μόνο την τύχη του Κόμματος μας μα και την τύχη της Ρωσικής και της Παγκόσμιας Επανάστασης».

Αλλά αν δεν υπάρχει θέμα για την εξέγερση και την κατάληψη της εξουσίας, τί υπάρχει τότε; Η απάντηση που δίνει το γράμμα είναι επίσης καθαρή και ακριβής: «Στο στρατό και στους εργάτες κρατάμε ένα πιστόλι στον κρόταφο της μπουρζουαζίας», και εξαιτίας αυτού του πιστολιού η μπουρζουαζία δεν θα μπορέσει να αποφύγει τη Συνταχτική Συνέλευση.

«Οι προοπτικές του Κόμματος μας στις εκλογές για τη Συνταχτική Συνέλευση είναι θαυμάσιες... η επιρροή του Μπολσεβικισμού μεγαλώνει... Με μια σωστή ταχτική, μπορούμε να κερδίσουμε το ένα τρίτο, μάλιστα και περισσότερα από το ένα τρίτο, των εδρών στη Συνταχτική Συνέλευση».

Έτσι, το γράμμα αυτό μας χαράζει καθαρά μια πορεία όπου θα παίξουμε το ρόλο μιας «σημαντικής» αντιπολίτευσης σε μια αστική Συνταχτική Συνέλευση. Η καθαρά σοσιαλ-δημοκρατική αυτή πορεία καμουφλάρεται επιφανειακά από την παρακάτω σκέψη:

«Τα Σοβιέτ, που έχουν βαθιά ριζώσει στην κοινωνική μας πραγματικότητα, δεν μπορούν να καταστραφούν... Η ίδια η Συνταχτική Συνέλευση μπορεί να βασίσει την επαναστατική δουλιά της στα Σοβιέτ. Συνταχτική Συνέλευση συν Σοβιέτ –αυτός είναι ο συνδυασμένος τύπος των κρατικών θεσμών προς τους οποίους προχωρούμε».

Για το χαραχτηρισμό ολόκληρης της γραμμής των δεξιών, έχει τεράστιο ενδιαφέρον το γεγονός ότι η θεωρία των «συνδυασμένων» κρατικών μορφών, ο συσχετισμός της Συνταχτικής Συνέλευσης με τα Σοβιέτ, επαναλήφθηκε στη Γερμανία ενάμιση ή δυο χρόνια αργότερα από τον Ρούντολφ Χίλφερντιγκ[1], που επίσης πάλεψε ενάντια στην κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο. Ο Αυστρογερμανός οπορτουνιστής αγνοούσε εκείνη τη στιγμή ότι έκανε λογοκλοπή.

Το γράμμα «Για την Τρέχουσα Κατάσταση» απορρίπτει τη διαπίστωση ότι η πλειοψηφία του λαού στη Ρωσία, στη βάση ενός καθαρά κοινοβουλευτικού υπολογισμού αυτής της πλειοψηφίας, μας υποστήριζε ήδη.

«Στη Ρωσία», αναφέρει το γράμμα, «η πλειοψηφία των εργατών είναι μαζί μας και ένα σημαντικό μέρος των στρατιωτών. Όλα τα άλλα είναι υπό αμφισβήτηση. Όλοι, για παράδειγμα, έχουμε πειστεί ότι αν γινόντουσαν εκλογές για τη Συνταχτική Συνέλευση, η πλειοψηφία των αγροτών θα ψήφιζε τους Σοσιαλ-Επαναστάτες. Αυτό είναι τυχαίο;».

Η παραπάνω διατύπωση του ερωτήματος περιέχει ένα κύριο και βασικό λάθος, που οφείλεται στην ανικανότητα να κατανοηθεί το γεγονός ότι οι αγρότες μπορεί νά ’χουν ισχυρά επαναστατικά συμφέροντα και μια έντονη επιθυμία να τα πραγματοποιήσουν αλλά δεν μπορούν νά ’χουν μια ανεξάρτητη πολιτική θέση. Μπορούν είτε να ψηφίσουν την αστική τάξη, ψηφίζοντας τους Σοσιαλ-Επαναστάτες πράχτορές της, ή να ενωθούν στη δράση με το προλεταριάτο. Ποιά από τις δυο αυτές δυνατότητες θα υλοποιούνταν, θα καθοριζόταν από την πολιτική ακριβώς που θα ακολουθούσαμε. Αν είχαμε πάει στο Προ-Κοινοβούλιο για να αποτελέσουμε μια σημαντική αντιπολίτευση («το ένα τρίτο, μάλιστα και περισσότερο από το ένα τρίτο, των εδρών») στη Συνταχτική Συνέλευση, τότε, σχεδόν αυτόματα θα έφερνε την αγροτιά σε μια τέτια θέση που θα γύρευε να ικανοποιήσει τα συμφέροντα της μέσα από τη Συνταχτική Συνέλευση. Και κατά συνέπεια θα απευθυνόταν όχι στην αντιπολίτευση αλλά στην πλειοψηφία. Από την άλλη μεριά, η κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο δημιούργησε αμέσως το επαναστατικό πλαίσιο για την πάλη της αγροτιάς ενάντια στους γαιοχτήμονες και τους αξιωματούχους. Για να χρησιμοποιήσουμε τους τόσο προσφιλείς ανάμεσα μας χαραχτηρισμούς πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, αυτό το γράμμα εκφράζει ταυτόχρονα μια υποτίμηση και μια υπερτίμηση της αγροτιάς. Υποτιμάει τις επαναστατικές δυνατότητες της αγροτιάς (κάτω από μια προλεταριακή ηγεσία!) και υπερτιμάει την πολιτική της ανεξαρτησία. Το διπλό αυτό σφάλμα της υπερτίμησης και, ταυτόχρονα, της υποτίμησης της αγροτιάς, απορρέει με τη σειρά του από μια υποτίμηση της δικής μας τάξης και του κόμματος της –δηλαδή, από μια σοσιαλδημοκρατική προσέγγιση του προλεταριάτου. Κι αυτό καθόλου δεν μας εκπλήσσει. Όλες οι αποχρώσεις του οπορτουνισμού ανάγονται, σε τελευταία ανάλυση, σε μια λαθεμένη εκτίμηση των επαναστατικών δυνάμεων και των δυνατοτήτων του προλεταριάτου.

Διαφωνώντας με την κατάληψη της εξουσίας, το γράμμα προσπαθεί να τρομοκρατήσει το Κόμμα με την προοπτική ενός επαναστατικού πόλεμου.

«Οι μάζες των στρατιωτών μάς υποστηρίζουν γιατί ρίχνουμε όχι ένα σύνθημα πολέμου, αλλά ένα σύνθημα ειρήνης. Αν καταλάβουμε μόνοι μας την εξουσία τώρα και αν αναγκαστούμε από την παγκόσμια κατάσταση να εμπλακούμε σ’ έναν επαναστατικό πόλεμο, οι μάζες των στρατιωτών θα μας εγκαταλείψουν. Το καλύτερο τμήμα της στρατευμένης νεολαίας θα μείνει βέβαια κοντά μας, αλλά ο κύριος όγκος των στρατιωτών θα μας αφήσει».

Αυτή η επιχειρηματολογία είναι πολύ διδαχτική. Έχουμε εδώ τα βασικά επιχειρήματα αυτών που είταν υπέρ της υπογραφής της ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, αλλά αυτή τη φορά στρέφονται ενάντια στην κατάληψη της εξουσίας. Είναι ολοφάνερο ότι η θέση που εκφράστηκε στο γράμμα «Για την Τρέχουσα Κατάσταση» διευκόλυνε αργότερα, σε πολύ μεγάλο βαθμό, την παραδοχή της ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ[2]. από αυτούς που υποστήριζαν τις απόψεις που έκφραζε το παραπάνω γράμμα. Εμείς αρκούμαστε στο να επαναλάβουμε αυτό που έχουμε ξαναπεί, δηλαδή ότι η πολιτική ιδιοφυΐα του Λένιν χαραχτηρίζεται όχι από το ότι θεωρεί την προσωρινή υποχώρηση του Μπρεστ-Λιτόφσκ σαν μεμονωμένο γεγονός αλλά από το ότι βλέπει το Μπρεστ-Λιτόφσκ μόνο σε συνδυασμό με τον Οκτώβρη. Αυτό ας μη το ξεχνάμε.

Η εργατική τάξη παλεύει και ωριμάζει έχοντας πάντα συνείδηση του γεγονότος ότι οι μεγαλύτερες δυνάμεις βρίσκονται με το μέρος του εχθρού. Αυτό φαίνεται σε κάθε βήμα της καθημερινής ζωής: ο εχθρός διαθέτει πλούτη και την κρατική εξουσία, όλα τα μέσα της ιδεολογικής πίεσης και όλους τους μηχανισμούς καταπίεσης. Συνηθίζουμε στην ιδέα ότι ο εχθρός υπερτερεί σε δυνάμεις. Κι αυτή η συνήθεια αποτελεί βασικό μέρος ολόκληρης της ζωής και της δραστηριότητας του επαναστατικού Κόμματος στην εποχή της προετοιμασίας. Οι συνέπειες της μιας ή της άλλης απρόσεχτης η ανώριμης πράξης, υπενθυμίζουν σκληρά τη δύναμη του εχθρού. Αλλά έρχεται μια στιγμή που η συνήθεια να θεωρούμε τον εχθρό σαν δυνατότερο, γίνεται το κύριο εμπόδιο στο δρόμο για τη νίκη. Η σημερινή αδυναμία της μπουρζουαζίας φαίνεται ντυμένη με τη σκιά της χθεσινής της δύναμης. «Υποτιμάτε τη δύναμη του εχθρού!» Αυτή η κραυγή είναι ο άξονας που συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που είναι αντίθετα στην ένοπλη εξέγερση. Οι αντίπαλοι της εξέγερσης στη χώρα μας γράψανε δυο βδομάδες πριν από τη νίκη μας:

«Όποιος σκοπεύει να μη μιλάει απλά για μια εξέγερση, έχει καθήκον να ζυγίζει σοβαρά τις πιθανότητες της. Κι εμείς αισθανόμαστε ότι είναι καθήκον μας να πούμε ότι αυτή τη στιγμή η πιο μεγάλη ζημιά μπορεί να προκληθεί από την υποτίμηση των δυνάμεων του εχθρού και την υπερτίμηση των δικών μας. Οι δυνάμεις του εχθρού είναι μεγαλύτερες απ’ ότι φαίνονται. Η Πετρούπολη θα αποφασίσει. Αλλά στην Πετρούπολη, οι εχθροί του προλεταριακού Κόμματος έχουν συγκεντρώσει υπολογίσιμες δυνάμεις: 5.000 Γιούνκερς(Δόκιμοι αξιωματικοι) άρτια εξοπλισμένοι και οργανωμένοι και, εξαιτίας της ταξικής τους θέσης, ανυπόμονοι και ικανοί να πολεμήσουν. Το Επιτελείο του στρατού, τα στρατεύματα κρούσης, οι Κοζάκοι, ένα ισχυρό τμήμα της φρουράς, τέλος, ένα πολύ ισχυρό τμήμα του πυροβολικού που κυκλώνει σαν βεντάλια την Πετρούπολη. Επιπλέον οι εχθροί μας, με τη βοήθεια της Πανρωσικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ, θα προσπαθήσουν σίγουρα να φέρουν στρατεύματα από το μέτωπο», («Για την Τρέχουσα Κατάσταση»).

Σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο, στο βαθμό που το ζήτημα δεν είναι απλά να μετράς τα τάγματα πριν από τη μάχη αλλά να υπολογίζεις χονδρικά το επίπεδο συνείδησης τους, μια τέτια εκτίμηση δεν μπορεί ποτέ να αποδειχθεί πέρα για πέρα ικανοποιητική ή επαρκής. Ακόμα και ο Λένιν υπολόγιζε ότι ο εχθρός είχε ισχυρές δυνάμεις στην Πετρούπολη και πρότεινε να αρχίσει η εξέγερση από τη Μόσχα, όπου, όπως πίστευε, μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς σχεδόν αιματοχυσία. Τέτια λάθη στις προβλέψεις είναι απόλυτα αναπόφευχτα ακόμα και κάτω από τις ευνοϊκότερες συνθήκες, και είναι πάντα σωστότερο να κάνουμε τα σχέδια μας σύμφωνα με τις λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες. Αλλ’ αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι στη δοσμένη περίπτωση οι εχθρικές δυνάμεις διογκώθηκαν εκπληκτικά και όλες οι αναλογίες είχαν τελείως διαστρεβλωθεί σε μια στιγμή όπου ο εχθρός στην πραγματικότητα δεν είχε καμιά ένοπλη δύναμη.

Το ζήτημα, όπως έδειξε και η γερμανική εμπειρία, έχει τεράστια σημασία. Όσον καιρό οι ηγέτες του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος χρησιμοποιούσαν το σύνθημα της εξέγερσης, κυρίως, ή μονάχα από την άποψη της αγκιτάτσιας δεν έδιναν σημασία στις εχθρικές δυνάμεις, απλά αγνοούσαν το ζήτημα των ένοπλων δυνάμεων που διάθετε ο εχθρός (Ράιχσβερ, φασιστικά αποσπάσματα, αστυνομία, κλπ). Τους φαινόταν ότι η διαρκώς αυξανόμενη επαναστατική πλημμυρίδα θα έλυνε αυτόματα το στρατιωτικό πρόβλημα. Αλλά όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με το πρόβλημα, οι ίδιοι σύντροφοι που θεωρούσαν ανύπαρκτες τις εχθρικές ένοπλες δυνάμεις, πέρασαν αμέσως στο άλλο άκρο. Έδοσαν μεγάλη εμπιστοσύνη σε κάθε στατιστική γύρω από την ένοπλη δύναμη της μπουρζουαζίας, πρόσθεσαν σ’ αυτές προσεχτικά τις δυνάμεις της Ράιχσβερ και της αστυνομίας, μετά στρογγύλεψαν τον αριθμό (πάνω από μισό εκατομμύριο) και έτσι βρέθηκαν μπροστά σε μια συμπαγή μαζική δύναμη οπλισμένη μέχρι τα δόντια και απόλυτα ικανή για να παραλύσει τις προσπάθειες τους. Χωρίς αμφιβολία οι δυνάμεις της γερμανικής αντεπανάστασης είταν αριθμητικά ισχυρότερες κι οπωσδήποτε καλύτερα οργανωμένες και προετοιμασμένες από τους δικούς μας κορνιλοφικούς και μισο-κορνιλοφικούς. Αλλά και οι δραστήριες δυνάμεις της γερμανικής επανάστασης είταν εξίσου διαφορετικές από τις δικές μας. Το προλεταριάτο αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία του γερμανικού πληθυσμού. Στη χώρα μας, το ζήτημα, τουλάχιστον στην αρχή, αποφασίστηκε στην Πετρούπολη και τη Μόσχα. Στη Γερμανία η εξέγερση θα φούντωνε αμέσως σε δεκάδες ισχυρά προλεταριακά κέντρα. Σ’ αυτό το πεδίο οι ένοπλες δυνάμεις του εχθρού δεν θα εμφανίζονταν τόσο τρομερές όσο στους στατιστικούς υπολογισμούς, στρογγυλεμένους μάλιστα. Πάντως πρέπει να απορρίψουμε κατηγορηματικά τους κακόβουλους υπολογισμούς που έγιναν και που εξακολουθούν να γίνονται μετά την ήττα του γερμανικού Οχτώβρη, για να δικαιώσουνε την πολιτική που οδήγησε στην ήττα. Το ρωσικό παράδειγμά μας έχει μεγάλη σημασία σχετικά μ’ αυτό. Δυο βδομάδες πριν από την αναίμαχτη νίκη μας στην Πετρούπολη –που θα μπορούσαμε να την είχαμε πραγματοποιήσει ακόμα δυο βδομάδες νωρίτερα– έμπειροι πολιτικοί του Κόμματος είδαν παραταγμένους ενάντια μας τους Γιούνκερς, ανυπόμονους και ικανούς να πολεμήσουν, και τα στρατεύματα κρούσης, και τους Κοζάκους, κι ένα ισχυρό τμήμα της φρουράς, και το πυροβολικό, διαταγμένο σαν βεντάλια, και τα στρατεύματα που ερχόντουσαν από το μέτωπο. Αλλά στην πραγματικότητα όλ’ αυτά δεν είταν τίποτε –με στρογγυλούς αριθμούς, μηδέν. Ας φανταστούμε για μια στιγμή ότι οι αντίπαλοι της εξέγερσης κυριαρχούσαν στο Κόμμα και στην Κεντρική Επιτροπή. Ο ρόλος που παίζει μια ηγεσία σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο είναι φανερός: σε μια τέτια περίπτωση η επανάσταση θα είχε καταδικαστεί από πριν –έχτός κι αν ο Λένιν απευθυνόταν στο Κόμμα ενάντια στην Κεντρική Επιτροπή, πράγμα που ετοιμαζόταν να κάνει, και που σίγουρα θα είχε επιτυχία. Αλλά, κάτω από παρόμοιες συνθήκες, δεν θά ’χουν όλα τα κόμματα τον Λένιν τους... Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς θα γραφόταν η ιστορία αν η γραμμή που απόφευγε τη μάχη είχε νικήσει στην Κεντρική Επιτροπή. Οι επίσημοι ιστορικοί, θα εξηγούσαν, φυσικά, ότι μια εξέγερση τον Οχτώβρη του 1917, θα είταν καθαρή τρέλα και θα πρόσφεραν στον αναγνώστη φανταστικές στατιστικές με τους αριθμούς των Γιούνκερς, και των Κοζάκων, και των σωμάτων κρούσης, και του πυροβολικού, διαταγμένου σαν βεντάλια, και των στρατευμάτων που ερχόντουσαν από το μέτωπο. Μια και δεν θα είχαν ποτέ δοκιμαστεί στη φωτιά της εξέγερσης αυτές οι δυνάμεις, θα φαίνονταν ασύγκριτα πιο τρομερές απ’ ό,τι αποδείχτηκαν στην πράξη. Αυτό είναι το μάθημα που πρέπει να μπει καλά μέσα στη συνείδηση κάθε επαναστάτη!

Η επίμονη, ακούραστη και αδιάκοπη πίεση που ασκούσε ο Λένιν στην Κεντρική Επιτροπή το Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη, πήγαζε από το διαρκή φόβο του μήπως αφήσουμε την κατάλληλη στιγμή να μας ξεφύγει. Όλ’ αυτά είναι ανοησίες, απαντούσαν οι δεξιοί, η επιρροή μας θα συνεχίσει να μεγαλώνει. Ποιός είχε δίκιο; Και τι σημαίνει να χάσουμε την κατάλληλη στιγμή; Αυτή η ερώτηση έχει άμεση σχέση με το θέμα όπου η μπολσεβίκικη εκτίμηση για τους δρόμους και τα μέσα της επανάστασης έρχεται στην πιο οξεία και καθαρή σύγκρουση με τη σοσιαλδημοκρατική μενσεβίκικη εκτίμηση: η πρώτη είναι δραστήρια, στρατηγική και πέρα για πέρα πραχτική, ενώ η δεύτερη είναι τελείως εμποτισμένη με μοιρολατρία. Τί σημαίνει να χάσουμε την κατάλληλη στιγμή; Οι πιο ευνοϊκές συνθήκες για μια εξέγερση υπάρχουν προφανώς, όταν έχει γίνει η μεγαλύτερη μετατόπιση προς όφελος μας στο συσχετισμό των δυνάμεων. Αναφερόμαστε βέβαια στο συσχετισμό των δυνάμεων στο πεδίο της συνείδησης, δηλαδή στο πεδίο του πολιτικού εποικοδομήματος, κι όχι στο πεδίο των οικονομικών βάσεων, που μπορεί να υποτεθεί ότι παραμένουν, λίγο ή πολύ, αμετάβλητες σ’ όλη τη διάρκεια της επαναστατικής εποχής. Πάνω σε μια και μόνη οικονομική βάση, με μια και την ίδια ταξική διαίρεση της κοινωνίας, ο συσχετισμός των δυνάμεων αλλάζει ανάλογα με τις διαθέσεις των προλεταριακών μαζών, ανάλογα με το πόσο έχουν τσακιστεί οι αυταπάτες τους και πόσο έχει μεγαλώσει η πολιτική τους εμπειρία, ανάλογα με το βαθμό που έχει τσακιστεί η εμπιστοσύνη των ενδιάμεσων τάξεων και ομάδων προς την κρατική εξουσία, και, τέλος, ανάλογα με το πόσο έχει χάσει η τελευταία την αυτοπεποίθηση της. Στη διάρκεια της επανάστασης όλ’ αυτά τα προτσές πραγματοποιούνται με αστραπιαία ταχύτητα. Όλη η τέχνη της ταχτικής συνίσταται στο έξης: να αρπάξεις τη στιγμή που ο συνδυασμός των συνθηκών είναι ο πιο ευνοϊκός για μας. Η εξέγερση του Κορνίλοφ προετοίμασε στην εντέλεια ένα τέτιο συνδυασμό. Οι μάζες, αφού έχασαν την εμπιστοσύνη τους στα κόμματα που είχαν την πλειοψηφία στα Σοβιέτ, είδαν με τα ίδια τους τα μάτια τον κίνδυνο της αντεπανάστασης. Συμπέραναν ότι τώρα εξαρτιόταν πια από τους Μπολσεβίκους να βρουν ένα διέξοδο από αυτήν την κατάσταση. Ούτε η στοιχειακή αποσύνθεση της κρατικής εξουσίας, ούτε η στοιχειακή αύξηση της ανυπόμονης και απαιτητικής εμπιστοσύνης των μαζών στους Μπολσεβίκους θα μπορούσε να κρατήσει για πολύν καιρό. Η κρίση έπρεπε να λυθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Τώρα ή ποτέ!, επαναλάμβανε ο Λένιν.

Οι δεξιοί, αντίθετα, λέγανε:

«...Θα είταν ένα μεγάλο ιστορικό λάθος το να θέσεις το ζήτημα της μετάβασης της εξουσίας στα χέρια του Κόμματος του προλεταριάτου σαν “Τώρα ή ποτέ”. Όχι. Το Κόμμα του προλεταριάτου θα μεγαλώσει και το πρόγραμμα του θα γίνει καθαρό σ’ ακόμα πλατύτερες μάζες... Και μόνο μ’ έναν τρόπο μπορεί το Κόμμα να εμποδίσει τις επιτυχίες του: με το να πάρει την πρωτοβουλία της εξέγερσης κάτω από στις σημερινές συνθήκες... Υψώνουμε τη φωνή μας προειδοποιώντας ενάντια σε μια τέτια καταστρεπτική πολιτική», («Για την Τρέχουσα Κατάσταση»).

Αυτή η μοιρολατρική αισιοδοξία αξίζει προσεχτικότερη μελέτη. Δεν έχει τίποτα το εθνικό και σίγουρα τίποτα το ατομικό. Πέρυσι κιόλας ξανασυναντήσαμε την ίδια τάση στη Γερμανία. Η παθητική αυτή μοιρολατρία είναι στην πραγματικότητα ένα κάλυμμα μόνο για την αναποφασιστικότητα κι ακόμα την ανικανότητα για δράση, αλλά καμουφλάρεται με την παρηγορητική πρόγνωση ότι, ξέρετε, η επιρροή μας αυξάνει. Όσο περνάει ο καιρός οι δυνάμεις μας θα μεγαλώνουν διαρκώς. Τί αποκορύφωση ψευδαισθήσεων! Η δύναμη του επαναστατικού Κόμματος μεγαλώνει μέχρι μια ορισμένη στιγμή μονάχα, και μετά, το προτσές μπορεί να μετατραπεί στο ακριβώς αντίθετο του. Οι ελπίδες των μαζών μεταβάλλονται σε απογοήτευση σαν αποτέλεσμα της παθητικότητας του Κόμματος, ενώ ο εχθρός συνέρχεται από τον πανικό του και εκμεταλλεύεται αυτή την απογοήτευση. Γίναμε μάρτυρες μιας τέτιας αποφασιστικής στροφής τον Οκτώβρη του 1923 στη Γερμανία. Δεν είμασταν πολύ μακριά από μια παρόμοια στροφή των γεγονότων στη Ρωσία το φθινόπωρο του 1917. Γι’ αυτό, μια καθυστέρηση μερικών μόλις βδομάδων ίσως να αρκούσε. Ο Λένιν είχε δίκιο. Είταν τώρα ή ποτέ!

Κι εδώ οι αντίπαλοι της εξέγερσης φέρανε το τελευταίο και δυνατότερο επιχείρημα τους:

«Αλλά το αποφασιστικό ερώτημα είναι αν οι διαθέσεις των εργατών και των στρατιωτών στην πρωτεύουσα είναι πραγματικά τέτιες που να βλέπουν σαν μόνη σωτηρία τους τη μάχη στους δρόμους και ότι θέλουν να πολεμήσουν. Όχι. Δεν υπάρχουν τέτιες διαθέσεις... Αν οι πλατιές μάζες της φτωχολογιάς στην πρωτεύουσα είχαν διάθεση για μάχη και βιάζονταν να κατέβουν στους δρόμους, αυτό θα είταν μια εγγύηση ότι η πρωτοβουλία τους θα παράσερνε στις μεγαλύτερες και σημαντικότερες οργανώσεις (το συνδικάτο των σιδηροδρομικών, το συνδικάτο των τηλεπικοινωνιών, κλπ) όπου η επιρροή του Κόμματος μας είναι μικρή. Αλλά μια και δεν υπάρχει μια τέτια διάθεση ακόμα και στα εργοστάσια και στους στρατώνες, θα είταν αυταπάτη να βασίσουμε οποιουσδήποτε υπολογισμούς πάνω σ’ αυτήν», («Για την Τρέχουσα Κατάσταση»).

Αυτές οι σειρές, γραμμένες στις 11 του Οκτώβρη, αποχτούν μια ιδιαίτερη και επίκαιρη σημασία όταν θυμηθούμε ότι οι ηγέτες σύντροφοι του γερμανικού Κόμματος, στην προσπάθεια τους να εξηγήσουν την περυσινή υποχώρηση τους χωρίς μάχη, έδοσαν ιδιαίτερη έμφαση στην απροθυμία των μαζών να πολεμήσουν. Αλλά όλο το ζήτημα βρίσκεται στο ότι μια νικηφόρα εξέγερση εξασφαλίζεται, γενικά μιλώντας, όταν οι μάζες έχουν ήδη αρκετή εμπειρία να μην πέσουν με τα μούτρα στην πάλη, αλλά να περιμένουν και να απαιτήσουν μια αποφασιστική και ικανή μαχητική ηγεσία. Τον Οκτώβρη του 1917, οι εργατικές μάζες, ή τουλάχιστο το ηγετικό τμήμα τους, είχαν ήδη σχηματίσει την ακλόνητη πεποίθηση –με βάση την εμπειρία της διαδήλωσης του Απρίλη, των Ιουλιανών και των γεγονότων με τον Κορνίλοφ– ότι ούτε οι στοιχειακές διαμαρτυρίες, ούτε οι αναγνωριστικές επιχειρήσεις είταν πια στην ημερήσια διάταξη –αλλά μια αποφασιστική εξέγερση για την κατάληψη της εξουσίας. Οι διαθέσεις των μαζών έγιναν επομένως πιο συγκεντρωτικές, πιο κριτικές, πιο βαθιές. Η μετάβαση από μια στοιχειακή, υπερβολική και γεμάτη αυταπάτες διάθεση, σε μια διάθεση πιο συνειδητή και πιο κριτική, συνεπάγεται αναγκαστικά μια ανάπαυλα στην επαναστατική συνέχεια. Μια τέτια προοδευτική κρίση στη διάθεση των μαζών μπορεί να ξεπεραστεί μόνο από μια σωστή κομματική πολιτική, δηλαδή, πάνω απ’ όλα, από την πραγματική ετοιμότητα και ικανότητα του Κόμματος να ηγηθεί στην εξέγερση του προλεταριάτου. Από την άλλη μεριά, ένα κόμμα που διεξάγει μια παρατεταμένη επαναστατική αγκιτάτσια, αποσπώντας τις μάζες από την επιρροή των συμφιλιωτών, και μετά, αφού η εμπιστοσύνη των μαζών το έχει ανεβάσει στην κορυφή, αρχίζει να ταλαντεύεται, να ψιλοκοσκινίζει, να βάζει εμπόδια και να καιροσκοπεί –ένα τέτιο κόμμα παραλύει τη δραστηριότητα των μαζών, σπέρνει απογοήτευση κι αποσύνθεση ανάμεσα τους και καταστρέφει την επανάσταση. Αλλά σε αντάλλαγμα προσφέρει στον εαυτό του την έτοιμη δικαιολογία –μετά την ήττα– ότι οι μάζες δεν είταν αρκετά δραστήριες. Αυτή ακριβώς είταν η πορεία που το γράμμα «Για την Τρέχουσα Κατάσταση» χάραζε για το Κόμμα μας. Ευτυχώς, κάτω από την ηγεσία του Λένιν, το Κόμμα είταν αποφασιστικά ικανό να τσακίσει αυτού του είδους τις διαθέσεις στην κορυφή, και μονάχα χάρη σ’ αυτό μπόρεσε να ηγηθεί σε μια νικηφόρα επανάσταση.

Χαραχτηρίσαμε τη φύση των πολιτικών θεμάτων σε σχέση με την προετοιμασία της Οχτωβριανής Επανάστασης, και επιχειρήσαμε να ξεκαθαρίσουμε την ουσία αυτών των διαφορών, και τώρα μας μένει να εξετάσουμε σύντομα τις πιο σημαντικές στιγμές της εσωκομματικής πάλης τις τελευταίες αποφασιστικές βδομάδες.

Η απόφαση για την ένοπλη εξέγερση πάρθηκε από την Κεντρική Επιτροπή στις 10 του Οκτώβρη. Στις 11, το γράμμα «Για την Τρέχουσα Κατάσταση» που αναλύθηκε πιο πάνω, στάλθηκε στις κυριότερες οργανώσεις του Κόμματος. Στις 18, δηλαδή μια βδομάδα πριν από την επανάσταση, η «Νόβαγια Ζιζν» δημοσίεψε το γράμμα του Κάμενεφ. Σ’ αυτό το γράμμα διαβάσαμε:

«Όχι μόνο ο σ. Ζινόβιεφ κι εγώ, αλλά και πολλοί άλλοι πραχτικοί, σύντροφοι, νομίζουμε ότι η ανάληψη της πρωτοβουλίας για μια ένοπλη εξέγερση αυτή τη στιγμή, με το δοσμένο συσχετισμό των δυνάμεων, ανεξάρτητα και αρκετές μέρες πριν από το Συνέδριο των Σοβιέτ, είναι ένα βήμα ανεπίτρεπτο και καταστροφικό για το προλεταριάτο και την επανάσταση», («Νόβαγια Ζιζν», φύλ. 156, 18 του Οκτώβρη 1917).

Στις 25 του Οκτώβρη, καταλήφθηκε η εξουσία στην Πετρούπολη και δημιουργήθηκε η Σοβιετική Κυβέρνηση. Στις 4 του Νοέμβρη, παραιτήθηκε ένας αριθμός υπευθύνων μελών από την Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος και του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λάου και δημοσίεψαν ένα τελεσίγραφο απαιτώντας το σχηματισμό μιας κυβέρνησης Συνασπισμού αποτελούμενης από όλα τα Σοβιετικά Κόμματα.

«...Αλλιώς», γράφανε, «ο μόνος δρόμος για τη διατήρηση μιας καθαρά μπολσεβίκικης κυβέρνησης, είναι, μέσω της πολιτικής τρομοκρατίας».

Και σ’ ένα άλλο ντοκουμέντο, που δημοσιεύτηκε ταυτόχρονα: «Δεν μπορούμε να αναλάβουμε καμιά ευθύνη για την καταστροφική αυτή πολιτική της Κεντρικής Επιτροπής που υιοθετήθηκε ενάντια στη θέληση της μεγάλης πλειοψηφίας του προλεταριάτου και των στρατιωτών που επιθυμούν μια κατάπαυση του ματοκυλίσματος ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της δημοκρατίας, όσο το δυνατό γρηγορότερα. Γι’ αυτό το λόγο, παραιτούμαστε από την Κεντρική Επιτροπή για να έχουμε το δικαίωμα να εκφράσουμε τις ειλικρινείς μας γνώμες στις μάζες των εργατών και των στρατιωτών και να τους καλέσουμε να υποστηρίξουν το σύνθημα μας: “Ζήτω η Κυβέρνηση όλων των Σοβιετικών Κομμάτων”, “Άμεση συμφιλίωση σ’ αυτή τη βάση!”», («Η Οχτωβριανή Επανάσταση», Αρχεία της Επανάστασης, 1917, σελ. 407-410).

Έτσι, αυτοί που είχαν αντιταχθεί στην ένοπλη εξέγερση και στην κατάληψη της εξουσίας σαν ένα τυχοδιωχτισμό, απαιτούσαν μετά το νικηφόρο αποτέλεσμα της εξέγερσης, να ξαναδοθεί η εξουσία στα κόμματα εκείνα που έπρεπε το προλεταριάτο να πολεμήσει για να καταχτήσει την εξουσία. Γιατί αλήθεια είταν υποχρεωμένο το νικηφόρο Μπολσεβίκικο Κόμμα να ξαναδόσει την εξουσία στους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλ-Επαναστάτες. (Και είταν ακριβώς το θέμα μιας τέτιας παλινόρθωσης της εξουσίας που έμπαινε εδώ!). Σ’ αυτό το ερώτημα, η αντιπολίτευση απαντούσε:

«Θεωρούμε ότι η δημιουργία μιας τέτιας κυβέρνησης είναι αναγκαία για την αποφυγή κι άλλου ματοκυλίσματος, του λιμού, της συντριβής της επανάστασης από τα τάγματα του Καλεντίν και για να διασφαλιστεί η σύγκληση της Συνταχτικής Συνέλευσης και η πραγματοποίηση του προγράμματος ειρήνης που υιοθέτησε το Παν-Ρώσικο Συνέδριο των Σοβιέτ των Στρατιωτών και Εργατών Αντιπροσώπων», (όπ.π., σελ. 407-410).

Μ’ άλλα λόγια, επρόκειτο για το άνοιγμα του δρόμου προς τον αστικό κοινοβουλευτισμό, μέσα από τις πόρτες των Σοβιέτ. Η επανάσταση είχε αρνηθεί να περάσει από το Προ–Κοινοβούλιο, και έπρεπε να ανοίξει ένα κανάλι μέσα από τον Οκτώβρη. Γι’ αυτό το καθήκον, όπως διατυπώθηκε από την αντιπολίτευση, είταν να σωθεί η επανάσταση, με τη βοήθεια των Μενσεβίκων και των Σοσιαλ-Επαναστατών, από τη διχτατορία, διοχετεύοντας την σ’ ένα αστικό καθεστώς. Εδώ έμπαινε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ζήτημα λικβινταρισμού του Οχτώβρη. Φυσικά, δε χωρούσε συζήτηση για μια οποιαδήποτε συμφιλίωση κάτω από τέτιες συνθήκες.

Την επόμενη μέρα, στις 5 του Νοέμβρη, δημοσιεύτηκε άλλο ένα γράμμα στο ίδιο πνεύμα:

«Δεν μπορώ, στο όνομα της κομματικής πειθαρχίας, να σιωπήσω, όταν μαρξιστές, ενάντια στην κοινή λογική και τη στοιχειακή κίνηση των μαζών, δεν θέλουν να λάβουν υπόψη τους τις αντικειμενικές συνθήκες που μας υπαγορεύουν επιταχτικά τη συμφιλίωση με όλα τα Σοσιαλιστικά Κόμματα κάτω από την απειλή μιας καταστροφής. Δεν μπορώ, στο όνομα της κομματικής πειθαρχίας, να υποκύψω στην προσωπολατρία και να εξαρτήσω την πολιτική συμφιλίωση με όλα τα Σοσιαλιστικά Κόμματα, που συμφωνούν στα βασικά μας αιτήματα, από το αν το ένα ή το άλλο άτομο θα συμπεριληφθεί στην κυβέρνηση ούτε είμαι διατεθειμένος, γι’ αυτό το λόγο, να παρατείνω έστω και για ένα λεπτό το ματοκύλισμα», («Ραμπότσαγια Γκαζέτα», σελ. 204, 5 του Νοέμβρη 1917).

Ο συγγραφέας αυτής της επιστολής (Λοζόφσκι) τελειώνει, διακηρύσσοντας ότι είναι επιτακτική η πάλη για ένα έκτακτο Συνέδριο του Κόμματος που θα αποφάσιζε «αν το Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα των Μπολσεβίκων θα παραμείνει ένα μαρξιστικό εργατικό κόμμα ή αν, τελικά, θα υιοθετήσει μια πορεία που δεν έχει τίποτα το κοινό με τον επαναστατικό μαρξισμό», (όπ.π.).

Η κατάσταση φαινόταν απελπιστική. Όχι μονάχα η μπουρζουαζία και οι γαιοχτήμονες, όχι μονάχα η λεγόμενη «επαναστατική δημοκρατία», που εξακολουθούσε να ελέγχει πολλές οργανώσεις (την Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σιδηροδρομικών, στρατιωτικές επιτροπές, κυβερνητικούς υπαλλήλους, κλπ), αλλά ακόμα και μερικά από τα μέλη του Κόμματος μας, με πολλή επιρροή, μέλη της Κεντρικής Επιτροπής και του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού, διακήρυσσαν ανοιχτά την καταδίκη τους ενάντια στην προσπάθεια του Κόμματος να παραμείνει στην εξουσία για να εφαρμόσει το πρόγραμμα του. Η κατάσταση θα μπορούσε να φαίνεται απελπιστική, το επαναλαμβάνουμε, αν έμενε κανείς στην επιφάνεια των γεγονότων. Τί έμενε τότε; Η αποδοχή των αιτημάτων της αντιπολίτευσης σήμαινε λικβιντάρισμα του Οκτώβρη. Σ’ αυτή την περίπτωση δε θά ’πρεπε να τον είχαμε καν πραγματοποιήσει. Μονάχα ένας δρόμος υπήρχε: να προχωρήσουμε μπροστά, βασισμένοι στην επαναστατική θέληση των μαζών.

Στις 7 του Νοέμβρη, η «Πράβντα» δημοσίεψε την αποφασιστική διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος μας, γραμμένη από τον Λένιν, και διαποτισμένη από πραγματικό επαναστατικό ενθουσιασμό, εκφρασμένη με καθαρή, απλή, και αλάνθαστη διατύπωση που απευθυνόταν στη βάση του Κόμματος. Η διακήρυξη έβαλε τέλος σε κάθε αμφιβολία για τη μελλοντική πολιτική του Κόμματος και της Κεντρικής Επιτροπής του:

«Ντροπή σ’ όλους τους λιγόπιστους, τους δισταχτικούς και τους αναποφάσιστους! Ντροπή σ’ όλους εκείνους που τρόμαξαν από την μπουρζουαζία ή στις κραυγές των άμεσων ή έμμεσων δούλων της! Δεν υπάρχει ούτε μια σκιά αμφιβολίας μέσα στις μάζες των εργατών και των στρατιωτών στην Πετρούπολη, τη Μόσχα κι αλλού. Το Κόμμα μας στέκεται ενωμένο και ακλόνητο σαν ένας άνθρωπος για να διαφυλάξει τη Σοβιετική Εξουσία και να υπερασπίσει τα συμφέροντα όλων των εργαζόμενων, πάνω απ’ όλα των εργατών και των φτωχών αγροτών», («Πράβντα», Αριθ. Φύλ. 1982(113), 20/7-11-1917).

Η πιο οξεία κρίση μέσα στο Κόμμα μας είχε ξεπεραστεί. Η εσωκομματική πάλη, όμως, δεν είχε ακόμα τελειώσει. Οι κύριες γραμμές της πάλης παράμεναν οι ίδιες. Αλλά η πολιτική της σημασία είχε ξεθωριάσει. Βρίσκουμε μια πολύ σημαντική μαρτυρία γι’ αυτό σ’ ένα ραπόρτο του Ουρίτσκι σε μια συγκέντρωση της Επιτροπής του Κόμματος μας στην Πετρούπολη στις 12 του Δεκέμβρη, πάνω στο θέμα της σύγκλησης της Συνταχτικής Συνέλευσης.

«Οι διαφωνίες μέσα στο Κόμμα μας δεν είναι καινούργιες. Εμφανίζεται εδώ η ίδια τάση που είχε εκδηλωθεί προηγούμενα στο ζήτημα της εξέγερσης. Μερικοί σύντροφοι έχουν τώρα τη γνώμη ότι η Συνταχτική Συνέλευση είναι το επιστέγασμα της επανάστασής μας. Βασίζουν τη θέση τους στην ετικέτα, μας ζητάνε να μη δείχνουμε έλλειψη καλών τρόπων, κλπ. Δεν θέλουν να αποφασίζουν οι Μπολσεβίκοι, σαν μέλη της Συνταχτικής Συνέλευσης, για τη σύγκληση της, για το συσχετισμό των δυνάμεων μέσα σ’ αυτήν, κλπ. Βλέπουν τα πράγματα τελείως φορμαλιστικά, χωρίς να παίρνουν υπόψη τους το γεγονός ότι η άσκηση αυτού του ελέγχου είναι μια μόνο αντανάκλαση αυτών που συμβαίνουν έξω από τη Συνταχτική Συνέλευση, κι ότι μ’ αυτούς τους υπολογισμούς στο μυαλό μας, μπορούμε να προσδιορίζουμε τη θέση μας απέναντι της... Τώρα η άποψη μας είναι ότι παλεύουμε για τα συμφέροντα του προλεταριάτου και της φτωχής αγροτιάς, ενώ μια χούφτα από συντρόφους νομίζουν ότι κάνουμε μια αστική επανάσταση που πρέπει να στεφθεί με τη Συνταχτική Συνέλευση».

Η διάλυση της Συνταχτικής Συνέλευσης σημειώνει το τέλος όχι μόνο ενός μεγάλου κεφαλαίου της ρωσικής ιστορίας, αλλά κι ενός εξίσου σημαντικού κεφαλαίου της ιστορίας του Κόμματος μας. Ξεπερνώντας την εσωτερική διαμάχη, το Κόμμα του προλεταριάτου όχι μόνο κατάλαβε την εξουσία αλλά και μπόρεσε να την διατηρήσει.

Η Εξέγερση του Οκτώβρη
και η Σοβιετική «Νομιμότητα»

Το Σεπτέμβρη, τη στιγμή που συνεδρίαζε η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη, ο Λένιν ζήτησε να προχωρήσουμε αμέσως στην εξέγερση.

«Αν σκοπεύουμε να χειριστούμε την εξέγερση με το μαρξιστικό τρόπο», έγραφε, «δηλαδή σαν μια τέχνη, πρέπει χωρίς να χάσουμε στιγμή, να οργανώσουμε ένα επιτελείο για τα επαναστατικά αποσπάσματα, να κατανείμουμε τις δυνάμεις μας, να τοποθετήσουμε σίγουρα συντάγματα στα πιο κύρια σημεία, να περικυκλώσουμε το Αλεξαντρίνκα, να καταλάβουμε το φρούριο Πέτρου και Παύλου, να συλλάβουμε το Γενικό Επιτελείο και την κυβέρνηση, και να στείλουμε ενάντια στους Γιούνκερς και την «άγρια μεραρχία» στρατεύματα έτοιμα να πεθάνουν πολεμώντας παρά να επιτρέψουν στον εχθρό να διεισδύσει στο κέντρο της πόλης. Πρέπει να κινητοποιήσουμε τους οπλισμένους εργάτες και να τους καλέσουμε στην τελική μάχη ζωής ή θανάτου, να καταλάβουμε αμέσως τους τηλεγραφικούς και τηλεφωνικούς σταθμούς και να τοποθετήσουμε το δικό μας επαναστατικό επιτελείο στον κεντρικό τηλεφωνικό σταθμό ώστε να έχουμε επαφή μ’ όλα τα εργοστάσια, μ’ όλα τα συντάγματα, μ’ όλα τα κέντρα της πάλης, κλπ. Αυτές είναι, βέβαια, μονάχα υποδείξεις, που προσπαθούν να δείξουν το γεγονός ότι στη δοσμένη στιγμή είναι αδύνατο να παραμείνουμε πιστοί στο μαρξισμό, πιστοί στην επανάσταση αν δεν αντιμετωπίσουμε την εξέγερση σαν τέχνη», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος 14ος, μέρος 2ο, σελ. 140).

Η παραπάνω διατύπωση του ζητήματος προϋπόθετε ότι η προετοιμασία και η ολοκλήρωση της επανάστασης θα γινόταν διαμέσου του Κόμματος και στο όνομα του Κόμματος, και μετά, το Συνέδριο των Σοβιέτ θα έβαζε στη νίκη τη σφραγίδα της επικύρωσης. Η Κεντρική Επιτροπή δεν υιοθέτησε αυτή την πρόταση. Η εξέγερση θα περνούσε από τα κανάλια των Σοβιέτ και συνδυάστηκε με την αγκιτάτσια μας στο 2ο Συνέδριο των Σοβιέτ. Μια λεπτομερής εξήγηση αυτής της διαφοράς θα δείξει ότι αυτό το πρόβλημα σχετίζεται όχι μόνο με τις αρχές αλλά και μ’ ένα τεχνικό θέμα μεγάλης πραχτικής σημασίας.

Τονίσαμε ήδη, με τί έντονη ανησυχία έβλεπε ο Λένιν την αναβολή της εξέγερσης. Σε σχέση με τις ταλαντεύσεις στις κορυφές του Κόμματος, μια αγκιτάτσια που συνέδεε την επικείμενη εξέγερση με το επικείμενο Συνέδριο των Σοβιέτ του φαινόταν σαν μια ανεπίτρεπτη καθυστέρηση, ένας συμβιβασμός με τους αναποφάσιστους, ένα χάσιμο χρόνου λόγω της ταλάντευσης, ένα καθαρό έγκλημα. Από το τέλος του Σεπτέμβρη ο Λένιν επαναλάμβανε αυτή την ιδέα.

Στις 29 του Σεπτέμβρη έγραφε:

«Ανάμεσά μας, στην Κεντρική Επιτροπή και στην ηγεσία του Κόμματος, υπάρχει μια τάση ή μια ιδέα υπέρ της αναμονής του Συνεδρίου των Σοβιέτ και ενάντια στην άμεση κατάληψη της εξουσίας. Πρέπει να ξεπεράσουμε αυτή την τάση ή την ιδέα».

Στις αρχές του Οκτώβρη ο Λένιν έγραφε:

«Η αργοπορία είναι έγκλημα. Η αναμονή του Συνέδριου των Σοβιέτ είναι ένα παιδαριώδες παιχνίδι με τυπικότητες –ένα επαίσχυντο παιχνίδι με τυπικότητες, μια προδοσία της επανάστασης».

Στις θέσεις του για τη Συνδιάσκεψη της Πετρούπολης στις 8 του Οκτώβρη ο Λένιν είπε:

«Πρέπει να πολεμήσουμε τις συνταγματικές αυταπάτες και τις ελπίδες σ’ ότι αφορά το Συνέδριο των Σοβιέτ. Πρέπει να απορρίψουμε την προκατασκευασμένη αντίληψη ότι πρέπει να περιμένουμε τη σύγκληση του Συνεδρίου, κλπ. ».

Τέλος, στις 24 του Οκτώβρη ο Λένιν έγραφε:

«Είναι ολοκάθαρο ότι είναι θάνατος το να αναβάλουμε τώρα την επανάσταση», και πιο κάτω, «η ιστορία ποτέ δεν θα συγχωρέσει την αργοπορία των επαναστατών που μπορούσαν να νικήσουν σήμερα (κι οπωσδήποτε θα νικούσαν) αλλά αποφασίζουν να διακινδυνέψουν να χάσουν πολλά αύριο –ίσως να τα χάσουν όλα».

Όλα αυτά τα γράμματα, όπου κάθε φράση είταν σφυρηλατημένη στο αμόνι της επανάστασης, έχουν ιδιαίτερη αξία και γιατί χρησιμεύουν για να χαραχτηρίσουμε τον Λένιν και γιατί προσφέρουν μια εκτίμηση της κατάστασης εκείνης της εποχής. Το κύριο συναίσθημα που τα εμποτίζει είναι ο θυμός, η διαμαρτυρία και η περιφρόνηση ενάντια στη μοιρολατρική, αναβλητική, σοσιαλδημοκρατική, μενσεβίκικη αντιμετώπιση της επανάστασης, σαν να επρόκειτο για ένα φιλμ χωρίς τέλος. Αν ο χρόνος είναι, γενικά μιλώντας, ένας πρωταρχικός παράγοντας στην πολιτική, τότε η σημασία του χρόνου εκατονταπλασιάζεται στον πόλεμο και στην επανάσταση. Δεν είναι καθόλου δυνατό να πετύχουμε αύριο όλα όσα μπορούμε να κάνουμε σήμερα. Η ένοπλη εξέγερση, η ανατροπή του εχθρού, η κατάληψη της εξουσίας μπορεί να είναι δυνατή σήμερα, αλλά αύριο μπορεί να είναι αδύνατη. Αλλά η κατάληψη της εξουσίας είναι η αλλαγή της πορείας της ιστορίας. Είναι αλήθεια ότι ένα τέτιο ιστορικό γεγονός μπορεί να εξαρτηθεί από ένα εικοσιτετράωρο; Ναι, είναι αλήθεια. Όταν τα πράγματα έχουν φτάσει στο σημείο της ένοπλης εξέγερσης, τα γεγονότα μετριούνται όχι με το χιλιόμετρο της πολιτικής αλλά με το μέτρο του πολέμου. Το χάσιμο μερικών βδομάδων, μερικών ήμερων, και ορισμένες φορές, μιας και μόνης μέρας ισοδυναμεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, με την εγκατάλειψη της επανάστασης, με την υποταγή. Αν ο Λένιν δεν είχε σημάνει συναγερμό, αν δεν υπήρχε όλη αυτή η πίεση και η κριτική απόμερους του, αν δεν είχε μια έντονη και παθιασμένη επαναστατική δυσπιστία, το Κόμμα, πιθανό να μην είχε μπορέσει να αναπτύξει το μέτωπο του στην αποφασιστική στιγμή, γιατί η αντιπολίτευση μέσα στην κομματική ηγεσία είταν πολύ δυνατή, και το επιτελείο παίζει έναν τεράστιο ρόλο σ’ όλους τους πολέμους, μαζί και στους εμφύλιους.

Ταυτόχρονα, όμως, είναι αρκετά φανερό ότι η προετοιμασία και η πραγματοποίηση της εξέγερσης κάτω από το κάλυμμα της προετοιμασίας του Δεύτερου Συνέδριου των Σοβιέτ, και κάτω από το σύνθημα της υπεράσπισης του, είταν ένα ανεκτίμητο πλεονέχτημα για μας. Από τη στιγμή που εμείς, σαν το Σοβιέτ της Πετρούπολης, ακυρώναμε τη διαταγή του Κερένσκι που μετάθετε τα δύο τρίτα της φρουράς στο μέτωπο, είμασταν ήδη στο στάδιο της ένοπλης εξέγερσης. Ο Λένιν, που δεν είταν στην Πετρούπολη, δεν μπορούσε να εκτιμήσει όλη τη σημασία αυτού του γεγονότος. Απ’ ό,τι θυμάμαι, δεν το ανάφερε καθόλου σε κανένα γράμμα του αυτής της περιόδου. Κι όμως, το αποτέλεσμα της εξέγερσης στις 25 του Οκτώβρη είχε τουλάχιστον στα τρία τέταρτα, αν όχι και περισσότερο, εξασφαλιστεί, τη στιγμή που αρνηθήκαμε τη μετάθεση της φρουράς της Πετρούπολης, τη στιγμή που δημιουργήσαμε τη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή (16 του Οκτώβρη), τη στιγμή που ορίσαμε τους δικούς μας Κομισάριους σ’ όλες τις στρατιωτικές μεραρχίες και οργανισμούς και μ’ αυτό τον τρόπο απομονώσαμε όχι μόνο το Γενικό Επιτελείο της περιοχής της Πετρούπολης, αλλά και την κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, εδώ είχαμε μια ένοπλη εξέγερση –μια ένοπλη αλλά αναίμαχτη εξέγερση των ταγμάτων της Πετρούπολης ενάντια στην Προσωρινή Κυβέρνηση –κάτω από την ηγεσία της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής και κάτω από το σύνθημα της προετοιμασίας και της υπεράσπισης του Δεύτερου Συνέδριου των Σοβιέτ, που, τελικά, θα αποφάσιζε την τύχη της κρατικής εξουσίας. Η συμβουλή του Λένιν να αρχίσουμε την εξέγερση από τη Μόσχα, όπου, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, θα μπορούσαμε να κερδίσουμε μια αναίμαχτη νίκη, απόρρεε ακριβώς από το γεγονός ότι στο παράνομο καταφύγιο του δεν είχε την ευκαιρία να εκτιμάει τις ριζικές αλλαγές όχι μόνο στη διάθεση αλλά και στους οργανωτικούς δεσμούς που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στη βάση, όπως και στην ιεραρχία, του στρατού μετά από την «ειρηνική» εξέγερση της φρουράς στην πρωτεύουσα στα μέσα του Οκτώβρη. Τη στιγμή όπου τα συντάγματα, σύμφωνα με τις εντολές της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, αρνήθηκαν να φύγουν από την πόλη, είχαμε μια νικηφόρα εξέγερση στην πρωτεύουσα, που σκεπαζόταν λίγο στην κορυφή από τα απομεινάρια των αστικοδημοκρατικών κρατικών μορφών. Η εξέγερση στις 25 του Οκτώβρη είχε ένα συμπληρωματικό χαραχτήρα, και ακριβώς γι’ αυτό είταν ανώδυνη. Στη Μόσχα, από την άλλη μεριά, η πάλη είταν πολύ μακρύτερη και πιο αιματηρή, παρά το γεγονός ότι στην Πετρούπολη είχε ήδη εγκατασταθεί η εξουσία του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού. Είναι αρκετά φανερό ότι αν η εξέγερση είχε αρχίσει από τη Μόσχα, πριν από την ανατροπή στην Πετρούπολη, θα είχε τραβήξει ακόμα περισσότερο, και το αποτέλεσμα θα είταν πολύ αμφίβολο. Η αποτυχία στη Μόσχα θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στην Πετρούπολη. Η νίκη βέβαια δεν θα αποκλειόταν μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά ο δρόμος που ακολούθησαν τα γεγονότα αποδείχθηκε πολύ πιο οικονομικός, πολύ πιο ευνοϊκός και πολύ πιο πετυχημένος.

Καταφέραμε να συγχρονίσουμε λίγο πολύ την κατάληψη της εξουσίας με την έναρξη του Δεύτερου Συνέδριου των Σοβιέτ, μόνο γιατί η ειρηνική, σχεδόν «νόμιμη» ένοπλη εξέγερση –τουλάχιστον στην Πετρούπολη– είχε ήδη πετύχει στα τρία τέταρτα αν όχι στα εννιά δέκατά της. Αναφερόμαστε σ’ αυτή την εξέγερση σαν «νόμιμη» με την έννοια ότι ήρθε σαν συνέπεια των «κανονικών» συνθηκών της δυαδικής εξουσίας. Ακόμα κι όταν οι συμφιλιωτές εξουσίαζαν το Σοβιέτ της Πετρούπολης, συνέβαινε συχνά το Σοβιέτ να αναθεωρεί ή να τροποποιεί τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Αυτό είταν, ας πούμε, ένα μέρος της συνταγματικής τάξης κάτω από το καθεστώς που πέρασε στα χρονικά της ιστορίας σαν «περίοδος Κερένσκι». Όταν εμείς, οι Μπολσεβίκοι, κυριαρχήσαμε στο Σοβιέτ της Πετρούπολης, συνεχίσαμε και βαθύναμε στις μέθοδες της δυαδικής εξουσίας. Πήραμε την ευθύνη της αναθεώρησης της διαταγής για τη μετάθεση των στρατευμάτων στο μέτωπο. Μ’ αυτή την πράξη καλύψαμε την πραγματική εξέγερση στη φρουρά της Πετρούπολης με τις παραδόσεις και τις μέθοδες της νόμιμης δυαδικής εξουσίας. Κι ακόμα, ενώ προσαρμόζαμε τυπικά την αγκιτάτσια μας στο ζήτημα της εξουσίας με την έναρξη του Δεύτερου Συνέδριου των Σοβιέτ, αναπτύσσαμε και βαθαίναμε τις παραδόσεις της δυαδικής εξουσίας και προετοιμάζαμε το πλαίσιο της Σοβιετικής νομιμότητας για τη Μπολσεβίκικη εξέγερση σε Παν-Ρωσική κλίμακα.

Δεν αποκοιμίζαμε τις μάζες με τίποτα συνταγματικές Σοβιετικές αυταπάτες, γιατί κάτω από το σύνθημα της πάλης για το Δεύτερο Συνέδριο, κερδίσαμε με το μέρος μας τις ξιφολόγχες του επαναστατικού στρατού, και σταθεροποιήσαμε οργανωτικά τα κέρδη μας. Ακόμα πετύχαμε, πολύ περισσότερο απ’ ότι περιμέναμε, να δελεάσουμε τους εχθρούς μας, τους συμφιλιωτές, και να τους οδηγήσουμε στην παγίδα της Σοβιετικής νομιμότητας. Το να καταφεύγεις σε κόλπα στην πολιτική, κι ακόμα περισσότερο στην επανάσταση είναι πάντα επικίνδυνο. Είναι δύσκολο να ξεγελαστεί ο εχθρός και αντί γι’ αυτό μπορεί να ξεγελαστούν οι μάζες που σε ακολουθούν. Το «κόλπο» μας αποδείχτηκε 100% πετυχημένο –όχι γιατί είταν μια επιδέξια ανακάλυψη έξυπνων στρατηγών, που επιθυμούσαν να αποφύγουν τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά γιατί απόρρεε φυσικά από την αποσύνθεση του συμφιλιωτικού καθεστώτος, και των χτυπητών αντιφάσεων του. Η Προσωρινή Κυβέρνηση ήθελε να ξεφορτωθεί τη φρουρά. Οι στρατιώτες δεν θέλανε να πάνε στο μέτωπο. Επενδύσαμε αύτη τη φυσική απροθυμία με μια πολιτική έκφραση, δίνοντάς της έναν επαναστατικό στόχο κι ένα νόμιμο κάλυμμα. Μ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλίσαμε μια ομοψυχία χωρίς προηγούμενο μέσα στη φρουρά, και τη συνδέσαμε στενά με τους εργάτες της Πετρούπολης. Οι αντίπαλοί μας αντίθετα, εξαιτίας της απελπιστικής τους θέσης και της σύγχυσης τους, έτειναν να πάρουν το Σοβιετικό κάλυμμα τοις μετρητοίς. Ήθελαν να ξεγελαστούν και τους δόσαμε όλη τη δυνατότητα να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους.

Ανάμεσα σε μας και τους συμφιλιωτές διεξαγόταν μια πάλη για τη Σοβιετική νομιμότητα. Στα μυαλά των μαζών, τα Σοβιέτ είταν η πηγή όλης της εξουσίας. Από τα Σοβιέτ προέρχονταν ο Κερένσκι, ο Τσερετέλι και ο Σκόμπελιεφ. Αλλά εμείς είμασταν στενά δεμένοι με τα Σοβιέτ διαμέσου του βασικού μας συνθήματος «Όλη η Εξουσία στα Σοβιέτ!». Η μπουρζουαζία αντλούσε το δικαίωμά της για διαδοχή στην εξουσία από την Κρατική Δούμα. Οι συμφιλιωτές το αντλούσαν από τα Σοβιέτ, όπως κι εμείς. Αλλά οι συμφιλιωτές προσπαθούσαν να μετατρέψουν τα Σοβιέτ σε μηδενικό, ενώ εμείς παλεύαμε να μεταβιβάσουμε την εξουσία στα Σοβιέτ. Οι συμφιλιωτές δεν μπορούσαν ακόμα να αποκοπούν από την κληρονομιά των Σοβιέτ και βιάζονταν να τα γεφυρώσουν με τον κοινοβουλευτισμό. Έχοντας αυτό στο μυαλό τους, συγκάλεσαν τη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη και δημιούργησαν το Προ-Κοινοβούλιο. Η συμμετοχή των Σοβιέτ στο Προ-Κοινοβούλιο έδινε μια επίφαση σ’ αυτή τους την προσπάθεια. Οι συμφιλιωτές προσπαθούσαν να πιάσουν την επανάσταση με το δόλωμα της Σοβιετικής νομιμότητας, και αφού την αγκίστρωναν να την τραβήξουν στο κανάλι του αστικού κοινοβουλευτισμού.

Αλλά κι εμείς ενδιαφερόμασταν να χρησιμοποιήσουμε τη Σοβιετική νομιμότητα. Στο τέλος της Δημοκρατικής Συνδιάσκεψης αποσπάσαμε από τους συμφιλιωτές την υπόσχεση να συγκληθεί το Δεύτερο Συνέδριο των Σοβιέτ. Αυτό το Συνέδριο τους έφερνε σε μία εξαιρετικά δύσκολη θέση. Από τη μια μεριά, δεν μπορούσαν να μην το συγκαλέσουν χωρίς να σπάσουν από τη Σοβιετική νομιμότητα, και, από την άλλη, δεν μπορούσαν να αγνοήσουν το γεγονός ότι το Συνέδριο –από τη σύνθεση του– δεν θα τους έκανε και πολύ καλό. Κατά συνέπεια, όλο και πιο επίμονα αναφερόμασταν στο Δεύτερο Συνέδριο σαν τον πραγματικό κυρίαρχο της χώρας κι όλο και περισσότερο προσαρμόζαμε όλη την προπαρασκευαστική μας δουλιά στην υποστήριξη και την υπεράσπιση του Συνεδρίου του Σοβιέτ ενάντια στις αναπόφευχτες επιθέσεις της αντεπανάστασης. Αν οι συμφιλιωτές προσπαθούσαν να μας ψαρέψουν με τη Σοβιετική νομιμότητα μέσα από το Προ–Κοινοβούλιο, που πήγαζε από τα Σοβιέτ, εμείς από τη μεριά μας, τους αποκοιμίζαμε με την ίδια Σοβιετική νομιμότητα –μέσα από το Δεύτερο Συνέδριο. Άλλο πράγμα είναι να προετοιμάζεις μια ένοπλη εξέγερση κάτω από το γυμνό σύνθημα της κατάληψης της εξουσίας από το Κόμμα, και εντελώς άλλο πράγμα, να προετοιμάζεις και μετά να πραγματοποιείς μια εξέγερση κάτω από το σύνθημα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του Συνέδριου των Σοβιέτ. Έτσι, η προσαρμογή του ζητήματος της κατάληψης της εξουσίας στο Δεύτερο Συνέδριο των Σοβιέτ δεν έκρυβε καμιά απλοϊκή ελπίδα ότι το ίδιο το Συνέδριο θα έλυνε το ζήτημα της εξουσίας. Ένας τέτιος φετιχισμός για τη Σοβιετική μορφή μας είταν τελείως ξένος. Όλη η αναγκαία δουλιά για την κατάληψη της εξουσίας, όχι μόνο η πολιτική αλλά και η οργανωτική και η στρατιωτική-τεχνική δουλιά για την κατάληψη της εξουσίας, συνεχιζόταν με αμείωτο ρυθμό. Αλλά το νόμιμο κάλυμμα, όλης αυτής της δουλιάς είταν πάντα μια αναφορά στο ερχόμενο Συνέδριο που θα έλυνε το ζήτημα της εξουσίας. Ενώ περνούσαμε απ’ άκρη σ’ άκρη στην επίθεση, φαινόταν σαν να αμυνόμαστε. Από την άλλη μεριά η Προσωρινή Κυβέρνηση –αν αποφάσιζε να υπερασπίσει τον εαυτό της στα σοβαρά– θα έπρεπε να επιτεθεί στο Συνέδριο των Σοβιέτ, να απαγορέψει τη σύγκληση του, και μ’ αυτό τον τρόπο να δόσει στην αντίθετη μεριά ένα κίνητρο –καταστροφικό για την κυβέρνηση– για μια ένοπλη εξέγερση. Επιπλέον, όχι μόνο βάλαμε την Προσωρινή Κυβέρνηση σε μια δοσμένη πολιτική θέση αλλά και αποκοιμίσαμε τα ήδη τεμπέλικα και αναποφάσιστα μυαλά τους. Αυτοί οι άνθρωποι πίστευαν στα σοβαρά ότι το μόνο που μας ενδιέφερε είταν ο Σοβιετικός κοινοβουλευτισμός, και μ’ ένα καινούριο Συνέδριο θα υιοθετούσαμε μια καινούρια απόφαση για την εξουσία –στο στυλ των αποφάσεων των Σοβιέτ της Μόσχας και της Πετρούπολης– και ότι η κυβέρνηση θα το αγνοούσε, χρησιμοποιώντας το Προ–Κοινοβούλιο και την επερχόμενη Συνταχτική Συνέλευση σαν πρόφαση. Έτσι θα μας έφερνε σε μια γελοία θέση. Έχουμε την αδιάσειστη μαρτυρία του Κερένσκι για το ότι τα μυαλά των σοφότερων μικροαστών είταν στραμμένα ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Στα απομνημονεύματα του, ο Κερένσκι αφηγείται το πώς τα μεσάνυχτα της 25ης του Οκτώβρη, μέσα στο γραφείο του διεξαγόντουσαν θυελλώδεις συζητήσεις ανάμεσα σ’ αυτόν, τον Νταν και τους άλλους γύρω από την ένοπλη εξέγερση που βρισκόταν τότε σε πλήρη εξέλιξη. Ο Κερένσκι γράφει:

«Ο Νταν δήλωσε στην αρχή ότι είταν καλύτερα πληροφορημένος από μένα, κι ότι εγώ διόγκωνα τα γεγονότα, κάτω από την επιρροή των αναφορών του “αντιδραστικού μου επιτελείου”. Μετά με πληροφόρησε ότι η απόφαση που ψηφίστηκε από την πλειοψηφία των Σοβιέτ της Δημοκρατίας, που τόσο είχε προσβάλει την “αξιοπρέπεια της κυβέρνησης”, είχε τεράστια σημασία, και είταν ουσιαστική για την πραγματοποίηση μιας “στροφής στη διάθεση των μαζών”, ότι το αποτέλεσμα της “γινόταν κιόλας αισθητό” και ότι τώρα η επιρροή της προπαγάνδας των Μπολσεβίκων θα “μειωνόταν γρήγορα”. Από την άλλη μεριά, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Νταν, οι ίδιοι οι Μπολσεβίκοι είχαν δηλώσει, σε διαπραγματεύσεις με τους ηγέτες της Σοβιετικής πλειοψηφίας, την προθυμία τους να “υποταχτούν στη θέληση της Σοβιετικής πλειοψηφίας”, και είταν έτοιμοι “αύριο” να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέτρα για την κατάπαυση της εξέγερσης που φούντωσε ενάντια στη θέληση και χωρίς την έγκριση τους! Σαν συμπέρασμα, αφού ανάφερε ότι οι Μπολσεβίκοι θα διέλυαν το στρατιωτικό τους επιτελείο “αύριο” (πάντα αύριο!), ο Νταν διακήρυξε ότι όλα τα μέτρα που είχα πάρει για να συντρίψω την εξέγερση είχαν μονάχα “ερεθίσει τις μάζες” και ότι, με την ανάμιξή μου “εμπόδισα γενικά τους αντιπροσώπους της Σοβιετικής πλειοψηφίας να αποτελειώσουν με επιτυχία τις διαπραγματεύσεις τους με τους Μπολσεβίκους για την εξάρθρωση της εξέγερσης”... Για να συμπληρώσω την εικόνα, οφείλω να προσθέσω ότι την ίδια ακριβώς στιγμή που ο Νταν μου έδινε αυτές τις αξιοσημείωτες πληροφορίες, τα ένοπλα αποσπάσματα των “Κόκκινων Φρουρών” καταλάμβαναν τα κυβερνητικά χτίρια, το ένα πίσω από το άλλο. Και σχεδόν αμέσως μετά την αποχώρηση του Νταν και των συντρόφων του από το Χειμερινό Παλάτι, ο υπουργός Κατράσεφ, πηγαίνοντας στο σπίτι του ύστερα από μια συνάντηση της Προσωρινής Κυβέρνησης, πιάστηκε στην οδό Μιλιόνι κι οδηγήθηκε κατευθείαν στο Σμόλνι, όπου ο Νταν επέστρεφε για να συνεχίσει τις ειρηνικές συνομιλίες του με τους Μπολσεβίκους. Πρέπει να ομολογήσω ότι οι Μπολσεβίκοι ενέργησαν εκείνες τις ώρες με μεγάλη ενεργητικότητα και όχι λιγότερη επιδεξιότητα. Τη στιγμή που η εξέγερση κορυφωνόταν, κι ενώ τα “κόκκινα στρατεύματα” δρούσαν σ’ όλη την πόλη, μερικοί Μπολσεβίκοι ηγέτες, ειδικά διαλεγμένοι γι’ αυτό το σκοπό, με επιτυχία έκαναν τους αντιπροσώπους της “επαναστατικής δημοκρατίας” να βλέπουν αλλά να παραμένουν τυφλοί, να ακούν αλλά να είναι κουφοί. Όλη τη νύχτα οι πανούργοι αυτοί άνθρωποι φλυαρούσαν πάνω σε διάφορες φόρμουλες που υποτίθεται ότι θα χρησίμευαν σαν βάση για τη συμφιλίωση και την εξάρθρωση της εξέγερσης. Αλλά αυτή η μέθοδος “διαπραγμάτευσης” των Μπολσεβίκων τους έδοσε πολύ χρόνο. Οι μαχητικές δυνάμεις των Σοσιαλ-Επαναστατών και των Μενσεβίκων δεν κινητοποιήθηκαν έγκαιρα. Αλλά αυτό, φυσικά, έπρεπε να αποδειχθεί!», (Α. Κερένσκι: «Από Μακριά»).

Σωστά! Αυτό έπρεπε να αποδειχθεί! Όπως βλέπουμε, οι συμφιλιωτές είχαν τσιμπήσει ολόκληρο το δόλωμα της Σοβιετικής νομιμότητας. Η υπόθεση του Κερένσκι ότι μερικοί Μπολσεβίκοι είχαν επίτηδες μεταμφιεστεί για να εξαπατήσουν τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλ-Επαναστάτες σχετικά με την επικείμενη διάλυση της εξέγερσης είναι, βέβαια, λαθεμένη. Στην πραγματικότητα, οι Μπολσεβίκοι που συμμετείχαν πιο δραστήρια στις διαπραγματεύσεις είταν εκείνοι που πράγματι ήθελαν τη διάλυση της εξέγερσης και που πίστευαν στη φόρμουλα της Σοσιαλιστικής Κυβέρνησης, που θα σχηματιζόταν από τη συμφιλίωση όλων των κομμάτων. Αντικειμενικά, όμως, αυτοί οι κοινοβουλευτικοί προσφέρανε αναμφίβολα κάποια υπηρεσία στην εξέγερση –τρέφοντας με στις δικές τους αυταπάτες τις αυταπάτες του εχθρού. Αλλά μπόρεσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην επανάσταση μόνο γιατί το Κόμμα, παρόλες τις συμβουλές και τις προειδοποιήσεις τους, προχώρησε προς την εξέγερση με μια ακατάβλητη ενεργητικότητα και την ολοκλήρωσε.

Χρειάστηκε ένας συνδυασμός εξαιρετικών περιστάσεων –μεγάλων και μικρών–για να σιγουρευτεί η επιτυχία αυτής της εκτεταμένης μανούβρας. Πάνω απ’ όλα χρειαζόταν ένας στρατός που δεν ήθελε να πολεμήσει άλλο. Ολόκληρη η πορεία της επανάστασης –Ιδιαίτερα στα αρχικά της στάδια– από το Φλεβάρη μέχρι και τον Οκτώβρη, θα είταν, όπως ήδη έχουμε πει, τελείως διαφορετική αν δεν υπήρχε στη χώρα τη στιγμή της επανάστασης ένας ηττημένος και απογοητευμένος αγροτικός στρατός πολλών εκατομμυρίων. Αυτές και μόνο αυτές οι συνθήκες έκαναν δυνατή την επιτυχία του πειράματος με τη φρουρά της Πετρούπολης, που προκαθόρισε το νικηφόρο αποτέλεσμα του Οκτώβρη. Δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο να γενικεύσουμε σε κάποιο νόμο αυτό τον ιδιαίτερο συνδυασμό μιας «στεγνής» και σχεδόν απαρατήρητης εξέγερσης με την υπεράσπιση της Σοβιετικής νομιμότητας ενάντια στους Κορνιλοφικούς. Αντίθετα, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι αυτή η εμπειρία δεν θα επαναληφθεί πουθενά μ’ αυτή τη μορφή. Αλλά είναι αναγκαίο να την μελετήσουμε προσεχτικά. Η μελέτη της θα διευρύνει τον ορίζοντα κάθε επαναστάτη, αποκαλύπτοντας του την πολλαπλότητα και την ποικιλία των μεθόδων και των μέσων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, με την προϋπόθεση ότι ο σκοπός είναι πάντα σαφής στο μυαλό του, ότι έχει μια ξεκαθαρισμένη ιδέα της κατάστασης και υπάρχει η αποφασιστικότητα να προχωρήσει την πάλη μέχρι το τέλος.

Στη Μόσχα, η εξέγερση κράτησε πολύ περισσότερο και απαίτησε πολύ μεγαλύτερες θυσίες. Η εξήγηση βρίσκεται, ως ένα βαθμό, στο γεγονός ότι η φρουρά της Μόσχας δεν είχε περάσει από την ίδια επαναστατική προετοιμασία όσο η φρουρά της Πετρούπολης σε σχέση με τη μετάθεση συνταγμάτων στο μέτωπο. Έχουμε ήδη αναφέρει, και το επαναλαμβάνουμε, ότι η ένοπλη εξέγερση στην Πετρούπολη πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις: η πρώτη –στις αρχές του Οκτώβρη όταν τα συντάγματα της Πετρούπολης, υπακούοντας στις διαταγές του Σοβιέτ, που συμφωνούσαν απόλυτα με τις επιθυμίες τους, αρνήθηκαν να εκτελέσουν τη διαταγή του Γενικού Επιτελείου (και το έκαναν χωρίς να τιμωρηθούν). Και η δεύτερη φάση –στις 25 του Οκτώβρη όταν απαιτήθηκε μια μικρότερη και συμπληρωματική μόνο εξέγερση για να κόψει τον ομφάλιο λώρο της κρατικής εξουσίας του Φλεβάρη. Αλλά στη Μόσχα, η εξέγερση έγινε μεμιάς, και αυτός ίσως είναι ο κύριος λόγος που παρατάθηκε τόσο. Αλλά υπήρχε κι άλλος ένας λόγος: η ηγεσία δεν είταν αρκετά αποφασιστική. Στη Μόσχα είδαμε μια στροφή από τη στρατιωτική δράση στις διαπραγματεύσεις κι αμέσως μετά μια άλλη στροφή από τις διαπραγματεύσεις στη στρατιωτική δράση. Αν οι ταλαντεύσεις της ηγεσίας που μεταβιβάζονται στους οπαδούς, είναι γενικά επικίνδυνες στην πολιτική, στις συνθήκες μιας ένοπλης εξέγερσης γίνονται θανάσιμος κίνδυνος. Η άρχουσα τάξη έχει χάσει την πεποίθηση στη δύναμη της (διαφορετικά δεν θα μπορούσε, γενικά, να υπάρχει κάποια ελπίδα για τη νίκη), αλλά ο μηχανισμός εξακολουθεί να παραμένει στα χέρια της. Το καθήκον της επαναστατικής τάξης είναι να καταλάβει τον κρατικό μηχανισμό. Για να το κάνει αυτό πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στις ίδιες της τις δυνάμεις. Από τη στιγμή που το Κόμμα οδήγησε τους εργάτες στην εξέγερση, πρέπει να βγάλει από αυτό όλα τα απαραίτητα συμπεράσματα. A la guerre comme a la guerre (Στον πόλεμο όπως στον πόλεμο). Κάτω από εμπόλεμες συνθήκες, οι ταλαντεύσεις και οι δισταγμοί είναι λιγότερο επιτρεπτοί από κάθε άλλη περίοδο. Το μέτρο του πολέμου είναι κοντό. Η καθυστέρηση, ακόμα και για λίγες ώρες, ξαναδίνει, ως ένα βαθμό, την εμπιστοσύνη στην κυρίαρχη τάξη αφαιρώντας την από τους εξεγερμένους. Αλλά ακριβώς αυτό καθορίζει το συσχετισμό των δυνάμεων που με τη σειρά του καθορίζει το αποτέλεσμα της εξέγερσης. Απ’ αύτη την άποψη είναι αναγκαίο να μελετηθεί βήμα προς βήμα η πορεία των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μόσχα σε σχέση με την πολιτική ηγεσία.

Θα είχε μεγάλη σημασία να επισημαίναμε και μερικές άλλες στιγμές όπου ο εμφύλιος πόλεμος διεξάχθηκε κάτω από ειδικές συνθήκες, όταν μπερδεύτηκε λόγου χάρη με το εθνικό ζήτημα. Μια τέτια μελέτη βασισμένη σε προσεχτικά αφομοιωμένα πραγματικά γεγονότα, πρέπει να πλουτίσει τη γνώση μας για το μηχανισμό του εμφυλίου πολέμου και μ’ αυτό τον τρόπο να διευκολύνει την επεξεργασία ορισμένων μεθόδων, κανόνων και μέσων αρκετά γενικού χαραχτήρα ώστε να χρησιμέψουν σαν ένα είδος «εγχειριδίου» του εμφύλιου πολέμου[3]. Αλλά προβλέποντας τα μερικά συμπεράσματα μιας τέτιας μελέτης, μπορούμε να πούμε ότι η πορεία του εμφύλιου πολέμου στις επαρχίες καθορίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, από το αποτέλεσμα στην Πετρούπολη, παρόλη την καθυστέρηση στη Μόσχα. Η επανάσταση του Φλεβάρη ράγισε τον παλιό μηχανισμό. Η Προσωρινή Κυβέρνηση τον κληρονόμησε και είταν ανίκανη είτε να τον ανανεώσει είτε να τον δυναμώσει. Κατά συνέπεια, ο κρατικός της μηχανισμός λειτουργούσε από το Φλεβάρη μέχρι τον Οκτώβρη μονάχα σαν ένα απομεινάρι της γραφειοκρατικής αδράνειας. Η επαρχιακή γραφειοκρατία είχε συνηθίσει να κάνει αυτό που έκανε η Πετρούπολη: το έκανε τον Φλεβάρη και το επανέλαβε τον Οχτώβρη. Είταν πολύ μεγάλο πλεονέχτημα για μας το ότι προετοιμαζόμασταν να ανατρέψουμε ένα καθεστώς που δεν είχε βρει ακόμα τον καιρό να σταθεροποιηθεί. Η απόλυτη αστάθεια και η έλλειψη αυτοπεποίθησης του «Φεβρουαριανού» κρατικού μηχανισμού διευκόλυνε αφάνταστα το έργο μας ενισχύοντας την αυτοπεποίθηση των επαναστατικών μαζών και του ίδιου του Κόμματος.

Μια παρόμοια κατάσταση είχαμε στη Γερμανία και την Αυστρία μετά στις 9 του Νοέμβρη 1918. Εκεί, όμως, η Σοσιαλδημοκρατία βούλωνε τις ρωγμές του κρατικού μηχανισμού και βοηθούσε να εγκαθιδρυθεί ένα αστικοδημοκρατικό καθεστώς –και παρόλο που αυτό το καθεστώς δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν υπόδειγμα σταθερότητας, έχει, όμως, επιζήσει για έξι χρόνια. Οσοναφορά στις άλλες καπιταλιστικές χώρες, δεν θα έχουν αυτό το πλεονέχτημα, δηλαδή να γειτονεύουν η αστική με την προλεταριακή επανάσταση. Ο Φλεβάρης τους έχει γίνει εδώ και καιρό. Βέβαια στην Αγγλία υπάρχουν ακόμα αρκετά φεουδαρχικά κατάλοιπα, αλλά δεν υπάρχει καμιά απολύτως βάση για να μιλάμε για μια ανεξάρτητη αστική επανάσταση στην Αγγλία. Όταν έρθει στην εξουσία το αγγλικό προλεταριάτο, με το πρώτο σκούπισμα θα πετάξει έξω από τη χώρα τη μοναρχία, τους λόρδους κτλ. Η προλεταριακή επανάσταση στη Δύση θά ’χει να κάνει με ένα ολοκληρωτικά εγκαθιδρυμένο αστικό κράτος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θά ’χει να κάνει με ένα σταθερό κρατικό μηχανισμό. Η ίδια η δυνατότητα της προλεταριακής εξέγερσης προϋποθέτει ένα πολύ προχωρημένο προτσές αποσύνθεσης του καπιταλιστικού κράτους. Αν στη χώρα μας η Οχτωβριανή Επανάσταση ξετυλίχτηκε μέσα στην πάλη μ’ έναν κρατικό μηχανισμό που δεν κατόρθωσε να σταθεροποιηθεί μετά το Φλεβάρη, τότε στις άλλες χώρες η εξέγερση θα αντιμετωπίσει ένα κρατικό μηχανισμό σε μια κατάσταση προοδευτικής αποσύνθεσης.

Μπορεί να θεωρηθεί σαν γενικός κανόνας –το τονίσαμε αυτό από το Τέταρτο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κόμιντερν– ότι η δύναμη της προ-Οχτωβριανής αντίστασης της μπουρζουαζίας στις παλιές καπιταλιστικές χώρες θα είναι γενικά πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι είταν στη χώρα μας. Θα είναι πιο δύσκολο στο προλεταριάτο να νικήσει, αλλά από την άλλη μεριά η κατάχτηση της εξουσίας θα του εξασφαλίσει αμέσως μια πολύ πιο σταθερή και πιο στέρεα θέση απ’ αυτήν που είχαμε εμείς την επόμενη του Οκτώβρη. Σε μας, ο εμφύλιος πόλεμος διεξάχθηκε, στην πραγματικότητα, αφού το προλεταριάτο είχε καταλάβει την εξουσία στις κύριες πόλεις και τα βιομηχανικά κέντρα και κράτησε τρία χρόνια –τα τρία πρώτα χρόνια της Σοβιετικής εξουσίας. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι στις χώρες της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης θα είναι πολύ πιο δύσκολο για το προλεταριάτο να καταλάβει την εξουσία, αλλά άμα το κάνει, θα έχει πολύ πιο ελεύθερα τα χέρια του. Φυσικά αυτοί οι υπολογισμοί που αφορούν στις προοπτικές είναι μονάχα υποθέσεις. Θα εξαρτηθεί πολύ από τη σειρά που θα ακολουθήσουν οι επαναστάσεις στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, από τις πιθανότητες της στρατιωτικής επέμβασης, από την οικονομική και στρατιωτική δύναμη της Σοβιετικής Ένωσης εκείνο τον καιρό, κτλ. Πάντως η βασική και, όπως πιστεύουμε, η αναντίρρητη θέση ότι το προτσές της κατάληψης της εξουσίας στην Ευρώπη και την Αμερική θα συναντήσει μια πολύ πιο σοβαρή, πολύ πιο επίμονη και πιο προετοιμασμένη αντίσταση από τις κυρίαρχες τάξεις απ’ ότι είχαμε εμείς, μας αναγκάζει να θεωρούμε την ένοπλη εξέγερση ειδικά και τον εμφύλιο πόλεμο γενικά σαν μια τέχνη.

Και Πάλι για τα Σοβιέτ και το Κόμμα
στην Προλεταριακή Επανάσταση

Τά Σοβιέτ των Εργατών Αντιπροσώπων γεννήθηκαν στη χώρα μας, και το 1905 και το 1917, μέσα από το ίδιο το κίνημα, σαν μια φυσική οργανωτική μορφή, σ’ ένα ορισμένο στάδιο της πάλης. Αλλά τα νεαρά ευρωπαϊκά κόμματα, που λίγο ή πολύ δέχτηκαν τα Σοβιέτ σαν ένα «δόγμα», σαν μια «αρχή», διατρέχουν πάντα τον κίνδυνο να μεταχειριστούν τα Σοβιέτ σαν ένα φετίχ, σαν έναν αυτάρκη παράγοντα στην επανάσταση. Όμως, παρά τα τεράστια πλεονεχτήματα των Σοβιέτ, σαν όργανα της πάλης για εξουσία, μπορεί να υπάρξει περίπτωση όπου η εξέγερση να αναπτυχθεί πάνω στη βάση άλλων οργανωτικών μορφών (εργοστασιακές επιτροπές, συνδικάτα, κτλ.) και τα Σοβιέτ να μην εμφανιστούν σαν όργανα της κρατικής εξουσίας παρά στη διάρκεια της ίδιας της εξέγερσης, ή ακόμα όταν η εξέγερση θα έχει νικήσει.

Απ’ αυτή την άποψη, έχει μεγάλη διαπαιδαγωγική σημασία η πάλη που έκανε ο Λένιν μετά τα Ιουλιανά ενάντια στο φετιχισμό της οργανωτικής μορφής των Σοβιέτ. Τον Ιούλη, τα Σοβιέτ των Σοσιαλ-Επαναστατών και των Μενσεβίκων έγιναν οι οργανώσεις που έσπρωχναν ανοιχτά τους στρατιώτες σε μια επίθεση και καταδίωξαν τους Μπολσεβίκους σε τέτιο σημείο, που το επαναστατικό κίνημα των προλεταριακών μαζών αναγκάστηκε να αναζητήσει νέα μονοπάτια και κανάλια. Ο Λένιν υπόδειξε στις εργοστασιακές επιτροπές σαν τις οργανώσεις της πάλης για εξουσία. (Συγκρίνετε για παράδειγμα τα απομνημονεύματα του συντρόφου Ορτζονικίτζε). Είναι πολύ πιθανό το κίνημα να προχωρούσε πάνω σ’ αυτές τις γραμμές αν δεν είχε γίνει η εξέγερση του Κορνίλοφ που ανάγκασε τα συμφιλιωτικά Σοβιέτ να αμυνθούν και έδοσε τη δυνατότητα στους Μπολσεβίκους να τα εμποτίσουν με καινούρια επαναστατική ορμή, δένοντας τα στενά με τις μάζες μέσα από την αριστερή, δηλαδή τη μπολσεβίκικη, πτέρυγα.

Αυτό το ζήτημα έχει τεράστια διεθνή σημασία, όπως έδειξε η πρόσφατη γερμανική εμπειρία. Στη Γερμανία δημιουργήθηκαν πολλές φορές τα Σοβιέτ σαν όργανα εξέγερσης –χωρίς να γίνει καμιά εξέγερση, και σαν όργανα κρατικής εξουσίας– χωρίς καμιά εξουσία. Αυτό οδήγησε στο έξης αποτέλεσμα: το 1923 το κίνημα των πλατιών προλεταριακών και μισοπρολεταριακών μαζών άρχισε να αποκρυσταλλώνεται γύρω από τις εργοστασιακές επιτροπές, που βασικά εκπλήρωναν όλες τις λειτουργίες που είχαν αναλάβει τα δικά μας Σοβιέτ στην περίοδο πριν από την άμεση πάλη για εξουσία. Όμως, τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη του 1923 αρκετοί σύντροφοι υποστήριζαν την πρόταση ότι έπρεπε να προχωρήσουμε στην άμεση δημιουργία Σοβιέτ στη Γερμανία. Μετά από μια μακριά και έντονη συζήτηση, η πρόταση αυτή, πολύ σωστά, απορρίφθηκε. Μπροστά στο γεγονός ότι οι εργοστασιακές επιτροπές είχαν ήδη γίνει στη δράση τα κέντρα συσπείρωσης των επαναστατικών μαζών, τα Σοβιέτ θα είταν μονάχα μια παράλληλη οργανωτική μορφή χωρίς κανένα πραγματικό περιεχόμενο, στη διάρκεια του προπαρασκευαστικού σταδίου. Θα μπορούσαν να αποσπάσουν μόνο την προσοχή από τα υλικά καθήκοντα της εξέγερσης (στρατός, αστυνομία, ένοπλες εκατονταρχίες, σιδηρόδρομοι, κτλ.), προσκολλώντας την σε μια αυτάρκη οργανωτική μορφή. Και, από την άλλη μεριά, η δημιουργία των Σοβιέτ, σαν τέτια, πριν από την εξέγερση και ξέχωρα από τα άμεσα καθήκοντα της εξέγερσης θα σήμαινε ότι διακηρύσσουμε ανοιχτά: «Σκοπεύουμε να σας επιτεθούμε!». Η Κυβέρνηση, υποχρεωμένη να «ανέχεται» τις εργοστασιακές επιτροπές, στο βαθμό που είχαν γίνει τα κέντρα συσπείρωσης των πλατιών μαζών, θα χτυπούσε το πρώτο κιόλας Σοβιέτ, σαν το επίσημο όργανο μιας «προσπάθειας» για την κατάληψη της εξουσίας. Οι κομμουνιστές θα έπρεπε να βγουν και να υπερασπιστούν τα Σοβιέτ, καθαρά σαν οργανώσεις. Η αποφασιστική πάλη θα είχε ξεσπάσει όχι για την κατάληψη ή την υπεράσπιση οποιωνδήποτε υλικών θέσεων, ούτε σε μια στιγμή που εμείς την είχαμε διαλέξει –μια στιγμή όπου η εξέγερση θα απόρρεε από στις συνθήκες του μαζικού κινήματος. Όχι, η πάλη θα φούντωνε κάτω από το «λάβαρο» των Σοβιέτ, σε μια στιγμή που θα τη διάλεγε και θα μας την επέβαλε ο εχθρός. Στο μεταξύ, είναι ολοφάνερο ότι όλη η προετοιμασία για την εξέγερση θα μπορούσε να είχε διεξαχτεί με επιτυχία κάτω από την κηδεμονία των εργοστασιακών επιτροπών που είχαν ήδη εδραιωθεί σαν μαζικές οργανώσεις και που μεγάλωναν συνέχεια σε αριθμό και δύναμη, κι αυτό θα είχε δόσει τη δυνατότητα στο κόμμα να ελιχθεί ελεύθερα σ’ ότι άφορα τον καθορισμό της ημερομηνίας της εξέγερσης. Τα Σοβιέτ, βέβαια, θα έπρεπε να δημιουργηθούν σ’ ένα ορισμένο στάδιο. Είναι αμφίβολο πάντως αν κάτω από στις συνθήκες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, θα μπορούσαν να είχαν εμφανισθεί σαν άμεσα όργανα της εξέγερσης, μέσα στην ίδια τη φωτιά της σύγκρουσης, εξαιτίας του κινδύνου να δημιουργηθούν δυο επαναστατικά κέντρα την πιο κρίσιμη στιγμή. Μια αγγλική παροιμία λέει ότι δεν πρέπει να ανταλλάσσεις το άλογο σου όταν διασχίζεις ένα ποτάμι. Είναι πιθανό, μετά από τη νίκη στα αποφασιστικά σημεία της χώρας, να σχηματίζονταν Σοβιέτ παντού. Όπως και νά ’χει, μια νικηφόρα εξέγερση θα οδηγούσε αναπόφευχτα στη δημιουργία των Σοβιέτ σαν τα όργανα της κρατικής εξουσίας.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα Σοβιέτ στη χώρα μας αναπτύχθηκαν στο «δημοκρατικό» στάδιο της επανάστασης, νομιμοποιήθηκαν, κατά κάποιο τρόπο, σ’ αυτό το στάδιο και μετά τα κληρονομήσαμε και τα χρησιμοποιήσαμε εμείς. Αυτό, δεν θα επαναληφθεί στις προλεταριακές επαναστάσεις στη Δύση. Εκεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα Σοβιέτ θα δημιουργηθούν σαν ανταπόκριση στο κάλεσμα των κομμουνιστών, και κατά συνέπεια θα δημιουργηθούν σαν τα άμεσα όργανα της προλεταριακής εξέγερσης. Δεν αποκλείεται, βέβαια, η αποσύνθεση του αστικού κρατικού μηχανισμού να έχει γίνει πολύ έντονη πριν το προλεταριάτο είναι σε θέση να καταλάβει την εξουσία κι αυτό θα δημιουργούσε στις συνθήκες για το σχηματισμό των Σοβιέτ σαν τα ανοιχτά όργανα της προετοιμασίας της εξέγερσης. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να είναι ο γενικός κανόνας. Μάλλον, θα είναι δυνατό να δημιουργηθούν τα Σοβιέτ στις τελευταίες μόνο μέρες σαν τα άμεσα όργανα των εξεγερμένων μαζών. Τέλος είναι πολύ πιθανό να δημιουργηθούν τέτιες συνθήκες που τα Σοβιέτ να εμφανιστούν ή όταν η εξέγερση θα έχει περάσει το κρίσιμο στάδιο της ή ακόμα στο τελικό της στάδιο σαν όργανα της νέας εξουσίας. Όλα αυτά τα ενδεχόμενα πρέπει να τα λαβαίνουμε υπόψη μας για να μην πέφτουμε σ’ έναν οργανωτικό φετιχισμό, κι έτσι να μη μετατρέπουμε τα Σοβιέτ απ’ αυτό που πρέπει να είναι –μια εύκαμπτη και ζωντανή μορφή πάλης– σε μια οργανωτική «αρχή» που επιβάλλεται στο κίνημα απ’ έξω, παρεμποδίζοντας την κανονική του εξέλιξη.

Τελευταία γράφτηκε στον Τύπο ότι δεν είμαστε σε θέση να πούμε ποιο δρόμο θα ακολουθήσει η προλεταριακή επανάσταση στην Αγγλία. Θα γίνει μέσα από το Κομμουνιστικό Κόμμα ή μέσα από τα συνδικάτα; Μια τέτια διατύπωση του ζητήματος, που κάνει επίδειξη μιας πλατιάς διαστρεβλωμένης ιστορικής αντιμετώπισης, είναι ριζικά λαθεμένη και επικίνδυνη, γιατί εξαλείφει το κύριο μάθημα των τελευταίων λίγων χρόνων. Αν δεν έγινε μια νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση στο τέλος του πολέμου, είταν γιατί δεν υπήρχε ένα κόμμα. Αυτό το συμπέρασμα αφορά την Ευρώπη σαν σύνολο. Μπορούμε να το εξακριβώσουμε συγκεκριμένα ακολουθώντας το επαναστατικό κίνημα σε κάθε χώρα. Η περίπτωση της Γερμανίας είναι αρκετά καθαρή. Η Γερμανική Επανάσταση μπορούσε να είταν νικηφόρα και το 1918 και το 1919, αν είχε εξασφαλιστεί η κατάλληλη κομματική ηγεσία. Το 1917 είχαμε το ίδιο παράδειγμα στη Φινλανδία όπου το επαναστατικό κίνημα αναπτύχθηκε μέσα σε εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες και κάτω από την προστασία και την άμεση στρατιωτική βοήθεια της επαναστατικής Ρωσίας. Αλλά η πλειοψηφία των ηγετών του φιλανδέζικου Κόμματος αποδείχθηκε σοσιαλδημοκρατική, και κατάστρεψαν την επανάσταση. Το ίδιο μάθημα μας δίνει ξεκάθαρα και η ουγγαρέζικη εμπειρία. Εκεί οι κομμουνιστές μαζί με τους αριστερούς Σοσιαλδημοκράτες δεν κατάλαβαν την εξουσία, αλλά τους την έδοσε η τρομοκρατημένη μπουρζουαζία. Η ουγγαρέζικη επανάσταση –νικηφόρα χωρίς μάχη και χωρίς νίκη– από την αρχή κιόλας έμεινε χωρίς μια μαχόμενη ηγεσία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ενώθηκε με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, δείχνοντας έτσι πως και το ίδιο δεν είταν ένα Κομμουνιστικό Κόμμα, και σαν συνέπεια παρόλο το μαχητικό πνεύμα των ουγγαρέζων εργατών, αποδείχθηκε ανίκανο να κρατήσει την εξουσία που τόσο εύκολα είχε αποχτήσει. Χωρίς κόμμα, ξέχωρα από το κόμμα, πάνω από το κόμμα, ή μ’ ένα υποκατάστατο του κόμματος, η προλεταριακή επανάσταση δεν μπορεί να νικήσει. Αυτό είναι το κύριο μάθημα της τελευταίας δεκαετίας. Είναι αλήθεια ότι τα αγγλικά συνδικάτα μπορεί να γίνουν ένας ισχυρός μοχλός της προλεταριακής επανάστασης. Μπορούν, για παράδειγμα, ακόμα και να αντικαταστήσουν τα εργατικά Σοβιέτ κάτω από ορισμένες συνθήκες και για μια ορισμένη περίοδο. Μπορούν, όμως, να παίξουν έναν τέτιο ρόλο όχι ξέχωρα από το Κομμουνιστικό Κόμμα κι οπωσδήποτε όχι ενάντια στο Κόμμα, αλλά μόνο με την προϋπόθεση ότι η κομμουνιστική επιρροή θα είναι αποφασιστική μέσα στα συνδικάτα. Έχουμε πληρώσει πολύ ακριβά ένα τέτιο συμπέρασμα –οσοναφορά το ρόλο και τη σημασία του κόμματος σε μια προλεταριακή επανάσταση– για να το απορρίπτουμε έτσι εύκολα κι ακόμη να μειώνουμε τη σημασία του.

Η συνείδηση, η προετοιμασία και ο σχεδιασμός έπαιξαν ένα πολύ μικρότερο ρόλο στις αστικές επαναστάσεις απ’ αυτόν που θα παίξουνε, και παίζουν, στην προλεταριακή επανάσταση. Η κινητήρια δύναμη της αστικής επανάστασης είταν πάλι οι μάζες, αλλά πολύ λιγότερο συνειδητές και οργανωμένες από τώρα. Η ηγεσία παράμενε στα χέρια διάφορων μερίδων της μπουρζουαζίας, και αυτή είχε στη διάθεση της τα πλούτη, την εκπαίδευση και όλα τα σχετικά οργανωτικά πλεονεχτήματα (στις πόλεις, τα πανεπιστήμια, τον Τύπο, κλπ.). Η γραφειοκρατική μοναρχία αμυνόταν εμπειρικά, ψαχουλεύοντας στα σκοτεινά και στη συνέχεια δρώντας. Η αστική τάξη διάλεγε την ευνοϊκή στιγμή, όταν θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί το κίνημα των λαϊκών μαζών, για να ρίξει όλο το κοινωνικό της βάρος στη ζυγαριά και να καταλάβει την κρατική εξουσία. Αλλά, αυτό που διακρίνει την προλεταριακή επανάσταση, είναι ότι το προλεταριάτο δεν είναι μόνο η κύρια επιθετική δύναμη, αλλά, στο πρόσωπο της πρωτοπορίας του, και η ηγετική δύναμη. Μόνο το προλεταριακό κόμμα μπορεί να παίξει στην προλεταριακή επανάσταση το ρόλο που έπαιξε στην αστική επανάσταση η οικονομική δύναμη της μπουρζουαζίας, η εκπαίδευση της, οι κοινότητες της και τα πανεπιστήμια της. Ο ρόλος του κόμματος είναι ακόμη πιο σημαντικός, μια και η ταξική συνείδηση του εχθρού είναι πολύ πιο αναπτυγμένη. Η μπουρζουαζία στη διάρκεια αιώνων εξουσίας, έχει τελειοποιήσει την πολιτική σχολή της πολύ περισσότερο από στις σχολές της παλιάς γραφειοκρατικής μοναρχίας. Αν ο κοινοβουλευτισμός βοήθησε το προλεταριάτο, μέχρι ένα σημείο, σαν προπαρασκευαστική σχολή για την επανάσταση, έχει, όμως, βοηθήσει και την μπουρζουαζία πολύ περισσότερο σαν σχολειό για την αντεπαναστατική της στρατηγική. Αρκεί να αναφέρουμε ότι με τον κοινοβουλευτισμό η μπουρζουαζία εκπαίδευσε με τέτιο τρόπο τη Σοσιαλδημοκρατία ώστε να την κάνει σήμερα το κύριο στήριγμα της ατομικής ιδιοχτησίας. Η εποχή της κοινωνικής επανάστασης στην Ευρώπη, όπως έδειξαν τα ίδια τα πρώτα της βήματα, θα είναι μια εποχή όχι μόνο σφοδρής και αδυσώπητης πάλης αλλά και σχεδιασμένων και υπολογισμένων μαχών –πολύ πιο σχεδιασμένων απ’ ότι σε μας το 1917.

Γι’ αυτό απαιτείται σήμερα μια τελείως διαφορετική προσέγγιση απ’ αυτή που επικρατεί, στα ζητήματα του εμφύλιου πολέμου γενικά και της ένοπλης εξέγερσης ειδικότερα. Ακολουθώντας τον Λένιν, όλοι μας δεν σταματάμε να επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά τα λόγια του Μαρξ ότι η εξέγερση είναι μια τέχνη. Αλλά αυτή η ιδέα μετατρέπεται σε κούφια φράση, στο βαθμό που η διατύπωση του Μαρξ δεν συμπληρώνεται με μια μελέτη των βασικών στοιχείων της τέχνης του εμφυλίου πολέμου με βάση την τεράστια εμπειρία των τελευταίων χρόνων. Είναι αναγκαίο να πούμε ανοιχτά ότι μια επιπόλαιη αντιμετώπιση των ζητημάτων της ένοπλης εξέγερσης είναι ένα σημάδι ότι η δύναμη της σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης δεν έχει ακόμα ξεπεραστεί. Ένα κόμμα που αντιμετωπίζει επιπόλαια τα προβλήματα του εμφύλιου πολέμου με την ελπίδα ότι τα πάντα θα ταχτοποιηθούν την κρίσιμη στιγμή, είναι σίγουρο πως θα ναυαγήσει. Πρέπει μ’ ένα συλλογικό τρόπο να αναλύσουμε την εμπειρία των προλεταριακών αγώνων αρχίζοντας από το 1917.

Η ιστορία των ομάδων μέσα στο Κόμμα το 1917, έτσι όπως τη σκιαγραφήσαμε πιο πάνω, αποτελεί εξίσου ένα ουσιαστικό τμήμα της εμπειρίας του εμφυλίου πολέμου και πιστεύουμε ότι έχει μια άμεση σημασία για την πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο σύνολο της. Έχουμε ήδη πει, και το επαναλαμβάνουμε, ότι η μελέτη των διαφωνιών δεν μπορεί και δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί σαν μια επίθεση ενάντια σ’ αυτούς τους συντρόφους που ακολούθησαν μια λαθεμένη πολιτική. Αλλά, από την άλλη μεριά, δεν επιτρέπεται με κανέναν τρόπο να διαγράψουμε το μεγαλύτερο κεφάλαιο της ιστορίας του Κόμματος μας μόνο και μόνο γιατί μερικά μέλη του δεν κατάφεραν να παρακολουθήσουν την προλεταριακή επανάσταση. Το Κόμμα θά ’πρεπε και πρέπει να γνωρίζει όλο το παρελθόν έτσι ώστε να μπορεί να το εκτιμά σωστά και να βάζει κάθε γεγονός στη σωστή του θέση. Η παράδοση του επαναστατικού κόμματος δεν χτίζεται με υπεκφυγές αλλά με κριτική σαφήνεια. Η ιστορία έχει εξασφαλίσει στο Κόμμα μας πραγματικά ανεκτίμητα επαναστατικά πλεονεχτήματα. Οι παραδόσεις της ηρωικής πάλης ενάντια στην τσαρική μοναρχία, η εξοικείωση με την επαναστατική αυτοθυσία συνδυασμένη με τις συνθήκες της παράνομης δράσης, η πλατιά θεωρητική μελέτη και η αφομοίωση της επαναστατικής εμπειρίας της ανθρωπότητας, η πάλη ενάντια στο Μενσεβικισμό, ενάντια στους Ναρόντνικους και ενάντια στο Συμφιλιωτισμό, η τεράστια εμπειρία της επανάστασης του 1905, η θεωρητική μελέτη και αφομοίωση αυτής της εμπειρίας στη διάρκεια της αντεπανάστασης, η εξέταση των προβλημάτων του διεθνούς εργατικού κινήματος κάτω από το φως των επαναστατικών μαθημάτων του 1905 –όλα αυτά στο σύνολο τους εφοδίασαν το Κόμμα μας με μια εξαιρετική επαναστατική διάθεση, με μια υπέρτατη θεωρητική διεισδυτικότητα, με μια απαράμιλλη επαναστατική ορμή. Παρόλα αυτά, ακόμα και μέσα στο Κόμμα, στην ηγεσία του, την παραμονή μιας αποφασιστικής πάλης σχηματίστηκε μια ομάδα έμπειρων επαναστατών, παλιών Μπολσεβίκων, που είταν σε πλήρη αντίθεση με την προλεταριακή επανάσταση και που, στην πορεία της πιο κρίσιμης περιόδου της επανάστασης, από το Φλεβάρη του 1917 μέχρι το Φλεβάρη σχεδόν του 1918, υιοθετούσαν σ’ όλα τα θεμελιώδη ζητήματα μια ουσιαστικά σοσιαλδημοκρατική θέση. Χρειάστηκε ο Λένιν και η εξαιρετική επιρροή του Λένιν μέσα στο Κόμμα, που είταν χωρίς προηγούμενο ακόμα και κείνη την εποχή, για να διαφυλαχτεί το Κόμμα και η επανάσταση από τη φοβερή σύγχυση που έφερε αυτή η κατάσταση. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ, αν θέλουμε να μάθουν κάτι από μας τα άλλα Κομμουνιστικά Κόμματα.

Το ζήτημα της επιλογής του ηγετικού επιτελείου έχει εξαιρετική σπουδαιότητα για τα κόμματα της Δυτικής Ευρώπης. Η εμπειρία του αποτυχημένου Γερμανικού Οκτώβρη είναι μια σκληρή απόδειξη γι’ αυτό. Αλλά αυτή η επιλογή πρέπει να γίνεται κάτω από το φως της επαναστατικής δράσης. Στη Γερμανία είχαμε όλα αυτά τα χρόνια πολλές ευκαιρίες για να δοκιμάσουμε την αξία των ηγετικών στελεχών του Κόμματος σε στιγμές άμεσης πάλης. Χωρίς αυτό το κριτήριο τα υπόλοιπα είναι άχρηστα. Η Γαλλία είχε αυτά τα χρόνια πολύ λιγότερες επαναστατικές ταραχές –ακόμα και μεμονωμένες. Αλλά στην πολιτική ζωή της Γαλλίας είχαμε ακόμα και αναλαμπές εμφυλίου πολέμου, στιγμές που η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος και η ηγεσία των συνδικάτων χρειάστηκε να επέμβουν δραστήρια σε επείγοντα και οξύτατα ζητήματα (όπως η αιματηρή συγκέντρωση στις 11 του Γενάρη 1924). Μια προσεχτική μελέτη αυτών των επεισοδίων μας δίνει αναντικατάστατο υλικό για την εκτίμηση της κομματικής ηγεσίας, της συμπεριφοράς διάφορων κομματικών οργάνων, και μεμονωμένων ηγετικών στελεχών. Το να αγνοήσουμε αυτά τα μαθήματα, το να μη βγάλουμε τα απαραίτητα συμπεράσματα από αυτά σ’ ότι αφορά την εκλογή των προσώπων, ισοδυναμεί με το να προκαλούμε αναπόφευχτες ήττες, γιατί χωρίς μια διεισδυτική, αποφασιστική και θαρραλέα κομματική ηγεσία, η νίκη της προλεταριακής επανάστασης είναι αδύνατη.

Κάθε κόμμα, ακόμα και το πιο επαναστατικό, πρέπει αναπόφευχτα να παράγει τον οργανωτικό του συντηρητισμό, γιατί αλλιώς θα του έλλειπε η απαραίτητη σταθερότητα. Αυτό, είναι αποκλειστικά ένα ζήτημα ποσοστού. Σ ένα επαναστατικό κόμμα, η ζωτικά αναγκαία δόση συντηρητισμού πρέπει να συνδυάζεται με την πλήρη απελευθέρωση από τη ρουτίνα, με την πρωτοβουλία στον προσανατολισμό, με την τόλμη στη δράση. Αυτές οι ιδιότητες μπαίνουν σε σκληρότατη δοκιμασία στα σημεία καμπής της ιστορίας. Παραθέσαμε ήδη τα λόγια του Λένιν ότι, όταν συμβαίνει μια απότομη αλλαγή στην κατάσταση και κατά συνέπεια μπαίνουν καινούρια καθήκοντα, ακόμα και τα πιο επαναστατικά κόμματα συχνά ακολουθούν την πολιτική γραμμή του χθες, και έτσι γίνονται ή απειλούν να γίνουν ένα φρένο στην επαναστατική ανάπτυξη. Και ο συντηρητισμός και η επαναστατική πρωτοβουλία βρίσκουν την πιο συμπυκνωμένη τους έκφραση στα ηγετικά όργανα του κόμματος. Στο μεταξύ, τα ευρωπαϊκά Κομμουνιστικά Κόμματα έχουν ακόμα να αντιμετωπίσουν το οξύτερο τους «σημείο καμπής» – τη στροφή από την προπαρασκευαστική δουλιά στην πραγματική κατάληψη της εξουσίας. Αυτή η στροφή είναι η πιο ακριβής, η πιο επείγουσα, η πιο υπεύθυνη και η πιο επικίνδυνη. Το να χάσεις τη στιγμή της στροφής είναι σα να παθαίνεις τη μέγα-λύτερη ήττα που ένα κόμμα είναι δυνατό να υποστεί.

Η εμπειρία των ευρωπαϊκών αγώνων, και πάνω απ’ όλα των αγώνων στη Γερμανία, όταν αντιμετωπίζεται στο φως της δικής μας εμπειρίας, μας δείχνει ότι υπάρχουν δυο είδη ηγετών που τείνουν να κρατήσουν πίσω το κόμμα τη στιγμή ακριβώς που πρέπει να κάνει ένα τεράστιο άλμα μπροστά. Μερικοί απ’ αυτούς τείνουν γενικά να βλέπουν κυρίως δυσκολίες και εμπόδια στο δρόμο της επανάστασης και να υπολογίζουν κάθε κατάσταση με μια προκαθορισμένη, αν κι όχι πάντα συνειδητή, πρόθεση να αποφύγουν κάθε δράση. Ο μαρξισμός μεταμορφώνεται στα χέρια τους σε μια μέθοδο που εγκαθιδρύει το αδύνατο της επαναστατικής δράσης. Τα χαραχτηριστικότερα δείγματα αυτής της κατηγορίας είναι οι ρώσοι Μενσεβίκοι. Αλλά ο τύπος αυτός δεν υπάρχει μόνο στο Μενσεβικισμό. Την πιο κρίσιμη στιγμή εμφανίζεται ξαφνικά σε υπεύθυνες θέσεις μέσα στο πιο επαναστατικό κόμμα. Οι αντιπρόσωποι της δεύτερης ποικιλίας διακρίνονται από την επιφανειακή και αγκιτατόρικη προσέγγιση τους. Δεν βλέπουν ποτέ δυσκολίες η εμπόδια μέχρι τη στιγμή που έρχονται σε μια κατά μέτωπο σύγκρουση μαζί τους. Η ικανότητά τους να ξεπερνούν τα πραγματικά εμπόδια με παχιά λόγια και η τάση τους της μεγάλης αισιοδοξίας για όλα τα ζητήματα («αυτός ο ωκεανός μου έρχεται μέχρι το γόνατο») μετατρέπονται αναπόφευχτα στο διαμετρικά αντίθετο τους όταν σημάνει η ώρα για αποφασιστική δράση. Για τον πρώτο τύπο επαναστάτη που κάνει τους μικρούς σωρούς από χώμα ολόκληρα βουνά, οι δυσκολίες για την κατάχτηση της εξουσίας βρίσκονται στη συσσώρευση και στην ύψωση στη νιοστή δύναμη όλων των δυσκολιών που είχε συνηθίσει να συναντάει. Για τον δεύτερο τύπο, τον επιπόλαιο και αισιόδοξο, οι δυσκολίες της επαναστατικής δράσης έρχονται πάντα σαν μια έκπληξη. Στην προπαρασκευαστική περίοδο, η συμπεριφορά των δύο τύπων είναι διαφορετική: ο πρώτος είναι σκεπτικιστής και δεν μπορούμε να στηριχθούμε πολύ πάνω του, δηλαδή με μια επαναστατική έννοια. Ο δεύτερος αντίθετα μπορεί να φαίνεται σαν ένας φανατικός επαναστάτης. Αλλά την αποφασιστική στιγμή, κι οι δυο βαδίζουν χέρι χέρι. Και οι δυο είναι αντίθετοι στην εξέγερση. Στο μεταξύ, όλη η προπαρασκευαστική δουλιά έχει κάποια αξία μόνο εφόσον δίνει τη δυνατότητα στο κόμμα και πάνω απ’ όλα στα ηγετικά του όργανα, να προσδιορίσουν τη στιγμή μιας εξέγερσης και να αναλάβουν την καθοδήγησή της. Γιατί το καθήκον του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι η κατάληψη της εξουσίας με σκοπό την ανοικοδόμηση της κοινωνίας.

Έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά για την αναγκαιότητα της «Μπολσεβικοποίησης» της Κόμιντερν. Αυτό είναι ένα καθήκον που δεν μπορεί ούτε να αμφισβητηθεί ούτε να καθυστερήσει. Επείγει ιδιαίτερα μετά τα σκληρά μαθήματα της Βουλγαρίας και της Γερμανίας πριν ένα χρόνο. Ο Μπολσεβικισμός δεν είναι μια θεωρία (δηλαδή δεν είναι απλά μια θεωρία) αλλά ένα σύστημα επαναστατικής εκπαίδευσης για την προλεταριακή επανάσταση. Τί είναι η Μπολσεβικοποίηση των Κομμουνιστικών Κομμάτων; Είναι το είδος της εκπαίδευσης που τους δίνεται και η επιλογή του ηγετικού επιτελείου που πραγματοποιείται, που θα τα εμποδίσει να «παρασυρθούν από το ρεύμα» όταν σημάνει η ώρα του Οκτώβρη τους. «Αυτός είναι όλος ο Χέγκελ και η σοφία των βιβλίων, και η ουσία όλης της φιλοσοφίας...».

Ένα Σύντομο Σχόλιο για το Βιβλίο

Η πρώτη φάση της «δημοκρατικής» επανάστασης κράτησε από την επανάσταση του Φλεβάρη ως την κρίση του Απρίλη, και τέλειωσε στις 6 του Μάη με το σχηματισμό της κυβέρνησης Συνασπισμού –με τη συμμετοχή των Μενσεβίκων και των Ναρόντνικων. Στη διάρκεια της πρώτης αυτής φάσης, ο συγγραφέας δεν συμμετείχε άμεσα, αφού έφτασε στην Πετρούπολη στις 5 του Μάη, την παραμονή του σχηματισμού της κυβέρνησης Συνασπισμού. Το πρώτο στάδιο της επανάστασης και οι επαναστατικές προοπτικές αναλύθηκαν στα άρθρα που έγραψα στην Αμερική. Κατά τη γνώμη μου, σ’ όλα τα βασικά σημεία, τα άρθρα αυτά συμπίπτουν με την ανάλυση του Λένιν στα «Γράμματα από Μακριά».

Από την πρώτη μέρα της άφιξης μου στην Πετρούπολη, δούλεψα σε πλήρη συνεργασία με την Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων. Υποστήριξα, φυσικά, την πορεία του Λένιν προς την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο σ’ όλα της τα σημεία και σαν σύνολο. Σ’ ότι αφορά την αγροτιά δεν υπήρχε ούτε ίχνος διαφωνίας ανάμεσα στον Λένιν και μένα. Ο Λένιν ολοκλήρωνε τότε το πρώτο στάδιο της πάλης του ενάντια στους δεξιούς Μπολσεβίκους και στο σύνθημα τους «δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Πριν από την τυπική είσοδο μου στο Κόμμα, συμμετείχα στη συγγραφή σχεδίων για μια σειρά αποφάσεις και ντοκουμέντα, που εκδόθηκαν στο όνομα του Κόμματος. Ο μόνος λόγος που καθυστέρησε την τυπική είσοδο μου στο Κόμμα για τρεις μήνες, είταν η επιθυμία να επιταχυνθεί η ένωση των καλύτερων στοιχείων της οργάνωσης Μετζραγιόντσι[4]. και των επαναστατών διεθνιστών γενικά, με τους Μπολσεβίκους. Ακολούθησα αυτή την πολιτική σε πλήρη συμφωνία με τον Λένιν.

Οι εκδότες αυτού του τόμου μου επιστήσανε την προσοχή στο γεγονός ότι σ’ ένα από τα άρθρα που έγραψα τότε υπέρ της ενοποίησης, υπάρχει μια αναφορά στην οργανωτική «νοοτροπία κύκλου» που έχουν οι Μπολσεβίκοι. Μερικά θηλυκά μυαλά, σαν τον σύντροφο Σόριν, δεν θα χάσουν, βέβαια, την ευκαιρία να συνδέσουν κατευθείαν και βιαστικά αυτή τη φράση με τις αρχικές διαφορές πάνω στην παράγραφο Νο 1 του καταστατικού του Κόμματος. Δεν βλέπω την ανάγκη να καταπιαστώ σε μια συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα, ιδιαίτερα μετά το γεγονός ότι έχω παραδεχτεί στα λόγια και στην πράξη τα πραγματικά και μεγάλα οργανωτικά μου σφάλματα. Αλλά ένας λιγότερο προκαταλειμμένος αναγνώστης θα βρει μια πολύ πιο απλή και άμεση ερμηνεία για την παραπάνω φράση. Πρέπει να αντιμετωπιστεί με τις συγκεκριμένες συνθήκες εκείνης της εποχής. Ανάμεσα στους Μετζραγιόντσι εργάτες, διατηρούνταν ακόμα μια μεγάλη δυσπιστία για την οργανωτική πολιτική της Επιτροπής της Πετρούπολης. Τα επιχειρήματα για «νοοτροπία κύκλου» –ανακατεμένα, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτιες περιπτώσεις, με αναφορές σ’ ένα σωρό «αδικίες»– είταν πολύ συχνά ανάμεσα στους Μετζραγιόντσι. Απόρριπτα αυτά τα επιχειρήματα με τον εξής τρόπο: η νοοτροπία κύκλου, σαν κληρονομιά από το παρελθόν, εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά για να ελαττωθεί, πρέπει οι Μετζραγιόντσι να πάψουν να υπάρχουν χωριστά.

Την καθαρά πολεμική «πρόταση» μου στο Πρώτο Συνέδριο των Σοβιέτ για το σχηματισμό μιας κυβέρνησης με 12 Πεσεκχόνοφ, την έχουν ερμηνεύσει ορισμένοι –ο Σουχάνοφ, νομίζω– για να δείξουν είτε ότι προσωπικά έτεινα προς τον Πεσεκχόνοφ, είτε ότι πρότεινα μια ιδιαίτερη πολιτική γραμμή, διαφορετική από εκείνη του Λένιν. Αυτό είναι βέβαια καθαρή ανοησία. Όταν το Κόμμα μας απαιτούσε από τα Σοβιέτ, που είχαν ηγέτες τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλ-Επαναστάτες, να πάρουν την εξουσία, «απαιτούσε» μ’ αυτό τον τρόπο μια κυβέρνηση με ανθρώπους σαν τον Πεσεκχόνοφ. Σε τελευταία ανάλυση δεν υπήρχε καμιά βασική διαφορά ανάμεσα στον Πεσεκχόνοφ, τον Τσερνόφ και τον Νταν. Όλοι χρησιμοποιούνταν το ίδιο για να διευκολύνουν τη μεταφορά της εξουσίας από την μπουρζουαζία στο προλεταριάτο. Μπορεί ο Πεσεκχόνοφ να είταν πιο εξοικειωμένος με τις στατιστικές και να έδινε έτσι, σαν πραχτικός άνθρωπος, μια κάπως καλύτερη εντύπωση από τον Τσερετέλι ή τον Τσερνόφ. Μια ντουζίνα Πεσεκχόνοφ σήμαινε μια κυβέρνηση από μια ντουζίνα γενναίους αντιπροσώπους της μικροαστικής δημοκρατίας στη θέση ενός συνασπισμού. Όταν οι μάζες της Πετρούπολης, με ηγεσία το Κόμμα μας, έριξαν το σύνθημα «Κάτω οι δέκα υπουργοί της μπουρζουαζίας», απαιτούσαν μ’ αυτό τον τρόπο από τους Μενσεβίκους και τους Ναρόντνικους να μπουν σ’ αυτά τα υπουργεία.

«Κύριοι αστοί δημοκράτες, πετάξτε έξω τους Καντέτους! Πάρτε την εξουσία στα χέρια σας! Βάλτε στην κυβέρνηση 12 (ή όσους έχετε) Πεσεκχόνοφ και σας υποσχόμαστε, στο βαθμό που το μπορούμε, να σας ξεφορτωθούμε “ειρηνικά” όταν θα σημάνει η ώρα –που είναι πάρα πολύ κοντά!».

Δεν υπάρχει καμιά ιδιαίτερη πολιτική γραμμή εδώ –είταν η ίδια γραμμή που διατύπωσε ξανά και ξανά ο Λένιν.

Θεωρώ απαραίτητο να υπογραμμίσω την προειδοποίηση του συντρόφου Λέντσνερ, εκδότη αυτού του τόμου. Όπως είπε, το κύριο μέρος των ομιλιών σ’ αυτό τον τόμο, δεν ανατυπώθηκαν από στενογραφημένες σημειώσεις, ακόμα και ελλιπείς, αλλά από αναφορές δημοσιογράφων του συμφιλιωτικού τύπου, μισο-άσχετους και μισο-μοχθηρούς. Μια πρόχειρη εξέταση μερικών ντοκουμέντων αυτού του είδους μ’ έκαναν να εγκαταλείψω αμέσως το αρχικό σχέδιο της διόρθωσης και συμπλήρωσης τους μέχρι ένα βαθμό. Ας μείνουν έτσι όπως είναι. Κι αυτά, με τον τρόπο τους, είναι ντοκουμέντα της εποχής, παρόλο που προέρχονται «από την άλλη μεριά».

Αυτός ο τόμος δεν θα είχε τυπωθεί χωρίς την προσεκτική και εξαιρετική δουλιά του συντρόφου Λέντσνερ –που είναι επίσης υπεύθυνος για τη συγκέντρωση των σημειώσεων– και των βοηθών του, των συντρόφων Χέλερ, Κριτζανόφσκι, Ροβένσκι και Ι. Ρούμερ.

Βρίσκω την ευκαιρία να τους εκφράσω τη συντροφική μου ευγνωμοσύνη. Θα πρέπει να σημειώσω ιδιαίτερα την τεράστια δουλιά που έκανε για την προετοιμασία αυτού του τόμου, όπως και για τα άλλα μου βιβλία, ο στενότερος συνεργάτης μου, Μ.Σ. Γκλάτζμαν[5].

Τελειώνω αυτές στις γραμμές με αίσθημα τη βαθιά μου λύπη για τον τραγικό θάνατο του θαυμάσιου συντρόφου, εργάτη κι ανθρώπου.

15 του Σεπτέμβρη 1924

Κισλονόδσκ        

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
————————

[1]. Ο Ρούντολφ Χίλφερντιγκ, είταν ένας εξέχων ηγέτης της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας, και ηγετικό στέλεχος της «Αυστρομαρξιστικής» σχολής. Πρώτα δρούσε στην αυστριακή Σοσιαλ-δημοκρατία, αλλά το 1906 μπήκε στο γερμανικό κίνημα. Το κύριο έργο του είναι το Χρηματιστικό Κεφάλαιο. Καουτσκικός, κεντριστής στη διάρκεια του πολέμου, μπήκε στους Ανεξάρτητους Σοσιαλιστές το 1917 και αντιτάχτηκε στην Κομμουνιστική Διεθνή. Ξαναμπήκε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και είταν υπουργός στις κυβερνήσεις συνασπισμού των Στρέζεμαν και Μίλερ. Έκδιδε το «Γκεζέλσαφτ», (σελ. 51).

[2]. Η ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ (1918) σταμάτησε τον πόλεμο ανάμεσα στην επαναστατική Ρωσία και την Ιμπεριαλιστική Γερμανία. Παρόλο που στην ειρήνη αντιτάχτηκαν σκληρά πάνω από τους μισούς αντιπρόσωπους του Παν-Ρωσικού Συνέδριου των Σοβιέτ, η σιδερένια λογική του Λένιν υπερίσχυσε τελικά και οι όροι «Τίλσιτ» του στρατηγού Χόφμαν έγιναν αποδεχτοί. Η Ρωσία έπρεπε να δόσει μια τεράστια αποζημίωση και να χάσει πολλά εδάφη της. Ο Τρότσκι καθυστέρησε τις διαπραγματεύσεις όσο το δυνατό περισσότερο, για να δόσει στο απεργιακό κίνημα στη Γερμανία την ευκαιρία να αναπτυχθεί σε επαναστατικές διαστάσεις, αλλά οι γερμανοί Σοσιαλ-δημοκράτες έπνιξαν το επαναστατικό κίνημα. Σ’ αυτές τις συνθήκες, ο Λένιν τόνισε, η Ρωσία δεν είταν σε θέση να κάνει έναν επαναστατικό πόλεμο. Η επανάσταση χρειαζόταν μια ανάπαυλα για να σταθεροποιηθεί και να δημιουργήσει τις δικές της ένοπλες δυνάμεις, (σελ. 53).

[3]. Σύγκρινε Λ. Τρότσκι, «Τα Προβλήματα του Εμφυλίου Πολέμου», «Πράβντα», Νο 202, 6 του Σεπτέμβρη 1924, (Υποσ. του Λ.Τ. στη σελ.72).

[4]. Το 1917, οι Μετζραγιόντσι (Διαχτιδική Οργάνωση των Ενωμένων Σοσιαλδημοκρατών) αριθμούσαν 4.000 περίπου μέλη στην Πετρούπολη και 1.000 στη στρατιωτική οργάνωση. Ανάμεσα στα ηγετικά μέλη τους, περιλαβαίνονταν, έκτός από τον Τρότσκι, επαναστάτες σαν τους Λουνατσάρσκι, Βολντάρσκι, Ουρίτσκι, Γιόφε, Μανουίλσκι, Κάραχαν, Ριαζάνοφ, Ποκρόφσκι και Γιουρίν. Εκδίδανε ένα παράνομο όργανο, το «Βπεριόντ» («Εμπρός»). Η συγχώνευσή τους με τους Μπολσεβίκους έγινε στο Έκτο Συνέδριο των τελευταίων στις 8-16 Αυγούστου 1917. Ο Σβερντλόφ ανάφερε ότι ο Τρότσκι είχε ήδη μπει στη συνταχτική επιτροπή της «Πράβντα», αλλά είχε εμποδιστεί να πάρει μέρος λόγω της φυλάκισης του. Το όνομα του Τρότσκι είταν ένα από τα τέσσερα που πήραν τους περισσότερους ψήφους για την Κεντρική Επιτροπή που εκλέχτηκε στο Συνέδριο (Λένιν, Ζινόβιεφ και ακολουθούν με ίδιους ψήφους οι Τρότσκι και Κάμενεφ), (σελ. 85).

[5]. Ο Μ.Σ. Γκλάτζμαν διαγράφτηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα με μια ψεύτικη κατηγορία και αυτοκτόνησε.


Πίσω στα Αρχεία Λεόν Τρότσκι
Πίσω στη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη